Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2020

Αντώνης Παναγάκης: ΜΙΑ «ΑΒΟΛΗ» ΓΙΟΡΤΗ





          Πριν 150 χρόνια περίπου η κοινή εορτή των 3 Ιεραρχών της 30ης Ιανουαρίου ορίσθηκε και ως σχολική, με την ιδιαίτερη έμφαση ότι εκτός από την υπόλοιπη προσφορά τους στη θεολογική, κοινωνική ζωή οι Τρεις Ιεράρχες αποτελούν και τους προστάτες των Γραμμάτων και της Παιδείας. Από τότε μέχρι σήμερα έχουν αλλάξει πολλά πράγματα με αποτέλεσμα αυτή η γιορτή να είναι "άβολη" για το σημερινό σχολείο.
Μεγάλο μέρος εκπαιδευτικών ούτε πιστεύουν, άλλοι έχουν ιδεολογικά κωλύματα και κολλήματα με τους 3 ιεράρχες (οι ημιμαθείς...) όλοι όμως αυτοί δεν πρόβαλλαν ποτέ εναντίωση στον γιορτασμό (πέρα από κάποιες μικρές φωνές) γιατί τους βόλευε να κάθονται στο σπίτι τους κι ούτε να συμμετέχουν σε τίποτα σχετικά με τον εορτασμό στο σχολείο. Μέχρι πριν 15 περίπου χρόνια έστω και να μην πήγαιναν στην εκκλησία σχεδόν όλοι οι εκπαιδευτικοί μαζεύονταν στο σχολείο, μετά το πέρας του εκκλησιασμού μοίραζαν τους άρτους, έκοβαν πίτα μπορεί να έκαναν μια άτυπη συνεδρίαση να συζητήσουν θέματα του σχολείου ή ακόμα και μια μικρή συνεστίαση. Ακόμα την ημέρα αυτή τοπικοί συνδικαλιστικοί σύλλογοι εκπαιδευτικών διοργάνωναν τιμητικές συγκεντρώσεις για τους αποχωρούντες από την υπηρεσία συνταξιούχους συναδέλφους. Όλα αυτά έχουν πλέον εκλείψει και μόνο στην επαρχία γίνεται σχεδόν ομαδικός εκκλησιασμός και ομιλία εκπαιδευτικού για την ημέρα ιδιαίτερα στα μέρη που δεν έχουν δυνατότητα να φύγουν οι εκπ/κοί για μια μέρα. Τα τελευταία χρόνια επικρατούσε σύγχυση σχετικά με τον τρόπο που θα εορτασθεί η μέρα αυτή στα σχολεία και κάθε χρόνο είχαμε και μια διαφορετική εγκύκλιο από το υπουργείο μέχρι το σημείο πέρυσι τα σχολεία να μείνουν κλειστά την ημέρα αυτή με την οδηγία εκκλησιασμός ή εκδηλώσεις να γίνουν την προηγούμενη ημέρα.
Σιγά - σιγά λοιπόν απαξιώθηκε η γιορτή αυτή από το υπουργείο και τους εκπαιδευτικούς και η Κεραμέως μαζί με τον αρχιεπίσκοπο έβαλαν το κερασάκι στην τούρτα.Φέτος και εορτή και μάθημα κανονικά.
 Κι όμως θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά τα πράγματα. Να καταργηθεί μεν ως αργία με κλειστά σχολεία αλλά να γίνουν εκδηλώσεις για τα Γράμματα και την Παιδεία που θα έχουν διοργανώσει οι εκπαιδευτικοί μαζί με τους μαθητές τους πέραν του εκκλησιασμού.Όπως ακριβώς έχει ορισθεί η ημέρα σχολικού αθλητισμού στις αρχές του σχολικού έτους όπου ΔΕΝ γίνονται μαθήματα αλλά αθλήματα που έχουν διοργανώσει οι γυμναστές μαζί με τους δασκάλους και ολόκληρη η μέρα είναι αφιερωμένη σε αυτά. Αν αυτό γίνεται για το σχολικό αθλητισμό πόσο μάλλον θα πρέπει να γίνεται για την κατεξοχήν γιορτή του σχολείου. Αντί αυτού παρακολουθήσαμε τις παλινωδίες και το «άδειασμα» της μίας κυρίας από την άλλη του ΥΠΑΙΘ και με έκπληξη τη δήλωση του αρχιεπισκόπου. Θα πρέπει να γνωρίζει ο αρχιεπίσκοπος ότι με τέτοιες δηλώσεις ρίχνει νερό στονμύλο εκείνων που θέλουν να αρχίσουν να καταργούν μία προς μία τις εορτές αργίες που έχουν σαν βάση τον εκκλησιαστικό λειτουργικό βίο και μάλιστα με αντικατάστασή τους από εμπορικές αργίες. Για παράδειγμα κόβουμε μέρες από το 15ήμερο του Πάσχα και βάζουμε μια λευκή εβδομάδα μέσα στο χειμώνα. Ήδη η Κυριακή αργία έχει υποχωρήσει σε σημαντικό βαθμό παρ’ όλους τους αγώνες των εργαζομένων. Αυτή την εξέλιξη θέλουμε;
Ο Αντώνης Παναγάκης είναι Δάσκαλος στο 17οΔημ. Σχ. Καλλιθέας


 εφ. ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ φ. 1049 23.1.2020

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2020

Βλάσης Αγτζίδης:Συζητώντας για τον ιστορική, κοινωνική και ιδεολογική σημασία του έργου των Τριών Ιεραρχών;



Η ανάδειξη της σημασίας των Τριών Ιεραρχών και των πατερικών κειμένων στη σχολική αίθουσα συνιστά μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόκληση
Μεγάλη συζήτηση έχει ανοίξει με αφορμή την κατάργηση της σχολικής αργίας την ημέρα των Τριών Ιεραρχών (30 Ιανουαρίου) και τη μετατροπή της σε μέρα εκδηλώσεων μέσα στο σχολείο. Είναι αυτό τόσο αρνητικό όπως προβάλλεται;
Βεβαίως και όχι! Γιατί η κοινωνική σημασία του έργου των 3 αυτών θεολογων (Ιωάννης Χρυσόστομος, Βασίλειος ο Μέγας και Γρηγόριος Ναζιανζηνός) υπήρξε αντιπλουτοκρατική - και με βάση τη σύγχρονη ορολογία αντικαπιταλιστικη- και αντιεξουσιαστική. Στα πατερικά κείμενα ενυπάρχει η ριζοσπαστική κριτική του πλούτου και της ιδιοκτησίας, η αντίθεση στην κοινωνική αδικία και εκμετάλλευση, και συνυπάρχει με το πνεύμα της φιλανθρωπίας και της ελεημοσύνης και της έμπρακτης αλληλεγγύης προς τους αδυνάτους μέσα από την κοινωνική στράτευση. 
Ουσιαστικά οι Πατέρες υποστήριξαν το πρωτοχριστιανικό εξισωτικό πνεύμα και αγωνίστηκαν για  ένα από τα χριστιανικά αξιώματα, που ήταν  η άρνηση των κοινωνικών και φυλετικών διακρίσεων μεταξύ των ανθρώπων. Επανέφεραν τον ορισμό της ελευθερίας ως κανόνα των ανθρώπινων σχέσεων, έτσι όπως διατυπώθηκε στην Επί του Όρους Ομιλία: «καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως».  Αυτά τα πρωταρχικά αξιώματα ελευθερίας και ισότητας αποτυπώθηκαν εξαιρετικά στην εξής πρόταση: «Οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.» (Προς Γαλάτας επιστολή γ΄23–δ΄5) Το πνεύμα αυτό περιθωριοποιήθηκε από τη στιγμή που η κοσμική εξουσία -μετά την καταστολή του επαναστατικού χριστιανικού = κινήματος όπως υποστηρίζει ο Κάουτσκι- ενσωμάτωσε τον χριστιανισμό και τον μετέτρεψε σε κρατική ιδεολογία. 
Από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ στον Κάουτσκι
Ακριβώς αυτή τη κοινωνική σημασία του έργου των Πατέρων της Εκκλησίας περιγράφει η Ρόζα Λούξεμπουργκ στο κείμενό της «Socialism and The Churches» (Ο Σοσιαλισμός και οι Εκκλησίες-1905). Γράφει: “The Fathers of the Church struggled for a long time, yet, with burning words, against this penetration of social inequality into the Christian community, scourging the rich and exhorting them to return to the communism of the early Apostles. Saint Basil, in the fourth century after Christ, preached thus against the rich: “Wretches, how will you justify yourselves before the Heavenly Judge? You say to me, ‘What is our fault, when we keep what belongs to us?’ I ask you, ‘How did you get that which you called your property? How do the possessors become rich, if not by taking possession of things belong to all? If everyone took only what he strictly needed leaving the rest to others, there would be neither rich nor poor’.”
It was St. John Chrysostom, patriarch of Constantinople, (born at Antioch in 347, died in exile in Armenia in 407), who preached most ardently to the Christians the return to the first communism of the Apostles….”
Δηλαδή: 
«Οι Πατέρες της Εκκλησίας όμως, πάλεψαν επί μακρόν, με πύρινους λόγους, εναντίον αυτής της διείσδυσης της κοινωνικής ανισότητας μέσα στη χριστιανική κοινότητα, επιπλήττοντας τους πλουσίους και προτρέποντάς τους να επιστρέψουν στον κοινοκτημονισμό (κομμουνισμό) των πρώτων Αποστόλων. Ο Άγιος Βασίλειος, τον τέταρτο αιώνα μετά τον Χριστό, κήρυξε έτσι εναντίον των πλουσίων: "Κακοί, πώς θα δικαιολογήσετε τον εαυτό σου ενώπιον του Ουράνιου Δικαστή; Μου λέτε: «Ποιο είναι το λάθος μας, όταν κρατάμε αυτό που μας ανήκει;» Σας ρωτώ: «Πώς πήρατε αυτό που κάνατε ως ιδιοκτησία σας; Πώς οι πλούσιοι γίνονται πλούσιοι, αν όχι με την κατοχή των πραγμάτων ανήκουν σε όλους; Αν όλοι πήραν μόνο αυτό που μόνο είχαν ανάγκη, αφήνοντας τα υπόλοιπα στους άλλους, δεν θα υπήρχαν ούτε πλούσιοι ούτε φτωχοί».
Ήταν ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος … που κήρυξε με τον περισσότερο ζήλο στους χριστιανούς την επιστροφή στον πρώτο κομμουνισμό των Αποστόλων».
Αυτό τον κοινωνικό χαρακτήρα του πρώιμου χριστιανισμού είχαν περιγράψει οι σημαντικότεροι των σοσιαλιστών διανοουμένων. Ο Καρλ Κάουτσκι -μια θρυλική μορφή της Β’ Κομμουνιστικής Διεθνούς και ηγέτης της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας- έγραψε το  1908 το βιβλίο του «Η καταγωγή του χριστιανισμού», όπου προσπαθεί να ανασυστήσει την πραγματική κοινωνική ιστορία της εμφάνισης του χριστιανισμού. Ο Κάουτσκι θεωρεί ότι εμφανίστηκε ως ένα εργατικό κοινωνικοκτημονικό επαναστατικό κίνημα της εποχής εκείνης και γι αυτό συνάντησε τη σφοδρή αντίδραση της Ρώμης. 
Στην υποστήριξη της θεώρησης του Κάουτσκι περί επαναστατικού κινήματος για την κοινωνική ισότητα, συνηγορεί και η εξής αναφορά στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, (Λκ 12,51-53. 14,26-27): «Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπὶ τὴν γῆν· οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλὰ μάχαιραν. ἦλθον γὰρ διχάσαι ἄνθρωπον κατὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ θυγατέρα κατὰ τῆς μητρὸς αὐτῆς καὶ νύμφην κατὰ τῆς πενθερᾶς αὐτῆς· καὶ ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ».
Επιβιώσεις του κοινωνικού χριστιανικού πνεύματος:
Από τον μητροπολίτη Κοζάνης Ιωακείμ στη Θεολογία της Απελευθέρωσης
Σύγχρονη πολιτική έκφραση των απόψεών τους θα θεωρούσα τη Θεολογία της Απελευθέρωσης, όπως εκφράστηκε στην Λατινική Αμερική με τους ενόπλους ιερείς να αγωνίζονται με τους ιθαγενείς και τα αριστερά κινήματα ενάντια στην κοινωνική αδικία και την αποικιοκρατία. Αυτή ακριβώς η υπόρρητη σχέση της Θεολογίας της Απελευθέρωσης με τα πατερικά κείμενα, παρουσιάζεται σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συλλογική έκδοση υπό τον τίτλο: "Βιβλική θεολογία της απελευθέρωσης, πατερική θεολογία και αμφισημίες της νεωτερικότητας".
Σ' αυτή την παράδοση πρέπει να εντάξουμε και τους Έλληνες ιερείς που την περίοδο της γερμανικής Κατοχής έλαβαν μέρος στην Εθνική Αντίσταση με κορυφαίο τον μητροπολίτη Κοζάνης Ιωακείμ - από το μαρτυρικό Ορτάκιοϊ της Μικράς Ασίας, που διετέλεσε αντιπρόεδρος της ΠΕΕΑ, της κυβέρνησης των ελεύθερων ελληνικών βουνών. Εκτός από το απελευθερωτικό πνεύμα της Αντίστασης, η χορεία αυτή των αντιστασιακών ιερωμένων είχε ιδιαίτερη ευαισθησία στην κοινωνική αντίληψη του απελευθερωτικού κινήματος που κήρυσσε ως μεταπελευθερωτικό στόχο μια Ελλάδα απαλλαγμένη από την κοινωνική αδικία με κατοχυρωμένη την ελευθερία και την ισότητα των πολιτών της...
Εν κατακλείδι 
Η ανάδειξη της σημασίας των Τριών Ιεραρχών και των πατερικών κειμένων στη σχολική αίθουσα συνιστά μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόκληση.
Εδώ θα φανεί η σοβαρότητα των δημοκρατικών εκπαιδευτικών. Εάν δηλαδή μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη φαντασία τους, αναδεικνύοντας την προοδευτική και αντιπλουτοκρατική πλευρά ενός ιστορικού φαινομένου, που οι σύγχρονοι κυρίαρχοι το οικειοποιουνται από ημιμάθεια και - ίσως- από ξεπερασμένη θρησκοληψία...
(*) Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας-μαθηματικός,


Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2017

Ανδρέα Χ. Αργυρόπουλου:ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΚΑΙ Η ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

(προδημοσίευση από το βιβλίο που ετοιμάζεται για τους Τρεις Ιεράρχες)



ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΚΑΙ Η ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Για τους Τρεις Ιεράρχες ορισμένα πράγματα έχουν γίνει λίγο –πολύ γνωστά: οι διαχρονικής αξίας παιδαγωγικές τους απόψεις, οι θέσεις τους για τα κοινωνικά και πολιτικά αδιέξοδα ,η επιστημονική τους συγκρότηση ,η διακονία τους στο συνάνθρωπο, οι φιλοσοφικές τους γνώσεις ,η ρητορική τους δεινότητα κ. λ. π.
Ένας από τους τομείς του έργου τους που δεν έχει αναδειχθεί είναι η σχέση τους με την ιατρική. Οι σπουδές τους, οι γνώσεις και η προσφορά τους (του Μ. Βασιλείου κύρια) στην ιατρική επιστήμη καθώς επίσης η συμβολή τους στη δημιουργία ενός δημόσιου συστήματος υγείας στις περιοχές που έδρασαν είναι άγνωστες στο ευρύ κοινό. Μπορεί ακόμη και οι θεολόγοι και οι ιερείς να αγνοούμε πολλά σχετικά με αυτό το ζήτημα, όμως οι αναφορές στους Τρεις Ιεράρχες αλλά και σε άλλους Πατέρες της Εκκλησίας από επιστήμονες της Ιστορίας της Ιατρικής ,Έλληνες και ξένους , είναι πολλές και αξιόλογες.

ΙΑΤΡΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ
Οι πληροφορίες μας λένε ότι τον 4ο αιώνα λειτουργούσαν μόνο δύο κατ’ εξοχήν ιατρικές σχολές, μια στην Τύρο και μία στην Αλεξάνδρεια . Η Ιατρική ως επιστήμη στις περισσότερες περιπτώσεις είχε ενσωματωθεί στο πρόγραμμα σπουδών των σχολών ρητορικής παιδείας  όπως επίσης και σε εκείνο των φιλοσοφικών σχολών. Αυτό βέβαια δε σήμαινε ότι αυτομάτως κάποιος που σπούδαζε σε αυτές επέλεγε και την ιατρική .Είναι αξιοσημείωτο να αναφερθεί ότι η φιλοσοφία διδάσκονταν και στις ιατρικές σχολές γεγονός που φανερώνει μία διαφορετική, μια ποιοτικότερη αντίληψη για την επιστήμη.
Και οι Τρεις Ιεράρχες σπούδασαν ιατρική. Ο Μ. Βασίλειος πραγματοποιεί τις εγκύκλιες σπουδές του στην Καισάρεια όπου γνωρίζεται με τον Γρηγόριο ,φοιτητή τότε της ρητορικής. Μεταξύ τους αναπτύσσεται μια ισχυρή φιλία που θα κρατήσει για πάντα. Ο Βασίλειος θα συνεχίσει τις σπουδές του στην Κωνσταντινούπολη και ο Γρηγόριος στην Καισάρεια της Παλαιστίνης όπου το επίπεδο των ρητορικών σπουδών ήταν αρκετά υψηλό. Μετά από καιρό θα συναντηθούν στην Αθήνα όπου  σπουδάζουν μεταξύ των άλλων την «θαυμασίαν Ιατρικήν».
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος πλην  της θεολογίας και της ρητορικής σπούδασε και Ιατρική, στοιχεία της οποίας όπως αναφέραμε διδάσκονταν στις σχολές της φιλοσοφίας και της ρητορικής. Αυτό θα τον βοηθήσει πολύ στο να διακονήσει καλύτερα τους ασθενείς των νοσοκομείων που ίδρυσε.

Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΟΥ Μ.ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΣΕ ΑΥΤΗΝ

Οι Τρεις Ιεράρχες υπεραμύνονται της αξίας των επιστημών θέτοντας σε σωστές βάσεις τις σχέσεις πίστης και επιστήμης. Αναφέρονται στην αξία της φιλοσοφίας, της ιστορίας, της αστρονομίας ,της φυσικής ιστορίας, της ιατρικής… Στο ερώτημα μάλιστα που τέθηκε κάποτε στον Μέγα Βασίλειο για το αν πρέπει οι μοναχοί να μεταχειρίζονται την Ιατρική, ο μεγάλος αυτός άγιος της Εκκλησίας μας όχι απλά υπεραμύνθηκε της αναγκαιότητας της ιατρικής επιστήμης, αλλά τόνισε και την προέλευσή της από τον ίδιο το Θεό. «Ὥσπερ ἑκάστη τῶν τεχνῶν βοήθεια ἡμῖν πρὸς τὸ τῆς φύσεως ἀσθενὲς ὑπὸ τοῦ Θεοῦ κεχάρισται͵ …οὕτω καὶ ἰατρική….»
Η σπουδαιότητα της θέσης αυτής των Πατέρων της Εκκλησίας είναι μεγάλη αν κάποιος λάβει υπ’ όψη του ποιες ήταν οι κυρίαρχες αντιλήψεις μεταξύ των χριστιανών της εποχής. Η ιατρική επιστήμη είχε απαξιωθεί .Οι ιατρικές σχολές άρχισαν να παρακμάζουν. Η πλειονότητα των πιστών πίστευε στη θεραπεία μέσω της απλής επιθέσεως των χεριών των κληρικών επί της κεφαλής ή με την απαγγελία κάποιας προσευχής. Η θρησκοληψία και μια μαγική αντίληψη για το Χριστιανισμό κυριαρχούσε στα λαϊκά στρώματα. Μυστικιστικές ακατανόητες εκφράσεις ή διαγράμματα, μαγικά ρητά, φυλακτά, λείψανα, εξορκισμοί ήταν σε καθημερινή χρήση από ευρύτατα στρώματα του λαού. Τα όρια πίστης μαγείας και δαιμονολατρίας ήταν δυσδιάκριτα.
Ο Μ. Βασίλειος υποστηρίζει ότι αν δεν είχε απομακρυνθεί ο άνθρωπος από τον Παράδεισο δεν θα υπήρχε ανάγκη ιατρών .Αφού όμως τα πράγματα εξελίχθηκαν έτσι δόθηκε η συγκεκριμένη επιστήμη από το Θεό για να βοηθηθεί ο άνθρωπος. Πολλές φορές χρησιμοποιεί εικόνες από την ιατρική για να μιλήσει για θεολογικά ζητήματα. Ο Άγιος Γρηγόριος, ο οποίος σπούδασε μαζί με τον Βασίλειο στην Αθήνα ιατρική, μας πληροφορεί ότι ο φίλος και συνοδοιπόρος του δεν είχε μια επιφανειακή σχέση με την επιστήμη αυτή αλλά μελέτησε κύρια το φιλοσοφικό και διδακτικό μέρος της. Αυτό δεν τον εμπόδισε να ασχοληθεί στα συγγράμματα του με πολλά ιατρικά θέματα. Ο Βασίλειος δεν περιορίζεται όμως στη θεραπεία του σώματος. Τον ενδιαφέρει και η θεραπεία της ψυχής του ασθενούς. Από πολλούς ερευνητές θεωρείται βαθύς γνώστης των ιατρικών δεδομένων της εποχής του. Οι επιστημονικές παρατηρήσεις του είναι χρήσιμες και πολύτιμες για την ιστορία της ιατρικής. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στο υπόμνημά του στον Ησαΐα αναφέρει ορισμούς της χειρουργικής, του μώλωπος, του τραύματος που χρησιμοποιούνται στην εποχή μας από τους πανεπιστημιακούς δασκάλους. «επειδή τραύμα λύσις του σώματος συνεχείας κατά μικρόν τι μέρος της συνάφειας διακοπής…ως και ο μώλωψ ίχνος εστί πληγής ύφαιμον, θλασθέντος του σώματος…και η φλεγμονή εστί πυρώδης συρρεόντων επί το ασθενήσαν μέρος των υγρών…»
Άξιες μελέτης είναι και οι περιγραφές του Βασιλείου για την κατασκευή των οφθαλμών. Ελάχιστα διαφέρουν από τις αντίστοιχες των σύγχρονων βιβλίων της Ανατομικής. «…των οφθαλμών εμπεπήγασι δίδυμαι βολαί…Φυλακαί δε περί των οφθαλμών ουκ ολίγαι……χιτών εντεύθεν και ουκ αρκεί ούτος…εις μεν διαυγής εις δε αραιός…ο μεν κρυσταλλοειδής,ο δε κερατοειδής… ο προκεκαλυμμένος στερεώτερος…ο ενδόθεν, αραιότερος ίνα μη κωλύει την πάροδον..ο τρίτος πάλιν κρυσταλλοειδής…»
Η παρατήρηση του για την κατασκευή του ανθρώπινου οργανισμού, η οποία κατά τον Βασίλειο υπόκεινται σε νόμους που μεταβιβάζονται από τη σύλληψη στη μήτρα ,επιβεβαιώθηκε τον 19ο αιώνα με τη μελέτη των νόμων της κληρονομικότητας. Τα ανθρώπινο σώμα αναπτύσσεται εξ αιτίας των «λόγων της αυξήσεως» που κατεβλήθησαν στη μήτρα. «Κατά την πρώτην σύστασιν την καταβληθείσαν εν τη μήτρα κατεβλήθησαν και οι λόγοι της αυξήσεως…»

ΙΔΡΥΣΗ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΩΝ-ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

Είναι αξιοπρόσεκτο ότι την επιστημονική τους κατάρτιση οι Τρεις Ιεράρχες δεν τη χρησιμοποίησαν για ατομική προβολή, για πλουτισμό ή για κοινωνική ανέλιξη αλλά για να προσφέρουν στον αδερφό τους. Ο Βασίλειος, ιδρύει τη γνωστή σε όλους μας Βασιλειάδα, μια «πόλη φιλανθρωπίας». Εκεί οργανώνει το πρώτο δημόσιο νοσοκομείο, στο οποίο υπήρχαν κατοικίες γιατρών, νοσηλευτικού προσωπικού και ειδικές πτέρυγες για λεπρούς και πάσχοντες από επιδημικές ασθένειες. Μας γίνεται γνωστό από τα κείμενα ότι ο ίδιος παρότι καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια «έδινε το χέρι στους λεπρούς, τους φιλούσε αδελφικά και τους φρόντιζε ο ίδιος προσωπικά». Συνιστούσε μάλιστα στους επισκόπους της δικαιοδοσίας του, την ίδρυση παρόμοιων με την Βασιλειάδα ιδρυμάτων. Σιγά-σιγά οργάνωσε ένα δίκτυο υπηρεσιών υγείας σε ολόκληρη τη Μικρά Ασία. Ο Άγιος Γρηγόριος θεωρεί ότι ο ιατρός πρέπει να είναι καλόψυχος και να έχει μια σχέση εμπιστοσύνης με τον ασθενή πράγμα που θα βοηθήσει πολύ στην ανακούφιση του πόνου.


Ο Χρυσόστομος χτίζει πολλά νοσοκομεία στην Κωνσταντινούπολη, στα οποία όπως και ο Βασίλειος περιποιείται ο ίδιος τους ασθενείς. Η επιστημονική έρευνα έχει καταδείξει ότι ο Βασίλειος και ο Χρυσόστομος είναι ουσιαστικά οι εμπνευστές ενός δημόσιου συστήματος υγείας που με την πάροδο του χρόνου απλώνεται σε ολόκληρη την Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Πολλοί μοναχοί ιδρύουν μοναστήρια σε διάφορες περιοχές. Σε όλα τα μοναστήρια υπήρχε ο «ξενώνας», ο χώρος εκείνος που λειτουργούσε ως νοσοκομείο. Ο Μ. Βασίλειος δίνει συγκεκριμένες οδηγίες στους μοναχούς για την περιποίηση των ασθενών. Θεωρεί ότι ο μοναχός ωφελείται πνευματικά όταν υπηρετεί τους ασθενείς σαν να είναι τα ίδια του τα αδέλφια. Ο Χρυσόστομος μας πληροφορεί ότι κάθε  μοναχός είχε αναλάβει προσωπικά να διακονεί  κάποιους ασθενείς «και ο μεν θεραπεύει τραύματα των λώβην εχόντων, ο δε χειραγωγεί τον τυφλόν, ο δε βαστάζει το σκέλος το πεπηρωμένον». Η παράδοση αυτή της περίθαλψης των ασθενών στα μοναστήρια συνεχίστηκε για πολλούς αιώνες στο Βυζάντιο.

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Των Τριών Ιεραρχών:Υλικό για τη γιορτή!




