Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Απριλίου 2015

Ο Μανώλης Γλέζος στον Επιτάφιο



Ο αγωνιστής της Αριστεράς βρέθηκε τη Μεγάλη Παρασκευή σε ορθόδοξη εκκλησία των Βρυξελλών και προσκύνησε τον Επιτάφιο. 



http://www.protothema.gr/

Τετάρτη 2 Απριλίου 2014

ὁ παπα-«Σύντροφος» (ἀπόσπασμα)





Ἦταν παλιὸς μαρξιστής. Σκληρὸς ἰδεολόγος. Ἀπόλυτος καὶ συνεπής. Εἶχε δωρίσει ὁλόκληρη τὴν περιουσία του στὸ κόμμα.


[…] Ἡ δίψα του ὅμως γιὰ δικαιοσύνη καὶ προπαντὸς γιὰ ἀλήθεια δὲν τὸν ἄφησε νὰ πολυκαιρίσει στὸ κόμμα. Τὰ βρόντηξε κι ἔφυγε. Ζήτησε τὴ διαγραφή του.


-Δὲν θὰ πολεμῶ ἐγὼ τὸν κοινωνικὸ φασισμὸ γιὰ νὰ βάλω στὴ θέση του τὸν φασισμὸ τῆς ἰδεολογίας. Νὰ ὑπερασπίζομαι ἀπὸ τὴ μία τὰ δικαιώματα τῶν ἀνθρώπων καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη νὰ καταπιέζω τὴν ἴδια τὴ ζωή. […] Πέρασαν μερικὰ χρόνια ποὺ εἶχε μακριὰ ἀπὸ τὸ κόμμα. Ἔπειτα ἐξαφανίστηκε καὶ ἀπὸ τὴν πιάτσα. Τὸν ἀναζήτησαν. Ρώτησαν νὰ μάθουν ποῦ εἶχε χαθεῖ. Ἀργότερα ἔμαθαν ὅτι πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἔγινε καλόγερος.


[…] Παλιοὶ φίλοι ἀριστεροὶ τὸν ἀνακάλυψαν τυχαῖα. Τὸ εἶπαν στὴν πιάτσα. Ἀπὸ τότε πήγαιναν σχεδὸν κάθε χρόνο καὶ τὸν συναντοῦσαν διάφοροι παλιοὶ συντρόφοι του. Μιλοῦσαν μαζί του γιὰ πολλὰ καὶ διαφορετικὰ θέματα.
–Τὶ κάνει ὁ κόσμος ἔξω; Ἔχει δουλειές; Νὰ φάει ἔχει; Τὸ σύστημα ὑγείας, ἡ παιδεία μας, τὰ παιδιά μας; Τὶ γίνεται μὲ αὐτά; Νὰ ξέρετε ὅτι τὸ κοινωνικὸ ζήτημα πρωτίστως εἶναι πνευματικό.
Ὁ ἴδιος δὲν μποροῦσε νὰ φανταστεῖ Θεὸ δίχως ἄνθρωπο. Εἶχε πάντα ἕνα μεγάλο καημὸ γι’ αὐτὰ τὰ θέματα […] ἡ καρδιά του χτυποῦσε ἀκόμη στοὺς δρόμους, στὶς πλατεῖες, στὶς πορεῖες καὶ τὶς διαδηλώσεις. Γιὰ τὸ δίκιο τῶν φτωχῶν, τῶν κατατρεγμένων. Γιὰ τὸ ψωμὶ τῶν ἀνθρώπων ποὺ τὸ θεωροῦσε πνευματικὸ ζήτημα.


-Ἐγώ, ἀδέλφια, δὲν λιποτάκτησα ἀπὸ τὸν ἀγώνα. Ποτὲ δὲν ἔπαψα νὰ ἐνδιαφέρομαι γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὰ προβλήματά του. Ἁπλὰ τράβηξα ἀπὸ ἄλλο μονοπάτι. Τοὺς βαρέθηκα αὐτοὺς ἐκεῖ ἔξω. Κόμματα καὶ ἰδεολογίες μοῦ σακάτεψαν τὴ ζωή, μοῦ στέγνωσαν τὴν ψυχή. Ὅλοι τους πῆραν ἐξουσία καὶ μπαστάρδεψαν τὶς ἀξίες μας. Τὶς ἰδέες γιὰ τὶς ὁποῖες παλέψαμε. Δώσαμε τὸ βιός μας καὶ τὴ ζωή μας ὁλάκερη. Μονάχα ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Che ἔμειναν ἀγνοὶ καὶ ἀθῶοι. Γιατὶ ἀρνήθηκαν τὴν ὁποιαδήποτε μορφὴ ἐξουσίας. Ὅλοι οἱ ἄλλοι πούλησαν ἀκριβὰ τὴν ἐπαναστατικότητά τους. Ἐξαργύρωσαν τὰ μαρτύριά τους μὲ θέσεις στὸ δημόσιο καὶ κρατικὲς ἀβάντες. Νὰ ξέρετε ὅτι οἱ χειρότεροι τύραννοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ κάποτε μιλοῦσαν γιὰ ἐπανάσταση. Οἱ μεγαλύτεροι γδάρτες ὀνείρων εἶναι ὅλοι αὐτοὶ ποὺ κάποτε ἔγραφαν ποιήματα καὶ ἔπαιρναν ὅρκους στὸ ὄνειρο τῆς οὐτοπίας. Μᾶς πούλησαν, ἀδέλφια. Μᾶς πούλησαν γιὰ τριάκοντα ἀργύρια ἐξουσίας καὶ προβολῆς.


[…] Τὰ χειρότερα ἀφεντικὰ εἶναι οἱ κομμουνιστὲς καὶ οἱ «ἰδεολόγοι χριστιανοί». […] Ἔχουν ἀπολυτοποιήσει τὶς ἰδέες τους. Κόβουν καὶ ράβουν τοὺς ἀνθρώπους πάνω στὴν ἰδεολογία. Ἡ ἰδεολογία δὲν σὲ ἀφήνει νὰ δεῖς τὴν ἀλήθεια. Σοῦ ἔχει ἕτοιμες ἀπαντήσεις γιὰ ὅλα τὰ θέματα. […]





π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος, Ὁ Κινέζος, ὁ Θεὸς καὶ ἡ μοναξιά, ἐκδ. Ἁρμός, 2011


http://adrahti.blogspot.gr/

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

Νίκος Ζαχαριάδης: “Ορθοδοξία”


Αναδημοσιεύουμε από τη σελίδα Υπερβολές κείμενο του τότε γ.γ. του Κ.Κ.Ε. Νίκου Ζαχαριάδη.Ο Ζαχαριάδης αν και άθεος δείχνει ότι σέβεται θεσμούς και παραδόσεις.Έχει κατανοήσει πολλά πράγματα που αρκετοί αριστεροί στις μέρες μας ή δεν έχουν υποψιαστεί ή κάνουν ότι δεν έχουν υποψιαστεί .Το να ξεφεύγεις από τις "ασφάλειές" σου θέλει τόλμη.Και αυτό ισχύει για όλους μας... 




Το παρακάτω κείμενο του άλλοτε γ.γ. του ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη, πρωτοδημοσιεύτηκε στην πρώτη σελίδα του Ριζοσπάστη στις 9 Σεπτέμβρη 1945, με τον τίτλο “Ορθοδοξία”, ενώ ακολούθησε αναδημοσίευση στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση (ΚΟΜΕΠ) Ιουλίου-Αυγούστου 1984:
Πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν σε αθηναϊκές εφημερίδες μας πληροφορούν ότι στο Λονδίνο ο Μακαριώτατος θα συζητήσει με τους υπεύθυνους αγγλικούς κύκλους και το ζήτημα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Είναι ολοφάνερο ότι διακρίνεται προσπάθεια το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Πόλης να μεταβληθεί πάλι όχι μόνο σε στίβο προσωπικών αντιζηλιών και επιδιώξεων που έχουν συναμεταξύ τους διάφοροι χρεοκοπημένοι ιεράρχες, μα και σε όργανο μεγαλοδυναμικών εξωορθοδοξιακών βλέψεων.
Στο σημείο αυτό ο ελληνικός Λαός πρέπει να προσέξει εξαιρετικά. Χωρίς να υπάρχει κίνδυνος να πέσει σε ανακρίβειες, μπορεί κανείς να ισχυριστεί εδώ ότι η λαοφθόρα διαμάχη ανάμεσα στους βαλκανικούς λαούς χρονικά συμπίπτει με την εποχή που το Οικουμενικό Πατριαρχείο άρχιζε να κομματίζεται και να γίνεται όργανο ξένων, ανθελληνικών και αντιορθοδοξιακών συμφερόντων.
Ο μεγαλοελλαδίτικος τυχοδιωκτικός εθνικισμός μέσα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν έβλαψε και αυτός λίγο το έργο για μια δημοκρατική συνεργασία και συμβίωση στα Βαλκάνια και με τους φατριασμούς της φαναριώτικης παπαδοκρατίας τράφηκε πολλές φορές και ενισχύθηκε το τοπικιστικό διασπαστικό πνεύμα μέσα στους κόλπους της ορθοδοξίας, που τόσο έβλαψε τη λαϊκή και εθνική εξέλιξη και πρόοδο όλων των βαλκανικών λαών.
* * *
Το ξάπλωμα και η επικράτηση της Ορθοδοξίας στις χώρες και τους λαούς της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης καθώς και στη Μικρασία και τη Μέση Ανατολή ανταποκρίνεται ιστορικά στην αντίδραση που προκαλούσαν οι τάσεις για πνευματική, πολιτική και οικονομική επέκταση και επιβολή του Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους και του καθολικισμού – παπισμού. Μα η επικράτηση αυτή δεν οφείλεται μονάχα σε αρνητικά αίτια. Έχει και θετικά βάθρα γιατί χωρίς να παραγνωρίζουμε τις εθνικές και τοπικές ιδιομορφίες, η Ορθοδοξία ιδεολογικά – πνευματικά ανταποκρίνεται σε μια νοοτροπία λαϊκή, σ’ ένα εσωτερικό ψυχικό δεσμό, που ο Ευρωπαίος κοσμοπολίτης ονομάζει «ανατολικό πνεύμα» και ο ξεπεσμένος και έκφυλος Λεβαντίνος περιφρονεί, μα που συγκεντρώνει και εκφράζει εσωτερική λαϊκή ενότητα και εκδηλώνει ανώτερα ιδεώδη και χαρίσματα, άσχετα αν στα χρόνια εκείνα της μεσαιωνικής κατάστασης και του ασιατικού δεσποτισμού του Βυζαντίου κάνουν την εμφάνισή τους με μορφή θρησκευτικο-εκκλησιαστική.
Εδώ θα πρέπει επίσης να τονίσουμε ότι η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησιά και η Χριστιανική Θρησκεία γενικότερα, όπως την εκφράζει η Εκκλησία αυτή, παίξαν όχι μόνο στη Ρωσία μα και στα Βαλκάνια ένα προοδευτικό ρόλο τόσο σαν παράγοντας που διευκόλυνε και επιτάχυνε την εθνική διαμόρφωση, συσπείρωση και ανάπτυξη παρέχοντάς της ενιαία ιδεολογικά πλαίσια, όσο σαν στοιχείο που στα χρόνια του εξανδραποδισμού και της σκλαβιάς κάτω απ’ την οθωμανική τυραννία, συνέτεινε σημαντικά και ουσιαστικά στον εθνικοαπελευθερωτικό τότε αγώνα παρά και ενάντια στην αντίδραση και προδοσία που έκαναν σημαντικοί και σημαίνοντες παράγοντες και κορυφές της Ορθοδοξίας ιδιαίτερα στο Φανάρι. Είναι αναρίθμητα τα παραδείγματα που δείχνουν ότι Ταγοί και απλοί στρατευμένοι της εκκλησιαστικής ιεραρχίας πάλεψαν και με το ντουφέκι στο χέρι στο πλευρό του Λαού και ότι μοναστήρια και μοναστήρια είχαν μεταβληθεί σε μπαρουταποθήκες και λαϊκά φρούρια.
* * *
Στα χρόνια της χιτλεροφασιστικής υποδούλωσης στην Ελλάδα, παρά την ουσιαστική αντίδραση της κεφαλής της Αυτοκέφαλης Εκκλησιάς, που συνέχιζε την προδοτική και αντιλαϊκή στάση της κατά την περίοδο της τεταρτοαυγουστιανής δικτατορίας, ένα μεγάλο μέρος του Κλήρου τάχθηκε στο πλευρό του Λαού και πολέμησε μαζί του. Σήμερα η μοναρχοφασιστική αντίδραση προσπαθεί κάτω και από ξένες εμπνεύσεις να σπάσει και την ηρωϊκή αυτή δημιουργία του Κλήρου στον καιρό της Εθνικής Αντίστασης και να κάνει το Οικουμενικό Πατριαρχείο μαζί με την Αυτοκέφαλη Ελληνική Εκκλησιά ξανά όργανο των ξένων επιρροών στα Βαλκάνια, όργανο διάσπασης ανάμεσα στους λαούς της Ορθοδοξίας. Και αυτό το σκοπό όπως φαίνεται εξυπηρετεί το ταξίδι του Μακαριωτάτου στο Λονδίνο, όπου θα πάει να μηχανορραφήσει. Το όλο ζήτημα καταντά πολύ πιο ύποπτο γιατί είναι ανακατεμένος και ο πολύς τεταρτοαυγουστιανός Χρύσανθος.
Εμείς οι Έλληνες πρέπει νάμαστε στο σημείο αυτό πολύ ευαίσθητοι, προσεκτικοί και άγρυπνοι. Η αντιδραστική μοναρχοφασιστική δεξιά και οι συνεργάτες της θέλουν σήμερα να καπηλευθούν και αυτό το αγνό και ακμαίο θρησκευτικό αίσθημα του Λαού μας. Να εμπορευθούν την Ορθοδοξία και να την ξανακάνουν όργανο διχασμού και διχόνοιας στα Βαλκάνια, στην Ευρωπαϊκή Ανατολή και στη Μέση Ανατολή.
Αυτού βρίσκεται σήμερα ένας σοβαρός κίνδυνος. Τεταρτοαυγουστιανοί, δοσίλογοι και συνθηκολόγοι καθοδηγητές στην Ελληνική Εκκλησία είναι μια απειλή εθνική και προς τα μέσα και προς τα έξω. Η Ελληνική Ορθοδοξία και γενικότερα η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησιά, πρέπει να αποβλέψουν στο μοναδικό προορισμό τους που μπορεί να τους δώσει και μια ατράνταχτη ιστορική δικαίωση: Να γίνουν συνδετικοί κρίκοι ανάμεσα στους λαούς της Ορθοδοξίας, απόστολοι της πνευματικής, πολιτικής και οικονομικής συνεννόησης και συνεργασίας. Σ’ αυτόν το ρόλο και την αποστολή, πρωτοπόρο και πρωτεργάτη θέλει ο Λαός της Ελλάδας την Ορθόδοξη Εκκλησιά του. Το πρώτο βήμα θα γίνει με την αποκατάσταση συνεργασίας και ενότητας στους κόλπους της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας.
Σε μια τέτοια κίνηση, που από πολλούς τώρα μήνες συνεχίζεται και καρποφορεί, δεν παίρνει επιδεικτικά μέρος η Ελληνική Αυτοκέφαλη Εκκλησία, που στις αντιορθοδοξιακές πλεκτάνες της προσπαθεί να μπλέξει και το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Πόλης.
Είναι μια καθαρή ξενοκίνητη διασπαστική κίνηση που αν παρουσιάζει μερικές επιτυχίες είναι γιατί επικρατεί στην Εκκλησιά της Ελλάδας ένα τεταρτοαυγουστιανό εσωτερικό καθεστώς που πνίγει την εσωεκκλησιαστική δημοκρατική παράδοση, πνίγει τη φωνή του λαϊκού κλήρου και κρατά στην αρχή προδότες, δοσίλογους, συμβιβαστές που εξυπηρετούν μόνο ξένους σκοπούς και συμφέροντα.
Είναι απαραίτητο, λοιπόν, ένα εσωτερικό σάρωμα, θαρραλέο και εξυγιαντικό μέσα στις γραμμές της Ελληνικής Εκκλησίας. Για να ξαναβρεί την ισορροπία της. Και να γίνει όπως τη θέλει ο Λαός, παράγοντας συμφιλίωσης, αδελφοσύνης, ειρήνης και συνεργασίας ανάμεσα στους Λαούς της Ορθοδοξίας.

