Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2012

Μαρία Χατζηαποστόλου:Η τάξη της αταξίας




–       Μια άτακτη φυγή από τα όρια της τάξης  –


«Όταν ακούς “τάξη” ανθρώπινο κρέας μυρίζει…».

Οδυσσέα Ελύτη, Μαρία Νεφέλη.


     Τάξη και αταξία. Ποιος έχει τη δύναμη να επιλέξει; Ποιος τα ορίζει; Και κυρίως ποιος είναι εκείνος που στ’ όνομά τους ορίζει τις ζωές μας; Κι’ επιπλέον οριοθετεί τις πράξεις των ανθρώπων; Κι’ αν υπάρχει η λεγόμενη τάξη, σε περίπτωση που –ή μάλλον για την ακρίβεια σχεδόν πάντα– εκείνη απολυτοποιείται, τότε πως ξέρουμε ότι διασφαλίζεται η ελευθερία μας; Μήπως τελικά η αταξία αποτελεί τη μόνη εκείνη πραγματικότητα ελευθερίας; Τα ερωτήματα πολλά και περιμένουν την ίδια τη ζωή να έλθει να τ’ απαντήσει… Γιατί μόνο η ζωή με την ομορφιά εκείνη της έκπληξης καταργεί κάθε στενότητα της ύπαρξης η οποία κλείνεται εγωιστικά στη χώρα της ανυπαρξίας και του θανάτου.
     Η τάξη του κράτους λοιπόν, όταν περιορίζει τις ανθρώπινες ελευθερίες, τότε δε λειτουργεί προς όφελος της διασφάλισης των δικαιωμάτων του πολίτη, αλλά εξυπηρετεί άλλες σκοπιμότητες, όχι και τόσο φωτεινές, καθώς πάντα κατά τον ποιητή του Αιγαίου Οδυσσέα Ελύτη: «Μια νομοθεσία εντελώς άχρηστη για τις Εξουσίες θα ‘τανε αληθινή σωτηρία». Η ελευθερία μας λοιπόν, αποτελεί δική μας κατάκτηση και δεν μας χαρίζεται, παρά μόνο αποκτιέται με αγώνες και κατακτιέται με αίμα. Και σίγουρα εμείς θ’ αποδείξουμε με τη στάση ζωής μας αν είμαστε άξιοι κι’ υπεύθυνοι ή όχι για εκείνη. Ή μ’ άλλα λόγια, όπως θα έρχονταν να συμφωνήσει και η Μαρία Νεφέλη: «Θα πρέπει να δημιουργούμε αντισώματα και για την Ευθύνη».
     Αταξία λοιπόν. Κι’ ανυπακοή. Σ’ ότι στενεύει την ύπαρξή μας και αλλοιώνει το πρόσωπό μας. Ανυπακοή σε καθετί που καταργεί την ανθρωπιά μας και μας οδηγεί στην κατάργηση  της ύπαρξης. Αλλά μια ανυπακοή γεμάτη από την ομορφιά εκείνη της αληθινής ευαισθησίας, μια ανυπακοή γεμάτη φαντασία κι’ ευθύνη, μια ανυπακοή που να γεννά ελευθερία. Κι’ όχι μια νέα σκλαβιά. Επειδή τα όρια από το να γίνεις και ο ίδιος σύστημα αν υιοθετήσεις τις ίδιες μεθόδους του συστήματος του οποίου πολεμάς, είναι πάντοτε ορατά. Η μόνη λοιπόν διέξοδος είναι η έξοδος προς το φως, προς εκείνη την ομορφιά της συνάντησης του άλλου, στη μαγεία της κάθε στιγμής, στο ξάφνιασμα της έκπληξης, στην ανυπότακτη κίνηση, στην ελευθερία της ευθύνης, στον έρωτα για ζωή.

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011

Μαρία Χατζηαποστόλου :Το ήθος της ελευθερίας και το προσωπείο του ηθικισμού -Η έξοδος προς τη ζωή-







    Η ελευθερία του ανθρώπου αποτελεί αναπόσπαστη αλήθεια που εμπνέει τον άνθρωπο κάθε εποχής και τον καθιστά πολέμιο κάθε συστήματος, όπως της ηθικής και της θρησκείας, ως χώρους που λειτουργούν ως φράχτες που ασφαλίζουν φαινομενικά τους φόβους των ανθρώπων μπροστά στο άγνωστο. Η φαινομενική αυτή ασφάλεια όμως, αποτελεί τη χειρότερη μορφή ανασφάλειας και εκμετάλλευσης της ανθρώπινης ελευθερίας, αφού καταργεί την ανθρώπινη ύπαρξη και καταδυναστεύει τον άνθρωπο, εγκλωβίζοντάς τον σ’ ένα ατέρμονο αδιέξοδο, με το να ελέγχει τις δύο κινητήριες αρχές και δυνάμεις του πολιτισμού: τον έρωτα και τον θάνατο. Η ελευθερία όμως του πνεύματος δεν φιμώνεται, αλλά φανερώνει πάντα την αλήθεια. Ότι είναι πραγματικά ελεύθερο είναι και αληθινό. Κανένα κελί, καμία φυλακή δεν μπορεί να φυλακίσει στ’ αλήθεια έναν πραγματικά ελεύθερο άνθρωπο. Οι κανόνες του συστήματος ανατρέπονται με αρετή και τόλμη κι’ έρωτα για ζωή αληθινή και οι εξαιρέσεις κάνουν πάντα τη διαφορά, καθώς η ποιητική ματιά διαμαρτύρεται και αγωνίζεται ενάντια στην αφαίμαξη του ανθρώπινου προσώπου, ουσιαστικά στην αποστέρηση της πραγματικής ελευθερίας του.
     Το σύστημα, ως η κλειστή εκείνη πραγματικότητα που εγκλωβίζει τον άνθρωπο, συναντάται και σε κάθε μορφή  ζωής, όταν εκείνη στερείται ελευθερίας, καθώς μπαίνουμε μια φορά ξένοι στην εκκλησία και βγαίνουμε δυο φορές ξένοι. Στην Εκκλησία όμως πρέπει να μπαίνεις ολότελα γυμνός, για να ενδυθείς τον Χριστό και όχι με την πανοπλία της βεβαιότητας της σωτηρίας. Ένα σύστημα που εκφραζόταν και εκφράζεται πάντα ως εκδηλούμενος ηθικισμός[1] ο οποίος υφέρπει και αλλοιώνει την ύπαρξη, αποτελώντας καρκίνωμα στο σώμα της κοινωνίας και κοιμίζοντας τις εφησυχασμένες συνειδήσεις. Ο ηθικισμός, αυτή η εσκεμμένη παραμόρφωση της ύπαρξης καταργεί στην ολότητά του το ανθρώπινο πρόσωπο, μετατρέποντάς το σε άβουλο υποκείμενο, απολυτοποιεί κάθε πτυχή της ζωής του, εμποδίζοντας την αληθινή πραγματικότητα του ανθρώπου, αλλά και την ουσιαστική κοινωνία με τον άλλον, οδηγώντας τον σε μια αδιέξοδη υπαρξιακή ασφυξία. Για να επιβιώσει, να ευδοκιμήσει και να επικρατήσει ο ηθικισμός, απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η αρρωστημένη πραγματικότητα του φανατισμού, αλλά και της εσκεμμένης άγνοιας. Στον φανατισμό συναντούμε τη βαθύτερη εκχώρηση των αξιών στο τίποτα και στη θέση των αληθινών αξιών λαμβάνει χώρα ο ηθικισμός, η ψευτοευσέβεια, η μισαλλοδοξία, ο συντηρητισμός, ο δογματισμός, ως εκείνη η άνευ αντιλόγου απολυτοποίηση των πραγμάτων. Όλη αυτή η αρρωστημένη κατάσταση αλλοιώνει το νόημα της αληθινής πίστης,[2] μετατρέποντας την πίστη σε θρησκεία, έχοντας ως σκοπό να εξυπηρετήσει ιδιοτελείς σκοπούς και σκοτεινά συμφέροντα.
      Ένας ηθικισμός χωρίς ίχνος ήθους και στρεφόμενος κατά της αληθινής οντολογίας, που ως κύριο μέλημα του έχει την περιχαράκωση της ζωής με την τοποθέτηση στείρων κανόνων και ανούσιων ορίων, προσπαθώντας να μετατρέψει την ίδια τη ζωή σε σύστημα. Αλλά το μόνο που δεν μπορεί να μετατραπεί σε σύστημα εκτός από τη ζωή, είναι το πρόσωπο του Χριστού. Αυτό το πρόσωπο του Χριστού κομματιάζουν οι θρησκευτικές οργανώνεις με τη στατικότητα της μονολιθικής τους σκέψης, τον στείρο δογματισμό τους, τη στάση εκείνη που επιβάλλει φασιστικά και ετσιθελικά τη λανθασμένη κακοδοξία, με τρόπο που δεν επιδέχεται αντίρρηση ή αμφισβήτηση, τη λαθεμένη αντίληψη περί θεοπνευστίας, τη ψευδαίσθηση της αποκλειστικότητας του Θεού, την ηθελημένη άγνοια πως στον Θεό μετέχουμε, δεν τον κατέχουμε ως αντικείμενο της εγωιστικής μας αυταρέσκειας, την αδυναμία κάθε προσέγγισης και πρόσληψης του άλλου και την παντελή έλλειψη αγάπης προς τον συνάνθρωπο. Λησμονούν όμως πως ο Χριστός έγινε άνθρωπος για να σώσει τον άνθρωπο, όχι για να φτιάξει σύστημα. [3] 
     Το σύστημα όμως που επικρατεί την εποχή μας, όπως άλλωστε και σε κάθε εποχή, δεν καταδέχεται και δεν ανέχεται την αβεβαιότητα και τα ανήσυχα πνεύματα, καθώς το περιρρέον κλίμα της εποχής κυριαρχείται από έναν έντονο εθνικισμό σκοταδισμού με φαντάσματα κυρίαρχα τον ηθικισμό, τον μεσσιανισμό, τον φανατισμό και τη μισαλλοδοξία ως απότοκους της εξουσιαστικότητας. Και η εκάστοτε εξουσιαστικότητα χτίζει την επιχειρηματολογία της: το σύστημα και οι ανελεύθεροι δέσμιοι του, κατηγορούν και κατασυκοφαντούν βάναυσα και άκριτα κάθε ελεύθερα σκεπτόμενο άνθρωπο. Η ζωή όμως δεν είναι ιδεολογήματα, αλλά συνάντηση και άνοιγμα που επιτρέπει την κοινωνία των προσώπων. Η ομορφιά της ανθρωπινότητας είναι ακριβώς αυτή η αίσθηση της ευθύνης, αλλά και της ελευθερίας, της ελευθερίας εκείνης, ως το κατεξοχήν χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανθρώπου που καταξιώνει ως πρόσωπο τον ελεύθερα σκεπτόμενο άνθρωπο.
     Ένας αληθινός άνθρωπος, ένας κατ’ ουσίαν και όχι κατά τύπον χριστιανός, ζει την γλυκιά αβεβαιότητα και βρίσκεται σε συνεχή αναζήτηση και γι’ αυτό ακριβώς και σε συνάντηση με τον Χριστό. Ο Χριστός όχι ως πρόσωπο, αλλά ως το μόρφωμα που πρεσβεύει o ηθικισμός, ο ευσεβισμός, ο πουριτανισμός, ο φαρισαϊσμός, αρνητικά μεγέθη που πνίγουν τη μοναδική, την αληθινή ζωή δεν εκφράζει απολύτως κανέναν, παρά μόνο το εκάστοτε σύστημα. Το σύστημα προσπαθώντας να μετατρέψει τον Χριστό σε ιδεολόγημα, αποτυγχάνει παταγωδώς, γιατί το φως ανασταίνεται πάντα και δεν εγκλωβίζεται ποτέ σε κανόνες και όρια. Ο Θεός υπερβαίνει πάντα τα ανθρώπινα σχήματα που γέννησε η συμβατική ανάγκη του πολυδαίδαλου και απάνθρωπου συστήματος.
     Η εν Χριστώ ελευθερία είναι κατ’ εξοχήν οντολογική ελευθερία εν αντιθέσει με την ηθική ελευθερία που διακηρύσσει ο ηθικισμός, που αποτελεί το κυρίαρχο μέγεθος της αίρεσης, δρώντας έναντι της καταξίωσης της υλικότητας εις βάρος της αληθινής οντολογίας ενιαίας ψυχοσωματικής ενότητας του ανθρώπου, της ανθρώπινης ύπαρξης. Αν ο Λόγος όμως δεν είχε προσλάβει εξ’ ολοκλήρου την ανθρωπινότητα, τότε δεν μας αφορά καθόλου το μυστήριο της σάρκωσης ως ανθρώπους. Αλλά είναι εμφανές πως στην πραγματικότητα ο Χριστός έρχεται να τα βάλει με την υποκρισία, όχι με την ίδια την αμαρτία, μα με την αμαρτητική διάθεση που διασπά την ανθρώπινη ύπαρξη και εκκολάπτει μια αρρωστημένη κατάσταση. Ο Χριστός δεν πολέμησε ποτέ τους αμαρτωλούς. Τους αγάπησε… Πορεύτηκε και πόνεσε μαζί τους… Μονάχα τους υποκριτές πολέμησε και η αληθινή θεολογία κατά το πρότυπο του Χριστού είναι κατεξοχήν αγώνας έναντι στην υποκρισία.
     Ο ηθικισμός που δεν αφήνει τους ερωτευμένους να εισέλθουν αγκαλιασμένοι στην Εκκλησία… Χέρι χέρι… Ο ηθικισμός που ενοχοποιεί τον Έρωτα… Που εξυψώνει τα πρέπει έναντι των θέλω… Έρωτας… Εκείνο το θεϊκό στοιχείο μέσα μας που μας οδηγεί στον Θεό… Ο ηθικισμός που σε πνίγει… Ο ηθικισμός που δεν σ’ αφήνει ν’ αναπνεύσεις… Απανταχού άνθρωποι… Διαλύστε κάθε ψευτοηθικισμό… Καταργείστε κάθε φόβο… Οι κανόνες υπάρχουν για να τους καταργούμε… Αναπνεύστε… Ερωτευτείτε… Ζήστε…


[1] Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, Βίος και Λόγοι, εκδ. Ιερά Μονή Χρυσοπηγής, Χανιά 2003, σσ. 449-450: «Μέσα μας υπάρχει ένα μέρος της ψυχής που λέγεται “ηθικολόγος”. Αυτός ο “ηθικολόγος”, όταν βλέπει κάποιον να παρεκτρέπεται, επαναστατεί, ενώ πολλές φορές αυτός που κρίνει έχει κάνει την ίδια παρεκτροπή. Δεν τα βάζει, όμως, με τον εαυτό του αλλά με τον άλλο. Κι αυτό δεν το θέλει ο Θεός».
[2] Εβρ. 11, 1: «Ἐστιν δέ πίστις ἐλπιζομενων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπόμενων».
[3] Αλεξάνδρου Σμέμαν, Για να ζήσει ο κόσμος, μτφρ. Ζήσιμος Λορεντζάτος, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 1970, σ. 13: «Η θρησκεία χρειάζεται εκεί όπου υπάρχει ένα τείχος διαχωριστικό ανάμεσα στο Θεό και στον άνθρωπο. Μα ο Χριστός που είναι και Θεός και άνθρωπος γκρέμισε το τείχος ανάμεσα στον άνθρωπο και στο Θεό. Ο Χριστός εγκαινίασε μια νέα ζωή και όχι μια νέα θρησκεία».

