"Η Εκκλησία δεν είναι μια κλειστή εταιρεία σεσωσμένων, που απολαμβάνουν, αποκλειστικά αυτοί, τα δώρα του Θεού και διεκδικούν να εξασφαλίσουν ανέσεις, προνόμια και κοσμική εξουσία." Αναστάσιος Αλβανίας
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΝΑΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΝΑΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014
Πέμπτη 14 Αυγούστου 2014
Άνεμος της Παναγίας – του Οδυσσέα Ελύτη
Σε μια παλάμη θάλασσας γεύτηκες τα πικρά χαλίκια
Δύο η ώρα το πρωί περιδιαβάζοντας τον έρημο Αύγουστο
Είδες το φως του φεγγαριού να περπατεί μαζί σου
Βήμα χαμένο. Ή αν δεν ήτανε η καρδιά στη θέση της
Ήταν η θύμηση της γης με την ωραία γυναίκα
Η ευχή που λαχτάρησε μέσ’ απ’ τους κόρφους του βασιλικού
Να τη φυσήξει ο άνεμος της Παναγίας!
Ώρα της νύχτας! Κι ο βοριάς πλημμυρισμένος δάκρυα
Μόλις ερίγησε η καρδιά στο σφίξιμο της γης
Γυμνή κάτω από τους αστερισμούς των σιωπηλών της δέντρων
Μόλις ερίγησε η καρδιά στο σφίξιμο της γης
Γυμνή κάτω από τους αστερισμούς των σιωπηλών της δέντρων
Γεύτηκες τα πικρά χαλίκια στους βυθούς του ονείρου
Την ώρα που τα σύννεφα λύσανε τα πανιά
Και δίχως ήμαρτον κανέν’ από την αμαρτία χαράχτηκε
Στα πρώτα σπλάχνα του ο καιρός. Μπορείς να δεις ακόμη
Πριν από την αρχική φωτιά την ομορφιά της άμμου
Όπου έπαιζες τον όρκο σου κι όπου είχες την ευχή
Εκατόφυλλη ανοιχτή στον άνεμο της Παναγίας!
Την ώρα που τα σύννεφα λύσανε τα πανιά
Και δίχως ήμαρτον κανέν’ από την αμαρτία χαράχτηκε
Στα πρώτα σπλάχνα του ο καιρός. Μπορείς να δεις ακόμη
Πριν από την αρχική φωτιά την ομορφιά της άμμου
Όπου έπαιζες τον όρκο σου κι όπου είχες την ευχή
Εκατόφυλλη ανοιχτή στον άνεμο της Παναγίας!
[Από τη Θητεία του καλοκαιριού.]
http://frear.gr/
Τρίτη 12 Αυγούστου 2014
Θανάσης Ν. Παπαθανασίου:Ο ΥΜΝΟΣ ΜΙΑΣ ΧΩΡΙΑΤΙΣΣΑΣ ,Δεκαπενταύγουστος…
Ώρα, φίλοι, να στήσουμε αυτί στον ύμνο που ξεστόμισε μια χωριάτισσα, εργάτρια (μπορεί και καθαρίστρια). Μια δοξολογία των οραμάτων απελευθέρωσης από κάθε σκλαβιά, παιάνας για έναν ελευθερωτή Θεό που δεν είναι ουδέτερος, αλλά παλεύει με το μέρος των κατατρεγμένων.
Από το ευαγγέλιο του Λουκά το απόσπασμα που ακολουθεί, από τον ύμνο που ανέπεμψε η Παναγία ανταποκρινόμενη στο μαντάτο ότι θα γεννήσει τον Χριστό:
«Η ψυχή μου δοξάζει τον Κύριο, και το πνεύμα μου νιώθει αγαλλίαση για το Θεό, το σωτήρα μου, γιατί έδειξε την ευμένειά του στην ταπεινή του δούλη. Από τώρα θα με καλοτυχίζουν όλες οι γενιές, γιατί ο δυνατός Θεός έκανε σ’ εμένα έργα θαυμαστά. Άγιο είναι τ’ όνομά του, και το έλεός του υπάρχει από γενιά σε γενιά, σ’ όσους με δέος τον υπακούνε.
Έδειξε έμπρακτα τη δύναμή του: διασκόρπισε τους περήφανους και χάλασε τα σχέδια που είχανε στο νου τους. Καθαίρεσε άρχοντες από τους θρόνους τους και ταπεινούς ανύψωσε.
Ανθρώπους που πεινούσαν τους γέμισε με αγαθά και πλούσιους τους έδιωξε με χέρια αδειανά…».
Έδειξε έμπρακτα τη δύναμή του: διασκόρπισε τους περήφανους και χάλασε τα σχέδια που είχανε στο νου τους. Καθαίρεσε άρχοντες από τους θρόνους τους και ταπεινούς ανύψωσε.
Ανθρώπους που πεινούσαν τους γέμισε με αγαθά και πλούσιους τους έδιωξε με χέρια αδειανά…».
Δύσκολη ίσως γλώσσα για τον σημερινό άνθρωπο. Και κυρίως για όσους δεν διακρίνουν ότι η φράση «δούλη Θεού» σημαίνει «κανενός ανθρώπου και καμιάς εξουσίας δούλη», αλλά ολόκαρδη και ηθελημένη αφοσίωση σε έναν Θεό ερωτευμένο με τον άνθρωπο. Όσοι αγαπούν θα το νιώσουν…
Ο ύμνος δονείται από την έννοια της υπόσχεσης, της προσδοκίας και της εμπιστοσύνης ότι η υποταγή της ζωής σε κάθε λογής θανατίλα (πνευματική και κοινωνική, αδιάκριτα) δεν είναι παντοτινή. Οι χριστιανοί το λέμε πίστη.
Το 2ον αιώνα μ.Χ. ο αντιχριστιανός φιλόσοφος Κέλσος διατύπωσε μια ένσταση, η οποία σήμερα αποτελεί πολύτιμη πληροφορία για το τι σήμανε η εμφάνιση του Χριστιανισμού: Δείγμα παραλογισμού των χριστιανών – λέει περιφρονητικά ο Κέλσος– είναι η διδασκαλία τους ότι ο Χριστός «γεννήθηκε σ’ ένα χωριό της Ιουδαίας από μια ντόπια, άπορη χειρώνακτα… Θα ταίριαζε μήπως να ερωτευτεί ο θεός μια κακόμοιρη που τίποτε το αρχοντικό δεν είχε πάνω της; Κι ο ίδιος ο Χριστός, άλλωστε, ακριβώς επειδή ήταν φτωχός, πήγε να δουλέψει εργάτης στην Αίγυπτο»[*].
Βρωμομετανάστες, θα έλεγαν πολλοί σήμερα μάνα και γιο. Και αποτυχημένους, στη νεοφιλελεύθερη αξιολόγηση…
Η λαϊκή ευσέβεια κουβαλά πολλά – και διαυγή και θολά. Αλλά το σημαντικό εδώ είναι ότι η λαϊκή αγάπη για την Παναγία, διασώζει το συμ-πονετικό (σκεφτείτε το συγκλονιστικό νόημα της λέξης: την πιο βαθειά, ειλικρινή και βιωμένη αλληλεγγύη) και απελευθερωτικό μεδούλι της. Κι όταν την αποκαλεί Ελευθερώτρια, την αποκαλεί κυριολεκτικά, από κάθε σκλαβιά (πνευματική και κοινωνική, αδιάκριτα), και σε πείσμα κάθε λογιοτατισμού που μεταλλάσσει την Παναγία σε άνευρο, ανάλατο διάκοσμο του όποιου κατεστημένου.
Ανταπόκριση ελεύθερη και έμπρακτη, σε ένα κάλεσμα απελευθερωτικό, ενός Θεού που αδιάκοπα δρα στην ιστορία. Αυτή η ανταπόκριση είναι το μυστήριο της Παναγίας, μακριά από μοιρολατρίες και απάθειες. Αχ, και να το αντέξουμε…
Τετάρτη 30 Απριλίου 2014
Ἔντγκαρ Ἄλλαν Πόε: "Ύμνος στην Θεοτόκο"
του Γιάννη Ζερβού
«Ὕμνος». «Ἀπὸ τὸ χάραμα, τὸ μεσημέρι, ὣς τὸ σούρουπο/ Ὁλημερὶς σὲ ὑμνῶ Μαρία!/Στὶς χαρὲς καὶ στὶς λύπες, στὰ καλὰ καὶ στὶς συμφορές/Μεῖνε στὸ πλευρό μου Θεοτόκε!/ Ὅταν οἱ Ὧρες πέταξαν λαμπρά/στὸν ἀνέφελο οὐρανό/Ἡ χάρη σου ὁδήγησε σὲ σένα τὴν ἀθλία μου ψυχή/Τώρα ποὺ τῆς μοίρας οἱ θύελλες ἔχουν σκοτεινιάσει τὸ Παρελθὸν καὶ τὸ Παρόν μου/Κάνε τὸ Μέλλον μου νὰ λάμψει φωτεινό/μὲ τὴ γλυκιὰ ἐλπίδα ποὺ μᾶς δίνεις.»Ποίημα τοῦ διάσημου ἀμερικανοῦ μυθιστοριογράφου καὶ ποιητῆ Ἔντγκαρ Ἄλλαν Πόε (Edgar Allan Poe) γραμμένο τὸ ἔτος 1835. Ὁ ποιητὴς τὸ ἐμπνεύσθηκε ἀπὸ τὴ γαλήνη ποὺ ἔνοιωσε ὅταν περπατώντας στὴν πολύβουη πολιτεία ἄκουσε κωδωνοκρουσίες.