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

Βασίλης Ξυδιάς:Αριστερά χωρίς Θεό γίνεται;





"Η Αριστερά είναι με τη μαχόμενη αθεΐα, την υλιστική φιλοσοφική στάση και την εγκόσμια ηθική της χειραφέτησης που δεν στηρίζεται σε κανένα μεταφυσικό επέκεινα".*

 Κουραφέξαλα. // Αυτό είναι πράγματι η γεννέθλια αφετηρία της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, του μαρξισμού και της αναρχίας του 19ου αιώνα, που τράβηξαν στα άκρα την αθεΐα του διαφωτισμού, και έβλεπαν τον εαυτό τους σαν συνεπή συνέχεια και ριζοσπαστική μετεξέλιξη των γιακοβίνων. // Στην πραγματικότητα η μαχητική αθεΐα και ο αντικληρικαλισμός, έχουν να κάνουν με παλαιότερα, παρωχημένα πλέον, στάδια της πνευματικής διαδρομής του δυτικού κόσμου.

Εκεί που η μαχόμενη αθεΐα χαρακτήρισε την πολιτική πράξη της αριστεράς είχε συγκεκριμένα ιστορικά αποτελέσματα και ως προς τα φρικτά που "πέτυχε" (διωγμοί σε ΕΣΣΔ, Κίνα, Χότζα κλπ) και ως προς αυτά που δεν πέτυχε (χρόνιος απομονωτισμός, σεχταρτιστική ιδεολογική δήθεν καθαρότητα). // Σίγουρα πάντως δεν είναι αυτή ούτε η αριστερά του ΕΑΜ, του Άρη Βελουχιώτη και του Νίκου Μπελογιάννη, ούτε η σημερινή ηγεμονική αριστερά της Λατινικής Αμερικής, των Σαντινίστας, των Ζαπατίστας, του Τσάβες, του Μοράλες, των ριζοσπαστών ιθαγενών κλπ. Δεν είναι η αριστερά του Λαϊκού Μετώπου του Χαμά Χαμαμί που μάχεται με το αίμα των μαρτύρων του για τη λαϊκή εξουσία στην Τυνησία, ούτε η αριστερά της πολύπαθης Αραβικής Άνοιξης. Δεν είναι η αριστερά των ευρωπαίων Αγανακτισμένων του 2011 ούτε του κινήματος της Γουώλ Στρητ του 2012. // Η σύγχρονη, μετά το 68 αριστερά έχει μακρύ φλερτ με τη μεταφυσική και τη θρησκευτική πίστη. Όχι μόνο στον αμερικάνικο ριζοσπαστικό των μαύρων πανθήρων και του Μάρτιν Λούθερ Κιγκ, αλλά και πολύ μετά, στους Γερμανούς Οικολόγους της δεκαετίας του 80 (π.χ. Πέτρα Κέλλυ), στη σκέψη του Μπαντιού και του Αγκάμπεν κλπ κλπ.

Ειδικά σε ό,τι αφορά τον αντικληρικαλισμό και την αθεΐα της ελληνικής αριστεράς, εκτός του ότι αποτελούν εκδηλώσεις ιδεολογικού επαρχιωτισμού και ιστορικής καθυστέρησης, είναι ταυτοχρόνως και τα δεσμά που τη δένουν στο άρμα της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας της εποχής μας, του φιλελευθερισμού (και δεν εννοώ τον δεξιό νεοφιλελευθερισμό, αλλά τον κεντρώο ή κεντροαριστερό πολιτικό φιλελευθερισμό - που ξεκινά από τον Τζ. Στ. Μιλλ και φτάνει στον Ρωλς). Είναι χαρακτηριστικό και πολύ ενδιαφέρον ότι οι πιο ριζοσπαστικές εκδοχές αυτού του φιλελεύθερου ρεύματος (π.χ. Χάμπερμας) αναγκάζονται να στραφούν στη θρησκεία προκειμένου να βρουν αναχώματα στην παρακμή του διαφωτιστικού προγράμματος της εκκοσμίκευσης, που το βλέπουν να οδηγείται στην κατάλυση κάθε ιστορικής συλλογικότητας, κάθε κοινωνικού και κοινοτικού δεσμού, καταλήγοντας στην παγκόσμια κυριαρχία του οφελιμιστικού-καταναλωτικού ατομισμού και των αγορών· εν τέλει στην αναίρεση της ίδιας της πολιτικής".

Λοιπόν αυτή ειναι μια συζήτηση που πρέπει να γίνει και να φωτιστούν τόσο τα όρια, όσο και η φυσιογνωμία μιας συνάντησης που πραγματοποιείται ήδη και είναι αναγκαία σε αυτή την ιστορική στιγμή

Αντίθετα απ' ό,τι φαντάζονται οι δικοί μας εδώ, αμετανόητοι στη μετεφηβεία τους, επαναστάτες "χωρίς αιτία", η αριστερά του 21ου αιώνα ή θα ανοιχτεί στη μεταφυσική ή δεν θα είναι ριζοσπαστική. (Κι όχι μόνο για λόγους πολιτικής αποτελεσματικότητας, αλλά και για λόγους ουσίας).


*Από το άρθρο του Παναγιώτη Σωτήρη:Η Αριστερά και τα μυστήρια http://ilesxi.wordpress.com

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Πάβελ Φλορένσκι: ο ιερέας της Επανάστασης και του Εξηλεκτρισμού






Όταν ο Λέον Τρότσκι τον είδε να παρουσιάζει μια επιστημονική έρευνα πάνω στον ηλεκτρισμό, σε ένα συνέδριο στη Μόσχα το 1920, αναφώνησε δυνατά στην αίθουσα: “ποιος είναι αυτός;”. Ήταν η περίοδος που η μυστική αστυνομία κυνηγούσε μεταξύ άλλων αρκετά έντονα τη θρησκεία στην πρώιμη ΕΣΣΔ. Η αιτία της έκπληξης του Τρότσκι ήταν ότι ο νεαρός φλογερός επιστήμονας φορούσε το ράσο του ιερέα. Ένα χρόνο μετά, ο Πάβελ Φλορένσκι, αυτή η μεγάλη μορφή της Ορθοδοξίας και της ρώσικης ιστορίας των επιστημών (ο λεγόμενος και Ρώσος Ντα Βίντσι) αναλαμβάνει με πρόσκληση του ίδιου του Τρότσκι επικεφαλής του GOELRO (του κρατικού προγράμματος ηλεκτροδότησης της ΕΣΣΔ) με μόνο του αίτημα να συνεχίζει να φορά το ράσο γιατί “ακόμα κι αν φορούσα το κοστούμι του υπαλλήλου είμαι ιερέας και είμαι δεμένος με τον όρκο μου με το Θεό”.


Ο Πάβελ Φλορένσκι είναι μια μεγάλη πραγματικά προσωπικότητα η οποία, όπως και όλο εκείνο το σπουδαίο ρεύμα των Ρώσων θεολόγων και φιλοσόφων των αρχών του 20ου αιώνα, είχαν την ατυχία να πέσουν πάνω στο μεγαλύτερο ιστορικό γεγονός της σύγχρονης ανθρωπότητας, την Οκτωβριανή Επανάσταση και έτσι πολλές πτυχές της ζωής ή της σκέψης τους έμειναν άγνωστες στο ευρύ κοινό. Ειδικά στην Ελλάδα είναι ένα πεδίο σχεδόν ανεξερεύνητο.


