Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2016

Ο Χριστός ανάμεσα στα φτωχά παιδιά







«Δεν πρέπει να αναζητούμε τον μικρό Ιησού στις όμορφες παραστάσεις των χριστουγεννιάτικων φατνών μας. Πρέπει να τον αναζητούμε ανάμεσα στα υποσιτιζόμενα παιδιά πού σήμερα πήγαν για ύπνο χωρίς να φάνε, ανάμεσα στα φτωχά παιδιά…που θα κοιμηθούν σε κατώφλια, σκεπασμένα με εφημερίδες».

Όσκαρ Ρομέρο, Αρχιεπίσκοπος του Σαλβαντόρ. 

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2015

Ο Θεός της Αγάπης και της Ελπίδας θα έρθει και φέτος...





του Ανδρέα Χ. Αργυρόπουλου*

Ο Χριστός θα έρθει όχι σαν Θεός - κριτής και εξουσιαστής των ανθρώπων αλλά σαν φίλος και σωτήρας


                      Πάνε κάμποσα χρόνια που ο συγγραφέας Αντώνης Σαμαράκης σε μια συνέντευξή του σε καθημερινή εφημερίδα των Αθηνών, ανέφερε με το δικό του ξεχωριστό τρόπο, πως ο Χριστός φέτος δεν θα έρθει, γιατί μπούχτισε πλέον με αυτά που συμβαίνουν στον κόσμο. Όμως ΟΧΙ. Δεν θα τους κάνει τη χάρη o Χριστός. Θα έρθει και φέτος. Κάποιος που αγαπάει θεϊκά, δεν μπουχτίζει. Η αγάπη Του δεν έχει όρια. Και θα έρθει όπως πάντα μέσα στη φάτνη Του, όχι σε έπαυλη, όχι εν μέσω των επισήμων, αλλά εν μέσω απλών ανθρώπων. Θα κάνει πάλι αυτή την επιλογή, γιατί ξέρει καλά πως δεν έρχεται για να υπηρετηθεί, αλλά για να υπηρετήσει. «Ο Υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι αλλά διακονήσαι»(Μαρκ.ι΄,45). Η άφιξή Του, όπως και τότε, θα προκαλέσει όλους αυτούς που βλέπουν τα πράγματα διαφορετικά. Αυτούς που έχουν μάθει να εκμεταλλεύονται και να καταδυναστεύουν τους λαούς και τις κοινωνίες. Το πολιτικό, κοινωνικό και θρησκευτικό κατεστημένο, όλους αυτούς που από νήπιο τον αντιμετώπισαν και τον αντιμετωπίζουν σαν ξένο «Τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν κόσμω»( ασματικό Μ. Παρασκευής), σαν περίεργο θα λέγαμε, και τον κυνήγησαν σε όλη τη δημόσια δράση Του, καταφέρνοντας στο τέλος να τον θανατώσουν. «Ο Χριστός», γράφει ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος, «παραμένει ξένος στις άδικες επιλογές που καθορίζουν την πορεία του κόσμου, βάσει των δεδομένων “δογμάτων” της διεθνούς οικονομίας, της πολιτικής σκοπιμότητας, των ιδιοτελών στόχων των εκάστοτε ισχυρών».
               Ο Χριστός θα έρθει όχι σαν Θεός - κριτής και εξουσιαστής των ανθρώπων, αλλά σαν φίλος και σωτήρας. «Ου γαρ  ήλθον ίνα κρίνω τον κόσμον, αλλ’ ίνα σώσω τον κόσμον»(Ιωαν.ιβ΄,47 ).Δεν ήλθα για να καταδικάσω τον κόσμο, αλλά για να τον σώσω. Θα έρθει ως απελευθερωτής, για να λυτρώσει τους ανθρώπους από κάθε μορφή δουλείας (πνευματική, κοινωνική, θρησκευτική), να τους απελευθερώσει από δεισιδαιμονίες, προλήψεις, ανασφάλειες, προκαταλήψεις και στερεότυπα. 

              Ο ευαγγελιστής Λουκάς μας  αναφέρει ότι μία από τις φορές που βρέθηκε στη Συναγωγή διάβασε  ένα χειρόγραφο με τα παρακάτω λόγια του προφήτη Ησαϊα.«Το Πνεύμα του Κυρίου με κατέχει, γιατί ο Κύριος με έχρισε και με έστειλε για να αναγγείλω το χαρμόσυνο μήνυμα στους φτωχούς, να θεραπεύσω τους συντριμμένους ψυχικά. Στους αιχμαλώτους να κηρύξω την απελευθέρωση και στους τυφλούς ότι θα βρουν το φως τους, να φέρω λευτεριά στους τσακισμένους…» (Λουκ. 4, 18).Τελειώνοντας την ανάγνωση του κειμένου τους είπε ότι η προφητεία βρήκε την εκπλήρωσή της στο πρόσωπό του.
            Ο Χριστός θα έρθει και φέτος, για να ταρακουνήσει τη βολεμένη θρησκευτικότητά μας και τον υποκριτικό καθωσπρεπισμό μας. Δεν θα έρθει για τους λίγους, τους εκλεκτούς, αλλά για όλους, ιδιαίτερα γι’ αυτούς που δεν έχουν κανένα. Ο Χριστός ήλθε για ολόκληρη την Οικουμένη, για όλους τους λαούς. Όπως αναφέρει ο Απόστολος Παύλος, επιθυμία του Χριστού είναι «να σωθούν όλοι οι άνθρωποι και να λάβουν γνώση της αλήθειας». Αιώνες πριν τον ερχομό του Χριστού, ο Ψαλμωδός τονίζει προφητικά: «Και ενευλογηθήσονται  εν αυτώ πάσαι αι φυλαί της γης, πάντα τα έθνη μακαριούσιν αυτόν και πληρωθήσεται της δόξης αυτού πάσα η γη» (…Και θα απολαύσουν τις ευλογίες Του όλες οι φυλές της γης και όλα τα έθνη θα Τον επευφημούν και θα Τον μακαρίζουν…ας πληρωθεί από τη δόξα Του όλη η γη», (Ψαλμ. 71: 17, 19). 

Σε μια εποχή παράξενη και απρόβλεπτη σαν τη δική μας, έρχεται ο Χριστός, για να θυμίσει ότι δεν αποτελεί ιδιοκτησία κάποιων και μάλιστα ανάξιων, αλλά προσφορά σε όλους. Θα έρθει και, πριν καλά - καλά προλάβει να κάνει τα πρώτα βήματα στη ζωή, θα αναγκαστεί να μεταναστεύσει, όπως χιλιάδες συνάνθρωποι μας στις μέρες μας. Απ’ τη Βηθλεέμ που γεννήθηκε, φυγαδεύτηκε αμέσως στην Αίγυπτο, γυρνάει στη Ναζαρέτ, όπου και μεγαλώνει. Ο Υιός του Ανθρώπου θα φτάσει στο σημείο να μην έχει «που την κεφαλήν κλίνη(αι)», (που να γύρει το κεφάλι), όπως ακριβώς στις μέρες μας η φτωχολογιά του τρίτου κόσμου, τα εκατομμύρια των προσφύγων, τα θύματα των πολεμικών συγκρούσεων, οι σύγχρονοι σκλάβοι, οι φυλακισμένοι για τις ιδέες τους, οι εγκαταλελειμμένοι, οι μοναχικοί, οι περιθωριακοί, οι άνεργοι, οι κακοποιημένες γυναίκες. Θα έρθει, λοιπόν, για να δώσει χαρά και ελπίδα σ’ όλους αυτούς που, όπως ο Θεός τους, δεν έχουν «πού να γύρουν το κεφάλι τους». «Τω ονόματι αυτού τα έθνη ελπιούσι» Ματθ. 12,21 (στο όνομά Του ελπίζουν όλα τα έθνη). 

