Τρίτη, 31 Μαρτίου 2020

PACE E BENE. Don Giuseppe Berardelli





του Νίκου Βαραλή

Κυκλοφορεί μέσα μου ως ζωντανό ξυλόγλυπτο της παρουσίας του Ιησού. Το όνομα του Τζιουζέπε, στα εβραϊκά ο Ιωσήφ αυτός που μεγαλώνει για τον Θεό.
Να γεννηθείς στο Φοντένο 21 Αυγούστου του 1947 δεν σημαίνει τίποτα. Η λίμνη ντ’ Ιζο θα γυάλιζε, οι μαυραγορίτες θα αγόραζαν και θα πουλούσαν και όλοι θα είχαν την συνείδηση ήσυχη. Κι εσύ να γεννιέσαι και να σε λένε Ιωσήφ δηλαδή ο άνθρωπος που ακολουθεί τα όνειρα του. Στα 25 παπάς. Τι πάει να πει; Από τη μεριά των θρησκευόμενων εξουσία, από τη μεριά αυτών που στέκονται μακριά από την εκκλησία, κοροϊδία. Και από τις δυο μεριές ακυρωμένος. Αλλά άμα σε λένε Τζιουζέπε και τα όνειρα σου είναι πιο σημαντικά από την εικόνα των άλλων, δεν σε νοιάζει τίποτα. Στο κέντρο της καρδιάς του είχε έναν νεογέννητο Ιησού για αυτό ήταν πάντα χαρούμενος.
Μόλις έγινε παπάς αγόρασε μια βέσπα. . Ήθελε να είναι κόκκινη και κόκκινη ήταν. Με αυτή ταξίδευε τα όνειρα του ο Τζιουζέπε. Δεν έφυγε ποτέ από την Λομβαρδία. Εκεί γύρω στο Μπέργκαμο γυρνούσε. Το Μπέργκαμο των εργοστασίων των συντηρητικών των κλειστών σπιτιών. Ο Ιωσήφ έγινε το κλειδί. Το κλειδί που ξεκλείδωνε τις πόρτες και τις καρδιές. «Μα που το βρίσκει το κέφι όλη την ώρα και χαμογελάει;» έλεγαν όταν περνούσε με την κόκκινη βέσπα και χαιρετούσε “Pace e bene” όπως χαιρετούσε ο Αη Φραγκίσκος, ο φτωχούλης του Θεού. Που πάει να πει «Ειρήνη και καλοσύνη» Πρώτα η ειρήνη. Ειρήνη μέσα μας πάνω από όλα. Και πάνω εκεί χτίζεται η καλοσύνη. Pace e bene… «α ξερω ποιος πέρασε ο Ντον Τζιουζέπε»
Τελευταίος σταθμός το Κασνίγκο λίγα χιλιόμετρα μακριά από το Μπέργκαμο κι αυτό. Αγαπημένη γη της Λομβαρδίας. Την άλλη μέρα σούσουρο το χωριό «ήρθε ο καινούργιος παπάς. Τον είδαμε με την κόκκινη βέσπα». «Δεν βαριέσαι μια από τα ίδια κι αυτός τουλάχιστον να μην πίνει». Κι ο Τζιουζέπε μπήκε στην εκκλησιά του Αη Γιάννη του Βαπτιστή κι έκανε μια βαθειά υπόκλιση και μετά γέλασε. Πήρε τον μόνιμο διάκονο που ήταν στο χωριό ένας υδραυλικός το επάγγελμα μαζί με την οικογένεια τους έβγαλε έξω. Από την πρώτη εβδομάδα φήμες άρχισαν να κυκλοφορούν στο Κασνίγκο. «Δεν είναι σαν τους άλλους» έλεγε κάποιος «Τις προάλλες είχαμε μαλώσει με τον γείτονα και ήρθε ο Ντον Τζιουζέπε και δεν ξέρω τι έκανε αλλά μετά από λίγο πίναμε κρασί στην ταβέρνα ο ένας αγκαλιά με τον άλλον» . Τα σπίτια των χριστιανών άνοιγαν αλλά άνοιγαν και τα σπίτια των μη χριστιανών. Ο Ντον Τζιουζέπε δεν έκανε διακρίσεις. Όταν πέθαινε κάποιος που δεν έρχονταν στην εκκλησία αυτός έπαιρνε τηλέφωνο. « Αν θέλετε να έρθω αν δεν θέλετε εγώ θα προσευχηθώ από μακριά» Η αγάπη και ή θυσία που έδειχνε γύριζε πίσω με τόκο. Είχε τον ενθουσιασμό ενός παιδιού και την καρδιά ενός μεγάλου δέντρου. Σε αυτό το δέντρο έβρισκαν ξεκούραση όλοι οι κουρασμένοι
Η εκκλησία έκλεισε με την επιδημία. Αυτός δεν σταμάτησε ποτέ. Πήγαινε να μεταλάβει τους αρρώστους . Να τους σταθεί μαζί με τους γιατρούς. Τον καλούσαν. Ήθελαν το χαμόγελο του Ντον Τζιουζέπε, είχαν ανάγκη το θάρρος του. Δεν ήταν πια νέος είχε περάσει τα 72 είχε και άσθμα από μικρό παιδί αλλά δεν φοβόνταν. Είχε εγκαταλείψει όλη τη ζωή του στα χέρια του Θεού. Μέχρι που κόλλησε κι αυτός. Ήρθε ο πυρετός, η δύσπνοια. Τον πήγανε νοσοκομείο. Οι κάτοικοι του Κασνίγκο μαζέψανε λεφτά να του πάρουνε έναν αναπνευστήρα. Πήγαν οι φίλοι του τον βρήκαν στο νοσοκομείο να του το πούνε να χαρεί. Κι αυτός γέλασε όπως πάντα και τους είπε «Άμα τον πάρετε να τον δώσετε εδώ στο παλικάρι που είναι νέος αυτός έχει μεγαλύτερη ανάγκη»
Δεν πρόλαβε να έρθει ο αναπνευστήρας και ο Ντον Τζιουζέπε πήρε την κόκκινη βέσπα που είχε κρυμμένη στα όνειρα κι έφυγε σιωπηλά όπως ήρθε. Και οι κάτοικοι του Κασνίγκο δεν ήξεραν τι να κάνουν για να δείξουν την αγάπη τους σε αυτόν τον άνθρωπο που για 14 χρόνια ήταν σημείο αναφοράς, ήταν η εικόνα του Χριστού που δεν είχαν συναντήσει ποτέ αλλά τον έβλεπαν σε αυτόν τον Ντον Τζιουζέπε. 16 του μηνός Μαρτίου βγήκαν όλοι στα μπαλκόνια χριστιανοί και μη χριστιανοί και του δώρισαν ένα μεγάλο χειροκρότημα για να του δώσουν λίγο πίσω από την χαρά και την ελπίδα που τους μετέδιδε τόσα χρόνια.
Ο Ντον Τζιουζέπε Μπεραρντέλι δεν πέθανε. Είναι τώρα στη μεγάλη εκκλησία του Χριστού, έχει ανεβάσει το Ιησού στη κόκκινη βέσπα του και του δείχνει την λίμνη που μεγάλωσε, του δείχνει τον πόνο των ανθρώπων το θάνατο και την πίκρα και οι δυο μαζί κλαίνε στο μεγάλο τραπέζι της Ανάστασης. Ει Ντον Τζιουζέπε «pace e bene”…. "Ειρήνη και καλοσύνη".. Ντον Τζιουσέπε κράτα ένα ψίχουλο ψωμί να έχει η ελπίδα μας τροφή να μην πεινάει.