Γεννήθηκε λοιπόν το 1882, κάπου εκεί που σήμερα βρίσκεται το δυτικό Αζερμπαϊτζάν. Η μητέρα του είχε αρμένικη καταγωγή, την οποία ο Φλορένσκι έψαχνε πάρα πολύ όταν μεγάλωσε. Σπούδασε στην Τιφλίδα και ελκυόταν πολύ από τα μαθηματικά και τις θετικές επιστήμες γενικότερα. Στα 1899 επισκέπτεται τον μεγάλο Λέον Τολστόϊ για συμβουλές, εξαιτίας μιας εσωτερικής αναστάτωσης θρησκευτικού τύπου, η οποία θα τον συντρόφευε σε όλη τη ζωή του. Αιτία τα στενά όρια του θετικιστικού επιστημονικού παραδείγματος και η μανία του εξορθολογισμού που έβλεπε να υπάρχουν στις σπουδές του. Φτάνει στη Μόσχα όπου, μεταξύ άλλων, παρακολουθεί μαθήματα αρχαίας φιλοσοφίας, ενώ εισάγεται στο Τμήμα Μαθηματικών του Πανεπιστημίου της Μόσχας. Εκεί θα γίνει φίλος με τον Αντρέι Μπέλυ, μετέπειτα ποιητή και θεωρητικό του ρώσικου φουτουρισμού.


Το έτος 1904 είναι καθοριστικό για τον νεαρό Φλορένσκι. Οι εσωτερικές του αναζητήσεις, τον έχουν ήδη οδηγήσει να αρνηθεί την υπάρχουσα σκληρά δομημένη μαθηματική λογική και έχει ήδη αρχίσει να σκέφτεται μαθηματικές θεωρίες και φιλοσοφία που εμπλέκουν αναζητήσεις πέρα από τα φυσικά όρια που βάζει η ανθρώπινη ύπαρξη. Ενώ περατώνει με άριστα τις σπουδές του, αρνείται μια θέση καθηγητή στο τμήμα Μαθηματικών και την ίδια χρονιά γράφεται στην Εκκλησιαστική Ακαδημία Σέργκιγιε Πόσαντ στη Μόσχα. Εκεί θα γνωρίσει τον Γέροντα Ισίδωρο και μαζί με άλλους συμφοιτητές του θα ιδρύσει την Ένωση Χριστιανών Αγωνιστών (ρωσ. Союз Христиaнской Борьбы) που βασιζόταν στις αρχές του φιλόσοφου Βλαντιμίρ Σολόβγιοφ και σχετιζόταν με την ριζοσπαστική φιλοκαλική ανανέωση της Ορθόδοξης Παράδοσης αλλά και με τις ιδέες της Οικουμενικότητας του Χριστιανισμού και βέβαια της μεγάλης λειτουργικής αλήθειας που οι Ρώσοι αποκαλούν “σομπορνόστ”, που σημαίνει αλληλεγγύη. Η λογική αυτής της ομάδας του Φλορένσκι επίσης εδραζόταν στις εγελιανές αντιλήψεις περί “θέσης-αντίθεσης-σύνθεσης”.


Μετά την αποτυχημένη επανάσταση του 1905, υπάρχει έντονος περιορισμός των κινημάτων με βάση την Ορθοδοξία και το 1906 ο Φλορένσκι θα βρεθεί στη φυλακή από το τσαρικό καθεστώς για τη συμμετοχή του στην Ένωση Χριστιανών Αγωνιστών. Από τότε μέχρι και το 1914 υπάρχει μια περίοδος, θα λέγαμε, δημιουργικού οργασμού για τον Φλορένσκι. Τελειώνει το βασικό φιλοσοφικό του έργο το “Στύλος και έδαφος της αλήθειας: Εργασία για την Ορθόδοξη Θεολογία σε δώδεκα επιστολές”, που είναι μια συλλογή επιστολών σε κάποιον φανταστικό αδελφό ή φίλο (πολλοί μελετητές θεωρούν ότι αναφέρεται στον Ιησού Χριστό) και πραγματεύεται διάφορα ζητήματα, όπως τη Θεία Σοφία αλλά και ένα θέμα ταμπού: την ομοφυλοφιλία. Αναφέρεται στην αγάπη μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου ως μια, στην ουσία της, σχέση αγάπης η οποία μπορεί να σταθεί και χωρίς τη σεξουαλική της προέκταση. Είναι ο πρώτος που συγκρίνει την αδελφοποίηση των πρώτων Χριστιανών με τις ομοφυλόφιλες σχέσεις της εποχής του δίνοντας μια διέξοδο εν Χριστώ αγάπης. Επίσης θεωρείται και ο ιδρυτής αυτού που αργότερα ονομάστηκε “φεμινιστική Θεολογία”.


Το 1910 θα παντρευτεί, κάτι που σόκαρε πολλούς που γνώριζαν την αποστροφή του προς το γάμο (ίσως γιατί πίστευαν επίσης ότι ήταν καταπιεσμένος ομοφυλόφιλος) και θα χειροτονηθεί ιερέας την επόμενη χρονιά. Θα συνδεθεί στενά με το Ρώσικο Συμβολισμό, τον αντισυμβατικό φιλόσοφο Βασίλι Ροζάνοφ (του οποίου θα προσπαθήσει να γίνει πνευματικός) και με όλα τα ριζοσπαστικά ρεύματα της εποχής του. Το 1914 θα καταθέσει τη διδακτορική του διατριβή με θέμα “Για την Πνευματική Αλήθεια”. Θα αρχίσει να διδάσκει φιλοσοφία αλλά παράλληλα δημοσιεύει εργασίες θεολογίας, κριτικής της Τέχνης, μαθηματικών και ηλεκτροδυναμικής που αποτελούν τη νέα του μεγάλη αγάπη. Από το 1911 μέχρι την Οκτωβριανή Επανάσταση θα αποτελέσει τον εκδότη του πιο σημαντικού θεολογικού περιοδικού της εποχής του, του Μπογκοσλόβσκι Βέστνικ (Bogoslovskiy Vestnik).


Η Οκτωβριανή Επανάσταση είναι ένα γεγονός που, δυστυχώς ή ευτυχώς, ήρθε σε -αντικειμενικά- μεγάλη σύγκρουση με όλο αυτό το ριζοσπαστικό ρεύμα της προηγούμενης δεκαετίας, εν πολλοίς γιατί αντιπάλευε την πνευματοκρατία της προηγούμενης εποχής και η οποία δεν είχε θέση στη νέα εποχή της δικτατορίας του προλεταριάτου. Οι περισσότεροι ριζοσπάστες φιλόσοφοι και θεολόγοι της εποχής (οι οποίοι θα μπορούσαν να είναι χρήσιμοι στην Επανάσταση, αλλά αυτό είναι κουβέντα άλλης ανάρτησης) πήραν το δρόμο της ξενιτιάς, στήνοντας έτσι την περίφημη Σχολή των Ρώσων εμιγκρέδων θεολόγων, με προεξάρχοντα τον Νικολάϊ Μπερντιάεφ και άλλους. Στο νέο καθεστώς ο Φλορένσκι θα μείνει να πολεμήσει: “Έχω αναπτύξει τη δική μου φιλοσοφική και επιστημονική κοσμοθεωρία, η οποία, αν και είναι σε αντίθεση με την χυδαία ερμηνεία του κομμουνισμού, δεν με εμποδίζει ειλικρινά από το να εργάζονται στην υπηρεσία αυτού του κράτους”. Παρόλο που η νεοσύστατη τότε Τσέκα (η μυστική αστυνομία) έκλεισε και το Κολλέγιο που δίδασκε και την εκκλησία που διακονούσε, ο Τρότσκι, όπως είδαμε και παραπάνω του έδωσε την επιστημονική διεύθυνση του GOELRO, το 1921.


Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1920, εργάστηκε κυρίως στη φυσική και την ηλεκτροδυναμική και τελικά δημοσίευσε την εργασία τους για τους Φανταστικούς Αριθμούς στη Γεωμετρία. Αυτό το έργο ήταν αφιερωμένο στην γεωμετρική ερμηνεία της θεωρίας της σχετικότητας του Άλμπερτ Αϊνστάιν. Μεταξύ άλλων, ο Φλορένσκι διακήρυξε ότι η γεωμετρία των φανταστικών αριθμών προβλέπεται από τη θεωρία της σχετικότητας ώστε για ένα σώμα που κινείται ταχύτερα από το φως αυτή να είναι η γεωμετρία της Βασιλείας του Θεού. Επίσης εργάστηκε πάνω στη συντήρηση αρχαιολογικών ευρημάτων, για τη διάσωση της αρχαίας ρώσικης κληρονομιάς.


Η περίοδος από το 1928 μέχρι την εκτέλεσή του, το 1937, είναι μια περίοδος βασανιστηρίων και εγκλεισμού σε φυλακές, που δεν έχει αξία να αναφερθεί αναλυτικά. Μόνο να ειπωθεί ότι η πρώτη εξορία του ήταν στο Νίζνι Νόβγκοροντ το 1928 από το οποίο επέστρεψε χάρη στην παρέμβαση της συζύγου του Μαξίμ Γκόρκι. Γενικά οι κατηγορίες εναντίον του αφορούσαν την προσπάθεια “προπαγάνδισης” του Θεού, την “εμμονή” του να φέρει το ράσο του και γύρω στο 1933 η περιώνυμη Ο-Γκε-Πε-Ου (OGPU), η μετεξέλιξη της Τσέκα, με μια πλεκτάνη που αφορούσε δήθεν την εμπλοκή του σε μια συνωμοσία τον ξαναέστειλε φυλακή, αυτή τη φορά στο Σολόβκι (από όπου και η φωτογραφία της ανάρτησης). Εκεί, ο ακούραστος υπηρέτης του Θεού, της Επανάστασης και της Επιστήμης, διεξάγει έρευνα για την παραγωγή ιωδίου από τα τοπικά φύκια για να αντιμετωπιστεί η έλλειψη του κράτους σε ιώδιο.


Το 1937, με τις Δίκες της Μόσχας σε έξαρση, οδηγήθηκε στην Αγία Πετρούπολη όπου καταδικάστηκε σε εκτέλεση, από την τοπική τρόϊκα της Νι-Κα-Βε-Ντε (NKVD, Υπουργείο Εσωτερικών Υποθέσεων). Σύμφωνα με τον μύθο η αιτία που καταδικάστηκε ήταν η άρνηση του να αποκαλύψει τη θέση της κεφαλής του Αγίου Σέργιου Ρατζονέσκι, διότι οι κομμουνιστές ήθελαν να την καταστρέψουν. Η αρχειακή δουλειά που υπάρχει μας δίνει ότι η εκτέλεσή τουήταν απόφαση βάσει του περίφημου διατάγματος 447 “Περί δίωξης αντισοβιετικών στοιχείων και φίλων αυτών”….


