Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Απριλίου 2015

Οι πρόσφυγες ΔΕΝ είναι «κατσαρίδες», λέει ο επίσκοπος του Μάντσεστερ

Οι πρόσφυγες ΔΕΝ είναι «κατσαρίδες», λέει ο επίσκοπος του Μάντσεστερ


Ένα κείμενο με αυτονόητο προοδευτικό χρώμα αλλά θαρραλέο υπέρ των προσφύγων και της υποχρώσης της Βρετανίας να τους δεχτεί στο έδαφός της δημοσιεύτηκε στην on line έκδοση του Observer. Το ενδιαφέρον είναι ότι δεν το υπογράφει κάποιος από τους «συνήθεις υπόπτους», αλλά ο επίσκοπος του Μάντσεστερ, Ντέιβιντ Γουόκερ που καταλογίζει ευθύνες στη Βρεανία για τις πολεμικές επεμβάσεις αλλά και στην Ευρώπη για την υποκριτική της στάση.
Μεταφράζουμε ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
«Φευγαλέα, την περασμένη εβδομάδα, η μετανάστευση απέκτησε πρόσωπο, ανθρώπινο πρόσωπο. Συνήθως τα περισσότερα ΜΜΕ της Βρετανίας δεν τη βλέπουν έτσι, αλλά η τραγωδία των απελπισμένων οικογενειών που πνίγονται στην προσπάθειά τους να διασχίσουν τη Μεσόγειο και να φτάσουν στην Ευρώπη μάς ανάγκασε να εγκαταλείψουμε τη βολική συζήτηση για ένα άμορφο «αυτοί».
Οι μετανάστες, όπως είδαμε, είναι πραγματικά αθρώπινα πλάσματα και όχι «κατσαρίδες»,* όπως τους είχε περιγράψει μόλις πριν λίγες μέρες νωρίτερα ένας αρθρογράφος. Η φιλανθρωπική οργάνωση «Σώστε τα Παιδιά» (Save the Children) υπολογίζει ότι 2.500 παιδιά μπορεί να χάσουν τη ζωή τους μες στο 2015 καθώς ακολουθούν τη μεσογειακή προσφυγική διαδρομή. 
Οι πρόσφυγες που ζητούν άσυλο και ξεβράζονται (μερικές φορές κυριολεκτικά) στις ευρωπαϊκές ακτές δεν θέλουν να έρθουν στη Βρτανία επειδή έχουν ακούσει ότι η χώρα μας έχει ένα γενναιόδωρο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας. Παίρνουν τρομερό ρίσκο.
Εμπιστεύονται τον εαυτό τους και τα λιγοστά χρήμαα που καταφέρνουν να συγκεντρώσουν στους δουλεμπόρους και ταξιδεύουν με βαριά φορτωμένα σκάφη επειδή η ζωή στην πατρίδα τους έχει γίνει απελπιστική. Απωθούνται προς την Ευρώπη, δεν έλκονται, ξεριζώνονται από τα σπίτια τους εξαιτίας του πολέμου, της τρομοκρατίας, των διώξεων που ασκούν μειοψηφίες.
Η πολιτική ρητορική που τους χαρακτηρίζει σαν εγκληματίες και όχι σαν ανυπεράσπιστα θύματα δεν είναι μόνο ανέντιμη αλλά είναι και αναληθής. Είναι θετικό το γεγονός ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτς κάθισαν όλοι μαζί για να συζητήσουν αυτή την κατάσταση, όμως η απόφασή τους δείχνει ότι αυτό που κυρίως τους ενδιαφέρει είναι να καταστήσουν λιγότερο ορατά τα συμπτώματα και όχι να αντιμετωπίσουν τη νόσο».
Στη συνέχεια ο επίσκοπος αναφέρεται στις ειδικές ευθύνες που φέρει η Βρετανία:
«Στο ηθικό κόστος των συνεχιζόμενων επεμβάσεών μας στο εξωτερικό πρέπει να συμπεριληφθεί η αποδοχή ενός μέρους των θυμάτων των πολέμων στους οποίους έχουμε συνεισφέρει ως νόμιμων πολιτικών προσφύγων στη δική μας χώρα.
Η ειρωνεία είναι ότι οι οικογένειες που έχουν εγκατασταθεί στη Βρετανία ως πολιτικοί πρόσφυγες που ζητούσαν άσυλο αλλά και μέσω της ελεύθερης κίνησης των Ευρωπαίων πολιτών έχουν συμβάλει στον εθνικό μας πλούτο, έχουν δημιουργήσει περισσότερες ευκαιρίες απασχόλησης για όλους και δεν απορροφούν απλώς τους δημόσιους πόρους που διατίθενται για κατοικία, υγεία και πρόνοια.
Φευγαλέα, την περασμένη εβδομάδα, τα πρόσωπα των μεταναστών εκτόπισαν από το προσκήνιο τα πρόσωπα των πολιτικών που είναι υποψήφιοι στις επικείμενες εκλογές. Και αυτές οι εκλογές μετράνε.
Θέλω η χώρα μου να κυβερνηθεί από εκείνους που είναι προετοιμασμένοι να κοιτάξουν κατάματα τους απελπισμένους, είτε αυτοί είναι οι αιτούντες άσυλο είτε εκείνοι που τρέφονται από τα συσσίτια, και να τους αντικρίσουν με συμπόνια».
*Αναφορά στην Κέιτι Χόπκινς, δημοσιογράφο της εφημερίδας Sun, που χαρακτήρισε τους μετανάστες «κατσαρίδες» λίγες ώρες πριν το ναυάγιο που στοίχισε τη ζωή σε 700 ή και περισσότερους ανθρώπους.
Ακριβώς έτσι χαρακτηρίζονταν οι Εβραίοι στα χρόνια του Χίτλερ…

http://mao.gr/bishop-mancheser-migrants/

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2014

Ἡσαΐας:Ἀλοίμονο σὲ κείνους ποὺ ποδοπατᾶνε τὸ δίκιο τοῦ φτωχοῦ.


ΠΡΟΦΗΤΕΙΑΣ ΗΣΑΪΟΥ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ







Ἡσαΐας 5, 18-23
Ἀλοίμονο σὲ κείνους ποὺ ἀραδιάζουνε τὶς ἁμαρτίες τους σὰν νά ᾽ναι σκοινὶ μακρύ, καὶ τὶς ἀνομίες τους σὰν νά ᾽ναι τὸ λουρὶ ποὺ ζεύγουνε τὸ βόδι στ᾽ ἀλέτρι. Κεῖνοι ποὺ λένε, ἄς μᾶς ἔρθει γλήγορα ὅ,τι θέλει νὰ μᾶς κάνει ὁ Θεός, κι ἄς μᾶς προστάξει τὸ τὶ βούλεται νὰ μᾶς παιδέψει, γιὰ νὰ τὸ δοῦμε. Ἀλοίμονο σὲ κείνους ποὺ λένε τὸ πονηρὸ καλό καὶ τὸ καλὸ πονηρό, κεῖνοι ποὺ ἔχουνε τὸ σκοτάδι γιὰ φῶς καὶ τὸ φῶς γιὰ σκοτάδι, κεῖνοι ποὺ μολογᾶνε τὸ πικρὸ γιὰ γλυκὸ καὶ τὸ γλυκὸ γιὰ πικρό. Ἀλοίμονο σὲ κείνους ποὺ θαρροῦνε μέσα στὸ νοῦ τους πὼς εἶναι σοφοὶ καὶ μπροστὰ στὸν ἑαυτό τους πολύξεροι. Ἀλοίμονο σὲ κείνους πού ᾽ναι ἄρχοντες καὶ δυνατοί, κεῖνοι ποὺ πίνουνε κρασὶ καὶ ποὺ κερνᾶνε τὰ πιοτὰ ποὺ μεθᾶνε. Κεῖνοι ποὺ δίνουνε δίκιο στὸν κακὸ τὸν ἄνθρωπο γιατὶ παίρνουνε τὰ μπαξίσια, καὶ ποὺ ποδοπατᾶνε τὸ δίκιο τοῦ φτωχοῦ.

(Μετάφραση Φώτη Κόντογλου)


http://pchristoszacharakis.blogspot.gr/

Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

Αθανάσιος Ν. Παπαθανασίου:"Αντίσταση, λαϊκή εξέγερση, επανάσταση".



Παρακολουθήστε την εισήγηση του Αθανάσιου Ν. Παπαθανασίου, (Δρ. Θ., Αρχισυντάκτης του περιοδικού «Σύναξη», Διδάσκων στο ΕΑΠ) με θέμα Αντίσταση, λαϊκή εξέγερση, επανάσταση: ερωτήματα για την κανονική παράδοση, που εκφωνήθηκε το Σάββατο 10 Μαΐου 2014 στα πλαίσια του Διεθνούς Συνεδρίου της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου, με τίτλο: "Κανόνες της Εκκλησίας και σύγχρονες προκλήσεις", στο Συνεδριακό Κέντρο Θεσσαλίας.

Κυριακή 6 Απριλίου 2014

ΠΑΓΚΡΗΤΙΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ:Για την οικονομική κρίση, τις διεθνείς συγκρούσεις και τη Μεγάλη Σύνοδο της Ορθόδοξης Εκκλησίας





ΠΑΓΚΡΗΤΙΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ
ΘΕΤΙΔΟΣ 13, 71304 ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Τηλ.: 2810 250543, κιν. 6944712278

Ηράκλειο, 4 Απριλίου 2014
Αριθμ. Πρωτ. 16


ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΥΠΟΥ

Θέμα: Ο Παγκρήτιος Σύνδεσμος Θεολόγων για την οικονομική κρίση, τις διεθνείς συγκρούσεις και την αναμενόμενη Μεγάλη Σύνοδο της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Οι Θεολόγοι της Κρήτης βιώνουμε με οδύνη και ανησυχία τις εξελίξεις των τελευταίων ετών στην πατρίδα μας και σε όλο τον κόσμο: την οικονομική και κοινωνική κρίση, που καταστρέφει τη ζωή αμέτρητων οικογενειών και οδηγεί ολόκληρη την κοινωνία σε αποσύνθεση, την έξαρση του εθνικισμού και του νεοναζισμού, σε ελληνικό και παγκόσμιο επίπεδο – συνέπεια του οποίου αποτελούν και τα πρόσφατα δραματικά γεγονότα στην Ουκρανία – την άνοδο του ισλαμικού φανατισμού, που οδηγεί όχι μόνο σε εμφύλιους πολέμους, όπως στη Συρία, αλλά και σε τρομερούς αιματηρούς διωγμούς των χριστιανικών πληθυσμών σε πολλές μουσουλμανικές χώρες της Ασίας και της Αφρικής…
Βλέπουμε επίσης τη χειραγώγηση των λαών μέσω της σύγχρονης τεχνολογίας, την ηθική διαφθορά, την πνευματική και θρησκευτική σύγχυση, την απόγνωση και την οδύνη που μετατρέπει την καθημερινότητα του σύγχρονου ανθρώπου σε κόλαση και τον ίδιο τον άνθρωπο σε υποχείριο πανίσχυρων οικονομικών κολοσσών, που τον μετατρέπουν σε ανδρείκελο.
Οι εξελίξεις αυτές αφορούν στη ζωή όλων μας και κανείς λογικός άνθρωπος δε μπορεί να παραμένει αδιάφορος ενώπιών τους.
Ως Ορθόδοξοι χριστιανοί στεκόμαστε στο μέσο των καταστάσεων. Η Ορθοδοξία αποτελούσε και αποτελεί τον κυματοθραύστη, αλλά συχνά και το στόχο, όλων των ακραίων τάσεων. Εκεί όπου ο σύγχρονος άνθρωπος, στερημένος από τις πνευματικές και πολιτισμικές ρίζες του και μη ξέροντας πού να στραφεί, στέκεται απελπισμένος, ο ορθόδοξος χριστιανός έχει σαφή προσανατολισμό προς την έξοδο από κάθε κρίση και κάθε οδύνη.
Ένας άνθρωπος με ορθόδοξη πνευματική ζωή δε φοβάται καμιά οικονομική, κοινωνική, πολιτική ή ηθική κρίση, γιατί η ποιότητα ζωής του και η χαρά της ψυχής του δεν εξαρτάται από επιφανειακές ανέσεις, που αποκτώνται με χρήματα (τα οποία εξ ορισμού διαχειρίζονται οι ολίγοι), αλλά εξαρτάται από το Χριστό και την αγάπη, αγαθά που δε μπορεί να του αφαιρέσει κανείς.
Έτσι, με την ανακοίνωση αυτή, θέλουμε να μοιραστούμε με τους συνανθρώπους μας μια πρόσκληση για ανακάλυψη της ανεκτίμητης πνευματικής μας κληρονομιάς, που αποτελεί την πηγή της χαράς, τη θεραπεία της ψυχής, την οδό, την αλήθεια και τη ζωή.
Στους ισχυρούς εκμεταλλευτές των λαών, στον τόπο μας και σε όλο τον κόσμο, έχουμε να πούμε τα λόγια του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, που βρίσκονται μέσα στην Καινή Διαθήκη: «Πλούσιοι, κλάψτε και θρηνείστε για τα βάσανά σας που έρχονται. Ο πλούτος σας σάπισε και τα ρούχα σας τα έφαγε ο σκόρος, ο χρυσός και το ασήμι σας αρρώστησαν… Ο μισθός των εργατών σας, που τους τον στερήσατε, φωνάζει… Θρέψατε τις καρδιές σας σαν για τη μέρα της σφαγής σας. Καταδικάσατε και δολοφονήσατε τον δίκαιο, που δε σας αντιστέκεται» (Επιστολή Ιακώβου, κεφ. 5, 1-6).
Στους αδελφούς μας, τους ανθρώπους του τόπου μας και όλων των λαών, που υφίστανται την αδικία, έχουμε να πούμε τα αξεπέραστα λόγια του αγίου ιερομάρτυρα, εθναποστόλου και ισαποστόλου Κοσμά του Αιτωλού (που θυσίασε τη ζωή του για να βοηθήσει πνευματικά και κοινωνικά το λαό μας την εποχή της Τουρκοκρατίας): «Αδελφοί μας, δυο πράγματα σάς χρειάζονται αληθινά στη ζωή σας, τίποτε άλλο: ψυχή και Χριστός. Αυτά τα δυο, κανείς δε μπορεί να σας τα πάρει, εκτός αν τα δώσετε με τη θέλησή σας».
Ο αγώνας του χριστιανού αποσκοπεί στη σωτηρία όλων, και των πλούσιων και των φτωχών, και των δίκαιων και των αμαρτωλών, και αυτή είναι η μεγάλη διαφορά που κάνει τους χριστιανούς να ζούμε στη Γη, αλλά να πορευόμαστε προς τον ουρανό. Ο δικός μας ο πόλεμος, όπως έλεγε ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «δεν κατασκευάζει νεκρούς από τους ζωντανούς, αλλά ζωντανούς από τους νεκρούς, γεμάτος ημεράδα και μεγάλη επιείκεια… Δεν αποστρέφομαι τον άνθρωπο, αλλά μισώ την πλάνη και θέλω να προσελκύσω… Θέλω να διορθώσω τη γνώμη, που διέφθειρε ο διάβολος. Όπως ο γιατρός, θεραπεύοντας τον ασθενή, δεν πολεμάει το σώμα, αλλά αναιρεί την κάκωση του σώματος. Έτσι κι εγώ, … δεν πολεμάω τους ίδιους τους ανθρώπους, αλλά επιθυμώ να διώξω την πλάνη και να καθαρίσω τη μόλυνση. Δική μου συνήθεια είναι να διώκομαι και να μη διώκω, να εκτοπίζομαι και να μην εκτοπίζω. Όπως φέρθηκε και ο Χριστός, που δε σταύρωσε, αλλά σταυρώθηκε, δε ράπισε, αλλά ραπίστηκε» (P.G. 50, 841-842).
Μέσα από τις παραπάνω ανησυχίες και σκέψεις, οι Θεολόγοι της Κρήτης χαιρετίζουμε την ιστορική απόφαση της Σύναξης των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών, η οποία συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη από 6-9 Μαρτίου 2014, για τη σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Κωνσταντινούπολη κατά το έτος 2016. Δοξάζουμε το Θεό, εκφράζουμε τη χαρά μας για το γεγονός και ταυτόχρονα τη μεγάλη μας ελπίδα.