Ο Χριστός μπαίνει στην ιστορία διακριτικά ,πορεύεται ταπεινά ,χωρίς καμιά διάθεση να μας επιβληθεί γεγονός που σκανδαλίζει τους χριστιανούς της "εξουσίας και της δύναμης". Αυτούς που φαίνεται να  ξεχνούν  ότι σε όλη τη ζωή του γνώρισε την αγριότητα και την εχθρότητα των εξουσιαστών.

Έρχεται ο Θεός της ελπίδας και της χαράς. Το ερώτημα είναι πώς Τον περιμένουμε. Είναι αλήθεια ότι στις μέρες μας το νόημα των Χριστουγέννων έχει χαθεί για τους περισσότερους. Έτσι εξηγείται, ίσως, γιατί έχει χαθεί και η ανθρωπιά. Αξίες της παράδοσής μας, που κατ’ εξοχήν βιώνονται αυτές τις μέρες, όπως η αδελφοσύνη, η αλληλεγγύη, η συντροφικότητα, έχουν μπει στο περιθώριο. Τη θέση τους έχουν πάρει η καταναλωτική μανία και η επίδειξη. Ένας μεγάλος χριστιανός μάρτυρας της εποχής μας , ο δολοφονημένος επίσκοπος του Σαλβαντόρ Όσκαρ Ρομέρο έλεγε στα κηρύγματά του : «Δεν πρέπει να αναζητούμε τον μικρό Ιησού στις όμορφες παραστάσεις των χριστουγεννιάτικων φατνών μας. Πρέπει να τον αναζητούμε ανάμεσα στα υποσιτιζόμενα παιδιά πού σήμερα πήγαν για ύπνο χωρίς να φάνε, ανάμεσα στα φτωχά παιδιά …που θα κοιμηθούν σε κατώφλια, σκεπασμένα με εφημερίδες».

Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μας θυμίζει ότι ο εορτασμός των Χριστουγέννων δεν πρέπει να γίνεται με τρόπο που να φροντίζει ο ένας να ξεπεράσει σε σπατάλη τον άλλον και, μάλιστα, αυτό να γίνεται τη στιγμή που άλλοι άνθρωποι πεινούν και έχουν ανάγκες. Ο Θεός της ΑΓΑΠΗΣ και της ΕΛΠΙΔΑΣ θα έρθει και φέτος και ο ερχομός Του θα είναι ακόμα πρόσκληση και πρόκληση. Αν θέλουμε να τον συναντήσουμε, ας μην ψάξουμε στα εορταστικά shows των τηλεοπτικών καναλιών. Μας περιμένει στους στενούς δρόμους των κακόφημων περιοχών των μεγαλουπόλεων , στους καταυλισμούς των προσφύγων, στα στρατόπεδα των αιχμαλώτων, στα ορφανοτροφεία, στα συσσίτια των απόρων, στις σελίδες του Παπαδιαμάντη, του Κόντογλου , του Λειβαδίτη, του Ντοστογιέφκσι, στη Λειτουργία των Χριστουγέννων. Η μέρα της χαράς, της ελπίδας και της χαμένης μας ανθρωπιάς, πλησιάζει.«Χριστός γεννάται, δοξάσατε!»

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2015

Πίστη και Θρησκευτικότητα- Μια ανάγνωση του γεγονότος της Ενσάρκωσης





Παναγιώτης Αρ. Υφαντής
Αν. Καθηγητής Τμ. Θεολογίας Α.Π.Θ.