Ὁ Ἔντγκαρ Ἄλλαν Πόε (1809-1849) εἶναι πιὸ γνωστὸς στὴν Ἑλλάδα γιὰ ἄλλα ποιήματά του ὅπως «Τὸ κοράκι», τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐπανειλημμένα μεταφραστεῖ. Ἂν κάποιος ἀναγνώστης τῆς «Χ» γνωρίζει μιὰ λογοτεχνικὴ μετάφραση στὴν ἑλληνικὴ τοῦ «Ὕμνου», ἂς μᾶς τὴ φέρει γιὰ νὰ ἀποδοθεῖ καλύτερα τὸ ποίημα. Δεδομένου ὅτι ὁ Πόε ἦταν ὁ δημιουργὸς τοῦ ἀστυνομικοῦ μυθιστορήματος καὶ ἀνῆκε στὴν τάση τοῦ «σκοτεινοῦ ρομαντισμοῦ» (ὅπως καὶ ὁ Λόρδος Βύρων), ἡ ὁποία προέβαλλε τὴ σκοτεινὴ πλευρὰ τῆς ἀνθρώπινης φύσης καὶ ὑπερτόνιζε τὴν πτώση τοῦ ἀνθρώπου, σὲ σχέση μὲ τὴν τελειότητα τῆς Δημιουργίας, κάνει ἐντύπωση ἡ βαθιὰ πίστη ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὸν «Ὕμνο». «Ἦταν ἕνας τυχοδιώκτης ποὺ περιπλανιόταν στὰ μύχια καὶ στὶς φρικτὲς ὑπόγειες διαδρομὲς τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς. Ἀπηχοῦσε τὴ φρίκη καὶ τὴν προειδοποίηση γιὰ τὴ δική του καταδίκη», εἶχε γράψει γι’ αὐτὸν στὰ 1924 ὁ ἀμερικανὸς φιλόλογος D.H. Lawrence στὸ σύγγραμμα «Μελέτες στὴν κλασικὴ ἀμερικανικὴ λογοτεχνία». Ψυχὴ ταραγμένη καὶ ἀνήσυχη, βρῆκε λιμάνι ἐλπίδας, σωτηρίας καὶ παρηγορίας στὴν Κυρία Θεοτόκο, τὴν ὁποία καλεῖ νὰ τὸν συνδράμει στὴ μετάνοια. Τὴν ὕμνησε, ὅπως κάνουμε κι ἐμεῖς τούτη τὴν περίοδο, πρᾶγμα ποὺ κάνει ἐπίκαιρο τὸν - παραγνωρισμένο στὴν Ἑλλάδα- δικό του ὕμνο στὴ Θεοτόκο.
http://www.xristianiki.gr/arkheio-ephemeridas/915/umnos-sten-theotoko.html
Τετάρτη 7 Αυγούστου 2013
Παναγιώτη Νέλλα:Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΜΑΡΙΑ
Στήν ὀρθόδοξη προοπτική ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι ὁ πυρήνας καί ταυτόχρονα ἡ πρώτη ἀνάπτυξη τῆς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἀποκάλυψη, πού εἶναι ὁ σαρκωθείς Λόγος τοῦ Θεοῦ, δόθηκε βέβαια μιά γιά πάντα στήν ἀνθρωπότητα ἐπί " Καίσαρος Αὐγούστου " (Λουκ. 2, 1) "ἐν ἡμέραις Ἡρώδου τοῦ Βασιλέως" (Ματθ. 2, 1)
καί ἐκεῖνοι πού τήν εἶδαν " τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτῶν " καί τήν ἄκουσαν καί " ἐψηλάφησαν ταῖς χερσίν αὐτῶν " (Α´ Ἰω. 1, 1) τήν κατέγραψαν στά βιβλια τῆς Καινῆς Διαθήκης. Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ὅμως γράφει ὅτι " ἔστι καί ἄλλα πολλά, ἅ ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα, ἐάν γράφηται καθ' ἕν οὐδ' αὐτό οἷμαι τόν κόσμον χωρῆσαι τά γραφόμενα βιβλία" ( 21, 25). Καί ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς βεβαιώνει ὅτι ἡ Παρθένος - καί μαζί μ'αὐτή ἡ πρώτη κοινότης, ἡ Ἐκκλησία - " συνετήρει ... ταῦτα συμβάλλουσα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς " (2 , 19· 2, 51)... Ἔτσι στήν Ὀρθοδοξία ἡ Αγία Γραφή καί ἡ Παράδοση εἶναι στενότατα ἑνωμένες καί κατανοοῦνται καί οἱ δυό μαζί στή θεία Λειτουργία, ὅπου γίνεται ἡ " ἀνάμνηση " ὅπου ὁ σαρκωθείς Λόγος γίνεται στήν κάθε ἐποχή σύγχρονος.
Ἔτσι ἡ ὀρθόδοξη καθολική Ἐκκλησία " παρέλαβε "καί " διατηρεῖ"(Λουκ. 2, 51) τήν Παρθένο στό κέντρο τῆς λατρείας της, ὅπως ἀκριβῶς ὁ " ἠγαπημένος " , τήν " παρέλαβε" σάν ὅτι πιό πολύτιμο ὑπῆρχε μετά τόν Ἰησοῦ " εἰς τά ἴδια" (Ἰω. 19, 27) - πού εἶναι ἀντίστοιχο μέ τό " ἐν τοῖς κόλποις " (Ἰωαν. 13, 23) -καί ὅπως οἱ Μαθηταί " προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδόν τῇ προσευχῇ " τήν εἶχαν στό κέντρο τῆς συνάξεώς τους (Πράξ. 1, 14). Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο τό " μυστήριο " "τῆς Παρθένου εἶναι στήν Ὀρθοδοξία " μυστήριο" λειτουργικό καί γι' αὐτό μόνο μέσῳ τῆς λατρείας εἶναι δυνατόν νά διακρίνουμε τό πλῆθος τῶν χωρίων τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης πού ἀναφέρονται σ'Αὐτή.
Οἱ Εὐαγγελισταί γράφουν πράγματι στά ἱερά βιβλία ὅ,τι εἶναι ἀπαραίτητο γιά τήν " ἀσφάλεια τῶν λόγων "τῆς κατηχήσεως (Λουκ. 1, 4) καί ἀφήνουν τά ὑπόλοιπα νά τά ζῆ ἡ Ἐκκλησία στή Λειτουργία της. Ἐκεῖνο πού τούς ἀπασχολεῖ εἶναι νά παρουσιάσουν τό Χριστό, νά καταστήσουν δηλαδή σαφή τήν Οἰκονομία τῆς Σωτηρίας. Εἶναι δέ χαρακτηριστικό πώς ὅ,τι σχετικό μέ τή Οἰκονομία τῆς Σωτηρίας ἀναφέρεται στήν Παρθένο, τό σημειώνουν μέ ἰδιαίτερη ἐπιμονή. Ἔτσι ὑπογραμμίζουν τό γεγονός ὅτι ἡ Μαρία κατάγεται " ἐξ οἴκου Δαυΐδ " (Λουκ. 1, 27), ὅτι ἀνακεφαλαιώνει δηλαδή στό πρόσωπό της τήν Π. Διαθήκη, ὅτι εἶναι Παρθένος καί γεννᾶ κατά τρόπο παρθενικό " ἐκ Πνεύματος Ἁγίου " (Λουκ. 1, 28 -35), ὅτι εἶναι παροῦσα ὄχι μόνο στήν ἀρχή τῆς δημοσίας δράσεως τοῦ Ἰησοῦ, ὅπου λαμβάνει μάλιστα ἐνεργό μέρος (Ἰω. 2, 1 -11), ἀλλά καί στό τέλος (Ἰω. 19, 25 -28), καί ὅτι παρευρίσκεται στήν Πεντηκοστή, πού εἶναι ἡ σύσταση καί ἡ φανέρωση τῆς Ἐκκλησίας (Πράξ. 1, 14 · 2, 1). Πέρα ὅμως ἀπό αὐτούς τούς κεντρικούς σταθμούς ὑπάρχουν χίλιες δύο ἄλλες λιγώτερο ἤ περισσότερο σαφεῖς ἐκφράσεις πού προσφέρουν μία, ἄν ὄχι πλήρη, πάντως ὅμως ἐπαρκή βιβλική εἰκόνα τῆς Θεομήτορος. Ἀρκεῖ νά ὑπενθυμίσουμε τήν Ὠδή της " Μεγαλύνει ἡ ψυχή μουν τόν Κύριο " (Λουκ. 1, 46 -55), πού εἶναι ἡ ἐφαρμογή στό πρόσωπο τῆς Παρθένου τῶν βασικωτέρων προφητειῶν τῆς Π. Διαθήκης καί - γιά νά περιορισθοῦμε στήν ἀρχή καί στό τέλος - τό ἰδιαίτερα ἐκφραστικό ΙΒ´ κεφ. τῆς Ἀποκαλύψεως, ὅπως τό " μέγα σημεῖον ἐν τῷ οὐρανῷ ", ἡ "περιβεβλημένητόν ἥλιον γυνή ", εἶναι ἀκριβῶς Ἐκείνη ἡ ὁποια " ἔτεκεν υἱόν ἄρρενα, ὅς μέλλει ποιμαίνειν πάντα τά ἔθνη ἐν ῥάβδῳ σιδηρᾷ ", στ. (1 6). Στήν ἴδια γραμμή εὔκολα ὁ ὀρθόδοξος μελετητής καταλαβαίνει ὅτι ἡ Μαρία εἶναι ἡ γυνή ἐκείνη, τό σπέρμα τῆς ὁποίας συνέτριψε τήν κεφαλην τοῦ " ἀρχεκάκου ὄφεως" τῆς Γενέσεως (3, 15), ὅτι Αὐτή εἶναι ἡ ἀληθινή " Κιβωτός τῆς Διαθήκης " (Ἔξ. 25, 9 κ. ἑξ), ἡ " Πύλη ἡ κατά ἀνατολάς ἡ κεκλεισμένη" , (Ἰεζ. 44, 1), ἡ " Ράβδος Ἀαρών ἡ βλαστήσασα "(Ἀριθμ. 17, 23), μέ μιά λέξη ἡ ἀνακεφαλαίωση τῆς Ἱερᾶς Ἱστορίας, ἡ πραγμάτωση τῶν " τύπων "καί τῶν " σκιῶν " τῆς Π. Διαθήκης.
Γι' αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο οἱ Ὀρθόδοξοι δέν δέχονται πώς δέν ὑπάρχουν ἐπαρκῆ περί Παρθένου βιβλικά δεδομένα,πρᾶγμα πού ὅπως ὁμολογεῖ ὁ ἀντικειμενικώτερος μελετητής τῆς θεομητορικῆς θεολογίας στή Δύση Rene Laurentin, δέχθηκαν μέ ὑπερβολική εὐκολία Προτεστάντες καί Καθολικοί στόν ΙΣΤ´ αἰώνα καί οἱ μέν ἀρνήθηκαν κάθε εὐλάβεια πρός τήν Παρθένο, οἱ δέ δημιούργησαν μιά περί Πάρθένου Θεολογία "παραβιβλική".