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2011

Iωάννου Ζηζιούλα: Είναι ο άνθρωπος ελεύθερος;







Υπάρχει κάτι στην ανθρώπινη δημιουργικότητα, που δύσκολα θα μπορούσαμε να το αποδώσουμε στη λογική, αφού στην πραγματικότητα αυτό βρίσκεται στον αντίποδα της. Ο άνθρωπος και μόνον ο άνθρωπος, δημιουργώντας τον κόσμο του μπορεί να πάει, πολύ συχνά, αντίθετα στην έμφυτη λογική της φύσεως, του κόσμου πού του δόθηκε. Μπορεί ακόμα και να τον καταστρέψει αυτό τον κόσμο. Και αυτό συμβαίνει, γιατί ο άνθρωπος φαίνεται να προκαλείται από ό,τιδήποτε είναι σ' αυτόν «δεδομένο». Επιθυμώντας να δημιουργήσει το δικό του κόσμο ή απλά να επιβάλει τη θέληση του, ενοχλείται από τον ήδη υπάρχοντα κόσμο. Όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες το έχουν βιώσει αυτό. Ο Michelangelo συνήθιζε να αναφωνεί : «πότε θα τελειώσω μ' αυτό το μάρμαρο, ώστε να μπορέσω ν’ αρχίσω τη δική μου δουλειά;». Και ο Picasso εμφανίζεται να λέει παρόμοια πράγματα για τις μορφές, τα σχήματα καί τα χρώματα. Ο δημιουργός του κόσμου, εξ άλλου, στον Πλατωνικό Τίμαιο, κατά το πρότυπο του καλλιτέχνη, υποφέρει γιατί πρέπει να δημιουργήσει με προϋπάρχουσα ύλη και χώρο, πού του επιβάλλουν τους ορούς τους.



Κανένας δημιουργός δεν είναι ικανοποιημένος με ο,τι του δόθηκε. Αν υποταχθεί σ' αυτό αισθάνεται δυσφορία και ενόχληση, όπως συμβαίνει με όλους τους δημιουργικούς καλλιτέχνες όλων των εποχών. Αν δεν υποταχθεί σ’ αυτό, θα πρέπει να το καταστρέψει και να δημιουργήσει εκ του μηδενός. Αλλά επειδή η δημιουργία εκ του μηδενός είναι προνόμιο μόνο του ακτίστου Δημιουργού, όλες οι προσπάθειες του ανθρώπου να δημιουργήσει το δικό του κόσμο, είτε στην τέχνη, είτε στην ιστορία, είτε σε οποία άλλη περιοχή του πολιτισμού, τον οδηγούν στην απογοήτευση και το αδιέξοδο. Βέβαια, υπήρξαν στην ιστορία μορφές ανθρώπινης «δημιουργικότητας», πού ήταν αντίγραφο του ίδιου του κόσμου. Όμως κάτι τέτοια πολύ δύσκολα θα τα ονόμαζε κανείς τέχνη. Ο άνθρωπος μοιάζει με τα ζώα σε ό,τιδήποτε συνεπάγεται υποταγή σ’ αυτό πού του δόθηκε. Ό,τιδήποτε είναι ελεύθερο από μια τέτοια υποταγή αποτελεί σημάδι της παρουσίας του ανθρώπου. Αυτό μπορεί να οδηγήσει πολύ μακριά, μέχρι την καταστροφή από τον άνθρωπο αυτού που του δόθηκε. Σ' αυτό το σημείο το ανθρώπινο φαινόμενο προβάλλει ακόμα πιο καθαρά. Γιατί κανένα ζώο δεν θα μπορούσε να εναντιωθεί στην έμφυτη λογικότητα της φύσεως του. Ο άνθρωπος μπορεί να το κάνει αυτό, και κάνοντας το δείχνει ότι το ιδιάζον χαρακτηριστικό του δεν είναι ή λογικότητα, αλλά κάτι άλλο: είναι η ελευθερία. Τί είναι ελευθερία;


Συνήθως χρησιμοποιούμε αυτή τη λέξη, για να δηλώσουμε την ικανότητα επιλογής ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες δυνατότητες. Είμαστε ελεύθεροι να έρθουμε ή όχι σ' αυτή τη διάλεξη· είμαστε ελεύθεροι να ψηφίσουμε αυτό ή το άλλο κόμμα, κ.λπ. Άλλα αυτή είναι σχετική καί όχι απόλυτη ελευθερία. Περιορίζεται από τις δυνατότητες πού μας δόθηκαν. Καί ακριβώς αυτό το δεδομένο (αυτό πού μας δόθηκε) αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για την ελευθερία. Γιατί να επιλέγω ανάμεσα σε ό,τι μου δόθηκε, καί να μην είμαι ελεύθερος να δημιουργήσω τις δικές μου δυνατότητες; Μπορείτε να δείτε πώς το ερώτημα της ελευθερίας καί το ερώτημα της δημιουργίας εκ του μηδενός, είναι αλληλένδετα: αν κάποιος δημιουργεί με υλικό πού του δόθηκε, είναι δεσμευμένος από το υλικό αυτό αν όμως δημιουργεί εκ του μηδενός, τότε είναι ελεύθερος με την απόλυτη έννοια του ορού.


Είδαμε στην προηγούμενη διάλεξη μας ότι η Εκκλησία επέμεινε στην ιδέα ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο από το απόλυτο μηδέν. Μπορούμε να δεχτούμε αυτό πλήρως μόνο αν θελήσουμε να συνδέσουμε την πίστη μας για το Θεό με την απόλυτη έννοια της ελευθερίας: το να είναι κανείς Θεός σημαίνει ότι είναι απόλυτα ελεύθερος, με την έννοια ότι δεν υπόκειται ούτε εξαρτάται από καμιά κατάσταση ή πραγματικότητα, πού Του έχει δοθεί. Γιατί, αν κάτι, ακόμα καί με τη μορφή της δυνατότητας, δόθηκε σ' Αυτόν, αυτό θα σήμαινε ότι κάποιος άλλος ή κάτι άλλο υπάρχει πέρα από Αυτόν, πράγμα πού θα απέκλειε κάθε απόλυτα μονοθεϊστική έννοια περί Θεού, όπως αυτή πού διακηρύσσεται στην Αγία Γραφή.


Αλλά τί συμβαίνει με τον άνθρωπο; Ό άνθρωπος είναι εξ ορισμού κτίσμα. Αυτό σημαίνει ότι ο κόσμος του δόθηκε. Το γεγονός ότι στη βιβλική διήγηση της δημιουργίας ό άνθρωπος εμφανίζεται στο τέλος της δημιουργίας, κάνει τον άνθρωπο διπλά περιορισμένο: του δόθηκε όχι μόνον ό κόσμος, αλλά και ο Δημιουργός Θεός. Μπορεί να διαλέξει ό,τι του αρέσει, αλλά δεν μπορεί να αγνοήσει το γεγονός του «δεδομένου». Επομένως, είναι δυνατόν να πούμε ότι ο άνθρωπος είναι ελεύθερος με την απόλυτη έννοια;



Iωάννου Ζηζιούλα
(Επισκόπου Περγάμου)
«Η Κτίση ως Ευχαριστία»
Εκδ. Ακρίτας.
Σελ. 100-103

Τετάρτη 25 Μαΐου 2011

Δημήτρης Αβδελάς:Το στοίχημα της ελευθερίας του πνεύματος· όταν ο Μπερδιάγιεφ συνάντησε τον Ντοστογιέφσκι.





