Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Μέλη της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων:Απάντηση στον π.Βασίλειο Γοντικάκη


Παναγιώτης Αρ. Υφαντής, Επ. Καθηγητής Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ.
Γεώργιος E. Στριλιγκάς, Σχολικοσ Σύμβουλος Θεολόγων
Αθανάσιος Ι. Νευροκοπλής, Θεολόγος Καθηγητής
Μέλη της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση
Νέου Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου


Θεσσαλονίκη-Ηράκλειο, 2.11.2012


Προς:
την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος
Ιω. Γενναδίου 14, Αθήνα


Μακαριώτατε,
Σεβασμιώτατοι,
                προ ημερών είδε το φως της δημοσιότητας[1] επιστολή, με ημερομηνία 25-9/8-10-2012, την οποία απέστειλε στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος ο προηγούμενος της Ι. Μ. Ιβήρων αρχιμ. Βασίλειος Γοντικάκης, προκειμένου να εκφράσει την «έντονη αντίδρασή» του απέναντι στο Νέο Πρόγραμμα Σπουδών του Μαθήματος των Θρησκευτικών για την υποχρεωτική εκπαίδευση. 
Το περιεχόμενο της επιστολής του αγιορείτη γέροντα μας λύπησε βαθιά και γι’ αυτό μαζί με άλλους συναδέλφους (κληρικούς και λαϊκούς από τη Μέση και την Ανώτατη Εκπαίδευση) επιδιώξαμε προσωπική συνάντηση μαζί του. Πράγματι, ο αρχιμανδρίτης Βασίλειος συνάντησε μέλη της συντακτικής επιτροπής του Νέου Προγράμματος Σπουδών, καταρχάς στο Ηράκλειο Κρήτης (αρχικά με δική του πρωτοβουλία, καθώς επίσης και με την προτροπή του Σεβασμιωτάτου Αρχιεπισκόπου Κρήτης κ. Ειρηναίου), στις 24, 25, 26, 27 και 28 Οκτωβρίου, και στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη, την Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012. Στις συναντήσεις αυτές παρόντες ήσαν κληρικοί και λαϊκοί θεολόγοι, εκπαιδευτικοί που έχουν διδάξει το νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα πιλοτικά σχολεία και σχολικοί σύμβουλοι θεολόγων.
Η συνάντηση στη Θεσσαλονίκη, έγινε στη Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και ήσαν παρόντες ο Πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας καθηγητής Χρυσόστομος Σταμούλης, ο καθηγητής Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, η Μαρία Συργιάννη, σχολική σύμβουλος θεολόγων, ο Γρηγόρης Μαυροκωστίδης, θεολόγος στη ΜΕ, και δύο εκ των συντακτών του Νέου Προγράμματος (οι υπογράφοντες Παναγιώτης Υφαντής, επίκουρος καθηγητής, και Θανάσης Νευροκοπλής, θεολόγος καθηγητής στο Αρσάκειο Λύκειο Θεσσαλονίκης).
Αφού εκφράσαμε με ειλικρίνεια στον πατέρα Βασίλειο την εύλογη θλίψη μας για το περιεχόμενο της συγκεκριμένης παρέμβασής του, τον ρωτήσαμε ευθέως: α. αν προτού συντάξει την επιστολή είχε διαβάσει το Πρόγραμμα Σπουδών και β. αν συνειδητοποιούσε ότι η συγκεκριμένη του παρέμβαση ήταν μια σαφής αμφισβήτηση των προθέσεων και του ίδιου του εκκλησιαστικού φρονήματος των συντακτών του, εφόσον -όπως ο ίδιος αναφέρει στην επιστολή- ένιωσε ότι «κάτι ιερό και άγιο προδίδεται από το κεφάλαιο της Πίστεώς μας». Ο αρχιμ. Βασίλειος αρχικά απέφυγε να απαντήσει, όμως εντέλει, ο ίδιος ομολόγησε ότι δεν γνώριζε το περιεχόμενο του Προγράμματος Σπουδών. Όπως μας εξήγησε, έτυχε να πέσει στα χέρια του ένα τεύχος του περιοδικού της Π.Ε.Θ. «Κοινωνία», αφιερωμένο στο Νέο Πρόγραμμα Σπουδών (το ίδιο αναφέρει και στην εν λόγω επιστολή), το οποίο περιείχε αποκλειστικά απόψεις ορισμένων επικριτών του Προγράμματος Σπουδών. Στη συνέχεια μας είπε ότι επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον π. Γεώργιο Καψάνη, ηγούμενο της Ι. Μονής Γρηγορίου, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι «ο ενορχηστρωτής του νέου Προγράμματος είναι ο Γιαγκάζογλου, το δεξί χέρι του Αρχιεπισκόπου» (sic), ωσάν και μόνο το όνομα ενός διδάκτορα Θεολογίας, Διευθυντή του περιοδικού «Θεολογία» και Συμβούλου στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο να αποτελεί τεκμήριο ενοχής! Αξίζει να επισημανθεί εν προκειμένω, ότι η αήθης στηλίτευση του προσώπου του κ. Στ. Γιαγκάζογλου αναπαράγεται συστηματικά από διάφορα φονταμεναλιστικά ιστολόγια ζηλωτικής υπεράσπισης της “ορθοδοξίας”, στα οποία καθυβρίζονται μεταξύ άλλων τόσο ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος όσο και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος. Προκαλεί δε απορία το γεγονός, ότι οι δύο αγιορείτες πατέρες