Στή συνέχεια θά δοῦμε πῶς ἡ Ἐκκλησία ὑπογράμμιζε τίς ποικίλες ἀπόψεις τῆς σημασίας τῆς Θεομήτορος καί πῶς ἔπλεκε, πλουσιώτερο καθε φορά, τόν ὕμνο της.
Πρῶτος σταθμός εἶναιἀναμφισβήτητα ὁ Ἅγ. Εἰρηναῖος († 202; μ.Χ.), τοῦ ὁποίου ἡ μαρτυρία εἶναι πολύτιμη ὄχι μόνο γιατί ἐπικυρώνει τόν Ἅγιο Ἰγνάτιο Ἀντιοχείας καί τόν Ἰουστῖνο ἤ γιατί γνώρισε προσωπικά τόν Πολύκαρπο Σμύρνης, σύγχρονο τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννη, ἀλλά κυρίως γιά τή θεολογική σημασία της.
Ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος εἶναι πράγματι ὁ πρῶτο ὁ ὁποῖος ἀνέπτυξε σέ βάθος τήν ἀντίθεση Εὔα - Μαρία καί ἐτόνισε ὅτι ὅπως ἡ ἀνυπακοή τῆς μιᾶς ἔφερε στόν κόσμο τό θάνατο, ἔτσι ἡ ὑπακοή τῆς ἄλλης χάρισε στήν ἀνθρωπότητα τή ζωή. Ὁ ἴδιος ἄνοιξε ἐπίσης τό δρόμο στόν κεφαλαιώδη παραλληλισμό Μαρία - Ἐκκλησία μέ τή διατύπωση ὅτι ἡ Μαρία εἶναι ἡ Παρθέος γῆ ἀπό τήν ὁποία ὁ Θεός πῆρε το σῶμα τοῦ Νέου Ἀδάμ (" ἵνα μή ἄλλη πλάσις γένηται μηδέ ἄλλο τό σῳζόμενον, ἀλλ' αὐτός ἐκεῖνος ἀνακεφαλαιωθῇ, τηρουμένης τῆς ὁμοιότητος") καί μέ τήν ἔκφραση ὅτι ἡ Παρθέντος εἶναι " ἡ αἰτία τῆς σωτηρίας γιά ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος".
Ὁ τρίτος αἰώνας χαρακτηρίζεται ἀπό τίς μαρτυρίες τοῦ Κλήμεντος Ἀλεξανδρείας († 215), Τερυλιανοῦ ( μετά τό 220) καί Ὡριγένους († 253), οἱ ὁποῖοι, εἶναι κατηγορηματικοί στό χαρακτηρισμό τῆς Μαρίας σάν Παρθένου μητέρας τοῦ Ἰησοῦ, ἀειπαρθένου καί παναρέτου.
Ἀκολουθοῦν οἱ Πατέρες τοῦ Δ´ αἰῶνος, ὁ Μ. Βασίλειος, ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καί ἰδιαίτερα ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, πού τονίζουν μέ ἐπιμονή τόσο τήν ἁγιότητα τῆς Παρθένου, ὅσο καί κυρίως τόν κεντρικό ρόλο της στήν Οἰκονομία τῆς Σωτηρίας.
Τό θεμέλιο ὅμως τῆς θεομητορικῆς θεολογίας τοποθετήθηκε τό 431 στήν Γ´ Οἰκουμενική Σύνοδο, ἡ ὁποία ἐπικυρώνοντας τίς ἀπόψεις τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας ὠνόμασε τή Μαρία " Θεοτόκο ". Εἶναι γνωστό ὅτι ὁ περιεκτικώτατος αὐτός ὅρος ὑψώθηκε σέ δόγμα τόν καιρό τῆς διαμάχης τῆς Ὀρθοδοξίας, μέ τήν αἵρεση τοῦ Νεστοριανισμοῦ. Ἡ Καθολική Ἐκκλησία, πού ἔνοιωσε νά διακυβεύεται μέ τήν διδασκαλία τοῦ Νεστορίου ἡ ἴδια ἡ σωτηρία (ἄν πράγματι δέν ἑνώθηκε πλήρως ὁ Θεός μέ τόν ἄνθρωπο, πῶς εἶναι δυνατόν νά τόν σώση;) ἐπέμεινε στήν πλήρη καί ἀσύγχυτη ἐν Χριστῷ ἕνωση Θεοῦ καί ἀνθρώπου τόσο, ὥστε νά ὀνομάση τή Μητέρα τοῦ Ἰησοῦ ὄχι ἁπλῶς " χριστοτόκο ", ὅπως ἤθελε ὁ Νεστόριος, ἀλλά ἀληθινά καί πραγματικά " Θ ε ο τ ό κ ο". "Τό παιδίον Θεός καί πῶς οὐ θεοτόκος ἡ τίκτουσα;" Καί: " Εἴ τις οὐ θεοτόκον ὁμολογεῖ τήν ἁγίαν Παρθένον, χωρίς ἐστιν τῆς Θεότητος". Αὐτή εἶναι ἡ βάση στήν ὁποία θά στηριχθοῦν ἀργότερα οἱ βυζαντινοί καί, θεμελιώνοντας ὁλόκληρο σχεδόν τόν πολιτισμό τους πάνω στήν πρός τήν Θεομήτορα εὐλάβεια, θά τήν ἀνακηρύξουν ὄχι ἁπλῶς " Ὑπέρμαχον Στρατηγόν " καί " Σκέπην" τῆς Βασιλεύουσας, ἀλλά καί σταθεράν " τῆς πίστεως ἄγκυραν ". Γιατί ἀκριβῶς " τοῦτο τό ὄνομα - θά γράψη στό ἐγκόλπιο τῆς "Ὀρθοδόξου Πίστεως" ὁ Δαμασκηνός - ἅπαν τό μυστήριον τῆς οἰκονομίας συνίστησιν"!
Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος αἰσθάνεται ρίγος, ὅταν μέσα στήν Ἐκκλησία συνειδητοποιεῖ ὅτι ἡ Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο δέν εἶναι ἁπλός οἶκτος ἤ ἐλεημοσύνη, ἀλλά " φιλανθρωπία", ἀληθινή δηλαδή καί πραγματική " φ ι λ ί α" (Ἰωάν. 15,14). Ὁ Θεός ἔδωσε πράγματι στήν Παρθένο - καρπό τῶν κτισμάτων, φανέρωση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως - νά γίνη, Αὐτή προσωπικά καί μέσα σ' Αὐτή ἡ ἀνθρώπινη φύση, " θ ε ο τ ό κ ο ς" ! Καμμιά αἵρεση δέν μπορεῖ ποτέ νά εἶναι τόσο τολμηρή, ὅσο ἡ Ἀλήθεια. Καί καμμιά καταδίκη τοῦ αἱρετικοῦ ἀνθρωποκεντρικοῦ "οὑμανισμοῦ " τοῦ ΙΔ´ καί Κ´ αἰώνα δέν μπορεῖ νά εἶναι τόσο ριζική καί ἀπόλυτη, ὅσο αὐτή ἡ περί ἀνθρώπου καί εἰκόνος τοῦ Θεοῦ ἀνθρωπίνης φύσεως " θεοτόκου", βιβλική καί πατερική ἀλήθεια!
(Ἀπόσπασμα ἀπό τήν εἰσαγωγή στό βιβλίο Νικολάου Καβάσιλα, Ἡ Θεομήτωρ, Ἱερόν Ἵδρυμα Εὐαγγελιστρίας Τήνου, Ἀθῆναι 1968).
Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013
ΠΑΝΑΓΙΑ ΠΕΛΑΓΙΝΗ, ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΙΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ
Αφιέρωμα στους ιερούς λατρευτικούς χώρους της Παναγίας στα κυκλαδίτικα νησιά παρουσιάζοντας μνημεία βυζαντινής τέχνης από τον 4ο ως τον 19ο αι.
Στο πρώτο μέρος του ντοκιμαντέρ ο φακός περιηγείται τα ξωκλήσια και τα μοναστήρια αφιερωμένα στο όνομα της Παναγίας που γιορτάζουν το Δεκαπενταύγουστο, με φόντο το κυκλαδίτικο τοπίο και τους παραδοσιακούς οικισμούς της Κύθνου, της Σερίφου, της Μήλου, της Κιμώλου και της Τήνου. Η αφήγηση του ΑΡΗ ΛΕΜΠΕΣΟΠΟΥΛΟΥ, παρέχει πληροφορίες σχετικά με ιστορικά στοιχεία για την αρχιτεκτονική των ναών και τις λατρευτικές εικόνες. Μαρτυρίες κατοίκων και ιερέων ανακαλούν στη μνήμη δρώμενα της γιορτής του Δεκαπενταύγουστου προηγούμενων ετών και περιγράφουν λατρευτικά έθιμα που συνδέονται με τη γιορτή της Παναγίας. Ανάμεσα στους σταθμούς του οδοιπορικού, η Παναγιά η Κανάλα, η Φλαμπουριανή και η Παναγιά του Κάστρου στην Κύθνο, η Ξυλοπαναγιά, η Ευαγγελίστρια και η Παναγιά η Ξεκουράστρα στη Σέριφο, η Παναγία η Θαλασσίτρα, η Παναγία η Πορτιανή, η Παναγία η Κορφιάτισσα και η Παναγιά του Κήπου στη Μήλο, η Παναγία η Οδηγήτρια και η Παναγιά του Κονόμου στην Κίμωλο. Η κάμερα εισέρχεται επίσης, στις κατακόμβες της Μήλου των πρωτοχριστιανικών χρόνων. Τέλος, παρουσιάζεται το έθιμο της λιτάνευσης της εικόνας της Παναγίας της Τήνου από το ναό της Ευαγγελίστριας στην Ιερά Μονή του Κεχροβουνίου, για τη γιορτή της μνήμης της Αγίας Πελαγίας στις 24 Ιουλίου.
Στη διάρκεια της εκπομπής ακούγονται ύμνοι της Παναγίας από τη βυζαντινή χορωδία του Λυκούργου Αγγελόπουλου.
Δείτε το ντοκυμαντέρ από το ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ :http://www.ert-archives.gr/V3/public/main/page-assetview.aspx?tid=96627&autostart=0
Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012
Πλήθος πιστών στο ιστορικό μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά

Προεξάρχοντος του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου τελέστηκε για τρίτη συνεχή χρονιά, στο ιστορικό μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά, στην Τραπεζούντα του Πόντου, πανηγυρική θεία λειτουργία.