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2020

Τριαντάφυλλος Σερμέτης:Η θεολογία της Αφύπνισης (απόσπασμα)





Η θεολογία της ελπίδας κυριάρχησε στον ευρωπαϊκό χώρο και  ιδιαίτερα στον προτεσταντικό, από τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Στην πραγματικότητα, αποτέλεσε προπομπό της πολιτικής θεολογίας που διαμορφώθηκε από το 1968 και έπειτα στην Ευρώπη. Η πολιτική θεολογία ιδιαιτεροποιεί τη θεολογία της ελπίδας και, σε συνδυασμό με τη θεολογία του θανάτου του θεού, της προσδίδει χαρακτηριστικά έντονα πολιτικά, αντίστασης και απελευθέρωσης των λαών από την καταπίεση της άρχουσας τάξης. Ο J. Moltman με τη μελέτη του «Υπαρξιστική ιστορία και ιστορία του κόσμου. Προς μια πολιτική ερμηνευτική του Ευαγγελίου» υποστηρίζει ότι αποτελεί ανάγκη πλέον ο χριστιανικός υπαρξισμός να αφήσει την ιστορία της ιδιαιτεροποίησης του υποκειμένου και να ανοιχτεί στη συλλογική ιστορία, την ιστορία του κόσμου. Ενώ, για την υπαρξιστική θεολογία ο ερμηνευτικός ορίζοντας ήταν το μέλλον του υποκειμένου μέσα στο ιστορικό πλαίσιο που βιώνουμε, η χριστιανική θεολογία θα πρέπει να ανασυνθέσει και να εφαρμόσει,  ως ερμηνευτικό ορίζοντα, όχι μόνον την ιστορία του ατόμου, αλλά και την ιστορία του κόσμου: «Αυτή η ερμηνευτική», υποστηρίζει ο Moltman, «μπορεί να ονομαστεί πολιτική ερμηνευτική γιατί αντιλαμβάνεται την πολιτική ως τον ευρύ ορίζοντα της ζωής του ανθρώπου». Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ο χριστιανικός υπαρξισμός, με το να προτάσσει το υποκείμενο, δεν είχε άλλο στόχο παρά να αλλάξει όχι μόνο το πρόσωπο αλλά και όλο τον κόσμο. Με άλλα λόγια, για να αλλάξει ο κόσμος προϋποθέτει την αλλαγή του προσώπου. Υπό το πρίσμα αυτό, στην ουσία της η υπαρξιακή θεολογία είναι μια επαναστατική θεολογία αφού πρόκειται περί της ριζικής ανατροπής του προσώπου και κατά επέκταση της ιστορίας.

Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2020

Αντώνης Μαραγκός: Αξιόπλοο σκαρί, με πλήρωμα και προωθητική του δύναμη τις στέρεες και γνήσια χριστιανικές ιδέες του συγγραφέα




Εισήγηση  στην παρουσίαση του βιβλίου : «Ο Θεός, οι νέοι και άλλες rockn roll ιστορίες». Τήνος, 29-02-2020.

-Εκ προοιμίου οφείλω να επισημάνω ότι ούτε βιβλιοκριτικός είμαι ούτε εγκρατής περί των θεολογικών ζητημάτων τυγχάνω· έχω και βεβαρυμμένο ιστορικό ως διαρκής αμφισβητίας και με ιδιαίτερη τη δυσκολία ένταξής μου σε καλούπια και περιχαρακώσεις. Φαίνεται, όμως, ότι αυτός ο προβληματικός μου χαρακτήρας είλκυσε τον κ. Αργυρόπουλο ώστε να προτείνει τη συμμετοχή μου στην εδώ παρουσίαση τού συγκεκριμένου πονήματός του, γιατί, όπως ο ίδιος ομολογεί, με τέτοιους «τη βρίσκει» εάν (να) συνυπάρχει· ίσως η «αιρετική» μου φύση δίνει αφορμή για περαιτέρω γόνιμο διάλογο, στον οποίο τόσο αρέσκεται ο συγγραφέας και με τόση πειστικότητα υπηρετεί. Επί πλέον, παρά την ήδη προβεβηκυία ηλικία μου, ουδέποτε έχω υπάρξει παρουσιαστής οιουδήποτε βιβλίου, πολλώ μάλλον ενός βιβλίου με το λίαν εξειδικευμένο και «προχωρημένο» περιεχόμενο του προκείμενου. Συνεπώς η σημερινή παρέμβασή μου θα είναι εντελώς ερασιτεχνική και ελάχιστα διαφωτιστική για απαιτητικούς ακροατές· εν ουδεμιά δε περιπτώσει θα μπορούσε να αποβεί αυτοτελώς επαρκής σε ένα τόσο καίριο αλλά και τόσο σύνθετο θέμα ως αυτό που πραγματεύεται το επίμαχο βιβλίο. Με παρηγορεί όμως το γεγονός ότι στο ίδιο με μένα τραπέζι και για τον ίδιο με μένα σκοπό βρίσκονται δύο ογκόλιθοι της πνευματικής ζωής του τόπου μας (και όχι μόνο, δεδομένου ότι η κατάρτισή τους, το διαμέτρημά τους και η εμβέλειά τους ξεπερνά κατά πολύ τα στενά όρια του νησιού μας) που θα αναπληρώσουν και θα καλύψουν τα όποια δικά μου ελλείμματα.
-Για μένα και για πολλούς άλλους, θέλω να πιστεύω, η αμφιβολία και η αμφισβήτηση αποτελούν τη μήτρα που κυοφορεί το παραπέρα· συνιστούν τη μήτρα που σχηματοποιεί το καινούριο· είναι αυτή η μήτρα που στη θέση του κενού με έψιλον βάζει το καινό με άλφα γιώτα. Είναι αυτή που στη θέση της άγνοιας ή της άκριτης αποδοχής βάζει τον προβληματισμό και την αναζήτηση και που εν τέλει κάνει την παραδοχή και τη «θέση»-πίστη πιο στέρεη και πιο ανθεκτική σε έξωθεν επιβουλές.
Για μένα και για πολλούς άλλους, πάντα ήταν και παραμένουν απωθητικοί και ξένοι οι μονίμως ηθικολογούντες αλλά και παγίως  αδικοπράττοντες «μεγαλοσταυρίτες», οι οποίοι με το που θα βγουν από την εκκλησία γίνονται κήρυκες του μίσους και της μισαλλοδοξίας και εκφέρουν λόγο διχαστικό και, ουσιαστικά, αντιχριστιανικό. Ο Ανδρέας τολμά, και με θάρρος, παρρησία, σαφήνεια και στιβαρή και πειστική επιχειρηματολογία κονιορτοποιεί την κίβδηλη κανονικότητα των καθώς πρέπει πατριδοκάπηλων εθναμυντόρων και αποκαλύπτει, ξεμπροστιάζει και καυτηριάζει την επίφαση αληθούς πίστης και χριστιανικότητας όσων έχουν το θράσος-στο όνομα του Θεού της αγάπης, της ανεκτικότητας και της αλληλεγγύης-να αποκαλούν λαθραίους: τους πολλούς πονεμένους, απεγνωσμένους, κυνηγημένους, πεινασμένους και απελπισμένους συνανθρώπους μας που έχουν, κατά κανόνα, ως στάση και κατ’ εξαίρεση ως προορισμό την πατρίδα μας· και το πράττουν ως να επρόκειτο για πράγματα ή αντικείμενα που λαθραία εισήχθησαν στον τόπο μας· γιατί λαθραίοι άνθρωποι δεν υπάρχουν, μόνο εμπορεύματα ή αντικείμενα μπορούν να χαρακτηριστούν λαθραία. Με την ίδια λογική κι’ εγώ αυτούς που μετέρχονται τέτοια μέσα και επιδεικνύουν αυτή την απεχθή συμπεριφορά θα τους χαρακτήριζα «λαθροχριστιανούς» μια και τα πιστεύω τους και οι πρακτικές τους πόρρω απέχουν από την χριστιανική διδασκαλία.
-΄Ηδη από τον πρόλογο του βιβλίου του ο συγγραφέας του μας προϊδεάζει και μας δίνει μια πρόγευση τής δικιάς του επιλογής, της ποιότητας της πίστης του και της πρόθεσής του να μας δείξει το Θεό που αυτός πιστεύει και διακονεί. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο κ. Αργυρόπουλος ως κατακλείδα του προηγηθέντος σκεπτικού του: «Με τον άλλο (με μικρό το άλφα) μπορείς να συναντηθείς, μόνο όταν νιώσει ελεύθερος· και αυτός τότε μόνο μπορεί να συναντηθεί με τον Άλλο (με κεφαλαίο το άλφα). Γιατί ο ΄Αλλος (με κεφαλαίο το άλφα) μόνο ελεύθερους μας θέλει κοντά του. Κι’ αυτός ο Άλλος, όπως ο φίλος μου, ο Ανδρέας Αργυρόπουλος, συχνά επαναλαμβάνει, δεν είναι ο Θεός τιμωρός και δυνάστης, ο Θεός που επιζητεί την άκριτη υπακοή και την τυφλή υποταγή αλλά ο Θεός της ελευθερίας και της εκούσιας συμμόρφωσης, ο Θεός που πιότερο νοιάζεται και πονεί για τους ενδεείς και ανήμπορους και λιγότερο για το αυγάτεμα του πλούτου των ήδη πλούσιων. ΄Ενας Θεός σαν αυτόν που με τη μέχρι θυσίας αυταπάρνησή τους υπηρέτησαν οι θεολόγοι της απελευθέρωσης της λατινικής Αμερικής (με προεξάρχοντες τους: Καμίλο Τόρες και ΄Οσκαρ Ρομέρο), ένας Θεός σαν αυτόν που στις μέρες μας διακονεί η μεγαλειώδης ταπεινότητα του Αλβανίας Αναστάσιου και η κιβωτός του πατρός Αντωνίου Παπανικολάου και τόσων άλλων που η σεμνότητά τους τούς κρατά στην αφάνεια, στην οποία και οι ίδιοι επιδιώκουν να μένουν· και είναι αυτός ο Θεός που συμπάσχει, συμμερίζεται και συμπονά και δεν επιχαίρει με τις καταστροφές και τα πάθη των αλλοφύλων ή των αλλοπίστων. ΄Ενας Θεός, τέλος, που έχει αχρωματοψία και δεν προσδίδει εθνικά χαρακτηριστικά στη διδασκαλία του. Αυτός ο Θεός, που οι πραγματικοί χριστιανοί πιστεύουν, δεν μπορεί να είναι ο Θεός κάποιας Αρίας φυλής ή να έχει προτιμήσεις σε φύλα, χρώματα και θρησκευτικές δοξασίες. Η κατασκευή ενός τέτοιου θεού δεν μας κάνει περισσότερο χριστιανούς και πατριώτες· απλά μας κάνει εθνικιστές, πατριδοκάπηλους και θεέμπορους. Αυτό, όπως λέγει και ο Αλβανίας Αναστάσιος, στο χωρίο που επικαλείται στο βιβλίο του ο κ. Αργυρόπουλος, δεν μπορεί να εκπροσωπεί τη «χριστιανική θέση» αλλά αποτελεί προσωπείο και μέσο εξαπάτησης και εξυπηρέτησης δόλιων σκοπών στο όνομα του Ιησού· είναι ο θεός της φαρισαϊκής έπαρσης και υποκρισίας. Όπως δε προσφυώς είχε αποφθεγματίσει και ο Σαρλ ντε Γκολ, θέλοντας να καταδείξει την ιλιγγιώδη απόσταση που χωρίζει τον πατριώτη από τον εθνικιστή: «πατριώτης είναι αυτός που αγαπά την πατρίδα του και εθνικιστής αυτός που μισεί τις πατρίδες των άλλων». Αυτό το απόφθεγμα μεταφερμένο στα της πίστεως μεταφράζεται στο ότι: διακονούμε τη δική μας πίστη αλλά σεβόμαστε και τα πιστεύω των άλλων.
Κι’ όσο προχωρούσα στην ανάγνωση του βιβλίου του Αντρέα, συνεπαρμένος από τις όμορφες και παραστατικές εκφράσεις που αυτός μετέρχεται και την τόση αλήθεια που αυτές περικλείουν, αυτόματα συνέλαβα τον εαυτό μου να «εγκλωβίζεται» νοερά στο ακροτελεύτιο τετράστιχο κάποιου ποιήματος ενός «άθεου» αλλά πολύ χριστιανού ποιητή, του γλυκύτατου Κώστα Βάρναλη, που επιγράφεται ως το «τραγούδι του τρελού» και που, όπως επί λέξει αναφέρει, ως όνειρο και στόχευσή του ο συμπαθής αυτός τρελός έχει, αποβλέπει και εκλιπαρεί (μεταφέρω σε πρώτο πρόσωπο τα λόγια του):