φαίνεται να υιοθετούν αδιαμαρτύρητα τη συκοφαντική λάσπη των ποικιλώνυμων ή ανώνυμων φανατικών κύκλων. Στη συνέχεια, ο π. Γεώργιος παρέπεμψε τον π. Βασίλειο για περαιτέρω πληροφορίες στα κείμενα του καθηγητή του Τμήματος Ποιμαντικής στο ΑΠΘ κ. Ηρακλή Ρεράκη. Κατά την μαρτυρία του π. Βασιλείου, ακολούθησε τηλεφωνική επικοινωνία με τον ίδιο τον καθηγητή για πληρέστερη ενημέρωση. Υπενθυμίζουμε στην πατρική Σας αγάπη ότι ο π. Γεώργιος Καψάνης έχει ήδη παρέμβει στον δημόσιο διάλογο, με μια απορριπτική του Προγράμματος τοποθέτηση, την οποία όμως και αυτός είχε θεμελιώσει πάνω στις διαβολές, την εμπάθεια και την επιστημονικά σαθρή κριτική του προαναφερθέντος καθηγητή.
Στη συνέχεια, εκθέσαμε με νηφαλιότητα το μείζον διακύβευμα για το Μάθημα των Θρησκευτικών και την επιτακτική ανάγκη ανανέωσής του, προκειμένου να αγκαλιάσει όλο το φάσμα του μαθητικού δυναμικού και να αναβαθμισθεί ο ρόλος του στο σύγχρονο εκπαιδευτικό και ευρύτερα κοινωνικό περιβάλλον. Μάλιστα, συμφώνησε με την οπτική μας και δήλωσε ότι νιώθει πιο κοντά μας απ’ όσο στους θιασώτες μιας στενά ομολογιακής ή και κατηχητικής εκδοχής των Θρησκευτικών.
Ωστόσο, η απροθυμία του να αναθεωρήσει τη στάση του με μια νέα επιστολή στην Ιερά Σύνοδο ή, έστω, με μια προφορική παρέμβασή του σε δημόσιο βήμα, οδήγησε αβίαστα στα ακόλουθα ερωτήματα, που με την ίδια ειλικρίνεια του απευθύναμε:
Πώς είναι δυνατόν ένας αγιορείτης γέροντας να κατηγορεί επί «προδοσία της Πίστεως» ανθρώπους, των οποίων το έργο δεν γνωρίζει παρά μόνον μέσω                  -αποδεδειγμένα ατεκμηρίωτων- επικρίσεων;
Πώς είναι δυνατόν ένας πνευματικός πατέρας να καταφεύγει σε μια τέτοια βαρυσήμαντη καταγγελία προς την Ιερά Σύνοδο, προτού καν γνωρίσει τους υποτιθέμενους «προδότες» και συνομιλήσει με αυτούς για τις θέσεις τους;
Πώς είναι δυνατόν ένας έμπειρος πνευματικός να εμπλέκεται -με έναν τόσο πνευματικά ανεύθυνο και ποιμαντικά επικίνδυνο τρόπο- σε έναν δημόσιο διάλογο, συμπαρατασσόμενος με την πλευρά αυτών που υβρίζουν και συκοφαντούν, σπιλώνοντας συνειδήσεις και σκανδαλίζοντας αμέτρητες άλλες;
Εντέλει, πώς είναι δυνατόν ένα ένσαρκο παράδειγμα ισόβιας μετάνοιας, ενώ εμμέσως ομολογεί ότι βιάστηκε να αστοχήσει εξαιτίας ελλιπούς και μονομερούς ενημέρωσης, παρόλα αυτά αρνείται να επανορθώσει;
Ο συνομιλητής μας δεν απάντησε στα παραπάνω ερωτήματα, επιδιδόμενος σε σχοινοτενείς, αντιφατικές και, οιονεί, ρητορικές υπεκφυγές για την αξία της «ελληνορθόδοξης παράδοσης από τον Ηράκλειτο μέχρι την έκρηξη της ορθόδοξης θεολογίας». Η συνάντηση έληξε με την υπόσχεση από μέρους του να βρει και να μελετήσει -έστω και εκ των υστέρων- το κατακριθέν Πρόγραμμα.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί, ότι στις συσκέψεις που πραγματοποιήθηκαν με τον π. Βασίλειο στο Ηράκλειο, μάλιστα η τελευταία παρουσία του Αρχιεπισκόπου Κρήτης κ. Ειρηναίου, οι συνάδελφοι θεολόγοι, κληρικοί και λαϊκοί -μεταξύ των οποίων και ο υπογράφων Γεώργιος Στριλιγκάς, Σύμβουλος Θεολόγων και μέλος της συντακτικής ομάδας του Νέου Προγράμματος Σπουδών του Μαθήματος- του έθεσαν περίπου τα ίδια ερωτήματα και έλαβαν τις ίδιες απαντήσεις: Πως, δηλαδή, όταν συνέταξε την επίμαχη επιστολή, δεν  είχε διαβάσει το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών και πως σε γενικές γραμμές συμφωνεί με τις θέσεις τους· πλην όμως, και εκεί, αρνήθηκε να επανορθώσει με μια νέα επιστολή.
Επισημαίνεται ότι στις συναντήσεις της Κρήτης, οι παριστάμενοι θεολόγοι -μεταξύ των οποίων και θεολόγοι που έχουν διδάξει το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα πιλοτικά Σχολεία- ομοθυμαδόν επισήμαναν στον π. Βασίλειο πως οι κατηγορίες των επικριτών ότι τάχα «το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών είναι θρησκειολογικό ή πανθρησκειακό ή ότι εστιάζει στη διδασκαλία θρησκευτικών πληροφοριών ερήμην των παιδαγωγικών χαρακτηριστικών των παιδιών», είναι παντελώς ανυπόστατες.
Εκφράζοντας τα αισθήματα και των άλλων συναδέλφων που παρευρέθησαν σε αυτές τις συζητήσεις, Σας εξομολογούμαστε ότι -για όλους εμάς που αναγνωρίζαμε στο  πρόσωπο του αρχιμανδρίτη Βασιλείου έναν εμπνευσμένο θεολόγο και εκφραστή του μοναστικού ήθους- η οδυνηρή επίγευση της πρόσφατης συνάντησης μαζί του μονάχα με όρους πνευματικής παιδοκτονίας μπορεί να περιγραφεί.