Αγνοώντας το ψιλόβροχο, πλήθος πιστών, από την Ελλάδα και από όλο τον κόσμο, μεταξύ των οποίων ο γενικός πρόξενος της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη, Νικόλαος Ματθιουδάκης και η σύζυγος του, κ. Βαρβαρίγου, πρόξενος στην Αδριανούπολη, συνέρρευσε και εφέτος στην ιστορική μονή μετά την επίσημη άδεια των τουρκικών αρχών να τελεστεί η ορθόδοξη θεία λειτουργία.
«Περάσαμε «τη Παναϊας το ποτάμ» και ανεβήκαμε διά τρίτην φοράν εφέτος εις τις κορυφογραμμές της ορεινής και δασώδους Ματσούκας, εις το επιβλητικό και υποβλητικό φυσικό περιβάλλον του Όρους Μελά, εδώ «ψηλά σα επουράνια» ταπεινοί προσκυνηταί του σιωπηλού Θεομητορικού τούτου Σεμνείου», είπε μεταξύ άλλων, ο Οικουμενικός Πατριάρχης.
Μαζί του συλλειτούργησαν εφέτος ο μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως, Άνθιμος και ο μητροπολίτης Πέτρος από την Εκκλησία της Γεωργίας, ενώ παρευρέθηκε πολυμελές κλιμάκιο της Παμποντιακής Ομοσπονδίας Ελλάδος. Ευχή όλων να αποδοθούν στους χριστιανούς και οι άλλες δύο ιστορικές μονές της Τραπεζούντας, ο Άγιος Γεώργιος Περιστερεώτας στην Γαλίανα και ο Άγιος Ιωάννης Βαζελώνας στην Άνω Ματσούκα. «Ήρθαμε ειρηνικοί και φιλικοί προς τους πάντες, σκιρτώντας από συγκίνηση και χαρά» ανέφερε στο μήνυμά του, μετά το πέρας της λειτουργίας, ο κ.Βαρθολομαίος ευχαριστώντας τις Τουρκικές αρχές για τη σχετική άδεια που αποτελεί, όπως είπε, «αναγνώριση του δικαιώματος της ελευθερίας της χριστιανικής θρησκείας.
«Εύχομαι ο Θεός να βοηθήσει την Ελλάδα να ξεπεράσει τις δύσκολες στιγμές που ζει και να αξιωθούν όλοι οι πιστοί να έρθουν κάποια στιγμή στο ιστορικό αυτό μοναστήρι» τόνισε χαρακτηριστικά ο Οικουμενικός Πατριάρχης.
Για την ιστορία να αναφέρουμε, ότι την εικόνα της Παναγίας Σουμελά αγιογράφησε ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Μετά τον θάνατό του τη μετέφερε στην Αθήνα ο μαθητής του Ανανίας και τοποθετήθηκε σε ναό της Θεοτόκου. Έτσι αρχικά ονομάστηκε ως Παναγία η Αθηνιώτισσα. Σύμφωνα με την παράδοση, στο τέλος του 4ου αιώνα (380-386 μΧ), η Παναγία η Αθηνιώτισσα εμφανίστηκε ως όραμα στους μοναχούς Σωφρόνιο και Βαρνάβα, στη Αθήνα, και τους κάλεσε στην εκκλησία. Εκεί είδαν την εικόνα να σηκώνεται από το προσκυνητάρι, να βγαίνει από το παράθυρο και να πετάει προς τα ουράνια. Συγχρόνως, άκουσαν την Θεοτόκο να λέει: «Πηγαίνω στην Ανατολή. Προπορεύομαι στο όρος Μελά. Ακολουθήστε με...». Οι μοναχοί την ακολούθησαν και στο όρος Μελά, στον Πόντο, όπου στάθηκε, κτίστηκε μεγάλος Ναός και Μονή. Έτσι η εικόνα πήρε την ονομασία Σουμελά από τη φράση «στου Μελά».
Το 1922, μετά την Μικρασιατική καταστροφή, μοναχοί έθαψαν την εικόνα, μαζί με άλλα κειμήλια. Με την ανταλλαγή, τα ιερά κειμήλια παραχωρήθηκαν και το 1931 τα ξέθαψε και τα έφερε στην Ελλάδα, ο Αμβρόσιος ο Σουμελιώτης. Η εικόνα επανήλθε στην Αθήνα και παρέμεινε στο Μουσείο έως το 1951. Τότε, το Σωματείο «Παναγία Σουμελά» Θεσσαλονίκης πρότεινε το κτίσιμο ναού στις πλαγιές του Βερμίου, στην Καστανιά Βέροιας.
Πηγή: ΑΜΠΕ
π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος:Η Παναγία και το μυστήριο του θανάτου
Η Παναγία λαμβάνει το μήνυμα της αναχώρησης της απο αυτή πραγματικότητα της ζωής. Ειρηνικά, με πληρότητα συνείδησης ετοιμάζεται για την είσοδο της στο μυστήριο του θανάτου. Αυτή η ειρηνικότητα απέναντι στο γεγονός του θανάτου ηταν αποτέλεσμα της πληρότητας που ένιωθε σε σχέση με τον ευατό της και τον Θεό. Δηλαδή σε σχέση με την ζωή. Μονάχα στο ποσοστό που ζούμε την αλήθεια της ύπαρξης μας ο θάνατος αδυνατεί. Οταν ζήσεις με πληρότητα την προσωπική σου κλήση και αλήθεια ο θάνατος παύει να είναι μηδενιστική απειλή και πραγματώνεται ως μυστήριο βαθύτερης σχέσης με τον Θεό. Χρόνια πολλά σε όλους!!!!
Δευτέρα 13 Αυγούστου 2012
Χρήστου Γιανναρά: Η Μετα-φυσική ως αρρώστια και ως Γιορτή
| Γιορτή της Παναγιάς του Δεκαπενταυγούστου –«καλή Παναγιά» εύχονται στα νησιά μας, το γλωσσικό ομόλογο του «καλή Ανάσταση» ή «καλά Χριστούγεννα». Οσοι καταλαβαίνουν ασυμβίβαστη τη διαφορά της Εκκλησίας από τη θρησκεία (κατανόηση που όριζε κάποτε την πολιτισμική ιδιαιτερότητα του Ελληνα), βλέπουν στο πρόσωπο της Παναγιάς τη «Θεοτόκο»: τη γυναίκα που έδωσε σάρκα στην ελευθερία του Θεού από την ίδια τη θεότητά του, ελευθερία μανικού έρωτα για το πλάσμα του – να υπάρξει άνθρωπος ο Θεός χωρίς να καταλύεται το «όλως έτερον» της θεότητας. «Νενίκηνται της φύσεως οι όροι», ψέλνει η Εκκλησία γι’ αυτή τη γέννα του Θεού από άνθρωπο, πρώτη και μοναδική στην Ιστορία ταύτιση της ελευθερίας με την Αιτιώδη Αρχή του υπαρκτικού γεγονότος. Οσοι δεν καταλαβαίνουν τη διαφορά της Εκκλησίας από τη θρησκεία, την αλλοτρίωση του εκκλησιαστικού γεγονότος όταν θρησκειοποιείται (αλλοτρίωση που όρισε την πολιτισμική ιδιαιτερότητα της μεταρωμαϊκής Δύσης), βλέπουν στο πρόσωπο της Παναγιάς κυρίως την «Παρθένο» (the Virgin, la Vierge). Θέλουν να ξορκίσουν τον πρωτόγονο ενοχικό φόβο για τη σεξουαλικότητα. Φόβο που ακόμα φυλακίζει τη γυναίκα στην «μπούργκα», να κρυφοβλέπει τον κόσμο αόρατη ως φύλο, τον ίδιο φόβο που στα θρησκευτικά περιβάλλοντα θέλει να κρύψει, να εξαφανίσει τη γυναικεία χάρη, ιδιαίτερα τα μαλλιά (γιατί άραγε τα μαλλιά;), ακόμα και να τα ξυρίσει, όπως οι φανατικοί Εβραίοι στις γυναίκες τους. Την ιεροποίηση της βιολογικής παρθενίας, περίπου λατρεία, τη γεννάει η φυσική θρησκεία, το τυφλό ένστικτο θωράκισης του εγώ απέναντι στον φόβο για το άγνωστο υπερβατικό. Την Εκκλησία τη γεννάει μια κλήση (το λέει η λέξη) για μετοχή σε σχέσεις κοινωνίας, συνύπαρξης. «Κλήση» και «σχέση» είναι περίπου ο ορισμός της ελευθερίας. Αλλά την ελευθερία οι άνθρωποι σπάνια μέσα στην Ιστορία την άντεξαν ως αρχή κοινού τρόπου του βίου – είναι άθλημα επίπονο, απαιτεί να ξεπεράσεις το εγώ, να ρισκάρεις τη χρησιμότητα για χάρη της αλήθειας. Ετσι και η Εκκλησία δεν αυτο-ορίστηκε ποτέ ως συντελεσμένο κατόρθωμα, αυτο-εικονίστηκε καταγωγικά σαν χωράφι με σιτάρι μεν, αλλά και με «ζιζάνια»: Συνυπάρχει με την Εκκλησία πάντοτε, σαν σύμπτωμα ή τάση, η θρησκειοποίησή της – όπως παραμονεύει πάντα και στη μητρική αγάπη ο εγωκεντρικός αυταρχισμός ή στον έρωτα η καμουφλαρισμένη ιδιοτέλεια της ηδονής. Οταν θρησκειοποιείται ο εκκλησιαστικός βίος αλλοτριώνεται συνολικά: Η μαρτυρία της εκκλησιαστικής εμπειρίας, το ευ-αγγέλιο, εκλαμβάνεται σαν ιδεολογία, η πίστη σαν ατομική πεποίθηση, η ηθική σαν αξιόμισθο ατομικό κατόρθωμα. Τότε παίρνει τα πάνω του και ο πρωτόγονος ενοχικός φόβος για τη σεξουαλικότητα: Η Παναγία ενδιαφέρει (και τιμάται) όχι γιατί σάρκωσε τον Ασαρκο και χώρεσε τον Αχώρητο, αλλά