Καλή ανάσταση, αδελφοί μας, απ’ όλες τις απόψεις και σε όλους τους τομείς, και «καλή λευτεριά», μια που ο Θεός δε μας κάλεσε για να είμαστε δούλοι, αλλά παιδιά Του. «Μείνετε στην ελευθερία, που μας ελευθέρωσε ο Χριστός, και μην ξαναπέσετε στο ζυγό της δουλείας» (Παύλος, προς Γαλάτας, 5, 1).

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014

Το να βρίσκομαι στη φυλακή είναι η μεγαλύτερη τιμή που μπορείτε να μου κάνετε


xs.gr/node/149187
Μία 84χρονη αμερικανίδα μοναχή καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 34 μηνών, καθώς το 2012 κατάφερε να εισέλθει σε πυρηνικό εργοστάσιο του Τενεσί, ένα από τα πιο αυστηρά φυλασσόμενα στις ΗΠΑ, μαζί με άλλους δύο ακτιβιστές γράφοντας συνθήματα υπέρ της ειρήνης. 


Η αδελφή Μέγκαν Ράις κατάφερε να ξεπεράσει τα εμπόδια ασφαλείας στο Υ-12 National Security Complex στο Τενεσί, συνοδευόμενη από δυο ακόμα ακτιβιστές, μέλη της ειρηνιστικής οργάνωσης Transform Now Plowshares, τον Ιούλιο του 2012.
Οι τρεις ακτιβιστές παρέμειναν για περίπου δυο ώρες εντός του πυρηνικού σταθμού. Ανάρτησαν πανό, έγραψαν με σπρέι συνθήματα όπως «Ας εργαστούμε για την ειρήνη και όχι για τον πόλεμο» και ψέκασαν με ανθρώπινο αίμα κτίριο αποθήκευσης και διαχείρισης ουρανίου υψηλού εμπλουτισμού, το οποίο χρησιμοποιείται για την κατασκευή πυρηνικών βομβών.  Στη συνέχεια συνελήφθησαν από τους φρουρούς ασφαλείας.
Το επεισόδιο αυτό οδήγησε σε αναθεώρηση των κανονισμών ασφαλείας του πυρηνικού εργοστασίου.
«Σας παρακαλώ να μη δείξετε κανένα έλεος για μένα. Το να βρίσκομαι στη φυλακή για το υπόλοιπο της ζωής μου είναι η μεγαλύτερη τιμή που μπορείτε να μου κάνετε»δήλωσε η αδελφή Ράις στο δικαστήριο. Επίσης τόνισε ότι για το μόνο που μετανιώνει είναι ότι άργησε να αναλάβει δράση κατά των πυρηνικών.
Οι δυο άλλοι ακτιβιστές, ο Μάικλ Γουόλι, 64 ετών, και ο Γκρεγκ Μπέρτγε-Ομπέντ, 58 ετών, καταδικάστηκαν σε κάθειρξη πέντε ετών και δυο μηνών.
Ο δικαστής υποστήριξε ότι δυσκολεύτηκε να αποφασίσει για την ποινή της αδελφής Ράις και εξέφρασε την ελπίδα ότι η ποινή που τής επιβλήθηκε θα αποτρέψει την επανάληψη τέτοιων ενεργειών.

http://tvxs.gr/news/periballon/sti-fylaki-84xroni-monaxi-aktibistria-gia-eisboli-se-pyriniko-ergostasio

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

Μὴν ἐκμεταλλεύεσαι ποτὲ τὸ μισθωτό...





«Μὴν ἐκμεταλλεύεσαι ποτὲ τὸ μισθωτό, τὸ δυστυχισμένο καὶ τὸ φτωχὸ συμπατριώτη σου ἢ τὸν ξένο ποὺ ζεῖ σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς πόλεις τῆς χώρας σου. Νὰ τοῦ δίνεις κάθε μέρα τὸ ἡμερομίσθιό του, πρὶν ἀπ’ τὴ δύση τοῦ ἥλιου, γιατί εἶναι φτωχὸς καὶ τὸ ἔχει ἀνάγκη. Ἀλλιῶς αὐτὸς θὰ φωνάξει μὲ ἀγανάκτηση ἐναντίον σου στὸν Κύριο, κι αὐτὸ θὰ σοῦ καταλογιστεῖ γιὰ ἁμαρτία». (Δευτερονόμιο 24: 14-15).

Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

Πέτρου Βασιλειάδη:Νεωτερικότητα, «ατομική» ιδιοκτησία και ο νέος αξιακός πολιτισμός που προβάλλει ο οικουμενικός χριστιανισμός





Τα φετινά Χριστούγεννα, όπως άλλωστε και εκείνα των τελευταίων ετών, συνδέονται αναγκαστικά με την οικονομική, οικολογική, και κυρίως πολιτιστική και πνευματική κρίση, που μαστίζει την ανθρωπότητα τον τελευταίο καιρό. Πολλοί επιστήμονες επιχείρησαν τα τελευταία χρόνια να αναλύσουν την ιστορία και τον συστημικό ρόλο της «ατομικής» ιδιοκτησίας. Άλλοι πάλι επιχείρησαν να αντιπαραβάλλουν τις θεολογικές της ρίζες με την βιβλική σκέψη, και έτσι άγγιξαν αυτό που αποτελεί ταμπού και άβατο της σύγχρονης διανόησης, ακόμη και της αριστερής: την κριτική της νεωτερικότητας.
Η νεωτερικότητα, πέραν των αναμφισβήτητων θετικών για την ανθρωπότητα συνεπειών, εν πολλοίς βασίζεται στην ιδέα της «ατομικής» ιδιοκτησίας, που άλλωστε περιλαμβάνεται και στην χάρτα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και στο θεσμό του δανεισμού-τοκισμού. Με τον τρόπο αυτό σταδιακά θεσμοθετήθηκε ως μέγιστη αρετή η ατομοκρατία και ο εγωκεντρισμός, ενώ η στηλιτευόμενη παραδοσιακά από όλες τις θρησκείες πλεονεξία και απληστία μεταβλήθηκε σε βασική αξία και παράμετρο της προόδου. Ο σύγχρονος οικουμενικός χριστιανισμός, όπως διαπιστώνει κανείς από τις δηλώσεις και πρωτοβουλίες των προκαθημένων του ανατολικού και δυτικού χριστιανισμού (Πατριάρχη Βαρθολομαίου και Πάπα Φραγκίσκου) αγωνίζεται για τη θεμελίωση ενός νέου «αξιακού», σχεσιακού πολιτισμού, σε αντικατάσταση του παλαιού, ο οποίος βασισμένος στη «ατομική» ιδιοκτησία σταδιακά μετέτρεψε το ανθρώπινο υποκείμενο σε μετρήσιμο «ατομικό» μέγεθος (calculatingindividual) δύναμης. Και όλα αυτά από την εποχή της εμφάνισης και ανάπτυξης της κατανομής εργασίας, του χρήματος, της ατομικής ιδιοκτησίας, της αυτοκρατορίας και της κυριαρχίας των ανδρών, που συνεχίστηκε μέχρι και τον σύγχρονο πολιτισμό μας. Οι υγιείς θρησκευτικές δυνάμεις αγωνίζονται για την αποδόμηση της φιλοσοφίας του παλαιού αυτού «αξονικού» πολιτισμού, το τελευταίο στάδιο του οποίου στην καπιταλιστική του εκδοχή έχει μεταστρέψει την πλεονεξία από αμαρτία σε δομική για το ισχύον σύστημα αρετή! 
Οι χριστιανοί βέβαια σήμερα, μετά μια μακρά περίοδο αμφισβήτησης και ανοιχτής αντιπαλότητας πέρασαν σε ένα επίπεδο δημιουργικής συνάντησης με τη νεωτερικότητα. Παρατηρώντας όμως την αμφισημία της επιμένουν ότι θα πρέπει να υπάρχει ένα κριτήριο για το τι πρέπει να περισωθεί από την μεγάλη κατάκτηση της νεωτερικότητας και τι να υπερβαθεί. Άλλωστε, έγινε πλέον συνείδηση σε όλους, ότι με τον νεοφιλελευθερισμό η νεωτερικότητα από μαμή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μετέβαλε την ισορροπία ισχύος και έγινε ο δολοφόνος τους. Βασισμένο στις φιλοσοφικές αρχές των JohnLock, DavidHume, αλλά και ο AdamSmith, το σύγχρονο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα υποχωρείόλο και περισσότερο προς την κατεύθυνση του ολοκληρωτισμού. Μόνο στη βάση της βιβλικής θεολογίας της απελευθέρωσης μπορεί κανείς να δεχτεί και να χρησιμοποιήσει τα θετικά στοιχεία του «νεωτερικού παραδείγματος» της παλαιάς αξονικής εποχής.
Το κυριότερο όμως είναι ότι έγινε αντιληπτό πως η παγκόσμια κρίση που μαστίζει την ανθρωπότητα, και όσο περνάει ο καιρός επιδεινώνεται, με αποτέλεσμα να απειλείται πλέον και αυτή η ζωή του πλανήτη μας, δεν είναι το αποτέλεσμα μόνον του καταστροφικού πολιτικού και οικονομικού συστήματος, αλλά ενός γενικότερου καταστροφικού πολιτισμού σε όλες τις διαστάσεις του. Οι χριστιανοί όλου του κόσμου δεν προβάλλουν απλά μια εναλλακτική λύση στον «μονόδρομο» της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, δεν αρκούνται στο «anotherworldispossible», αλλά εκπέμπουν και ένα μήνυμα αισιοδοξίας: η νέα αξονική εποχή ήδη έχει ανατείλει και συνειδητοποιείται οριζόντια σε όλες σχεδόν τις θρησκείες.
Το έναυσμα για τη νέα αυτή δυναμική θεολογία άρχισε από τη βιβλική επιστήμη, η οποία ανέδειξε πειστικά, ότι από την περίοδο της επικράτησης της βασιλείας τον 8ο π.Χ. αι. στον Ισραήλη χαρισματική υπόσταση του λαού του Θεού ως κοινωνίας, αλλά και ο ομοσπονδιακός τρόπος συγκρότησής του, έδωσαν τη θέση τους σε εξουσιαστικούς κανόνες με νέους οικονομικούς όρους. Ο Νόμος του Θεού αντικαταστάθηκε από τον νόμο της βασιλείας, με αποτέλεσμα ο λαός του Θεού να διολισθήσει σε τρεις επικίνδυνες καταστάσεις: (α) η απληστία των κρατούντων οδήγησε σε οικονομική εκμετάλλευση των αδυνάτων, (β) η επιβληθείσα κοινωνική ιεραρχική τάξη οδήγησε και στην πολιτική καταπίεση των αδυνάτων προς χάριν του αναδυόμενου κράτους, και (γ) η καθιέρωση επίσημης λατρείας υιοθετήθηκε για να υπηρετεί την βασιλεία και τους πολιτικούς της συμμάχους. Είναι διαφωτιστική η συνομιλία του Σαμουήλ με τον Θεό και οι επισημάνσεις για τις ηθικές και πνευματικές συνέπειες της ριζικής αυτής αλλαγής στον τρόπο συγκρότησης της κοινωνίας στο 8ο κεφ. του Α’ βιβλίου των Βασιλειών.
Όλα αυτά, υποστηρίζεται από την βιβλική – αλλά όχι μόνον – επιστήμη, ήταν αποτέλεσμα της επικράτησης και θεσμικά της «ατομικής» ιδιοκτησίας, η οποία όπως είναι γνωστό προκάλεσε και την έντονη διαμαρτυρία, αλλά και δράση, των Προφητών, αφού το κέντρο βάρους μετατοπίστηκε από την δικαιοσύνη του Θεού και την τήρηση του Νόμου του στην ατομική ευημερία. Όλοι ανεξαιρέτως οι Προφήτες άρχισαν να κάνουν λόγο για τον Νόμο και την δικαιοσύνη, αξίες οι οποίες είχαν χαθεί εξαιτίας του νέου ιδιοκτησιακού καθεστώτος, που αλλοίωσε την παραδοσιακή έννοια της κοινωνίας.  Για τους Προφήτες της Π.Δ. η κατάργηση της δικαιοσύνης και η ακύρωση των δικαιωμάτων των φτωχών σήμαινε πάνω από όλα απόρριψη του ίδιου του Θεού του Ισραήλ. Για τον προφήτη Ιερεμία π.χ. το να γνωρίζει κανείς τον Θεό ήταν ταυτόσημο με το να είναι δίκαιος έναντι των φτωχών («οὐκ ἔγνωσαν, οὐκ ἔκριναν κρίσιν ταπεινῷ οὐδὲ κρίσιν πένητος, οὐ τοῦτό ἐστιν τὸ μὴ γνῶναί σε ἐμέ; λέγει κύριος», Ιερ 22:16). Ο προφήτης Ησαΐας μάλιστα ασκεί καυστική κριτική τόσο για το ζήτημα της απαλλοτρίωσης των χωραφιών, όσο και για την απληστία και την πλεονεξία που εκδηλώνονταν με τη συσσώρευση γης, που ήταν αποτέλεσμα της καθιέρωσης της ατομικής ιδιοκτησίας: «Οὐαὶ οἱ συνάπτοντες οἰκίαν πρὸς οἰκίαν καὶ ἀγρὸν πρὸς ἀγρὸν ἐγγίζοντες, ἵνα τοῦ πλησίον ἀφέλωνταί τι, μὴ οἰκήσετε μόνοι ἐπὶ τῆς γῆς; (Ησ. 5:8). Ο ίδιος προφήτης δεν διστάζει να χαρακτηρίσει τους άπληστους γαιοκτήμονες «κλέφτες» («οἱ ἄρχοντές σου ἀπειθοῦσιν, κοινωνοὶ κλεπτῶν», Ησ. 1:23) και να χαρακτηρίσει τη δήμευση των εκτάσεων των χρεωμένων αγροτών «αρπαγή εις βάρος των φτωχών» («ἁρπαγὴ τοῦ πτωχοῦ ἐν τοῖς οἴκοις ὑμῶν; τί ὑμεῖς ἀδικεῖτε τὸν λαόν μου καὶ τὸ πρόσωπον τῶν πτωχῶν καταισχύνετε;» Ησ 3:14-15).
Αυτήν την έννοια της συλλογικής/κοινωνικής πνευματικότητας, με βάση την κριτική της «ατομικής» ιδιοκτησίας στην διδασκαλία των Προφητών, αλλά και την θεολογική θεώρηση των θρησκευτικο-οικονομικών θεσμών του Σαββάτου, του Σαββατιαίου και του Ιωβηλαίου έτους, συναντούμε και στα κείμενα της Κ.Δ. Στα αρχαιότερα στρώματα της ευαγγελικής παράδοσης το κήρυγμα του Ιησού επικεντρώνεται στην Βασιλεία του Θεού, μέτοχοι και κληρονόμοι της οποίας κατά κύριο λόγο είναι οι «πτωχοί», ενώ όσοι απέκτησαν πλούτη με κάθε είδους μηχανισμούς που σχετίζονται με την δημόσια οικονομία (ατομική ιδιοκτησία, είσπραξη φόρων, χρήση ισχύος κλπ) κατακρίνονται με δριμύτητα.
Με βάση αυτή την προφητική και αρχέγονη χριστιανική πνευματικότητα οι Πατέρες της Εκκλησίας, κυρίως του χρυσού αιώνα, ανέπτυξαν τη γνωστή ριζοσπαστική αντίληψη για τον πλούτο, καταδικάζοντας παράλληλα την απληστία και την πλεονεξία (το να κατέχει δηλαδή κάποιος περισσότερα από όσα έχει ανάγκη για την επιβίωσή του), με σαφείς μάλιστα νομοκανονικές ρυθμίσεις «κατά τοκιζόντων». Γι’ αυτό και στις φετινές χριστουγεννιάτικες ευχές μου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επέλεξα να παραθέσω τις σχετικές επί του θέματος απόψεις του αγίου Αμβροσίου.
Η χριστιανική θεώρηση της οικονομίας προσδιορίζεται από το νόμο της δικαιοσύνης του Θεού, τον σεβασμό του ανθρώπου και όχι τον μαμμωνά, την επάρκεια (που οδηγεί στην αειφόρο ανάπτυξη) και όχι το κέρδος, τη συσσώρευσης πλούτου (πλεονεξία), το χρήμα. Η ιδιοκτησία γης και η χρήση της αποτελούν, σύμφωνα με την διαχρονική χριστιανική διδασκαλία, δάνειο από τον Θεό για το κοινωνικό, και όχι το ατομικό καλό. Και στο εύλογο ερώτημα αν επανέρχεται το κομμουνιστικό μανιφέστου με χριστιανικό αυτή τη φορά μανδύα (οι ιθύνοντες της WallStreet πρόσφατα κατηγόρησαν την αυστηρή κριτική του Πάπα Φραγκίσκου για το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα ως «καθαρό μαρξισμό»!), η απάντηση είναι πως μια τέτοια οικονομία υπερβαίνει το παλαιό δίπολο καπιταλισμού-σοσιαλισμού. Η χριστιανική αντίληψη για την οικονομία δεν εστιάζει το ενδιαφέρον της στην τεχνική και διαδικασία παραγωγής και κατανομής των υλικών αγαθών, αλλά στην πηγή τους, αφού βασική της αρχή παραμένει το ψαλμικό χωρίο: «το Κυρίου  γ κα τ πλήρωμα ατς, ο κατοικοντες κα πάντα τν ατ» (Ψαλμ 24:1).


Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2013

Νίκος Ψαρουδάκης:Κάθε πράξη που αδικεί είναι βία..





Σήμερα, η σε παγκόσμια κλίματα ηθική κρίση του κατεστημένου οδηγεί στη διαστροφή της εξουσίας και κάνει την Κρατική βία συνηθισμένο φαινόμενο της δημόσιας ζωής.Μα αυτό ούτε να νομιμοποιήσει τη βία μπορεί ούτε να την κάμει ανεκτή.Η βία είναι σε κάθε περίπτωση άδικη και παράνομη και κάθε πολίτης με αίσθηση αξιοπρέπειας έχει υποχρέωση να αμυνθεί.Έτσι πράξη που αδικεί είναι βία,πράξη που πολεμά την αδικία είναι άμυνα.Κάθε πράξη άδικη και παράνομη είναι βία,ανεξάρτητα ποιος είναι ο δράστης,αν είναι άτομο ,σύνολο ή εξουσία.Το σύνολο είναι δυνατό να ασκεί βία είτε με τα όργανα του Κράτους,είτε με άδικους και αντιλαϊκούς νόμους.Η ύπαρξη άδικου κοινωνικού συστήματος είναι βία για το λαό που αδικείται.Τα εμπόδια στην Παιδεία είναι βία για τη Νεολαία...Η ανεργία είναι βία για τον εργαζόμενο....


Από το βιβλίο ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΒΙΑ



Κυριακή 16 Ιουνίου 2013

Δημήτρη Ι. Μπεκριδάκη:Το Αίτημα της Κοινωνικής Δικαιοσύνης στην Πατερική Σκέψη





«ΜΕΤΑΔΟΣΙΣ» και «ΠΑΡΡΗΣΙΑ»
Το Αίτημα της Κοινωνικής Δικαιοσύνης στην Πατερική Σκέψη
Του Δημήτρη  Ι.  Μπεκριδάκη
Θεολόγου, Θρησκειολόγου – Υπ. Διδάκτορα Παντείου Πανεπιστημίου
(Ομιλία στο ΟΜΗΡΕΙΟ Π.Κ.Δ.Χ., 31/05/2013)

Το θέμα της εισήγησής μου είναι, όπως γνωρίζετε, σχετικό με το Βυζάντιο ή πιο σωστά με τη Χριστιανική Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης. Πριν όμως επικεντρώσουμε την προσοχής μας στη βυζαντινή περίοδο, είναι απαραίτητο να θέσουμε το γενικότερο θεωρητικό και ιστορικό πλαίσιο μέσα από το οποίο φτάνουμε σ’ αυτήν. Γιατί αλλιώς δεν θα μπορέσουμε να αντιληφθούμε πού έγκειται και πώς ερμηνεύεται η βυζαντινή ιδιαιτερότητα αναφορικά με το αίτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Εκείνο, επίσης που πρέπει να επισημάνουμε εξ αρχής είναι ότι το θέμα μας δεν είναι «η κοινωνική δικαιοσύνη στο Βυζάντιο», δηλαδή, δεν θα ασχοληθούμε με το αν, πώς και κατά πόσο πραγματώθηκε ένα σύστημα δίκαιης κατανομής του πλούτου, των προνομίων και των βαρών στη βυζαντινή κοινωνία, αλλά μόνο με το από ποιους τέθηκε και πώς διατυπώθηκε –με βάση ποιες αρχές και επιδιώξεις– το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη.  
Η έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης είναι ίσως από τις πιο σύνθετες και πολύσημες στην ιστορία των ιδεών. Συνήθως γίνεται λόγος γι’ αυτήν σε πεδία της ανθρώπινης σκέψης και έρευνας, όπως η Ηθική Φιλοσοφία, το Δίκαιο, η Πολιτική Οικονομία και η Κοινωνιολογία. Κατά συνέπεια είναι εξαιρετικά δύσκολο να την ορίσει κανείς επακριβώς ως προς το περιεχόμενό της. Αυτό βέβαια δεν είναι απαραίτητα κάτι το αρνητικό. Οι ορισμοί συνήθως περιορίζουν τις έννοιες, αποτυγχάνουν να αποδώσουν τον πλούτο και την πολυμορφία που τις συνδέει με τη ζωή και την ιστορία. Κι άλλωστε, όπως έλεγε και ο μεγάλος κοινωνιολόγος Max Weber, αν υποτεθεί ότι πρέπει οπωσδήποτε να δώσεις έναν ορισμό, αυτό πρέπει εξάπαντος να γίνει μετά το τέλος της έρευνας σου και όχι στην αρχή της.
Το αίτημα για μια πιο δίκαιη κοινωνία, όπου όχι μόνο τα υλικά αγαθά, αλλά επίσης και τα δικαιώματα και οι ευκαιρίες, όπως και υποχρεώσεις θα επιμερίζονται σε όλα τα μέλη της με τέτοιο τρόπο που να εξασφαλίζεται η επιβίωση, η ελευθερία και η αξιοπρέπεια ακόμη και των πιο αδύναμων από αυτά, απασχολεί μόνιμα την ανθρώπινη κοινωνία μέσα στην ιστορική της διαδρομή. Φυσικά, κάθε εποχή και κάθε πολιτισμική παράδοση διατυπώνει και πραγματεύεται το αίτημα αυτό με τους δικούς της όρους. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το όραμα μιας δίκαιης κοινωνίας εκφράζει τη λαχτάρα του ανθρώπου για απελευθέρωση. Λύτρωση από τα δεινά της ιστορίας, από την εκμετάλλευση, τη φτώχεια, την υποδούλωση και την εξουθένωση. Διότι το αίτημα της δικαιοσύνης δεν είναι θεωρητικής τάξεως, δεν απηχεί κάποια ιδιοτροπία του αργόσχολου στοχασμού, αλλά εκφράζει την πιο ζωτική ανάγκη του ανθρώπου, την ανάγκη για ζωή, νόημα και ελευθερία. Πηγή και ρίζα του είναι η εμπειρία της αδικίας, της καταπίεσης και της ανισότητας, που αποτελούν μόνιμους συντρόφους των ανθρώπινων κοινωνιών. Κι όσο η κατάσταση αυτή δεν αλλάζει, τόσο το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη θα διατυπώνεται και θα αναδιατυπώνεται, θα κινητοποιεί και θα εμπνέει τον αγώνα για το δίκιο.
Εξ αρχής λοιπόν να το επισημάνουμε ότι το αίτημα για κοινωνική δικαιοσύνη δεν είναι πρόσφατο. Το λέω αυτό διότι αν αναλογιστεί κανείς τις πνευματικές και κοινωνικές εξελίξεις των τριών τελευταίων αιώνων, ίσως να υποθέσει ότι για πρώτη φορά ονειρεύτηκαν μια πιο δίκαιη κοινωνία οι ανθρωπιστές φιλόσοφοι του Διαφωτισμού, ή οι Θεμελιωτές Πατέρες της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας ή οι Ιακωβίνοι της Γαλλικής Επανάστασης ή οι Μπολσεβίκοι του Κόκκινου Οκτώβρη του 1917. Ίσως πάλι, κανείς να νομίσει ότι για ισότητα και δικαιοσύνη μίλησαν και αγωνίστηκαν για πρώτη φορά οι μεγάλοι θεωρητικοί του Σοσιαλισμού και της ευρύτερης Αριστεράς: από τον Henri de Saint-Simon, τον Karl Marx και τον Friedrich Engels, μέχρι τη Rosa Luxemburg, τη Hannah Arendt και τον Walter Benjamin. Τίποτα από αυτά δεν ισχύει. Πολύ πριν διατυπωθεί με όρους ιδεολογίας, το αίτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης είχε διατυπωθεί με όρους θεολογίας. Κι ούτε ποτέ σταμάτησε η θεολογική του ρίζα να είναι ζωντανή και να τροφοδοτεί τόσο τις θεωρητικές όσο και τις πολιτικές και επαναστατικές του εκφορές. Ακόμη και ο ίδιος ο όρος «κοινωνική δικαιοσύνη» ανήκει σε έναν άνθρωπο της θρησκείας, σύγχρονο του Marx, τον Ιταλό Ιησουίτη θεολόγο Luigi Taparelli. Πέραν από αυτό το τυπικό όμως, η θρησκευτική καταγωγή της έννοιας και του περιεχομένου της κοινωνικής δικαιοσύνης πηγαίνει βαθιά στο χρόνο.


Α) Από το Βασίλειο της Ανάγκης στο Βασίλειο της Ελευθερίας:
η Προφητική και η Ευαγγελική Ρήξη

