Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Στυλιανός Χαραλαμπίδης για το βιβλίο μας: ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ: Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣ στο περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ






 Ευχαριστίες πολλές στο Περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ για τη δημοσίευση της βιβλιοκριτικής του καθηγητή της Θεολογικής σχολής του Α.Π.Θ., Στυλιανού Χαραλαμπίδη για το βιβλίο μας ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ: Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣ.(Θέρος 2026,τ,178)







Α. Χ. Αργυρόπουλου, Τρεις Ιεράρχες. Η Επανάσταση της

Πίστης και της Δράσης, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2025, σσ. 129


Στυλιανός Δ. Χαραλαμπίδης

Επίκουρος Καθηγητής,

Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας &

Χριστιανικού Πολιτισμού Α.Π.Θ.



Το νέο βιβλίο του Ανδρέα Αργυρόπουλου συγκροτείται από ομιλίες που εκφώνησε ο ίδιος ενώπιον διαφόρων ακροατηρίων, από παλαιότερα δημοσιεύματα, αλλά και από αδημοσίευτα κείμενά του με κεντρικό θεματικό άξονα τα πρόσωπα και τη θεολογία των Τριών Ιεραρχών. Απαρτίζεται από

επτά μέρη, τα οποία συνιστούν, κατ’ ουσίαν, επτά επιμέρους αυτοτελείς

θεματικές: από τον επαναστατικό χαρακτήρα του μηνύματος των Τριών

Ιεραρχών και τη σχέση τους με την επιστήμη και ειδικότερα με την ιατρική

μέχρι τη διδασκαλία τους για την ειρήνη και τον πόλεμο και το

πολυσυζητημένο θέμα της σχέσης μεταξύ χριστιανισμού και ελληνισμού και

από την αναγνώριση του συγγραφικού τους έργου μέχρι την αποτίμησή τους

από Γερμανούς στοχαστές και εκπροσώπους του υλισμού.

Θα ήθελα, εισαγωγικά, να σημειώσω ότι η πρόσληψη των Τριών

Ιεραρχών στη νεότερη ελληνική πραγματικότητα παρουσιάζει μια εμφανή

αντίφαση. Από τη μια, πρόκειται για πρόσωπα καθολικά αποδεκτά και

θεσμικά κατοχυρωμένα ως πρότυπα παιδείας και πνευματικότητας και από

την άλλη, η σκέψη τους συχνά απονευρώνεται και περιορίζεται σε στερεότυπα

και σχηματικές γενικεύσεις. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο και η παρουσίαση

ενός βιβλίου που αναφέρεται στους Τρεις Ιεράρχες ενέχει πάντοτε έναν διπλό

κίνδυνο: από τη μια να κινηθεί κανείς σε έναν άνευρο, επαναληπτικό,

εορτολογικό λόγο και από την άλλη να περιοριστεί σε μια καθαρά ιστορική ή

πατρολογική προσέγγιση, αποκομμένη από τους προβληματισμούς του

σήμερα. Το βιβλίο του Ανδρέα Αργυρόπουλου αποφεύγει συνειδητά και τους

δύο αυτούς κινδύνους. Ξεκινάει, εμμέσως αλλά σαφώς, από μία θεμελιώδη

διαπίστωση: ότι οι Τρεις Ιεράρχες κινδυνεύουν να καταστούν ακίνδυνες

επιβιώσεις πολιτισμικής συνέχειας ή σύμβολα δίχως κριτική δύναμη, εάν δεν

επανασυνδεθούν με τα υπαρξιακά και κοινωνικά ερωτήματα του παρόντος.

“Αν θέλουμε να τιμήσουμε τους Τρεις Ιεράρχες”, υπογραμμίζει ο συγγραφέας,

“δεν χρειάζεται να το κάνουμε μέσα από ακίνδυνες τυπικές γιορτές. Απαιτείται

μελέτη του έργου τους, της προσφοράς τους αλλά κυρίως η μίμηση της στάσης

ζωής τους” (σελ. 51). Με άλλα λόγια, ο Ανδρέας Αργυρόπουλος μας καλεί να

εγκαταλείψουμε έναν εθιμικού χαρακτήρα σεβασμό και να περάσουμε σε μια

υπαρξιακή συνάντηση μαζί τους.