«Να ιδώ τον κόσμο ανάποδα,
τον αδελφό μου ξένο
και τον οχτρό μου αδέλφι μου,
αδικοσκοτωμένο».

Και επειδή όσο μεγαλώνω γίνομαι και πιο ευσυγκίνητος αποφεύγω να κάνω ειδική αναφορά σ’ ένα άλλο ποίημα του ίδιου ως άνω «άθεου» ποιητή που επιγράφεται «η μάνα του Χριστού» γιατί θα με πάρουν τα κλάματα από τον πόνο και την ανθρωπιά που αυτό περικλείει και τον βαθύ και ουσιώδη χριστιανισμό που αποπνέει. Αρκούμαι μόνο στην επισήμανση-παρατήρηση: τι παραπάνω, τι πιο γνήσια χριστιανικό και τι πιο συγκινητικό θα μπορούσε να πει ένας «αυθεντικός», προβεβλημένος και κοινά αποδεκτός ως χριστιανός απ’ ό,τι εκστόμισε, με ταπεινότητα, ένας, επί μακρόν, φερόμενος ως υπονομευτής των ιδανικών της φυλής και της πίστεώς μας. Εξ άλλου, όπως λέει και ο Μπερντιάεφ, για να δικαιολογήσει τη διαμαρτυρία έναντι ψευδών και δουλοπρεπών ιδεών περί Θεού (αντιγράφω και πάλι από το παρουσιαζόμενο βιβλίο): «η ιδέα περί Θεού τροποποιήθηκε τόσο πολύ (από τους θεολογούντες θα πω εγώ), που κατέληξε στην άρνηση της αξιοπρέπειας του ανθρώπου». Ιδιαίτερα επιτυχείς είναι οι αναφορές του Αντρέα και σε άλλους, έλληνες και ξένους, επιφανείς ανθρώπους: της εκκλησίας, της λογοτεχνίας, της διανόησης εν γένει και της δισκογραφίας, οι οποίοι έρχονται αρωγοί στις απόψεις του και επικουρούν την προσπάθειά του. Για να μην εκμεταλλευθώ περισσότερο την κατανόησή σας κάνω μνεία μόνο στην  κατά τον Τάσο Λειβαδίτη αγιότητα και στους αγίους του που στέκουν «σιωπηλοί, χλωμοί και αναμάρτητοι, σημειωμένοι μόνο με το μικρό τους όνομα, όπως τους φώναζε η μητέρα τους. Κύριε, κανείς τους δεν ήθελε να μεγαλώσει».
Επίσης είναι εύστοχη η υπό του συγγραφέως συσχέτιση της αληθινής διδασκαλίας του ανυπόδητου Ιησού με την πρόσληψή της από τους νέους και με ιστορίες σχετικές με τη rockn roll. Γιατί, ως ορθά επισημαίνει ο φίλος συγγραφέας, η αληθινή διδασκαλία του Ιησού απελευθερώνει, χαροποιεί και γαληνεύει, οιστρηλατεί και ενδυναμώνει, προτρέπει να αγαπάμε πιο πολύ και να γίνουμε περισσότερο αλληλέγγυοι, πιο ειλικρινείς και λιγότερο ιδιοτελείς, πιο κοντά στους αδύναμους, ασθενείς και εμπερίστατους, λιγότερο αυστηροί και πιο επιεικείς με τους αδύναμους, λιγότερο ψοφοδεείς και δουλοπρεπείς και πιο επιτιμητικοί απέναντι στους ισχυρούς. Ακόμα και σε ιδιαζόντως δύσκολα θέματα, όπως: στη βιωματική, άμεση και αδιαμεσολάβητη σχέση μεταξύ υποκειμένου και Θεού ο συγγραφέας την πραγματεύεται με προσοχή μεν αλλά με ιδιαίτερο θάρρος, ευθυβολία και ειλικρίνεια. ΄Ισως γι’ αυτό να είναι τόσο αγαπητός στους μαθητές του, όπως και από τα παιδιά μου έχω ακούσει και από τους διαδικτυακούς του φίλους έχω πεισθεί ότι συμβαίνει. Χωρίς να θεωρηθώ υβριστής ή βέβηλος ή ακόμα και ως αναιδής, που επιχειρεί να εξισώσει ανόμοια και καταφανώς μη ισοδύναμα πράγματα, τολμώ να πω, ότι και η rockn roll μουσική αποτέλεσε τομή και επανάσταση στο χώρο της μουσικής με την  αυθεντικότητα και την αλήθεια της, το ανυπότακτο και το νέο που αυτή εισέφερε. Ο λόγος του κ. Αργυρόπουλου θέλγει και ρυμουλκεί, αποτελεί τον εν δυνάμει εμβρυουλκό που προσεγγίζει με ταπεινότητα και σεβασμό ανήσυχες, ψαχνόμενες και προβληματισμένες συνειδήσεις και φιλοδοξεί να τις έλξει στα χριστιανικά προτάγματα και να τις κάνει κήρυκες του αληθούς ευαγγελικού λόγου. Αφήνει θετικό αποτύπωμα και ενισχύει τον αγώνα μας για μια καλύτερη και εμπνεόμενη από ιδανικά ζωή. Αυτή η αέναη και άοκνη προσπάθεια και ο διαρκής αγώνας του Αντρέα να φέρει τους νέους κοντά στην εκκλησία, καθιστώντας απτή, και προσλήψιμη τη χριστιανική διδασκαλία και η ταυτόχρονη αγωνία του για εξοβελισμό όσων ξένων και νοσηρών η ημιμάθεια και οι πλανημένες ερμηνείες τής προσθέτουν και την καθιστούν σκιάχτρο, μπαμπούλα και απωθητική στη νεολαία μας, κατατάσσει τον κ. Αργυρόπουλο στους φωτισμένους και ξεχωριστούς δασκάλους που χαίρεσαι να διδάσκουν τα παιδιά σου.
-Τελειώνοντας, εύχομαι το βιβλίο του φίλου μου του Ανδρέα να είναι καλοτάξιδο, να βοηθήσει στην εμπέδωση του αληθούς νοήματος της χριστιανικής διδασκαλίας, να δικαιώσει τις προσδοκίες τού συγγραφέα του και να επιτύχει τη στόχευσή του. Εγώ, με τις μικρές διαγνωστικές δυνατότητες που διαθέτω, μπορώ να σας διαβεβαιώσω προς πρόκειται για αξιόπλοο σκαρί, που με πλήρωμά του και προωθητική του δύναμη τις στέρεες και γνήσια χριστιανικές ιδέες του συγγραφέα του όταν θα φτάσει στον προορισμό του: και το ήμαρ θα συναντήσει νόστιμον και την κατάληξή του θα εύρη ευτυχή. Εύχομαι και στον ίδιο τον Ανδρέα να είναι υγιής και με τη διεισδυτική του ματιά και σκέψη, τη βαθειά και ουσιαστικά χριστιανική του πίστη και το θάρρος και την ειλικρίνεια που τον διακρίνουν να συνεχίσει να εμποδίζει την καραδοκούσα πυκνή ομίχλη να κατακλύσει τα σπίτια μας και τις ψυχές μας. Εγώ, ομολογώ ότι, με τον Ανδρέα μοιράζομαι κοινές αγωνίες και αισθάνομαι ένας συνταξιδιώτης του, που μόνο οι οπαδικές μας προτιμήσεις διαφέρουν.