Φίλες και φίλοι,αγαπητές-οί συνάδελφοι,στη σελίδα μας και στην ετικέτα ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ μπορείτε να βρείτε υλικό(40 περίπου κείμενα ,άρθρα,σχόλια,ομιλίες κ.λ.π. ) για τη γιορτή των Τριών Ιεραρχών .Ηλεκτρονική διεύθυνση:http://e-theologia.blogspot.gr/search/label/%CE%A4%CE%A1%CE%95%CE%99%CE%A3%20%CE%99%CE%95%CE%A1%CE%91%CE%A1%CE%A7%CE%95%CE%A3

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015

Ανδρέα Αργυρόπουλου:ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ





Σε μια εποχή σαν την δική μας, όπου εκα-
τομμύρια δολάρια δαπανώνται καθημε-
ρινά για πολεμικούς εξοπλισμούς, ενώ την
ίδια στιγμή εκατομμύρια συνάνθρωποί μας
αφανίζονται από την πείνα και τις αρρώστι-
ες, ο λόγος των Τριών Ιεραρχών για τον πό-
λεμο και την ειρήνη, είναι πιο επίκαιρος από
ποτέ. Το ερώτημα είναι: Ποιος τον ακούει;
Στην Ορθόδοξη πίστη και διδασκαλία, η ει-
ρήνη είναι χάρισμα και δωρεά του Αγ. Πνεύ-
ματος, δώρο δηλαδή του ίδιου του Θεού στο
εκλεκτό των δημιουργημάτων Του, στον άν-
θρωπο. Όπως μας λέει ο Απ. Παύλος «ο δε
καρπός του Πνεύματος εστίν αγάπη, χαρά,
Ειρήνη». Ο Μ. Βασίλειος θεωρεί την ειρήνη
«ουράνιο δώρο του Χριστού προς τους πι-
στούς».
Ο Χριστός είναι για μας ο «άρχων της Ειρή-
νης». Στην επί του όρους ομιλία Του, στους
«Μακαρισμούς», οι ειρηνοποιοί αποκαλού-
νται «μακάριοι, ευλογημένοι, ευτυχισμένοι,
άξιοι για τη Βασιλεία του Θεού», και θα ονο-
μαστούν, όπως αναφέρει ο Ματθαίος, «παι-
διά του Θεού» (Ματθ. ε’, 9). Στην Παλαιά και
στην Καινή Διαθήκη, συναντάμε δεκάδες
αναφορές στην ειρήνη.
Στη Θεία Λειτουργία, που αποτελεί το κέ-
ντρο της χριστιανικής λατρείας, οι ευχές για
την ειρήνη είναι συνεχείς. Μιας και η επικρά-
τησή της πρέπει να είναι μέλημα όλων μας
(«υπέρ της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου»,
«υπέρ της άνωθεν ειρήνης», «τα έθνη πράυ-
νον τον κόσμον ειρήνευσον», «εν ειρήνη του
Κυρίου δεηθώμεν» κ.λπ.). Ο άγιος Ιωάννης ο
Χρυσόστομος αναφέρει: «Τίποτα δεν αξίζει
όσο η ειρήνη και η ομόνοια. Γι’ αυτό και όταν
εισέρχεται ο Επίσκοπος, δεν ανεβαίνει στο
θρόνο, πριν τους ευλογήσει όλους, για να
έχουν ειρήνη, και αφού σηκωθεί, δεν αρχίζει
το κήρυγμα, πριν δώσει σε όλους την ειρή-
νη. Οι ιερείς πάλι, όταν πρόκειται να ευλο-
γήσουν, προηγουμένως εύχονται ειρήνη και
ύστερα αρχίζουν την ευλογία. Ο διάκονος,
τέλος, προτρέποντας τους πιστούς να προ-
σευχηθούν, μαζί με τα άλλα τους παρακι-
νεί στην αίτηση και για το εξής: να ζητούν
άγγελο ειρήνης, και ειρηνική πορεία ζωής.
Ακόμα, όταν τους κατευοδώνει στο τέλος της
Λειτουργίας, αυτό τους εύχεται, λέγοντας
τους να πορευθούν ειρηνικά. Με δύο λόγια,
τίποτα δεν επιτρέπεται, ούτε να πούμε ούτε
να πράξουμε, χωρίς την ειρήνη. Αυτή είναι
η μητέρα μας, αυτή μας ανέθρεψε, περιβάλ-
λοντάς μας με πολλή αγάπη και επιμέλεια»
(PG 48, 870).

Η ειρήνη στους Τρεις Ιεράρχες

Οι Τρεις Ιεράρχες δεν διστάζουν να μι-
λήσουν ανοιχτά και να καταγγείλουν τους
υπεύθυνους των συγκρούσεων και των πο-
λέμων. Για τον Χρυσόστομο, η πλεονεξία
των πλουσίων, που έχει σαν συνέπεια την
ανισοκατανομή των αγαθών, είναι η αιτία
των κοινωνικών συγκρούσεων.
Δεν είναι του Θεού «η γη και το πλήρωμα
αυτής» (Ψαλμ. κγ’, 1). Αν λοιπόν όσα έχουμε
ανήκουν στο Θεό, που είναι ο ίδιος για όλους
μας, άρα ανήκουν και στους συνανθρώπους
μας.
 «Κοίταξε, σε παρακαλώ, το σχέδιο του
Θεού. Έφτιαξε πολλά πράγματα κοινά, για
να φιλοτιμηθεί το γένος των ανθρώπων βλέ-
ποντάς τα. Έτσι, τον αέρα, τον ήλιο, το νερό,
τη γη, τον ουρανό, τη θάλασσα, το φως, τ’
αστέρια, τα έδωσε να τα χαίρονται όλοι το
ίδιο, σαν αδέλφια. Τα ίδια μάτια έδωσε σε
όλους, το ίδιο σώμα, την ίδια ψυχή, όλα όμοια
είναι φτιαγμένα... Πρόσεξε λοιπόν, ότι οι άν-
θρωποι δεν μαλώνουν για τα κοινά πράγμα-
τα, αλλ’ αντίθετα ζουν ειρηνικά. Όταν, όμως,
κάποιος επιχειρήσει ν’ αρπάξει κάτι και να
το κάνει δικό του, αρχίζει ο τσακωμός, σαν
και η ίδια η φύση να αγανακτεί. Γιατί, ενώ ο
Θεός με κάθε τρόπο μας αδελφώνει, εμείς,
εν τούτοις, τσακωνόμαστε και χωριζόμαστε
και αρπάζουμε για ιδιοκτησία και λέμε “το
δικό μου” και “το δικό σου”, αυτές τις ψυχρές
λέξεις. Έτσι ξεσπούν οι πόλεμοι, έτσι γεννιέ-
ται η αδικία στους ανθρώπους...» (Ομιλία 12
στην προς Τιμόθεον Α’, PG 62, 563’562).
Ο Μ. Βασίλειος θεωρεί απαράδεκτο τα
αγαθά της ειρήνης να χαίρονται ελάχιστοι
άνθρωποι, ενώ χιλιάδες να αποκλείονται
από αυτά (ΒΕΠ 55, 309). Σε άλλο σημείο, ο
ίδιος ρωτάει: «Μέχρι πότε θα υπάρχει πλού-
τος, που είναι η αφορμή του πολέμου: Οι
εξοπλισμοί γίνονται για την απόκτηση του
πλούτου» (ΒΕΠ 54, 74, 6).
Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, συμπληρώνο-
ντας τον προβληματισμό του Μ. Βασιλείου
λέει: «Μητέρα των πολέμων είναι η πλεονε-
ξία, οι πόλεμοι με τη σειρά τους γεννούν την
υψηλή φορολογία, που είναι η αυστηρότητα
καταδίκη των πολιτών» (ΒΕΠ 59, 141).
Για τον Χρυσόστομο, αιτία της καταστρο-
φής της ειρήνης και της ενότητας των πι-
στών, είναι «ο έρωτας για τα χρήματα, την
εξουσία και τη δόξα». «Τίποτε δεν συμβάλ-
λει τόσο πολύ σε μάχη και σε πόλεμο, όσο ο
έρωτας για τα παρόντα, όσο δηλαδή η επιθυ-
μία για δόξα, χρήματα ή για καλοπέραση» (Ι.
Χρυσόστομος PG. 55,343).
Προϋπόθεση για την επικράτηση της ειρή-
νης στις σχέσεις ανθρώπων και λαών, είναι
η αγάπη, όχι σαν θεωρητικολογία, αλλά σαν
στάση ζωής. Η έλλειψη της αγάπης οδηγεί
στην κοινωνική αδικία, που έχει ως συνέπειά
της την αναστάτωση. «Εάν όλοι αγαπούσαν
ο ένας τον άλλον αμοιβαία, σε τίποτα πλέον
δεν θα μπορούσε κανείς να αδικήσει, τουνα-
ντίον, μάλιστα, και οι φόνοι, και οι μάχες,
και οι πόλεμοι, και οι επαναστάσεις, και οι
αρπαγές, και οι πλεονεξίες, και όλα τα κακά
θα παραμερίζονταν, ώστε να φθάναμε στο
σημείο να αγνοούμε ακόμα και ονομαστικά
την κακία» (Ι. Χρυσόστομος, ΒΕΠ 61, 271).
Οι Τρεις Ιεράρχες δεν κάνουν «ειρηνολο-
γία», δεν ζητούν από τους πιστούς απλά να
επιδιώξουν μια ειρήνευση εξωτερική, τυπι-
κή, ο στόχος τους δεν είναι η «ειρηνική συ-
νύπαρξη» χωρίς περιερχόμενο. Η ειρήνη, αν
μείνει μόνο στα λόγια, λέει ο Μ Βασίλειος,
καταντάει κοροϊδία. Υπογραμμίζουν πως η
ειρήνη συμπορεύεται με τη δικαιοσύνη και
την αγάπη. Ξεκαθαρίζουν στα κείμενά τους,
ότι μιλούν για την αληθινή ειρήνη, αυτή που
ενώνει πραγματικά τους ανθρώπους μεταξύ
τους και με Θεό.
Ο Χριστιανός οφείλει να συγκρούεται με
τους «τυράννους» που «νοσούν στη πίστη»
(Γρηγόριος Θεολόγος) και όχι να έρχεται σε
συμφωνία μαζί τους, χάριν του συμφέρο-
ντος. Σκοπός του Χριστιανού, βέβαια, είναι
να ειρηνεύει με όλους, όταν αυτό είναι δυ-
νατόν. «Διότι μερικές φορές δεν είναι δυνα-
τόν. Όπως, π.χ., όταν η υπόθεση αφορά την
πίστη στο Θεό, ή όταν ο αγώνας γίνεται γι’
αυτούς που αδικούνται. Αν δεις κάπου να
κακοποιείται η πίστη, τότε μην προτιμήσεις
την ομόνοια από την αλήθεια, αλλά στάσου
αντιμέτωπος στο κακό με γενναιότητα, μέ-
χρι θανάτου» (Χρυσόστομος, PG 60, 611). Η
χριστιανική πίστη δεν μπορεί να ταυτιστεί
και να συμβαδίσει με την «ειρήνη» των εκμε-
ταλλευτών και των ασεβών, γιατί ακριβώς
αυτή δεν είναι πραγματική ειρήνη. Είναι
«ειρήνη» των λίγων, και όχι όλων των παι-
διών του Θεού. Για τον άγιο Γρηγοριο «είναι
προτιμότερος ο αξιέπαινος πόλεμος από την
ειρήνη που μας χωρίζει από τον Θεό» (Γρη-
γόριος ο Θεολόγος, ΒΕΠ 58, 274,7).
Και στην περίπτωση όμως αυτή, κατά τους
μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, ο πιστός
οφείλει να κάνει διάκριση μεταξύ προσώπων
και αντιλήψεων. Να πολεμά δηλαδή και να
συγκρούεται με καταστάσεις, αλλά όχι να
μισεί και να αποστρέφεται ανθρώπους. Να
μη μετατρέπει, δηλαδή, ακόμη και σε αυτήν
την περίπτωση, την ψυχή του σε πεδίο μά-
χης.

Εσωτερική ειρήνη

Τέλος, πρέπει να τονισθεί ότι για να επι-
τευχθεί η εξωτερική ειρήνη, ο άνθρωπος
πρέπει προηγούμενα να έχει πετύχει την ει-
ρήνευση του εσωτερικού του κόσμου.
Για τους Τρεις Ιεράρχες, είναι ανώφελο
κάποιος να αγωνίζεται να ειρηνεύσει τους
άλλους, ενώ δεν έχει κατορθώσει να πετύ-
χει την εσωτερική γαλήνη και ηρεμία. Μόνο
κατορθώνοντας την εσωτερική ειρήνη ο Χρι-
στιανός, γίνεται πραγματικά «ειρηνοποιός»
δηλαδή, «Υιός Θεού». Μόνο τότε, οι όποιοι
αγώνες του για την ειρήνη του κόσμου θα
έχουν ευεργετικά αποτελέσματα για τους
άλλους. Μόνο τότε, το όραμα του προφήτη
Μιχαία θα αρχίζει να γίνεται πραγματικότη-
τα. «Θα κάνουν τα σπαθιά τους άροτρα και
τα δόρατά τους δρεπάνια. Κανένα έθνος δεν
θα ξαναϋψώσει πάλι το σπαθί του εναντίον
άλλου έθνους, ούτε θα ξαναμάθουν πια να
 πολεμούν» (Μιχαίας δ’ 3).

Εφημερίδα «Χριστιανική», 4-3-2004

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

Θανάσης Ν. Παπαθανασίου:Δίκοπο, τουλάχιστον...