Ο Πάβελ Φλορένσκι έδωσε τόσα πολλά στο Θεό και τις επιστήμες του ανθρώπου που λίγο θα μπορέσουμε να του ξεπληρώσουμε πίσω. Ακόμα κι αν η “γεωμετρία της Βασιλείας του Θεού” δεν ταιριάζει στο ορθολογιστικό μας γνωστικό σύμπαν. Παράλληλα ο βίος του είναι η απόδειξη ότι η Επανάσταση είναι μια διαδικασία που τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από τις μάζες και δεν τις κρατά πίσω. Το τραγικό του τέλος μας θυμίζει τα λάθη που πρέπει να παραδεχτούμε πρώτα από όλα στον εαυτό μας, όσοι θέλουμε να παλεύουμε για τον κομμουνισμό της εποχής μας…


http://religionandrevolution.wordpress.com/

Παρασκευή 12 Απριλίου 2013

Γιώρ­γου Λιε­ρού:ΠΡΕΠΕΙ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΝΑ ΠΛΗΡΩΝΕΙ ΤΟΥΣ ΜΙΣΘΟΥΣ ΚΛΗΡΙΚΩΝ;




(Αναδημοσιεύουμε από την εφημερίδα "εποχή" μια ενδιαφέρουσα άποψη του συγγραφέα Γιώργου Λιερού. Ο Γιώργος Λιερός ανήκει στο χώρο της ριζοσπαστικής αριστεράς και είναι δημοτικός σύμβουλος στο Δήμο Χαλανδρίου. Η πολιτική τοποθέτησή  του κάνει την άποψή του ακόμα πιο ενδιαφέρουσα.)



Κρά­τος, Εκκλη­σία, κλή­ρος και α­ρι­στε­ρά


Το κρά­τος ε­πι­χο­ρη­γεί τις ορ­γα­νω­μέ­νες θρη­σκείες, ε­πει­δή α­πο­τε­λούν μέ­ρος του πο­λι­τι­σμι­κού ε­ξο­πλι­σμού της κοι­νω­νίας· το κά­νει για δι­κό του ό­φε­λος, λό­γω του α­πο­φα­σι­στι­κού ρό­λου της θρη­σκείας στην άρ­θρω­ση του κοι­νω­νι­κού δε­σμού, στην πα­ρα­γω­γή του συμ­βο­λι­κού και φα­ντα­σια­κού σύ­μπα­ντος, του ό­λου τρό­που ε­πι­κοι­νω­νίας μέ­σα α­πό τον ο­ποίον συ­γκρο­τεί­ται η κοι­νω­νία και δια­τυ­πώ­νε­ται ο η­γε­μο­νι­κός λό­γος.
Σε μια εκ­κο­σμι­κευ­μέ­νη κοι­νω­νία, βέ­βαια, οι θρη­σκευ­τι­κοί θε­σμοί δεν έ­χουν το μο­νο­πώ­λιο στη συμ­βο­λι­κή πα­ρα­γω­γή· συ­νυ­πάρ­χουν με κα­θα­ρά κο­σμι­κούς φο­ρείς πα­ρα­γω­γής πο­λι­τι­σμού (προ­πά­ντων με τους σύγ­χρο­νους εκ­παι­δευ­τι­κούς μη­χα­νι­σμούς, τα μέ­σα μα­ζι­κής ε­νη­μέ­ρω­σης κ.τ.λ.).
Η γνώ­μη μας εί­ναι ό­τι οι θρη­σκευ­τι­κοί και οι πο­λι­τι­σμι­κοί θε­σμοί πρέ­πει να συ­ντη­ρού­νται εν μέ­ρει α­πό ί­διους πό­ρους (με την πε­ριου­σία τους ή α­πό το κοι­νό τους) και συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά α­πό τη χρη­μα­το­δό­τη­ση του κρά­τους. Το κρά­τος ο­φεί­λει να δα­πα­νά δη­μό­σιους πό­ρους για την α­να­στή­λω­ση θρη­σκευ­τι­κών μνη­μείων (χρι­στια­νι­κών, μου­σουλ­μα­νι­κών, ε­βραϊκών κ.τ.λ.), για την εκ­παί­δευ­ση των κλη­ρι­κών, για να συν­δρά­μει τις ορ­γα­νω­μέ­νες θρη­σκείες στο κοι­νω­νι­κό τους έρ­γο ή συμ­βάλ­λο­ντας εν­δε­χο­μέ­νως στη μι­σθο­δο­σία των λει­τουρ­γών τους.
Η χρη­μα­το­δό­τη­ση της Ορθό­δο­ξης Εκκλη­σίας α­πό την πο­λι­τεία δεν εί­ναι λι­γό­τε­ρο θε­μι­τή α­πό τη χρη­μα­το­δό­τη­ση του φε­στι­βάλ Αθη­νών του Με­γά­ρου Μου­σι­κής των πο­λι­τι­κών κομ­μά­των. Η πό­λη-κρά­τος της αρ­χαίας Αθή­νας ξό­δευε δη­μό­σιο χρή­μα για τις γιορ­τές των Πα­να­θη­ναίων και το ί­διο κά­να­νε κι οι αρ­χαϊκές κοι­νω­νίες για τις δι­κές τους γιορ­τές και θρη­σκευ­τι­κές τε­λε­τές.

Οι θρη­σκευ­τι­κοί θε­σμοί ως θε­σμοί δη­μό­σιοι

Οι θρη­σκευ­τι­κοί θε­σμοί, ό­πως και γε­νι­κό­τε­ρα οι θε­σμοί πα­ρα­γω­γής του πο­λι­τι­σμι­κού και συμ­βο­λι­κού πλού­του, εί­ναι πο­λύ ση­μα­ντι­κοί δη­μό­σιοι θε­σμοί και ως τέ­τοιους πρέ­πει να τους α­ντι­με­τω­πί­σου­με· ό­χι να τους δού­με ε­γκλω­βι­σμέ­νους στον ι­διω­τι­κό χώ­ρο, ό­πως πρε­σβεύουν οι φι­λε­λεύ­θε­ρες θεω­ρίες, και χω­ρίς η α­να­γνώ­ρι­σή του δη­μό­σιου χα­ρα­κτή­ρα τους να ση­μαί­νει ό­τι τους θέ­λου­με πο­λι­τι­κούς-κρα­τι­κούς θε­σμούς ( και να ταυ­τι­στού­με έ­τσι με τους κρα­τι­κι­στές και τους ο­πα­δούς του ο­λο­κλη­ρω­τι­σμού ή του φο­ντα­με­ντα­λι­σμού).
Η α­ντί­λη­ψή μας αυ­τή, που ε­πί­σης α­φο­ρά γε­νι­κό­τε­ρα τους πο­λι­τι­σμι­κούς θε­σμούς, βρί­σκε­ται, λοι­πόν, σε α­ντί­θε­ση με τις α­ντι­λή­ψεις του φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού και του κρα­τι­κι­σμού. Δεν εί­ναι κα­θό­λου τυ­χαίο ό­τι ε­να­ντίον της μι­σθο­δο­σίας των κλη­ρι­κών α­πό το κρά­τος στρά­φη­κε πρώ­τος ο Γιάν­νης Στουρ­νά­ρας. Μό­νο που το ε­πι­χεί­ρη­μά του, αν ξε­δι­πλω­θεί, εί­ναι ε­πι­χεί­ρη­μα για την ι­διω­τι­κο­ποίη­ση ή α­κρι­βέ­στε­ρα την α­γο­ραιο­ποίη­ση κά­θε θε­σμού πα­ρα­γω­γής πο­λι­τι­σμού. Εί­ναι γε­γο­νός ό­τι η φι­λε­λεύ­θε­ρη α­ντί­λη­ψη πε­ρί θρη­σκείας α­σκεί ση­μα­ντι­κή γο­η­τεία, ει­δι­κά σε ε­κεί­νο το τμή­μα της α­ρι­στε­ράς που ε­μπνέε­ται α­πό το λό­γο πε­ρί δι­καιω­μά­των. Ωστό­σο, ό­πως ή­δη εί­χε ε­πι­ση­μά­νει ο Μαρξ στο «Εβραϊκό Ζή­τη­μα» δεν πρέ­πει να ξε­χνά­με ό­τι και η πιο πλέ­ρια χει­ρα­φέ­τη­ση του κρά­τους α­πό τη θρη­σκεία (μια πο­λι­τι­κή χει­ρα­φέ­τη­ση) μπο­ρεί να εί­ναι συ­μπλη­ρω­μα­τι­κή ό­χι α­πλώς με μια ε­ξαι­ρε­τι­κά θρη­σκευό­με­νη κοι­νω­νία, αλ­λά και με την άν­θη­ση του κά­θε λο­γής σκο­τα­δι­σμού ή των πιο α­πεχ­θών α­νορ­θο­λο­γι­σμώ­ν· σχε­τι­κά με αυ­τό το πα­ρά­δειγ­μα των Η­ΠΑ εί­ναι πο­λύ δια­φω­τι­στι­κό.

Η κρα­τι­κί­στι­κη α­ντί­λη­ψη για τη θρη­σκεία

Από την άλ­λη, η κρα­τι­κί­στι­κη α­ντί­λη­ψη για τη θρη­σκεία υιο­θε­τεί­ται α­πό έ­να με­γά­λο μέ­ρος της Εκκλη­σίας αλ­λά και -με δια­φο­ρε­τι­κό τρό­πο βέ­βαια- α­πό με­ρι­κές ορ­γα­νώ­σεις ή κόμ­μα­τα της α­ρι­στε­ράς. Στην πρά­ξη η υ­πα­γω­γή της Εκκλη­σίας στο κρά­τος την με­τα­τρέ­πει σε θε­ρα­παι­νί­δα της ε­κά­στο­τε ε­ξου­σίας (ού­τε η Ορθο­δο­ξία έ­χει την κα­τάλ­λη­λη πα­ρά­δο­ση ού­τε η εκ­κο­σμι­κευ­μέ­νη ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία ε­πι­τρέ­πει φο­ντα­με­ντα­λι­στι­κές φι­λο­δο­ξίες ή φα­ντα­σιώ­σεις). Η α­πο­τί­να­ξη της κρα­τι­κής κη­δε­μο­νίας –α­πο­τί­να­ξη η ο­ποία εί­ναι ρή­ξη με έ­να βα­θιά ρι­ζω­μέ­νο κομ­φορ­μι­σμό αιώ­νω­ν–εί­ναι προϋπό­θε­ση για να πά­ρουν ε­νερ­γό μέ­ρος οι Χρι­στια­νοί στο α­να­γκαίο εγ­χεί­ρη­μα α­να­γέν­νη­σης του λα­ού μας. Μπο­ρούν στα α­λή­θεια οι πι­στοί να α­ντι­με­τω­πί­ζουν τον πα­πά ό­πως α­ντι­με­τω­πί­ζουν έ­να δη­μο­τι­κό υ­πάλ­λη­λο, έ­ναν ε­φο­ρια­κό, έ­ναν α­στυ­νο­μι­κό ή έ­να δι­κα­στι­κό; Οι πι­στοί ας προ­βλη­μα­τι­στούν πά­νω στο ε­ρώ­τη­μα του Κίρ­κε­γκο­ρ: τι κά­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο κα­κό στον Χρι­στια­νι­σμό, χί­λιοι κρα­τι­κοί υ­πάλ­λη­λοι που τον διώ­κουν ή ε­κα­τό κρα­τι­κοί υ­πάλ­λη­λοι που τον δια­δί­δου­ν;
Ένα μέ­ρος της α­ρι­στε­ράς ζη­τά­ει τό­σο τη δια­κο­πή της κρα­τι­κής χρη­μα­το­δό­τη­σης της Εκκλη­σίας ό­σο και τη χω­ρίς α­πο­ζη­μίω­ση δή­μευ­ση της πε­ριου­σίας της. Με άλ­λα λό­για, θέ­λει να ε­πι­φέ­ρει έ­να κα­θο­ρι­στι­κό δι­πλό πλήγ­μα ε­να­ντίον της Εκκλη­σίας· στην πο­λι­τι­κή κοι­νω­νία ό­σο και στην ι­διω­τι­κή. Αυ­τός ο α­ντι­κλη­ρι­κα­λι­σμός και α­ντι­χρι­στια­νι­σμός, ό­μως, α­πλώς στο­χεύει στην ί­δρυ­ση μιας άλ­λης α­ντα­γω­νι­στι­κής πο­λι­τι­κής κρα­τι­κής θρη­σκείας, σαν αυ­τές που κα­τέρ­ρευ­σαν πριν δύο δε­κα­ε­τίες στην Ανα­το­λι­κή Ευ­ρώ­πη και αλ­λού.
Η κρα­τι­κή ε­ξου­σία έ­χει πά­ντα έ­ναν οιο­νεί θρη­σκευ­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα και αυ­τό εί­ναι ι­διαί­τε­ρα ο­ρα­τό στο ο­λο­κλη­ρω­τι­κό κρά­τος, που μο­νο­πω­λεί τους πο­λι­τι­στι­κούς θε­σμούς και τους ι­δε­ο­λο­γι­κούς μη­χα­νι­σμούς και το ο­ποίο με τον τρό­πο του εί­ναι έ­να θρη­σκευ­τι­κό κρά­τος. Γι’ αυ­τό, ό­πως πο­λύ σω­στά έ­λε­γε ο Π.Κον­δύ­λης, το ο­λο­κλη­ρω­τι­κό κρά­τος εί­ναι υ­πο­χρεω­τι­κά α­θεϊστι­κό (θρη­σκεία δε ση­μαί­νει ο­πωσ­δή­πο­τε πί­στη στο Θεό ή σε θε­ούς, ο Βου­δι­σμός εί­ναι α­θεϊστι­κός). Η βίαιη ε­ξά­λει­ψη των θρη­σκευ­τι­κών θε­σμών α­πό την κρα­τι­κή κα­τα­στο­λή α­ναι­ρεί τον κο­σμι­κό χα­ρα­κτή­ρα του κρά­τους, α­κρι­βώς για­τί το κρά­τος εί­ναι που α­να­λαμ­βά­νει πλέ­ον τις λει­τουρ­γίες αυ­τών των θε­σμών.