γιατί παρέμεινε «και μετά τόκον παρθένος». Εσωσε τη βιολογική παρθενία, που ενδιαφέρει ασύγκριτα περισσότερο από τη μητρότητα. Στον εκκλησιαστικό μοναχισμό το Αγιονόρος λογαριάζεται «Περιβόλι της Παναγιάς», η παρθενία άλμα απόλυτης ερωτικής αυτοπροσφοράς, κορύφωμα ελευθερίας της αγάπης. Στον θρησκειοποιημένο μοναχισμό το ερωτικό άθλημα της παρθενίας αλλοτριώνεται σε νομική υποχρέωση «αγαμίας». Η αγαμία αυτονομείται και από τον μοναστικό βίο και από την «αναχώρηση», βιώνεται χωρίς μετοχή σε κοινότητα - αδελφότητα - οικογένεια εκκλησιαστική, ή χωρίς ασκητικό ερημητισμό. Επιλέγεται η αγαμία ως προαπαιτούμενο καριέρας: στη μεν Δύση γενικά ιερατικής, στον δε Ορθοδοξισμό ειδικά επισκοπικής. Η αγαμία καριέρας, στα καθ’ ημάς, προϋποθέτει τη σεξουαλικότητα εξ ορισμού ως μολυσματική, αφού αυτή και μόνη αποκλείει αξιωματικά και τον αγιότερο των εγγάμων πρεσβυτέρων από την επισκοπική ευθύνη. Αποδείχνει η εξαναγκαστική αγαμία των επισκόπων ότι είναι υποκριτικές φλυαρίες όλα όσα παραλλήλως κηρύσσονται για τον γάμο ως μυστήριο «εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν». Αν «μυστήριο» σημαίνει τη φανέρωση και δυναμική πραγμάτωση της Εκκλησίας (τον εικονισμό του υπαρκτικού τρόπου της Τριαδικής Θεότητας και της «κένωσης» του Χριστού), πώς είναι δυνατό το «μυστήριο» του γάμου να συμβιβάζεται μεν με το μυστήριο της ιερωσύνης του πρεσβυτέρου, όχι όμως και με αυτό του επισκόπου! Ή να αποκλείει η ιερωσύνη το μυστήριο (δεύτερου) γάμου πρεσβυτέρων που χήρεψαν! Στα σημερινά δεδομένα της ατομοκεντρικής συλλογικότητας, η αγαμία καριέρας συνιστά ολοφάνερη πια απειλή της ψυχικής υγείας και της ηθικής ακεραιότητας. Η μοναξιά ρημάζει τον δίχως ένταξη σε μοναστήρι άγαμο και η αναπότρεπτη υποταγή του στις τρέχουσες συνθήκες του βίου (καθημερινό συμφυρμό με το απρόσωπο πλήθος, τηλεόραση, έντυπα, βίντεο, διαδίκτυο) και τον καταιγισμό προκλήσεων αισθησιακού ηδονισμού που συνεπάγονται, οδηγούν αδήριτα στη μεγιστοποίηση των ενδεχομένων ψυχικής ανωμαλίας, σεξουαλικών διαστροφών, νευρωτικών ή και ψυχωτικών διαταραχών. Ή ευνοούν οι συνθήκες την καταφυγή του αγάμου στη διπλοπροσωπία, τη μεθοδική υποκρισία, τις σχιζοειδείς συμπεριφορικές αντιφάσεις. Τα φρικώδη σκάνδαλα παιδεραστίας, που συγκλονίζουν τον ρωμαιοκαθολικό κλήρο τα τελευταία χρόνια ή, οι σιωπηρά καθιερωμένες, στον ίδιο κλήρο, άγαμες «συζυγίες» ιερέων, κυρίως στη Λατινική Αμερική και στην Αφρική, με τις γυναίκες σαν πορνικά ανδράποδα δίχως κοινωνική ένταξη. Είναι πτυχές τραγωδίας που τη διαιωνίζει ο πρωτογονισμός του ενοχικού φόβου για τη σεξουαλικότητα παγιωμένος σαν «χριστιανική» στάση. Αλλά και στις «εθνικές εκκλησίες» του ιδεολογικού Ορθοδοξισμού, τα επισκοπικά σώματα και οι «αυλές» των αγάμων που τα πλαισιώνουν εμφανίζουν δραματικό πληθωρισμό συμπτωμάτων ψυχοπαθολογίας, απώλειας επαφής με την πραγματικότητα, καθήλωσης της νοημοσύνης σε παιδαριώδες επίπεδο. Καθόλου τυχαία η εμπειρία της Εκκλησίας θεσμοθέτησε τη μοναστική οδό ως προϋπόθεση της ασκητικής παρθενίας. Ο ίδιος εκκλησιαστικός εμπειρισμός υμνεί την Παναγιά ως «ζωής μητέρα». Της ζωής που είναι ελευθερία από την αρρώστια, τη διαστροφή, το κάτσιασμα. Και κορυφώνεται στη Γιορτή. http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_1_14/08/2011_1295996 |
Σάββατο 11 Αυγούστου 2012
ΤΟ ΙΕΡΟ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΑΤΟΝΤΑΠΥΛΙΑΝΗΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟ
Επιμέλεια: Δέσποινα
Φελούκα, Θεολόγος
Ονομασία
Το Ιερό Προσκύνημα της Παναγίας της
Εκατονταπυλιανής βρίσκεται στην περιοχή της Παροικιάς, κοντά στο λιμάνι της
Πάρου. Ετυμολογικά, το όνομα Εκατονταπυλιανή υποδηλώνει χώρο με εκατό πύλες.
Στο προσκύνημα αποδίδονται δύο ονομασίες: α) Καταπολιανή, επειδή
βρίσκεται προς την πλευρά της αρχαίας πόλης και β) Εκατονταπυλιανή, που
υποδηλώνει τη μεγαλοπρέπεια του ναού και δημιουργήθηκε τον 17ο αιώνα. Παρόλα
αυτά, σύμφωνα με τις έρευνες, και οι δύο ονομασίες χρησιμοποιούνται ήδη από τον
16ο αιώνα. Η παράδοση για την ονομασία Εκατονταπυλιανή υπαγορεύει πως ο
ναός έχει 99 φανερές πόρτες η εκατοστή, η οποία δεν είναι φανερή, είναι κλειστή
και θα ανοίξει όταν οι Έλληνες καταλάβουν την Πόλη.
Ιστορία
Σχετικά με την ίδρυση του ναού υπάρχουν
πολλές παραδόσεις. Δύο όμως είναι οι επικρατέστερες. Σύμφωνα με την πρώτη, η
μητέρα του αυτοκράτορα Μ. Κωνσταντίνου, Αγία Ελένη, κατευθυνόμενη προς την
Παλαιστίνη προκειμένου να βρει τον Τίμιο Σταυρό, έφτασε στο νησί της Πάρου.
Εκεί, σε ναό που τοποθετείται στη θέση της σημερινής Εκατονταπυλιανής, προσευχήθηκε
και έκανε τάμα σύμφωνα με το οποίο αν έβρισκε τον Τίμιο Σταυρό θα ανοικοδομούσε
στο σημείο εκείνο μεγάλο ναό. Η προσευχή
της Αγίας Ελένης εισακούστηκε και το τάμα εκπληρώθηκε. Σύμφωνα με τη δεύτερη
παράδοση, το τάμα φαίνεται να εκπληρώθηκε από το γιό της Μ. Κωνσταντίνο, ο
οποίος έκτισε τρίκλιτη βασιλική. Οι έρευνες του καθηγητή Α. Ορλάνδου κατά τη
διάρκεια αναπαλαίωσης του ναού απέδειξαν ότι όντως ο ναός είχε ήδη
ανοικοδομηθεί κατά τον 4ο αιώνα, οπότε και οι παραπάνω παραδόσεις ισχύουν.
Αρχιτεκτονική
Πρόκειται για ένα αρχιτεκτόνημα που
συντίθεται από παλαιοχριστιανικά, βυζαντινά και μεταβυζαντινά στοιχεία, που
προστέθηκαν σταδιακά. Το κτίσμα είναι σταυρική ξυλόστεγη βασιλική, που έπειτα
από καταστροφή που υπέστη ανακατασκευάστηκε από τον Ιουστινιανό, ο οποίος όμως
προσέθεσε και νέα στοιχεία αρχιτεκτονικής που επικρατούσαν κατά την εποχή του,
όπως θόλους και τρούλλο. Ο σημερινός ναός ανάγεται στην ιουστινιάνεια περίοδο
και αποδίδεται στον 6ο αιώνα. Παρά το γεγονός ότι κατά τις περιόδους της
φραγκοκρατίας και της τουρκοκρατίας λεηλατήθηκε πολλάκις και υπέστη σοβαρές
καταστροφές, η μεγαλύτερη από αυτές επήλθε από σεισμούς, το 1733, όταν και
κατέρρευσε τμήμα του τρούλλου καθώς και ο βόρειος και ο δυτικός θόλος. Ο
καθηγητής Α. Ορλάνδος ξεκίνησε εργασίες αποκατάστασης στο ναό το 1959 και τον
παρέδωσε στους πιστούς, στην ιουστινιάνεια μορφή του, το 1966.
Το κτιριακό συγκρότημα περιλαμβάνει τον
κυρίως ναό της Παναγίας με τα εσωτερικά παρεκκλήσια των Αγίων Αναργύρων, του
Αγίου Φιλίππου και της Οσίας Θεοκτίστης. Εξωτερικά έχουμε τη βασιλική του Αγίου
Νικολάου, το ναό της Αγίας Θεοδοσίας, το παρεκκλήσι του Αγίου Δημητρίου και το
Βαπτιστήριο.
Παρασκευή 10 Αυγούστου 2012
Μαρία Χατζηαποστόλου: Η Θεοτόκος στην Τέχνη
-Ή όταν η αγία ευαισθησία συνάντησε
την ευαισθησία των ποιητών-
«Χαίρε η που πατείς και τα σημάδια σβήνονται…
Χαίρε η που ξυπνάς και τα θαύματα γίνονται…».
Οδυσσέα Ελύτη, Άξιον
Εστί. Το δοξαστικόν.