(εισαγωγικό σημείωμα στο βιβλίο :"Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών")

Είναι πανέμορφα. Κομψοτεχνήματα αληθινά,
με φιλική λαβή, πλουμιστό θηκάρι και λάμα
χαραγμένη με σπουδαία λόγια. Είναι τα δια-
κοσμητικά μαχαίρια, που φτιάχνονται σε διάφορες
περιοχές, θυμίζουν παράδοση, κοσμούν πολλά σα-
λόνια και... τέρπουν. Μπορεί κανείς να τα πιάσει, να
τα πασπατέψει, να καμωθεί πως σφάζει έναν αέρι-
νο εχθρό – και να τα αφήσει ξανά στο σαλόνι. Το δι-
ακοσμητικό μαχαίρι βγαίνει από τη θήκη του μόνο
για πλάκα. Καθ’ όσον όχι εχθρό, αλλά ούτε ψωμί δεν
κόβει ένα διακοσμητικό μαχαίρι. Ένα διακοσμητι-
κό μαχαίρι είναι μια ψευτιά: είναι διακοσμητικό, μα
δεν είναι μαχαίρι. Είναι, δηλαδή, κάτι που βρίσκε-
ται στο παρόν λαθραία: παριστάνει κάτι που μπορεί
να ήταν, μα δεν είναι.
Δουλειά του αληθινού μαχαιριού είναι να βγαίνει
από τη θήκη για να κάνει αυτό για το οποίο υπάρ-
χει. Είναι όντως μαχαίρι, στο μέτρο που η «μαχαι-
ροσύνη» του ενεργείται στην καθημερινότητα και
χωνεύεται στην ανθρώπινη πράξη, στην ανθρώπι-
νη κρίση, στην ανθρώπινη διάκριση. Ένα περίεργο
κράμα φρόνησης και τόλμης χρειάζεται όταν κρα-
τάς μαχαίρι. Τι εστί φρόνηση, το κατανοούμε μάλ-
λον εύκολα: να χειρίζεσαι το μαχαίρι με σπαζοκε-
φάλιασμα, για να κόβεις ανάλογα με τη χρεία της
ζωής – όχι την ίδια τη ζωή. Και θέλει πάντα σπαζο-
κεφάλιασμα, καθ’ όσον το μαχαίρι είναι εκ φύσεως
δεμένο με την τόλμη. Όχι υπό την έννοια ότι είναι
τάχα για παλληκαράδες. Αλλά επειδή η ίδια του η
εφεύρεση σημαίνει τη δυνατότητα του ανθρώπου
να κάνει κάτι που, αν δεν το κάνει αυτός, αυτό δεν
πρόκειται να γίνει από μόνο του: να διεισδύσει σε
κάτι που μοιάζει ενιαίο, να διαχωρίσει κάτι που μοι-
άζει συμπαγές, να καθορίσει ποιο είναι το γλυπτό
και ποιο το ροκανίδι, ποια είναι η τροφή και ποιο το
σκουπίδι. Αυτό είναι, άλλωστε, το κάλεσμα του αν-
θρώπου πάνω στη γη: όχι απλώς να υπάρχει (και τα
έπιπλα υπάρχουν), αλλά να οραματίζεται, να νοημα-
τοδοτεί, να ερμηνεύει, να συγκρούεται, να δέχεται,
να απορρίπτει, να δημιουργεί. Είναι, άραγε, τυχαίο
ότι ο Χριστός, όποτε θέλησε να δειξει ότι καλεί τον
άνθρωπο σε μιαν αλλιώτικη, υπεύθυνη στάση ζωής,
μίλησε για το μαχαίρι που ο ίδιος φέρνει στην αν-
θρώπινη βιωτή (Ματθ. 10: 34), και θεώρησε ικανό
εφόδιο για τους μαθητές του το μαχαίρι και το ρα-
βδί του οδοιπόρου (Λουκ. 22: 36); «Πιο κοφτερός
κι από κάθε δίκοπο σπαθί» είναι ο λόγος του Θεού
(Εβρ. 4: 12), πράγμα που σημαίνει πως κάτι τρέχει
όταν οι Χριστιανοί πιάνουν στο στόμα τους τον λόγο
αυτό για να τον κάνουν διακοσμητικό του σαλονιού,
δίχως ενέργεια και δίχως «μαχαιροσύνη».
Στη δίκοπη λεπίδα, η μια ακμή βλέπει τον αντί-
παλο, η άλλη βλέπει τον χρήστη. Αμφότεροι υπόκει-
νται στην κρίση της λεπίδας – κάτι που λησμονούν
οι τυφλωμένοι σταυροφόροι κάθε λογής. Καλείσαι
να κόψεις, μόνο αν είσαι έτοιμος να κοπείς, μόνο αν
είναι πρόθυμος να αφήσεις τον Χριστό να ξεχωρίσει
τα ροκανίδια σου. Αλλιώς, με το μαχαίρι δεν δημι-
ουργείς∙ απλώς αιχμαλωτίζεσαι στον φαύλο κύκλο
τού να δίνεις μάχαιρα και να λαμβάνεις μάχαιρα
(Ματθ. 26: 52). Θανατικό χωρίς τελειωμό, που κά-
νει τα πάντα ροκανίδι. Δύσκολη δουλειά τα δίκοπα;
Δύσκολη! Και να σκεφτείς ότι μιλάμε για κάτι που
κανονικά είναι παραπάνω κι από δίκοπο!
Τι νόημα έχει μια θεολογία που δεν είναι πράξη;
Μα, και τι νόημα έχει μια θεολογία που κραδαίνεται
σαν όπλο κατά απίστων και δεν ζυμώνει αυτούς που
την διατυπώνουν; Η θεολογία δεν έχει τη νεκρική
ασφάλεια του διακοσμητικού. Ζητάει κόπο, ρεαλι-
σμό, ετοιμότητα για διόρθωση. Ό,τι ζητάει, δηλαδή,
η κόψη του μαχαιριού.
Αν οι Τρεις Ιεράρχες έχουν κάποιο νόημα, αυτό,
προφανώς, δεν δύναται να το εντοπίσει μια θεολογία
άπραγη και διακοσμητική, ούτε μια θεολογία που
κάνει τον άνθρωπο μαχαιροβγάλτη. Αν τους Τρεις
Ιεράρχες τους δούμε σαν είδωλα ή σαν γκουρού,
τους χάσαμε. Αυτό πασχίζει να μας πουν τα κείμενα
αυτού του βιβλίου, διατυπωμένα μέσα στο σήμερα
και στις ανάγκες του. Μήπως μπορέσουμε και δού-
με τους Τρεις Ιεράρχες ως εκείνους που ασκήθηκαν
στα δύσκολα κι έκοψαν και κόπηκαν στα δίστομα.

Αθήνα, 1 Νοεμβρίου 2009

Θανάσης Ν. Παπαθανασίου
Δρ. Θεολογίας, αρχισυντάκτης του περιοδικού “Σύναξη”




Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2015

Των Τριών Ιεραρχών:Υλικό για τη γιορτή!




Φίλες και φίλοι,αγαπητοί συνάδελφοι,στη σελίδα μας και στην ετικέτα ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ μπορείτε να βρείτε υλικό(40 περίπου κείμενα ,άρθρα,σχόλια,ομιλίες κ.λ.π. ) για τη γιορτή των Τριών Ιεραρχών .Ηλεκτρονική διεύθυνση:http://e-theologia.blogspot.gr/search/label/%CE%A4%CE%A1%CE%95%CE%99%CE%A3%20%CE%99%CE%95%CE%A1%CE%91%CE%A1%CE%A7%CE%95%CE%A3

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

Γκαργκάνα Σουλτάνα:Για τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο





"Γιὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο ἔχουν γραφτεῖ πολλὰ βιβλία καὶ ἔχουν δεῖ τὸ φῶς πολλὲς μελέτες... Στόχος τῆς συγγραφῆς τοῦ βιβλίου εἶναι νὰ προσφέρει μιὰ περιδιάβαση στὴ δράση καὶ τὸν λόγο τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Πατέρα τῆς ἐκκλησίας, γιὰ νὰ σταθεῖ ὁ ἀναγνώστης ἐκεῖ πoὺ ἀναπαύεται ἡ καρδιά του...
Σὲ μία ἐποχὴ πολυφωνίας καὶ σύγχυσης, ὁ λόγος τοῦ Χρυσοστόμου ζωντανὸς καὶ ἐπίκαιρος, ἐπαναπροσδιορίζει τὸν στόχο τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου νὰ γνωρίσει τὴν ἀληθινὴ σοφία καὶ τὸν δρόμο γιὰ τὴ σωτηρία του. Ἔχει τὴ δύναμη νὰ βγάλει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὰ ἀδιέξοδα τῶν ἐπιλογῶν καὶ νὰ τὸν συμφιλιώσει μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸν κόσμο. Ἐξάλλου ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἦταν ἕνας κήρυκας τῶν καλῶν εἰδήσεων τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἕνας διδάσκαλος μὲ ἔντονο ἐνδιαφέρον γιὰ τὰ θέματα ποὺ ἀπασχολοῦν τὸν ἄνθρωπο στὴν καθημερινότητά του..."
Το βιβλίο έμεινε για πολύ καιρό κλειδωμένο στο συρτάρι. Χρειάστηκε η ενθάρρυνση από τον κ. Αντρέα Αργυρόπουλο, Σχολικό μας Σύμβουλο και αγαπημένο μας Δάσκαλο να γίνει το βήμα προς την έκδοση. Φυσικά και από τον κ. Λαυρέντιο Ντεζιόρτζιο που επιμελήθηκε την έκδοση.
Τα παρακάτω links παραπέμπουν στις αντίστοιχες ιστοσελίδες.

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Οι Τρεις Ιεράρχες... Πιο επίκαιροι από ποτέ


Από τα πρώτα χρόνια της ύπαρξης του ελεύθερου Ελληνικού κράτους η 30η Ιανουαρίου, εορτή των τριών Ιεραρχών, καθιερώθηκε ως η επίσημη εορτή της Ελληνικής παιδείας. Τα έργα και οι διδαχές του Μεγάλου Βασιλείου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου δικαιολογούν αυτή τη σύνδεση. Η Εκκλησία τους ονομάζει "φωστήρες της τρισηλίου θεότητος". Και η ελληνική Παιδεία τιμά τους εμπνευστές και προστάτες της σύνθεσης της ελληνικής σοφίας με τη θεία Αποκάλυψη του ευαγγελικού λόγου. Ο παγκόσμιος Ελληνισμός συναντάται με την οικουμενικότητα του Χριστιανισμού. Αξίζει να θυμόμαστε την προτροπή του Μεγάλου Βασιλείου προς τους νέους, να μελετούν επιλεκτικά τα αρχαία Ελληνικά κείμενα και να διδάσκονται πρότυπα αρετής από τα ομηρικά έπη, τον Περικλή, τον μέγα Αλέξανδρο, κ.α. Να θυμόμαστε, επίσης, την επισήμανση του Γρηγορίου του Θεολόγου, ότι πρώτιστο αγαθό για κάθε άνθρωπο είναι η παιδεία, όχι μόνο η εκκλησιαστική, αλλά και η κλασική, η ανθρωπιστική. Και να έχουμε πάντοτε στο νου μας τα πολλά και πάντοτε επίκαιρα διδάγματα του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ο οποίος ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για την αγωγή των νέων και τις σχέσεις γονέων και παιδιών. Και οι τρεις διακρίθηκαν για τη διορατικότητα και την αποφασιστικότητά τους, για τη σύνεση και την εργατικότητά τους. Πρόσφεραν πολύτιμη βοήθεια προς όλους τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως εθνικότητας, πίστης, κοινωνικής τάξης, φυλετικής ή άλλης διάκρισης. Χίλια εξακόσια έξι χρόνια μετά και από το θάνατο του Χρυσοστόμου, θα φαντάζεται κανείς ότι το έργο και ο λόγος τους, όχι μόνο δεν είναι σύγχρονος αλλά δεν έχει και ισχύ. Σήμερα, ωστόσο, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη εποχή το έργο τους, αλλά κυρίως ο λόγος τους για την παιδεία και τα παιδιά, είναι και πρέπει να είναι, φάρος ο οποίος μας φωτίζει. Οι τρεις Ιεράρχες σήμερα θα αγωνίζονταν για μια παιδεία την οποία έχει ανάγκη αυτός ο τόπος. Σαράντα χρόνια μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας το θέμα της παιδείας παραμένει ζητούμενο. Ακόμη δεν έχει κατασταλάξει η Ελληνική πολιτεία τι είδους παιδεία και τι είδους εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να προσφέρεται στους μαθητές. Πρέπει να διευκρινιστεί, όμως, το εξής: η παιδεία απαντά στο ερώτημα ποιον τύπο και ποιον χαρακτήρα ανθρώπου θέλουμε να διαπλάσουμε μέσω της μόρφωσης. Αντίθετα η εκπαίδευση απαντά στο ερώτημα ποιες γνώσεις και εμπειρίες πρέπει να αποκτήσει ο νέος για να ασκήσει ένα επάγγελμα – λειτούργημα με επιτυχία. Παιδεία και εκπαίδευση δεν ταυτίζονται, αλλά η μία συμπληρώνει την άλλη και είναι αναγκαίο η κοινωνία μας να δώσει απάντηση στο εξής ερώτημα: τελικά ποιον άνθρωπο θέλουμε να διαπλάσουμε, ποια πρότυπα και ποιες αξίες θέλουμε να μεταδώσουμε στους νέους μας; Οι τρεις Ιεράρχες θα αγωνίζονταν για μια παιδεία δικαίωμα του κάθε νέου ξεχωριστά. Όλα τα παιδιά έχουν και πρέπει να έχουν το δικαίωμα στη μόρφωση. Τα παιδιά δικαιούνται να αποκτήσουν το αγαθό αυτό το οποίο θα αλλάξει τη ζωή τους. Το σχολείο πρέπει να είναι για όλους ανοικτό και προσβάσιμο. Είναι αυτό που θα τους χαρίσει τα εφόδια για να τραβήξουν ο καθένας το δρόμο του, ως επιστήμονας, οικογενειάρχης και κυρίως ως ενεργό μέλος της κοινωνίας. Διότι η κοινωνία έχει ανάγκη από μορφωμένους ανθρώπους, πάνω στους οποίους θα στηρίζεται και οι όποιες μεταρρυθμίσεις, θα έπρεπε να γίνονται γύρω από το μορφώσιμο του κάθε ανθρώπου και όχι να εξαντλούνται πάνω σε κάποιο σύστημα εισαγωγής σε ανώτατες σχολές. Η μόρφωση είναι κάτι παραπάνω και από το πτυχίο. Η μόρφωση είναι πολιτισμός. Σήμερα οι τρεις Ιεράρχες θα έδιναν μάχες για μια παιδεία που είναι υποχρέωση της πολιτείας να την προσφέρει. Μια προσφορά αδιάκριτη και ισόνομη σε όλους τους νέους πολίτες της, σε όλες τις γωνιές της επικράτειάς της. Η πολιτεία έχει την υποχρέωση να προσφέρει ευκαιρίες για ένα ανοικτό σχολείο, δημοκρατικό και σύγχρονο, το οποίο θα προετοιμάζει ενεργούς πολίτες που θα διεκδικούν και θα αμφισβητούν, ανοίγοντας έτσι νέους δρόμους, νέους ορίζοντες. Θα πρέπει να προετοιμάζει δυναμικούς πολίτες και όχι αυριανούς ανέργους και επαίτες εργασίας. Η πολιτεία πρέπει να στηρίζει τους ανθρώπους τους οποίους αύριο θα έχει την απαίτηση να τη βοηθούν και να τη στηρίζουν και όχι να τους απογοητεύει. Οι τρεις Ιεράρχες δεν ήταν μόνο άριστοι παιδαγωγοί. Πάνω από όλα ήταν ποιμένες, επίσκοποι. Έκαναν πράξη την εντολή που έδωσε ο Ιησούς Χριστός στον απόστολο Πέτρο "Πέτρο με αγαπάς; Αν με αγαπάς ποίμανε τα πρόβατά μου" του είχε πει. Αυτό, ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, το έπραξαν και έγιναν η θυσία του κάθε ανθρώπου που προστέθηκε στη θυσία του Θεού. Πρόσφεραν τη ζωή τους "εις τύπον και τόπον Χριστού", αγωνιζόμενοι και θυσιαζόμενοι για τον Χριστό και για το λαό τον οποίο ποίμαιναν, διότι ήταν επίσκοποι που άνοιγαν και έδειχναν το δρόμο και τον περπατούσαν μαζί με το ποίμνιό τους. Ο κόσμος έχει ανάγκη από ποιμένες του αναστήματος των τριών Ιεραρχών, που θα συμβαδίσουν στα όνειρά τους, στα άγχη τους, στις χαρές τους, στις λύπες τους. Έχει ανάγκη από ποιμένες οδοδείκτες, οι οποίοι να έρχονται αντιμέτωποι με την αδικία και την εκμετάλλευση, όπως έρχονταν οι τρεις Ιεράρχες, για αυτό και στη ζωή τους είχαν αμέτρητες εξορίες. Αυτό γιατί εναντιώνονταν στην άδικη εξουσία για όφελος του ποιμνίου τους. Η Εκκλησία τους τίμησε για αυτό, αναγνωρίζοντας την αγιότητά τους, όπως και τον αγώνα τους και τους κατέταξε ανάμεσα στους αγίους της. Η Εκκλησία σήμερα μας καλεί όχι απλώς να μνημονεύσουμε τα ονόματά τους και να τους τιμήσουμε, αλλά να τους μιμούμαστε ως πρόσωπα, ως λαός και ως έθνος αν θέλουμε να επιβιώσουμε πνευματικά στους δύσκολους καιρούς. Ακόμα, όλοι μας, γονείς, εκπαιδευτικοί, ιερείς και πολιτεία, έχοντας ως πυξίδα τη ζωή και το έργο των τριών Ιεραρχών, να εγκύψουμε με αγάπη πάνω από τους νέους, βοηθώντας τους να πραγματώσουν ακόμα και τα πιο μικρά όνειρά τους. Αυτό είναι χρέος μας, να οδηγήσουμε την Παιδεία μας στο μέλλον. Έχουμε χρέος να οδηγήσουμε τα παιδιά μας στο μέλλον.