Η ιουδαιοχριστιανική εμπειρία και οι κατοπινές θεωρητικές και εμπειρικές εμπεδώσεις της βιβλικής κληρονομιάς μιλούν για ένα Θεό που πορεύεται στο πλευρό του ανθρώπου και της ανθρωπότητας στα μονοπάτια της ιστορίας. H κορύφωση αυτής της παρουσίας που απλώνεται σωστικά στον ιστορικό χρόνο συντελείται στη Γέννηση του Χριστού. Δηλαδή σε αυτό το γεγονός που μετατρέπει την πυρετική ένταση της μεσσιανικής προσδοκίας σε σπασμό χαράς, την αγωνία της προετοιμασίας ή και την αποκαραδοκία ολόκληρης της κτίσης σε γιορτή ενότητας και πληρότητας σηματοδοτώντας τη μετάβαση από τον Παλαιό στον Νέο Ισραήλ, δηλαδή το πέρασμα από μια κοινότητα που αδημονεί σε μια σύναξη που δοξολογεί.
*
Κι όμως αυτό το γεγονός στο οποίο η χριστιανική κοινότητα συλλάβισε ένα πολύτιμο αλφαβητάρι θεογνωσίας και συγκρότησε την πνευματική της φυσιογνωμία και αποστολή μοιάζει μάλλον απογοητευτικά αδιάφορο ή και προκλητικά ανατρεπτικό για τα κριτήρια μιας συμβατικής θρησκευτικότητας. Οι πρώτες ύλες της συλλογικής πρόσληψης και νοηματοδότησης του γεγονότος εκ μέρους της Εκκλησίας συγκρούονται με μια συμβατική η τυπική θρησκευτικότητα, η οποία συνδέεται αιτιακά με ένα πλέγμα ενστικτικών αναγκών για μεταφυσική προστασία, ψυχολογική ασφάλεια και απαλλαγή από τα λογής δεινά που συνοδεύουν την περιπέτεια της ύπαρξης, γι’ αυτό και εκδηλώνεται σε νοοτροπίες και συμπεριφορές ανταλλακτικής ιδιοτέλειας.
Το γεγονός της Γέννησης όπως το περιγράφουν οι Συνοπτικοί είναι ελάχιστα θεαματικό[1]. Κανένα εντυπωσιακό σκηνικό και κανένας υπερφυσικός κρότος δεν ραγίζει την ιερή σιωπή της στιγμής. Και κανείς τρόμος ή ρίγος υπερκόσμιο δεν συνοδεύει την παρουσία του Θεού. Μονάχα ένα αστέρι λαμπυρίζει στον παγωμένο στερέωμα εκείνης της νύχτας δείχνοντας τον δρόμο στους πρώτους προσκυνητές του Μεσσία. Όλα φαντάζουν και είναι απολύτως φυσικά, ήσυχα και γαλήνια εκείνη τη νύχτα. Σε αυτήν ακριβώς τη χαμηλόφωνη ηρεμία και στον απέριττο ρεαλισμό του γεγονότος, όπως το αφηγούνται οι ιεροί συγγραφείς, ανιχνεύεται ο αντισυμβατικός χαρακτήρας και συνάμα το βαθύτατα θεολογικό και σωτηριολογικό αντίκρισμά του, που υπερβαίνει τα χρονικά και γεωγραφικά όριά του μεταποιώντας την ίδια την ιστορία σε πρόναο των εσχάτων.
Μια ανθρωποκεντρική και ανθρωπομορφική θρησκευτική φαντασία θα περίμενε από τον Βασιλέα του ουρανού και της γης, τον Κύριο της ζωής και του θανάτου, να εισέλθει στην ιστορία φορτωμένος με τα διάσημα της υπερβατικής του εξουσίας, ώστε όλοι να υποταχθούν στη δόξα του. Οι βιβλικές διηγήσεις, όμως, δεν αφήνουν περιθώρια για ατομικές ή συλλογικές φαντασιώσεις εξουσίας, δύναμης και υπεροχής. Και αυτό γιατί στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι ο άνθρωπος που ζωγραφίζει τον Θεό του, προβάλλοντας σ’ αυτόν τις ανάγκες και τους φόβους του αλλά αντιθέτως, είναι ο Θεός που αποκαλύπτεται όπως ακριβώς είναι δείχνοντας το μέτρο της ανθρωπότητας. Δηλαδή, ως πρόσωπο που απευθύνεται ελεύθερα σε ελεύθερους ανθρώπους για να στερεώσει μαζί τους μια σχέση αγάπης. Αν ο Θεός ερχόταν πάνω σε πύρινα άρματα από τον ουρανό, κραδαίνοντας κεραυνούς και απειλές, ποιος θα τολμούσε να μην δεχθεί τη θεότητά του; Όμως, αυτή η αποδοχή δεν θα ήταν αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής και αγάπης αλλά υποταγής και φόβου. Τελικά, η αντισυμβατικότητα που εδώ μπορεί να χαρακτηριστεί και αντιθρησκευτικότητα του γεγονότος της Γέννησης έγκειται σε αυτό που αποτελεί αφορμή δοξολογίας για την κοινότητα και θεολογική κατάκτηση της θεολογικής διανόησης: Ότι ο βιβλικός Θεός αντί να ζητά την πίστη του ανθρώπου, όπως συνήθως προτείνουν οι θρησκείες, εκδηλώνει τη δική του αγάπη, τη δική του πίστη και τον δικό του σεβασμό στον άνθρωπο αποφασίζοντας να γίνει ένα με το δημιούργημα, να συναντηθεί μαζί του πρόσωπο με πρόσωπο, να περπατήσει, να συνομιλήσει, να πονέσει και να γευτεί τον θάνατο μαζί του.
Για την κοινότητα των πιστών καμιά λεπτομέρεια, καμιά πτυχή αυτού του γεγονότος ακόμη και η πλέον ασήμαντη ή αδιάφορη, δεν υπόκειται στην επικράτεια μιας τυφλής τυχαιότητας, τίποτε δεν λειτουργεί εκτός του θείου σχεδίου της σωτηρίας. Για τον λόγο αυτό, όλες οι πτυχές του γεγονότος αποκαλύπτουν ισάριθμες πηγές θεολογικής γνώσης και θεοκεντρικής ανθρωπολογίας.
Έτσι, η γέννηση του Ιησού στη Βηθλεέμ και όχι στον τόπο καταγωγής του, τη Ναζαρέτ, αν και φαίνεται προϊόν ενός αστάθμητου παράγοντα, όπως ήταν η απογραφή, για τους πιστούς υποδηλώνει πως αν και ο Λόγος εισήλθε στη γη και στον χρόνο, αυτός ανήκει στον ουρανό και στην αιωνιότητα. Έπειτα, το κρύο και το σκοτάδι που πλαισιώνουν απειλητικά τις πρώτες στιγμές του βρέφους καθιστά πιο χτυπητή την αντίστιξη ανάμεσα στη ζεστασιά της αυτοφανερούμενης θείας αγάπης και στο πυκνό σκοτάδι του κακού, της πνευματικής τυφλότητας και της άγνοιας που απειλούσε να καταπιεί την ανθρωπότητα. Η πιο κρύα και σκοτεινή στιγμή της νύχτας είναι ακριβώς λίγο προτού οι πρώτες ακτίνες του ήλιου αρχίσουν να διαπερνούν το σκοτάδι, προαναγγέλλοντας τη θεραπευτική θαλπωρή και το λαμπρό φως του ήλιου που εξασφαλίζει τη διατήρηση της ζωής σε όλα τα όντα. Αν κάποιος αναλογιστεί το ιστορικό και πνευματικό αδιέξοδο της εποχής κατά την οποία συντελέστηκε η ενανθρώπηση, δεν είναι δύσκολο να κατανοήσει γιατί η πιστεύουσα κοινότητα ατενίζει στο γεγονός της Βηθλεέμ την ανατολή του «Ηλίου της δικαιοσύνης»[2].
Ο στάβλος που δίνει πρόσκαιρη στέγη στο βρέφος από λύση ανάγκης στα μάτια της κοινότητας αισθητοποιεί τη βαθιά πίστη πως η ένσαρκη αλήθεια είναι καταδικασμένη να περιπλανιέται ανέστια και διωκόμενη σε αυτό τον κόσμο της φθοράς. Και ακόμη, ο ευτελής, ολόγυμνος από οποιοδήποτε στολίδι, χώρος της γέννησης μεταφράζει με έναν δραματικό τρόπο την «κένωση», δηλαδή το εκούσιο άδειασμα του Λόγου από την ουράνια δόξα, την εγκατάλειψη της πατρικής αγκαλιάς και τη θεληματική του μετανάστευση από την αιωνιότητα στα κράσπεδα της κτιστότητας. Με τον τρόπο αυτό, το ολοφάνερα ασήμαντο πώς υπαγορεύει και φωτίζει ερμηνευτικά το αθέατο και θεόρατο τι του γεγονότος: δηλαδή, την εκούσια και σωτήρια πρόσληψη της πραγματικής και γι’ αυτό ευάλωτης ανθρώπινης φύσης από τον Λόγο. Η συγκεκριμένη παραδοχή αισθητοποιείται εικαστικά στην τρυφερή σκηνή του λουτρού που αρτιώνει την παραδοσιακή Εικόνα της Γέννησης. Η ίδια παραδοχή πυροδοτεί τις βαθύτερες εμπνεύσεις της θεολογικής ευφυΐας η οποία σταθμίζει το δυσθεώρητο ύψος της θείας αγάπης στην απέραντη απόσταση που διένυσε ο αχώρητος Λόγος όχι μόνο ή τόσο για να «ανακλιθή» σε μια φάτνη αλλά για να χωρέσει και να συστεγάσει την  Υπερουσιότητά του με την ανθρώπινη φύση σε ένα πρόσωπο[3].
Εδώ, ριζώνουν και οι συμπαντικές και  ανθρωπολογικές προσλήψεις και συνέπειες του γεγονότος που γίνονται και πάλι σαφέστερες σε αντιδιαστολή προς τις συμβατικές θεωρητικές, νομικές και ηθικές θρησκευτικές επιταγές. H Γέννηση του Χριστού δεν εγκαινιάζει μια ακόμη μεταφυσική κοσμοθεωρία, δεν νομιμοποιεί ένα πλέγμα εντολών και απαγορεύσεων που εγκλωβίζουν και εξαντλούν τη ζωή και τη συμπεριφορά του ανθρώπου σε ασπρόμαυρα σχήματα αξιόμισθων και αξιόποινων πράξεων, ούτε προσφέρει ερείσματα για την οικοδόμηση εξουσιαστικών ιεραρχικών δομών με θρησκευτικό πρόσημο. Αντιθέτως, πραγματώνει την αποκατάσταση της τραυματισμένης, χαμένης ή και συκοφαντημένης -συχνά από την ίδια τη θρησκευτικότητα και τους θεσμικούς διαχειριστές της- σχέσης ανάμεσα στον Θεό και την κτίση ολόκληρη, που πλέον αρτιώνεται  με την προοπτική των εσχάτων, της ανάστασης και της πλήρους ανακαίνισης. Η εικονιστική γλώσσα της Βίβλου αναφέρεται στην κατεδάφιση του μεσότοιχου που μέχρι τότε χώριζε τα άνω με τα κάτω, τον ουρανό και τη γη, το επέκεινα και το  ενθάδε, την αιωνιότητα και τη χρονικότητα. Από την πλευρά του, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος σχολιάζοντας τη λέξη «ευδοκία» που χρησιμοποιεί ο ευαγγελιστής Λουκάς[4] σημειώνει: «Τι εστίν ευδοκία; Καταλλαγή»[5].
Έτσι, η ενότητα και η ειρήνη που εγκαινιάζει η ενσάρκωση αντιπαραβάλλεται με την διάκριση μεταξύ ιερού και βέβηλου από το οποίο αντλούσε το διχαστικό της κύρος της η θρησκεία. Πρόκειται για μια ειρήνη και μια ενότητα που διαπερνά ολόκληρη την κτίση. Η λειτουργική ποίηση θέλοντας να εκφράσει την ενεργό συμμετοχή όλων των κτισμάτων στο γεγονός αναρωτιέται: «Τί σοι προσενέγκωμεν Χριστέ, ὅτι ὤφθης ἐπὶ γῆς ὡς ἄνθρωπος δι’ ἡμᾶς; ἕκαστον γὰρ τῶν ὑπὸ σοῦ γενομένων κτισμάτων, τὴν εὐχαριστίαν σοι προσάγει· οἱ Ἄγγελοι τὸν ὕμνον, οἱ οὐρανοὶ τὸν Ἀστέρα, οἱ Μάγοι τὰ δῶρα, οἱ Ποιμένες τὸ θαῦμα, ἡ γῆ τὸ σπήλαιον, ἡ ἔρημος τὴν φάτνην· ἡμεῖς δὲ Μητέρα Παρθένον…»[6].
Από την πλευρά της, η πατερική και σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία εμβαθύνοντας στο ανθρωπολογικό και συνεπώς σωτηριολογικό αντίκρισμα του γεγονότος βλέπουν στην ενανθρώπηση του Θεού την ανανεωμένη δυνατότητα του ανθρώπου να ανακαλύψει και να γίνει αυτό που είναι: μια τεχνητή πλην ακριβής εικόνα της φυσικής εικόνος του Δημιουργού, ένας ζωντανός θεολογικός τόπος[7].
Ωστόσο, αν και θεία δωρεά, αυτή η οντολογική ανακαίνιση συνιστά μια δυνατότητα που για να καρπίσει απαιτεί τη δραστική συμμετοχή του ανθρώπου, όπως για την ίδια την ενσάρκωση του Λόγου ήταν απαραίτητο ένα φιλόξενο μητρικό σώμα. Πράγματι, ο αγιασμός, η θέωση, η σωτηρία δεν είναι ούτε μαγική διαδικασία, ούτε ευσεβής φαντασίωση, ούτε καν θρησκευτικό καθήκον, αλλά άθλημα ελευθερίας και αγάπης, το οποίο συνεπάγεται τη συνειδητή συμμετοχή του πιστού και της κοινότητας στην ευθραυστότητα του σώματος του θείου βρέφους και στις πληγές του Εσταυρωμένου Χριστού. Εξάλλου, ο Θεάνθρωπος, όπως δείχνει ήδη με την ταπεινή είσοδό του στον κόσμο και το εκούσιο πάθος, δεν ήρθε για να απαλλάξει τους ανθρώπους από τους πειρασμούς, τον πόνο, την ασθένεια και τον θάνατο, αλλά να τους δείξει τον τρόπο της αντιμετώπισής τους. Δηλαδή την εκούσια ταπείνωση, την αγαπητική και θυσιαστική κένωση που υπακούει στη λογική του σταυρού και απηχεί τη μυστική του δύναμη μεταμορφώνοντας την έσχατη αδυναμία σε νίκη του έσχατου εχθρού[8].
Από την άλλη πλευρά, αυτή η σωτηριολογική διάσταση της Ενσάρκωσης θα παρέμενε λειψή αν περιοριζόταν στα όρια της συνείδησης, του πνευματικού αγώνα ή και των κατορθωμάτων του πιστού. Δηλαδή αν υπηρετούσε τον τυπικά θρησκευτικό πειρασμό που συρρικνώνει τη σωτηρία σε μια αποκλειστικά υποκειμενική υπόθεση και κατανοεί την αγιότητα ως ατομική αφιέρωση που συνεπάγεται την αποστασιοποίηση και τον διαχωρισμό του αγίου από την κοινότητα και τον κόσμο. Την υπέρβαση αυτού του πειρασμού τον ψηλαφίζει κανείς στις εκκλησιολογικές, λειτουργικές και κοινωνικές εμπεδώσεις της Ενανθρώπησης, οι οποίες αρτιώνουν την κατακόρυφη οντολογική της διάσταση. Πράγματι, η πνευματική ταυτότητα που διαμορφώνεται γύρω από το «γεγονός Χριστός» δεν είναι μήτε ατομική μήτε στατική. Αντιθέτως, είναι και αυτή ένα σχεσιακό και συλλογικό γεγονός μεταξύ προσώπων που χρησιμοποιώντας τον πρώτο πληθυντικό της Κυριακής Προσευχής αγιάζονται δοξολογώντας το άγιο όνομα του κοινού ουράνιου Πατέρα[9].  
Η Ενσάρκωση συντονίζει και τους ιστορικούς και ιεραποστολικούς βηματισμούς της χριστιανικής κοινότητας. Πράγματι, η Εκκλησία αληθεύει στο μέτρο που συνεχίζει την ενσάρκωση του θεανδρικού της Ιδρυτή, δηλαδή καταφάσκοντας κάθε στιγμή του ιστορικού γίγνεσθαι σε πρόγευση του δείπνου της Βασιλείας και προσλαμβάνοντας την πολιτισμική σάρκα του κόσμου για να την εξαγιάσει, όπως Εκείνος προσέλαβε την ανθρωπότητα για να θεώσει το «πρόσλημμα»[10].