Νομοθεσία, γραπτή ή εθιμική, θεσπισμένη για να προστατεύει τους αδύνατους από την πλεονεξία των ισχυρών υπήρχε σε όλους τους μεγάλους πολιτισμούς της αρχαιότητας.[1] Το πιο γνωστό –αν και όχι το πιο αντιπροσωπευτικό ή σύνηθες– παράδειγμα, είναι η Σεισάχθεια του Αθηναίου ποιητή-νομοθέτη Σόλωνα (639-559), δηλαδή ο νόμος με τον οποίων απέσεισε (έδιωξε) τα άχθη (βάρη) των χρεών από τις πλάτες των μικρών και μεσαίων αγροτών. Μέχρι τότε, όσοι από αυτούς χρωστούσαν έχαναν τη γη τους και μετατρέπονταν σε δουλοπάροικους των μεγάλων γαιοκτημόνων. Κι αν ακόμη και τότε δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν το δάνειο –πράγμα πολύ σύνηθες, λόγω του επισφαλούς και απρόβλεπτου χαρακτήρα της γεωργικής δραστηριότητας– ο πιστωτής είχε το δικαίωμα να πουλήσει τους ίδιους και τις οικογένειές τους ως δούλους, προκειμένου να πάρει πίσω τα χρήματά του. Το αποτέλεσμα της νομοθεσίας αυτής ήταν η φυσική υποδούλωση μεγάλου μέρους του αγροτικού πληθυσμού και η συγκέντρωση του πλούτου και της καλλιεργήσιμης γης στα χέρια ολίγων ευγενών. Η κατάσταση αυτή είχε δημιουργήσει πολλές κοινωνικές εντάσεις και απειλούσε να διαταράξει την ισορροπία της πόλης. Προκειμένου να αποκαταστήσει την ευνομία και να αποφύγει μια εμφύλια σύγκρουση, ο Σόλων κατάργησε το δανεισμό με εγγύηση το σώμα, απελευθέρωσε τους εξανδραποδισμένους ακτήμονες και χάρισε τα χρέη του αγροτικού πληθυσμού. Κύριο μέλημά του ήταν να αποσοβήσει τη γιγάντωση της ύβρεως, που συνεπαγόταν η αλαζονική πλεονεξία των ισχυρών, ώστε να αποτραπεί η επέλευση της νεμέσεως, της τίσεως, με τη μορφή της κοινωνικής σύγκρουσης και καταστροφής της πόλης. Τα κίνητρα, δηλαδή, τέτοιου είδους νομικών διευθετήσεων, δεν σχετίζονται με κάποιο ενδιαφέρον για τη μοίρα των φτωχών, αλλά συνδέονται με τη διατήρηση ενός ιεραρχικού συστήματος κοινωνικής διαστρωμάτωσης, που βασιζόταν στην ευγένεια της καταγωγή και διαιώνιζε την εξουσία του πλούτου. Απλώς το σύστημα αυτό όφειλε να λειτουργεί με σωφροσύνη, πίστευε ο Σόλων, δηλαδή μέσα σε ορισμένα πλαίσια, τα οποία θέτει ο φυσικός νόμος, η Ανάγκη, που για τους αρχαίους Έλληνες ήταν πάνω κι από τους Θεούς. Κατά τα άλλα, για τους αρχαίους Έλληνες της προκλασικής κυρίως, αλλά και της κλασικής περιόδου, ο φτωχός, ο πένητας, ο πενιχρός, είναι απλώς ένα θύμα της Τύχης, ένας κακορίζικος άνθρωπος, που στερείται ελπίδας. Στο κοσμικό παιγνίδι της Μοίρας είναι ο ηττημένος, ο ανίκανος και ανυπόληπτος. Οπότε, καμιά πρόνοια δεν του αξίζει, καμιά φροντίδα γι’ αυτόν που οι ίδιοι οι Θεοί έχουν καταραστεί. Κατά τρόπο εμβληματικό συνοψίζει την αξιολογική αυτή στάση εκείνο το «αχ, τα χρήματα, τα χρήματα κάνουν τον άνθρωπο», που γράφει ο Πίνδαρος στον 2ο Ισθμιόνικό του. (Α:15). Αλλά και το κλασικό ιδεώδες της καλοκαγαθίας, δηλαδή του ωραίου σωματικά και ενάρετου ψυχικά ανθρώπου είναι εντέλει ένα ιδεώδες ελιτίστικο και ρατσιστικό, αφού αποσκοπεί στην κοινωνική δικαίωση των ανώτερων τάξεων, αφού αυτές και μόνο είχαν την οικονομική δυνατότητα να το καλλιεργήσουν. Αρκεί κανείς να θυμηθεί εδώ συνήθεις πρακτικές της ελληνικής αρχαιότητας, όπως ήταν η απόθεση των δύσμορφων, ανεπιθύμητων ή ασθενικών βρεφών ώστε να πεθάνουν ή η εκπόρνευση και η πώληση στα σκλαβοπάζαρα των αγοριών και των κοριτσιών των φτωχών οικογενειών, δίχως ποτέ να διαμαρτύρεται κανείς γι’ αυτήν την κατάσταση. Η φιλοσοφική κριτική, η τόσο βαθιά και διαδεδομένη στους Έλληνες, είναι εδώ απούσα. Η σιωπή αυτή, βέβαια, δεν οφείλεται σε κάποια υποτιθέμενη αναλγησία των μεγάλων στοχαστών γύρω από τα κοινωνικά ζητήματα, αλλά απλώς υποδηλώνει ότι όλα αυτά θεωρούνταν από την κοινωνία ως απολύτως φυσικά, εναρμονισμένα και σύμφωνα με τον τρόπο λειτουργίας του κόσμου και το ρυθμό της ζωής.
Ανάλογα πράγματα ισχύουν και στην περίπτωση των άλλων μεγάλων πολιτισμών της μέσης και άπω ανατολής, από τους Αιγυπτίους και τους Πέρσες έως τους Ινδούς και τους Κινέζους. Εφόσον στο κοσμοθεωρητικό υπόβαθρο των πολιτισμών αυτών βρίσκονται θρησκείες του φυσικού νόμου, συμβολικά συστήματα, δηλαδή, που ιεροποιούν την κοσμική τάξη, η πολιτική διαχείριση δεν μπορεί παρά να απηχεί και να αναπαράγει αυτό το μεταφυσικό, μυθικό αρχέτυπο. Το θεωρητικό αυτό πλαίσιο σε συνδυασμό με την ιεραρχική φυλετική δόμηση των κοινωνιών αυτών απέτρεπε κάθε πιθανότητα αξιολογικής αναβάθμισης των ενδεών στρωμάτων του πληθυσμού και άρα απέκλειε την διατύπωση του αιτήματος της κοινωνικής δικαιοσύνης. Κι έπρεπε να φτάσουμε στην ύστερη αρχαιότητα, στην ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο προκειμένου υπό την πίεση της φιλοσοφίας των Στωικών να καλλιεργηθεί με τον καιρό η αντίληψη περί φυσικής ισότητας όλων των ανθρώπων. Ήδη από τον 3ο π.Χ. αιώνα, ο ιδρυτής της Στοάς, Ζήνων ο Κιτιεύς, περιέγραφε την αδελφωμένη ανθρωπότητα και την ιδεώδη κοινωνία ως ένα μοναδικό κοπάδι πρόβατα, που βόσκει σε ένα μόνο λιβάδι. Κι αργότερα το ρωμαϊκό δίκαιο ενσωμάτωσε κάποιες από τις συνεπαγωγές της εξισωτικής αυτής θεώρησης στο επίπεδο των ατομικών δικαιωμάτων και της ισονομίας.[2]
Ωστόσο, για πρώτη φορά το αίτημα για δικαιοσύνη, με την έννοια της αξιολογικής ανατίμησης και συνειδητής υπεράσπισης των ασθενέστερων μελών της κοινωνίας, διατυπώθηκε από τους Προφήτες του αρχαίου Ισραήλ.[3] Γι’ αυτούς, οι φτωχοί και καταφρονημένοι, οι χήρες και τα ορφανά, δεν θεωρούνται αποτυχημένοι και ανίκανοι, αλλά θύματα της απληστίας και της απανθρωπιάς των πλουσίων και των ισχυρών. Κι ακόμη περισσότερο, οι φτωχοί είναι για τους προφήτες ο λαός του Θεού, είναι τα πιο ταλαιπωρημένα και γι’ αυτό και τα πιο αγαπητά παιδιά Του. Τα πλούσια αδέλφια τους, που ζουν μέσα στην άνεση και στην ευημερία, έχουν καθήκον προς τον κοινό Πατέρα να μεριμνήσουν γι’ αυτά. Σε αντίθετη περίπτωση, η οργή του Θεού θα είναι δίκαια και σαρωτική. Στο πλαίσιο αυτό, φωνές όπως εκείνη του προφήτη Αμώς είναι χαρακτηριστικές: «Ακούστε τι λέει ο Κύριος: Και οι δικές σας ασέβειες, λαέ του Ισραήλ, σωρεύονται όλο και πιο πολύ· γι’ αυτό εξάπαντος θα σας τιμωρήσω. Πουλάτε για δούλο τον τίμιο που δεν έχει να πληρώσει τα χρέη του, τον φτωχό, αν σας χρωστάει έστω κι ένα ζευγάρι σανδάλια. Ποδοπατάτε όποιον στα πόδια σας προσπέφτει για βοήθεια. Παραγκωνίζετε φτωχούς κι απελπισμένους. Γιος και πατέρας με την ίδια δούλη πάτε, και βεβηλώνετε τ’ άγιο μου όνομα. Κοντά σε κάθε θυσιαστήριο ξαπλώνετε πάνω στα ρούχα που σας δίνουν οι φτωχοί για ενέχειρο· μες στων θεών σας τους ναούς πίνετε το κρασί που κατασχέσατε απ’ τους χρεώστες σας που τους καταπιέζετε […] Ξέρω πόσες πολλές είναι οι αμαρτίες σας: καταπιέζετε τον αδύνατο και τον κλέβετε, όταν του παίρνετε φόρο από το στάρι της σοδειάς του· δέχεστε δωροδοκίες και τον εμποδίζετε να βρει το δίκιο του στο δικαστήριο. Για όλα τούτα, στα όμορφα σπίτια που χτίσατε δε θα κατοικήσετε, κι απ’ τα ωραία αμπέλια που φυτέψατε δε θα πιείτε κρασί.» (Αμ. 2:6-8/5:11-12) Στο ίδιο πνεύμα κινείται και ο Ησαΐας, με λόγια που στάθηκαν πηγή έμπνευσης αργότερα, στον αγώνα των χριστιανών κατά της αδικίας και της εκμετάλλευσης: «Αλίμονο σ’ εκείνους που θεσπίζουν νόμους άδικους και σ’ εκείνους που γράφουν αποφάσεις καταπιεστικές, για να στερήσουν τους αδύναμους από το δίκιο τους, και να αρπάξουν τα δικαιώματα των φτωχών του λαού μου, για να κάνουν τις χήρες λεία τους και για ν’ απογυμνώσουν τα ορφανά. Τι θα κάνετε την ημέρα της κρίσης και της καταιγίδας, που έρχεται από μακριά; Σε ποιον θα καταφύγετε για να σας βοηθήσει; Τα πλούτη σας πού θα τα’ αφήσετε; Άλλοι θα σκύψουνε ανάμεσα στους αιχμαλώτους κι άλλοι ανάμεσα θα πέσουν στους νεκρούς. Και μ’ όλα αυτά δεν έπαψε ο θυμός του [Θεού], το χέρι του έμεινε μετέωρο, έτοιμο να χτυπήσει πάλι.» (Ησ. 10:1-4)
Το προφητικό εγχείρημα της μετατροπής του αιτήματος της κοινωνικής δικαιοσύνης από νομικό σε ακραιφνώς θεολογικό ζήτημα προέκτεινε έως τις έσχατες συνέπειές του ο Ιησούς Χριστός, με το έργο και τη διδασκαλία του. Εκείνος ήταν που στο πρώτο κήρυγμά του, στη συναγωγή της Ναζαρέτ, μίλησε με τα λόγια του προφήτη Ησαΐα, για να περιγράψει τον εαυτό του και την αποστολή του στον κόσμο: «Το Πνεύμα του Κυρίου με κατέχει, γιατί ο Κύριος με έχρισε και μ’ έστειλε ν’ αναγγείλω το χαρμόσυνο μήνυμα στους φτωχούς, να θεραπεύσω τους συντριμμένους ψυχικά. Στους αιχμαλώτους να κηρύξω απελευθέρωση και στους τυφλούς ότι θα βρουν το φως τους, να φέρω λευτεριά στους τσακισμένους, να αναγγείλω του καιρού τον ερχομό που ο Κύριος θα φέρει τη σωτηρία στο λαό του.» (Λκ. 4:18-19) Εκείνος ήταν που με αφορμή τη ερώτηση του ευκατάστατου νέου που ήθελε να κερδίσει, εκτός από την παρούσα, και την αιώνια ζωή (best of both worlds!), διαβεβαίωσε τους μαθητές ότι: «Είναι ευκολότερο να περάσει καμήλα από βελονότρυπα, παρά να μπει πλούσιος στη βασιλεία του Θεού.» (Μτθ. 19:24) Εκείνος ήταν, τέλος, που όταν ρωτήθηκε για την έσχατη κρίση, ταύτισε τον εαυτό του με όλους τους πεινασμένους, τους φτωχούς, τους κατατρεγμένους και τους πάσχοντες της οικουμένης, και καθόρισε τη στάση προς αυτούς ως μοναδικό και απόλυτο κριτήριο σωτηρίας. Μιλάω, φυσικά, για την περίφημη «παραβολή της μελλούσης κρίσεως». (Μτθ. 25:31-46) Με τον Ιησού εγκαινιάζεται μια διαδικασία ανατροπής ολόκληρης της κοινωνικής ιεράρχησης και αξιολογίας του αρχαίου κόσμου: οι φτωχοί, οι ασθενείς και οι καταπιεσμένοι από έσχατοι για την κοινωνία, γίνονται πρώτοι στα μάτια του Θεού. Δεν είναι απλώς ο λαός του Θεού, όπως ήταν πριν για τους Προφήτες, αλλά ταυτίζονται από τον Ιησού με τη φυσική παρουσία του Θεού στον κόσμο. Με την Ανάσταση και την Ανάληψη Του, ο Κύριος δεν μας εγκατέλειψε για να εγκατασταθεί στους Ουρανούς, σιωπηλός θεατής του δράματος της ανθρωπότητας. Συνεχίζει να κυκλοφορεί ανάμεσά μας, στα πρόσωπα των συνανθρώπων μας που έχουν ανάγκη, που πεινούν, διψούν, διώκονται, καταπιέζονται, γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης, εξαθλιώνονται και υποφέρουν άδικα. Εκείνος, το αρνίον το εσφαγμένο ένεκεν δικαιοσύνης, ο αμνός του Θεού, το μέγα θύμα της ιστορίας, ταυτίστηκε με τα αθώα θύματα όλων των καιρών. Και, ας μη γελιόμαστε, κανείς δεν μπορεί να φτάσει στο Χριστό, παρά μόνο μέσα από αυτούς, μέσα από την έμπρακτη εναγώνια μέριμνα για τη στήριξη και ανακούφισή τους. Ο ίδιος ο Κύριος σαφώς το βεβαίωσε όταν ταύτισε την εντολή της αγάπης προς το Θεό με την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον: «[…] να αγαπάς τον Κύριο το Θεό σου μ’ όλη την καρδιά σου, μ’ όλη την ψυχή σου, μ’ όλο το νου σου και μ’ όλη τη δύναμή σου. Αυτή είναι η πρώτη εντολή. Δεύτερη όμοια είναι αυτή: να αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. Δεν υπάρχει άλλη εντολή μεγαλύτερη απ’ αυτές.» (Μκ. 12:30-31) Αυτό είναι το απολύτως νέο και ριζοσπαστικό μήνυμα που έφερε ο Ιησούς στην ανθρώπινη ιστορία. Αυτή είναι η αλήθεια του Ευαγγελίου. Αυτή είναι η πεμπτουσία της διδασκαλίας της Εκκλησίας του Χριστού. «Αν κάποιος πει ‘αγαπώ το Θεό’, μισεί όμως τον αδελφό του, είναι ψεύτης. Γιατί, πραγματικά, αυτός που δεν αγαπάει τον αδελφό του, τον οποίο βλέπει, πώς μπορεί να αγαπάει το Θεό, τον οποίο δε βλέπει;», διερωτάται ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην πρώτη εγκύκλιο επιστολή του. Και συνεχίζει συνοψίζοντας το καθήκον όσων θέλουν να είναι αληθινοί μαθητές του Κυρίου: «Αυτή την εντολή μάς έδωσε ο Χριστός: Όποιος αγαπάει το Θεό πρέπει ν’ αγαπάει και τον αδελφό του.» (Α΄Ιω. 4:20-21)  
Στην ίδια γραμμή κινείται, ως ένα βαθμό, και η θεολογία του αποστόλου Παύλου.[4] Υπάρχουν, όμως μέσα στην Κ.Δ. και κείμενα με πολύ πιο έντονο κριτικό νεύρο ενάντια στην αδικία και την εκμετάλλευση. Κορυφαίο ανάμεσά στους είναι η Επιστολή του Ιακώβου.[5] Αυτό το σύντομο κείμενο με το σχεδόν ωμό ύφος και το τεράστιο κύρος στην αρχαία εκκλησία είναι ένα πραγματικό κοινωνικό μανιφέστο από την αρχή μέχρι το τέλος. Εδώ περιορίζομαι απλώς να θυμίσω τη συγκλονιστική προειδοποίηση προς τους εκμεταλλευτές εμπόρους και γαιοκτήμονες: «Ακούστε με τώρα κι εσείς οι πλούσιοι. Κλάψτε με γοερές κραυγές για τα βάσανά σας, που όπου να ‘ναι έρχονται. Ο πλούτος σας σάπισε, και τα ρούχα σας τα ‘φαγε ο σκόρος· το χρυσάφι σας και το ασήμι κατασκούριασαν, και η σκουριά τους θα είναι μαρτυρική κατάθεση εναντίον σας και θα καταφάει τις σάρκες σας σαν τη φωτιά. Κι ενώ πλησιάζει η κρίση, εσείς μαζεύετε θησαυρούς. Ακούτε! Κραυγάζει ο μισθός των εργατών που θέρισαν τα χωράφια σας κι εσείς τους τον στερήσατε· και οι κραυγές των θεριστών έφτασαν ως στ’ αυτιά του παντοδύναμου Κυρίου. Ζήσατε πάνω στη γη με απολαύσεις και σπατάλες. Παχύνατε σαν τα ζώα, που τα πάνε για σφάξιμο. Καταδικάσατε και φονεύσατε τον αθώο· δεν σας πρόβαλε αντίσταση καμιά.» (Ιακ. 5:1-6) «Ποιο είναι το όφελος, αδελφοί μου», συνεχίζει ο ιερός συγγραφέας, «αν κάποιος λέει ότι έχει πίστη, δεν την αποδεικνύει όμως με έργα; Μήπως μπορεί μόνη της η πίστη να τον σώσει; Ας πάρουμε την περίπτωση που κάποιος αδερφός ή κάποια αδερφή δεν έχουν ρούχα να ντυθούν και στερούνται το καθημερινό τους φαγητό· αν κάποιος από σας τους πει: ‘ο Θεός μαζί σας! Εύχομαι να βρείτε ρούχα και να χορτάσετε φαγητό’, ποιο το όφελος, αν δεν τους δώσει κιόλας τα απαραίτητα που χρειάζεται το σώμα; Έτσι και η πίστη, αν δεν εκδηλώνεται με έργα, μόνη της είναι νεκρή.» (Ιακ. 2:14-17) Αυτό είναι το νέο ήθος που έφερε στο προσκήνιο η Εκκλησία, αναδεικνύοντας την ύψιστη σημασία της αγάπης και της διακονίας προς το συνάνθρωπο, και μάλιστα τον ελάχιστο, τον πιο αδύναμο και ενδεή. Στο πλαίσιό του επικρίνεται σφοδρά ο πλούτος και η κοινωνική αδικία, και δίδεται η υπόσχεση της καθολικής απολύτρωσης των φτωχών και των καταπιεσμένων από τα δεινά τους.[6] Γιατί η αναμενόμενη Βασιλεία του Θεού είναι πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα το βασίλειο της δικαιοσύνης, της ελευθερίας και του μεγάλου ελέους: «Εμείς όμως, σύμφωνα με την υπόσχεση του Θεού, προσμένουμε καινούργιους ουρανούς και καινούργια γη, όπου θα βασιλεύει η δικαιοσύνη.» (Β’ Πετρ. 3:13), γράφει η δεύτερη επιστολή Πέτρου, συνοψίζοντας το θεμελιώδες απελευθερωσιακό όραμα της πρώτης εκκλησίας.