Για το έργο και την σκέψη του Ντοστογιέφσκι έχει ήδη χυθεί πολύ μελάνι από πολλούς ερευνητές μια και ο σπουδαίος Ρώσος συγγραφέας έχει επηρεάσει σε αρκετά μεγάλο βαθμό όχι μόνο την λογοτεχνική αλλά και την φιλοσοφική διανόηση. Κανείς όμως δεν ήρθε τόσο κοντά με το πνεύμα του όσο ο επίσης Ρώσος στοχαστής Ν. Μπερδιάγιεφ στο ομώνυμο του έργο «το πνεύμα του Ντοστογιέφσκι»1. Ο Μπερδιάγιεφ στο ξεκίνημα της ζωής του είχε επηρεαστεί σε τέτοιο βαθμό από τα βιβλία του μεγάλου μυθιστοριογράφου πού απογοητεύτηκε για την ζωή2. Παρόλα αυτά σεβόταν πολύ τον ίδιο και διέκρινε τους ανθρώπους ανάμεσα σε αυτούς που ήταν οικείοι με το πνεύμα του Ντοστογιέφσκι και στους υπόλοιπους3. Το κύριο σημείο επαφής των δύο μεγάλων ανδρών ήταν η ελευθερία του πνεύματος, αξία που την υπερασπίστηκε με πάθος ο Μπερδιάγιεφ σε όλη του την ζωή και την συνάντησε στα βιβλία του Ντοστογιέφσκι. Το περιεχόμενο του βιβλίου διαρθρώνεται σε εννέα κεφάλαια με κύριο άξονα δομής την ανάλυση του ιδεοτύπου του Ρώσου ανθρώπου όπως αυτός παρουσιάζεται μέσα από τις σελίδες των μυθιστορημάτων του λογοτέχνη. Στην παρούσα μελέτη θα θίξουμε ακροθιγώς τα κεφάλαια εκείνα που κατά την προσωπική μας άποψη είναι και τα κυριότερα του βιβλίου.
Για τον Μπερδιάγιεφ η σκέψη του Ντοστογιέφσκι κινείται ανάμεσα σε ακρότητες και δίπολα. Ο άνθρωπος της ρωσικής κοινωνίας συγκρούεται ανάμεσα στον μηδενισμό και την αποκάλυψη. Οι ήρωες του συγγραφέα(Ντοστογιέφσκι) είτε κινούνται προς την απόλυτη αθεΐα, στοιχείο της ρωσικής κοινωνίας του 19ου αι. είτε εκφράζουν μια θρησκοληψία που φτάνει στα όρια της δεισιδαιμονίας, με αποτέλεσμα ο άνθρωπος του Ντοστογιέφσκι να πάσχει από έναν εσωτερικό πόλεμο πίστης. Ο ψυχισμός του ανθρώπου γίνεται ένα δεύτερο σύμπαν και μέσα στην καρδιά του τίθενται τα μεγαλύτερα ερωτήματα για τον Θεό, τον κόσμο και το κακό που τον κατακλύζει. Η λύση του ανθρώπινου προβλήματος σηματοδοτεί έτσι και την λύση του θείου ερωτήματος. Χαρακτηριστική είναι η φράση του Λεόντιεφ που μας μεταφέρει ο στοχαστής(Μπερδιάγιεφ) ότι ο Ρώσος μπορεί να γίνει άγιος όχι όμως και τίμιος άνθρωπος4, η τιμιότητα είναι μια αστική αρετή που διαμορφώθηκε στον δυτικό πολιτισμό. Ο Μπερδιάγιεφ προτάσσει την άποψη ότι τα μυθιστορήματα του αγαπημένου του λογοτέχνη είναι τραγωδίες ιδιότυπης μορφής όπου οι ήρωες περνάνε όλα τα θεατρικά επίπεδα και καταλήγουν στον εξαγνισμό και την κάθαρση. Η ηθική για τον συγγραφέα των μυθιστορημάτων δεν είναι η συμβατική ηθική του χριστιανισμού αλλά μια νέα που αυτοπροσδιορίζεται κάθε φορά από το πρόσωπο των ηρώων του. Ακόμα και τα πιο μύχια πάθη του ανθρώπου, όπως είναι το κακό και ο έρωτας εξετάζονται από μια άλλη σκοπιά, που προκρίνει ο συγγραφέας για να καταδείξει το γεγονός της πορείας στην λύτρωση. Το κακό στην ουσία είναι η αυτοεπιβεβαίωση και απομόνωση από τους άλλους και οδηγεί στην διάσπαση της προσωπικότητας του ανθρώπου με αποτέλεσμα να ενεργεί πρόστυχα και να εκμηδενίζεται. Οι ήρωες των μυθιστορημάτων εισάγονται εθελούσια σε μια ελεύθερη πορεία αναζήτησης του εαυτού τους και καλούνται να βγουν νικητές, χωρίς ωστόσο να τα καταφέρνουν πάντα.
Η ελευθερία του πνεύματος που αποτελεί εκ των ουκ άνευ αρχή για την σκέψη του Μπερδιάγιεφ βρίσκει την πραγμάτωση της στο τελευταίο έργο του Ντοστογιέφσκι «Αδελφοί Καραμάζοφ» και ειδικότερα στο γνωστό θρύλο του Μέγα Ιεροεξεταστή5. Πριν αναλύσουμε το συγκεκριμένο κεφάλαιο, θα πρέπει να σταθούμε πρώτα στην έννοια της ελευθερίας όπως την κατανοεί και την ερμηνεύει ο Ρώσος στοχαστής. Ο Μπερδιάγιεφ κάνει καταρχήν μια διάκριση ανάμεσα σε ελάσσονα και μείζονα ελευθερία. Η πρώτη θεωρείται ως το πρωταρχικό στάδιο διάκρισης ανάμεσα στο καλό και το κακό, είναι στην ουσία η γνώση και η αποφυγή της αμαρτίας. Η δεύτερη αναφέρεται ως τελειότητα και δεν ταυτίζεται με το καλό, αλλά το ξεπερνάει, δεν επιβάλλεται με το καλό αλλά έχει την δικής της αυτόνομη φύση και εμπεριέχει στους κόλπους της και το καλό αλλά οπωσδήποτε και το κακό. Σ’ αυτό το σημείο η ρηξικέλευθη σκέψη του Μπερδιάγιεφ προχωρεί ένα βήμα παραπάνω από την πατερική γιατί θεωρεί το κακό όχι μόνο αναγκαίο αλλά και ως απόδειξη της ύπαρξης του Θεού. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του: «Ο Θεός υπάρχει, επειδή ακριβώς υπάρχει το κακό και η οδύνη στον κόσμο. Η ύπαρξη του κακού είναι η απόδειξη της υπάρξεως του Θεού. Εάν ο κόσμος ήταν αποκλειστικά καλός και ακέραιος, τότε ο Θεός δεν θα ήταν αναγκαίος, γιατί ο κόσμος θα ήταν ήδη Θεός. Ο Θεός υπάρχει λοιπόν, επειδή υπάρχει το κακό. Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός υπάρχει, επειδή υπάρχει η ελευθερία»6. Αυτή η διαλεκτική μεταξύ ελευθερίας και κακού που θίγει όχι μόνο το θέμα της ανθρωποδικίας αλλά και της θεοδικίας αποτελεί και την γέφυρα συνάντησης των δύο, Ντοστογιέφσκι και Μπερδιάγιεφ. Έτσι η κατάκτηση της βασιλείας του Θεού είναι δυνατή και για τους δύο μόνο μέσα από την ελευθερία, ενώ απορρίπτονται ο απόλυτος προορισμός του Αυγουστίνου που θεωρεί την ζωή του αγαθού χωρίς ελεύθερη εκλογή από τον άνθρωπο, αλλά και η απόκτηση του παραδείσου μέσα από τον πόνο, τα δάκρυα και τον θάνατο7.
Ο «Μέγας Ιεροεξεταστής» είναι η ιστορία που πολλοί μυθιστοριογράφοι και λογοτέχνες θα επιθυμούσαν να γράψουν μια και το πολύκροτο θέμα της επιστροφής του Ιησού στη γη και της συναναστροφής του ξανά με τους ανθρώπους ελκύει πολύ το αναγνωστικό κοινό. Ωστόσο μόνο ο Ντοστογιέφσκι επιχείρησε το τόλμημα αυτό και μας παρέδωσε ένα αριστούργημα που θίγει όχι μόνο τον θεσμό της θεοκρατίας αλλά και της ελευθερίας του πνεύματος ως προέκταση της άδολης πίστης. Επίσης ο συγγραφέας του ιεροεξεταστή ξεφεύγει πλέον από τα εθνικά στερεότυπα και η σκέψη γίνεται πιο οικουμενική8. Στο κεφάλαιο αυτό είναι εμφανής η προσπάθεια που κάνει ο Μπερδιάγιεφ να στηρίξει την πίστη στον Θεάνθρωπο που προσλαμβάνει τον όλο άνθρωπο χωρίς να θίγεται η θεότητα του Ιησού, σε αντίθεση με τον Μέγα Ιεροεξεταστή που θέλει τον Θεό ψηλά και τον άνθρωπο μονίμως μόνο του. Στην ουσία όπως καταθέτει και ο ίδιος ο στοχαστής, ο ιεροεξεταστής δεν πιστεύει ούτε στον Θεό ούτε στον άνθρωπο, με άλλα λόγια δεν πιστεύει στο δόγμα της Χαλκηδόνας δηλαδή στην ανάκραση θείου και ανθρώπινου στοιχείου. Η πράξη της πίστης είναι μία πράξη ελευθερίας θα συμπληρώσει λίγο παρακάτω9 πλέκοντας έτσι το εγκώμιο της δόξας της θεανδρικότητας του Χριστού. Πολλοί θεώρησαν ότι στο πρόσωπο του ιεροεξεταστή ο Ντοστογιέφσκι χτύπησε το εξουσιαστικό κατεστημένο της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, αλλά όπως υποστηρίζει ο Μπερδιάγιεφ ο προσφιλής του συγγραφέας εναντιώθηκε σε κάθε μορφή εκκλησιαστικής εξουσίας. Ότι απέκρουσε ο Χριστός στους τρεις πειρασμούς, δηλαδή ψωμί, θαύμα και εξουσία το οικειοποιείται η εκκλησιαστική εξουσία και το διαχειρίζεται για να υποδουλώσει την ελευθερία του ανθρώπου. Ο Χριστός σεβάστηκε τόσο πολύ την ανθρώπινη ελευθερία που δεν κατέβηκε από το σταυρό ως δια μαγείας αλλά παρέμεινε «κρεμάμενος και επικατάρατος»10 για τα γήινα δεδομένα αρνούμενος να παραβιάσει το δώρο που έδωσε στον άνθρωπο. Αντίθετα ο ιεροεξεταστής με το πρόσχημα του καλού και της ευτυχίας του κόσμου δίνει στον άνθρωπο την βεβαιότητα της σωτηρίας μέσα από τα θρησκευτικά δεδομένα και αγκυλώματα. Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να προσθέσουμε τα εξής ότι ο Μπερδιάγιεφ μπορεί να μην συναντήθηκε ποτέ με τον Ντοστογιέφσκι ωστόσο κατάλαβε όσο κανείς άλλος το πνεύμα του που εδράζεται στο στοίχημα της προσωπικής αβεβαιότητας και της ελευθερία της πίστης που πρέπει να πάρει ο άνθρωπος για να ελπίζει στην επέκεινα βασιλεία.






1 Βλ. Νικ. Μπερδιάγιεφ, Το πνεύμα του Ντοστογιέφσκι, Θες/νίκη: Π. Πουρναρά, 1972
2 Βλ. Νικ. Μπερδιάγιεφ, Δοκίμιο εσχατολογικής Μεταφυσικής, Θες/νίκη: Π. Πουρναρά, 2010, σ. 6
3 Βλ. Νικ. Μπερδιάγιεφ, Το πνεύμα του Ντοστογιέφσκι, Θες/νίκη: Π. Πουρναρά, 1972, σ. 9
4 Όπ. Παρ. , σ. 17

5 Βλ. Φ. Ντοστογιέφσκι, Αδελφοί Καραμάζοφ, Τομ. 2, Αθήνα: Εκδόσεις Γκοβόστη, 1990
6 Βλ. Νικ. Μπερδιάγιεφ, Το πνεύμα του Ντοστογιέφσκι, Θες/νίκη: Π. Πουρναρά, 1972, σ. 89

7 Όπ. παρ. , σ. 159


8 Βλ. Βλαδίμηρου Σαλαβιώφ, Η ιδέα της οικουμενικότητας στο έργο του Ντοστογιέφσκι, Θες/νίκη: Π. Πουρναρά, 1989, σ. 51

9 Βλ. Νικ. Μπερδιάγιεφ, Το πνεύμα του Ντοστογιέφσκι, Θες/νίκη: Π. Πουρναρά, 1972, σ. 210

10 Βλ. Προς Γαλάτας 3,13

Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2011

Olivier Clement- Ο Θεός είναι ελευθερία, που θέλει την ελευθερία και παραχωρεί την ελευθερία.







 Ο Θεός δεν είναι ένα πράγμα, μια πέτρα, μια κούρνια πάνω από τον χρόνο. Ο Θεός δεν είναι ούτε ένα Άτομο στον ουρανό, που το βλέμμα του μας απολιθώνει. Το χωρίς όριο πέλαγος της υπερούσιας πληρότητας ενυπάρχει, στον ίδιο τον Θεό, σε μια μυστηριώδη αμοιβαιότητα. Γι' αυτό ο ζωντανός Θεός είναι πιο μεγάλος απο τις αντιλήψεις μας για την δύναμη, τη γνώση ή την αιωνιότητα. Ή πιο μικρός, σαν τον κόκο σινάπεως, στο μέτρο που οι αντιλήψεις αυτές εκφράζουν τον ανεστραμμένο κόσμο της πτώσης. Ο Θεός είναι ελευθερία, που θέλει την ελευθερία και παραχωρεί την ελευθερία. Η πραγματική του υπερβατικότητα, είναι που μπορεί πραγματικά να αγαπάει. Γιατί ο Θεός είναι "ο Φιλάνθρωπος", όπως το επαναλαμβάνει η βυζαντινή λειτουργία. Η πραγματική του πρόγνωση, είναι που γνωρίζει τον άλλον όπως είναι, δηλαδή η αναμονή του απρόοπτου. Η πραγματική του παντοδυναμία, είναι που αφήνει ν' αναπηδάει μια ελευθερία ικανή να τον αρνείται: η δημιουργία βρίσκεται στη σκιά του Σταυρού. Είναι, τελικά, το ότι βγήκε φανερά από την απάθειά του για να κατέβει στον θάνατο και στην κόλαση που δημιούργησε ο άνθρωπος, άφησε να τον δολοφονήσουν για να προσφέρει στους δολοφόνους την ελευθερία. Να την προσφέρει όχι σαν αντικείμενο, αλλά σαν ζωή, μέσα στην αμοιβαιότητα της αγάπης, στον εσωτερικό φωτισμό αυτής της ελευθερίας από το Άγιο Πνεύμα.

OLIVIER CLEMENT, H ΘΕΟΛΟΓΙΑ META TON ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. Εκδ. Δωδώνη, Αθήναι 1973,

Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

Νικόλας Μπερδιάγεφ:Για την ελευθερία









Για την ελευθερία μπορεί και πρέπει να θυσιάζεις τη ζωή σου,αλλά για τη ζωή σου ποτέ δεν πρέπει να θυσιάζεις την ελευθερία.
Με την ελευθερία είναι συνδεδεμένη η ποιότητα της ζωής και η αξιοπρέπεια του ανθρώπου.

Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011

Ἐπίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Ware: Ἐλευθερία



Ὁ Δημιουργὸς Θεὸς εἶναι ἐλεύθερος: μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ τὰ ἀνθρώπινα δημιουργήματα ποὺ εἶναι φτιαγμένα κατ᾿ εἰκόνα του εἶναι προικισμένα μὲ ἐλευθερία. Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ κάνει τὰ ἀνθρώπινα ὄντα νὰ ξεχωρίζουν, μὲ ἕνα τρόπον ποὺ ὑπερέχει, ἀπὸ τὰ ἄλλα ὄντα; Πέρα ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα, εἶναι ἡ αὐτοσυνειδησία, ἡ φωνὴ τῆς συνείδησης, ἡ δύναμη τῆς ἐλεύθερης ἀπόφασης, ἡ ἱκανότητα τῆς ἠθικῆς ἐκλογῆς. Ἐνῶ τὰ ἄλλα ὄντα ἐνεργοῦν ἀπὸ ἔνστικτο, τὸ ἀνθρώπινο ὂν στέκεται εὐσυνείδητα ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ - στέκεται μὲ πλήρη ἐπίγνωση στὸ σημεῖο τοῦ καιροῦ, στὴ στιγμὴ τῆς κρίσης καὶ τῆς εὐκαιρίας - καὶ διαλέγει. Ὁ Θεὸς κάθε μέρα ἀπευθύνεται στὸν ἄνθρωπο λέγοντάς του: «Τὴν ζωὴν καὶ τὸν θάνατον δέδωκα πρὸ προσώπου ὑμῶν, τὴν εὐλογίαν καὶ τὴν κατάραν· ἐκλέξαι...» (Δευτ. 30:19). Μόνο μὲ τὴν ἄσκηση αὐτῆς τῆς δύναμης, τῆς ἐλεύθερης ἐκλογῆς, ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἄνθρωπος πραγματικά.
Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ὁριστεῖ ὡς ἕνα ἐλεύθερο ὄν. Αὐτὸ τὸ σημεῖο τονίζεται ἔντονα ἀπὸ τὸν Ντοστογιέφσκι στὴ διήγηση τοῦ Μεγάλου Ἱεροεξεταστῆ, στὸ ἔργο Ἀδελφοὶ Καραμαζώφ. Αὐτὸ ποὺ ὁ Χριστὸς προσέφερε στὸν ἄνθρωπο, ὅπως ἀναγνωρίζει ὁ Μέγας Ἱεροεξεταστής, εἶναι ἀκριβῶς τὸ δῶρο τῆς ἐλευθερίας: ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἦρθε γιὰ νὰ μᾶς ἐλευθερώσει (Ἰω. 8:36). Αὐτὴ ἡ ἐλευθερία ὅμως, στὰ μάτια τοῦ γηραιοῦ καρδιναλίου, εἶναι πολὺ βαρειά, ἕνα φορτίο δυσβάστακτο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἕνα ἐπικίνδυνο κοφτερὸ σπαθί· τὸ ἀνθρώπινο γένος θὰ ἦταν εὐτυχέστερο ἂν τοῦ ἀφαιροῦσαν αὐτὸ τὸ δῶρο. «Ἐμεῖς διορθώσαμε τὸ ἔργο σου», λέει ὁ Ἱεροεξεταστὴς στὸν Ἰησοῦ. Ἀπὸ μία σκοπιὰ ἔχει δίκιο: ἡ ἐλευθερία μας πολὺ συχνὰ ἀποδεικνύεται ἕνα ἄσχημο δῶρο. Ὅμως ἂν ὁ ἄνθρωπος εἶναι κάτι λιγότερο ἀπὸ ἐλεύθερος, τότε γίνεται κάτι λιγότερο κι ἀπὸ ἄνθρωπος.
Ἡ ζωτικὴ σημασία τῆς ἐλευθερίας μπορεῖ νὰ φανεῖ στὴν περίπτωση τῆς εὐλογημένης Παρθένου Μαρίας, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἡ εἰκόνα τοῦ τί σημαίνει νὰ εἶσαι γνήσιος ἄνθρωπος. Στὸν Εὐαγγελισμό, ὁ Ἀρχάγγελος δὲν ἐπληροφόρησε ἁπλῶς τὴν Παναγία γιὰ τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ περίμενε τὴν ἐλεύθερη καὶ ἐθελοντική της ἀπάντηση: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου» (Λουκ. 1:38). Θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε ἀρνηθεῖ. Ὁ Θεὸς λαμβάνει τὴν πρωτοβουλία, ὅμως ἡ ἐθελοντικὴ συνεργασία τῆς Παναγίας εἶναι ἐπίσης ἀπαραίτητη. Δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα παθητικὸ ἐργαλεῖο ἀλλὰ ἕνας ἐνεργητικὸς μέτοχος στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας. Ἡ ἀπάντησή της μὲ κανέναν τρόπο δὲν ἦταν ἕνα ἐκ τῶν προτέρων γνωστὸ συμπέρασμα· σ᾿ αὐτὴ τὴν ἐλεύθερα δοσμένη ἀπάντηση κρεμόταν ὁλόκληρο τὸ μέλλον τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας.
Σ᾿ ἕναν κόσμο ποὺ ὁλοένα γίνεται πιὸ ἀπάνθρωπος - σ᾿ ἕναν κόσμο ποὺ φαινομενικὰ ἐλέγχεται ἀπὸ τοὺς ψυχαναλυτές, τὶς στατιστικὲς καὶ τὶς μηχανὲς - ἡ ἀνάγκη γιὰ Χριστιανοὺς ποὺ ἐπιμένουν στὴν ὑψίστη ἀξία τῆς ἐλευθερίας, εἶναι ἄμεση. Σ᾿ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα, τίποτα δὲν εἶναι πιὸ ἀποφασιστικῆς σημασίας ἀπὸ τὶς ἐλεύθερες πράξεις ἐκλογῆς ποὺ γίνονται ἀπὸ πρόσωπα προικισμένα μὲ λόγο καὶ συνείδηση. Ὡς ἀνθρώπινες ὑπάρξεις ἐπηρεαζόμαστε ἀπὸ τὸ περιβάλλον καὶ τὶς ἀσυνείδητες διαθέσεις μας, ὅμως ποτὲ δὲν ὑποδουλωνόμαστε τελειωτικὰ σ᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα. Παραμένουμε ἐλεύθεροι. Ὁ Θεὸς ἔθεσε τὸν καθένα ἀπό μας σὰν βασιλιὰ πάνω στὴ γῆ καὶ τοῦ ἔδωσε ἐξουσία ἐπὶ «πάντων τῶν κτηνῶν» (Γεν. 1:28). Ἂς μὴν παραιτούμαστε ἀπὸ αὐτή μας τὴ βασιλικὴ ἐξουσία ἀπὸ δειλία ἢ ἔλλειψη φαντασίας.
Ἐδῶ ἐξάγεται ἕνα σημαντικὸ συμπέρασμα. Ἡ ἐλευθερία δείχνει ὅτι σὰν ἄνθρωποι εἴμαστε διάφοροι, ξεχωριστοί. Ἐφόσον καθένας ἀπὸ μᾶς εἶναι ἐλεύθερος, ὁ καθένας ἐκφράζει τὸ κατ᾿ εἰκόνα μὲ τὸ ὅποιο εἶναι προικισμένος μὲ τὸ δικό του ἣ δικό της μοναδικὸ καὶ ἀνεπανάληπτο τρόπο. Καὶ ὁ καθένας, ἐφόσον εἶναι μοναδικός, ἔχει ἀνεκτίμητη ἀξία· ὁ καθένας εἶναι τὸ τέρμα καὶ ὁ σκοπὸς κι ὄχι τὸ μέσο γιὰ κάποιον ἄλλο σκοπό. Ὁ σύγχρονος πολιτισμὸς μᾶς κάνει νὰ σκεφτόμαστε μὲ τρόπο στερεότυπο, ἔτσι ποὺ νὰ φαίνεται ὅτι ὅλα μετροῦνται καὶ κατατάσσονται στατιστικὰ ἢ «προγραμματίζονται» σ᾿ ἕνα κομπιοῦτερ. Ὡς χριστιανοὶ ἀνθρωπιστὲς ἔχομε κάθε λόγο νὰ ἀρνηθοῦμε μία τέτοια τάση. Εἶναι καθῆκον μας νὰ προσβλέπουμε πάντα πέρα ἀπὸ τὸ ἐπίπεδό της ἐπιπολαιότητας, ὅπου οἱ ἀνθρώπινες ὑπάρξεις κατατάσσονται σὲ ὁμάδες, πρὸς τὸ ἐπίπεδό της γνήσιας προσωπικότητας, ὅπου κανένας δὲν εἶναι κουραστικός. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καθιστώντας μας ἐλεύθερους, κάνει τὸν καθένα μας διαφορετικό· τὸ ἴδιο καὶ οἱ πνευματοφόροι ἢ ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ἀποκαλύπτουν σὲ μᾶς τὰ πραγματικὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, πάντοτε ἐπιδεικνύουν τὴν ἄκρα ποικιλία. Δὲν εἶναι ἡ ἁγιότητα ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία ποὺ εἶναι μονότονη.

Πηγή: «Ἄνθρωπος καὶ Κοινωνία», Δοκίμια γιὰ τὴ θέση τοῦ ἀνθρώπου στὸν σύγχρονο κόσμο, ἐκδόσεις Ἱερᾶς Βασιλικῆς καὶ Σταυροπηγιακῆς Μονῆς Ἁγ. Νεοφύτου, Πάφος 1991

Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2010

Ἡ ἠθική τῆς ἐλευθερίας στήν ἐποχή τῆς νεωτερικότητας















Του Χριστοφόρου Αρβανίτη,
Δρ. Θεολογίας-Κοινωνιολογίας της Θρησκείας,
Εκλεγμένου Επίκουρου Καθηγητή στην ΑΕΑΗ Κρήτης.