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η Γέννηση του Χριστού εκτός από ιστορικό ή και κοσμοϊστορικό δεδομένο, αποτελεί για την πιστεύουσα κοινότητα και για κάθε μέλος της αλλά και για ολόκληρη την ανθρωπότητα μια διαρκή πρόκληση πνευματικής αυτοσυνειδησίας και δυναμικής αυτοπραγμάτωσης σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.
Σύμφωνα με την αποφθεγματική φράση του Αθανασίου Αλεξανδρείας ο Θεός «ἐνηνθρώπησε ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν»[11]. Ο παραδοσιακός σχολιασμός αυτής της πατερικής έμπνευσης, τονίζει ίσως μονομερώς τη μυστική ή και κατακόρυφη δυνατότητα του ανθρώπου να τελειωθεί, ακολουθώντας μιαν ανηφορική, ασκητική ή και ατομική πορεία από την ενθαδική πραγματικότητα στον εσχατολογικό δοξασμό. Ωστόσο, ιδιαίτερα σήμερα αξίζει να τονιστεί και η άλλη όψη αυτής της φράσης. Πως δηλαδή η θεοποίηση και η λογοποίηση του ανθρώπου και της ανθρωπότητας ταυτίζεται με έναν δυναμικό εξανθρωπισμό του ανθρώπου. Αυτός ο εξανθρωπισμός συντελείται και καλείται να καρποφορήσει εντός του ιστορικού γίγνεσθαι και της κοινωνίας αντιπαλεύοντας τις ποικίλες εκφάνσεις ενός θεοποιημένου ουμανισμού και μιας απάνθρωπης θρησκευτικότητας, που στο πρόσωπο κάθε ξένου, ενδεούς, φυλακισμένου, ασθενούς και φτωχού αγνοούν ή βασανίζουν τον ίδιο τον Χριστό[12].