        

Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2020

Γιώργος Κρανιδιώτης:Επιστροφή στον αυθεντικό, αρχέγονο χριστιανισμό της ελπίδας και της απελευθέρωσης





Για το βιβλίο του Ανδρέα Αργυρόπουλου «Ο Θεός, οι Νέοι και άλλες Rock ‘n Roll ιστορίες»*

Το βιβλίο του Ανδρέα Αργυρόπουλου «Ο Θεός, οι Νέοι και άλλες Rockn Roll ιστορίες»[i] αποσκοπεί να ανιχνεύσει τον δύσβατο δρόμο της σχέσης των σύγχρονων νέων με τον Θεό, την πίστη και την Εκκλησία. Βασίζεται δε στη μακρόχρονη πείρα του συγγραφέα από τη θητεία του ως θεολόγου καθηγητή στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.
Ο κ. Αργυρόπουλος ξεκινά με την αναζήτηση των προϋποθέσεων ενός γνήσιου διαλόγου με τους νέους. Ποιες είναι, λοιπόν, αυτές; Να τους γνωρίσεις· να έχεις διάθεση να ακούσεις, και όχι να επιβάλλεις θέσεις· να κατανοήσεις τις αγωνίες τους, και όχι να σκοπεύεις να τους μετατρέψεις σε οπαδούς. Δυστυχώς, τα παιδιά μεγαλώνουν με την εικόνα ενός Θεού ελεγκτή – τιμωρού. Αλλά, η αγάπη έξω βάλλει τον φόβο. Αυτόν που αγαπάς δεν μπορεί να τον φοβάσαι. Γράφει: «Ορισμένοι θεολόγοι δεν έχουν καταλάβει ακόμα ότι ο Θεός δεν έχει ανάγκη από «φουσκωτούς» που θα τον «υπερασπιστούν»… Έτσι, συνεχίζουν να τον «υπερασπίζονται» σκοτώνοντας τις ψυχές των δεκαεξάρηδων»[ii]. Εκείνο που όντως πρέπει να υπερασπιστούν οι θεολόγοι είναι η αυθεντική εικόνα του Θεού εναντίον των ψευδών και δουλοπρεπών ιδεών περί Θεού, και των γελοιογραφικών αλλοιώσεων και διαστρεβλώσεών της. Ο αθεϊσμός είναι δικαιολογημένος ως επανάσταση και απελευθέρωση από ανάξιες αντιλήψεις περί Θεού, οι οποίες προβάλλουν έναν Θεό που σκλαβώνει και εκμηδενίζει τον άνθρωπο.
Στο σημείο αυτό, ας μας επιτραπεί μια παρέκβαση σχετικά με τη θλιβερή μισαλλοδοξία και τον άγριο φανατισμό που ενίοτε κυριαρχούν στο χώρο των θρησκευόμενων ανθρώπων και απωθούν τους νέους από την Εκκλησία. Γράφει ο μεγάλος Γερμανός φιλόσοφος Καρλ Γιάσπερς: «Στον αγώνα κατά της ελευθερίας, σ’ αυτόν τον αγώνα εναντίον του διαφωτισμού, στην πράξη, αναπτύσσεται μία έγερση κατά του ίδιου του Θεού, προς όφελος των δογμάτων, των εντολών και των απαγορεύσεων (των υποτιθέμενων θείων, αλλά επινοημένων από τους ανθρώπους), των θεσμών και των κανόνων συμπεριφοράς (των κατασκευασμένων από τους ανθρώπους), όπου, όπως σε όλα τα ανθρώπινα πράγματα, ανακατεύεται αξεδιάλυτα η φρόνηση και η παραφροσύνη. […] Γιατί αυτές οι επιθέσεις κατά του διαφωτισμού; Προκύπτουν από την απιστία αυτών που, στην επιθυμία τους να πιστέψουν, πείθουν τους εαυτούς τους ότι έχουν πίστη. Και από τη θέληση για δύναμη, που πιστεύει πως οι άνθρωποι συμμορφώνονται καλύτερα όταν είναι τυφλοί υποτακτικοί σε μιαν εξουσία, που αποτελεί το όργανο αυτής της δύναμης»[iii]. Πρέπει, βεβαίως, να σημειωθεί πως, λέγοντας «διαφωτισμό», ο Γιάσπερς δεν εννοεί τον άθεο γαλλικό Διαφωτισμό, αλλά την πνευματική ροπή του ανθρώπου ως ελλόγου όντος να αποτινάξει τις αναχρονιστικές προκαταλήψεις και δεισιδαιμονίες, τουτέστιν την κριτική του συνείδηση.
Ο κ. Αργυρόπουλος παρατηρεί ότι πολλοί νέοι ταυτίζουν την Εκκλησία με ανάξιους ιεράρχες. Λένε: «Δεν έχω πρόβλημα με τον Θεό, αλλά με την Εκκλησία», λαμβάνοντας προφανώς σαν «Εκκλησία» τη διοικούσα θεσμική Εκκλησία. Κατά τον συγγραφέα, οι λανθασμένες επιλογές των εκπροσώπων του Χριστιανισμού, στις μέρες μας αλλά και μέσα στην ιστορία, δεν χρειάζεται να συγκαλύπτονται, να συσκοτίζονται ή να δικαιολογούνται. Αντιθέτως, πρέπει να προσεγγίσουμε με τόλμη την πραγματικότητα και την ιστορική αλήθεια, και να αναγνωρίσουμε ότι η αγανάκτηση των ειλικρινών αθέων είναι συχνά δικαιολογημένη· αγανάκτηση που στρέφεται, αφενός προς πρακτικές συμπεριφορές των χριστιανών, αφετέρου προς την παραμορφωτική ερμηνεία των δογμάτων. Ο χριστιανός πρέπει να θυμάται πως η θέση του, σύμφωνα με τις ευαγγελικές αρχές, είναι στο πλευρό των αδυνάμων, των ανυπεράσπιστων, των κατατρεγμένων, των θυμάτων της ιστορίας, και όχι με τους κυριάρχους. Η διαχρονική συμμαχία της διοικούσας Εκκλησίας με τους ισχυρούς της γης αποτελεί μέγα σκάνδαλο, και για τους νέους.
Σύγχυση προκαλούν στους νέους ανθρώπους η υποκρισία και η άνευ ουσίας τυπική θρησκευτικότητα. Έρευνες έχουν δείξει ότι η μεγάλη πλειονότητα των θρησκευομένων αγνοεί το περιεχόμενο της χριστιανικής διδασκαλίας, την ίδια στιγμή που συμμετέχει στα μυστήρια και τις τελετές. Η άρνηση από τους νέους του Θεού που τους προσφέρεται αρρωστημένα είναι δείγμα υγείας· αν δεν το έκαναν, «θα ήταν για λύπηση»! Ακόμη, οι νέοι δεν πρέπει να ενοχοποιούνται για τις αμφιβολίες τους. Η αμφιβολία βαθαίνει την πίστη, δεν είναι βλαβερή. Η εύρεση του Θεού είναι μια αδιάκοπη αναζήτηση, μια ασταμάτητη πορεία.
Το πρόβλημα του κακού, το πανάρχαιο ζήτημα της Θεοδικίας, βασανίζει αρκετά τους νέους που ερευνούν. Βεβαίως, το πρόβλημα αυτό δεν είναι δυνατό να επιλυθεί λογικά. Ωστόσο, πρέπει να τονιστούν τα εξής: Πρώτον, το κακό δεν είναι ούτε δημιούργημα, ούτε θέλημα του Θεού. Ομοίως, ο Θεός ούτε χρησιμοποιεί το κακό, ούτε το εκμεταλλεύεται. Δεύτερον, ο Χριστός είναι ένας Θεός πάσχων. Δηλαδή, στον Χριστιανισμό, ο Θεός παίρνει το μέρος των ανθρώπων, βιώνει την οδύνη και τα βάσανά τους μέχρις εσχάτων, εγκαταλείποντας την παντοδυναμία του και το ισχυρό «προφίλ» του.