Ανδρέας Φαρσάρης Θεολόγος

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΕΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΤΟΥ Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ





ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΕΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ«Προς τους νέους, όπως αν εξ Ελληνικών ωφελοίντο λόγων»
Ή
ΣΥΖΕΥΞΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ
ΟΠΩΣ ΔΙΑΦΑΙΝΕΤΑΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

(Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Γρηγόριος ο Παλαµάς 825 (2008), σσ.
765-779)



Βάλια Παπαναστασοπούλου, Θεολόγος-Αρχαιολόγος, ΜΑ, Υπ. Διδάκτωρ Α.Π.Θ.
Βασιλική Β. Παππά, Θεολόγος, ΜΑ


Θεσσαλονίκη 2007


Στην παρούσα μελέτη θα ασχοληθούμε με μια ομιλία του Μ. Βασιλείου, μία από τις εξέχουσες μορφές των Τριών Ιεραρχών[1]. Η ομιλία αυτή φέρει τον τίτλο «Προς τους νέους, όπως αν εξ Ελληνικών ωφελοίντο λόγων»[2] (PG 31, 563-590) και έχει παραινετικό και παιδαγωγικό χαρακτήρα. Η μετά χείρας μελέτη επιχειρεί να παρουσιάσει αφενός μεν τις παιδαγωγικές ιδέες[3] του Μ. Βασιλείου, αφετέρου δε να καταδείξει τη σύζευξη της Ελληνικής και Χριστιανικής παιδείας που πραγματοποίησε ο μεγάλος ιεράρχης. Η ομιλία Πρός νέους είναι ένα από τα πιο γνωστά κείμενα του Μ. Βασιλείου, το οποίο σώθηκε σε εκατοντάδες χειρόγραφα και υπήρξε αγαπημένο ανάγνωσμα, τόσο στη Δύση κατά την εποχή της Αναγέννησης, όσο και στην Ελλάδα κατά την Τουρκοκρατία[4]. Ο Μ. Βασίλειος ανήκει στους κορυφαίους παιδαγωγούς του αρχαίου ελληνικού και χριστιανικού κόσμου, του οποίου οι συμβουλές προς τους χριστιανούς νέους έμειναν αθάνατες. Κατείχε όλες σχεδόν τις επιστημονικές γνώσεις της εποχής εκείνης, ώστε εύλογα κάθε επιστήμη δικαιούται να τον διεκδικεί ως δικό της[5].
Ο Μ. Βασίλειος υπήρξε ταλαντούχος και γόνιμος συγγραφέας με αγάπη και θαυμασμό προς τα ελληνικά γράμματα που ο αναγνώστης τη διακρίνει μελετώντας τα παιδαγωγικά του έργα[6]. Τα έργα του έχουν εκδοθεί στην PG (τόμοι 29-32) και στη Βιβλιοθήκη Ελλήνων Πατέρων και Εκκλησιαστικών Συγγραφέων (ΒΕΠΕΣ) της Αποστολικής Διακονίας. Διακρίνονται σε Επιστολές, Ηθικά, Ασκητικά, Αντιαιρετικά Θεολογικά, Ερμηνευτικοοικοδομητικά, Ομιλίες οικοδομητικού, ερμηνευτικού, εγκωμιαστικού, παιδαγωγικού και Θεολογικού περιεχομένου και Λειτουργικά[7]. Από τις ερμηνευτικές του ομιλίες ιδιαίτερη σημασία έχουν οι εννέα εις την Εξαήμερον, στις οποίες μπορεί κανείς να διακρίνει το θαυμασμό και την αγάπη του απέναντι στη φύση[8]. Από τις ηθικές του ομιλίες σημαντικές είναι οι δύο «περί νηστείας», όπου ο σοφός ιεράρχης τονίζει την πνευματική της αξία. Αξιόλογη είναι η κοινωνική του ομιλία «περί πλεονεξίας»[9]. Οι 360 περίπου επιστολές του[10] αποτελούν το σπουδαιότερο τμήμα της συγγραφικής του δραστηριότητας. Σε αυτές διακρίνονται τα μεγάλα πνευματικά και ψυχικά του χαρίσματα, καθώς επίσης το ποιμαντικό του ενδιαφέρον και η προσπάθειά του να στηρίζει τους πιστούς[11]. Ενδιαφέρουσες είναι οι παρηγορητικές επιστολές που παρηγορεί πρόσωπα για το θάνατο οικείων.
Πολλοί μελετητές έχουν χαρακτηρίσει την ομιλία αυτή την οποία και θα αναλύσουμε εδώ πραγματεία ή διάλεξη, η οποία γράφτηκε από το Μ. Βασίλειο υπό τη μορφή επιστολής για να σταλεί προς τους νεαρούς ανιψιούς του, οι οποίοι εκείνη την εποχή σπούδαζαν σε εθνικές φιλοσοφικές σχολές[12]. Βέβαια, έχει διατυπωθεί και η άποψη πως η επιστολή αυτή δεν είναι δυνατόν να απευθύνεται μόνο στους συγγενείς του, αλλά μπορεί να απευθύνεται στο σύνολο των Χριστιανών νέων που εντρυφούν στη μελέτη των κλασικών και των χριστιανικών γραμμάτων. Αυτό δικαιολογείται από το γεγονός πως η επιστολή διαπραγματεύεται ένα τόσο σοβαρό και σημαντικό θέμα, δηλαδή αυτό της αξίας της θύραθεν παιδείας και της σχέσης της με τη χριστιανική παιδεία, που αφορούσε το σύνολο της χριστιανικής σπουδάζουσας νεολαίας[13]. Πολύ πιθανόν το έργο να συντάχθηκε πολύ νωρίς, ίσως το 363 ή 364 με αφορμή την έκδοση του διατάγματος του Ιουλιανού κατά των χριστιανών διδασκάλων[14]. Ο αυτοκράτορας Ιουλιανός είχε απαγορεύσει με διάταγμα την υπό χριστιανών διδασκάλων παράδοση της φιλολογίας, της ρητορικής και της φιλοσοφίας (codex Theodos. 12, 35. Iουλιανού, Επιστολή 61). Οι χριστιανοί αντέδρασαν ποικιλοτρόπως. Οι Απολινάριοι συνέταξαν έπη, δράματα και διαλόγους με θέματα βιβλικά και μέτρα κλασσικά, ο δε Γρηγόριος ο Θεολόγος συνέθεσε ποιήματα με όμοια μέτρα. Ο Βασίλειος αναγνώρισε την ανάγκη να μεταβαίνουν οι χριστιανοί νέοι στους εθνικούς διδασκάλους, αποσκοπούσε να ενισχύσει τη στροφή τους στις κλασικές σπουδές αλλά καθιστώντας τους όμως προσεκτικούς[15].
Ο Μ. Βασίλειος ιδιαίτερα θεωρούσε τα κλασικά μαθήματα αναγκαία για την προπαρασκευή των θεολογικών σπουδών[16]. Η επιστολή διαιρείται σε 10 κεφάλαια[17] και μπορεί να χωριστεί σε δύο μέρη: α) το μεθοδολογικό, το οποίο αποτελείται από τα τέσσερα πρώτα κεφάλαια και β) το ουσιαστικό το οποίο περιλαμβάνει τα επόμενα πέντε κεφάλαια. Το τελευταίο κεφάλαιο, το δέκατο αποτελεί μία ανακεφαλαίωση όλων όσων προηγήθηκαν και ουσιαστικά πρόκειται για τον επίλογο της μελέτης του Βασιλείου.  Ήδη από το προοίμιο της επιστολής αντιλαμβανόμαστε ότι ο Μ. Βασίλειος διεισδύει στη βαθιά σημασία της κλασικής παιδείας και δεν ασχολείται με αυτή με έναν τρόπο επιφανειακό. Ο Βασίλειος αναφέρεται στους λόγους για τους οποίους οδηγήθηκε στη συγγραφή της επιστολής, οι οποίοι σχετίζονται τόσο με το συγγενικό ενδιαφέρον του, όσο και με την εμπειρία του, η οποία είναι αποτέλεσμα της μεγάλης του ηλικίας[18] και των γεγονότων που έζησε στην πολυτάραχη ζωή του. Ο σκοπός του διαφαίνεται ήδη από το προοίμιο και δεν είναι άλλος από το να διδάξει τους νέους. Χρησιμοποιεί τους στίχους του Ησιόδου, του μεγάλου ποιητή του διδακτικού έπους[19], ο οποίος έκανε την τριπλή διάκριση μεταξύ της αυτογνωσίας, της υπακοής στις ορθές υποδείξεις των άλλων και στην αχρηστία εκείνων που δεν αποτελούν μέλη ούτε της πρώτης ούτε της δεύτερης ομάδας. Ο Μ. Βασίλειος κάνει χρήση των στίχων του Ησιόδου, καθώς έχει την πεποίθηση πως αυτοί μπορούν να λειτουργήσουν ως ένα είδος οδηγού για τους χριστιανούς νέους του καιρού του χωρίς να διακρίνει κάποιο στοιχείο επικινδυνότητας για τη διδασκαλία του Κυρίου[20]. Επιπλέον, δικαιολογεί αυτή την επιλογή του λέγοντας πως ο ίδιος δε βρήκε τίποτα πιο ωφέλιμο από τα έργα των αρχαίων πνευματικών ανθρώπων. Αυτό που θα πρέπει να απασχολήσει τον μελετητή των αρχαίων κειμένων δεν είναι το αν θα πρέπει να προβεί σε μελέτη τους, αλλά με ποιον τρόπο θα αξιολογηθούν οι αρχαίες πηγές[21]. Ο Μ. Βασίλειος προκειμένου να καταδείξει τον τρόπο με τον οποίο οι νέοι θα πρέπει να προσεγγίζουν τα κείμενα των αρχαίων συγγραφέων χρησιμοποιεί μία πολύ όμορφη εικόνα. Δηλαδή, οι νέοι παρομοιάζονται με ένα πλοίο, το οποίο δε θα πρέπει να παραδίδει το πηδάλιο του νου τους χωρίς καμία επιφύλαξη. Αυτό σημαίνει πως η χριστιανική νεολαία θα πρέπει να αποδέχεται τη μελέτη των προχριστιανικών κειμένων, αλλά με παράλληλη επίγνωση και διάκριση αυτού που διαβάζουν. Ο πατέρας της Εκκλησίας μιλάει σαν δάσκαλος και μάλιστα αυτό ενισχύεται από τη χρήση του ρήματος διδάσκω όταν λέει: «Τίνα ουν εστι ταυτα και όπως διακρίνουμεν, τούτο δη και διδάξω ένθεν ελών». Ο Μ. Βασίλειος έρχεται να πείσει τους μαθητές του με τη διδασκαλία, την οποία οι ακροατές του είναι σε θέση είτε να απορρίψουν είτε να αποδεχτούν. Και για να ενισχύσει τα λεγόμενά του χρησιμοποιεί αυτούσια παραδείγματα μέσα από τα αρχαία κείμενα («ένθεν ελών») και όχι από τον εκκλησιαστικό χώρο[22]. Η έξωθεν σοφία, έχει βέβαια και πλάνες και μύθους, αλλά από αυτές οι μαθητές θα εκτιμήσουν, σύμφωνα με τους νόμους της αντίθεσης, το ύψος και το μεγαλείο των χριστιανικών αληθειών. Ωστόσο, όμως, από τους ποιητές, τους ρήτορες, τους φιλοσόφους και τους άλλους συγγραφείς καλό θα είναι να μελετούν οι νέοι τα έργα εκείνα στα οποία επιδοκιμάζεται η αρετή και καταδικάζεται η πονηρία και να περιφρονούν όσα αναφέρονται σε φαύλες πράξεις ανδρών ή θεών[23]∙ «ου πάντα εξής παραδεκτέον ημίν, αλλ’ όσα χρήσιμα»[24].
Ο Μ. Βασίλειος προκειμένου να κατανοήσει κάποιος τον αρχαιοελληνικό κόσμο και τα γραπτά του αποκυήματα, όπως την ποίηση, την ιστορία, τη ρητορική και τη φιλοσοφία προβαίνει σε έναν διαχωρισμό[25]. Ένα διαχωρισμό ανάμεσα στους δύο βίους: τον ανθρώπινο και τον έτερο. Από τη μια ως ανθρώπινο βίο χαρακτηρίζει την παρούσα ζωή του ανθρώπου μέχρι το φυσικό του θάνατο και την εγκατάλειψη των εγκόσμιων ενώ από την άλλη πλευρά με τον όρο «έτερος βίος» εννοεί με σαφήνεια τη μεταθάνατον ζωή, την αιώνια ζωή, η οποία έπεται του φυσικού θανάτου. Η διάκριση αυτή στα μάτια ενός χριστιανού φαντάζει απόλυτα ορθολογική καθώς η αιώνια ζωή αποτελεί το στόχο κάθε χριστιανού αφού η παρούσα ζωή αποτελεί προπαρασκευαστικό στάδιο για την επόμενη, δηλ. την αιώνια[26]. Με γνώμονα όλα τα παραπάνω γίνεται σαφές πως η επίγεια ζωή και τα συνακόλουθα αγαθά της δεν έχουν καμία αξία για τον Χριστιανό, γιατί απλούστατα όλα έχουν πρόσκαιρο χαρακτήρα[27]. Παρά ταύτα, ο Μ. Βασίλειος δεν απαξιώνει τα αγαθά, τα οποία υπάρχουν σε αυτόν το βίο και βοηθούν για τον «έτερον βίον». Για τη μέλλουσα ζωή διδάσκει η Γραφή και η χριστιανική θεολογία, αλλά οι νέοι δυσκολεύονται να κατανοήσουν τα διδασκόμενα. Επομένως αυτοί θα επιδοθούν κυρίως στη μελέτη της κλασσικής φιλολογίας, λαμβάνοντας ό, τι είναι καλό, όπως πράττουν οι μέλισσες από τα ρόδα, εκλέγοντας  δηλαδή κείμενα αποσκοπούντα στην ηθική διαπαιδαγώγηση. Έτσι κρίνει ο συγγραφέας ότι και η ελληνική γραμματεία προσφέρει μαρτυρία υπέρ του αγαθού[28]. Εντούτοις, πιστεύει πως μία σύγκριση ανάμεσα στα αγαθά τα επίγεια και αυτά της αιώνιας ζωής δίνει σαφώς το προβάδισμα στα δεύτερα χρησιμοποιώντας το γνωστό παράδειγμα της διαφοράς του σώματος και της ψυχής. Από αυτό το παράδειγμα συνάγεται το συμπέρασμα πως ο Μ. Βασίλειος γνώριζε πολύ καλά την πλατωνική διδασκαλία για το σώμα[29], αφού εκτιμούσε πολύ τον Πλάτωνα[30]. Σε αυτό φυσικά συνέβαλαν οι σπουδές του στην Αθήνα.
Στη συνέχεια του προλόγου του ο ιερός Πατέρας θεολογεί περισσότερο δίδοντας ολοκληρωτικό το προβάδισμα στους «ιερούς λόγους» μέσω των οποίων οι άνθρωποι οδηγούνται στην αιώνια ζωή. Για να φτάσουν όμως οι νέοι στο σημείο να κατανοήσουν την εξ Αποκαλύψεως αλήθεια και τους ιερούς λόγους, κρίνεται απαραίτητη η εκγύμναση με τους «έτερους λόγους», οι οποίοι δεν είναι άλλοι από τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής κλασικής γραμματείας. Ο χαρακτήρας αυτών των κειμένων θα είναι προγυμναστικός, για να μπορέσουν οι χριστιανοί νέοι ακολούθως να αποδεχτούν τους θείους λόγους και φυσικά θα πρέπει να είναι κείμενα που βρίσκονται πολύ κοντά στο πνεύμα των χριστιανικών λόγων.
Προκειμένου να ενισχύσει την παραπάνω άποψή του ο ιερός Πατέρας χρησιμοποιεί δύο παραδείγματα. Το πρώτο προέρχεται από το στρατιωτικό χώρο, όπου αναφέρεται στους στρατιώτες, οι οποίοι προγυμνάζονται με σκιές και καθρέπτες ή χορούς και χειρονομίες για να καταστούν έτοιμοι για μία πραγματική μάχη. Το ίδιο θα πρέπει να κάνουν και οι νεαροί Χριστιανοί, οι οποίοι θα πρέπει να προγυμναστούν και να αποκτήσουν εμπειρία με τα κλασικά κείμενα πριν εντρυφήσουν στα ιερά κείμενα, των οποίων η μελέτη και κατανόηση οδηγούν στην αιώνια ζωή και σωτηρία. Το δεύτερο παράδειγμα προέρχεται από έναν άλλο επαγγελματικό χώρο, εκείνο των βαφέων, οι οποίοι δίνουν το τελικό χρώμα στο ύφασμα μόνο όταν το έχουν προπαρασκευάσει με τις απαραίτητες διαδικασίες.
Συνεπώς, ο Μ. Βασίλειος στο Προοίμιο της Επιστολής του αποδέχεται τον προπαρασκευαστικό ρόλο της θύραθεν κλασικής παιδείας, με σκοπό αυτή να βοηθήσει στην είσοδο των νεαρών Χριστιανών στα «ιερά και απόρρητα παιδεύματα», δηλαδή τα μυστήρια της χριστιανικής πίστης[31].
Στη συνέχεια ο ιερός πατέρας προχωράει στο ζήτημα του τρόπου προσέγγισης των κλασικών κειμένων. Διατυπώνει τη θέση πως αν υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ των αρχαιοελληνικών κειμένων και των αληθειών της πίστης, τότε θα μπορεί να υπάρξει κάποια ωφέλεια από τη γνώση των πρώτων. Αλλά και στην αντίθετη περίπτωση, όταν κάποιος δε θεωρεί χρήσιμη τη σύγκριση των ιερών και των κλασικών κειμένων, τότε αυτή η αντιπαράθεση θα ήταν χρήσιμη, αφού θα βοηθούσε στην αναγνώριση και τη λήψη του καλύτερου («βελτίονος»). Ο άγιος ιεράρχης χρησιμοποιεί ένα ωραίο παράδειγμα για να ενισχύσει αυτή την άποψή του. Όπως ένα καρποφόρο δέντρο έχει ως σκοπό του να παράγει καρπούς στην κατάλληλη εποχή και στολίζεται από τα φύλλα του που βρίσκονται στα κλαδιά, με παρόμοιο τρόπο και η ψυχή, σαν άλλο καρποφόρο δέντρο έχει ως προορισμό της («καρπός») την αλήθεια, ενώ στολίζεται με τη βοήθεια της θύραθεν σοφίας, όπως τα φύλλα του δέντρου. Η θύραθεν σοφία αποτελεί τον τρόπο, το μέσον με το οποίο διατυπώνεται αυτή η αλήθεια[32].