Εἶναι ἀποδεκτό ὅτι ἡ σύγχρονη ἠθική1 σκέψη καί προβληματική ἀντλώντας τά «δεδομένα» της ἀπό τήν θεολογία, ἐπιδιώκει, ἀκολουθώντας τίς συναφεῖς μέ αὐτήν ὑπόλοιπες ἀνθρωπο-κοινωνικές ἐπιστῆμες, νά καταθέσει μία προσέγγιση τῆς κοινωνικῆς καί πολιτιστικῆς της διάστασης ἀπαλλαγμένη ἀπό δογματισμούς καί κανονιστικές δομές.2 Ἀποδέχεται ὅτι τά σύνολα τῶν διάφορων κοινωνιολογικῶν καί πολιτισμικῶν κατηγοριῶν δέν πρέπει νά ἐξαντλοῦνται ἐμπλεκόμενα σέ κλειστά προσδιορισμένα ἤ δογματικά πλαίσια ἀλλά νά ἐπιτρέπουν, ὅσο αὐτό εἶναι δυνατόν, ἤ καί νά ἐπιδιώκουν, τίς διαφορετικές προσεγγίσεις τῶν προσώπων πού συμμετέχουν σέ αὐτές.3
Ἔχοντας αὐτό ὡς ἀφετηρία, ὁμολογεῖ ὅτι μέχρι τώρα λειτούργησε καί πραγματεύθηκε τά ἀντικείμενα πού τήν ἀπασχολοῦσαν ὡς χρηστικό ἐργαλεῖο τῆς ἐπίσημης ἄποψης πού κατέθετε ἡ θεσμική Ἐκκλησία, ἀδυνατώντας νά ξεπεράσει τόν «παραδοσιακό» θεολογικό στοχασμό. Αὐτή ἡ ὁμολογία, γίνεται κατανοητό ὅτι ὁδηγεῖ οὐσιαστικά σήμερα τήν ἠθική σκέψη πρός μιά θεσμική-λειτουργική διάσπαση. Ἀπό τό ἕνα μέρος ἀποτελεῖ πάντα ἕνα κλειστό πανεπιστημιακό γνωστικό ἀντικείμενο,4 καί ἀπό τό ἄλλο ἐπιχειρεῖ τήν ἔξοδο πρός τό σύγχρονο καί τό μετανεωτερικό, ἐπιδιώκοντας τή συμμετοχή της σέ ἕνα διάλογο μέ πολυσύνθετη τή προσέγγιση τῆς πραγματικότητας5. Στήν τρίτη ἐκδοχή της, τήν «παλαιά», παραμένει ἄρρηκτα συνδεδεμένη μέ τόν θεσμικό ἐκκλησιαστικό λόγο, ἀποδεχόμενη παθητικά τήν δικανική της κανονικοποίηση. Αὐτή ἡ «τρισυπόστατη» διάσπασή της φαίνεται ὅτι ἔχει τή δυνατότητα νά γίνει «δισυπόστατη», ἑνοποιώντας τίς δύο πρῶτες καί ἀφήνοντας μόνη, ὡς ἕτερο πόλο, τήν τρίτη.
Ἡ νεωτερικότητα γέννησε μέσα ἀπό τίς συγκρούσεις καί τίς ἀντιφάσεις αὐτό πού ὀνομάστηκε ἀνθρωποκοινωνική πολυπλοκότητα. Ἐνῶ ἡ ἁπλοποίηση καί ὁ δογματικός ἀκρωτηριασμός ὁδήγησαν σέ προτάσεις καί ἀποφάσεις τυφλές καί ξένες γιά τίς ἀνάγκες τῆς κοινωνίας,6 ἡ ἔννοια καί ἡ μέθοδος τῆς πολυπλοκότητας ὁδήγησαν σέ μιά ἀνθρωπο-οἰκο-κοινωνιολογική ἀντίληψη ἡ ὁποία προσπαθεῖ νά συνδυάσει τίς διαστάσεις τῆς καθημερινῆς ζωῆς μέ τά συγκεκριμένα προβλήματα τῶν ἀτόμων. Αὐτό δίνει τό δικαίωμα στήν ἠθική σκέψη νά ἐπανακαθορίσει τήν ἐπικοινωνία της μέ τίς ἄλλες ἀνθρωπιστικές ἐπιστῆμες, ὥστε μέσα ἀπό τήν προσέγγιση καί τήν ἐξέταση τῶν θεμάτων νά ἀνακαλύψει πλούτους, τούς ὁποίους ἡ θεολογία δέν μπορεῖ ἀπό μόνη της νά ἀποκαλύψει, ἀλλά θά μποροῦσε νά τούς ἐνσωματώσει ἤ νά τούς ἀφομοιώσει.
Σ’αὐτό τόν ἐπανακαθορισμό τῆς ἠθικῆς ἐπικοινωνίας θά πρέπει νά τονισθεῖ ὅτι ἡ νεωτερικότητα, αὐτή καθ’ἕαυτή, κινεῖται ἔξω ἀπό τίς ἔννοιες τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ. Αὐτό τό νέο δεδομένο ἡ ἠθική σκέψη ὀφείλει νά τό δεῖ δεόντως θετικά. Πρώτον, γιατί τῆς δίνει τή δυνατότητα νά ἀπεμπλακεῖ ἀπό τό σύμπλεγμα τῶν τεχνικῶν κανόνων πού ἡ ἴδια δημιούργησε γιά νά ἐξυπηρετήσει τό ἀνθρωποκεντρικό σύστημα καί δεύτερον νά κατανοήσει ὅτι σήμερα τό ἴδιο τό σύστημα δέν τήν ἀποδέχεται, ἀποκλείοντάς την ἀπό τόν τρόπο λειτουργίας του.7
Ἡ ἐπικυριαρχία τῆς οἰκονομίας μέσα στό σύστημα ἀποβάλλει τόν ἀνθρώπινο παράγοντα, ὁ ὁποῖος ἀπό ὑποκείμενο τῆς λειτουργίας αὐτοῦ τοῦ συστήματος μεταβάλλεται σέ ἐξάρτημά του καθώς αὐτό πού θεωρεῖται πλέον τό πιό σημαντικό εἶναι ἡ ἀποδοτικότητα, τό κέρδος καί ὁ πλουτισμός.8 Ἐδῶ σημαντικό μερίδιο εὐθύνης κατέχει ἡ ἐπιστημονική ἔρευνα9 ἡ ὁποία δημιουργεῖ ἕνα τρόπο ζωῆς εἴτε ἀπό τεχνητά ὑποκατάστατα γιά ὅ,τι ἀγγίζει τήν ἀνθρώπινη ζωή ὅπως, τήν ἀγάπη, τόν ἔρωτα, τήν συμπάθεια, τό γέλιο, τήν εἰρωνία, τό ψέμα, τήν καλοσύνη, τό πάθος, τήν ἐπικοινωνία εἴτε τροφοδοτεῖ τή ζωή μέ γενετικῶς μεταλαγμένα ὑποκατάστατα τῶν φυσικῶν προϊόντων.10 Διερωτᾶται ὅμως ὁ κάθε σκεπτόμενος γιά τό ποιός εἶναι ὁ ρόλος καί ποιά ἡ συνεισφορά τῆς ἐπιστήμης στήν ἀντιμετώπιση γιά παράδειγμα τῆς πείνας ἤ τοῦ πολέμου στόν κόσμο τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας. Ἀρωγός σ’ αὐτήν τήν παραπλάνηση τῆς κοινωνικῆς σκέψης ἀπό τήν ἐπιστήμη ἀποτελεῖ ὁ τρόπος, ὁ ἐπιστημονικός τρόπος, λειτουργίας τῆς τηλεπικοινωνίας, καθώς ὀργανώνει τήν ἀγωγή τῆς ψυχῆς τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου, παραπλανώντας τό ἀνθρώπινο ὑποκείμενο, ἀρνούμενος νά καταθέσει στήν πολυπλοκότητα τῆς κοινωνίας τήν ἀλήθεια, ἀλλά τήν κυνικότητα καί τόν χλευασμό γιά τήν ἀνθρώπινη ζωή καί ἀξιοπρέπεια.11
Ὁ ἄνθρωπος ἀπό τούς μύθους τῆς προϊστορίας του, ὅπως γιά παράδειγμα στόν Προμηθέα Δεσμώτη, μέχρι τήν ἱστορική καταγραφή τοῦ σύγχρονου μύθου του γιά τήν «κυριαρχία του» πάνω στή φύση καί τό πεπρωμένο του, ἀντιλαμβάνεται τήν ἱκανότητά του γιά τή γνώση τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ μέσα ἀπό τήν ἐμπειρία τῆς ἐλπίδας γιά ἐλευθερία. Στήν Ἀντιγόνη τοῦ Σοφοκλῆ, στόν στίχο 332, ὁ ἄνθρωπος χαρακτηρίζεται ὡς ὁ δεινότερος12 ἀλλά καί αὐτός πού ἔχει τή γνώση «τότε μέν κακόν, ἄλλοτ’ ἐπ’ ἐσθλόν ἕρπε»ι. Ὁ ἄνθρωπος ἐπιλέγει τό καλό ἤ τό κακό χωρίς νά ἀναζητεῖ νά προσδιορίσει τό ἀτομικό ἤ τό κοινωνικό του ἐνδιαφέρον. Ὁ Προμηθέας ἐνεργεῖ τό «καλό» μέ ἀναφορά στό κοινωνικό καί ἀποδέχεται τό «κακό» μέ ἀναφορά στό ἀτομικό. Τό ἴδιο ἐνεργεῖ καί ἡ Ἀντιγόνη. Οἱ ἀποφάσεις τῶν ἐπιλογῶν τους εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐλεύθερης σκέψης τους (δέν ἐξετάζονται ἐδῶ τά κίνητρα τῶν πράξεων τους), ἐνῶ αὐτό τό ὁποῖο ἁλυσοδένεται ἤ φυλακίζεται εἶναι ἡ ἐλευθερία τους, ἡ ἐλεύθερη ὕπαρξή τους.
Αὐτή ἡ ἠθική τῆς ἐλευθερίας, ἡ ὁποία προσλαμβάνει σημαντικές λεπτομέρειες ἀπό τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου δέν μπορεῖ παρά νά συγκρούεται μέ ὁποιαδήποτε διαδικασία καί ἐπιλογή πού στοχεύει στόν ἔλεγχο καί τήν ἐνδυνάμωση τῆς ἀνθρώπινης ἐξουσίας.13 Στήν Κούβα τοῦ Κάστρο «ἡ ἐπανάσταση» τόν Ἀπρίλιο τοῦ 2003 ἀποφάσισε νά ἐπαναανακαλύψει τόν σταλινισμό, νά θυσιάσει τόν Λόγο καί τήν συνείδηση τῆς ἐλευθερίας στό ὄνομα τῆς δικῆς της ἱστορίας καί σωτηρίας. Στήν ἀντίπερη ὄχθη ἡ νεοφιλελεύθερη ἄποψη ἄσκησης τῆς κρατικῆς ἐξουσίας ἐπιδίδεται σέ ἐκτελέσεις θανατικῶν ποινῶν μέ ζῆλο νεοφώτιστου, ἐνῶ παράλληλα, ἀντιμέτωπη μέ ἐπιλογές πού γεννοῦν τήν τρομοκρατία, ἐπιλέγει τήν πρακτική τῶν προληπτικῶν πολέμων, ἔχοντας ὡς στόχο νά ἑδραιώσει τήν παγκόσμια κυριαρχία της, χωρίς νά ὑπολογίζει τήν ἀνθρώπινη ζωή. Εἶναι ἡ ἠθική τῆς τάξης καί τῆς ἀσφάλειας ἀντιμέτωπη μέ τήν ἠθική τῆς ἐλευθερίας. Ἕνα καίριο ἀνέκαθεν ἐρώτημα γιά τόν ἄνθρωπο. Ὁ Hobbes δίνει ἀπάντηση λέγοντας πώς ὁ ἄνθρωπος τελικά ἐπιλέγει τήν ἀσφάλεια.14 Δέν ἀπαντᾶ ὅμως στό ἐρώτημα γιά τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος ἀποφασίζει τελικά νά στερηθεῖ τήν ἐλευθερία του ἁπλῶς καί μόνο γιά νά αἰσθάνεται ἀσφαλής.
Ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία ἔχει μέ συστηματικό τρόπο προσδιορίσει ὅτι ὅταν ἀναφέρεται στίς ἔννοιες τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ, αὐτές κατανοοῦνται καθ’ ὁλοκληρίαν μέ ὀντολογικό περιεχόμενο. «Καλόν» εἶναι ἡ τάση τοῦ ἀνθρώπου πρός τό εἶναι, τήν διάθεση του νά ὑπάρχει καί «κακόν» ἡ τάση του πρός τό μηδέν, πρός τήν ἀνυπαρξία. Ἡ ὕπαρξή του μπορεῖ ἀϊδίως νά ἐπιδιώκει τό «καλόν» μόνο ὅμως ὑποστατικά, ἑνοποιώντας τό κτιστό μέ τό ἄκτιστο ὅπως αὐτό πρωτοτυπικά συνέβη στό πρόσωπο τοῦ θεανθρώπου. Συνεπῶς οἱ ἔννοιες τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ ἀναφέρονται στήν ἐπιλεκτική στάση, ὡς πράξη ἐλευθερίας, πού προκρίνει ὁ ἄνθρωπος στή σχέση του μέ τόν Θεό.15 Τό κακό ὁδηγεῖ στόν θάνατο ἐξ αἰτίας τοῦ ὅτι ἀρνεῖται, ὡς ἐπιλογή τοῦ ἀνθρώπου, τό γεγονός τῆς ὕπαρξης, ἐνῶ τό καλό στή συνεχή παρουσία, στήν ὕπαρξη, στήν αἰώνια ζωή. Ἡ ἐπιλογή τοῦ «καλοῦ» ἀπελευθερώνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν θάνατο, ἡ δέ ἐλευθερία του προσλαμβάνει τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δίνοντάς του τή δυνατότητα νά πεῖ: «Κύριον Ἰησοῦν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι».16
Ἡ ἠθική τῆς ἐλευθερίας τοποθετεῖται ἀπό τόν Παῦλο σέ ἀντιπαράθεση μέ τή δουλεία17 καί τήν ἁμαρτία,18 ἑνοποιημένη μέ τούς καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τήν ἀγάπη, τήν εἰρήνη, τή μακροθυμία, τήν καλοσύνη, τήν ἀγαθότητα, τήν πίστη, τήν πραότητα, τήν ἐγκράτεια19 καί ἀντιπαρατιθεμένη «τῶν στοιχείων τοῦ κόσμου» καί τῶν ἀπαγορεύσεων οἱ ὁποῖες «ἐστι πάντα εἰς φθοράν τῇ ἀποχρήσει, κατά τά ἐντάλματα καί διδασκαλίας τῶν ἀνθρώπων΄ ἅτινά ἐστι λόγον μέν ἔχοντα σοφίας ἐν ἐθελοθρησκία καί ταπεινοφροσύνῃ καί ἀφειδίᾳ σώματος, οὐκ ἐν τιμῇ τινι πρός πλησμονήν τῆς σαρκός».20 Ὁ Πέτρος ταυτίζει καί αὐτός τό καλόν μέ τόν ἄνθρωπο πού ἀρνεῖται «λαλῆσαι δόλον»21 καί ζητᾶ τήν εἰρήνη ἐπίμονα,22 ὁ δέ Ἰωάννης χαρακτηρίζει ὡς παιδιά τοῦ Θεοῦ, τούς δικαίους, αὐτούς πού ποιοῦν τήν δικαιοσύνη23 καί αὐτούς πού ἀγαποῦν τόν συνάνθρωπό τους,24 γιατί «πᾶς ὁ ἀγαπῶν ἐκ τοῦ Θεοῦ γεγέννηται καί γινώσκει τόν Θεόν... ὅτι ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν».25 Διαφορετικά «ἐάν τις εἴπῃ ὅτι ἀγαπῶ τόν Θεόν, καί τόν ἀδελφόν αὐτοῦ μισῇ, ψεύστης ἐστίν».26 Ἡ ἔννοια τῆς σχέσης τοῦ καλοῦ μέ τόν Θεόν κορυφώνεται στό «μή μιμοῦ τό κακόν, ἀλλά τό ἀγαθόν. ὁ ἀγαθοποιῶν ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστίν΄ ὁ κακοποιῶν οὐχ ἑώρακε τόν Θεόν».27
Παρ’ὅτι στόν Χριστιανισμό ἡ ἐλευθερία συμπυκνώνεται ὡς ἔννοια καί πραγματικότητα στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, στήν ἠθική τῆς ἐλευθερίας, ἡ ἄποψη ὅτι δέν εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση ἡ ἐξαρχῆς ἀλλαγή τῶν ἀντικειμενικῶν κοινωνικῶν καταστάσεων, θά μποροῦσε νά χαρακτηρισθεῖ ὡς ἀρκετά ἀδύναμη.28 Αὐτό συμβαίνει γιατί στήν ἐποχή τῆς νεωτερικότητας οἱ ἐναλλαγές τῆς ἀνθρώπινης σκέψης καί πρακτικῆς στό ζήτημα τῆς ἐλευθερίας περνοῦν μέσα ἀπό συνεχεῖς καί ἀδιάκοπες ἀναζητήσεις. Σέ ὅλες ὅμως τίς περιπτώσεις ὁ ἄνθρωπος δέν παύει νά ἀγωνίζεται γιά τήν ἐλευθερία του σχετικοποιώντας κάθε φορά τόν στόχο του ἀνάλογα μέ τά καθεστῶτα πού καλεῖται νά ἀντιμετωπίσει. Κατά παράδοξο τρόπο, ὁ ἄνθρωπος κάθε φορά πού κατορθώνει τήν ἐλευθερία του, ὁδηγεῖται στή συνέχεια στήν ἐπιλογή μιᾶς νέου εἴδους τυρρανίας. Ἀπό τήν ἐλέω Θεοῦ Βασιλεία στόν Ροβεσπιέρο καί τόν Βοναπάρτη, ἀπό τό «φιλόχριστο» Τσαρικό καθεστώς στίς ἐκτελέσεις μέ προγραφές τοῦ Σταλινισμοῦ, ἀπό τό τέλος τοῦ Α Παγκοσμίου Πολέμου στόν φασισμό καί στόν ναζισμό, ἀπό τήν νίκη ἐνάντια στό φασισμό καί τόν ναζισμό στήν ψυχροπολεμική περίοδο μέ ἔνθεν κακεῖθεν ἐπιβολή δικτατοριῶν, καί ἀπό τήν κατάρευση τῆς ΕΣΣΔ στόν νεοηγεμονισμό τῶν ΗΠΑ καί τή Νέα Τάξη πραγμάτων.
Ὁ ἄνθρωπος τή στιγμή τῆς ἀντίστασής του στή τυρρανία ἀπολυτοποιεῖ τή ἰδέα τοῦ ἀγώνα του γιά ἐλευθερία29 (παρ’ὅτι αὐτή εἶναι σχετική μέσα στό ἀνθρώπινο κοινωνικο-πολιτικό σύστημα), ἀκόμη καί ὅταν τήν ὑποτάσσει στήν ἱστορική νομοτέλεια.30 Βεβαίως αὐτή ἡ ἀντίσταση δέν ἔχει πάντα θετικά ἤ ἀμυντικά χαρακτηριστικά, ἀλλά καί παθητικά ὅπως συνέβη στήν περίπτωση τοῦ ἀγώνα τοῦ Γκάντι καί τοῦ Ἰνδικοῦ λαοῦ ἐνάντια στούς Ἄγγλους ἀποικιοκράτες. Αὐτές οἱ ἀντιθέσεις ἔρχονται νά ἐπιβεβαιώσουν ὅτι ἡ ἐλευθερία ὡς ἠθική ἀξία γίνεται ἀντιληπτή διαφορετικά μεταξύ τῶν λαῶν ἀλλά καί μεταξύ ἱστορικῶν περιόδων τοῦ ἰδίου λαοῦ. Αὐτό δέ σημαίνει βεβαίως ὅτι ἡ ἔννοια τῆς ἐλευθερίας ἀξιολογικά εἶναι ἱστορικά καί χωρικά περιορισμένη, ἀλλά οὔτε καί μπορεῖ νά κρίνεται ἀνάλογα μέ τίς πολιτικές ἰδιαιτερότητες ἑνός συστήματος.31
Ὀντολογικά εἶναι καί ὀφείλει νά εἶναι ἀπολυτοποιημένη σέ σύγκριση μέ τήν δεοντολογική ἠθική ἡ ὁποία ὡς σχετικοποιημένη βιώνει τήν ἐλευθερία ἀναλόγως τῶν ἐμπειριῶν της.32 Ἡ ἐμπειρία φανερώνει ὅτι ἡ σύγκρουση ἀνάμεσα στήν ἐλευθερία καί τήν ἀσφάλεια πού πιθανόν νά προσφέρει ἡ ἑκάστοτε ἐξουσία ἦταν πάντα στό ἐπίκεντρο τῆς ἀνθρώπινης σκέψης καί δράσης.33 Ἡ ἐπιδίωξη τῆς πραγματοποίησης τῆς ἀπόλυτης ἐλευθερίας ὡς ἀξίας ἤ σκοποῦ ἀπογοητεύει τόν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος συνδέοντάς την μέ τήν πολιτική, θεωρεῖ ὅτι αὐτή μπορεῖ νά τοῦ προσφέρει ἠθικές ἐναλλακτικές λύσεις.34 Αὐτή ἡ ἀπογοήτευση δέν συνδέεται μέ τήν ἀσυνέπεια πού ἐπικρατεῖ στίς ἀνθρώπινες σχέσεις, ἀλλά μέ τήν ἔννοια ὅτι ὡς ἄτομο ἐπιδιώκει τήν αὐτοδιάθεσή του καί τόν αὐτοπροσδιορισμό του, νιώθοντας ὅτι καταπιέζεται ἀπό τούς συλλογικούς περιορισμούς πού θέτει ἡ ἀνθρώπινη κοινωνία.35