Θρη­σκευ­τι­κοί θε­σμοί και κο­σμι­κό κρά­τος

Υφί­στα­ται πά­ντα μια σχέ­ση α­νά­με­σα στους (δη­μό­σιους) θρη­σκευ­τι­κούς θε­σμούς και το πο­λι­τι­κό «κο­σμι­κό» κρά­τος· κρά­τος και θρη­σκευ­τι­κοί θε­σμοί α­πο­τε­λούν τους ό­ρους μιας σχέ­σης που δο­μεί το δη­μό­σιο χώ­ρο. Εί­πα­με προ­η­γου­μέ­νως ό­τι η θρη­σκεία α­πο­τε­λεί μέ­ρος του πο­λι­τι­σμού και του τρό­που ε­πι­κοι­νω­νίας πά­νω στον ο­ποίο στη­ρί­ζε­ται η πο­λι­τεία. Το κρά­τος δεν μπο­ρεί πο­τέ να α­πο­τε­λέ­σει α­πλώς έ­να ου­δέ­τε­ρο ερ­γα­λείο για την ε­πι­τή­ρη­ση των συμ­βο­λαίων που συ­νά­πτο­νται α­νά­με­σα στα ι­διω­τι­κά συμ­φέ­ρο­ντα, ό­πως θα ή­θε­λε η φι­λε­λεύ­θε­ρη ου­το­πία· δεν μπο­ρεί πο­τέ να εκ­κο­σμι­κευ­τεί πλή­ρως α­κό­μα ό­ταν τη θέ­ση του Θε­ού παίρ­νει ο Λό­γος, η Φύ­ση, το Έθνος, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο που στις νεω­τε­ρι­κές κοι­νω­νίες η πο­λι­τι­κή κοι­νό­τη­τα έρ­χε­ται να προ­σφέ­ρει στο θνη­τό ά­το­μο την υ­πό­σχε­ση της α­θα­να­σίας (δια της συ­νέ­χειας της πό­λης, του έ­θνους, του λα­ού), μια πα­ρη­γο­ριά που πα­λαιό­τε­ρα προ­σέ­φε­ραν οι θρη­σκείες. Πά­ντως, η α­ντί­λη­ψη που κυ­ριαρ­χεί σή­με­ρα ως προς τη σχέ­ση των θρη­σκευ­τι­κών και γε­νι­κό­τε­ρα των πο­λι­τι­σμι­κών θε­σμών με το κρά­τος, εί­ναι η φι­λε­λεύ­θε­ρη και ό­χι η κρα­τι­κι­στι­κή (εί­τε εμ­φα­νί­ζε­ται η τε­λευ­ταία με τη μορ­φή του ορ­θό­δο­ξου χρι­στια­νι­κού κρά­τους εί­τε μ’ ε­κεί­νη της α­ντι­χρι­στια­νι­κής πο­λι­τι­κής θρη­σκείας).
Και ποια θα ή­ταν η θέ­ση των θρη­σκευ­τι­κών θε­σμών στο δη­μό­σιο χώ­ρο των ε­λεύ­θε­ρων πο­λι­τειών, οι ο­ποίες θα ε­μπνέ­ο­νταν α­πό την αρ­χή της ά­με­σης δη­μο­κρα­τίας; Στα ε­πα­να­στα­τι­κά κι­νή­μα­τα των τε­λευ­ταίων αιώ­νων δια­τυ­πώ­θη­καν πολ­λές και δια­φο­ρε­τι­κές α­πό­ψεις για τη θρη­σκεία: α­πό τα φλο­γε­ρά λό­για του Τό­μας Μί­ντσερ «οι άν­θρω­ποι θα α­πε­λευ­θε­ρω­θούν και μό­νο ο Θεός θα εί­ναι κύ­ριός τους», μέ­χρι το σύν­θη­μα «ού­τε Θεός, ού­τε α­φέ­ντης» των α­ναρ­χι­κών. Σή­με­ρα, σχε­δόν έ­ναν αιώ­να με­τά τη συ­ντρι­πτι­κή κρι­τι­κή του Πά­νε­κουκ (αλ­λά και του Γκράμ­σι) ε­να­ντίον του λε­νι­νι­στι­κού υ­λι­σμού, μας αρ­κεί έ­νας ρη­χός α­ντι­θρη­σκευ­τι­κός λό­γος και μά­λι­στα α­πό τη σκο­πιά της «Επι­στή­μης», της πιο κα­τα­πιε­στι­κής και δια­δε­δο­μέ­νης μορ­φής ψευ­δούς συ­νεί­δη­σης; Σή­με­ρα πρέ­πει να α­νοί­ξου­με ξα­νά τη συ­ζή­τη­ση, λαμ­βά­νο­ντας υ­πό­ψη μας το γε­γο­νός ό­τι η προ­φη­τεία του Νί­τσε έ­χει εκ­πλη­ρω­θεί και πως στον ευ­ρω­παϊκό κό­σμο, του­λά­χι­στον, «ο Θεός εί­ναι νε­κρός»· γι’ αυ­τό μέ­σα στο μη­δε­νι­στι­κό χει­μώ­να στον ο­ποίο ζού­με πρέ­πει να διε­ρω­τη­θού­με αν α­πο­τε­λούν α­κό­μη μια ε­πα­να­στα­τι­κή στά­ση ο α­ντι­κλη­ρι­κα­λι­σμός και ο μα­χη­τι­κός α­θεϊσμός.

Σύγ­χρο­νες διε­θνείς ε­μπει­ρίες

Στη Λα­τι­νι­κή Αμε­ρι­κή οι Ζα­πα­τί­στας και το MST ή οι αυ­τόχ­θο­νες της Βο­λι­βίας, του Πε­ρού και του Ιση­με­ρι­νού, ρι­ζο­σπα­στι­κές ορ­γα­νώ­σεις στην υ­πο­σα­χά­ρια Αφρι­κή, οι Ινδοί α­γρό­τες του BKU και του KRRS που έ­παι­ξαν πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρό­λο στα κι­νή­μα­τα ε­να­ντίον της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης συ­νερ­γά­ζο­νται στε­νά με ρι­ζο­σπά­στες κλη­ρι­κούς ή ε­μπνέ­ο­νται α­πό τις οι­κείες τους θρη­σκευ­τι­κές πα­ρα­δό­σεις, στις ο­ποίες δί­νουν νέα α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κά πε­ριε­χό­με­να. Ο α­ντι­κλη­ρι­κα­λι­σμός δεν α­πο­τε­λεί μέ­ρος των κο­ρυ­φαίων στιγ­μών της ι­στο­ρίας της ελ­λη­νι­κής α­ρι­στε­ράς· εί­ναι έ­να σχε­τι­κά πρό­σφα­το δά­νειο α­πό τη Δυ­τι­κή Ευ­ρώ­πη και α­ντι­στοι­χεί σε ε­ντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κές ι­στο­ρι­κές ε­μπει­ρίες (θρη­σκευ­τι­κοί πό­λε­μοι, κυ­νή­γι των μα­γισ­σών, ο ρό­λος του κλή­ρου στη Γαλ­λι­κή Επα­νά­στα­ση και στον Ισπα­νι­κό εμ­φύ­λιο κ.τ.λ).
Σή­με­ρα η κάμ­ψη των κοι­νω­νι­κών α­ντι­στά­σεων και το έλ­λειμ­μα στη δη­μιουρ­γία δο­μών αλ­λη­λέγ­γυας και συ­νερ­γα­τι­κής οι­κο­νο­μίας δεν ε­ξη­γεί­ται με την αλ­λο­τριω­τι­κή ε­πιρ­ροή της θρη­σκείας, αλ­λά με την α­πο­σάρ­θρω­ση των κοι­νω­νι­κών δε­σμών, η ο­ποία κά­νει τους αν­θρώ­πους πα­θη­τι­κούς, πρό­θυ­μους να πά­ρουν στο κυ­νή­γι το πιο α­δύ­να­το και να ταυ­τι­στούν με τον εχ­θρό τους, με αυ­τό που πρέ­πει να φο­βού­νται. Και δεν πρέ­πει να α­γνοού­με τις φα­ντα­σια­κές-συμ­βο­λι­κές (δυ­νά­μει θρη­σκευ­τι­κές) δια­στά­σεις του εγ­χει­ρή­μα­τός μας να υ­φαν­θεί εκ νέ­ου ο κοι­νω­νι­κός ι­στός.

Συ­μπε­ρα­σμα­τι­κές ε­πι­ση­μάν­σεις

Στο ά­με­σο μέλ­λον οι σχέ­σεις μας με τους αν­θρώ­πους της Εκκλη­σίας μπο­ρούν να εί­ναι συ­γκρου­σια­κές, αλ­λά ε­πί­σης και σχέ­σεις συ­νερ­γα­σίας. Πο­λε­μι­κές με ό­σους α­π’ αυ­τούς συ­στρα­τεύο­νται με το να­ζι­σμό, συ­να­γω­νι­στι­κές με ό­σους μά­χο­νται ε­να­ντίον του. Επί­σης, με­τα­ξύ πολ­λών άλ­λων, εν­δει­κτι­κά ας ε­πι­ση­μά­νου­με ό­τι:
• Δεν μας αρ­κεί η Εκκλη­σία να πά­ψει να ε­μπο­δί­ζει την α­νέ­γερ­ση λα­τρευ­τι­κών χώ­ρων για τους μου­σουλ­μά­νους. Πρέ­πει να μπει μπρο­στά και να α­να­λά­βει ε­νερ­γό ρό­λο στην υ­πε­ρά­σπι­ση των δι­καιω­μά­των τους, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων και των θρη­σκευ­τι­κών. Έτσι θα έ­δι­νε το έ­ναυ­σμα για μια γό­νι­μη δια­δι­κα­σία συ­να­ντή­σεων και α­νταλ­λα­γών με τους μου­σουλ­μά­νους με­τα­νά­στες, οι ο­ποίες θα μπο­ρού­σαν να δώ­σουν πο­λύ εν­δια­φέ­ρου­σες πο­λι­τι­σμι­κές συν­θέ­σεις, τα στοι­χεία για έ­να νέο λαό α­πό ντό­πιους και με­τα­νά­στες.
• Το ζη­τού­με­νό μας δεν εί­ναι οι υ­πο­δο­μές της Εκκλη­σίας να πε­ρά­σουν στο κρά­τος (και α­πό ε­κεί στο ΤΑΙ­ΠΕΔ και τους δα­νει­στές), αλ­λά να τε­θούν στη διά­θε­ση δο­μών συ­νερ­γα­τι­κής και αλ­λη­λέγ­γυας οι­κο­νο­μίας με τη συ­ναί­νε­ση και τη συ­νερ­γα­σία των κα­τά τό­πους ιε­ρω­μέ­νων, στη βά­ση σχέ­σεων ε­μπι­στο­σύ­νης που θα οι­κο­δο­μη­θούν σε κά­θε γει­το­νιά μέ­σα α­πό την προ­σπά­θεια για τη λαϊκή αυ­τοορ­γά­νω­ση με σκο­πό την αλ­λη­λεγ­γύη και την αλ­λη­λο­βοή­θεια.