Το έργο του δεν φιλοδοξεί να προσθέσει ακόμη μία ειδική μελέτη στη

βιβλιογραφία, αλλά να επαναφέρει τους Τρεις Ιεράρχες στον χώρο της ζώσας

θεολογίας, εκεί όπου η πίστη συναντά την παιδεία, τον πολιτισμό, την

κοινωνία και την προσωπική ευθύνη. Υπ’ αυτή την έννοια, θα έλεγα ότι

πρόκειται μάλλον για ένα ερμηνευτικό και αναστοχαστικό έργο, το οποίο

αντλεί μεν από την πατερική παράδοση, την ερμηνεύει δε υπαρξιακά, δηλ. δεν

αναλύει απλώς τα κείμενα των Τριών Ιεραρχών, αλλά αναζητεί τη δυναμική

τους πρόσληψη στο σήμερα. Πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή, η οποία

μετατοπίζει το ενδιαφέρον από το «τι είπαν» οι Πατέρες στο «τι σημαίνουν

σήμερα». Αυτή η μεθοδολογική στάση καθιστά το βιβλίο ιδιαίτερα χρήσιμο όχι

μόνο για θεολόγους, αλλά και για παιδαγωγούς, κοινωνικούς επιστήμονες και

όσους προβληματίζονται γύρω από τη σχέση της πίστης και του δημόσιου

λόγου. Ο ίδιος δίνει το στίγμα του βιβλίου του, επισημαίνοντας ότι “είναι

μάλλον ένα κείμενο ορθόδοξης αντιπληροφόρησης κόντρα στο ρεύμα των

καιρών” (σελ. 15).

Είναι, μάλλον, βολική για τη χριστιανική συνείδηση η θεώρηση των

Τριών Ιεραρχών ως μουσειακών εκθεμάτων ή απλώς ως μεγάλων θεολόγων

της Εκκλησίας. Και στις δύο περιπτώσεις, τους έχουμε τοποθετήσει με

ασφάλεια στο παρελθόν, μακριά από τις δικές μας ευθύνες, το κόστος της

αλήθειας και τις προκλήσεις της εποχής μας. Ο συγγραφέας επιχειρεί μία

άλλη ανάγνωση. Παρουσιάζει τους τρεις αυτούς εκκλησιαστικούς άνδρες ως

πρόσωπα επαναστατικά με την πιο ριζοσπαστική σημασία του όρου. Δεν

πρόκειται εδώ για μια ιδεολογική ή πολιτική επανάσταση, αλλά για μια ριζική

μεταστροφή του τρόπου ύπαρξης, για μια καθολική ανατροπή του τρόπου, με

τον οποίο ο άνθρωπος κατανοεί τον εαυτό του, τον άλλον και τον κόσμο. Η

πίστη των τριών εκείνων ανδρών ήταν επαναστατική στο μέτρο που ανέδειξαν

την κοινωνική αδικία σε πνευματικό πρόβλημα και αντιστάθηκαν σθεναρά

τόσο στον κάθε λογής εξουσιαστικό λόγο όσο και σε έναν φορμαλιστικό,

“ακίνδυνο” και “ανεύθυνο” χριστιανισμό. Πρόκειται για επανάσταση απέναντι

στην ηθική χωρίς αγάπη, απέναντι σε μια θρησκευτικότητα χωρίς κοινωνική

ευθύνη και απέναντι σε έναν χριστιανισμό πολιτισμικά αποδεκτό, αλλά

υπαρξιακά ακίνδυνο.

Ο λόγος τους, επισημαίνει ο Ανδρέας Αργυρόπουλος, δεν ήταν μία

θεολογία “εξ αποστάσεως”, αποκομμένη από το συγκείμενό της, αλλά

έκφραση μιας πίστης, η οποία δεν αποτελεί ιδιωτική υπόθεση ούτε συνιστά

αφηρημένη πνευματικότητα, αλλά συγκροτεί τρόπο ύπαρξης με κοινωνικές

συνέπειες. Ο Μέγας Βασίλειος δεν θεολόγησε “εκ του μακρόθεν”, αλλά ίδρυσε

τη Βασιλειάδα μετατρέποντας τη θεολογία σε πράξη αγάπη και αλληλεγγύης.

Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος υπερασπίστηκε την αλήθεια της πίστης με κόστος

προσωπικό. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ύψωσε φωνή ελέγχου προς την

εξουσία και πλήρωσε το τίμημα της παρρησίας του. Η κοινωνική πράξη του

Βασιλείου, η εκκλησιολογική συνέπεια του Γρηγορίου και ο προφητικός λόγος

του Χρυσοστόμου αντλούν από το ίδιο αξιακό σύμπαν και αποτελούν

διαφορετικές όψεις της ίδιας θεολογικής αλήθειας: ότι η πίστη δεν συγκροτεί

ένα σύνολο πεποιθήσεων, δεν εκφράζεται με μεγαλόστομες διακηρύξεις και

με ακριβολογία δογματικών διατυπώσεων, αλλά δοκιμάζεται στο καμίνι της

ιστορίας και στο μυστήριο του αδελφού. Η πίστη χωρίς τη δράση, για να

δανειστώ τα δύο ουσιαστικά του υπότιτλου του βιβλίου, εκπίπτει σε

ιδεολόγημα, αλλά και η δράση δίχως την πίστη χάνει το υπαρξιακό βάθος της.