Το πρόσωπο της Θεοτόκου,
ως του ανθρώπου που κυοφόρησε το Σαρκωμένο Λόγο ενέπνευσε πολλούς ανθρώπους των
γραμμάτων και των τεχνών, καθώς η αγία ευαισθησία της γυναίκας εκείνης που όχι
μονάχα δέχθηκε να κυοφορήσει τον ίδιο το Θεάνθρωπο μέσα από το δικό της σώμα,
αλλά και πόνεσε από το θάνατο του παιδιού της, αν και γνώριζε βαθιά μέσα της,
πως ο γιος της είναι ο ίδιος ο Θεός, συναντά την ομορφότερη έκφρασή της μέσα
από την ποιητική ευαισθησία. Κατ’ ουσίαν τούτος ο αβάσταχτος πόνος ενδιαφέρει
κυρίως τους ποιητές, οι οποίοι συγκλονίζονται από τον ανθρώπινο πόνο της μάνας
που πονά για τον επικείμενο θάνατο του παιδιού της κι’ ας ξέρει πως, «η γλυκιά
της Άνοιξη» κατά τον άγιο Ρωμανό το Μελωδό, θ’ αναστηθεί... Στην ίδια
κατεύθυνση, η ταύτιση της οδύνης της Θεοτόκου για τον άδικο χαμό του γιου της,
με τον ανθρώπινο πόνο και την αγωνία της κάθε μάνας και η ταυτόχρονη έκφραση
αυτού του πόνου είναι η κατεξοχήν αγαπημένη θεματική διάσταση της σκέψης των
ποιητών.
Ο άγιος των γραμμάτων, ο κοσμοκαλόγερος
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, εκφράζει με
τον ομορφότερο τρόπο την ελπίδα για τη μεταμόρφωση του ανθρώπινου πόνου σε
προσδοκία της Αναστάσεως μέσα από το πρόσωπο της Παναγίας εκεί όπου, «Έχει αποθέσει καρτερικά τον πόνο του στην πιο
πονεμένη από τις μητέρες της Οικουμένης, στην “Κυρία των Ουρανών”, τον
“Γλυκασμόν των Αγγέλων”, τη μόνη που μπορεί να γλυκάνη την πίκρα της ρημαγμένης
του ζωής και να τον ανακουφίση τώρα που τον “εκύκλωσαν αι του βίου του ζάλαι
ώσπερ μέλισσαι κηρίον”».[1] O θάνατος
υπερβαίνεται με την προσδοκία της Αναστάσεως, ακόμη και μέσα από τη σκοτεινιά
του θανάτου και κυρίως μέσα από αυτή καθώς, «…και τα λευκά κόκαλα και τα κρανία
τα τρυφερά ήσαν άσπιλα λείψανα παιδίων, τα οποία είχεν ευδοκήσει να καλέσει
ενωρίς εις τον Παράδεισον, πλησίον του υιού της του ειπόντος “Άφετε τα παιδία
έρχεσθαι προς με και μη κωλύετε αυτά”, η Παναγία η Γλυκοφιλούσα».[2] Δεν
είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός πως ο μεγάλος Σκιαθίτης χρησιμοποιεί ως
λογοτεχνικό τέχνασμα την αντίθεση μεταξύ ζωής και θανάτου, προσπαθώντας να
καταδείξει με την κορυφαία λογοτεχνική μαεστρία του, πως ο δρόμος προς την
ανέσπερη ζωή δεν μπορεί να διακοπεί από κανένα κράτος του θανάτου.
Στην ίδια προοπτική, ο άλλος μεγάλος μας
συγγραφέας από το περήφανο νησί της Κρήτης, ο Νίκος Καζαντζάκης μαρτυρά πως: «Ανάμεσα
από το δροσερό σκοτάδι, μεγάλα, πονόψυχα, απελπισμένα, φέγγαν τα μάτια της
Παναγίας κι έλαμπε στο θαμπό λιβανωτόν αγέρα το ρωμαλέο της πηγούνι.
“Γλυκοφιλούσα, Κερά της Θάλασσας” έλεγα όρθιος μπροστά της “ω Καρδιά του
ανθρώπου που χώρες Εκείνον που ουρανός και γης δεν τον χωρούν… Γιατί μέσα στην
καρδιά μου σαλεύεις σα χριστιανικιά Νίκη, που δε φοβάται το αίμα, κι ακλουθάει,
κλαγγάζοντας, με μεγάλες αδρασκαλιές, το στρατευόμενο απάνω στη γης Θεό!”. Έτσι
μιλούσε και χοροπήδα η καρδιά μου, και γύριζα από Μοναστήρι σε Μοναστήρι. Ήθελα
να διαλέξω το πιο αυστηρό για να τελέψω κι εγώ την άσκηση μου. Λίγο, πολύ, για
πάντα, δεν ήξερα. Ένιωθα μονάχα την ανάγκη να μείνω ολομόναχος, αμίλητος,
μήνες».[3]
Ο Καζαντζάκης συνδέει άμεσα το πρόσωπο της
Θεοτόκου με την προσευχητική διάσταση στον άνθρωπο και ιδιαίτερα η Παναγία
ταυτίζεται με το πρόσωπο της κάθε μητέρας, αφού αποτελεί τη Μάνα όλου του
κόσμου καθώς, «Αδειανή ’ταν η εκκλησία, λιγοστό έμπαινε το φως από τα πολύχρωμα
παράθυρα και ξυπνούσε τα κονίσματα, τον πολυέλαιο, τα προύτζινα μανουάλια, και
δεξά ως μπαίνουμε, απάνω στο προσκυνητάρι, τον Άι-Μηνά τον καβαλάρη. Πήρε η
Νοεμή ένα κεράκι από το παγκάρι και τράβηξε ίσια κατά το μεγάλο κόνισμα της
Παναγιάς, ζερβά από την Ωραία Πύλη, στο τέμπλο. Δεν τολμούσε να μιλήσει
καταπρόσωπο με τον πεθαμένο, ήθελε να βάλει μεσίτρα, ανάμεσα στους δυό τους,
την Παναγιά, τη Μάνα… Γονάτισε η Νοεμή και κοίταζε ώρα πολλή, αμίλητη, κι όσο
κοίταζε γλύκαινε, μέρωνε η καρδιά της… Κρατούσε η Παρθένα το γιό στην αγκάλη
σφιχτά πολύ, σα να φοβόταν μην της τον πάρουν, ακουμπούσε το μάγουλο βαθιά,
τρυφερά, απάνω στο μάγουλο του και του ’δινε ένα μικρό ξύλινο σταυρό,
παιχνιδάκι, για να παίξει… Σηκώθηκε η Νοεμή, άναψε το κερί στο μανουάλι, ζύγωσε
το στόμα της στην Παναγιά και της μίλησε. Δεν κάτεχε ακόμα να λέει προσευκές,
της μίλησε σα να ’ταν μια καλή γειτόνισσα και βρέθηκε τώρα η Νοεμή σε μεγάλη
ανάγκη και χτύπησε την πόρτα της. – Μάνα, της είπε, εγώ ’μαι η Νοεμή η Οβραία,
ήρθα από την άκρα του κόσμου, παράτησα την πίστη του πατέρα μου, γίνηκα
χριστιανή. Βρίσκουμαι σε μεγάλη ανάγκη, Μάνα, βόηθα! Πες του να μην έρχεται τη
νύχτα να με τυραννάει, πες του να μη μου κάμει κακό, εγώ το καλό μόνο του
σπιτιού του θέλω, αγαπώ το γιό του, άλλη χαρά δεν έχω… Μάνα, σου λέω και τούτο,
μα να μην του το πεις: σε τρεις μήνες θα γίνω κι εγώ μάνα, φοβούμαι μη μου
πειράξει το γιό μου· μην τον αφήσεις! Πέφτω στα πόδια σου· Μάνα όλων των
μανάδων του κόσμου, ελέησέ με! Σήκωσε τα μάτια, είδε την Παναγιά να την
κοιτάζει θλιμμένη, απελπισμένη, και τα μάτια της σα να ’χαν ξαφνικά γεμίσει
δάκρυα».[4] Είναι
ολοφάνερο λοιπόν, πως στην καζαντζακική σκέψη η προσευχή οδηγεί τον άνθρωπο σε
προσωπική κοινωνία με τον Δημιουργό του και αποτελεί στήριγμα και παραμυθία, τουτέστιν
ζώσα πραγματικότητα της ορθόδοξής μας παράδοσης.
Αλλά η δύναμη της δημιουργίας δεν σταματά
εκεί… Ο Μίκης Θεοδωράκης ως εξόριστος
στη Ζάτουνα της
Αρκαδίας κατά τα δίσεκτα χρόνια της δικτατορίας των συνταγματαρχών, μας απέδειξε
με τον ομορφότερο τρόπο πως ο μοναδικός τρόπος για να νικήσουμε τη φθορά είναι
η δημιουργία, μελοποιώντας τους υπέροχους στίχους του μεγάλου Μάνου Ελευθερίου: «Γλυκοφιλούσα Παναγιά / μάνα μου
κι οδηγήτρα μου / κι’ εγώ στα
στήθη έχω καρδιά / που λιώνει
από την πίκρα μου». Και συνεχίζοντας τον υπέροχο αυτό ύμνο προς τη
Θεοτόκο και στα υπόλοιπα τραγούδια αυτού του μουσικού κύκλου, συνεχίζει να
υμνεί το μυστήριο της μητρότητας καθώς, «Γιατ’
ήσουν μάνα μια φορά / και
ξέρεις τα ραγίσματα / που έχει
ο πόνος κι η χαρά / και του
καιρού τα πείσματα». Στην Αρκαδία ΙΙ επίσης περιλαμβάνεται και το μοναδικό
τραγούδι Γλυκοφιλούσα Παναγιά,
πάντα σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου, που μάλιστα το ερμηνεύει ο ίδιος ο
συνθέτης στο πιάνο του.[5] Μεγάλος
ο καημός της συνάντησης καθώς, «Απ’ όπου να ’σαι / και θα ’ρθεις / και γλώσσα όποια
μιλήσεις / μ’ όσους ανθρώπους κι αν βρεθείς / πίσω δε θα γυρίσεις». Πως αλλιώς
μπορεί να νικηθεί το κάθε σύστημα παρά μονάχα μέσα από τον έρωτα της
δημιουργίας…
[1] Απόσπασμα από το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη,
Ρεμβασμός του Δεκαπενταύγουστου.
[2] Απόσπασμα από το διήγημα του Αλέξανδρου
Παπαδιαμάντη, Η Παναγία η Γλυκοφιλούσα.
[3] Νίκου
Καζαντζάκη, Ταξιδεύοντας.
Ιταλία-Αίγυπτος-Σινά-Ιερουσαλήμ-Κύπρος-Ο Μοριάς, εκδ. Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα
1965, σ. 159.