http://www.epohi.gr/portal/koinonia/13794-2013-03-11-03-33-49

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2013

Εκκλησία και Αριστερά έναντι του μεταναστευτικού ζητήματος. Από την ξενοφοβική και τη φιλανθρωπική στάση στην πρωτοβουλία της αλληλεγγύης για μια κοινωνία της ανθρωπιάς



Η ομιλία του επίκουρου καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ Στυλιανού Χ. Τσομπανίδη στο συνέδριο Εκκλησία και Αριστερά
Στις αρχές της δεκαετίας του ΄80 ο αείμνηστος καθηγητής Σάββας Αγουρίδης, προσπαθώντας να συμβάλει στη σύνταξη ενός μίνι πλάνου, από τη θεολογική πλευρά, στο διάλογο Χριστιανισμού – Μαρξισμού της εποχής, πρότεινε την υπέρβαση εκείνης της θεολογικής αντίληψης που βλέπει την αμαρτία σαν μια κακή ατομική μόνο εκδήλωση, σαν μια κακή επιλογή της βούλησής μας, και αδυνατεί να συλλάβει τη «συλλογική» οργάνωση του κακού, του εγωιστικού συμφέροντος, δηλαδή της δομικής, οργανωμένης μορφής του εγωισμού, της πλεονεξίας, της δομικής μορφής της αδικίας. Υποστήριζε, σχετικά, ότι μόνο μια τέτοια θεώρηση μπορεί να προσεγγίσει αποτελεσματικά τα μεγάλα σημερινά παγκόσμια προβλήματα.
Η παραπάνω οπτική έχει μεγάλη σημασία για τη θεολογική προσέγγιση του καυτού θέματος της μετανάστευσης.
Παραπέμπει σε μια θεολογία που επαναπροσδιορίζεται ενώπιον των τεράστιων κοινωνικών αλλαγών, που δεν είναι αφηρημένη, ούτε χάνει το παρόν, αλλά αναφέρεται στην ανθρώπινη ύπαρξη, ασχολείται με τις κοινωνικές σχέσεις, προσπαθεί να υπηρετεί τον άνθρωπο απέναντι στις δυνάμεις που τον υποβαθμίζουν, τον υποτάσσουν και τον περιθωριοποιούν· αναζητεί να δημιουργήσει νέο παράδειγμα και προωθεί δράσεις αντίθετες προς τις κυρίαρχες. Η θεολογία αυτή είναι συγκεκριμένη, όπως και το Ευαγγέλιο είναι συγκεκριμένο. Γι’ αυτό και μπορεί να δει το πρόβλημα όπως είναι, δηλαδή ως πολιτικό και κοινωνικό και γι’ αυτό πνευματικό (όπως θα γίνει σαφές παρακάτω), και όχι ως ατομικό ή πολιτισμικό. Είναι θέμα δομικής αδικίας.
Υπό αυτό το πρίσμα προϋποτίθεται οπωσδήποτε η σαφής γνώση των αιτίων που δημιουργούν και γιγαντώνουν τα μεταναστευτικά ρεύματα σήμερα και η ανάληψη πρωτοβουλιών για την εξάλειψή τους, ώστε να μη θεωρούνται τα θύματα και οι συνέπειες του κοινωνικού κακού ως αυτονόητα και φυσιολογικά στοιχεία της κοινωνίας.
Το φαινόμενο της (νέας) μετανάστευσης συνδέεται άμεσα με την πορεία και εξέλιξη της παγκοσμιοποίησης, ιδιαίτερα της οικονομικής, με τη μορφή της αντίθετης στις χριστιανικές αρχές νεοφιλελεύθερης οικονομίας της αγοράς, που θέτει «τα κέρδη πάνω από τον άνθρωπο και το περιβάλλον». Στα όρια μιας σύντομης εισήγησης δεν μπορεί να γίνει εκτενής αναφορά στο πνεύμα, τη λογική και τα κύρια χαρακτηριστικά της  οικονομίας της αγοράς. Πρέπει, όμως, να επισημανθεί ότι η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, ενώ ευαγγελίσθηκε την κατάργηση των συνόρων, υψώνει «φράχτες» και σύνορα ανάμεσα σε κράτη, λαούς και κοινότητες, θρυμματίζει την κοινωνική συνοχή, δημιουργεί στρατιές ανέργων, κατεδαφίζει το κράτος πρόνοιας, κατασπαταλά τις πρώτες ύλες και εξαντλεί τους φυσικούς πόρους των φτωχών χωρών και των ιθαγενών προς όφελος των αναπτυγμένων χωρών, προκαλώντας μαζικές μεταναστεύσεις και πολέμους.
Εάν τα γενεσιουργά αίτια του μεταναστευτικού δεν αναζητηθούν στο παγκόσμιο κυρίαρχο σύστημα, εάν λείπει η αίσθηση ότι ανήκουμε σε μια ενιαία κοινωνία και ταυτόχρονα αφεθούμε ως κοινωνία να αντιμετωπίσουμε την έλευση των μεταναστών, με δυσπιστία, φόβο και εχθρότητα, τότε το κενό θα το γεμίσει ο λαϊκισμός, με αιχμή μια εθνικιστική ιδεολογία που στηρίζεται στον αποκλεισμό, την ξενοφοβία και μια φαντασιακή ομοιογένεια. Τότε το κακό θα αναζητηθεί  στους μετανάστες και όχι στη ρίζα του.
Στην περίπτωση αυτή ακούγεται το σύνθημα «οι μετανάστες δημιουργούν και προκαλούν προβλήματα», άρα «είναι (το) πρόβλημα» (ξενοφοβική προσέγγιση). Σε αυτό αντιπαραβάλλεται η άποψη ότι «οι μετανάστες έχουν προβλήματα» (φιλελεύθερη, συμπονετική προσέγγιση). Δημιουργείται δηλαδή ένα απλουστευτικό και διπολικό,  διαχειριστικής λογικής, σχήμα με επίκεντρο την αντίληψη της μετανάστευσης ωςπροβλήματος.
 Με άλλα λόγια λειτουργεί ένα καθεστώς που θεωρεί τους μετανάστες ως αντικείμενο εγκληματοποίησης και δαιμονοποίησης ή ρατσιστικής εκμετάλλευσης από τη μια και αντικείμενο συμπόνιας και φιλανθρωπίας, από την άλλη.
Όπως είχε παρατηρηθεί πριν από χρόνια από τον Αθ. Μαρβάκη και επιβεβαιώνεται από τη σημερινή ζοφερή πραγματικότητα, η ελληνική κοινωνία στην περίπτωση της αντιμετώπισης των μεταναστών «εξασκείται» (με τη διπλή έννοια: «εξασκεί το επάγγελμα», και «κάνει ασκήσεις» προκειμένου να …) και  εθίζεται σε επικίνδυνες πολιτικές και πρακτικές, οι οποίες υποσκάπτουν βασικά συστατικά του δημοκρατικού πολιτεύματος (κράτος δικαίου, κράτος πρόνοιας κ.λπ.). Ως ένα χαρακτηριστικό του ελληνικού καθεστώτος μετανάστευσης διαφαίνεται η χρήση των μεταναστών ως «συλλογικό πειραματόζωο» (testing group) για την επιβολή, από τη μια, νέων μορφών και συνθηκών διαβίωσης, και για τη μέτρηση, από την άλλη, της κοινωνικής αντίστασης.
Η συνειδητοποίηση των παραπάνω πραγματικοτήτων και λειτουργιών εκ μέρους της θεολογίας και της Εκκλησίας είναι επείγουσα ανάγκη, γιατί θα βοηθούσε τα μέγιστα στη σωστή αποτίμηση του παρόντος, στο κοινωνικό και διακονικό έργο, αλλά και στην εν γένει παρουσία τους στον κόσμο με τον οποίο επιζητούν να διαλεχθούν.
Σε σχέση με το δίπολο που αναφέραμε παραπάνω, θα είχε πραγματικό ενδιαφέρον να δούμε ποια πλευρά εκφράζει την Εκκλησία και τη θεολογία της. Η ξενοφοβική ή η συμπονετική, φιλανθρωπική; Αυτές περιορίζονται στην παραδοσιακή ελεημοσύνη ή επεκτείνονται και στα ζητήματα των δικαιωμάτων του ξένου και στην προσπάθεια για την κατάργηση αυτών των αιτίων που οδηγούν τους αποδέκτες της «φιλανθρωπίας» στο να την έχουν ανάγκη και να τη θεωρούν μάλιστα και φυσιολογική;
«Ακροβατώντας» ανάμεσα στην οικουμενικότητα και την εθνοκεντρικότητα, η Εκκλησία ως θεσμός φαίνεται να αντιμετωπίζει με αμφιθυμία τη νέα διαμορφούμενη πραγματικότητα, όπως εκφράζεται από το μεταναστευτικό ζήτημα. Έχοντας επί μακρόν συνδεθεί με την ελληνική εθνική ταυτότητα, υποχρεώνεται από την παγκοσμιοποίηση και τη μετανάστευση πλέον να αντιμετωπίσει μια νέα μεταβατική κατάσταση που οδηγεί από την εθνο-πολιτιστική ομοιομορφία σε μια de facto πολυεθνική, πολυγλωσσική, πολυθρησκευτική και πολυπολιτισμική κατάσταση.
Στο σκηνικό αυτό, διαμορφώνονται πλέον τρεις στάσεις.
Στάση 1η. Μέσα σε αυτή την επώδυνη μεταβατική κατάσταση έρχονται δυναμικά στο προσκήνιο ακραίες φοβικές αντιδράσεις, οι οποίες ακολουθώντας μια ουσιοκρατικού τύπου ανάγνωση και ερμηνεία της ελληνικής ταυτότητας θεωρούν πως αυτή θα είναι πάντα ελληνοχριστιανική και θα αντιπροσωπεύει τον ακατάλυτο δεσμό Ορθοδοξίας και Ελληνισμού. Σύμφωνα με αυτή τη στάση «οι μετανάστες είναι (το) πρόβλημα» και γίνεται λόγος για «λαίλαπα της μεταναστεύσεως», κίνδυνο του αποχριστιανισμού και απώλειας της ταυτότητας, ότι «Έλληνας γεννιέται κανείς και δεν γίνεται», «είμαστε πρόσφυγες στην ίδια μας τη χώρα», και άλλα. Αυτή η στάση έρχεται σε αντίφαση με την οικουμενικότητα του ευαγγελικού λόγου και με το εκκλησιαστικό ήθος και του αφαιρεί την κοινωνική διάσταση, δίνοντας απόλυτη προτεραιότητα σε κριτήρια που στα μάτια του Χριστού ήταν ήσσονος σημασίας ή εμπόδιζαν και αλλοίωναν την έλευση και το περιεχόμενο της Βασιλείας του Θεού. Στρέφεται σε μια φαντασιακή αποχή από την κοινωνική πραγματικότητα και υποστηρίζει ότι οι χριστιανοί και η Εκκλησία δεν πρέπει να ασχολούνται με πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, παραβλέποντας ότι αυτή η ίδια η απόσταση είναι πολιτικό γεγονός επιθυμητό από ορισμένους ισχυρούς πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες. Όταν «πολιτεύεται» φανερά, τότε συντάσσεται υπέρ του ενός άκρου του πολιτικού φάσματος.