[1] Μτ 1, 18-25· Λκ 2, 1-21.
[2] Βλ. Απολυτίκιον Χριστουγέννων.
[3] Πρβλ. Μεγάλυνον ψυχή μου… Ειρμός της Θ΄ Ωδής των Χριστουγέννων, ήχος α΄.
[4] Λκ 2, 14.
[5] Ιωάννης Χρυσόστομος, Εις την Κολοσσαείς Γ΄: PG 62, 322.
[6] Ιδιόμελον Εσπερινού Χριστουγέννων, ήχος β΄.
[7] Πρβλ. Κολ 1, 15-20.
[8] Πρβλ. Α΄ Κορ 15, 26.
[9] Βλ Μτ 6, 9-13.
[10] Βλ.  Ιδιομελον προεορτίων.
[11] Αθανάσιος Αλεξανδρείας, Περί ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου 54: PG 25, 192B.
[12] Πρβλ. Μτ 25,31-46.

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2015

Οταν ο Χίτλερ προσπάθησε να καταργήσει τα Χριστούγεννα γιατί γεννήθηκε ένας Εβραίος









Tα 12 χρόνια που πέρασε στην εξουσία ο Χίτλερ δεν άφησε καμία δραστηριότητα των Γερμανών που να μην επιχειρήσει να τη θέσει στον έλεγχο μιας ολοκληρωτικής διακυβέρνησης.

Ειδικά θέλησε να βάλει χέρι στην έννοια των Χριστουγέννων, δηλαδή μια μεγάλη ετήσια γιορτή για την γέννηση ενός Εβραίου.
Οι Ναζί φρόντισαν να «ξαναφτιάξουν» τα Χριστούγεννα σύμφωνα με την δική τους άποψη. Σύμφωνα με εμπεριστατωμένο άρθρο του Fast Company, οι Ναζί «εκκαθάρισαν» τα τραγούδια των Χριστουγέννων από τις χριστιανικές αναφορές τους, με τη βοήθεια της προτεσταντικής εκκλησίας. «Η χριστινική ιδέα της ειρήνης που εκπέμπουν τα Χριστούγεννα ήταν αυτό ακριβώς που περιφρονούσε ο Χίτλερ» αναλύει το άρθρο. Εκανε λοιπόν τα πάντα ώστε η γιορτή να γίνει λιγότερο χριστιανική, τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια λιγότερο φιλειρηνικά ενώ επιχείρησε να αλλάξει και την εικόνα του Αη -Βασίλη ο οποίος του φαινόταν «υπερβολικά χριστιανός και καθόλου αριανός».




«Ωστόσο ο Αγιος Βασίλης ήταν τόσο αγαπητός ώστε ακόμη και οι Ναζί δεν τόλμησαν να κάνουν ολοκληρωτικό πόλεμο εναντίον του. Του άλλαξαν βέβαια όνομα. Οι Ναζί υποστήριζαν ότι αυτή η μορφή με τα γένια, ντυμένη στα λευκά που περνούσε από τα σπίτια και μοίραζε δώρα ήταν στην πραγματικότητα η παγανιστική φιγούρα O din. Οι χριστιανοί αυτή τη φιγούρα είχαν μιμηθεί αλλά είχε έρθει η ώρα να αποδοθεί όπως ήταν πραγματικά», γράφει το άρθρο.


Οπως αναφέρει το άρθρο οι Γερμανοί γιόρταζαν το χειμερινό ηλιοστάσιο πριν ο χριστιανισμός φτάσει στη χώρα τους και αυτό διευκόλυνε τους Ναζί να κάνουν τα Χριστούγεννα μια παγανιστική γιορτή την οποία αποκάλεσαν Rauhnacht -που σημαίνει «Μια άγρια νύχτα», μια ονομασία με σαφείς υπαινιγμούς βίας. Ολοκλήρωσαν την όλη εικόνα αναθεώρησης των Χριστουγέννων αλλάζοντας τη φράση «Ο Σωτήρας Ιησούς» με το «Ο Σωτήρας Furher».
Αυτό που εξόργιζε πραγματικά ωστόσο τον Χίτλερ ήταν το ειρηνιστικό μήνυμα των Χριστουγέννων. ΤΟ δικό του μήνυμα, όπως το εξέφρασε σε ένα άρθρο που έγραψε το 1937 ήταν αυτό «μιας εθνικής ειρήνης, συγκεκριμένης» η οποία στα δικά του χείλη σήμαινε «μια ειρήνη εθνική χωρίς Εβραίους, τσιγγάνους, κομμουνιστές και ομοφυλόφιλους», όπως εξηγεί το Fast Company.



Οι Ναζί έβαλαν χέρι ακόμη και στη διακόσμηση του χριστουγεννιάτικου δέντρου: «Γενικά η διακόσμηση ήταν μάλλον στρατιωτική και πολεμική. Δεν ήταν ασυνήθιστο να κρεμάνε χειροβομβίδες και ψεύτικα πολυβόλα στα έλατα τις γιορτές. Πάνω στις γιορτινές μπάλες έγραφαν «Sieg heil», οι κόκκινες μπάλες ήταν χτυπημένες με σβάστικες ακόμη και κεφάλια του ίδιου του Χίτλερ κρεμούσαν».

Τον Δεκέμβριο του 1941, ο Αδόλφος Χίτλερ οργάνωσε ένα πλούσιο χριστουγεννιάτικο πάρτι, για τα κορυφαία στελέχη του ναζιστικού κόμματος.
Πολιτικοί και στρατηγοί συγκεντρώθηκαν μπροστά από ένα τεράστιο χριστουγεννιάτικο δέντρο, για να γιορτάσουν και να ανταλλάξουν δώρα, υπό την παρουσία εκατοντάδων δόκιμων των SS, με τις χαρακτηριστικές ψηλές τους μπότες.