[4] Νίκου
Καζαντζάκη, Καπετάν Μιχάλης, εκδ. Ελ.
Καζαντζάκη, Αθήνα 1973, σσ. 479-480.
[5] Σ’ αυτή την κατεύθυνση αξίζει κανείς να μελετήσει το εξαιρετικό άρθρο
του Παναγιώτη Ανδριόπουλου, Οι Παναγιές
του Μίκη Θεοδωράκη – Γλυκοφιλούσα Παναγιά, Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2010,
ηλεκτρονική διεύθυνση:
Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012
Μαρία Χατζηαποστόλου: «Η Χώρα του Αχωρήτου»
-Από το σκοτάδι του θανάτου στη γη της ελευθερίας-
Πώς αλλιώς παρά ως γη που συνάντησε τον
ουρανό, μπορεί να χαρακτηριστεί η Θεοτόκος. Μια γυναίκα που μ’ ελεύθερη βούληση
αποδέχθηκε να γίνει η γέφυρα κτιστού-ακτίστου, κάνοντάς μας μετόχους της
Ουράνιας Βασιλείας. Ένας άνθρωπος που έτεκε τον ίδιο το Θεό. Μια Χώρα που
χώρεσε τον Αχώρητο. Καθώς, «Η Θεοτόκος, λοιπόν, ως αχωρητοχώρα ή αχωρητοχωρίον
του αχωρητοχωρήτου Υιού της βιώνει και συνάμα φανερώνει, πρώτη αυτή, το
θαυματουργικό γεγονός, το μυστήριο του Χριστού, του σαρκωμένου Λόγου, και της
Εκκλησίας».[1] Με τη Σάρκωση
έχουμε την επανάκληση του ανθρώπινου γένους στη ζωή με την προσδοκία της
Αναστάσεως και το μυστήριο αυτό δεν είναι πλέον ξένο προς εμάς.
Ο μεγάλος συγγραφέας μας Νίκος Καζαντζάκης
φανερώνοντας την οντολογική διάσταση της Γεννήσεως του Θεανθρώπου, αναγνωρίζει
τον σημαίνοντα ρόλο της στο σχέδιο της θείας Οικονομίας, καθώς για εκείνον η
Θεοτόκος είναι: «Μάνα· γιατί νιώθει πως βγήκε από τα εφήμερα σπλάχνα της κάτι
το αθάνατο…».[2]
Στην ίδια κατεύθυνση ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας τονίζει πως η Θεοτόκος
σώζει, δοξάζει και αγιάζει την Αγία Τριάδα, υπό την έννοια της αναγνωρίσεως της
δυνατότητας σωτηρίας εκ μέρους του ανθρώπου του Θεού.[3]
Κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό[4] από
εκείνη γεννήθηκε ο Σαρκωμένος Λόγος, ο οποίος προσέλαβε τη φθαρτή μας φύση,
αφθαρτοποιώντας την. Μέσα από τον άνθρωπο λοιπόν και την ελεύθερη συγκατάνευσή
του η σωτηρία και όχι δίχως εκείνον. Σώμα ελευθερίας, που γεννά την ίδια τη
Ζωή, καταργώντας το θάνατο. Με τη ζωή της αποτελεί για εμάς πρότυπο ελευθερίας.
Με την Κοίμησή της μας άνοιξε και πάλι το δρόμο της ζωής, φανερώνοντάς μας πως
ο θάνατος δεν είναι το τέλος, αλλά η αρχή μιας νέας ζωής. Ο θάνατος πλέον
λογίζεται ως κοίμηση, ως προσμονή της Αναστάσεως. Κάθε φορά που μας σκιάζει ο
φόβος του θανάτου, θυμούμενοι τη Θεοτόκο, τη μητέρα όλων μας, φωτιζόμαστε από
την ελπίδα της ανέσπερης ζωής. Της ζωής εκείνης που ενώνει τα από πριν διεστώτα
και εμάς όλους σε μια κοινωνία σχέσης και ζωής.
[1] Χρυσόστομου
Σταμούλη, Θεοτόκος και ορθόδοξο δόγμα.
Σπουδή στη διδασκαλία του Αγ. Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Θεσσαλονίκη 2003, εκδ.
Το Παλίμψηστον, Θεσσαλονίκη 2003, σ. 253.
[2] Νίκου Καζαντζάκη, Βίος
και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, εκδ. Καζαντζάκη, Αθήνα 2007, σ. 207.
[3] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ομιλία Δ΄. Ἐν Ἐφεσῳ λεχθεῖσα πρός Νεστοριον, ἠνικα κατηλθον οἱ ἑπτά
πρός τήν Ἅγιαν Μαριαν, PG 77, 992B:
«Χαιροις, ἡ τόν ἀχωρητον χωρησασα ἐν μήτρᾳ ἅγια παρθενική· δι’ ἤς Τριάς ἁγιάζεται·
δι’ ἤς σταυρός τίμιος ὀνομάζεται, καί προσκυνεῖται εἰς πάσαν τήν οἰκουμένην…».
Για τον δοξασμό της Αγίας Τριάδας εκ μέρους του ανθρώπου Βλ. Χρυσόστομου
Σταμούλη, Θεοτόκος και ορθόδοξο δόγμα.
Σπουδή στη διδασκαλία του Αγ. Κυρίλλου Αλεξανδρείας, εκδ. Το Παλίμψηστον,
Θεσσαλονίκη 2003, σ. 233: «Συνοψίζοντας, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι η
κυρίλλεια ερμηνεία της σχέσης Θεοτόκου και Εκκλησίας, ως απόλυτα
χριστοκεντρική, διαφυλάσσει την ορθόδοξη περί Θεοτόκου διδασκαλία από εξάρσεις
υπερτονισμού και υποτονικότητας. Παράλληλα, αναδεικνύει το πρόσωπο της Θεοτόκου
ως κλειδί για την πορεία του μυστηρίου της θείας Οικονομίας και προβάλλει τη
δυναμική συμμετοχή του ανθρώπινου παράγοντα που συνεργάζεται με τον
προσκαλέσαντα Θεό. Η περί Θεοτόκου διδασκαλία όπως και η Εκκλησιολογία
εντάσσονται στο πλαίσιο της Οικονομίας που συνδέεται άμεσα και λειτουργικά με
την Τριαδολογία. Είναι ξεκάθαρο ότι για τον αλεξανδρινό, όπως και για το σύνολο
των Πατέρων, η ορθόδοξη θεολογία είναι ακραιφνώς δοξολογική. Η δόξα του Θεού
σημαίνει τη δόξα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Η όλη Τριάδα
δοξάζει και δοξάζεται, καθώς η όλη Τριάδα ενεργεί το μυστήριο της ενανθρώπησης,
του οποίου υπουργός είναι η Θεοτόκος Μαρία. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο η
δοξολογική θεολογία του Κυρίλλου προϋποθέτει το πρόσωπο της Θεομήτορος, η
ανύμνηση του οποίου αποτελεί ταυτόχρονη ομολογία και συνεπώς δοξασμό της
Τριαδικής Θεότητας».
[4] Ιωάννου
Δαμασκηνού, Ομιλία 8, Ἐγκώμιον εἰς τήν κοίμησιν τῆς πανυμνητου
καί ὑπερενδοξου εὐλογημένης Δεσποίνης ἠμων Θεοτόκου καί Ἀειπάρθενου Μαρίας,
PG 96, 704C: «Καί προῆλθες ἐξ αὐτῆς εἰς Χριστός, εἰς Κύριος, εἰς υἱός Θεός καί ἄνθρωπος
ὁ αὐτός, Θεός τέ ὁμου τέλειος, καί ἄνθρωπος τέλειος, ὅλος Θεός, καί ὅλος ἄνθρωπος,
μία ὑπόστασις σύνθετος, ἐκ δυό φύσεων τελειῶν, θεότητος τέ καί ἀνθρωπότητος,
καί ἐν δυό τελείας φυσεσι, θεοτητι τέ καί ἀνθρωποτητι· οὐ γυμνός Θεός, οὐδέ
ψιλός ἀνθωπος, ἀλλ’ εἰς Υἱός Θεοῦ καί Θεός σεσαρκωμενος...».
Σάββατο 31 Μαρτίου 2012
π. Αντώνιος Πινακούλας:Ο Χριστός θέλει να γίνουμε εμείς σαν την Παναγία. Ελεύθεροι, αυθεντικοί άνθρωποι, χωρίς εξαρτήσεις.
Αγαπητοί αδελφοί, τέταρτη Κυριακή των Νηστειών σήμερα και τυχαίνει να γιορτάζουμε τη μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Γιορτάζουμε τη φανέρωση της μεγάλης απόφασης του Θεού, της προαιώνιας απόφασής του, να ξαναδημιουργήσει τον κόσμο και να γίνουμε εμείς όλοι ξαναδημιουργημένοι άνθρωποι και παιδιά του Θεού. Κι ενώ αυτό είναι το μεγαλύτερο έργο του Θεού, το μοναδικό γεγονός της ιστορίας των ανθρώπων, το ευαγγέλιο δεν μας εξυμνεί αυτό. Μας λέει κάποιες λεπτομέρειες, πάρα πολύ σημαντικές, που αφορούν και αυτό το έργο του Θεού, αλλά και εμάς σε σχέση με το μυστήριο που φανερώθηκε τότε και το γιορτάζουμε σήμερα.
Μας παρουσιάζει δηλαδή το ευαγγέλιο λεπτομέρειες από την αποστολή του Αρχάγγελου Γαβριήλ σε μια κοπέλα της Παλαιστίνης, που ζούσε σε μια μικρή κωμόπολη, από την απόφαση της οποίας ο Θεός εξαρτούσε την πραγματοποίηση αυτού του σχεδίου. Γι’ αυτό και μας δίνει τόσες λεπτομέρειες. Έχει σημασία ο διάλογος που κάνει ο Αρχάγγελος Γαβριήλ με την Μαριάμ, την Παναγία μας. Καταρχάς, τη χαιρετάει. «Χαίρε Κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά Σου. Ευλογημένη συ εν γυναιξί». Η Παναγία μας ταράζεται απ’ αυτά που ακούει και διερωτάται ποιος είναι ο σκοπός αυτού του χαιρετισμού. Σε τι αποβλέπει. Ο άγγελος συνεχίζει: «Μη φοβάσαι Μαριάμ. Θα μείνεις έγκυος και θα γεννήσεις ένα παιδί που θα το ονομάσουν Ιησού. Θα είναι απόγονος του βασιλιά Δαυίδ και θα καθίσει πάνω στο θρόνο του». Εκείνη ρωτάει: «Και πώς θα γίνει αυτό, αφού εγώ δεν έχω παντρευτεί;». Κι εκείνος συνεχίζει: «Το Άγιο Πνεύμα θα έλθει. Κι αυτό που θα γεννηθεί είναι άγιο». Και μετά από αυτό, η Παναγία λέει αυτό που ξέρουμε όλοι μας: «Ιδού η δούλη Κυρίου γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου». Είμαι η δούλη του Θεού, ας γίνουν όλα κατά την εντολή σου.