Ο συγγραφέας αναφέρεται στα θαύματα και τις σχετικές καταχρήσεις και υπερβολές. Πολλοί χριστιανοί, αλλά και άθεοι, δεν αντέχουν την ελευθερία του Θεού. Επιζητούν την επιβολή του Θεού δια του «θαύματος». Όμως, ο Θεός μας δεν είναι ένας γυρολόγος θαυματοποιός, ένας “superman”. Όποιος πιστεύει βαθειά, και κανένα θαύμα να μη δει στη ζωή του, η πίστη του δεν κλονίζεται. Εξάλλου, η ζωή μας είναι γεμάτη από μικρά ή μεγάλα καθημερινά θαύματα και από τη βίωση του μεγίστου θαύματος της παρουσίας Του. Θαύματα ασφαλώς γίνονται, αλλά συνιστούν απλώς εκδηλώσεις της αγάπης του Θεού και της ευλογίας Του προς εμάς.
Οι νέοι διψούν για έναν Θεό που δεν είναι απόμακρος, που σαρκώθηκε για να βρεθεί κοντά μας. Θέλουν μια πίστη που να μην είναι δήλωση υποταγής σε μια ανώτερη εξουσία, αλλά σχέση ανεπιφύλακτης εμπιστοσύνης και άνευ ορίων αγάπης. Πρέπει να γίνει ξεκάθαρο: Ο Θεός του φόβου που προβάλλεται από συγκεκριμένους θεολογικούς κύκλους δεν είναι ο αληθινός Θεός της αγάπης, αλλά η άρνηση του Θεού. Ο κ. Αργυρόπουλος παραπέμπει στον Ελιάντε, σύμφωνα με τον οποίον, ο φόβος των ανθρώπων για το «ιερό» βρίσκεται στη βάση των αρχαίων θρησκειών. Εν προκειμένω, είναι καίριες, κατά τη γνώμη μας, και οι συναφείς επισημάνσεις του Ερνστ Μπλοχ, εν σχέσει προς τον κατ’ αρχήν «αντιθεοκρατικό» προσανατολισμό του χριστιανισμού. Κατά τον Μπλοχ, η χριστιανική ομολογία πίστεως στον «υιό του ανθρώπου» δεν είναι θρησκεία, υπό την έννοια της religio, όπου re-ligio σημαίνει «επανασύνδεση» - επανασύνδεση με τον μυθικό Θεό των απαρχών. Γι’ αυτό και οι χριστιανοί μάρτυρες στην αυλή του Νέρωνα ονομάστηκαν «άθεοι», επειδή ακριβώς απέρριπταν έναν Θεό – επουράνιο είδωλο – αυθέντη στην ύψιστη ουράνια σφαίρα[iv].
Η αγάπη, στον χριστιανισμό, δεν είναι απλώς ένα συναίσθημα ή μία πράξη – φυσικά, είναι και αυτά· είναι γνωσιολογική και οντολογική αρχή. Ας θυμηθούμε το περίφημο χωρίο από την Α’ Καθολική Επιστολή του Ιωάννου (4,8): «ὁ μὴ ἀγαπῶν οὐκ ἔγνω τὸν Θεόν, ὅτι ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν». Όπως τονίζει ο πατήρ Φιλόθεος Φάρος, η αγάπη είναι η κινητήρια δύναμη των πάντων προς πάντα, η ενεργός, δημιουργική και ιαματική δύναμη της ζωής[v]. Η αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον είναι, σύμφωνα με τη Βίβλο, η μεγίστη εντολή: «ἐν ταύταις ταῖς δυσὶν ἐντολαῖς ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται κρέμανται»[vi]. Συνεπώς, είναι απαράδεκτο, απογοητευτικό και εξοργιστικό επίσκοποι της Ορθόδοξης Εκκλησίας να μιλούν υποτιμητικά και επιτιμητικά για «αγαπούληδες» κ.λπ.
Ο συγγραφέας υπογραμμίζει ότι οι χριστιανοί νέοι δεν πρέπει να είναι τα «καλά παιδιά», αλλά οι ανατροπείς της καθεστηκυίας τάξεως: του πλουτισμού, του ατομικισμού, του χυδαίου υλισμού, της κοινωνικής ανέλιξης με κάθε τρόπο. Οφείλουν να είναι η «πνευματική αλητεία», οι «πνευματικές μολότοφ»: άνθρωποι θυσίας και προσφοράς σε μια κοινωνία όπου κυριαρχούν ο εγωισμός και ο ωφελιμισμός.
Συχνά, η πίστη στον Θεό εμφανίζεται σαν πίστη σε μια αφηρημένη ιδέα, σε μια «ανώτερη δύναμη», σε ένα θεωρητικό κατασκεύασμα. Αλλά, με έναν τέτοιο Θεό, δεν μπορείς να συναντηθείς, να διαλεχθείς, να σχετισθείς. Μία τέτοια πίστη δεν μπορεί να νοηματοδοτήσει τη ζωή σου.
Οι νέοι ενδιαφέρονται ιδιαιτέρως για την επιβεβαίωση της ατομικότητάς τους και την αναγνώριση της ανεπανάληπτης ιδιαιτερότητας της προσωπικότητάς τους. Πρέπει να τους γίνει σαφές ότι ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης, αλλά αγαπά όλους τους ανθρώπους ανεξαιρέτως. Αγαπά, ωστόσο, τον καθένα ως ξεχωριστό και αναντικατάστατο πρόσωπο. Η αυτογνωσία συνιστά οδό γνώσεως του Θεού. Προϋπόθεση της σχέσεως με τον Θεό είναι να γνωρίσεις καλά τον εαυτό σου και να πιστέψεις στον εαυτό σου. Η άφεση με εμπιστοσύνη στα χέρια του Θεού δεν σημαίνει άρνηση της προσωπικότητάς σου ούτε παραίτηση από τα «θέλω» σου. Απλώς, αφήνεσαι σε έναν φίλο που σε ξέρει καλύτερα.
Η κοινωνικοπολιτική παρουσία και δράση αποτελεί διάσταση του πνευματικού. Οι χριστιανοί αγωνίζονται εντός της κοινωνίας για τη μεταμόρφωσή της· δεν μπορεί να ζουν σε μία κακώς νοούμενη «μακαριότητα», απαθείς μέσα σ’ έναν κόσμο που χάνεται. Η επιστροφή στον αυθεντικό, αρχέγονο χριστιανισμό της ελπίδας και της απελευθέρωσης είναι κατεπείγουσα ανάγκη.
Διαβάζοντας το βιβλίο του φίλου Ανδρέα Αργυρόπουλου και γνωρίζοντάς τον προσωπικά, κάνω την εξής σκέψη: Η διδασκαλία, η εκπαίδευση, η θεολογία δεν είναι πράγματα άυλα και αφηρημένα· ενσαρκώνονται σε συγκεκριμένους ανθρώπους και πραγματώνονται σε δράσεις. Χρειαζόμαστε ανθρώπους που θα εμπνεύσουν τους νέους, και με τον λόγο τους οπωσδήποτε, αλλά, κυρίως, με το ζωντανό παράδειγμα, το ήθος και τη θέρμη τους. Και ένας τέτοιος άνθρωπος και δάσκαλος είναι ο Ανδρέας! 