Στις εικόνες που διασώθηκαν, από τον προσωπικό φωτογράφο του Φύρερ, ο Χίτλερ μοιάζει λίγο κατηφής, που παρίστατο σε τέτοια εκδήλωση. Αρκεί να σκεφτεί κανείς, πόσο ακατάλληλη θα ήταν για τον ίδιο, που ήταν επικεφαλής μιας γενοκτονίας και μίας φιλοπόλεμης δικτατορίας, η γιορτή της γέννησης ενός Εβραίου!







http://www.iefimerida.gr/news/184365/otan-o-hitler-prospathise-na-katargisei-ta-hristoygenna-giati-gennithike-enas-evraios#ixzz3N0BRZa00









Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014

Ανατροπές σταβλίσιες





Του Θανάση Ν. Παπαθανασίου*

Δυο μέρες μετά τα Χριστούγεννα οι στοχασμοί μας είναι προφανώς αμέτρητοι, για αμέτρητες έγνοιες. Νομίζω όμως πως έχει ξεχωριστή σημασία, κάποιοι στοχασμοί μας να αφορούν καθαυτά τα Χριστούγεννα. Η πίστη δεν είναι ολονών, ούτε προτίθεμαι να τη ζητήσω από όλους. Είναι, όμως, ολονών ο εορτασμός και η αργία, και ως εκ τούτου είναι σημαντικό να κουβεντιάζουμε τη δυναμική της γιορτής και της αργίας. Στον αντίποδα του νεοφιλελευθερισμού, που είναι ικανός να καταργήσει την κοινή γιορτή και να την αντικαταστήσει με ατομικά ρεπό σε μη-κοινό για όλους χρόνο, η δημόσια γιορτή είναι κορυφαία ευκαιρία για τα πιο ουσιώδη του ανθρώπου: για τα ανταμώματά του, για την σχόλη του, για τον προβληματισμό του.
Εδώ και μερικά χρόνια κάτι αλλάζει στον χριστουγεννιάτικο στολισμό. Το δέντρο συνεχίζει να κυριαρχεί, συχνά όμως δεν συνοδεύεται από τη φάτνη. Προφανώς η φάτνη ταυτίζεται με την πίστη στον Χριστό και την ενανθρώπισή του και ως εκ τούτου αποφεύγεται όποτε δεν συντρέχει αυτή η πίστη ή όποτε το δέντρο το στολίζει κάποιος δήμος που θέλει να είναι ουδετερόθρησκος. Προσωπικά δεν μέμφομαι την ουδετεροθρησκεία, ούτε μπορώ να διανοηθώ ότι η πίστη δεν είναι θέμα καρδιάς κι ελευθερίας. Όμως, σε επίπεδο συμβολικό, δηλαδή στο επίπεδο των αξιών που καθιστούν μπορετό το αντάμωμα όλων των ανθρώπων (πιστών και απίστων) στον κοινωνικό χώρο, χρειάζεται κάτι περισσότερο να κοιταχτεί.
Για τον ανθρωπολόγο Μαρκ Οζέ, οι χώροι όπου ζει ο άνθρωπος είναι δύο λογιών. Αφενός οι «ανθρωπολογικοί τόποι», δηλαδή εκείνοι που συνυφαίνονται με την ανθρώπινη κοινότητα και συμμετέχουν στη συγκρότηση ιστορικών, πολιτισμικών, σχεσιακών ταυτοτήτων. Είναι οι χώροι που γνωρίζουμε ως πόλη, ως σπιτικό, ως τόπο δουλειάς κ.ο.κ., με ποικίλες δράσεις και αντιδράσεις, αλλά πάντως με βασικό χαρακτηριστικό τη δυνατότητα συγκρότησης σχέσεων. Παράλληλα και αντίθετα προς αυτούς, υπάρχουν οι «μη-τόποι»: Πολυκαταστήματα, αυτοκινητόδρομοι, ξενοδοχεία, δηλαδή χώροι που δεν δημιουργούν ούτε προσωπική ταυτότητα, ούτε σχέσεις. Οι σημερινοί άνθρωποι, λέει επιγραμματικά ο Οζέ, γεννιούνται σε μαιευτήριο, πεθαίνουν σε νοσοκομείο και περνούν τεράστιο μέρος του ενδιάμεσου σε διαδρομές. Ποιο το πρόβλημα εδώ; Ο θρυμματισμός του κοινωνικού, πάνω στα θρύψαλα του οποίου περνούν εκατομμύρια ατομικές ράγες. Στις ράγες δύσκολα μπορεί κανείς να σταθεί ή να συμπαρασταθεί.
Οι «μη-τόποι» αποτελούν κανονικότητα στο σύγχρονο κόσμο, αλλά με ακραία ένταση βιώνονται σπαραχτικά και σε μη-κανονικές περιστάσεις: Στην περίπτωση της προσφυγιάς, η οποία ιδρυτικό γεγονός της έχει ακριβώς την έκλειψη των «ανθρωπολογικών τόπων». Ο πρόσφυγας δεν έχει τόπο, δεν έχει χώρο. Το χώμα που πατά τον ξερνά και οι άνθρωποι που συναντά είναι φευγαλέοι.
Η αφήγηση του Χριστιανισμού για την ενανθρώπιση του Θεού του έχει ως κέντρο βάρους την πιο αποφασιστική αλληλεγγύη προς τους απόκληρους. Αλληλεγγύη που εκδηλώνεται όχι με κάποιες χειρονομίες, αλλά με την ταύτιση μαζί τους. Ο Χριστός δεν στηρίζει απλώς τους απόκληρους· γίνεται απόκληρος. Η αλλαγή του εαυτού είναι τρόπος αλλαγής του κόσμου. Ο Χριστός δεν γεννιέται σε παλάτι, αλλά ούτε καν σε σπιτικό. Γεννιέται καθοδόν (την Παναγία, λέει, την έπιασαν οι πόνοι μεσοστρατίς) και στα άκρα της ανθρώπινης συνθήκης. Ο Λουκάς λέει ότι η Μαριάμ φάσκιωσε το νεογέννητο σε παχνί, «διότι ουκ ην αυτοίς τόπος εν τω καταλύματι» – δεν βρήκαν χώρο ούτε σε πανδοχείο. Ο Θεός γεννιέται πιο πέρα ακόμη κι από τους «μη-τόπους» του Οζέ! Μετά από χρόνια ο Χριστός σχολίασε στους ακροατές του την δράση του αντικομφορμιστή Ιωάννη Βαπτιστή στην έρημο, με λόγια που θα ταίριαζαν και στη δική του γέννηση στον χώρο της βρομιάς: «Τι βγήκατε να δείτε στην έρημο; Καλάμι που το πάει πέρα δώθε ο άνεμος; Ή μήπως άνθρωπο ντυμένο με πολυτελή ρούχα; Αυτοί που φορούν πολυτελή ρούχα βρίσκονται στα ανάκτορα».
Στη γέννηση του Χριστού δεν συμμετείχε στο παραμικρό η πολιτική ελίτ και το θρησκευτικό κατεστημένο. Συμμετείχαν, όμως, οι απρόσμενοι: κάμποσοι τσοπάνηδες και τρεις αλλοδαποί (οι τρεις μάγοι, αναζητητές που δεν ανήκαν στον Ισραήλ). Και συμμετείχαν μετακινούμενοι, αποδεχόμενοι μια μυστήρια πρόσκληση και μεταβαίνοντας στον στάβλο. Με την ελεύθερη ανταπόκρισή τους, ο χώρος ο πέραν και των «μη-τόπων» μετατρέπεται σε «ανθρωπολογικό τόπο». «Πολίζεται», μετατρέπεται σε πόλη και σε χώρο πολιτών, σύμφωνα με μια ωραία έκφραση της ασκητικής γραμματείας. Δεν έχουμε, δηλαδή, φυγή από την κοινωνία, αλλά μια αντιπρόταση για μιαν άλλη κοινωνία, η οποία έχει ως βασικό της χαρακτηριστικό την ανατροπή της κατεστημένης ιεραρχίας. Στην ευαγγελική αφήγηση ο «ανθρωπολογικός τόπος» δεν φυτρώνει, δεν προκύπτει με αυτοματισμούς, αλλά φτιάχνεται με την πράξη. Τι θα απομείνει από τον Χριστιανισμό, αν χαθεί αυτή η τρέλα και ισοπεδωθεί από μια ατσαλάκωτη αστική θρησκευτικότητα;
Μιαν άλλη εμπειρία θυμίζει αυτό το σκηνικό. Την εμπειρία πλανήτων όπως οι Ρομά, οι οποίοι ζούσαν το έδαφος ως «βιωμένο χώρο». Στην αντίληψη αυτή, η ανθρώπινη δραστηριότητα μεταμορφώνει το έδαφος, χωρίς αυτό να την περιφράσσει και δη εκ των προτέρων. Το έδαφος αρδεύεται ζωή, μα ταυτόχρονα παραμένει ανυπότακτο. Δεν μετατρέπεται σε ιδιοκτησία. Σπουδαία υπόθεση αυτό, γιατί στην ιδιοκτησία ο πρώτος που γίνεται ιδιόκτητος είναι ο ιδιοκτήτης. Ουτοπία αβάσταχτη σήμερα, αλλά η ουτοπία δεν είναι «μη-τόπος». Είναι το όραμα για «ανθρωπολογικούς τόπους» που δεν έχει έρθει ακόμη η ώρα τους να γεννηθούν…
Είναι, άραγε, σήμερα η φάτνη κάτω από το δέντρο ικανή να υπενθυμίζει όλα αυτά; Μήπως δεν είναι αλήθεια ότι ο ευέλικτος καπιταλισμός ρουφάει το ανατρεπτικό και το αντικαταναλωτικό (εδώ, τη φάτνη) για να το πλασάρει ως τρυφερούλι κόσμημα σαλονιού; Αναμφίβολα, ναι. Αλλά κορυφαία πράξη αντίστασης είναι το να ακούσεις τη φωνή της ίδια της φάτνης – όχι να την καταργήσεις. Το να την ακούσεις είναι ακριβώς αυτό που δεν θέλει ο κάθε εγγαστρίμυθος, που κάνει μια χαρά τη δουλειά του όσο τη φάτνη την έχεις για βουβή.