Ο Μ. Βασίλειος χρησιμοποιεί μια εικόνα η οποία είναι ήδη γνωστή από τον Όμηρο[33] και τον Αριστοτέλη[34]. Αυτό αποδεικνύει πόσο πολύ οι χριστιανοί εκτιμούσαν την εποχή εκείνη τη θύραθεν σοφία, ώστε να τη θεωρούν στολίδι της αλήθειας. Ο Τατάκης αναφέρει πως αυτός είναι ο λόγος που το έργο αυτό του Μ. Βασιλείου έχαιρε μεγάλης εκτίμησης στην εποχή της Αναγέννησης[35]. Η αντίθεση που υπήρχε μεταξύ Χριστιανών και Εθνικών δεν εστιάζονταν στο σημείο της αξίας των κλασικών κειμένων αλλά στο σημείο της μη αποδοχής από τους Χριστιανούς της θύραθεν σοφίας ως προϊόν θείας αποκαλύψεως, αφού αυτοί βίωναν τη Θεία Αποκάλυψη στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Η εν Χριστώ ζωή αποτελεί τον τελικό σκοπό της ανθρώπινης ζωής και η ελληνική παιδεία μπορεί να βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση σαν μέσο, αλλά όχι σαν αυτοσκοπός[36]. Στην προσπάθειά του να γίνει πιο σαφής, ο Μ. Βασίλειος χρησιμοποιεί ως παράδειγμα βιβλικές προσωπικότητες, το Μωυσή και το Δανιήλ[37], οι οποίοι, ενώ είχαν λάβει ο μεν πρώτος αιγυπτιακή, ο δε δεύτερος βαβυλωνιακή αγωγή, εντούτοις κατάφεραν να αγγίξουν τους ιερούς λόγους και μάλιστα ο πρώτος να φτάσει στη θεωρία του Όντος. Συνεπώς, η ανθρώπινη σοφία μπορεί να αποτελέσει μεγάλη βοήθεια ανεξάρτητα από που προέρχεται ως προς την προσέγγιση των αληθειών της χριστιανικής πίστης. Η άποψη αυτή συνδέεται σαφώς με τη διδασκαλία του Ιουστίνου περί «σπερματικού λόγου», ο οποίος βοηθούσε τους ανθρώπους κάθε φυλής, εθνικότητας και φύλου να φωτιστούν[38].
Από τα παραπάνω γίνεται φανερό πως  ο Μ. Βασίλειος δε βλέπει κάποιον κίνδυνο που να προέρχεται από τη θύραθεν σοφία και ειδικότερα από τα κείμενα της κλασικής ελληνικής γραμματείας, καθώς «ουκ άχρηστον ψυχαίς μαθήματα τα έξωθεν». Επιπλέον, με την άποψη αυτή προσπαθεί να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ της εθνικής και της χριστιανικής παιδείας και να πείσει τους νέους χριστιανούς να μελετούν τους κλασικούς συγγραφείς[39]. Το πρόβλημα έγκειται στον τρόπο με τον οποίο μετέχει κανείς στα «έξωθεν μαθήματα». Γι’ αυτό και αναφέρεται στους κινδύνους που μπορούν να ελλοχεύουν στα έργα των ποιητών, των πεζογράφων και των ρητόρων. Θεωρεί πως ο μεγαλύτερος κίνδυνος μπορεί να προέλθει από τα κείμενα των ποιητών, καθώς πρόκειται για έργα που διαθέτουν μεγάλη ποικιλία στη θεματολογία και τη σύνθεσή τους. Είναι γνωστό πως τα διάφορα ποιητικά είδη χρησιμοποιούν μία γλωσσική πλοκή που μπορεί να εμπεριέχει και «φαύλους λόγους». Αυτούς τους τελευταίους, οι νέοι θα πρέπει να αποφεύγουν, γιατί μπορεί να γίνει συνήθεια η χρήση των κακών λόγων και ο νέος να προχωρήσει στα χειρότερα «δια της των λόγων ηδονής». Θα πρέπει να αποφεύγονται οι ποιητές, οι οποίοι λοιδορούν ή σκώπτουν ή εμπαίζουν τον έρωτα ή μιμούνται τους μεθυσμένους ή γράφουν άσεμνα άσματα. Επίσης, θα πρέπει να τους αφήνουν αδιάφορους τα σημεία εκείνα που περιγράφουν τις αδυναμίες των θεών και κυρίως του Δία, όπως και αυτές που αναφέρονται σε ζώα που αν κάποιος τις έλεγε θα κοκκίνιζε. Γι’ αυτό το λόγο ο Μ. Βασίλειος προτείνει ως τον πιο κατάλληλο τρόπο αντιμετώπισης των ποιητικών έργων το παράδειγμα του Οδυσσέα, ο οποίος αντιμετώπισε τις Σειρήνες[40]. Ο Μ. Βασίλειος τα ίδια γράφει και για τους πεζογράφους και ιδιαίτερα όσα γράφονται από αυτούς για να ψυχαγωγήσουν τους αναγνώστες τους. Πιο ξεκάθαρη όμως θα λέγαμε είναι η θέση του για τους ρήτορες και τη ρητορική τέχνη, καθώς γράφει «και ρητόρων δε την περί το ψεύδεσθαι τέχνην ου μιμησόμεθα». Στην περίπτωση των Χριστιανών το ψέμα δεν έχει καμία απολύτως θέση, αφού η στάση που κράτησε ο Ιησούς Χριστός, είναι πάντοτε να ακολουθούμε το δρόμο της αλήθειας. Με αυτή τη θεώρηση συνδέεται στενά η οδηγία προς τους Χριστιανούς να αποφεύγουν τις δικαστικές διαμάχες, η οποία λαμβάνει το χαρακτήρα νομοθετικής διάταξης. Γι’ αυτό το λόγο τα ρητορικά κείμενα ενέχουν τον κίνδυνο του ψεύδους, καθώς οι ρήτορες έχουν την ικανότητα να διαστρεβλώνουν την αλήθεια. Αυτό το οποίο μπορεί να αποκομίσει ένας νέος Χριστιανός από τη μελέτη αυτών των κειμένων είναι κατά το Μ. Βασίλειο ζήτημα επιλογής. Τονίζει αυτή τη θέση του με δύο πολύ γνωστά παραδείγματα. από την αρχαιότητα. Το πρώτο είναι αυτό της μέλισσας, η οποία πετάει από το ένα άνθος στο άλλο συλλέγοντας μόνο όσα είναι ωφέλιμα. Το δεύτερο παράδειγμα είναι εκείνο της τριανταφυλλιάς, της οποίας τα αγκάθια αποφεύγουμε μετά προσοχής προκειμένου να δρέψουμε τα άνθη[41]. Ο μεγάλος Πατέρας της Εκκλησίας κλείνει την παράθεση των παραπάνω παραδειγμάτων με την παρατήρηση ότι ο κάθε αναγνώστης πρέπει να προσαρμόζει τα διδάγματα των κλασικών κειμένων στις πραγματικές αξίες της ζωής και σύμφωνα με την εν Χριστώ σωτηρία του. Χαρακτηριστικά χρησιμοποιεί τη δωρική παροιμία: «ευθυγραμμίζοντας την πέτρα προς το αλφάδι». Η πέτρα δεν είναι άλλη από τη θύραθεν σοφία που λειτουργεί ως το αναγκαίο οικοδομικό υλικό έχοντας όμως πάντοτε ως αλφάδι το λόγο του Ευαγγελίου.
Ο πνευματικός πατέρας όμως δίδει πολύ μεγάλη βαρύτητα επίσης στην έννοια της αρετής και στην παιδαγωγική της αξία. Η αρετή έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο ύμνων από τους κλασικούς συγγραφείς, όπως τους ποιητές, τους φιλοσόφους και τους πεζογράφους. Μάλιστα πρόκειται για μία έννοια που έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον από τον Πλάτωνα, κάτι που φυσικά ο Μ. Βασίλειος γνώριζε πολύ καλά[42]. Βέβαια, επισημαίνει τους κινδύνους που ενυπάρχουν στα κείμενα των κλασικών συγγραφέων και εφιστά την προσοχή στους νέους κατά τη μελέτη τους. Σε αυτό το σημείο έρχεται να συμφωνήσει με τον Ησίοδο[43] και όλους εκείνους τους συγγραφείς που προτρέπουν τους νέους προς την αρετή.
Όσον αφορά το ζήτημα της αρετής, σε πολύ μεγάλη εκτίμηση έχει τον Όμηρο καθώς τον θεωρεί ως τον μεγαλύτερο εκπρόσωπο της αρχαίας Ελλάδας που ύμνησε την αρετή. Θεωρεί όλη την ομηρική ποίηση ως έπαινο της αρετής και ως πρότυπο της ομηρικής αρετής τον Οδυσσέα[44]. Η πεποίθησή του αυτή στηρίζεται σε δύο περιστατικά από τη ζωή του Οδυσσέα, όπως αυτά περιγράφονται από τον Όμηρο. Το πρώτο είναι η στιγμή κατά την οποία ο ομηρικός ήρωας παρουσιάζεται γυμνός μετά από το ναυάγιό του ενώπιον της Ναυσικάς και της συνοδείας της. Αυτή η συνάντηση δεν προκάλεσε ντροπή στον Οδυσσέα, αλλά αντιθέτως ενέπνευσε το σεβασμό της νεαρής πριγκίπισσας, γιατί ήταν ντυμένος με την αρετή αντί ιματίου. Το δεύτερο περιστατικό αναφέρεται στην επιθυμία των Φαιάκων να εγκαταλείψουν κάθε τρυφηλή ενασχόληση και να ασχοληθούν με τον Οδυσσέα, προκειμένου να τον μιμηθούν και να γίνουν όπως αυτός. Ο Βασίλειος με τη χρήση αυτών των δύο παραδειγμάτων θέλει να δείξει πως η θύραθεν λογοτεχνία μπορεί να αποβεί ωφέλιμη για τις νεανικές ψυχές, αρκεί να προσεγγισθεί με τον πλέον σωστό τρόπο. Τονίζει την απαραίτητη ανάγκη της συμμετοχής των νέων στα καλά της κλασικής παιδείας. Σαν καλός παιδαγωγός δεν επιβάλλει την άποψή του σχετικά με τον τρόπο ανάγνωσης των κλασικών συγγραφέων. Αντιθέτως, εκφράζοντας την άποψή του αφήνει τους νέους μαθητές να αποφασίσουν οι ίδιοι.
Η αγάπη του ιερού Πατέρα προς τα κλασικά κείμενα διαφαίνεται για μία ακόμη φορά και στην επιλογή του να διαλέξει το παράδειγμα του Ηρακλή, ο οποίος βρέθηκε μπροστά στην Αρετή και την Κακία και κλήθηκε να διαλέξει ποια θα ακολουθήσει στη ζωή του. Ο Βασίλειος αναφέρεται στη γνωστή διήγηση του ιστορικού Ξενοφώντα[45], αλλά προτιμάει μία πιο σύντομη διήγηση με περιεκτικότερο περιεχόμενο. Με αυτό το παράδειγμα εμμένει στο ζήτημα της αρετής και στο πως αυτό παρουσιάζεται στα κείμενα της θύραθεν παιδείας. Πιστεύει πως τα υλικά αγαθά, τα οποία προσπαθούμε να αποκτήσουμε πολλές φορές με οποιοδήποτε κόστος, ουσιαστικά δεν είναι κτήμα κανενός, γιατί είναι πράγματα που μετακινούνται με εξαιρετική ευκολία από τον έναν στον άλλον, όπως ακριβώς και τα ζάρια. Μόνο η αρετή παραμένει σε αυτόν που την απέκτησε καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής του ακόμη και όταν πεθαίνει. Αυτή η ομηρική θεώρηση της αρετής έρχεται να ενισχυθεί με την αναφορά σε αποσπάσματα από τα έργα και άλλων αρχαίων, όπως του Σόλωνα[46], του Θέογνι[47] και του Πρόδικου του Κείου[48].
Ο Μ. Βασίλειος παραδέχεται πως σχεδόν όλοι οι συγγραφείς που είναι γνωστοί για τη σοφία τους, στα συγγράμματά τους πλέκουν το εγκώμιο στην αρετή. Υποδεικνύει στους νέους πως αυτός που εφαρμόζει έμπρακτα εκείνο που οι άλλοι το θεωρούν απλώς φιλοφοφία, είναι και ο φρόνιμος. Όσοι όμως παραμένουν στη σφαίρα της θεωρίας μοιάζουν με τις πλανώμενες σκιές[49]. Στη συνέχεια, θέτει ένα πολύ σημαντικό θέμα επηρεασμένος από τον Πλάτωνα[50]. Χρησιμοποιεί το παράδειγμα του ζωγράφου και κατά πόσο μπορεί να αποδώσει τέλεια το «κάλλος» ενός ανθρώπου, ώστε αυτός ο άνθρωπος να είναι στην πραγματικότητα, όπως τον απεικόνισε ο ζωγράφος. Κατά συνέπεια υπάρχει το ερώτημα αν υπάρχει ταυτοποίηση ανάμεσα στο πρωτότυπο και την εικόνα και στο ζήτημα της αρετής. Αν συμβάινει κάτι ανάλογο, τότε δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα.
Ο έπαινος της αρετής με λαμπρούς λόγους από ανθρώπους, οι οποίοι στον προσωπικό τους βίο δεν ακολουθούν αυτό το δρόμο είναι υποκρισία, κατά τον Μ. Βασίλειο. Όπως ακριβώς πράττουν και οι ηθοποιοί, οι οποίοι πάνω στη σκηνή μπορούν να υποδυθούν τους βασιλιάδες, ενώ στην πραγματικότητα οι ίδιοι είναι δούλοι. Αυτό το γεγονός στην εποχή του Μ. Βασιλείου θεωρείτο σκανδαλώδες[51]. Αντίστοιχα είναι δραματικό γεγονός, όταν ένας άνθρωπος άλλα λέει και άλλα πράττει ερχόμενος σε πλήρη αντίθεση με τον εαυτό του, αλλά κυρίως με την χριστιανική διδασκαλία, καθώς ο Χριστός καταδίκασε μία τέτοια στάση[52].
Ο Μ. Βασίλειος όμως, δε βασίζεται μόνο σε λόγια, αλλά προσεγγίζει το θέμα της αρετής κάνοντας αναφορά σε γνωστά πρόσωπα της αρχαιότητας, τα οποία διακρίθηκαν για την αρετή τους και θα μπορούσαν να αποτελέσουν ωφέλιμο παράδειγμα για τους νεαρούς χριστιανούς. Αυτά τα πρόσωπα είναι ο Περικλής, ο Ευκλείδης ο Μεγαρεύς, Σωκράτης, ο Μέγας Αλέξανδρος και ο Κλεινίας. Η επιλογή των παραπάνω προσώπων δεν είναι τυχαία, καθώς κρίνει πως μπορούν να οδηγήσουν σε χριστιανικές συμπεριφορές αποτελώντας παραδείγματα μίμησης. Ιδιαίτερα, ο Σωκράτης με την καρτερικότητά του, όταν κάποιος τον κτύπησε, θυμίζει το χριστιανικό να γυρίζεις και την άλλη πλευρά, όταν κάποιος σε κτυπά. Στην ίδια κατηγορία ανήκουν και τα παραδείγματα του Περικλή και του Ευκλείδη[53]. Ο Βασίλειος συμπεραίνει πως ο χριστιανός νέος, ο οποίος διαπαιδαγωγείται θα πρέπει να μελετήσει αρχικά με παραδείγματα από τη θύραθέν παιδεία, ούτως ώστε στη συνέχεια να μην υπάρχει χώρος αμφισβήτησης των χριστιανικών παραδειγμάτων, καθώς δεν θα τα κρίνει ακατόρθωτα. Ο Μ. Βασίλειος συνεχίζει τη χρήση γενικότερων παραδειγμάτων, καθώς θέλει να βοηθήσει τους χριστιανούς νέους. Χρησιμοποιεί το παράδειγμα των τροφών, από τις οποίες πετάμε τις βλαβερές για την υγεία μας. Αναφέρεται σε παραδείγματα από διάφορα επαγγέλματα, του πλοιάρχου, του τοξότη, αλλά και από το χώρο του αθλητισμού και της μουσικής. Στη συνέχεια, ο Μ. Βασίλειος αναρωτιέται «Τι ουν ποιούμεν;», δηλ. τι κάνουμε τώρα; Η απάντηση στο ερώτημα είναι σαφής, καθώς όλοι οι χριστιανοί συμπεριλαμβανομένων και των νέων θα πρέπει να φροντίζουν πάνω από όλα για την ψυχή τους και να μην υποδουλώνονται στο σώμα. Με τη βοήθεια της φιλοσοφίας θα απελευθερώσουμε την ψυχή μας από τα πάθη, ενώ με αυτή τη διαδικασία απελευθερώνεται και το ίδιο το σώμα από αυτά. Γι’ αυτό το λόγο όλες οι σωματικές ανάγκες θα πρέπει να ρυθμίζονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην οδηγούνται στο να παραμελείται η ψυχή. Ο Βασίλειος προχωρεί ακόμη πιο πέρα με την ανάλυση της αρνητικής συμμετοχής των πέντε αισθήσεων στην κάθαρση της ψυχής.
Στο τελευταίο κεφάλαιο ο ιερός Πατέρας συμπυκνώνει όσα ανέφερε προηγουμένως. Αναφέρει πως όλα τα παραπάνω που αναφέρθηκαν, τα σχετικά με τα κλασικά κείμενα μπορούν οι νέοι να τα αντλήσουν πολύ καλύτερα από τα χριστιανικά κείμενα. Τα παραθέματα της θύραθεν σοφίας είναι ωφέλιμα, αλλά δεν είναι τίποτα άλλο από μία σκιαγραφία της αρετής. Αυτό σημαίνει πως δε θα πρέπει να αποκλείονται από την οικοδόμηση των χριστιανών. Και επιχειρηματολογεί υπέρ αυτής του της άποψης αναφερόμενος στην ιστορία του Βίαντα από την Πριήνη, ο οποίος ζήτησε από το γιο του να αποκτήσει την αρετή. Αν μία τέτοια στάση είναι λογική για εκείνους που δεν πίστευαν στην αιώνια ζωή, τότε για τους νέους χριστιανούς θα πρέπει να αποτελεί ασφαλώς σκοπό.