    Όλα τα παραπάνω αποδεικνύουν ότι το αίτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης είναι δομικό στοιχείο της χριστιανικής αυτοσυνειδησίας. Για να το πω απλά, όποιος δεν συνέχεται από αυτό δεν μπορεί να λέγεται χριστιανός, δεν είναι ζωντανό μέλος του Σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας. Όταν, βέβαια, ακούμε για αιτήματα και οράματα, το μυαλό μας πάει σε κάτι το ανεφάρμοστο, το θεωρητικό, το ουτοπικό. Στην περίπτωση της Εκκλησίας αυτό δεν ισχύει. Διότι η ουτοπία της πίστης, η Βασιλεία του Θεού, προεικονίζεται και φανερώνεται στη ζωή και τις πράξεις των αληθινών μαθητών του Χριστού. Αρκεί να αναφέρουμε εδώ στην περίπτωση της πρώτης εκκλησιαστικής κοινότητας των Ιεροσολύμων, η οποία, όπως μας πληροφορεί το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων, λειτουργούσε με βάση την αγάπη, την αλληλεγγύη και την κοινοκτημοσύνη των αγαθών: «Όλοι οι πιστοί ζούσαν σε έναν τόπο και είχαν τα πάντα κοινά· πουλούσαν ακόμη και τα χτήματα και  τα υπάρχοντά τους, και μοίραζαν τα χρήματα σε όλους, ανάλογα με τις ανάγκες του καθενός.» (Πρξ. 2:44-45). Όμως η χριστιανική μέριμνα δεν περιοριζόταν μονάχα στα μέλη της κοινότητας, αλλά αγκάλιαζε ολόκληρη την κοινωνία, παρόλο που η Εκκλησία τελούσε εκείνη την εποχή υπό καθεστώς διωγμού. Για να γίνει αυτό που εννοώ ποιο κατανοητό θα αναφερθώ πολύ σύντομα σε ένα ιστορικό παράδειγμα εφαρμοσμένης κοινωνικής παρέμβασης των χριστιανών με σκοπό τη φροντίδα αυτών που έχουν ανάγκη, χωρίς να γίνονται θρησκευτικές ή άλλες διακρίσεις. Από αυτό θα φανεί ότι ο αγώνας για κοινωνική δικαιοσύνη είναι σύνθετη διαδικασία, δεν έχει μόνο υλικές, αλλά και πνευματικές όψεις, λαμβάνει διάφορες μορφές και να λειτουργεί σε πολλά επίπεδα. Και καλό θα ήταν να έχουμε το παράδειγμα αυτό στο μυαλό μας όταν θα εξετάσουμε τη βυζαντινή πραγμάτωση, αλλά και όταν θα φτάσουμε να προβληματιστούμε αναφορικά με το τι συμβαίνει σήμερα.


B)  Η Κοινωνική Μέριμνα της Εκκλησίας σε περιόδους Κρίσης:
Η πανώλη του Γαληνού και η επιδημία του Κυπριανού

Προς το παρόν, ας μεταφερθούμε στον 2ο αιώνα μ.Χ., στη διάρκεια της βασιλείας του Μάρκου Αυρήλιου. Τότε έκανε την εμφάνισή της μια φοβερή επιδημία ευλογιάς –πιθανότατα για πρώτη φορά στον ευρωπαϊκό χώρο όπως μπορούμε να υποθέσουμε από τα υψηλά ποσοστά θνησιμότητας. Το 165 μ.Χ. τα στρατεύματα του συναυτοκράτορα Λούκιου Βέρου που είχαν εκστρατεύσει στην Ανατολή χτυπήθηκαν από τη νόσο, η οποία μέσω αυτών διαδόθηκε σ’ ολόκληρη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία με σαρωτικά αποτελέσματα. Μέσα σε δεκαπέντε χρόνια το 1/3 σχεδόν του πληθυσμού είχε εξολοθρευτεί –συμπεριλαμβανομένου και του φιλόσοφου αυτοκράτορα, που πέθανε το 180 στη Βιέννη. Σύμφωνα με μαρτυρίες του ίδιου, οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από κάρα και βαγόνια που κουβαλούσαν τους νεκρούς έξω από τις πόλεις. Το μεγάλο αυτό θανατικό έμεινε στην ιστορία ως «πανώλη του Γαληνού» ή «πανώλη των Αντωνίνων». Περίπου εκατό χρόνια αργότερα, μια δεύτερη επιδημία –πιθανότατα ιλαράς– χτύπησε ξανά την Αυτοκρατορία. Έκανε την εμφάνισή της το 251 μ.Χ., και κατά την περίοδο της έξαρσής της σκότωνε 5.000 ανθρώπους την ημέρα μόνο στην πόλη της Ρώμης, ενώ στην Αλεξάνδρεια οι απώλειες άγγιξαν τα 2/3 του πληθυσμού. Η τραγικότητα της κατάστασης απεικονίζεται σε διάφορες χριστιανικές και εθνικές πηγές της εποχής, όμως γλαφυρά περιγράφεται στο έργο του Κυπριανού, επισκόπου Καρθαγένης –γι’ αυτό και το συγκεκριμένο θανατικό έμεινε στην ιστορία ως «επιδημία του Κυπριανού». Οι δυο αυτές φοβερές επιδημίες θεωρείται ότι έδωσαν το τελειωτικό χτύπημα στον, από καιρό παρακμασμένο, αρχαίο κόσμο, καταδεικνύοντας την ανικανότητα της ειδωλολατρίας να αντιμετωπίσει τα πιεστικά πνευματικά και κοινωνικά προβλήματα που έφερε στο προσκήνιο η μεγάλη κρίση.[7]
Σε περιόδους μεγάλων φυσικών καταστροφών και κοινωνικών κρίσεων η επικρατούσα θρησκεία καλείται να λειτουργήσει σε δύο επίπεδα. Πρώτον, το κατεστημένο θρησκευτικό σύστημα οφείλει να παρουσιάσει στους ανθρώπους έναν πειστικό λόγο για τα δεινά τους, να δώσει μια αιτία της συμφορά. Και φυσικά, προκειμένου να εξηγήσει το «γιατί;» της δοκιμασίας είναι υποχρεωμένο να αντλήσει απαντήσεις από το κοσμοθεωρητικό και μεταφυσικό του απόθεμα. Εάν αυτό δεν συμβεί κατά τρόπο επαρκή και ικανοποιητικό, τότε η επικρατούσα θρησκεία εισέρχεται σε τροχιά παρακμής. Αλλά οφείλει να εκπληρώσει και μια ακόμη λειτουργία. Πρέπει να αποδείξει ότι διαθέτει τις μεθόδους και τα μέσα για να θεραπεύσει τις πληγές της κοινωνίας και να περιθάλψει τους πληγέντες, συμβάλλοντας  στην αποκατάσταση της κανονικότητας. Αν επιδείξει ανικανότητα στον τομέα αυτό, τότε το κύρος της πλήττεται σοβαρά και υπάρχει ο κίνδυνος να φανεί άχρηστη στα μάτια των πιστών της.
Στην περίπτωση των επιδημιών που μελετάμε, η παγανιστική θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας απέτυχε να ανταποκριθεί θετικά στις δυο αυτές απαιτήσεις, με αποτέλεσμα σημαντική μερίδα του πληθυσμού να αναζητήσει λύσεις στη νέα πίστη του Χριστιανισμού. Κατ’ αρχάς, η Εκκλησία επεξεργάστηκε μια ικανοποιητική και πειστική ερμηνεία για την κρίση: πρόκειται για μια δοκιμασία σταλμένη από το Θεό για να διαπαιδαγωγήσει τον άνθρωπο και να τον ασκήσει στην υπομονή, στην πίστη και στην αλληλεγγύη. Κατά δεύτερον, η ελπίδα των χριστιανών στη μετά θάνατον ζωή κοντά στο Θεό Πατέρα προσέφερε μεγάλη παρηγοριά στους ανθρώπους που είχαν χάσει τους δικούς τους και περίμεναν από στιγμή σε στιγμή και προσβληθούν κι εκείνοι από την ασθένεια και να πεθάνουν.
Η διαφοροποίηση χριστιανών – παγανιστών δεν περιοριζόταν στην ερμηνεία της συμφοράς αλλά επεκτεινόταν και στον τρόπο αντιμετώπισής της. Ο Επίσκοπος Αλεξανδρείας Διονύσιος σε μια πασχάλεια επιστολή του περιγράφει την αυταπάρνηση με την οποία οι χριστιανοί περιέθαλπαν και φρόντιζαν τους ασθενείς. «Οι περισσότεροι από τους χριστιανούς αδελφούς μας έδειξαν απεριόριστη αγάπη και πίστη, χωρίς να φείδονται εαυτών και σκεπτόμενοι μόνο ο ένας τον άλλο. Χωρίς να σκέπτονται τον κίνδυνο, ανέλαβαν την ευθύνη των αρρώστων, επιμελούμενοι κάθε τους ανάγκη και υπηρετώντας τους εν Χριστώ, και μαζί τους έφευγαν απ’ τη ζωή γαλήνια ευτυχισμένοι. Γιατί μολύνθηκαν από άλλους με την ασθένεια, επισύροντας πάνω τους την ασθένεια των γειτόνων τους και αποδεχόμενοι με χαρά τους πόνους τους. Πολλοί, ενόσω περιποιούνταν και θεράπευαν τους άλλους, μετέφεραν το θάνατό τους στους ίδιους και πέθαναν στη θέση τους […] Οι καλύτεροι από τους αδελφούς μας έχασαν τις ζωές τους με αυτόν τον τρόπο, διάφοροι πρεσβύτεροι, διάκονοι και λαϊκοί κερδίζοντας μεγάλο έπαινο, έτσι ώστε ο θάνατος με αυτήν την μορφή, το αποτέλεσμα της μεγάλης ευσέβειας και της ισχυρής πίστης, φαίνεται με κάθε τρόπο ισοδύναμος του μαρτυρίου.»[8] Ο ίδιος εκκλησιαστικός συγγραφέας αντιπαραβάλει τη στάση αυτή μ’ εκείνη των εθνικών. «Οι εθνικοί συμπεριφέρθηκαν με τελείως αντίθετο τρόπο. Στην πρώτη έφοδο της ασθένειας, απώθησαν τους πάσχοντες μακριά και τράπηκαν σε φυγή από τους πιο αγαπημένους τους, πετώντας τους στους δρόμους προτού πεθάνουν και μεταχειρίστηκαν τους άταφους νεκρούς ως ακαθαρσία, ελπίζοντας με αυτόν τον τρόπο να αποτρέψουν την εξάπλωση και τη μόλυνση από τη μοιραία ασθένεια. Ό,τι όμως και να έκαναν, δύσκολα μπορούσαν να ξεφύγουν.»[9] Ο Διονύσιος δεν εκφράζει εδώ κανενός είδους προκατάληψη ενάντια στους εθνικούς, καθώς γνωρίζουμε και από άλλες πηγές ότι η πραγματικότητα δεν ήταν πολύ διαφορετική. Αποκαλυπτικό, για παράδειγμα, είναι το γεγονός ότι ο διάσημος Έλληνας γιατρός Γαληνός, που έζησε στα χρόνια της πρώτης επιδημίας, έσπευσε να απομακρυνθεί από τη Ρώμη, αναζητώντας καταφύγιο στο εξοχικό του στη Μικρά Ασία, –με αποτέλεσμα, καθώς λένε οι ερευνητές, η περιγραφή του για την επιδημία να είναι «απρόσμενα ελλιπής».[10]
Αντίθετα, οι χριστιανοί με κίνδυνο της ζωής τους το ιδανικό της πίστης τους, προσφέροντας περίθαλψη και υπηρεσίες όχι μόνο στα στενά συγγενικά τους πρόσωπα αλλά σε όλους αδιακρίτως. Η πράξη αυτή είχε μεγάλη σημασία αν λάβει κανείς υπόψη του το γεγονός ότι η σφοδρότητα της αρρώστιας είχε διαταράξει τους οικογενειακούς δεσμούς και πολλοί άνθρωποι πέθαιναν μόνοι τους, εγκαταλελειμμένοι από τους συγγενείς τους. Οι χριστιανοί είχαν την προθυμία και την τόλμη να αναλάβουν την περιποίηση των ατόμων αυτών, και η πράξη τους αυτή τούς χάρισε το ηθικό προβάδισμα έναντι των εθνικών. Επιπροσθέτως, ήταν και μια πράξη εξαιρετικά αποτελεσματική. Η σύγχρονη ιατρική μάς πληροφορεί ότι η τακτική περιποίηση και φροντίδα του ασθενούς μειώνει από μόνη της τα ποσοστά θνητότητας κατά 2/3 ή και περισσότερο, χωρίς τη χρήση οποιωνδήποτε φαρμάκων. Αυτό σημαίνει ότι οι ασθενείς που περιποιούνταν οι χριστιανοί είχαν πολύ περισσότερες ελπίδες να επιβιώσουν, μόνο και μόνο επειδή είχαν κάποιον να τους φροντίσει. Έτσι, όταν πια πέρασε το κακό, οι περισσότεροι επιζήσαντες είχαν απολαύσει χριστιανική φροντίδα και άρα ήταν πλέον θετικά διακείμενοι προς τη νέα πίστη. Κι όπως ήταν φυσικό, αποκήρυξαν τους πρότερους θρησκευτικούς, συγγενικούς και κοινωνικούς δεσμούς τους και προσκολλήθηκαν σ’ εκείνους που τους είχαν νοιαστεί την ώρα της μεγάλης τους ανάγκης. Το αποτέλεσμα ήταν να παρατηρηθεί σωρεία μεταστροφών στη νέα πίστη. Προς την κατεύθυνση αυτή συνέβαλλε και το γεγονός των μαζικών θανάτων: όσοι επέζησαν από την ασθένεια διαπίστωσαν ότι η πλειοψηφία των ατόμων με τα οποία σχετίζονταν πριν είχαν πεθάνει. Έχοντας χάσει τις κοινωνικές τους διασυνδέσεις, οι επιβιώσαντες εθνικοί ήταν ευκολότερο να στραφούν προς τους ευεργέτες τους.
Όμως η απόφαση των χριστιανών να αναμετρηθούν με την αρρώστια αντί να τρέξουν μακριά της είχε και ένα ακόμη σημαντικό αποτέλεσμα. Ο διαρκής συγχρωτισμός με τους επιμολυσμένους αυξάνει τη θνησιμότητα, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει και την ανοσία. Έτσι πολλοί χριστιανοί «νοσηλευτές» που λόγω της ευρωστίας τους ξεπέρασαν την ασθένεια –στην οποία επιπροσθέτως είχαν εκτεθεί οικειοθελώς– φάνταζαν αίφνης στα μάτια των συγχρόνων τους εθνικών ως άτρωτοι. Επιπλέον, οι χριστιανοί ασθενείς είχαν υψηλότερα ποσοστά επιβίωσης από τους εθνικούς επειδή έχαιραν τακτικής φροντίδας εκ μέρους των αδελφών, η πίστη των οποίων δεν επέτρεπε, όπως είπαμε, να εγκαταλείψουν τον πάσχοντα στο έλεος της μοίρας. Ο κύκλος της χριστιανικής φροντίδας ήταν εξαιρετικά αποτελεσματικός κι έτσι οι χριστιανοί γρήγορα απέκτησαν τη φήμη επιδέξιων θεραπευτών, που πραγματοποιούν θαυματουργικές ιάσεις.[11]       