[i]
                        [i] Ανδρέας Χ. Αργυρόπουλος, «Ο Θεός, οι Νέοι και άλλες Rock ‘n Roll ιστορίες», Αρμός, Αθήνα, 2019.
[ii]
                        [ii] Αυτόθι, σ. 22.
[iii]
                        [iii] Καρλ Γιάσπερς, «Εισαγωγή στη Φιλοσοφία», μετάφραση Χρήστου Μαλεβίτση, Δωδώνη, Αθήνα – Γιάννινα, 1983, σσ. 177-179.
[iv]
                        [iv] Ερνστ Μπλοχ, «Ο αθεϊσμός στον χριστιανισμό», μετάφραση Πέτρου Γιατζάκη, Άρτος Ζωής, Αθήνα, 2019.
[v]
                        [v] π. Φιλόθεος Φάρος, «Η διαχείριση της αγάπης», Αρμός, Αθήνα, 2010, σ. 99.
[vi]
                        [vi] Ματθ. 22,40.


*Εισήγηση στην παρουσίαση του βιβλίου  στα Βριλήσσια 21-12-2019 .
Ο Γιώργος Κρανιδιώτης είναι Γιατρός και Πτ. Φιλοσοφίας



Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2020

Δημοτικό Ραδιόφωνο Ιωαννίνων-Συνέντευξη:Οι Τρεις Ιεράρχες μιλούσαν για μια κοινωνία ισότητας…


Α.Αργυρόπουλος(Θεολόγος, συγγραφέας)-Οι Τρεις Ιεράρχες μιλούσαν για μια κοινωνία ισότητας…


Συνέντευξη στον Γιώργος Γκόντζος(ggontzos@yahoo.gr)—-στο Δημοτικό Ραδιόφωνο Ιωαννίνων  (4-2-2020)
 “Μιλούσαν ξεκάθαρα οι Τρεις Ιεράρχες για μια κοινωνία ισότητας,για μια κοινωνία στην οποία δεν θα υπάρχει εκμετάλλευση ,για μια κοινωνία που ο καθένας θα αμείβεται σύμφωνα με τις ανάγκες του..”. Με αυτά τα λόγια ο Ανδρέας Αργυρόπουλος,συγγραφέας,θεολόγος, αναφέρθηκε αρχικά στους Τρεις Ιεράρχες, σε συνέντευξή του(Ηχητικό ΕΔΩ) στην εκπομπή “ό,τι πεις εσύ” (Γιώργος Γκόντζος),στο δημοτικό ραδιόφωνο Ιωαννίνων.Στην συνέχεια εστίασε την αναφορά του σε τρία στοιχεία που χαρακτηρίζουν την συνολική παρουσία τους: “Τις απόψεις για ένα σύστημα ισότητας στην κοινωνία,τις πρωτοβουλίες και τις θέσεις τους για την δημόσια υγεία,και την προσωπική στάση απέναντι σ’αυτούς που περνούσαν δύσκολα…”.
Σε άλλο σημείο τόνισε πως “σε γενικές γραμμές η στάση των Τριών Ιεραρχών απέναντι και στην Ελληνική Παιδεία και ευρύτερα στις επιστήμες,ήταν ανοικτή” ,και υπογράμμισε πως έθεσαν “σε σωστή βάση την σχέση επιστήμης και πίστης”.
Για το θέμα του εορτασμού της ημέρας των Τριών Ιεραρχών, σημείωσε: “Η μέση λύση ,η ουσία των πραγμάτων είναι: Την μέρα ούτε πρέπει να έχουμε αργία,η αργία πολλές φορές δεν δίνει αυτό που πρέπει να δώσει ,αλλά δεν πρέπει να είναι και μέρα εργασίας.Πρέπει να είναι μια γιορτή και η γιορτή αυτή που θα γίνει στα σχολεία να είναι γιορτή μελέτης και πληροφόρησης του έργου των Τριών Ιεραρχών,την οποία θα αναλαμβάνει ο σύλλογος διδασκόντων μαζί με τον θεολόγο βέβαια…Μπορεί βέβαια και ένας άλλος συνάδελφος ,ένας φιλόλογος, ένας μαθηματικός , να έχει περισσότερες γνώσεις, να είναι καλύτερος σε ένα τομέα για την ζωή και την δράση των Τριών Ιεραρχών, και να μιλήσει,αυτά μπορεί δημοκρατικά να τα αποφασίσει ο σύλλογος διδασκόντων .Δηλαδή να γίνεται μια γιορτή και μετά τα παιδιά να φεύγουν ,πως γίνεται με το Πολυτεχνείο, έτσι να γίνεται και με την γιορτή των Τριών Ιεραρχών.”
Ο Α.Αργυρόπουλος τέλος έθεσε και μια άλλη διάσταση που αφορά τους Τρεις Ιεράρχες: “Στενοχωριέμαι για μερικούς που ανήκουν σε κάποιους χώρους και έχουν μείνει 50 και 100 χρόνια πίσω.Όταν οι μεγάλοι κοινωνιολόγοι από τις αρχές του 20ου αιώνα , άνθρωποι που δεν ανήκουν ούτε στους χώρους της εκκλησίας , ούτε του Χριστιανισμού εξυμνούν τους Τρεις Ιεράρχες για τις κοινωνικές τους θέσεις, δεν μπορεί να έρχεται ο ‘Έλληνας “προοδευτικός”, γιατί ο αγράμματος δεν μπορεί να είναι προοδευτικός, και να θέτει θέμα συντηρητικότητας των Τριών Ιεραρχών ….Όταν η ίδια η Ρόζα Λούξεμπουργκ καθόταν και έγραφε για τους Τρεις Ιεράρχες,όταν ο Κάουτσκι έγραφε για τους Τρεις Ιεράρχες,δηλαδή σε όλον τον πλανήτη εξυμνούν τους Τρεις Ιεράρχες και στην χώρα που υποτίθεται τους γιορτάζουμε,έχουμε άγνοια του έργου τους.Ο Έριχ Φρομ, ας πούμε, γράφει για το κοινωνικό έργο των Τριών Ιεραρχών, το λέμε ποτέ στις ομιλίες; Δεν τα λέμε και ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματά του γιατί δεν τα λέμε…Γιατί κάποιους δεν βολεύει να τ’ ακούνε και κάποιοι άλλοι τους αρέσει να μένουν στα στερεότυπά τους”

Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2020

Αντώνης Παναγάκης: ΜΙΑ «ΑΒΟΛΗ» ΓΙΟΡΤΗ





          Πριν 150 χρόνια περίπου η κοινή εορτή των 3 Ιεραρχών της 30ης Ιανουαρίου ορίσθηκε και ως σχολική, με την ιδιαίτερη έμφαση ότι εκτός από την υπόλοιπη προσφορά τους στη θεολογική, κοινωνική ζωή οι Τρεις Ιεράρχες αποτελούν και τους προστάτες των Γραμμάτων και της Παιδείας. Από τότε μέχρι σήμερα έχουν αλλάξει πολλά πράγματα με αποτέλεσμα αυτή η γιορτή να είναι "άβολη" για το σημερινό σχολείο.
Μεγάλο μέρος εκπαιδευτικών ούτε πιστεύουν, άλλοι έχουν ιδεολογικά κωλύματα και κολλήματα με τους 3 ιεράρχες (οι ημιμαθείς...) όλοι όμως αυτοί δεν πρόβαλλαν ποτέ εναντίωση στον γιορτασμό (πέρα από κάποιες μικρές φωνές) γιατί τους βόλευε να κάθονται στο σπίτι τους κι ούτε να συμμετέχουν σε τίποτα σχετικά με τον εορτασμό στο σχολείο. Μέχρι πριν 15 περίπου χρόνια έστω και να μην πήγαιναν στην εκκλησία σχεδόν όλοι οι εκπαιδευτικοί μαζεύονταν στο σχολείο, μετά το πέρας του εκκλησιασμού μοίραζαν τους άρτους, έκοβαν πίτα μπορεί να έκαναν μια άτυπη συνεδρίαση να συζητήσουν θέματα του σχολείου ή ακόμα και μια μικρή συνεστίαση. Ακόμα την ημέρα αυτή τοπικοί συνδικαλιστικοί σύλλογοι εκπαιδευτικών διοργάνωναν τιμητικές συγκεντρώσεις για τους αποχωρούντες από την υπηρεσία συνταξιούχους συναδέλφους. Όλα αυτά έχουν πλέον εκλείψει και μόνο στην επαρχία γίνεται σχεδόν ομαδικός εκκλησιασμός και ομιλία εκπαιδευτικού για την ημέρα ιδιαίτερα στα μέρη που δεν έχουν δυνατότητα να φύγουν οι εκπ/κοί για μια μέρα. Τα τελευταία χρόνια επικρατούσε σύγχυση σχετικά με τον τρόπο που θα εορτασθεί η μέρα αυτή στα σχολεία και κάθε χρόνο είχαμε και μια διαφορετική εγκύκλιο από το υπουργείο μέχρι το σημείο πέρυσι τα σχολεία να μείνουν κλειστά την ημέρα αυτή με την οδηγία εκκλησιασμός ή εκδηλώσεις να γίνουν την προηγούμενη ημέρα.
Σιγά - σιγά λοιπόν απαξιώθηκε η γιορτή αυτή από το υπουργείο και τους εκπαιδευτικούς και η Κεραμέως μαζί με τον αρχιεπίσκοπο έβαλαν το κερασάκι στην τούρτα.Φέτος και εορτή και μάθημα κανονικά.
 Κι όμως θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά τα πράγματα. Να καταργηθεί μεν ως αργία με κλειστά σχολεία αλλά να γίνουν εκδηλώσεις για τα Γράμματα και την Παιδεία που θα έχουν διοργανώσει οι εκπαιδευτικοί μαζί με τους μαθητές τους πέραν του εκκλησιασμού.Όπως ακριβώς έχει ορισθεί η ημέρα σχολικού αθλητισμού στις αρχές του σχολικού έτους όπου ΔΕΝ γίνονται μαθήματα αλλά αθλήματα που έχουν διοργανώσει οι γυμναστές μαζί με τους δασκάλους και ολόκληρη η μέρα είναι αφιερωμένη σε αυτά. Αν αυτό γίνεται για το σχολικό αθλητισμό πόσο μάλλον θα πρέπει να γίνεται για την κατεξοχήν γιορτή του σχολείου. Αντί αυτού παρακολουθήσαμε τις παλινωδίες και το «άδειασμα» της μίας κυρίας από την άλλη του ΥΠΑΙΘ και με έκπληξη τη δήλωση του αρχιεπισκόπου. Θα πρέπει να γνωρίζει ο αρχιεπίσκοπος ότι με τέτοιες δηλώσεις ρίχνει νερό στονμύλο εκείνων που θέλουν να αρχίσουν να καταργούν μία προς μία τις εορτές αργίες που έχουν σαν βάση τον εκκλησιαστικό λειτουργικό βίο και μάλιστα με αντικατάστασή τους από εμπορικές αργίες. Για παράδειγμα κόβουμε μέρες από το 15ήμερο του Πάσχα και βάζουμε μια λευκή εβδομάδα μέσα στο χειμώνα. Ήδη η Κυριακή αργία έχει υποχωρήσει σε σημαντικό βαθμό παρ’ όλους τους αγώνες των εργαζομένων. Αυτή την εξέλιξη θέλουμε;
Ο Αντώνης Παναγάκης είναι Δάσκαλος στο 17οΔημ. Σχ. Καλλιθέας


 εφ. ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ φ. 1049 23.1.2020

Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2020

Ομιλία:Οι σχέσεις των νέων με την Εκκλησία σήμερα


Στην αίθουσα του θρησκευτικού Συλλόγου
 «Η ΕΛΠΙΔΑ» (Κλεοβούλης 21 Ζωγράφου),
Έναντι Ι.Ν.Αγίου Θωμά Αμπελοκήπων (ΓΟΥΔΗ)
Την Κυριακή 09/02/2020 και ώρα 18:00
Θα πραγματοποιηθεί ομιλία από
τον κ. Ανδρέα Αργυρόπουλο Θεολόγο καθηγητή με θέμα:

Οι σχέσεις των νέων με την Εκκλησία σήμερα

Δευτέρα, 3 Φεβρουαρίου 2020

Τρεις Ιεράρχες: Θεολογική και επιστημονική συγκρότηση, ανοικτό πνεύμα, ριζοσπαστική κοινωνική παρουσία