ABSTRACT

Η μετά χείρας μελέτη μέσα από την ανάλυση της πραγματείας «Προς τους νέους όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων» (PG 31, 563-590) επιχειρεί να παρουσιάσει αφενός τις παιδαγωγικές ιδέες του Μ. Βασιλείου, αφετέρου να καταδείξει τη σύζευξη της Ελληνικής και Χριστιανικής παιδείας που πραγματοποίησε ο μεγάλος ιεράρχης. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι οποίοι δίσταζαν να εκφραστούν με ενθουσιασμό για τις κλασικές σπουδές ή και να συστήσουν τη μελέτη των αρχαίων κειμένων εξαιτίας του αρνητικού κλίματος που είχε επικρατήσει. Οι ουσιώδεις διαφορές που χώριζαν τον αρχαίο κόσμο από το Χριστιανισμό, οι διωγμοί των χριστιανών, η φθοροποιός επίδραση της αποσυντεθειμένης ειδωλολατρικής κοινωνίας και άλλα, είχαν δημιουργήσει σε πολλούς μια αντίθεση προς καθετί μη χριστιανικό, συμπεριλαμβανομένης και της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας. Η πραγματεία «Προς τους νέους όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων» είναι ένα από τα πιο γνωστά κείμενα του Μ.Βασιλείου, το οποίο σώθηκε σε εκατοντάδες χειρόγραφα και υπήρξε αγαπημένο ανάγνωσμα τόσο στη Δύση κατά την εποχή της Αναγέννησης όσο και στην Ελλάδα κατά την Τουρκοκρατία.