Στάση 2η. Σε ένα άλλο επίπεδο, υπάρχουν Μητροπόλεις και ενορίες που οργανώνουν κοινωνικά δίκτυα βοήθειας και υποστήριξης των μεταναστών. Η υποστήριξη μπορεί να ποικίλει, από την προσφορά τροφής, ενδυμάτων, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, νομικής συνδρομής, εκπαίδευσης μέχρι και ενός μηνιαίου αντιμισθώματος για να μετριαστούν οι πρώτες αντιδράσεις δυσπιστίας των Ελλήνων ιδιοκτητών. Αυτή η στάση εκφράζει την άποψη «οι μετανάστες έχουν προβλήματα», κινείται σε μικρο-κοινωνικό και μικρο-διακονικό θεραπευτικό (και όχι μακρο-διακονικό προληπτικό) επίπεδο. Ασκεί μια φιλανθρωπία του ελέους, αναντίρρητα αναγκαία, χωρίς όμως τη «συλλογική» οπτική γωνία του χριστιανισμού, που αναφέραμε στην αρχή. Περιορίζεται – αν δεν λείπει εντελώς – με άλλα λόγια, ο προφητικός κριτικός κοινωνικός λόγος και η ανάλογη δράση. Ο κίνδυνος εδώ είναι να λειτουργήσει η ελεημοσύνη ως άλλοθι συνειδήσεων και να συμβάλει στη διαιώνιση εκείνης της τάξης πραγμάτων που είναι υπεύθυνη για τη δημιουργία των πηγών κοινωνικής δυστυχίας.
Βεβαίως, δεν μπορεί κανείς να μην επικροτήσει το έργο και την προσφορά ιδίως τα τελευταία χρόνια των ειδικών Υπηρεσιών και Επιτροπών της Ιεράς Συνόδου - Κέντρο Συμπαραστάσεως Παλιννοστούντων Μεταναστών (1978), Οικουμενικό Πρόγραμμα Προσφύγων (1994, ως διάδοχος κατάσταση της Υπηρεσίας Προσφύγων του ΠΣΕ από το 1949) Ειδική Συνοδική Επιτροπή Μεταναστών, Προσφύγων και Παλιννοστούντων(2006) - που συμμετέχουν στα Οικουμενικά και Ευρωπαϊκά διεκκλησιαστικά φόρα και προσεγγίζουν με διάφορους τρόπους, και με κριτική ανάλυση, το ζήτημα της μετανάστευσης προς την κατεύθυνση μιας πιο οργανωμένης και συστηματικής αντιμετώπισής του. Η δραστηριότητα και τα προγράμματα των παραπάνω επιτροπών τα τελευταία χρόνια υπερβαίνουν τη «φιλανθρωπική» στάση και παίρνουν τα χαρακτηριστικά της επόμενης, της τρίτης στάσης.
Στάση 3η. Στους αντίποδες της πρώτης στάσης και αντιμετωπίζοντας κριτικά τη δεύτερη, έχει αναδυθεί ένας θεολογικός λόγος, ο οποίος επιδιώκει την υπέρβαση από τη φιλανθρωπία του ελέους προς την ολοκληρωτική πρόσληψη του άλλου και την ετοιμότητα για αλληλεγγύη (στα ζητήματα των δικαιωμάτων του ξένου, της ισότιμης μεταχείρισης και της απόδοσης δικαιοσύνης με ισονομία). Απώτερος σκοπός είναι η κοινωνική δικαιοσύνη και η μείωση εκείνων των κοινωνικών σχέσεων και συνθηκών, οι οποίες βοηθούν τους μεν να φαντασιώνουν τον εαυτό τους ως ισχυρούς «παροχείς» και υποβιβάζουν τους δε σε «ικέτες». Αυτή η στάση δεν εκφράζεται με την άποψη «οι μετανάστες έχουν προβλήματα», αλλά «έχουμε κοινά προβλήματα». Δεν λέει, όπως υπογραμμίζει με γλαφυρό τρόπο ο Χ. Σταμούλης,  «δος τω ξένω» αλλά «δος μοι τούτον τον ξένον» (κατά το Δοξαστικό του Όρθρου του Μ. Σαββάτου).
Εδώ προτάσσεται το χριστολογικό κριτήριο έναντι κάθε άλλου εθνικού, πολιτισμικού ή ταυτοτικού κριτηρίου, υποστηρίζοντας ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να είναι ανακόλουθη με το κήρυγμα και την πράξη του Χριστού – ο οποίος γεννήθηκε ως ξένος και μεγάλωσε ως μετανάστης και ως φυγάς – και να επιλέγει με τη σιωπή της ή με φοβικές αντιδράσεις της το στρατόπεδο των ισχυρών και όχι των αδυνάτων, των θυτών και όχι των θυμάτων. Επισημαίνεται πως για τον Χριστό δεν υπάρχουν όρια φυλετικά, εθνικά, θρησκευτικά στην έννοια του πλησίον, αλλά ότι όλοι οι άνθρωποι είναι παιδιά του ίδιου Πατέρα, καθώς πλησίον, σύμφωνα και με την παραβολή του Καλού Σαμαρείτη, δεν είναι ο συμπατριώτης ή ο ομόθρησκος, αλλά ο κάθε άνθρωπος που έχει ανάγκη την αγάπη και την αλληλεγγύη μας. Και για να είμαστε πιο ακριβείς, σύμφωνα με την παραβολή, κάθε άνθρωπος μέσω της αλληλεγγύης «γίνεται πλησίον» του οποιουδήποτε ανθρώπου, πάνω και πέρα από κάθε διάκριση, ιδιαίτερα σε κρίσιμες στιγμές.
Πρόκειται για μια θεολογική  πρόταση που δεν αντιπροσωπεύει μια θολωμένη από ηθικιστικές κανονικότητες αγάπη του πλησίον ούτε είναι «αθώα» γενικόλογη ή αόριστη, ουδέτερη και αδέσμευτη, αλλά τουναντίον τοποθετείται. Παίρνει το μέρος των φτωχών, των ξένων, των κατατρεγμένων, των αδυνάτων (ανέργων, κοινωνικά αποκλεισμένων), ώστε στο πρόσωπό τους να εικονίζεται ο ίδιος ο Χριστός. Στην περιγραφή της Τελικής Κρίσης ο Χριστός δεν ίσταται απλώς δίπλα στον πάσχοντα ξένο, αλλά γίνεται ο ίδιος ξένος. Λέγοντας ότι, όποτε περιθάλψουμε τον άσημο ξένο, περιθάλπουμε τον ίδιο, ο Χριστός δίνει το δικό του όνομα σε εκείνον που η κοινωνία τον αφήνει ανώνυμο. Είναι η κατεξοχήν μετάβαση στη θέση του άλλου, όχι απλώς η υποδοχή του ξένου ο οποίος έρχεται προς εμάς, αλλά και η μετάβασή μας στη ζωή του. Πρόκειται για την πρωτοβουλία της αλληλεγγύης, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Θ. Παπαθανασίου.
Η ετοιμότητα για αλληλεγγύη σχετίζεται με την «εμπαθητική» ικανότητα όχι απλώς να λυπάσαι τον άλλον, αλλά να κάνεις στοιχείο της δικής σου ζωής τη δική του εμπειρία. Η «εμπαθητική» ικανότητα ή αλλιώς ενσυναίσθηση, «empathy», βασίζεται στον χρυσό κανόνα: «Όλα όσα θέλετε να σας κάνουν οι άλλοι άνθρωποι, αυτά να τους κάνετε κι εσείς· σ’ αυτό συνοψίζονται ο νόμος και οι προφήτες» (Μτ. 7,12).
H βιβλική κατανόηση της φιλο-ξενίας επεκτείνεται πολύ πιο πέρα από τη συνηθισμένη αντίληψη της προσφοράς βοήθειας και της γενναιοδωρίας απέναντι στους άλλους. Η Βίβλος μιλά για τη φιλοξενία πρωτίστως ως ένα ριζικό άνοιγμα προς τους άλλους, βασισμένο στη βεβαιότητα της αξίας όλων των ανθρώπων ως αμοιβαία ανοιχτοσύνη που υπερβαίνει τη διάκριση μεταξύ φιλοξενούντος (οικοδεσπότη)  και φιλοξενούμενου. Γι’ αυτό ο απ. Παύλος προτρέπει:  «Μην ξεχνάτε τη φιλοξενία, γιατί μ’ αυτήν μερικοί, χωρίς να το ξέρουν, φιλοξένησαν αγγέλους. Να θυμάστε τους φυλακισμένους, σαν να είστε κι εσείς φυλακισμένοι μαζί τους, και όσους υποφέρουν, γιατί κι εσείς μπορείτε να βρεθείτε στη θέση τους» (Εβρ. 13,2-3). Εξάλλου, στην Παύλεια Θεολογία τονίζεται ο ενιαίος χαρακτήρας του ανθρώπινου γένους («Εποίησεν τε εξ ενός αίματος παν γένος ανθρώπων κατοικείν επι παν το πρόσωπον της γης». Πράξ 17,26).
Σύμφωνα με αυτήν, λοιπόν, ο τραυματισμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας εξαιτίας διακρίσεων και καταπίεσης δεν είναι πρόβλημα μόνο αυτών που τον βιώνουν αλλά όλων όσοι θέλουν να είναι άνθρωποι. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Γ. Τσιάκαλος, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια αποτελεί ένα αγαθό που ανήκει εξ αδιαιρέτου σε όλους τους ανθρώπους, γιατί ο άνθρωπος δεν είναι ένα απλό βιολογικό ον, αλλά κλείνει  μέσα του ολόκληρη την ανθρωπότητα ως κοινωνία και ως πολιτισμό (οι πατέρες, όπως ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, τον ονομάζουν «μικρόκοσμο»). Επομένως η προσβολή οποιουδήποτε ανθρώπου σημαίνει προσβολή ολόκληρης της ανθρωπότητας, και άρα σημαίνει προσβολή του καθένα μας και της καθεμιάς μας ξεχωριστά.
Αντίστοιχα, μπορούμε να πούμε πως σήμερα η φιλο-ξενία είναι ουσιαστικά θέμα δικαιοσύνης και έχει πολιτικές διαστάσεις. Και καθώς μία άλλη κεντρική βιβλική αντίληψη είναι ότι ο Θεός παρέδωσε τη Γη και την εμπιστεύθηκε σε όλους τους ανθρώπους, αυτοί οφείλουν να διαχειρίζονται και να  φροντίζουν από κοινού τον οίκο τους και να μοιράζονται με όλους τους συνανθρώπους τους τα αγαθά του (οικουμένη – οικονομία – οικολογία).
Συνεπώς, στο πρόσωπο των ανθρώπων που ζητούν ως πρόσφυγες ή μετανάστες προστασία και δυνατότητα αξιοπρεπούς διαβίωσης στη χώρα μας, συναντούμε τα άλυτα μεγάλα προβλήματα της μιας και ενιαίας ανθρωπότητας. Είναι τα δικά μας προβλήματα, που δεν έχουμε το δικαίωμα να αποποιηθούμε προφασιζόμενοι ότι αφορούν άλλες χώρες και άλλους ανθρώπους, – «ξένους».
Εξάλλου, πολλά από τα προβλήματα που εξαναγκάζουν τους ανθρώπους στην προσφυγιά και τη μετανάστευση, ιδιαίτερα από τις χώρες του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου, είναι προϊόντα της παρελθούσας αποικιοκρατίας και σε μεγάλο βαθμό και της αδικίας που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα με τη μορφή της νεο-αποικιοκρατίας. Με την έννοια αυτή, η αποδοχή των προσφύγων στη χώρα μας είναι ένα είδος αποκατάστασης της αδικίας και συμβάλλει στη συμφιλίωση μεταξύ των ανθρώπων (το θέμα αυτό έχει τεθεί εδώ και χρόνια στην Οικουμενική Κίνηση).