του Ανδρέα Αργυρόπουλου*
ΓΓια πολλές δεκαετίες η γιορτή των Τριών Ιεραρχών στα σχολεία και όχι μόνο, προσφερόταν για την αναπαραγωγή θεολογιών στερεοτύπων και παράθεση ηθικοπλαστικών προτροπών προς τους νέους. Αποτελεί ευτύχημα ότι τα τελευταία χρόνια μεγάλος αριθμός θεολόγων αλλά και κληρικών όλων των βαθμίδων προβάλλει το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Πατέρων της Εκκλησίας, μήνυμα που έρχεται να μας θυμίσει τη χριστιανική αυθεντικότητα, και να δώσει κατευθύνσεις, που γεμίζουν ελπίδα και απελευθερώνουν.
Οι Τρεις Ιεράρχες χαρακτηρίζονταν για τη θεολογική αλλά και την ευρύτερη επιστημονική τους συγκρότηση, τη ριζοσπαστική κοινωνική τους παρουσία, την ανοικτότητα του πνεύματος και την κριτική στάση τους απέναντι στο θρησκευτικό και πολιτικό κατεστημένο της εποχής τους, θύματα του οποίου υπήρξαν.
Οι Τρεις Πατέρες της Εκκλησίας μας τάραξαν τα νερά της εποχής τους και άφησαν παρακαταθήκες με αιώνια αξία. Παγκοσμίως δεν είναι λίγοι οι ερευνητές από το χώρο της Ιατρικής, της Κοινωνιολογίας, των Πολιτικών Επιστημών, της Παιδαγωγικής, της Φιλοσοφίας, της Θεολογίας και της Ψυχολογίας που μελέτησαν το έργο των Πατέρων της Εκκλησίας τονίζοντας την αξία του. Στη Γερμανία για παράδειγμα μεγάλοι κοινωνιολόγοι του προηγούμενου αιώνα αλλά και σύγχρονοι στοχαστές όπως ο Έριχ Φρόμ, αναφέρονται με θαυμασμό στις κοινωνικές απόψεις των Πατέρων της Εκκλησίας μας. 
ΛΙΓΑ ΜΟΛΙΣ ΧΡΟΝΙΑ μετά το θάνατό των Τριών Ιεραρχών τα κείμενά τους μεταφράζονται στα Λατινικά, στα Κοπτικά ,στα Αραβικά, Αρμενικά, στα Συριακά και με την πάροδο του χρόνου σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι τα έργα του Μεγάλου Βασιλείου άρχισαν να διδάσκονται στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων το 16ο αιώνα, το δε πόνημά του: «Προς τους νέους…» απέκτησε τόσους θαυμαστές στη Δύση, που εντός 50 ετών (1449-1500) γνώρισε 20 εκδόσεις.
Τα Άπαντά του έχουν εκδοθεί στην Αγγλία το 1610 και στη Γερμανία το 1776. Δεν πρέπει να παραλείψουμε και τις εκατοντάδες εκδόσεις μεμονωμένων έργων τους σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Μεταξύ αυτών η έκδοση της ποιητικής συλλογής του Αγίου Γρηγορίου στη Βενετία το 1054. Είναι ευτύχημα ότι τα τελευταία χρόνια και στην πατρίδα μας έχει αρχίσει μια προσπάθεια ανακάλυψης του έργου των Τριών Ιεραρχών και στο θεολογικό χώρο, αλλά και πέρα απ’ αυτόν, πράγμα πολύ ελπιδοφόρο.
Ο Βασίλειος, γιατρός ο ίδιος, ιδρύει τη γνωστή σε όλους μας Βασιλειάδα, μια «πόλη φιλανθρωπίας». Μας γίνεται γνωστό από τα κείμενα ότι ο ίδιος παρότι καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια «έδινε το χέρι στους λεπρούς, τους φιλούσε αδελφικά και τους φρόντιζε ο ίδιος προσωπικά». Δε μιλάμε για ακίνδυνη και διαφημιζόμενη φιλανθρωπία που πολλές φορές συναντάμε στην εποχή μας αλλά για προσωπική καθημερινή θυσία.
Ο Χρυσόστομος που σπούδασε κι αυτός γιατρός χτίζει πολλά νοσοκομεία στην Κωνσταντινούπολη, στα οποία όπως και ο Βασίλειος περιποιείται ο ίδιος τους ασθενείς. Η επιστημονική έρευνα έχει καταδείξει ότι ο Βασίλειος και ο Χρυσόστομος είναι ουσιαστικά οι εμπνευστές ενός δημόσιου συστήματος υγείας που με την πάροδο του χρόνου απλώνεται σε ολόκληρη την Βυζαντινή Αυτοκρατορία.
Οι Τρεις Ιεράρχες στηρίζουν με κάθε τρόπο τους φτωχούς, τους κυνηγημένους και τους απροστάτευτους της εποχής τους. Θεωρούν αυτονόητο να θυσιαστούν για τον κάθε έναν από αυτούς.
Ο Χρυσόστομος έγραφε: «Αυτός που ζει μόνο για τον εαυτό του και περιφρονεί όλους τους άλλους ανθρώπους είναι άχρηστος και όχι άνθρωπος»
Οι Τρεις Ιεράρχες δεν έχουν ανάγκη να τους γιορτάσουμε με «λαμπρότητα». Δεν τους τιμάμε εκφωνώντας «πανηγυρικούς»(για τα πανηγύρια πολλές φορές) όπου κάνει πάρτι ο βερμπαλισμός. Απαιτείται μελέτη του έργου τους, της προσφοράς τους, αλλά κυρίως η μίμηση της στάσης ζωής τους
Στο μεγάλο λιμό που έπληξε την περιοχή του ο Βασίλειος στηλιτεύει τη δράση των μαυραγοριτών, που θέλουν να πλουτίσουν σε βάρος των λιμοκτονούντων συμπατριωτών τους, οργανώνει συσσίτια για όλο το λαό προσφέροντας βοήθεια χωρίς καμιά διάκριση σε χριστιανούς, ειδωλολάτρες, Ιουδαίους σώζοντας χιλιάδες από βέβαιο θάνατο. Ζητάει από τους άρχοντες την απαλλαγή των φτωχών από τη φορολογία, ενώ δεν παραλείπει να παρέμβει για τα συμφέροντα των εργαζομένων στα ορυχεία του Ταύρου.
Ο Χρυσόστομος μόλις ανέρχεται στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης, πουλάει τα πολυτελή σκεύη και έπιπλα της Αρχιεπισκοπής χάρη των παλαιών και νέων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Διακόπτει άμεσα τη διοργάνωση επίσημων και πλούσιων δείπνων στο χώρο της Αρχιεπισκοπής και με τα χρήματα που εξοικονομεί οργανώνει συσσίτια για 7.000 φτωχούς καθημερινά, χωρίς υπολογίζονται σε αυτό το νούμερο οι ξένοι και αυτοί που για κάποιο διάστημα βρισκόντουσαν στην πόλη.
Υποστηρίζει κάθε έναν που αδικείται από την πολιτική εξουσία φτάνοντας στο σημείο να συγκρουστεί με την αυτοκράτειρα, όταν εκείνη καταπατά το κτήμα μιας φτωχής χήρας.
Ο ίδιος ζει λιτά και ασκητικά, όπως αρμόζει σ’ έναν ιεράρχη, προκαλώντας το θαυμασμό του απλού λαού, αλλά και την περιφρόνηση των πλούσιων και κοινωνικά ισχυρών αντιπάλων του. Ανυποχώρητος στα πιστεύω του δεν αρέσκεται στον να συγκαλύπτει νοσηρές καταστάσεις μέσα στον εκκλησιαστικό χώρο.
ΆΝΘΡΩΠΟΙ ΜΕ ΑΝΟΙΧΤΟΥΣ πνευματικούς ορίζοντες, οι Πατέρες της Εκκλησίας τονίζουν κατ’ επανάληψιν στα κείμενά τους την αξία της αρχαίας ελληνικής παιδείας. Ο Γρηγόριος αντιδρώντας στις απόψεις κάποιων ακραίων και φοβικών χριστιανών, που αρνούνταν τη μελέτη της κλασικής παιδείας, υποστηρίζει πως είναι «αγροίκοι και αγράμματοι», όσοι δε δέχονται την αξία της. Αποκαλεί την πόλη των Αθηνών που ήταν κέντρο σπουδής του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, «Χρυσή Αθήνα των Γραμμάτων».
Υπεραμύνονται της αξίας των επιστημών θέτοντας σε σωστές βάσεις τις σχέσεις πίστης και επιστήμης. Στο ερώτημα μάλιστα που τέθηκε κάποτε στον Μέγα Βασίλειο για το αν πρέπει οι μοναχοί να μεταχειρίζονται την Ιατρική, ο μεγάλος αυτός άγιος της Εκκλησίας μας όχι απλά υπεραμύνθηκε της αναγκαιότητας της ιατρικής επιστήμης, αλλά τόνισε και την προέλευσή της από τον ίδιο το Θεό.
Οι Τρεις Ιεράρχες δεν μπορούν να συμβιβαστούν με την υποκρισία των βολεμένων χριστιανών: Γράφει ο Γρηγόριος: «Μη τεντώνεις τα χέρια σου στον ουρανό αλλά στα χέρια των φτωχών. Αν εκτείνεις τα χέρια σου στα χέρια των φτωχών έπιασες την κορυφή του ουρανού».
Οι κοινωνικές θέσεις τους είναι τόσο σύγχρονες και ριζοσπαστικές που νομίζει κανείς πως έχουν γραφεί τους τελευταίους αιώνες και μάλιστα κατά τα διαστήματα των μεγάλων κοινωνικών επαναστάσεων και συγκρούσεων.
Ο Μακ. Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας κ. Αναστάσιος αναφέρει για τους Τρεις Ιεράρχες: «η γλώσσα τους αποκτά μια μοναδική οξύτητα όταν κηρύσσουν την ισότητα και την αδελφοσύνη όλων των ανθρώπων. “Αφύσικα βλέπει” φωνάζει ο Μέγας Βασίλειος όποιος κάνει διακρίσεις μεταξύ των ανθρώπων.
Είναι “άθεοι” ή “παράλογοι” και οπωσδήποτε “λωποδύτες” αυτοί που θησαυρίζουν σε βάρος των άλλων και κρατούν τα πλούτη τους για αποκλειστική τους χρήση». Ο Χρυσόστομος ακολουθώντας τον Απόστολο Παύλο χαρακτηρίζει την πλεονεξία των πλουσίων ως ειδωλολατρία.
Σε μια εποχή που η γυναίκα βρισκόταν στο κοινωνικό περιθώριο οι Πατέρες αναλαμβάνουν την υπεράσπισή της και αγωνίζονται σθεναρά να της δώσουν τη θέση που της αρμόζει στην κοινωνία
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερχόμενος σε ρήξη με τις ανδροκρατικές αντιλήψεις της εποχής του, επιλέγει ως πρώτη μεταξύ των συνεργατών του μια γυναίκα, τη μετέπειτα Αγία Ολυμπιάδα η οποία αναδεικνύεται σε ηγέτιδα του χριστιανικού κοινωνικού έργου.
Τα βασικά στοιχεία της αληθινής παιδείας για τους Τρείς Ιεράρχες είναι: η αγάπη, η ελευθερία και ο σεβασμός του ανθρώπινου προσώπου. Ο διάλογος είναι το καλύτερο μέσο για να επιτευχθεί ο σκοπός της αγωγής. Η εξουσιαστικότητα και ο δογματισμός όχι μόνο δείχνουν έλλειψη αγάπης, αλλά και δε φέρνουν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Υποστηρίζουν πως η Παιδεία πρέπει να είναι στην υπηρεσία του ανθρώπου και όχι του συστήματος, όπως δυστυχώς έχει καταντήσει στις μέρες μας.
Οι Τρεις Ιεράρχες δεν έχουν ανάγκη να τους γιορτάσουμε με «λαμπρότητα». Δεν τους τιμάμε εκφωνώντας «πανηγυρικούς»(για τα πανηγύρια πολλές φορές) όπου κάνει πάρτι ο βερμπαλισμός. Απαιτείται μελέτη του έργου τους, της προσφοράς τους, αλλά κυρίως η μίμηση της στάσης ζωής τους.
* Ο Ανδρέας Αργυρόπουλος είναι θεολόγος και συγγραφέας



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...