Η κοινωνική δικαιοσύνη, η αλληλεγγύη, η φιλαδελφία (όχι φιλανθρωπία), η

καταγγελία των δομών εκμετάλλευσης δεν αποτελούν απλώς “θεματικές” του

ευαγγελίου, αλλά την ίδια την “καρδιά” του.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η παιδαγωγική διάσταση του έργου. Ο λόγος

των Τριών Ιεραρχών δεν προβάλλεται ως “πρότυπο” που καλούμαστε

δουλικά και με απώλεια της αίσθησης της ιστορικής εξέλιξης να μιμηθούμε,

αλλά κατανοείται ως “σπέρμα”, που γονιμοποιεί δημιουργικά τις ανθρώπινες

συνειδήσεις. Σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από κρίση θεσμών και δομών,

αλλά και κρίση νοήματος, η πρόταση των Τριών Ιεραρχών, κατά τον

συγγραφέα, είναι η παιδεία που δεν μεταδίδει απλώς γνώσεις, αλλά

υπερβαίνει την τεχνοκρατική, εργαλειακή και χρησιμοθηρική αντίληψη για τη

γνώση και σμιλεύει προσωπικότητες μέσα σε ένα πλαίσιο ελευθερίας, κριτικής

σκέψης και κοινωνικής ευθύνης. “Με απλά λόγια”, επισημαίνει ο συγγραφέας,

“οι Τρεις Ιεράρχες υποστηρίζουν πως η Παιδεία πρέπει να είναι στην

υπηρεσία του ανθρώπου και όχι του συστήματος, όπως δυστυχώς έχει

καταντήσεις στις μέρες μας” (σελ. 47).

Θα ήθελα να κλείσω τούτη τη σειρά των σκέψεών μου με μία σύντομη

παρατήρηση που αφορά τη σχέση ορθοδοξίας και θρησκευτικής ετερότητας.

Ο συγγραφέας σημειώνει ότι οι Τρεις Ιεράρχες αποφεύγουν συστηματικά να

καλλιεργήσουν το μίσος μεταξύ χριστιανών και αλλόδοξων και μάλιστα

μνημονεύει την προτροπή του Χρυσοστόμου να προσεύχονται οι χριστιανοί

όχι μόνο υπέρ των ειδωλολατρών, αλλά και υπέρ των αιρετικών και όλων

ανεξαιρέτως των ανθρώπων (σελ. 26). Εδώ, ασφαλώς, προβάλλει μία

ερμηνευτική δυσχέρεια εν όψει του γεγονότος ότι παράλληλα με τις ανωτέρω

χρυσοστομικές προτροπές έχουμε στη διάθεσή μας και ένα corpus κειμένων,

τους οκτώ κατά Ιουδαίων λόγους του ιδίου εκκλησιαστικού πατέρα, στους

οποίους επιτίθεται με δριμύτητα και βαρείς χαρακτηρισμούς εναντίον των

αλλοδόξων Ιουδαίων. Τα κείμενα αυτά δεν θα πρέπει, βέβαια, ούτε να

διαβάζονται ούτε να ερμηνεύονται εκτός ιστορικής συνάφειας και ανεξάρτητα

από τον ποιμαντικό χαρακτήρα τους, αλλά πάντως οφείλουμε να

παραδεχθούμε ότι συνέβαλαν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, στη

μεταγενέστερη χριστιανική αντιϊουδαϊκή παράδοση και γραμματεία.

Συνοψίζοντας, θα έλεγα ότι το νέο βιβλίο του Ανδρέα Αργυρόπουλου

δεν χαρίζεται στον αναγνώστη του, δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις, αλλά

ανοίγει δρόμους προβληματισμού και αναστοχασμού. Ο συγγραφέας καλεί

τον αναγνώστη να ξαναδιαβάσει τους Τρεις Ιεράρχες όχι ως πρότυπα του

παρελθόντος, αλλά ως ζωντανούς συνομιλητές του παρόντος και να ξαναδεί

την πίστη όχι ως συνήθεια, αλλά ως δύναμη αντίστασης και αλλαγής.

Επαναφέρει τη χριστιανική συνείδηση στο πεδίο της ευθύνης, αποκαθιστά την

ενότητα θεολογίας και ζωής και ατενίζει τον ορίζοντα μιας παιδείας με

ανθρωπολογικό βάθος, σύγχρονης και ανοιχτής. Γι’ αυτό και θεωρώ ότι αξίζει

το αντάμωμα του μυαλού και της καρδιάς με τις λέξεις και τις σκέψεις του

Ανδρέα Αργυρόπουλου.












Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...