* Ο Θανάσης Ν. Παπαθανασίου είναι Δρ Θεολογίας, αρχισυντάκτης του περιοδικού Σύναξη
http://www.e-dromos.gr/anatropes-stavlisies/

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

Στον απόηχο της χριστουγεννιάτικης Θείας Λειτουργίας...





Στον απόηχο της χριστουγεννιάτικης Θείας Λειτουργίας και με αφορμή το πρωινό κήρυγμα σκέφτομαι πόσο ταλαιπωρημένη είναι αυτή η υπόθεση του κηρύγματος. Αντί να είναι λόγος ελπίδας και να εμπνέει, γίνεται μέσο αναπαραγωγής εθνικιστικών κλισέ (του τύπου "ο Θεός που σήμερα γεννιέται δεν άφησε και δεν πρόδωσε ποτέ το γένος των Ελλήνων"), σχολιασμού του βραδινού δελτίου ειδήσεων (ο νοών νοείτω) ή αναπαραγωγής θεωριών συνωμοσίας (του τύπου " θέλουν να καταστρέψουν το πνεύμα των Χριστουγέννων και να διαφθείρουν τους Έλληνες με κάθε τρόπο για να μην σκέφτονται"). Προσπαθώ να κάνω ένα ψυχογράφημα αυτών που πιάνουν το μικρόφωνο διακόπτοντας αντιαισθητικά και βάναυσα τη ροή της λατρείας όχι για να εξηγήσουν τα αναγνώσματα ή όσα τελούνται στην ώρα της λατρείας τέλος πάντων, αλλά για να εξαπολύσουν μύδρους εναντίον επώνυμων ή ανώνυμων εχθρών της Εκκλησίας (με ό,τι μπορεί αυτό να σημαίνει για εκείνους), της πατρίδας (με όποια όρια και με όποιους μπορεί αυτή να χωρεί), ακόμη κι αυτών των Χριστουγέννων. Κι έτσι αν καταλαβαίνω καλά, το κήρυγμα δυστυχώς τις περισσότερες φορές αποτυπώνει είτε την αγωνία μίας πλειοψηφίας που χάνει πλέον το ποίμνιό της και την μοναδικότητα που είχε κι επομένως αντιδρά σπασμωδικά απειλώντας, είτε τα φοβικά σύνδρομα μίας σέκτας (με την κοινωνιολογική αντίληψη του όρου) που χρησιμοποιώντας το ιδιόλεκτό της κι ανατρέχοντας στο δικό της κοσμοείδωλο κινδυνολογεί για εσχάτους καιρούς και για σκοτεινές απειλές. Κι όμως στους ύμνους σήμερα δεν είχε χώρο η κινδυνολογία, η απειλή, ο φόβος, παρά μονάχα το φως κι η ελπίδα κι η χαρά κι η περιχώρηση. Σήμερα δεν είχε ξένους και δικούς. Σήμερα όλοι ήταν το ίδιο. Το τραπέζι στρωμένο ήταν με την ίδια χαρά για όλους, το μήνυμα της ελπίδας για ένα κόσμο καλύτερο και για το φως που διώχνει το σκοτάδι ήταν το ίδιο για όλους. Αλήθεια, θα ήταν τόσο δύσκολο όλοι αυτοί οι διαπρύσιοι κήρυκες να ακούσουν μια φορά το λόγο του Θεού κι αυτόν να προσπαθήσουν να μεταφέρουν, έτσι απλά κι απέριττα, όπως απλός και συνάμα δυνατός εκείνος είναι. Χρόνια πολλά κι είθε ο Εμμανουήλ που γεννήθηκε σήμερα να μένει στη ζωή μας και να τις φωτίζει!

(από τον "τοίχο" της κ.Αικατερίνης Τσαλαμπούνη,Επίκουρης Καθηγήτριας στο Α.Π.Θ.)

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2014

Μια φάτνη με ένα βόδι και ένα γαϊδούρι...





«Σε μια χριστουγεννιάτικη φάτνη δίχως Άραβες, Αφρικανούς, 
Εβραίους και πρόσφυγες απομένουν μόνο ένα βόδι κι ένα γαϊδούρι.»