Το γενικῶς ἀποδεκτό εἶναι ὅτι ἡ ἠθική ὡς ἐπιστήμη ἐρευνᾶ καί ἀναλύει τήν ἀτομική καί κοινωνική συμπεριφορά τοῦ ἀνθρώπου κατά τήν ἐν τόπῳ καί ἐν χρόνῳ παρουσία του.36 Στόν χριστιανισμό ἡ ἠθική ταυτίζεται μέ τό ἔθος ἤ τό ἦθος καί μπορεῖ νά ἑρμηνευθεῖ μέ προσεγγίσεις ἀπό φράσεις ὅπως: «περιπατεῖν κατά Πνεῦμα», «περιπατεῖν ἐν τῷ φωτί», «ζῆν κατά Θεόν» ἤ «κατά Πνεῦμα» ἤ «κατά Χριστόν» ἤ «ἐν Χριστῷ».37 Ἀπαραίτητη διευκρίνηση ἐδῶ ἀποτελεῖ τό ἐξῆς μεθοδολογικό πρόβλημα. Ἡ ἠθική τοῦ ἀνθρώπου δέν πρέπει νά προσδιορίζεται ἀπό ἀρχές, ἔννοιες καί κανόνες ἐξω ἀπό αὐτόν. Στόν χριστιανισμό ὅμως, ὅπως προαναφέρθηκε, ἡ ἠθική ζωή χαρακτηρίζεται ἀπό τήν σχέση της μέ τόν Θεό, τό Πνεῦμα, τόν Χριστό. Αὐτός ὁ χαρακτηρισμός ὅμως τῆς ἠθικῆς ζωῆς δέν εἶναι ἑτεροπροσδιοριστικός καθώς ὁ χριστιανός καλεῖται νά τοποθετηθεῖ ἠθικά μέ ἀναφορά σέ κάτι ἔξω ἀπό αὐτόν; Μέ μιά πρώτη ματιά ἡ ἀπάντηση φαίνεται νά εἶναι θετική.38 Μιά δεύτερη ὅμως πιό προσεκτική προσέγγιση λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν της τήν ὀντολογική διάσταση τῆς χριστιανικῆς ἠθικῆς.
Ὁ ἄνθρωπος δημιουργεῖται ἀπό τόν Θεό κατ’εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσίν του, ὁπότε ὁ Θεός δέν θεωρεῖται γιά τόν ἄνθρωπο κάτι τό ἔξω ἀπό αὐτόν. Συμμετέχει στίς θεῖες καί ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ ἐπιδιώκοντας δυνητικά τό καθ’ὁμοίωσιν, τήν θέωση. Αὐτό ἐπιβεβαιώνει τό γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος δημιουργεῖται πάνω ἀπ’ ὅλα ἐλεύθερος, χωρίς νά ὑπόκειται σέ καμιά ἀναγκαιότητα φυσική ἤ μεταφυσική, ἱστορική ἤ μεταϊστορική. Ἡ ἔνσταση πού ὑποστηρίζει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐμπειρικά ζεῖ στήν μεταπτωτική κατάσταση, ὁπότε ἡ ἐλευθερία πού βιώνει καί καλλιεργεῖ δέν εἶναι «κατά φύσιν», φαίνεται ὅτι λησμονεῖ τό γεγονός τῆς ἐνανθρώπισης ὡς δυνατότητα ἕνωσης κτιστοῦ καί ἀκτίστου. Ἡ ἐνανθρώπιση κενώνει τόν Θεό δίνοντάς τή δυνατότητα στὀν ἄνθρωπο νά κατορθώσει τό καθ’ὅμοίωσιν. Αὐτή ἡ δυνατότητα ἐμπεριέχεται καί σέ ὅλες τίς προσπάθειες τοῦ ἀνθρώπου νά κατορθώσει ἐκτός τῶν ἄλλων καί τήν ἐλευθερία του παρ’ ὅτι αὐτή συνεχίζει νά γίνεται ἀντιληπτή στήν σχετικότητά της. Ἡ διάκριση αὐτή εἶναι σημαντική γιατί ἐπιδιώκει νά διαχωρίσει τήν πορεία καί τῶν ἀγώνα γιά τήν ἐλευθερία μέ τήν κατάκτηση τῆς ἴδιας τῆς ἐλευθερίας. Μέ αὐτή τήν ἀντίληψη τό ὅλον ἔθος καί ἦθος τοῦ ἀνθρώπου ἀποτελεῖ τόν τρόπο ὑλοποίησης τῆς ἐλευθερίας του καί ὄχι τήν οὐσία της. Οὔτως ἤ ἄλλως ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νά κατορθώσει τό καθ’ ὁμοίωσιν ὅπως εἶναι στήν οὐσία του, κτιστός, ἑπομένως κατά τόν ἴδιο τρόπο καλεῖται νά κατακτήσει καί τήν ἐλευθερία του, κτιστῶς.39
Ἀποτελεῖ κοινή πεποίθηση τό γεγονός ὅτι κατά τήν νεωτερικότητα, μέσω τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἐπιστήμης καί τῆς τεχνολογίας στή βιομηχανία καί στή κοινωνική ζωή, ἡ ἔννοια τῆς ἐλευθερίας ἀποδεσμεύθηκε ἀπό τό ἠθικό πλαίσιο πού ὅριζε ἡ θρησκεία κυρίως λόγω τῆς προεργασίας πού ἔκανε ἡ Μεταρρύθμιση χωρίς ὅμως νά κατορθώσει νά αὐξήσει τήν ἀνθρώπινη εὐτυχία στό βαθμό πού πολλοί προσδοκοῦσαν.
Ἡ μετάβαση σέ ἕνα κόσμο πιό ὀρθολογικό ὁδήγησε σ’ αὐτό πού χαρακτηρίσθηκε ἀπό πολλούς κοινωνιολόγους ὡς ἐκκοσμίκευση ἤ κατά τόν Weber ὡς «ἀπομυθοποίηση» τοῦ κόσμου («Entzauberung der Welt»). Αὐτή ἡ ἀπομυθοποίηση ὁδήγησε τόν ἄνθρωπο ἀπό τή μιά μεριά στό νά σκέφτεται πιό «ἐλεύθερα» σέ σχέση μέ τίς θρησκευτικές ἐνασχολήσεις του κατά τήν προηγούμενη ἱστορική περίοδο, ἀπό τήν ἄλλη δέ ὅμως μεταμόρφωσε, κατά τόν Marx, τήν ἐργασία του σέ ἐργαλεῖο ἀποξένωσης ἤ ἀλλοτρίωσης μέ ἀποτέλεσμα ὁ ἄνθρωπος νά μήν αἰσθάνεται ὅτι ἐνεργεῖ ἐλεύθερα.40 Αὐτό ὁδηγεῖ στό συμπέρασμα ὅτι ὁ ἄνθρωπος κατά τή μετάβασή του ἀπό τό Μεσαίωνα στή νεωτερικότητα ἀποβάλει ἀπό τό ἀτομικό καί κοινωνικό του γίγνεσθαι ἰδέες καί ἠθικές ἀξίες πού σχετίζονταν μέ τούς παραδοσιακούς θρησκευτικούς τρόπους ζωῆς (συχνά ἀπόλυτους καί ἀπολυταρχικούς), ἀλλά δέν δημιουργεῖ νέες ἠθικές ἀξίες ἤ δέν μορφοποιεῖ τίς προϋπάρχουσες ἀξίες μέ βάση τά σύγχρονα δεδομένα. Κυρίαρχη ἀξία θεωρεῖται ἡ κυριαρχία πού ἐπιτυγχάνεται μέσα ἀπό τή δομική φύση τῆς ἐξουσίας στηριζόμενη στή τεχνολογία καί τήν ἐπιστήμη, 41 παύοντας ὅμως νά διακρίνει τό καλό ἀπό τό κακό.42
Τό γεγονός αὐτό ὁδήγησε ἕνα μέρος τῆς νεωτερικῆς διαδικασίας στά τερατουργήματα τοῦ ναζισμοῦ, τοῦ φασισμοῦ, τοῦ σταλινισμοῦ καί τοῦ φυλετισμοῦ. Ἡ προσπάθεια ταύτισης τοῦ λογικοῦ μέ ἠθικές, πολιτιστικές καί πολιτισμικές ἀξίες ὁδήγησε σέ περιθωριοποίηση καί οὐδετεροποίηση τή σκέψη τοῦ ἀνθρώπου ὅσον ἀφορᾶ στίς προαναφερόμενες ἀξίες καί σέ ἕνα ἠθικό κενό τό ὁποῖο προσπάθησαν νά καλύψουν τά διάφορα παράλογα προαναφερόμενα κινήματα. Κύριο ἀποτέλεσμα αὐτῶν τῶν ἀκροτήτων ἦταν ἡ ἀπαξίωση τῆς ἠθικῆς τῆς ἐλευθερίας, παρ’ὅτι διακηρυκτικά ἡ ἐλευθερία ὡς ἀξιακή ἀρχή τοῦ μοντέρνου ἀνθρώπου εἶναι παντοῦ παροῦσα.
Ὁ ὀρθός λόγος, στήν παράχρησή του, ἀπαξίωσε σέ μεγάλο βαθμό μιά ἀπό τίς βασικές ἀνθρώπινες ἀξίες, τήν ἐλευθερία, ἐνῶ θά ἔπρεπε νά τήν συμπεριλάβει στό ἀξιακό του πλαίσιο. Μέ αὐτό τόν τρόπο μπορεῖ νά γίνει κατανοητή καί ἡ ἀντίληψη περί οὐδετερότητας τῆς ἐπιστήμης σέ θεωρητικό ἐπίπεδο παρ’ ὅτι ἀποδείχθηκε ὅτι στήν ἐμπειρική της ἐφαρμογή τό οἰκοδόμημά της ἦταν κατά τό πλεῖστον ἐλεγχόμενο καί κατευθυνόμενο.43 Ὁ Max Weber θά περιγράψει ὡς ἐξῆς τήν προϋπάρχουσα κατάσταση γιά τόν ἄνθρωπο τοῦ μονοδιάστατου ὀρθολογισμοῦ: «Εἰδικοί χωρίς πνεῦμα, αἰσθησιαρχικοί χωρίς καρδιά΄ αὐτή ἡ ἀκυρότητα φαντασιώνεται ὅτι ἔχει πραγματώσει ἕνα ἐπίπεδο πολιτισμοῦ πού δέν εἶχε ποτέ ἐπιτευχθεῖ»,44 γιά νά τόν συμπληρώσει λίγο ἀργότερα ὁ Freud λέγοντας: «ἡ ἐξουσία πάνω στή φύση δέν εἶναι ἡ μοναδική προϋπόθεση τῆς ἀνθρώπινης εὐτυχίας, ἀκριβῶς ὅπως δέν εἶναι ὁ μοναδικός στόχος τῆς ἐπίμονης πολιτιστικῆς προσπάθειας΄...».45
Βασικό στοιχεῖο, πάντως, κατά τή νεωτερικότητα, γι’αὐτή τήν προβληματική συμπεριφορά ἔναντι τῆς ἐλευθερίας ἀποτελεῖ ἡ προσπάθεια ἁπλοποίησης ἡθῶν καί ἐθίμων μέ ἄμεσο ἀποτέλεσμα τή δημιουργία στερεοτύπων γιά πολιτισμούς καί πρακτικές πού δέν συμφωνοῦσαν μέ τόν ἐξευρωπαϊσμένο «ὀρθό λόγο». Κριτήρια στερεοτυ-ποποίησης ἀπετέλεσαν ἡ ἄρνηση ἀναγνώρισης στόν ἄλλον ἤ στό ἄλλο τῆς διαφορετικότητας καί ἡ ἐπιβολή τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτιστικοῦ μοντέλου ὡς τεκμηρίου καί ὁρίου μεταξύ ἀποδεκτοῦ ἤ ἀπορριπτέου τρόπου συμπεριφορᾶς.46
Αὐτή ἡ ἀντίληψη εἰσήγαγε ἕναν ὑπεραπλουστευμένο πολιτιστικό δυϊσμό μέ ἔντονες ἠθικές ἀποκλίσεις μεταξύ «καλοῦ» καί «κακοῦ».47 Ἀπάντηση προσπάθησαν νά δώσουν ὁ Rousseau48 καί ὁ Didero, ὁ ὁποῖος προέβλεψε ὅτι «μιά μέρα αὐτοί (οἱ Εὐρωπαῖοι) θά ἔρθουν μέ τόν Σταυρό στό ἕνα χέρι καί μέ τό μαχαίρι στό ἄλλο γιά νά σᾶς κόψουν τό λαιμό ἤ νά σᾶς ἐξαναγκάσουν νά ἀποδεχθεῖτε τά ἔθιμά τους καί τίς ἀντιλήψεις τους».49 Aὐτός ὁ στερεοτυπικός ὅσο καί ἠθικός δυϊσμός λειτουργεῖ λοιπόν ὡς «ἐφόδιο» (στήν ἀπαρχή τῆς νεωτερικότητας) αὐτοπροσδιορισμοῦ μέσα ἀπό τήν ἀπόρριψη τοῦ Ἄλλου. Φυσικό ἐπακόλουθο μιᾶ τέτοιας ἀπόρριψης τοῦ Ἄλλου – καθώς ὁ ἴδιος δέν ἔχει τή δυνατότητα νά αὐτοπροσδιορίζεται παρά μόνο μέσα ἀπό προσδιορισμούς πού τοῦ δίνει ἡ «ὀρθολογικότητα» τῆ νεωτερικῆς σκέψης– εἶναι ὅτι στό χῶρο τῶν ἀξιῶν καί τῆς ἐλευθερίας νά ὑπάρχουν ἀντιλήψεις οἱ ὁποῖες ναί μέν ἀπέδιδαν ἠθικές ἀξίες στόν ἄνθρωπο γενικά ὄχι ὅμως δέ καί τμηματικά. Ἐλευθερία π.χ γιά τούς «πολιτισμένους δυτικούς ἀνθρώπους» ὄχι ὅμως καί γιά τούς «βάρβαρους» ἰνδιάνους ἤ Ἀφρικανούς γιά τούς ὁποίους ὁ δυτικός πολιτσμός τούς παραχώρησε τήν σκοτεινή πλευρά, τήν ἀντίστροφη εἰκόνα τῆς νεωτερικότητας.
Βέβαια στή πορεία ἀποδείχθηκε πόσο καταστροφική ἦταν αὐτή ἡ ἀντίληψη τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ γιά τήν πολιτιστική ζωή τοῦ ἄλλου. Σήμερα εὐτυχῶς αὐτή ἡ πορεία ἔπαψε νά θεωρεῖται εὐλογία καί νά γίνεται ἀντιληπτό ὅτι ἡ νεωτερικότητα δέν εἶναι ὁ μονόδρομος τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ. Ὑπάρχουν πλέον φωνές ἀνθρώπινης ἀλληλεγγύης, οἰκολογικῆς καί περιβαλλοντικῆς εὐαισθησίας, ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων πού βασικό τους στοιχεῖο ἀνάλυσης ἔχουν νά ἐνσωματώσουν στή σκέψη τους τήν ἀξία τῆς ἐλευθερίας.
Πάντως καί σ’αὐτό πιστεύω ὅτι θά συμφωνήσουν ὅλοι, ἡ νεωτερικότητα ἔδωσε στόν ἄνθρωπο τή δυνατότητα νά διαμορφώσει ἕνα σύγχρονο τρόπο προσέγγισης τοῦ ἰδίου καί τοῦ κοινωνικοῦ του περιβάλλοντος. Ὁ κριτικός ὀρθολογισμός τοῦ Διαφωτισμοῦ ἔδωσε τή δυνατότητα στόν ἄνθρωπο νά σκέφτεται πιό ἐλεύθερα σέ σχέση μέ τίς προκαταλήψεις, τίς δεισιδαιμονίες καί τίς μισαλλοδοξίες πού κυριαρχοῦσαν μέχρι τότε ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἄγνοιας. Τό ἄτομο θεωρήθηκε πηγή γνώσης καί δράσης ἑνός συνόλου ἰδεῶν, συνεπειῶν καί ἀποτελεσμάτων, ἐνάντια σέ κατεστημένες ἀντιλήψεις καί παραδοσιακές κοσμοθεωρίες. Ἰδέες, συνέπειες καί ἀποτελέσματα πού βρῆκαν ἐφαρμογές στό πολιτισμό, στήν τεχνολογία, στήν ἐπιστήμη –κυρίως σ’αὐτήν– μέσα ἀπό τή διαδικασία ἐξειδικευμένων κλάδων50 καί ἐκφράστηκαν ἔντονα στό κοινωνικό ἐπίπεδο μέσα ἀπό τό σφοδρό ἀντιεκκλησιαστικό ριζοσπαστισμό, καθώς ἡ θεσμική δομή τῆς Ρωμαιολαθολικῆς Ἐκκλησίας θεωρήθηκε καί ἦταν ἔντονα ἀπολυταρχική, αὐταρχική καί ὑπαίτια τοῦ ἀνορθολογισμοῦ καί τῆς αἰσχρότητας, χωρίς ὅμως νά ἀπρρίπτουν τή λογική πιθανότητα ὕπαρξης ἑνός Θεοῦ, ὄχι ὅμως ἐξ ἀποκαλύψεως.
Οἱ ἀρχές καί οἱ ἔννοιες τῆς ἰσότητας, τῆς δημιουργίας καί τῆς χειραφέτησης εἶχαν ὁπωσδήποτε νά κάνουν μέ τήν ἀξιακή ἠθική διάσταση τῆς ἐλευθερίας καί ὁδήγησαν κατά τόν Hume στή δημιουργία μιᾶς ὁμάδας ἠθικῶν ἐπιστημῶν πού εἶχαν ὡς στόχο τή βαθύτερη κατανόηση τῆς ἀνθρώπινης κατάστασης καί τῆς ἀνθρώπινης φύσης καί ὡς σκοπό τή δημιουργία τῆς «ἐπιστήμης τοῦ ἀνθρώπου».51 Βασικό της στοιχεῖο ἦταν ἡ ἀποδεδειγμένη ἀπόρριψη τῆς χριστιανικῆς ἄποψης γιά τή φύση τοῦ ἀνθρώπου μέσα κυρίως ἀπό τόν ἐμπειρισμό τοῦ Λόκ καί τό tabula rasa καθώς μιά τέτοια ἀντίληψη ἀποδέχεται τό γεγονός ὅτι ἡ ὅλη γνώση ἑνός ἀνθρώπου δέν μπορεῖ παρά νά εἶναι ἀποτέλεσμα ἐμπειρίας. Ἡ προσπάθεια εἶχε ὡς στόχο κατά πρῶτον τήν ἀπαλλαγή τῆς ἠθικῆς καί τῶν ἀξιῶν της ἀπό τήν θεολογική-ἐκκλησιαστική ἐξάρτηση καί κατά δεύτερον τήν ἐπίλυση τῶν ἠθικῶν ζητημάτων μέσα ἀπό τήν πνευματική ἀναζήτηση καί ὄχι ἀπό τήν ἐπιβολή μιᾶς ἐξωτερικῆς ἐξουσίας.
Ἡ ἐλευθερία ὡς ἠθική ἀξία θεωρήθηκε ὅτι εἶναι ἀντικείμενο τῆς πνευματικῆς ἀναζήτησης τοῦ ἀνθρώπου καί ὄχι ἀποκλειστικότητα τῆς θρησκείας καθώς ἡ ἐξουσιατική δομή τῆς θεσμικῆς Ἐκκλησίας τήν εἶχε κάνει ἐργαλιακό ὑποχείριο τῆς ἑκάστοτε ἐξουσίας της. Αὐτή ἡ διαφορετική-συγκρουσιακή ἀντίληψη γιά τήν ἐλευθερία πηγάζει κυρίως ἀπό τήν ἀντίθεση τῆς νεωτερικῆς σκέψης στήν ὑποδούλωση τῶν λαῶν, τῆς ἀποικιοκρατίας καί τοῦ βίαιου ἐκχριστιανισμοῦ. Τό καντιανό sapere aude (τόλμησε τή γνώση) ἔρχεται σέ πλήρη ἀντίθεση μέ τήν κατεστημένη θρησκευτική ἰδεολογία καί προϋποθέτει τήν ἀξιακή σημαντική τῆς ἐλευθερίας γιά νά κατορθώσει τήν πραγματοποίησή του, παρ’ὅτι στή συνέχεια κατά τόν Comte ὁ ἀνθρωπος ὑποτάσσεται στή κοινωνία μέσα ἀπό ἕνα πλήρως κανονικοποιημένο καί νομιμοποιημένο σύστημα,52 ὅπου ὁ ρόλος τῆς θρησκείας εἶναι νά συγκρατεῖ τίς ἀντιθέσεις σάν ἕνα εἶδος κοινωνικοῦ δεσμοῦ.
Ἀντιθετικά λειτουργεῖ ἡ ἀσκητική σκέψη τοῦ Blaise Pascal. Ἡ ἐλευθερία ὑποστηρίζει εἶναι ἡ ἀρετή πού μπορεῖ νά βγάλει τήν ψυχή (νά τήν ἀπελευθερώσει) ἀπό τήν ἀνάγκη γιά τόν κόσμο, νά τήν τραβήξει μακριά ἀπ’ ὅ,τι ἔχει πιό ἀγαπητό, la faire mourir en soi-même, νά τή φέρει καί νά τήν προσκολλήσει μόνο καί πάντα στόν Θεό.53 Δηλ. ἄν ἐπιδιωχθεῖ μιά σύγχρονη μεταφορά, ἀπό τή στιγμή πού ὁ ἄνθρωπος παύει νά ἐνεργεῖ ὡς μέρος ἑνός κοινωνικοῦ αὐτοματισμοῦ καί ἐπιδιώκει τήν προσωπική του αὐθυπαρξία μέ ἐλευθερία καί ὑπευθυνότητα τότε χαράζει τό δρόμο τῆς ὑπέρβασης τῆς κοινωνικά καθιερωμένης καί κωδικοποιημένης ἠθικῆς, ἁπλώνοντας τό χέρι του στό Θεό. Ὁ Νίκος Καζαντζάκης στά Σόδομα καί Γόμορα γράφει: «Λώτ –Ποῦ νά μέ νιώσεις, γέρο Ἀβραάμ; Εἶσαι ἁγνός, ἐσύ, ὑπάκουος, λές Ναί! καί κολνοῦν τά χείλια σου΄ δέν ἔχεις ἄγρια καρδιά νά παλέβεις μαζί της. Ἡ ψυχή σου κ’ ἡ καρδιά σου δυό μερωμένες καμῆλες, ζεμένες καί σέ πᾶνε ἴσια γραμμή στόν Θεό... Κοιτᾶς τ’ἄστρα καί λές: Τόσα τ’ ἀγγόνια μου καί τά δισέγγονα. Ἐγώ κοιτάζω τ’ἄστρα καί λέω: Τόσα τά κρίματά μου! Ἡ ἀρετή μου δέν εἶναι ἐμένα περιβόλι νά σεργιανίζω τό δειλινό καί νά κουβεντιάζω μέ τόν Θεό΄ εἶναι γκρεμός καί γκρεμίζουμαι. Ὁλημέρα παίζω τήν ψυχή μου καί τήν κερδίζω΄ ὁληνύχτα παίζω τήν ψυχή μου καί τή χάνω...». 54 Ὁ ἀγώνας γιά την ἐλευθερία δέν εἶναι «ἄκοσμος» καθώς δρᾶ καί κινεῖται μέσα στόν κόσμο. Ἐπιτρέπει στόν ἄνθρωπο νά συνομιλεῖ καί νά συμπορεύεται μέ τόν συνάνθρωπό του . Ἐπιτρέπει στόν ἄνθρωπο νά συνομιλεῖ καί νά συμπορεύεται μέ τόν Δημιουργό του. Σ’ αὐτή του τήν ὁδοιπορία πολλές φορές ἀλλοιώνει τό ἀπόλυτο περιεχόμενο τῆς ἐλευθερίας, πολλές φορές τό μεταμορφώνει, πολλές φορές τό κατορθώνει μέχρι ἑνός ὁρισμένου σημείου. Παρ’ ὅλα αὐτά ἀγωνίζεται καί ἐλπίζει καθώς «Ἐάν οὖν ὁ Υἱός ἡμᾶς ἐλευθερώσῃ, ὄντως ἐλεύθεροι ἐσόμεθα».55