Πάντως πρέπει να σημειωθεί ότι η τρίτη στάση δεν συνιστά αλλαγή πορείας αλλά αξιοποίηση ή δημιουργική συνέχεια της καθολικότητας και οικουμενικότητας που χαρακτηρίζει ξεκάθαρα τη χριστιανική παράδοση. Το πρόβλημα είναι όμως ότι η πρακτική πολλών χριστιανών, συμπεριλαμβανομένων και μελών της Ιεραρχίας της Εκκλησίας, δεν είναι στον ίδιο βαθμό ξεκάθαρη, παρά τις σαφείς, επίσημες και ομόφωνες πανορθόδοξες αποφάσεις. Η Ορθόδοξη θεολογία και η Εκκλησία στον τόπο μας, διακατεχόμενες από εθνικές και κοινωνικές βεβαιότητες, από την ασφάλεια της εθνικής κληρονομιάς και την αυτάρκεια του πολιτισμού μας, δεν μπόρεσαν να ασκήσουν σε τοπικό και σε περιφερειακό επίπεδο το κριτικό-προφητικό τους λειτούργημα, στο βαθμό που το έκαναν σε παγκόσμιο χριστιανικό επίπεδο (και) εξαιτίας της συμμετοχής τους στην Οικουμενική Κίνηση.
Αξίζει να αναφερθεί εδώ η επισήμανση της Γ΄ Προσυνοδικής Πανορθόδοξης Διάσκεψης στο Chambésy (1986), η οποία συνοψίζει τη θεολογική διδασκαλία της Εκκλησίας για τα θέματα που μας απασχολούν, ότι η φτώχεια, η πείνα, η οδύνη, η άδικη και συχνά εγκληματική κατανομή και διαχείριση των υλικών αγαθών, που παρατηρείται σε πολλά μέρη του κόσμου και αποτελούν τις κύριες αιτίες μετανάστευσης «όχι μόνο απειλούν το θείο δώρο της ζωής ολόκληρων λαών…, αλλά και συντρίβουν ολοκληρωτικά το μεγαλείο και την ιερότητα του ανθρώπινου προσώπου… Προσβάλλουν όχι μόνο την εικόνα του Θεού στο κάθε ανθρώπινο πρόσωπο, αλλά και τον ίδιο τον Θεό, ο οποίος σαφώς ταυτίζει τον εαυτό του με τον [ξένο], τον πεινασμένο και φτωχό άνθρωπο (Μτ 25,40)…». Γι’ αυτό οποιαδήποτε «αδράνεια και αδιαφορία του κάθε χριστιανού και της Εκκλησίας γενικότερα μπροστά στο τρομακτικό σύγχρονο φαινόμενο της πείνας ολόκληρων λαών, θα ταυτιζόταν με προδοσία του Χριστού και με απουσία ζωντανής πίστης. Γιατί, η μέριμνα για τη δική μας τροφή είναι συχνά θέμα υλικό, η μέριμνα για την τροφή του συνανθρώπου μας είναι θέμα και πνευματικό (Ιακ 2,14-18)… Η πίστη στο Χριστό χωρίς διακονική αποστολή χάνει τη σημασία της… Κάθε άλλη προσπάθεια να δούμε το Χριστό ως πραγματική παρουσία, χωρίς υπαρξιακή σχέση με αυτόν, ο οποίος χρειάζεται βοήθεια, δεν  είναι τίποτα άλλο από απλή θεωρία…». Στο ίδιο πανορθόδοξο κείμενο δηλώνεται σε σχέση με τις φυλετικές και λοιπές διακρίσεις: «Η Ορθοδοξία καταδικάζει χωρίς επιφύλαξη το απάνθρωπο σύστημα των φυλετικών διακρίσεων και την ιερόσυλη διακήρυξη για δήθεν συμφωνία του με τα χριστιανικά ιδεώδη… Η Ορθοδοξία ομολογεί ότι κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτως χρώματος, θρησκείας, φυλής, εθνικότητας, γλώσσας, είναι φορέας της εικόνας του Θεού, αδελφός ή αδελφή μας, ισότιμο μέλος της ανθρώπινης οικογένειας».
Στην ίδια ακριβώς γραμμή, ακούγονται φωνές θεολόγων και κληρικών, οι οποίοι ζητούν από τη διοικούσα Εκκλησία στην Ελλάδα να σταματήσει να συντηρεί θρησκευτικότητες βάναυσα αντίθετες προς το ευαγγέλιο και να πάρει σαφή θέση καταδικάζοντας το ρατσισμό και τη μισαλλοδοξία, γιατί βρίσκονται  στον αντίποδα του Χριστιανισμού (status confessionis=ζήτημα ομολογίας της πίστης). Είναι η ίδια πεποίθηση, η οποία σχετικά με τους συμβιβασμούς και τις υποχωρήσεις της Εκκλησίας στις σχέσεις της με τους ισχυρούς, πιστεύει «πως είναι προτιμότερο αυτή να κλείσει, αν χρειαστεί, τα ιδρύματα και τα φιλόπτωχα ταμεία της, παρά το στόμα της» (Αλ. Παπαδερός).
Είναι μία οπτική, η οποία επισημαίνοντας ότι ο Θεός της Βίβλου, ο Θεός που σαρκώθηκε, είναι ο Θεός της αγάπης, της αλληλεγγύης και της ανθρώπινης απελευθέρωσης, μπορεί να συναντηθεί με την κριτική θεωρία που απορρίπτει  την ειδωλολατρία των «θεών του ουρανού και της γης» εν ονόματι των οποίων «ο άνθρωπος ταπεινώνεται, υποδουλώνεται, εγκαταλείπεται, περιφρονείται» (K. Marx).
Καταλήγοντας, αυτό που έχει σημασία να υπογραμμιστεί είναι ότι ακόμη και αν υπάρχουν διαφορετικές θεμελιώσεις και κοσμοθεωρητικές αφετηρίες, αυτό που μπορεί να βοηθήσει σε ευρύτερες συμφωνίες είναι η αποδοχή κοινών κριτηρίων και αξιών. Η προσήλωση στο αγαθό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και στο στόχο «της ανατροπής όλων των σχέσεων που κάνουν τον άνθρωπο ένα ον ταπεινωμένο, υποδουλωμένο, εγκαταλειμμένο, περιφρονημένο» είναι πιο σημαντική από την κοσμοθεωρητική θεμελίωση με βάση την οποία οδηγούνται οι άνθρωποι στη στάση τους αυτή.
Η προσήλωση στο μείζον, η καλλιέργεια της προσδοκίας για καταπολέμηση του κακού στη ρίζα του δεν μπορεί βεβαίως να οδηγεί στην απόρριψη του «φιλανθρωπικού» έργου και των πρακτικών πρωτοβουλιών που πράγματι συμβάλλουν στην ανακούφιση των μεταναστών, στην άμβλυνση του πόνου τους, βελτιώνουν τις συνθήκες διαβίωσής τους, σώζουν ακόμη και ζωές.
Ωστόσο το πρόβλημα θα αντιμετωπίζεται μερικώς και θα διαιωνίζεται εάν δεν αποκαλύπτονται οι αιτίες που δημιουργούν τις συνθήκες που οδηγούν στη μετανάστευση και ταυτόχρονα δεν γίνεται προσπάθεια για την κατάργηση αυτών των αιτίων που οδηγούν τους αποδέκτες της «φιλανθρωπίας» στο να την έχουν ανάγκη και να τη θεωρούν μάλιστα και φυσιολογική.
Εν τέλει χρειάζεται να ακολουθηθεί η «δίκοπη πολιτική» που έχει περιγράψει ο ιστορικός και κοινωνιολόγος Immanuel Wallerstein και ταιριάζει με την εσχατολογική οπτική της Εκκλησίας και της θεολογίας: «Από τη μια μεριά, πάντα να παλεύουμε για το μικρότερο κακό – βραχυπρόθεσμα, εντελώς βραχυπρόθεσμα, γιατί ο κόσμος ζει πάντοτε στο σήμερα… Και πάντοτε υπάρχει το μικρότερο κακό. Πρέπει όμως συνάμα να κρατούμε το βλέμμα καρφωμένο στο μεγάλο παιχνίδι – τι λογής κόσμο θέλουμε να φτιάξουμε».
Επιλογή βιβλιογραφίας
Αγουρίδης, Σ., Οράματα και Πράγματα, εκδ. Άρτος Ζωής, Αθήνα 1991.
Duchrow, U, «Η πνευματικότητα των κοινωνικών συμπράξεων: Για την απελευθέρωση της νεωτερικότητας από τον ολέθριο εργαλειακό ατομισμό», στο Βιβλική Θεολογία της απελευθέρωσης, πατερική θεολογία και αμφισημίες της νεωτερικότητας, Π. Καλαϊτζίδης (επ.), εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2012, 221-256.
Καλαϊτζίδης, Π., Ορθοδοξία και Ελληνισμός στη σύγχρονη Ελλάδα. Περιπέτειες και διαδρομές μιας αμφιλεγόμενης σχέσης, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2012.
Μαρβάκης, Αθ., «Κοινωνική ένταξη ή κοινωνικό απαρτχάιντ», στο Μ. Παύλου, Δ. Χριστόπουλος (επ.), Η Ελλάδα της μετανάστευσης. Κοινωνική συμμετοχή, δικαιώματα και ιδιότητα του πολίτη, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2004, 88-120.
Παπαγεωργίου, Ν., Θρησκεία και Μετανάστευση. Η κοινότητα των Σιχ στην Ελλάδα,εκδ. Κορνηλία Σφακιανάκη, Θεσσαλονίκη 2011. 
Παπαθανασίου, Θ., «Ο ξένος που δέχομαι, ο ξένος που γίνομαι», στο περιοδικόΠλανόδιον 48, Ιούνιος 2010 (πλήρες κείμενο και στο ιστολόγιο του Ανδρέα Αργυρόπουλου Θεολογία Μεσοπέλαγα).
Παπαθανασίου, Θ., «Φίλοι της Αριστεράς, μην κατεβάζετε τον σκούφο πάνω στα μάτια!», εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς», Σάββατο 20-10-2012, σ. 22.
Παπαντωνίου, Αν., «Πρόσφυγες και μετανάστες στην Ελλάδα. Όψεις εκκλησιαστικής διακονίας σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία», www.ecclesia.gr/greek/…/metanastes/papantoniou_052010.pdf.
Πέτρου. Ι, Πολυπολιτισμικότητα και θρησκευτική ελευθερία, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη22005.
Σταμούλης, Χ.,  Ώσπερ ξένος και αλήτης ή Σάρκωση: η μετανάστευση της αγάπης. Προλογίζει ο Μητροπολίτης Νιγηρίας Αλέξανδρος, (Σειρά: Προσεγγίσεις στο αυτονόητο), εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2010. 
Τσιάκαλος, Γ., «Ανθρώπινη αξιοπρέπεια, κοινωνικός αποκλεισμός και εκπαίδευση στην Ευρώπη», στο Ανθρώπινη αξιοπρέπεια και κοινωνικός αποκλεισμός. Εκπαιδευτική πολιτική στην Ευρώπη, Ελένη Σπανού (επ.), εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999, 49-68.
Τσιάκαλος, Γ., Οδηγός Αντιρατσιστικής Εκπαίδευσης, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000.
Wallerstein, Imm., Για να καταλάβουμε τον κόσμο μας. Εισαγωγή στη Ανάλυση των Κοσμοσυστημάτων, (επιμέλεια – μετάφραση – επίμετρο Σπ. Μαρκέτος), εκδ. θύραθεν, Αθήνα 2009.

http://blogs.auth.gr/moschosg
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...