 Το παράδειγμα αυτό είναι αποκαλυπτικό του τρόπου με τον οποίον οι θρησκευτικές πεποιθήσεις επηρεάζουν καταλυτικά της κοινωνικές εξελίξεις και μάλιστα σε περιόδους κρίσης. Η διαφορετική στάση απέναντι στην επιδημία είχε τη ρίζα της στους διαφορετικούς ηθικούς κώδικες παγανισμού και χριστιανισμού. Ενώ η εθνική θρησκεία συνέδεε τη λύτρωση αποκλειστικά και μόνο με την τήρηση των ενδεδειγμένων τελετουργικών, ο χριστιανισμός μετέτρεψε την αγάπη σε ύψιστο κριτήριο σωτηρίας. Το νέο ήθος της Εκκλησίας, που εξαρτά, όπως είδαμε, τη σχέση με το Θεό από τη σχέση με το συνάνθρωπο αφενός και το υπόδειγμα της θυσίας του Χριστού για τη σωτηρία του κόσμου αφετέρου, ώθησαν τους ακόλουθους της νέας πίστης να μην διστάζουν να εκτεθούν στα δεινά για χάρη των συνανθρώπων τους. Η στάση αυτή –στάση έσχατης αυταπάρνησης– εξέπεμψε τέτοιο σφρίγος και δύναμη στην ευρύτερη εθνική κοινωνία που προκάλεσε πλήθος θρησκευτικών μεταστροφών και συντέλεσε τα μέγιστα στη διάδοση και σταδιακή εδραίωση της περιθωριακής μέχρι τότε πίστης. Ως εκ τούτου, η εντύπωση που γενικώς επικρατεί ότι ο Χριστιανισμός επιβλήθηκε εκ των άνω, μετά το αυτοκρατορικό διάταγμα περί ανεξιθρησκίας του 313, είναι εξόχως παραπλανητική. Πολύ πριν αναγνωριστεί επίσημα ως νόμιμη θρησκεία, ο Χριστιανισμός είχε οικοδομήσει το κύρος του μέσα στην κοινωνία επιδεικνύοντας στάσεις και συμπεριφορές όπως αυτές που αναφέραμε προηγουμένως.
Όμως πέραν από αυτό, το παράδειγμα των καταστροφικών λοιμών που είδαμε αναδεικνύει τον διπλό τρόπο με τον οποίο έθετε η Εκκλησία το ζήτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης σε περιόδους κρίσεων: αντιδρούσε με θεολογία και πρόνοια. Από τη μια χάριζε νόημα στην ανθρώπινη δοκιμασία και από την άλλη παρηγορούσε με την αγάπη και τη θυσιαστική μέριμνα.

Γ) Ο Τρόπος των Πατέρων της Ορθόδοξης Ανατολής:
Έλεγχος της Αδικίας και Στήριξη των Αδικημένων