1 Μέ τό ἐπίθετο «ἠθικός» διαστέλλονται οἱ ἠθικές ἀπό τίς ἀνήθικες πράξεις μέ τήν ἔννοια ἑνός ποιοτικοῦ διαχωρισμοῦ πού χαρακτηρίζει τό ἠθικό ὡς ἀγαθό καί ἐνάρετο καί τό ἀνήθικο ὡς κακό. Βλ, Dictionnaire critique de Théologie, direction Jean-Yves Lacoste, pp. 413-416
2 Γιά τό τί συμβαίνει στό χῶρο τῶν ἀνθρωπο-κοινωνικῶν ἐπιστημῶν βλέπε Edgar Morin., Kοινωνιολογία., Εἰκοστοῦ Πρώτου, Ἀθήνα. 1998. σ. 70. Bλ. ἐπίσης γιά τή σχέση ἐπιστήμης-θεολογίας Μax Weber., Ἡ ἐπιστήμη ὡς ἐπάγγελμα, Εἰσαγωγή, μετάφραση, σχόλια Μιχ. Γ. Κυπραῖος, Ἀθήνα, Παπαζήση, σ.125.
3 Edgar Morin, ibid., p. 35
4 Στά Εὐρωπαϊκά πανεπιστήμια, ἡ ἠθική, κυρίως στίς σχολές τῆς Κοινωνικῆς Ἀνθρωπολογίας, ἀποτελεῖ μέρος τοῦ κύκλου σπουδῶν μέ ἕνα τελείως ἀνεξάρτητο ἀπό τήν θεολογία περιεχόμενο. Κατά τόν Καθηγητή Κο Γεώργιο Μαντζαρίδη «ὁποιαδήποτε προσπάθεια αὐτονομήσεως τῆς ἠθικῆς ἀπό τή θρησκεία καί τή μεταφυσική ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα σέ ἀδιέξοδα ἤ δημιουργεῖ θρησκευτικά ὑποκατάστατα». «Ἡ θρησκεία ἀπωθήθηκε στήν περιοχή τῆς ἰδιωτικῆς ζωῆς, καί ὡς παράγοντας ἑνοποιήσεως τῆς κοινωνίας θεωρήθηκε ἡ ἠθική». Μαντζαρίδη Γ., Χριστιανική Ἠθική. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη, σς.9 καί 19. Στή δεύτερη ἀναφορά ὁ ἴδιος παραπέμπει στόν W. Pannenberg, «Antwort an Gerhard Ebeling», in Ethik und Ekklesiologie, Tübingen 1977, pp. 60-61
Βλ,ἐπ. K.J.Scott., “Liberty, Licence and Not Being Free” στό Political Studies, τ.ΙV, 1956, pp. 176-178.
Bλ, ἐπ. Παπανούτσου Π.Ε., Ἠθική, τ.ΙΙ, Δωδώνη, Ἀθήνα, σσ. 337-368.
5 Οὐσιαστικότατες πρός αὐτή τήν κατεύθυνση ὑπῆρξαν οἱ πανεπιστημιακές μελέτες τοῦ καθηγητοῦ τῆς Χριστιανικῆς Ἠθικῆς καί τῆς Κοινωνιολογίας τοῦ Χριστιανισμοῦ στό τμ Θεολογίας τοῦ Α.Π.Θ. Κου Γεωργίου Μαντζαρίδη, ὁ ὁποῖος στίς ἐπιτομές τῶν πανεπιστημιακῶν του μελετῶν καταθέτει τήν ἀναγέννηση, ἀπορίπτοντας τόν μέχρι τότε ἠθικισμό, τῆς ἠθικῆς θεολογίας, συνδέοντάς την μέ τήν πατερική παράδση.
6 Βλ. τή θαυμάσια μελέτη τοῦ Κου Οὐλῆ Δ., Ἔρωτας καί Νεοπλατωνίκη., ....... ......... ....... ...... ............................Ἡ μελέτη αὐτή ἀποκαθιστᾶ σέ βασικές ἀνθρωπολογικές ἔννοιες τό πραγματικό τους ἠθικό καί θεολογικό ἐμπερίστατο καί ἀπαλλάσει τόν ἀναγνώστη ἀπό τήν, μέχρι τώρα, ἠθικιστική πρόσληψή τους.
7 Karel Kosik., Ἡ κρίση τῆς νεωτερικότητας., Ψυχογιός, Ἀθήνα, 2003, σς. 167-168
8 ibid., p. 169.
9Βλ., Γέμπτου Α. Πέτρου., Μεθοδολογία τῶν κοινωνικῶν ἐπιστημῶν, Ἀθήνα, Παπαζήση, 1987, σς. 37-39.
10 Albert Jacquard ., Παγίδες καί ἀπειλές τῆς ἐπιστήμης,. Δρομέας, Ἀθήνα, 1999, σς. 17-43.
11 Νoam Chomsky., Ἡ χειραγώγηση τῶν μαζῶν, Scripta, Ἀθήνα, 1997, σς.147-172.
12 «πολλά τά δεινά κοὐδέν ἀνθρώπου δεινότερον πέλει».
13 Τό Ἀπρίλιο τοῦ 2003 τό νεο-σταλινικοῦ τύπου καθεστώς τῆς Κούβας ἐπανέφερε τή θανατική ποινή ὡς ἐργαλεῖο χειραγώγησης καί τρομοκράτησης τῆς ἐλεύθερης σκέψης καί μέ συνοπτικές δίκες τῶν τριῶν ἡμερῶν ἐκτέλεσε 4 ἀντικαθεστωτικούς διανοούμενους καί φυλάκισε ἄλλους 73.
14 Hobbes T. Leviathan, Penguin, Harmondsworth. 1968. pp. 227-228. Μτφρ. Λεβιάθαν Ι, ΙΙ, Πασχαλίδης Γ, Δημητρακόπουλος Γ, Μεταξόπουλος Αἰμ. Γνώση, Ἀθήνα, 1989. Ὁ Hobbes ὑποστηρίζει ὅσα ὑποστηρίζει βαθύτατα ἐπηρεασμένος ἀπό τήν κοινωνική ἀναταραχή καί τή πολιτική ἀστάθεια πού ἐπικρατοῦσε κατά τήν περίοδο τοῦ ἀγγλικοῦ ἐμφυλίου πολέμου προσπαθώντας νά καταδείξει ὅτι ἡ ὕπαρξη ἑνός πανίσχυρου κράτους ἀποτελεῖ ἀναγκαιότητα γιά μιά εἰρηνική καί ἄνετη ζωή.
15 Ματθ., 7,21-28
16 Α΄ Κορ. 12,1-3 Βλ, Στογιάννου Β., Ἐλευθερία. Ἡ περί ἐλευθερίας διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου και ταῶν πνευματικῶν ρευμάτων τῆς ἐποχῆς του., Θες/νίκη, 1970, σ. 211
17 Γαλ. 5,1
18 Γαλ. 5,13
19 Γαλ. 5,22-23
20 Κολ. 2,22-23
21 Α΄Πέτρ. 3,10
22 ibid., 3,11
23 Α΄ Ἰωαν. 3,7
24 ibid., 3,10
25 ibid., 4, 7-8
26 ibid., 4,20
27 Γ΄Ἰωαν. 1,11.
28 Μαντζαρίδη Γ., Κοινωνιολογία τοῦ Χριστιανισμοῦ., Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη, 1985, σσ. 205-206.
29 Γιούλτση Β., Πνευματικότητα καί κοινωνική ζωή, Πουρναρᾶς, Θες/νίκη, 1999, σ.70-71.
30 G.W.F Hegel., Vorlesungen über die Philosophie der Geschichte., Ἅπαντα, Suhrkamp, 3, Frankfurt, 1970, pp. 12,32
31 Bλ. Δεληκωνσταντῆ Κ., Τό ἦθος τῆς ἐλευθερίας, 1990, σς.14-15.
32 Γέμπτος Π., Οἱ κοινωνικές ἐπιστῆμες, Τυπωθήτω, Ἀθήνα, 1998, σς. 210-211
33 Χαρακτηριστικό παράδειγμα ἀποτελεῖ ὁ Πλάτωνας, ὁ ὁποῖος μεταφέροντας τή θεωρία τῶν τριῶν μερῶν τῆς ψυχῆς στό πολιτειακό του σύστημα παραγνωρίζει οὐσιαστικά τήν ἀνθρώπινη ἐλευθερία καθώς τό κυρίαρχο ζητούμενο στήν πολιτική του σκέψη εἶναι ἡ διασφάλιση τῆς σταθερότητας τοῦ κράτους, παρ’ὅτι ὁ ἴδιος στούς Ὃρους, 412d 1 ὁρίζει τήν ἐλευθερία ὡς «ἡγεμονία βίου αὐτοκράτεια ἐν παντί».
34 Γιούλτση Β., ibid, σ.68. Βλ. Berdiaeff N., Χριστιανισμός καί κοινωνική πραγματικότητα, μτφρ. Γιούλτση Β, Πουρναρᾶς, Θες/νίκη, σς.124-143.
35 Βλ. Max Weber., Ἡ ἐπιστήμη ὡς ἐπάγγελμα., Εἰσαγωγή, μετάφραση, σχόλια Μιχ.Γ. Κυπραῖος, Ἀθήνα, Παπαζήση.
Βλ. Ράμφου Στ. Ὁ καημός τοῦ ἑνός, Ἁρμός, Ἀθήνα, 2000, σς.347-351
36 Ἀριστοτέλη., Ἠθικά Νικομάχεια VI,2,1139a, VIII,15,1162b, VII,12,1152b
37 Μαντζαρίδη Γ., Χριστιανική ἠθική, ibid, σσ. 3-7. Βλ. Στογιάννου Β., ibid, σ.204
38 Erich Fromm., Πέρα ἀπό τά δεσμά τῆς αὐταπάτης: Ἡ γνωριμία μου μέ τόν Μάρξ και τον Φρόϋντ., μτφρ. Μ. Κορνήλιου, Ἀθήνα, Μπουκουμάνης, 1977, σ.222: «Κανένας Θεός, οὒτε μέ τό θεολογικό οὒτε μέ φιλοσοφικό οὒτε μέ ἱστορικό ἔνδυμα, δέ λυτρώνει οὒτε καταδικάζει τόν ἄνθρωπο. Μόνο ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἱκανός νά βρεῖ ἕνα σκοπό στή ζωή καί τά μέσα γιά τήν πραγματοποίηση αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ».
39 Γιά τήν ἐλευθερία ὡς τρόπο ὕπαρξης τοῦ προσώπου Βλ, Γιανναρᾶ Χρ. Ἡ ἐλευθερία τοῦ ἤθους, Ἀθήνα , 1970, σ.199. Πάντως τό πρόβλημα δέν εἶναι νέο. Ἡ ἴδια προβληματική ὑπῆρξε ἀνάμεσα στούς Στωϊκούς καί στούς Χριστιανούς κατά τον 2ο αἰ. ὅπου κατά μέν τούς πρώτους ἡ ἐλευθερία ἀποτελεῖ κατάσταση τῆς δύναμης τοῦ λόγου καί τῆς αὐτοδύναμης βούλησης τοῦ ἀνθρώπου κατά δέ τούς δεύτερους δωρεά τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Βλ. Δεληκωνσταντῆ Κ., ibid, σς.54-60.
40 Marcuse Herbert., Industrialisierung und Kapitalismus im Werk Max Webers στό Kultur und Gesellschaft 2, Suhrkamp, Frankfurt, 1968, p.111
41 Habermas J., Technik und Wissenschaft als Ideologie στό Ideologie-Wissenschaft-Gesellschaft, Hrsg.v. H-J Lieber, Darmstadt (Wissen.Bushgesel), 1976, p.296.
42 Lipowetsky G., “L’ empire de l’ éphémère” στό Un objet comme il vous plaira, Gallimard, Paris, 1987, pp.201-217.
43 Albert Jacquard., Au pèril de la science, μτφρ. Ζαχαριουδάκης Γ., Παγίδες καί ἀπειλές τῆς ἐπιστήμης , Δρομέας, 1999, σς. 13-43.