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Γιαννικόπουλου, Ο ρόλος του Μ. Βασιλείου στη συμφιλίωση Ελληνισμού – Χριστιανισμού, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1991
Θ. Ν. Ζήση, Ο Μέγας Βασίλειος και η Θύραθεν παιδεία, Αθήνα 1980
π. P.Lemerle, Ο πρώτος Βυζαντινός Ουμανισμός, Αθήνα 2001
Α. Μαυρίδη, Θεολογικές και Παιδαγωγικές Απόψεις στη Διδασκαλία του Μεγάλου Βασιλείου. Μια θεωρητική ανάλυση, Θεσσαλονίκη (εκδ. Κυριακίδη) 2005
Σ. Γ. Παπαδόπούλου, Πατρολογία, τόμος Β΄, έκδοση Β΄, Αθήνα 1999
 Β. Ν. Τατάκη, Η συμβολή της Καππαδοκίας στη χριστιανική σκέψη, Κέντρο Μικρασιατικών Μελετών, Αθήνα 1979²
 Ν. Ε. Τζιράκη, Μέγας Βασίλειος και Ελληνισμός. Κατά την πραγματεία του Μ. Βασιλείου «Προς τους νέους», Αθήνα 2004
Π. Κ. Χρήστου, Ο Μέγας Βασίλειος. Βίος και Πολιτεία, Συγγράμματα, Θεολογική Σκέψις,  Θεσσαλονίκη (εκδ. Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών) 1978, σ. 188.
Π.Κ. Χρήστου, λήμμα Βασίλειος ο Μέγας, στην εγκυκλοπαίδεια ΘΗΕ, τόμ. 3, σσ. 681-696.
Β. Φειδά, λήμμα Βασίλειος ο Μέγας στην εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica, τόμ. 11, Αθήνα (2006) 117-120.
Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Μεγάλου Βασιλείου, τόμ. Α΄, Αθήνα 2002




[1] Ο Μ. Βασίλειος γεννήθηκε το 330 μ.Χ. στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Καταγόταν από ευκατάστατη οικογένεια η οποία διακρινόταν για την ευγενική της καταγωγή και την αγιότητά της. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε από τον πατέρα του, Βασίλειο ο οποίος ήταν ρήτορας και διδάσκαλος ενώ για την χριστιανική ανατροφή του φρόντισαν η μητέρα του Εμμέλεια και η γιαγιά του, η ευλαβέστατη Μακρίνα. Φοίτησε στις φιλοσοφικές σχολές της Καισάρειας, του Βυζαντίου, όπου γνώρισε τον περίφημο ρητοδιδάσκαλο Λιβάνιο κατά τα έτη 349-352. Στη συνέχεια σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών φιλολογία, ρητορική (πανηγυρική και δικανική) και φιλοσοφία (ηθική, φυσική και μεταφυσική). Όταν αποπεράτωσε τις σπουδές του, ο Βασίλειος εξάσκησε το επάγγελμα του ρήτορα στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Καισάρεια. Στη συνέχεια μοίρασε το μεγαλύτερο μέρος της πατρικής του περιουσίας στου φτωχούς και ταξίδεψε στις χώρες της Ανατολής (Συρία, Μεσοποταμία, Αίγυπτο) για να γνωρίσει το μοναχισμό και να αφοσιωθεί σε αυτόν, επειδή ήταν θαυμαστής του. Μόνασε για πέντε χρόνια σε έρημο τόπο κοντά στη Νεοκαισάρεια. Ύστερα από πρόσκλησή του, τον επισκέπτεται ο Γρηγόριος και συντάσσουν μαζί τη Φιλοκαλία, μία συλλογή από τα έργα του Ωριγένη, μοναχικούς κανόνες, καθώς και τα «Ασκητικά» του. Επιστρέφοντας, από τη μοναχική ζωή χειροτονείται διάκονος και μετά από μικρό χρονικό διάστημα πρεσβύτερος. Ορόσημο στην εκκλησιαστική του σταδιοδρομία είναι η χειροτονία του σε επίσκοπο Καισάρειας το έτος 370.  Βλ. Παν. Κ. Χρήστου, Ο Μέγας Βασίλειος, Θεσσαλονίκη 1978,  σσ. 25 και 47 Σ. Γ. Παπαδόπούλου, Πατρολογία, τόμος Β΄, έκδοση Β΄, Αθήνα 1999, σ. 389.
[2] Η πρώτη έντυπη έκδοση του λόγου έγινε σε λατινική μετάφραση στο Mainz της Γερμανίας το 1459 και μέχρι το 1500 σημείωσε 20 εκδόσεις. Στα Ελληνικά η πρώτη έκδοση έγινε το 1532 στην πόλη Basel (Βασιλεία). Βλ. Α. Μαυρίδη, Θεολογικές και Παιδαγωγικές Απόψεις στη Διδασκαλία του Μεγάλου Βασιλείου. Μια θεωρητική ανάλυση, Θεσσαλονίκη (εκδ. Κυριακίδη) 2005, σ. 29.
[3] Περισσότερα για τις παιδαγωγικές, ανθρωπολογικές, κοινωνικές, ποιμαντικές και θεολογικές απόψεις του Μ. Βασιλείου βλ. Α. Μαυρίδη, ό.π..
[4] Βλ. Π. Κ. Χρήστου, Ο Μέγας Βασίλειος. Βίος και Πολιτεία, Συγγράμματα, Θεολογική Σκέψις, , Θεσσαλονίκη (εκδ. Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών) 1978, σ. 188.
[5] Βλ. Α. Μαυρίδη, ό.π.,  σ. 11.
[6] Βλ. Θ. Ν. Ζήση, Ο Μέγας Βασίλειος και η Θύραθεν παιδεία, Αθήνα 1980, σ. 58.
[7] Βλ. Β. Φειδά, λήμμα Βασίλειος ο Μέγας στην εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica, τόμ. 11, Αθήνα (2006) σ. 119. Επίσης βλ. Σ. Γ. Παπαδόπούλου, Πατρολογία, τόμος Β΄, έκδοση Β΄, Αθήνα 1999, σσ. 394-402.
[8] Θωμά Ν. Ζήση, ό.π., σσ. 55-56.
[9] Ο.π. σ. 57.
[10] Ο.π. σ. 58.
[11] Βλ. Σ. Γ. Παπαδόπούλου, Πατρολογία, τόμος Β΄, έκδοση Β΄, Αθήνα 1999, σ. 394.
[12] π. P.Lemerle, Ο πρώτος Βυζαντινός Ουμανισμός, Αθήνα 2001, σ. 47.
[13] ΕΠΕ, τόμος 7ος, Πατερικαί εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμάς, Θεσσαλονίκη 1973, σ. 21.
[14] Βλ. Π. Κ. Χρήστου, Ο Μέγας Βασίλειος. Βίος και Πολιτεία, Συγγράμματα, Θεολογική Σκέψις, Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1978, σ. 188. Σ. Γ. Παπαδόπούλου, ό.π.,  σ. 397.
[15]  Βλ. Π.Κ. Χρήστου, λήμμα Βασίλειος ο Μέγας, στην εγκυκλοπαίδεια ΘΗΕ, τόμ. 3, σσ. 681-696.
[16] Βλ. Β. Φειδά, ό.π., σ. 120.
[17] Βλ. Β. Φειδά, ό.π., σ. 119.
[18] Δεν είναι ορθό ότι αυτή η πραγματεία συνετάγη προς το τέλος του βίου του, εκ του λόγου ότι επικαλείται την προχωρημένη του ηλικία. Ο Βασίλειος δεν έφτασε ποτέ σε γεροντική ηλικία. Ενώπιον δε δεκαπενταετών σπουδαστών μπορούσε και τριακονταετής ων να επικαλεστεί μακρά πείρα και ηλικία. Βλ. Π.Κ. Χρήστου, λήμμα Βασίλειος ο Μέγας, ό.π., 681-696.
[19] Έργα και Ημέραι, στίχοι 293-297.
[20] Βλ. Θ. Ν. Ζήση, ό.π., σ. 64.
[21] Βλ. Ν. Ε. Τζιράκη, Μέγας Βασίλειος και Ελληνισμός. Κατά την πραγματεία του Μ. Βασιλείου «Προς τους νέους», Αθήνα 2004, σ. 57.
[22] Βλ. Ν. Ε. Τζιράκη, ό.π. σ. 58.
[23] Βλ. Α. Μαυρίδη, ό.π., σ. 89.
[24] Προς τους νέους 2, PG 31, 252.
[25] ΕΠΕ 7, 320-322- ΒΕΠ 54, 200- MG 31, 568. Επίσης βλ. Β. Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Μεγάλου Βασιλείου, τόμ. Α΄, Αθήνα 2002,  σ. 75.
[26] Βλ. Ν. Ε. Τζιράκη, ό.π. σ. 58.
[27] ΕΠΕ 7,318-ΒΕΠ 54,199, MG 31,565. Β. Δ. Χαρώνη, όπ., σ. 34. Αυτά συμφωνούν και με το νόημα της Κ.Δ. όπως αναφέρεται και στην προς Εβραίους επιστολή: «ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» (13,14), όπου τονίζεται το πρόσκαιρον της παρούσας ζωής και συνεπώς η μειωμένη αξία της σε σχέση με τη μέλλουσα και αιώνια ζωή.
[28] Βλ. Π.Κ. Χρήστου, λήμμα Βασίλειος ο Μέγας, ΘΗΕ, τόμ. 3, σσ.681-696.
[29] Βλ. Ν. Ε. Τζιράκη, όπ., σ. 60, με υποσημείωση 7.
[30] Βλ. Β. Δ. Χαρώνη, όπ., σ. 18.
[31] Βλ. Ν. Ε. Τζιράκη, ό.π., σ. 64.
[32]Βλ. Νικ. Εμμ. Τζιράκη ό, π. σ. 67.
[33] Ιλιάδα, Υ 382 και Χ 315.
[34] Περί φυτών 199a 25.
[35] Βλ. Β. Ν. Τατάκη, Η συμβολή της Καππαδοκίας στη χριστιανική σκέψη, Αθήνα (εκδ. Κέντρο Μικρασιατικών Μελετών) 1979², σ. 92.
[36] Βλ. Ν. Ε. Τζιράκη, ό.π., σ. 68.
[37] Πρβλ. Προς τους νέους 2, PG 31, 245.
[38] Βλ. Ν. Ε. Τζιράκη, ό.π., σ. 70.
[39] Βλ. Α. Γιαννικόπουλου, Ο ρόλος του Μ. Βασιλείου στη συμφιλίωση Ελληνισμού – Χριστιανισμού, Αθήνα (εκδ. Γρηγόρη) 1991, σ. 43.
[40] Βλ. Ν. Ε. Τζιράκη, ό.π., σσ. 71-72.
[41] Πρβλ. Προς τους νέους 3, PG 31, 569 CD.
[42] Βλ. Ν. Ε. Τζιράκη, ό.π., σ. 78.
[43] Έργα και Ημέραι, στ. 286-292.
[44] Βλ. Α. Μαυρίδη, ό.π., σ. 90.
[45] Ξενοφώντος, Απομνημονεύματα Α, 1,21-34.
[46] Σόλωνος, Ελεγεία απόσπασμα 4, Πλουτάρχου, Σόλων 3. Ηθικά 78c, 92c,472d.
[47] Θέογνις, Ελεγεία 157-158.
[48] Πλάτωνος, Φαίδρος 267b.
[49] Στο σημείο αυτό ο Μ. Βασίλειος χρησιμοποιεί παραλλάσσοντας ελαφρώς το στίχο της Οδύσσειας: «οίος πέπνυται· τοι δέ σκιαί αίσσουσι». Επίσης, Πλάτωνος, Πολιτεία Γ 386d και Μένων 100a στην περίπτωση του μάντη Τειρεσία, όπου αναφέρεται: «ότι οίος πέπνυται των εν ‘Άιδου, τοί δέ σκιαί αίσσουσι».
[50] Πολιτεία Ε 472d.
[51] Βλ.  Ν. Ε. Τζιράκη, ό.π.,  σ. 94.
[52] Μτ. 23, 27-28.
[53] Νικ. Εμμ. Τζιράκη, Μέγας Βασίλειος και Ελληνισμός. Κατά την πραγματεία του Μ. Βασιλείου «Προς τους νέους», Αθήνα 2004, σσ. 100-101.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...