Τη διπλή αυτή απόκριση να την κρατήσουμε κατά νου, διότι καλλιεργείται συστηματικά και γίνεται κυρίαρχη στο πλαίσιο της Πατερικής σκέψης, την οποία θα εξετάσουμε στη συνέχεια. Ακολουθώντας την παράδοση των Προφητών και του Ιησού, οι Πατέρες της Βυζαντινής περιόδου ενσωμάτωσαν το πρόταγμα για δικαιοσύνη στην κοινωνική τους διδασκαλία και δημόσια παρέμβαση.[12] Ιδιαίτερα οι Καππαδόκες Πατέρες και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος (αλλά και ύστεροι Πατέρες, όπως ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο Γρηγόριος Παλαμάς και ο Νικόλαος Καβάσιλας) αναπτύσσουν μια συγκροτημένη πολιτική θεολογία, η οποία συνθέτει διαλεκτικά τα έργα της αγάπης και φιλανθρωπίας με τον κριτικό έλεγχο των δομών και νοοτροπιών που δημιουργούν και αναπαράγουν την αδικία. «Αγάπη», παρατηρεί ο Ιωάννης Χρυσόστομος, «δε σημαίνει κούφια λόγια και απλές διακηρύξεις, αλλά είναι μέριμνα που αποδεικνύεται στην πράξη· αγάπη είναι το να λυτρώνεις από τη φτώχεια, να ανακουφίζεις από την ασθένεια, να  προστατεύεις από τους κινδύνους, να παραστέκεσαι σ’ όσους έχουν ανάγκη, να κλαις μαζί μ’ αυτούς που κλαίνε και να χαίρεσαι μαζί μ’ αυτούς που χαίρονται.»[13] Επομένως, η αγάπη στη θεολογία των Πατέρων της Ανατολής αντιπροσωπεύει κάτι ριζικά διαφορετικό από ένα συναίσθημα συμπάθειας ή συμπόνιας προς τους αδύναμους, το οποίο ικανοποιείται βρίσκοντας έκφραση σε αγαθοεργίες. Συνιστά θεμελιακή αρχή διάρθρωσης των κοινωνικών σχέσεων, και επομένως κάθε εφαρμογή της προσλαμβάνει πολιτικό νόημα. Βοηθώντας έμπρακτα τον πλησίον του, ο άνθρωπος προβαίνει σε μια χειρονομία απάρνησης του εγωισμού του, η οποία είναι ταυτόχρονα και μια πολιτική δήλωση, καθώς αποκαλύπτει έναν διαφορετικό τρόπο ιεράρχησης των κοινωνικών αξιών. Για όποιον έχει την αρετή και την τόλμη να αγαπήσει το συνάνθρωπό του με τον τρόπο που υπέδειξε ο Ιησούς, οι κοινωνικές διακρίσεις που βασίζονται στην καταγωγή και την ιδιοκτησία παύουν να ισχύουν. Νικώντας την ιδιοτέλεια για χάρη της προσφοράς, ο αυθεντικός μαθητής τους Χριστού εισάγει ένα εξωνομικό κριτήριο στο χώρο της κοινωνικής δραστηριότητας και παρουσίας, το οποίο ανατρέπει την έννομη τάξη πραγμάτων. Διαμορφώνοντας τον ηθικό του κώδικα γύρω από το πρωτείο της θυσιαστικής αγάπης, το υποκείμενο ουσιαστικά δηλώνει ότι στη συνείδησή του το πρόσωπο του Άλλου έχει ασυγκρίτως μεγαλύτερη αξία από τα υλικά αγαθά, τις τιμές και τις απολαύσεις, και ότι ο ορίζοντας της μέριμνάς του περικλείει ισότιμα όλους τους ανθρώπους, πέρα από ταξικές, ιδεολογικές, θρησκευτικές ή εθνικές διακρίσεις και βιολογικές ή συναισθηματικές εξαρτήσεις. Με τον τρόπο αυτό, η αγάπη μετατρέπεται στην άλλη όψη της δικαιοσύνης. Όχι όμως της ανθρώπινης, αλλά της Θεϊκής. Διότι όσο δίκαιος και να είναι ο ανθρώπινος νόμος, παρατηρεί ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, έχει ως πρώτο του στόχο να υπηρετήσει τα συμφέροντα εκείνων που τον θεσπίζουν. Κάθε νόμος εισηγείται μια αδικία, αφού είναι «δυναστείας επίκουρος»,[14] ζητά να επιβάλλει και να νομιμοποιήσει σχέσεις ανισότητας και κυριαρχίας προς όφελος της εκάστοτε εξουσίας.
Στο σημείο αυτό, η πατερική σκέψη κινείται σε τροχιά υπέρβασης και σχετικοποίησης της κρατικής νομοθεσίας. Στην περίπτωση του Βυζαντίου οι θεσμικές παρεμβάσεις μέσω του νόμου προκειμένου να αμβλυνθούν οι κοινωνικές ανισότητες και αδικίες δεν ήταν λίγες. Το ίδιο ισχύει και για τις οργανωμένες δομές πρόνοιας, που είχε ιδρύσει τόσο η κρατική όσο και η εκκλησιαστική μέριμνα κατά τη βυζαντινή εποχή.[15] Το βυζαντινό δίκαιο κατά την ιστορική του διαδρομή αφομοίωσε σταδιακά ορισμένες βασικές αρχές της χριστιανικής ηθικής θεωρίας. Ενδεικτικά αναφέρω χαρακτηριστικά τον Γεωργικό Νόμο των Ισαύρων (8οσ-9ος αιώνας), με τον οποίο περιορίστηκαν οι αυθαιρεσίες των ισχυρών γαιοκτημόνων, καταργήθηκε η δουλοπαροικία και αναμορφώθηκε η αγροτική οικονομία προς όφελος των ελεύθερων μικροκαλλιεργητών. Μάλιστα για να αντιμετωπίσει ζητήματα φορολόγησης σε μια περίοδο λιτότητας, ο Νικηφόρος Α’ (802-811) τροποποίησε τον προϋπάρχοντα νόμο της επιβολής και όρισε να καταβάλουν οι μεγάλοι γαιοκτήμονες κάθε κοινότητας και τους φόρους των μη δυναμένων να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους μικροκαλλιεργητών και φτωχών. Βέβαια, τέτοιες νομοθεσίες δεν αντέχουν για πολύ, κι έτσι δέκα μόλις χρόνια αργότερα, ο Μιχαήλ Β΄του Αμορίου (820-829) ανακάλεσε το μέτρο του αλληλέγγυου, ενδίδοντας στις πιέσεις της μεγάλης ιδιοκτησίας και της Εκκλησίας –η μοναστηριακή περιουσία της οποίας, ωστόσο, δεν εξαιρούταν της φορολόγησης καθ’ όλη τη διάρκεια της βυζαντινής περιόδου, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων (Ειρήνη Αθηναία 797-802, Μανουήλ Α΄ Κομνηνός 1143-1180). Ο Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος επιχείρησε να επαναφέρει και να παγιώσει ανάλογα μέτρα, όμως και αυτή η προσπάθεια έπεσε στο κενό.[16] Λόγω, λοιπόν, του αποσπασματικού και ατελέσφορου χαρακτήρα του πολιτειακού δικαίου, η θεολογία παρέμενε πάντοτε επιφυλακτική και κριτική απέναντί του. Διότι εξ απόψεως θεολογικής η μετάδοσις πόρων δεν εξυπηρετεί απλώς την ανάγκη να εξισορροπηθεί η οικονομική ανισοκατανομή, αλλά είναι μέρος μιας διαφορετικής αντίληψης για τη δόμηση της κοινωνίας. Μιας οπτικής που θεωρεί τα υλικά αγαθά και τους φυσικούς πόρους ως κοινό κτήμα των μελών της κοινωνίας: «κοινός είναι ο πλούτους για όλα τα κτίσματα του Θεού και από κοινά ταμεία προερχόμενος», παρατηρεί ο Γρηγόριος Παλαμάς, συνοψίζοντας τη σκέψη των Πατέρων.[17] Προσδιορίζοντας την υπερβατική τάξη, η Πατερική θεολογία έχει ως κύρια επιδίωξη να θέσει κατ’ αναλογία ένα κανονιστικό πλαίσιο στο επίπεδο της πολιτικής τάξης. Αν ο Θεός είναι ο Δημιουργός και Κάτοχος όλων των αγαθών, τότε ο άνθρωπος  από ιδιοκτήτης υποβιβάζεται αυτόματα σε οικονόμο. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο πλούσιος πρέπει να γνωρίζει ότι τίποτα στην ουσία δεν του ανήκει, αφού τα πάντα είναι δοσμένα άνωθεν προς όλους τους ανθρώπους ισάξια. Σ’ αυτόν ανήκει μόνο η διαχείριση του πλούτου, πράγμα που τον καθιστά άμεσα υπόλογο στον Ουράνιο Δωρεοδότη. Το ότι κατέχει πολλά αγαθά δεν σημαίνει ότι έχει και τη Θεία εύνοια ή ευλογία. Ως προς τούτο, η Πατερική σκέψη διαφοροποιείται κάθετα από τη θεώρηση του πλούτου ως ευλογίας από το Θεό, που υπήρχε στο αρχαίο Ισραήλ και αποτυπώνεται στην Π.Δ. τόσο στην ιστορία των Πατριαρχών, όσο και στη Σοφιολογική Γραμματεία. Μάλιστα είναι πολύ ενδιαφέρον ότι ο Ιωάννης Χρυσόστομος θεωρεί ευθέως την επίκληση των Γραφών προς δικαίωση του πλούτου ως ευλογίας, ως τέχνασμα του Διαβόλου, ώστε να βλαστημηθεί το όνομα του Θεού από ‘κείνους που βλέπουν τους άδικους και τους άρπαγες να απολαμβάνουν ευπορία και ευμάρεια, ενώ οι δίκαιοι και τίμιοι δυστυχούν.[18] Η υλική ευμάρεια, συνεπώς, δεν συνιστά επιβράβευση της ατομικής αρετής του, ούτε απόδειξη ότι εκείνος που την απολαμβάνει είναι ο εκλεκτός του Θεού.[19] Το αντίθετο μάλιστα. Στην οικονομική σκέψη των Πατέρων ο πλούτος και ιδιοκτησία θεωρούνται προϊόντα εγκλήματος, αφού έχουν συγκεντρωθεί μέσω της αρπαγής και ιδιοποίησης, εκ μέρους των πλουσίων, της κοινής περιουσίας των μελών μιας κοινωνίας. Οι όροι «έγκλημα», «αρπαγή» και «ιδιοποίηση» δεν έχουν μόνο την κυριολεκτική τους σημασία, δηλαδή αυτήν την ευθείας και επιθετικής αφαίρεσης αγαθών από τους άλλους, αλλά προσλαμβάνουν και ευρύτερο νόημα. «Άρπαγας» για τους Πατέρες δεν είναι μόνο αυτός που ληστεύει ή κατάσχει ξένες περιουσίες, αλλά και αυτός που από πλεονεξία και εγωισμό δεν μοιράζεται τον πλούτο του, στερώντας τα περισσευούμενα σ’ αυτόν αγαθά από ‘κείνους που τα έχουν ανάγκη. «Αν εκείνος που απογυμνώνει τον ενδεδυμένο ονομάζεται λωποδύτης, πώς θα πρέπει να ονομαστεί εκείνος που αρνείται να ντύσει τον γυμνό, ενώ μπορεί να το κάνει; Του πεινασμένου είναι το ψωμί που τρως· του γυμνού, τα ρούχα που ‘χεις φυλαγμένα στην ντουλάπα σου· του ξυπόλυτου τα παπούτσια, που τα βαρέθηκες και τα πέταξες στην άκρη· του αναγκεμένου το ασήμι, που έχεις μαζέψει. Επομένως, τόσους αδικείς, όσους μπορείς να βοηθήσεις και δεν το κάνεις.», προειδοποιεί ο Βασίλειος.[20] Το όλο επιχείρημα είναι παιδαγωγικής τάξεως, δηλαδή στοχεύει στο να αφυπνίσει τις εφησυχασμένες συνειδήσεις όσων νομίζουν ότι πλούτισαν με την αξία τους, υποχρεώνοντάς τους να αναλογιστούν στην ευθύνη που έχουν απέναντι στον Θεό και στην επίγεια εικόνα του, που είναι ο πλησίον και μάλιστα ο πιο αδύναμος.
        Στο πλαίσιο της πολιτικής οικονομίας των Πατέρων της Ανατολής, λοιπόν, κάθε μορφή πλουτισμού –δίκαιη ή άδικη, νόμιμη ή παράνομη– θεωρείται κλοπή. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση κατά την οποία ο πλούτος υπάρχει για να μοιράζεται –όταν δηλαδή εντάσσεται μέσα σε μια διαδικασία εκούσιας αυτοκατάργησής του, όταν δηλαδή ο πλούσιος φροντίζει με τη θέλησή του να γίνεται ολοένα και φτωχότερος, ελεώντας τους πένητες.[21] Οι πολιτικοί και οικονομικοί άρχοντες, η αριστοκρατία της γης και τους πλούτου, οι δυνατοί, όπως τους αποκαλούσαν στο Βυζάντιο, θεωρούνται, μάλιστα,  πολύ χειρότεροι από τους απλούς κλέφτες, τους πορτοφολάδες της αγοράς και τους λωποδύτες των νυχτερινών διαρρήξεων γιατί, όπως, λέει ο Χρυσόστομος, αυτοί δεν «τρυπάνε απλά ένα τοίχο για να μπουν στο σπίτι και να κλέψουν», αλλά παίρνουν στην κατοχή τους ολόκληρο το σπίτι, κι όχι μόνο ένα, αλλά «άπειρα, αφού έχουν την εξουσία να το κάνουν αυτό πολύ εύκολα».[22] Η αντίληψη του πλούτου ως κλοπής υπονοεί, εκτός των άλλων, ότι στην καρδιά των οικονομικών δομών ενυπάρχει ένα στοιχείο βίας, η οποία, όμως, είναι νομότυπη και, για το λόγο αυτό, δύσκολο να αντιμετωπιστεί. Η αποκρουστικότερη μορφή οικονομικής βίας είναι το χρέος. Βία όχι απλώς έμμεση, λεκτική ή ψυχολογική, αλλά άμεση, ωμή και εγκληματική, που οδηγεί στην εξουθένωση και τον αφανισμό εκείνου που χρωστάει. «Οι άνθρωποι όταν συναντήσουν τους οφειλέτες τους», παρατηρεί ο Χρυσόστομος, «χαίρονται σαν να έχουν βρει λαχταριστό κυνήγι και κάνουν το κάθε τι για να πάρουν πίσω όλο το ποσό του χρέους. Κι αν δεν το καταφέρουν, εξαιτίας της ανέχειας των χρεωστών, ξεσπούν την φιλάργυρη οργή τους πάνω στο βασανισμένο κορμί των δυστυχισμένων, χτυπώντας το και δέρνοντάς το, μέχρι να του προξενήσουν χίλιες δυο βλάβες.»[23] Η συνήθης πρακτική του έντοκου δανεισμού καταδικάζεται από το σύνολο των Πατέρων, ως η πλέον στυγνή μορφή εκμετάλλευσης.[24] Έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε εδώ ότι βαθυστόχαστοι θεολόγοι όπως Ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος Νύσσης και ο Νικόλαος Καβάσιλας συνέγραψαν ειδικές πραγματείες «Κατά Τοκιζόντων», ενώ διάσπαρτες αναφορές στο ζήτημα του δανεισμού και του τόκου υπάρχουν σε πολλά έργα του Ιωάννου Χρυσοστόμου, του Γρηγορίου Θεολόγου, του Ιωάννη Δαμασκηνού, του Γρηγορίου Παλαμά κ.α. Σ’ αυτό ακολουθούν την σαφή απαγόρευση του τόκου μεταξύ των Εβραίων που απαντάται στην Π.Δ.[25] Εντούτοις, δεν αρκούνται απλώς στο να στηλιτεύσουν τον έντοκο δανεισμό, αλλά επιχειρούν να αναλύσουν τι φανερώνει η πρακτική αυτή και ποιες επιπτώσεις έχει στη ζωή των φτωχών. Η διαφώτιση αυτή κρίνεται αναγκαία διότι το τότε οικονομικό σύστημα παρουσίαζε τον έντοκο δανεισμό ως κίνηση «φιλανθρωπίας» των πλουσίων προς αυτούς που είχαν ανάγκη και το δάνειο ως «δωρεά» που προσφέρει διέξοδο σε κρίσιμες στιγμές αδιεξόδου. Την ψευδαίσθηση αυτή διαλύουν οι Πατέρες, αποκαλύπτοντας την άβυσσο της απανθρωπιάς και ασπλαχνίας που χάσκει μέσα στην ψυχή εκείνου που κερδοσκοπεί πάνω στη συμφορά του άλλου. Συμφορά την οποία, μάλιστα, εύχεται και επιζητεί επειδή τη βλέπει ως «αφορμήν πόρων». Ο τοκογλύφος θησαυρίζει από τα δάκρυα και την απελπισία των δυστυχισμένων, λένε οι Πατέρες, γι’ αυτό και ο πλούτος του είναι βδελυρός. Μάλιστα, υπενθυμίζοντας την πρακτική της αρχαίας εκκλησίας να μη δέχεται δωρεές από άπιστους, άδικους και εκμεταλλευτές πλουσίους (Διαταγαί των Αποστόλων), ο Γρηγόριος Νύσσης θεωρεί απαράδεκτη τη φιλανθρωπία που γίνεται από τα κέρδη των τόκων.[26] Με έμφαση υπογραμμίζουν οι Πατέρες το γεγονός ότι κάθε δάνειο μετατρέπει αυτόματα τον οφειλέτη σε άτυπο σκλάβο και δουλοπάροικο στην υπηρεσία του δανειστή του, υπογραμμίζουν την πολιτική πτυχή του ζητήματος. Κι αυτή είναι ότι  ο τόκος παγιώνει σχέσεις υποτέλειας και εξάρτησης. Ή για να το πω αλλιώς, είναι ένα εργαλείο κατακυρίευσης και εξουσίας. Γι’ αυτό, οι Πατέρες προειδοποιούν: προκειμένου να περισώσουν την αυτονομία και την αυτοδιάθεσή τους, οι φτωχοί θα πρέπει πρώτον, να είναι ολιγαρκείς και συνετοί στη διαχείριση των οικονομικών τους και δεύτερον να είναι εργατικοί και φιλόπονοι, ώστε να είναι σε θέση να εξασφαλίσουν μόνοι τους τα προς το ζην. Η αργία και η ακηδία είναι κατακριτέα πάθη, διότι βυθίζουν τον άνθρωπο στην ανυποληψία και τη σκλαβιά. Κι άλλωστε, αποτελούν ιδιότητες των εκμεταλλευτών πλουσίων, οι οποίοι είναι οι μόνοι που ζουν χωρίς να εργάζονται, παραδομένοι στις τρυφές και την ακολασία. Το επάγγελμα, λοιπόν, πέραν από μέσο επιβίωσης αναδεικνύεται και σε εγγυητή της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας του ατόμου –αποκτά δηλαδή ηθικό και πνευματικό χαρακτήρα.[27]
        Όμως, η οικονομική βία που ασκείται στο λαό από το καθεστώς της εκμετάλλευσης είναι φυσικό να γεννά βία και από την πλευρά των καταπιεσμένων. Ο Χρυσόστομος μάλιστα δεν διστάζει να δικαιολογήσει την εξεγερσιακή βία των εξαθλιωμένων, επιρρίπτοντας τις ευθύνες για την εμφάνισής της στο σύστημα που δημιουργεί και αναπαράγει την κοινωνική αδικία: «Ακόμη κι αν επιτίθεται [ο φτωχός], θα πρέπει να τον ελεήσουμε, διότι η πείνα είναι που τον πιέζει και φορά την κουκούλα του εξεγερμένου. Αυτό είναι ένα έγκλημα που το διαπράττει η δικιά μας ασπλαχνία. Επειδή δεν ανεχόμαστε να τους προσφέρουμε με προθυμία τα όσα χρειάζονται, [οι φτωχοί] αναγκάζονται να καταφεύγουν σε τεχνάσματα, ώστε να υπερκεράσουν την απανθρωπιά μας και να μαλακώσουν την σκληρή μας καρδιά[28]
        Η πολιτική θεολογία των Πατέρων αποφεύγει, συνεπώς, την, τόσο συνηθισμένη μέχρι και σήμερα, ενοχοποίηση των φτωχών, των θυμάτων της ιστορίας. Πολύ περισσότερο, αποφεύγει να αποδώσει την οικονομική και κοινωνική ανισότητα σε κάποια φυσική τάξη άνωθεν θεσπισμένη. Αντίθετα, την αντιλαμβάνεται ως κοινωνική κατασκευή, που τροφοδοτείται από την εγωιστική τροπή της ανθρώπινης ελευθερίας, τουτέστιν την αμαρτία, και αντανακλά συσχετισμούς εξουσίας. Είναι η απληστία και η ιδιοτέλεια των οικονομικά ισχυρών, σε συνδυασμό με την αλαζονεία της πολιτικής εξουσίας και την πνευματική οκνηρία, την ακηδία των μαζών, που έχουν παγιώσει θεσμούς εκμεταλλευτικούς, απάνθρωπους και καταπιεστικούς. Η φιλοκτημοσύνη, η φιλαρχία, η φιληδονία συνθέτουν το τρίπτυχο των παθών που αιχμαλωτίζουν την ανθρωπότητα στη λατρεία του Χρυσού Μόσχου του συμφέροντος και του κέρδους. Αυτή η ειδωλολατρική προσκόλληση στη δύναμη, στον πλούτο και στις ηδονές συνιστά τη χειρότερη μορφή αλλοτρίωσης και είναι υπεύθυνη για όλα τα δεινά, τη δυστυχία και τον πόνο που υπάρχει στην ανθρώπινη κοινωνία.[29]    
        Αντιμέτωπος με την κοινωνική αδικία, ο Χριστιανός δεν επιτρέπεται να παραμένει αδρανής ή σιωπηλός. Στην πολιτική σκέψη των Πατέρων, η ανοχή είναι συνενοχή. Φανερώνει σκληροκαρδία και αδιαφορία για τον πλησίον, «δι’ ον Χριστός απέθανεν». (Α’ Κορ. 8:11) Ακόμη κι αν ο πιστός, ακολουθώντας το παράδειγμα του Ιησού και των μαρτύρων, επιδείξει στάση επιείκειας, συγχώρησης και υπομονής όταν αδικείται ο ίδιος, έχει χρέος να αντιδράσει –και μάλιστα δυναμικά– όταν βλέπει να αδικούν τους συνανθρώπους του, και μάλιστα τους «ελαχίστους». Μέσα στα έργα της αγάπης, λέει ο Γρηγόριος Παλαμάς είναι και το «να πάρουμε εκδίκηση για τους αδικημένους».[30] Συνήθως, βέβαια, το αντίθετο συμβαίνει: καθένας διαμαρτύρεται και εξεγείρεται όταν θίγεται ο ίδιος, ενώ παραβλέπει την αδικία όταν γίνεται στους άλλους. «Τι λοιπόν είναι επιείκεια και τι ανανδρία;» μπροστά στο κοινωνικό κακό, διερωτάται ο Χρυσόστομος. Και αμέσως διευκρινίζει: «Όταν βλέπουμε άλλους να αδικούνται και δεν σπεύδουμε να τους υπερασπιστούμε, αλλά σιωπούμε, αυτό λέγεται ανανδρία. Όταν υπομένουμε την αδικία που γίνεται σε μας τους ίδιους, αυτό λέγεται επιείκεια. Και παρρησία τι είναι; Όταν αγωνιζόμαστε για χάρη των άλλων. Ενώ θρασύτητα; Όταν νοιαζόμαστε μονάχα πώς θα προφυλάξουμε τους εαυτούς μας[31] Αυτό το αγωνιστικό φρόνημα και ο μετά παρρησίας έλεγχος των εκμεταλλευτικών και καταπιεστικών δομών συνθέτουν το διπλό καθήκον κάθε κοινωνικά ευαίσθητου πιστού. Ψυχή του είναι το όραμα του ερχομού μιας απελευθερωμένης από την αδικία κοινωνίας. Βασικά χαρακτηριστικά της «αγγελικής» αυτής πολιτείας, όπως την αποκαλεί ο Χρυσόστομος, είναι η αλληλεγγύη, η δικαιοσύνη, η κοινοκτημοσύνη και η αγάπη.[32] Είναι προφανές ότι σημεία αναφοράς του ουτοπικού αυτού οράματος είναι αφενός η πρώτη εκκλησιαστική κοινότητα των Ιεροσολύμων, και αφετέρου η εσχατολογική Νέα Ιερουσαλήμ, η Αγία Πόλη του Εσφαγμένου Αρνίου, το μελλοντικό σπίτι της λυτρωμένης από το άδικο, τον πόνο και το θάνατο ανθρωπότητας.
        Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι οι βασικές αρχές της πολιτικής θεολογίας των Ελλήνων Πατέρων που τροφοδοτούν το αίτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης είναι οι εξής:
1ον Ο Θεός είναι ο Δημιουργός και Κάτοχος των υλικών αγαθών και δικαίωμα σ’ αυτά έχουν όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι ισότιμα.
2ον Ο πλούτος είναι ιδιοποίηση και αρπαγή δημόσιας περιουσίας, αφού σφετερίζεται τα κοινά αγαθά, αποστερώντας τα από τους πολλούς.  
3ον Η κοινωνική αδικία δεν είναι ούτε φυσική ούτε άνωθεν δεδομένη –η φτώχια, η πείνα, η εκμετάλλευση, η ανεργία, η ανισότητα, η καταπίεση και η υποδούλωση δεν είναι φυσικά φαινόμενο, σαν το σεισμό ή τις επιδημίες. Είναι απότοκα της ανθρώπινης ιδιοτέλειας, πλεονεξίας και αλαζονείας –που συνθέτουν τη νέα ειδωλολατρία του συστήματος
4ον Η οικονομική ανισότητα, η καταπίεση και εκμετάλλευση των αδυνάτων είναι μορφές δομικής βίας, η οποία είναι νομιμοποιημένη και εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ισχυρών. Η πιο απάνθρωπη μορφή τέτοιας βίας είναι το χρέος που προκύπτει από τον έντοκο δανεισμό και οδηγεί τον οφειλέτη στην υποτέλεια. Απέναντι στη βία του συστήματος, οι εξαθλιωμένοι επιτρέπεται να αντιδράσουν, καταφεύγοντας στην αντί-βία της εξέγερσης.
5ον  Ο αγώνας για δικαιοσύνη και ο αυστηρός έλεγχος της εξουσίας είναι καθήκοντα κάθε πιστού και πρέπει να επιτελούνται με τόλμη και παρρησία. Στόχος η ανατροπή των άδικων και εκμεταλλευτικών δομών και η απελευθέρωση των καταπιεσμένων.
6ον Ως οργανικό μέρος του αγώνα για κοινωνική δικαιοσύνη, η αγάπη δεν ταυτίζεται ούτε με την ανέξοδη συμπόνια, ούτε με την αποστασιοποιημένη ελεημοσύνη, αλλά είναι έμπρακτη στήριξη των ασθενέστερων μελών της κοινωνίας δια της μετάδοσης υλικών πόρων προς αυτούς.
7ον Αγάπη δεν είναι μόνο το να προσπορίζεις τον αδικημένο, αλλά και το να καταγγείλεις την αδικία που τον μαστίζει. Συνεπώς, η μετάδοση είναι η άλλη όψη της παρρησίας και τανάπαλι. Μαζί συνθέτουν την αγωνιστική μαρτυρία των πεινώντων και διψώντων την δικαιοσύνην. Ο διττός αυτός χαρακτήρας είναι που διαχωρίζει κάθετα τη χριστιανική αγάπη από την κάθε μορφής συστημική φιλανθρωπία ή ελεημοσύνη. Η τελευταία όχι απλώς δεν αμφισβητεί και δεν κρίνει το υπάρχον εκμεταλλευτικό καθεστώς, αλλά αντιθέτως, συμβάλλει στη συντήρηση και διαιώνισή του, αφού  περιθάλπει και κατευνάζει τα θύματά του.