Μακαριώτατε, Σεβασμιώτατοι,
Θεωρήσαμε σκόπιμο να Σας μεταφέρουμε το περιεχόμενο της συνομιλίας μας με τον π. Βασίλειο, γιατί φρονούμε ότι φωτίζει το πλαίσιο σύνταξης της επίμαχης επιστολής του, με την οποία τόσο άδικα επιχείρησε να απομειώσει/κλονίσει την επιστημονική επάρκεια, την παιδαγωγική ευαισθησία και, κυρίως, το εκκλησιαστικό φρόνημα των συντακτών του αλλά και όσων θεολόγων εκπαιδευτικών εργάζονται καθημερινά για την πιλοτική εφαρμογή του. Ατυχώς με την επιστολή του πατρός Βασιλείου καταγράφηκε, πέρα από την τόσο αβασάνιστη κατάκριση, και μια ανερμήνευτη παραδοξότητα: Να καταγγέλεται στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος ένα Πρόγραμμα Σπουδών για το μάθημα των Θρησκευτικών το οποίο έχει ως καθοδηγητική και οργανωτική αρχή την εκκλησιαστική προτροπή για καταλλαγή και αλληλοπεριχώρηση. Ένα Πρόγραμμα Σπουδών το οποίο -με τα ίδια τα λόγια της επιστολής του πατρός Βασιλείου (!)- «Δεν βλέπει εχθρούς αλλά μόνο φίλους. Δεν αμύνεται για να σωθή. Αλλά θυσιάζεται για να σώση όλους. Θεωρεί φίλους και αυτούς που το σταυρώνουν. Δεν καταργεί εχθρούς γιατί δεν έχει. Καταργεί την έχθρα. (...) Γιατί η αλήθεια της αγάπης δεν χωρίζει, αλλά ενώνει».

Με υιικό σεβασμό και την ελπίδα
να «μετατραπεί ο πειρασμός σε ευλογία»

Παναγιώτης Αρ. Υφαντής, Επ. Καθηγητής Τμήματος Θεολογίας Α.Π.Θ.
Γεώργιος E. Στριλιγκάς, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων
Αθανάσιος Ι. Νευροκοπλής, Θεολόγος καθηγητής



[1] Αρχικά σε ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης και ιστολόγια του διαδικτύου και ακολούθως σε έντυπα μέσα ενημέρωσης, γεγονός που μας αναγκάζει να ακολουθήσουμε την ίδια οδό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...