Αγαπητοί αδελφοί, έχει σημασία γιατί ο ευαγγελιστής μας αναφέρει λεπτομερώς αυτόν το διάλογο. Εγώ σας τα είπα εν περιλήψει. Έχει τεράστια σημασία, γι’ αυτό και μας τα αναφέρει. Βλέπετε πώς αντιδρά η Παναγία σε αυτό το μήνυμα του Θεού. Καταρχήν, ερευνά περί τίνος πρόκειται. Στη συνέχεια, το εξετάζει με βάση τη δική μας λογική και την ανθρώπινη φύση. Δύο πράγματα που τα ξέρουμε όλοι μας. Που τα καταλαβαίνουμε όλοι μας. Που τα ζούμε στην καθημερινότητά μας. Πώς σκεπτόμαστε και ποια είναι η φύση μας. Πώς είναι δυνατόν να γεννηθεί ένας άνθρωπος, αν ένα ζευγάρι δεν έχει σεξουαλική ζωή και αν οι σύζυγοι δεν ζούνε μαζί; Είναι δυνατόν να γίνει αυτό; Η Παναγία ρωτάει τα απλούστερα των πραγμάτων. Αυτά που ξέρουμε όλοι μας. Κι όταν ακούει ότι αυτό θα γίνει με την παρουσία και ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, παραιτείται από όλα αυτά. Γιατί ήδη μπαίνουμε σε έναν άλλο κόσμο. Κι η Παναγία το ξέρει αυτό πάρα πολύ καλά. Και απαντάει: «Ιδού η δούλη Κυρίου. Γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου».
Γι’ αυτό τώρα πρέπει να προσέξουμε δύο πράγματα. Πώς ενεργεί ο Θεός και γιατί ενεργεί ο Θεός έτσι. Ο Θεός είναι παντοδύναμος. Θα μπορούσε να γεννηθεί, να κινήσει το οποιοδήποτε πλάσμα του, την οποιαδήποτε γυναίκα. Και να πάρει σώμα, να δανειστεί από εκεί τη σάρκα του, όπως λένε τα βιβλία μας. Αλλά δεν θέλει να γεννηθεί έτσι. Θέλει να γεννηθεί με σώμα, με ψυχή, με βούληση, με επιθυμίες και συναισθήματα. Κι αυτό για να γίνει, πρέπει να ανταποκριθεί ένα άλλο πλάσμα, μια γυναίκα. Ούτως ώστε εκείνος να γεννηθεί σαν άνθρωπος όπως όλοι οι άνθρωποι, χωρίς να του λείπει τίποτε. Κι αυτό να γίνει με τη δική της απόφαση, με τη δική της θέληση. Για να μη γεννηθεί ο Θεός στον κόσμο σαν άνθρωπος ανάπηρος, χωρίς όλα όσα έχουμε όλοι μας. Γιατί για να έχουμε όλοι μας αυτά που έχουμε, το ήθελαν οι γονείς μας, το πήραν απόφαση, αλλιώς δεν γίνεται, δεν μπορεί να συμβεί. Κι έτσι λοιπόν θέλει να γεννηθεί ο Θεός στον κόσμο. Και θέλει από μας να ανταποκρινόμαστε σε εκείνον με όλα όσα έχουμε δικά μας. Και με το σώμα μας και με την ψυχή μας και με τη βούλησή μας και με τη λογική μας και με τα συναισθήματά μας και με τις επιθυμίες μας. Έτσι θέλει ο Θεός. Γι’ αυτό και εμφανίζονται όλα αυτά στην Παναγία. Έτσι ήταν να γίνει. Γιατί ο Θεός έτσι ήθελε. Και περίμενε να έρθει αυτή η ώρα που ένας άνθρωπος θα μπορούσε να ανταποκριθεί στο κάλεσμά του. Αλλά εμείς βλέπουμε μέσα από αυτά πώς ενεργεί ο Θεός. Δεν ενεργεί δηλαδή με τη δύναμή του, ούτως ώστε να σπρώξει ένα άλλο πλάσμα σε αυτό που θέλει εκείνος. Αλλά μόνο με τη συγκατάθεσή του. Πρέπει και το πλάσμα αυτό να αποφασίσει. Με το μυαλό του και με τη σκέψη του.
Αγαπητοί αδελφοί, υπάρχει ένα περίεργο σε αυτή τη συνάντηση του Αρχάγγελου με την Παναγία, που ενώ τα ακούμε συνέχεια στην Εκκλησία, μας ξεφεύγει και δεν το προσέχουμε. Αν συγκρίνουμε δηλαδή το γεγονός αυτό της παρουσίας του αγγέλου και της συζήτησης που κάνει με την Παναγία, αυτό συμβαίνει και με άλλα πρόσωπα μέσα στην ιστορία των σχέσεων του ανθρώπου με τον Θεό. Και με τον Αβραάμ μίλησε ο Θεός και με τον Μωυσή μίλησε και με τόσους άλλους αγίους. Αυτό στο οποίο ξεχωρίζει η συνάντηση του αγγέλου με την Παναγία είναι ότι η Παναγία σε καμία στιγμή αυτού του διαλόγου δεν εκφράζει αδυναμία, δεν παρακαλεί τον Θεό να την αξιώσει να γίνει αυτό. Θυμόσαστε ότι μιλάει με τον Αβραάμ κι ο Αβραάμ λέει ότι είναι γη και στάχτη. Μιλάει με τον Μωυσή κι εκείνος λέει ότι είναι αδύνατον να αναλάβει αυτό που του λέει. Μιλάει με τον Ησαΐα κι εκείνος λέει ότι εγώ είμαι ένας αμαρτωλός μέσα σε αμαρτωλούς κοκ. Ο ίδιος ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος που, κατά τα λόγια του Χριστού, ήταν ο μεγαλύτερος προφήτης κι ο αγιότερος
Κι αυτά όλα, για μας τι σημαίνουν; Σημαίνουν πάρα πολλά πράγματα. Πώς μπορούμε να ανταποκριθούμε σε αυτό που φανερώνεται σήμερα; Σ’ αυτό που δημιούργησε ο Θεός που έγινε άνθρωπος και ήρθε στον κόσμο και συγκρότησε την Εκκλησία του κι εμείς είμαστε τα μέλη της, μέλη αυτού του Σώματος του Χριστού, ο διάλογος αυτός φανερώνει τι θέλει ο Θεός από μας. Και τι μας αξιώνει ο Χριστός να γίνουμε. Θέλει να γίνουμε σαν την Παναγία και μας αξιώνει με τον τρόπο που ήρθε στον κόσμο. Γι’ αυτό έγινε άνθρωπος, για να γίνουμε εμείς σαν την Παναγία. Ελεύθεροι, αυθεντικοί άνθρωποι, χωρίς εξαρτήσεις. Αυτό συμβαίνει στην Παναγία. Χωρίς εσωτερικές εξαρτήσεις. Ποιες είναι αυτές; Λέει ο άγιος Ιωάννης, ο Απόστολος και ευαγγελιστής, ότι «προσέχετε αδελφοί την καρδιά σας. Μήπως εκείνη σας κατηγορεί; Αν σας κατηγορεί, δεν είστε καθαροί μπροστά στον Θεό». Η Παναγία δεν είχε την καρδιά της να την κατηγορεί μπροστά στον Θεό. Οι λογισμοί της, οι σκέψεις της, οι επιθυμίες της, τα συναισθήματά της, ήταν εκείνα που ήθελε ο Θεός. Δεν υπήρχε διχασμός μέσα της και αντίφαση. Λέει αλλού ο Απ. Παύλος ότι οι άνθρωποι ζούμε συνέχεια σε μια εσωτερική σύγκρουση. «Των διαλογισμών ημών κατηγορούντων ή απολογουμένων». Συνεχώς δεχόμαστε σκέψεις που μας κάνουν να αισθανόμαστε ένοχοι και κατηγορούμεθα. Από την άλλη, απολογούμαστε. Κι αυτό γίνεται μέχρι να έρθει η χάρις του Θεού και να μας ελευθερώσει. Αυτό ήρθε λοιπόν να κάνει ο Χριστός. Να μας δείξει σαν την Παναγία. Να φανερώσει το μυστήριο της παρουσίας της χάρης του Θεού ανάμεσά μας. Αυτό λοιπόν ζητούσε από μας, γι’ αυτό έχει σημασία, και μας το χαρίζει αυτό. Γι’ αυτό γίνεται άνθρωπος, γι’ αυτό γίνεται η Εκκλησία, γι’ αυτό εμείς πορευόμαστε μαζί της.
Αγαπητοί αδελφοί, σήμερα αν δεν συνέπιπτε η γιορτή του Ευαγγελισμού, θα γιορτάζαμε τον άγιο Ιωάννη, έναν ασκητή που έγραψε την Κλίμακα κι εκεί περιέγραψε λεπτομερώς πώς ξεκινάει κανείς και φτάνει μέχρι τον ουρανό. Πώς σκαλοπάτι, σκαλοπάτι, με τη δική του προσπάθεια και με τη χάρη του Θεού, ανεβαίνει στον ουρανό. Αλλά σήμερα, επειδή συνέπεσε η μεγάλη γιορτή της Παναγίας, δεν χρειαζόταν να γιορτάσουμε τον άγιο Ιωάννη και να μιλήσουμε για την Κλίμακα. Γιατί κλίμακα, σκάλα, με την οποία κατέβηκε ο Θεός στους ανθρώπους και οι άνθρωποι συνεχίζουν να ανεβαίνουν στον ουρανό, είναι η ίδια η Παναγία. Αυτό που σήμερα γιορτάζουμε. Ο Θεός πάντα να μας αξιώνει. Αμήν!
25-3-2012
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



















.jpg)