Πρόνοια και Θεολογία, λοιπόν. Έργα Αγάπης και προσφοράς προς τους χειμαζόμενους, σε συνδυασμό με δριμεία και άτεγκτη Κριτική του συστήματος της αδικίας –με μια φράση Μετάδοση και Παρρησία- συνθέτουν τη διπλή συμβολή των Πατέρων της Ανατολής πάνω στο ζήτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Σήμερα, σε μια εποχή πολύμορφης κρίσης και βαθιάς παρακμής, όπου κορυφώνεται η αδικία σε όλα τα επίπεδα και ένα σύστημα στυγερής τυραννίας απλώνεται πάνω από τις κοινωνίες μας, αξίζει να αναλογιστούμε τις αρχές της Πατερικής σκέψης που επιχειρήσαμε να παρουσιάσουμε σήμερα. Όχι καθόλου επειδή πρέπει να μείνουμε προσκολλημένοι στο γράμμα μιας φαντασιακά εξιδανικευμένης παράδοσης, αλλά διότι τα κολοσσιαία αυτά πνευματικά αναστήματα του παρελθόντος μπορούν να αποτελέσουν για μας πηγή έμπνευσης και οδοδείκτες ήθους και συμπεριφοράς. Η παρουσία τους μάς κρίνει, η μαρτυρία τους θέτει το όριο του καθήκοντος, που εμείς οι κατοπινοί έχουμε, όχι να αντιγράψουμε δουλικά, αλλά να προεκτείνουμε δημιουργικά ό,τι καλό και χρήσιμο υπάρχει στην παράδοσή μας. Ειδάλλως θα φανεί πως δεν είμαστε τίποτα άλλο παρά νάνοι που καθόμαστε σε πλάτες γιγάντων.
Οι καιροί μας εκτός από ζοφεροί, είναι συνάμα και ενδιαφέροντες: με αγώνα πολύ μπορούν να γίνουν καιροί ελπίδας και καιροί απελευθέρωσης. Όμως χρειάζεται αρετή και τόλμη από την πλευρά μας. Να κατανοήσουμε πως εάν δεν σταθούμε τώρα με σθένος και αυτοθυσία υπερασπιστές της δικαιοσύνης, της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, η γενιά μας θα είναι σαν να μην γεννήθηκε ποτέ. Και πιστεύω πως ως άξονες, για να αναμετρήσουμε το ανάστημά μας και να αναλογιστούμε το καθήκον μας, οφείλουμε, μεταξύ άλλων, να θέσουμε και τις θεολογικές και ηθικές αρχές που παρουσιάσαμε παραπάνω. Διότι πολύ φοβάμαι ότι τόσο η Εκκλησιαστική Διοίκηση, όσο και η (όποια) παραγόμενη Ορθόδοξη θεολογία σήμερα τις έχουν προ πολλού απεμπολήσει και απολησμονήσει. Και η μεν εκκλησιαστική Διοίκηση έχει συρρικνώσει (με καμάρι, μάλιστα, και περηφάνια!) τη δράση της στον τομέα της πρόνοιας, η δε θεολογία περί άλλα (συντεχνιακά) τυρβάζει, μοιάζει ανίκανη να αποτιμήσει ερμηνευτικά τα όσα διαδραματίζονται σήμερα. Πολύ δε περισσότερο, αποδεικνύεται ανέτοιμη στο να καταθέσει λόγο αληθείας και να τοποθετηθεί στο πλευρό των θυμάτων δίνοντας μαρτυρία ελπίδας. Και στις δύο περιπτώσεις απουσιάζει ο κριτικός έλεγχος των βαθιών δομών που εδραιώνουν και αναπαράγουν την κοινωνική αδικία –μ’ άλλα λόγια, απουσιάζει η παρρησία, όπως την αναλύσαμε παραπάνω. Το γεγονός αυτό, βέβαια, δεν προξενεί ιδιαίτερη έκπληξη, αν αναλογιστεί κανείς την από δεκαετίες διαπλοκή της εκκλησιαστικής γραφειοκρατίας με το φαύλο και διεφθαρμένο πολιτικοοικονομικό σύστημα που απεργάστηκε την κοινωνική παρακμή και οδήγησε τη χώρα στην υποτέλεια. Το ζήτημα έχει μεγάλη ιστορία και πολλές πτυχές, και δεν είναι εδώ η στιγμή να αναφερθούμε αναλυτικά στη στάση που κράτησε η Εκκλησία της Ελλάδος από το 2009 μέχρι σήμερα.[33] Εκείνο που πονάει, όμως, είναι η ολική έκλειψη της προφητικής συνείδησης, την οποία έχει ως καθήκον και αποστολή της να διασώζει και να εκφράζει η Ορθόδοξη θεολογία μέσα στην ιστορία. Κι αν η θεολογία δεν σταθεί τώρα, στην κρίσιμη στιγμή της δοκιμασίας, δίπλα στο χειμαζόμενο από την αδικία λαό του Θεό, εμπνέοντας και παρακινώντας τον, πολύ σύντομα θα υποχρεωθεί να αναγνωρίσει ότι δεν έχει λόγο ύπαρξης. Θα δοκιμάσει τότε η θεολογία την μέγιστη κοινωνική απόρριψη και καταισχύνη. Και μαζί της θα αποδειχτούν (γι’ ακόμη μια φορά) ανυπόληπτοι κι όλοι οι ασπόνδυλοι, τρομαγμένοι και συμβιβασμένοι –καθ’ έξιν ή κατ’ επάγγελμα- φορείς της. Διότι «το αλάτι είναι καλό, αν όμως χάσει την αρμύρα του, με ποιο τρόπο θα την αποκτήσει πάλι; Δεν κάνει ούτε για χώμα ούτε για κοπριά. Το πετάνε. Όποιος έχει αυτιά για να ακούει ας ακούει.» (Λκ. 14:34-35)





[1] Για τις αντιλήψεις περί κοινωνικής δικαιοσύνης στην αρχαιότητα Βλ. K. D. IRANI AND MORRIS SILVER, Social Justice in the Ancient World, New York: Greenwood Press, 1995
[2] Βλ. NORMAN COHN, Αγώνες για την Έλευση της Χιλιετούς Βασιλείας του Θεού, μτφρ. Βασίλης Τομανάς, Σκόπελος: Νησίδες, 1999, 197
[3] Για την αυστηρή κριτική των προφητών στο καθεστώς κοινωνικής αδικίας της εποχής τους ενδεικτικά βλ. Αμ. 2:6-8, 2:13, 3:9-10, 4:1-3, 5:7-12, 6:12, Μιχ. 2:1-2, 2:8-10, 3:1-3, 3:9-11, Ησ. 3:13-15, 5:8-30, 10:1-4, Ιερ. 7:3-14, 22:13-19. Για το κοινωνικό μήνυμα των προφητών βλ. το κλασικό: GERHARD VON RAD, The Message of the Prophets, trnsl. D.M.G. Stalker, San Francisco: HarperCollins, 1967        
[4] Ενδεικτικά βλ. Ρωμ. 1:28-32, 12:9-12, 15:1-2, Α΄Κορ.5:11, 6:1-11, 13:1-13, Β΄Κορ. 8:13-14, Γαλ. 6:2, Εφ. 4:27-28, 5:3-5, 
[5] Βλ. Ιακ. 1:27, 2:1-26, 5:1-6
[6] Ενδεικτικα βλ. Μθ. 5:3, 5:6-10, 9:13, 15: 15-20, 19:16-26, 21:12-13, 22:37-40, 25:31-46, Μκ. 7:14-23, 10:17-22, 10:42, 11:15-17, 12:28-34, 13:1-37, Λκ. 3:11, 6:20, 6:24-25, 6:30-35, 12:15-21, 12:32-34, 12:33, 16:13, 16:19-31, 18:18-23, 19:1-10, 19:45-46, 22:25, Ιω. 2:13-17
[7] Βλ. RODNEY STARK, Η Εξάπλωση του Χριστιανισμού, μτφρ. Μαρία Λουκά, Άρτος Ζωής, Αθήνα 2005, 115-147
[8] Παρατίθεται στο RODNEY STARK, ό.π. 129
[9] Στο ίδιο, 130
[10] Στο ίδιο, 131,134
[11] Στο ίδιο, 142
[12] Για την κοινωνική διδασκαλία των Πατέρων αντλούμε από την εξαιρετική μελέτη του ΙΩΑΝΝΗ Σ. ΠΕΤΡΟΥ, Κοινωνική Δικαιοσύνη: Το Πρόβλημα της Κοινωνικής Δικαιοσύνης στην Παράδοση της Ορθοδοξίας, Παρατηρητής: Θεσσαλονίκη 1992, 55-118.
[13] Βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εις Ρωμαίους 7,5, PG 60:447
[14] Βλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΥ, Περί Φιλοπτωχίας 25-26, PG 35:892ΑΒ και πρβλ. Λόγος 37,6 PG 36:289ΑΒ
[15] Για την οργανωμένη βυζαντινή φιλανθρωπία εξαιρετική ως προς την πρωτοτυπία και πληρότητά της είναι η παλαιά μελέτη του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΜΑΝΤΟΥ, Η Ελληνική Φιλανθρωπία κατά τους Μεσαωνικούς Χρόνους, περ. ΑΘΗΝΑ, 1923, 131-164. Όπως πληροφορούμαστε από το συγγραφέα, «η παρούσα μελέτη ανεπτύχθη ως διάλεξις υπέρ των προσφύγων της Μικράς Ασίας την 22α Οκτωβρίου 1822 […]». Από αυτό, καθώς και από το περιεχόμενο και το ύφος της έρευνας, γίνεται φανερό πως ο Άμαντος επιλέγει να αναδείξει τις βυζαντινές προσπάθειες φιλανθρωπίας σε μια ιστορική συγκαιρία κατά την οποία δεσπόζει το πιεστικό πρόβλημα της εγκατάστασης των προσφύγων στην Ελλάδα, και επείγει η παροχή φροντίδας προς αυτούς. Από την άποψη αυτή, η μελέτη του, πέραν από τον σαφή επιστημονικό, έχει κι έναν υπόρρητο παραινετικό χαρακτήρα: αποσκοπεί στο να ευαισθητοποιήσει τις συνειδήσεις των ελλαδιτών προκειμένου να συνδράμμουν προθυμότερα και πιο μεγαλόψυχα τους εκτοπισμένους αδελφούς τους, παραδειγματιζόμενοι από τους βυζαντινούς προγόνους. Το παρελθόν αξιοποιείται εδώ ιδεολογικά, προκειμένου να στηριχθεί μια έμμεση δήλωση στήριξης των φτωχών και κατατρεγμένων. Για μια νεότερη διαπραγματευση του ίδιου θέματος Βλ. CONSTANTELOS, D,J, Byzantine Philanthropy and Social Welfare, New Brunswick, New Jersey: U.P., 1968
[16] Βλ. ΒΛΑΣΙΟΥ ΦΕΙΔΑ, Βυζάντιο, Π.Ε., Αθήνα 1985, 172
[17] Βλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ, Ομιλία 13, PG 164ΑΒ
[18] Βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εις το ρητόν του Προφήτου Ιερεμίου «Κύριε, ουχί του ανθρώπου η οδός αυτού…» 3, PG 56:158   
[19] Αντίληψη που, όπως μάς έδειξε ο Weber, ισχύει στο πλαίσιο της καλβινιστικής ηθικής, που βρίσκεται στη ρίζα του καπιταλισμού. Βλ. MAX WEBER, The Protestant Ethic and The Spirit of Capitalism, trnsl. Talcott Parsons, New York: Dover Publications, 2003    
[20] Βλ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Εις το «καθελώ μου τας αποθήκας» 7, PG 31:276C-277Α
[21] Βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εις Α΄Τιμόθεον, 12:4, PG 62:563
[22] Βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εις Ματθαίον 58:5, PG 58,574 και ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ, Ομιλία 15, PG 151:180CD
[23] Βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εις την παραβολήν του τα Μύρια Τάλαντα Οφείλοντος, ό.π.,ε
[24] Αναλυτικά τις απόψεις των Πατέρων για τον τόκο βλ. στο ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΟΥ, ό.π. 101-105
[25] Ενδεικτικά: Δευτ. 23:20, Ψαλμ. 14:5, 54:12, Ιερ. 9:6, Ιεζ. 8:8, 22:12
[26] Βλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Κατά Τοκιζόντων 5, PG 29, 277C-280A
[27] Βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εις την προς Κορινθίους 5:6 PG 61, 47, Εις Ιωάννην 36:2 PG 59,205, ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Κατά Τοκιζόντων 4, PG 29, 276Β
[28] Βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εις την Ρωμαίους, 14:9, PG 60:535
[29] Βλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΟΥ, ό.π. 90
[30] Βλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ, Ομιλία 4, PG 151:61D
[31] Βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εις τας Πράξεις των Αποστόλων 48:2, PG 60:336
[32] Βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εις τας Πράξεις των Αποστόλων 7:2, PG 60:65 και ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Ασκητικαί Διατάξεις 18:12, PG 31:1381C-1384Α
[33] Αναλυτικά επαυτού βλ. DIMITRIOS BEKRIDAKIS, Time to Rise Up or Time to Lament Our Sins? A Critical View on the Orthodox Church’s Response to the Financial Crisis in Greece, unpublished lecture held at the Conference on  Christianity and the Christian East, Heythrop College, London: 27/6/2012 και GERASIMOS MAKRIS and DIMITROS BEKRIDAKIS, The Greek Orthodox Church and the Economic Crisis since 2009, International Journal for the Study of the Christian Church, 2013, Vol. 13, No. 2, 111–132, http://dx.doi.org/10.1080/1474225X.2013.793055  
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...