44 The Protestant Ethik and the Spirit of Capitalism, London, Unwin University Books, 1971, p. 183.
45 Civilization and its Discontents., The Hogarth Press, 1963, pp. 24-25
46 Βλ Γιούλτση.-Στερεότυπα.
Hulme P., Colonial Encounters: Europe and the Native Caribbean, 1492-1797, Methuen, London, pp. 49-50, pp.147-152.
47 Κάτι ἀνάλογο ἐπιχειρεῖ σήμερα νά καταθέσει ὁ πολιτικός ἐπιστήμονας Samuel Huntington διαχωρίζοντας τούς πολιτισμούς σέ δυτικούς καί μή δυτικούς. Βλ. Samurel Huntington., Ἡ σύγκρουση τῶν πολιτισμῶν καί ὁ ἀνασχηματισμός τῆς παγκόσμιας τάξης., μτφρ. Σήλια Ριζοθανάση, ΤΕRZO BOOKS, Ἀθήνα, 1999. Κριτική στη θεωρία τοῦ Huntington στο Πέτρου Ἰ., Πολυπολιτισμικότητα και θρησκευτική ἐλευθερία, Παρατηρη-τής, Θες/νίκη, 2003, σς.90-105.
48 Tό κοινωνιικό συμβόλαιο., μτφρ. Φ. Κονδύλης, Δαμιανός, Ἀθήνα, σ.114
49 Stuart Hall, Bran Gieben., ibid., pp. 452-453
50 Ἡ διαδικασία τῆς ἐξειδίκευσης πού τόσο ἔντονα συνεχίζει νά λειτουργεῖ μέχρι σήμερα μοιάζει νά φαίνεται κάπως ξένη στήν ὅλη γνωσιολογική καθολικότητα πού εἰσήγαγε ὁ Διαφωτισμός. Ὅσο καί ἄν φαίνεται στόν ἄνθρωπο τῆς σημερινῆς νεωτερικότητας αὐτή ἐσφαλμένη, ἐν τοῦτοις, ἡ ἀξίωση τοῦ Διαφωτισμοῦ προερχόνταν ἀπό τήν ἀντίληψη ὅτι ὁ ἄνθρωπος μποροῦσε νά γνωρίζει τά πάντα, καί ὁ ἄνθρωπος πού μποροῦσε νά γνωρίζει τά πάντα ἦταν ὁ οἰκουμενικός ἄνθρωπος, ὁ ἄνθρωπος πού μποροῦσε «νά ἀνήκει σέ ὅλα τά ἔθνη» κατά τόν Didero.
51 David Hume., Δοκίμια φιλολογικά, ἠθικά, πολιτικά., Εἰσαγωγή-μτφρ-σχόλια Ε.Π. Παπανούτσου, Ἑστία, Ἀθήνα, α.χ. σς. 23-29.
52 Auguste Comte., Cours de Philosophie Positive., τομ.ΙΙ, στόν Thompson K., «Auguste Comte : The foundation of Sociology », Nelson, London, 1976.
53 Lettres provinciales., τ.Ι, ἐπιστ. 5η, Paris, 1902, p.56.
54 περ. «Νέα Ἑστία», 15, Ἀπρλ. 1949, σ.495.
55 Bλ. Στογιάννου Β., Ἀνάλεκτα, Πουρναρᾶς, Θες/νίκη, 1988, σς. 238-243.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...