(το βρήκα στον τοίχο του φίλου Giorgos Vlantis)

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2014

Αναστάσιος:Εκπληκτικές οι επεμβάσεις του Θεού. Υπέρβαση του αδυνάτου






+ Αναστάσιος
Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2014
Εκπληκτικές οι επεμβάσεις του Θεού. Υπέρβαση του αδυνάτου
      Προς τον ευλαβή κλήρο και λαό,
     Τέκνα εν Κυρίω προσφιλέστατα,
«Ὅπου Θεός δέ βούλεται νικᾶται φύσεως τάξις»
(Ύμνος από τον όρθρο των Χριστουγέννων)
     Απρόσμενοι οι τρόποι με τους οποίους ενεργεί ο Θεός. Ασύλληπτοι στην ανθρώπινη λογική. Τα γεγονότα των Χριστουγέννων επιβεβαιώνουν αυτή την αλήθεια. Ο Ιησούς Χριστός, ο Λυτρωτής του κόσμου, δεν εισέρχεται στην ιστορία της ανθρωπότητος ως στρατηλάτης ή πανίσχυρος κυβερνήτης. Δεν επιβάλλεται με εξωτερική ισχύ, πλούτο, σοφία. Γεννιέται σε τόπο φτωχικό, στη φάτνη ενός στάβλου, σε περιβάλλον αφιλόξενο, αδιάφορο έως εχθρικό. Η στοργική μητέρα Του «ἐσπαργάνωσεν αὐτόν, καὶ ἀνέκλινεν αὐτὸν ἐν τῇ φάτνῃ, διότι οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι»(Λουκ.2:7).
     Η ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού είναι συνυφασμένη με αντίξοες συνθήκες, ποικίλα αδιέξοδα. Προ της Γεννήσεως ο δίκαιος Ιωσήφ, σκανδαλίζεται και θέλει να εγκαταλείψει  την πάναγνη μητέρα του Χριστού. Οι κάτοικοι της Βηθλεέμ δείχνουν πλήρη αδιαφορία για την ετοιμόγεννη Παναγία. Βρέφος ακόμη απειλείται από τη μανία του παρανοϊκού Ηρώδη. Στις απειλές αυτές, η έκβαση έρχεται με τη θεία ενέργεια και τη συνέργεια της ανθρώπινης αρετής του «δικαίου» Ιωσήφ και της άχραντης Μαρίας.
     Οι διηγήσεις των Ευαγγελιστών για τη Γέννηση αποκαλύπτουν ότι η πρόνοια του Θεού ακολουθεί πρωτόγνωρους δρόμους. Αυτό ισχύει σε όλη την ανθρώπινη ιστορία. Και την δική μας, την προσωπική. Όσο περισσότερο συνδεόμαστε με τον Χριστό, με πίστη βαθιά και ολοκληρωτική υπακοή στο θέλημά Του, τα ποικίλα προσωπικά, οικογενειακά και κοινωνικά προβλήματα λύνονται ειρηνικά. Συγχρόνως με τη δική Του έμπνευση και δύναμη μπορούμε κι εμείς να συμβάλουμε στην υπέρβαση ποικίλων αδιεξόδων: Ανοίγοντας περάσματα κατανοήσεως και καταλλαγής εκεί που όλα είναι σφραγισμένα από τη σκληρότητα, την καχυποψία, τη μικρόνοια, το μίσος ή τον φανατισμό. 
     Παράλληλα, τα ιστορικά γεγονότα της Γεννήσεως  του Χριστού καθορίζουν το πρότυπο ζωής για όσους Τον ακολουθούν. Ο Ιησούς ταπεινώθηκε, τονίζοντας την αξία των ταπεινών.  Γεννήθηκε σε τόπο φτωχικό, για να μην περιφρονούνται οι φτωχοί. Διώχθηκε, προβάλλοντας την αξιοπρέπεια των αδίκως διωκομένων. Υπέφερε, εμπνέοντας τη συμπάθεια στους πάσχοντες. Ταλαιπωρήθηκε ως παιδί, για να μη λησμονούμε τα δικαιώματα και τις ανάγκες των παιδιών όλου του κόσμου. 
***
     Υπάρχει όμως η και άλλη διάσταση των Χριστουγέννων, η θεολογική και κοσμολογική. Αυτήν αποκαλύπτει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης επισημαίνοντας ότι το μεγάλο Μυστήριο της Γεννήσεως συνδέεται με όλη τη δημιουργία. «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος ... Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν»(Ιω. 1: 1,14). Ο Ευαγγελιστής ρίχνει φως στο μυστήριο της Σαρκώσεως που συνιστά την υπέρβαση του αδυνάτου και μας καλεί να δούμε το βαθύτερο νόημα και την προοπτική του.
     Παρά τις εξωτερικές συνάφειες με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και την εβραϊκή επεξεργασία της, η έννοια του λόγου λαμβάνει στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο μια νέα θεολογική σημασία. Ο Λόγος είναι ο Ιησούς Χριστός, ο δημιουργός του σύμπαντος, το φως και η ζωή της ανθρωπότητος, ο Οποίος έγινε άνθρωπος για τη σωτηρία του κόσμου. Ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος συνοψίζει περιεκτικά: «Και μην αναζητάς το πώς. Επειδή όπου θέλει ο Θεός, υπερβαίνεται της φύσεως η τάξη. Το θέλησε, το κατέστησε δυνατό. Κατέβηκε (στη γη) έσωσε… Αλλά δεν έγινε άνθρωπος με αλλοίωση της θεότητος ούτε πάλι έγινε Θεός με προοδευτική εξέλιξη. Αλλά ως Λόγος απαθής χωρίς καμία αλλοίωση, έλαβε σάρκα, χωρίς η θεία Του φύση να μεταβληθεί». (Στο πρωτότυπο:«Καὶ μὴ ζήτει πῶς· ὅπου γὰρ βούλεται Θεὸς, νικᾶται φύσεως τάξις. Ἠβουλήθη γὰρ, ἠδυνήθη· κατῆλθεν, ἔσωσε… Οὐδὲ γὰρ κατ' ἔκστασιν θεότητος γέγονεν ἄνθρωπος, οὐδὲ πάλιν κατὰ προκοπὴν ἐξ ἀνθρώπου γέγονε Θεός· ἀλλὰ Λόγος ὢν, διὰ τὸ ἀπαθὲς σὰρξ ἐγένετο, ἀμεταβλήτου μεν ούσης τῆς φύσεως.» (Migne P.G.56:385-386). Στο πρόσωπο του Χριστού έσμιξαν η θεία και η ανθρώπινη φύση.
     Ο άπειρος και απρόσιτος Θεός προσέλαβε την ανθρώπινη φύση επισημαίνοντας την απέραντη αξία του ανθρώπου, τόσο κατά τη πνευματική όσο και τη σωματική του οντότητα. Εκείνο, συνεπώς που δίνει στον κάθε άνθρωπο αξία δεν είναι η καταγωγή, η φυλή, οι γνώσεις, οι ικανότητες, το φύλο,  η εξωτερική εμφάνιση, ο πλούτος, αλλά το ότι είναι άνθρωπος.
     Πολλοί, δεν αποδέχονται την αλήθεια της σαρκώσεως του Λόγου. «Οὐ γὰρ πάντων ἡ πίστις»(Β΄ Θεσ. 3:2). Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης το επισημαίνει: «Εἰς τὰ ἴδια ἦλθε καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον.»(Ιω. 1:11). Οι Ιουδαίοι, που Τον περίμεναν ως Μεσσία, δεν Τον αναγνώρισαν ως Σωτήρα. Άλλοι χαρακτήρισαν «αδύνατο» το γεγονός ότι ο «Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί» (Α΄ Τιμ. 3:16), «Ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ...» (Ιω.1:12).  Χάρη στην πίστη τους, ο Θεός τούς δωρίζει την ικανότητα και την εξουσία να γίνουν όχι απλώς ακόλουθοί Του, άλλα, «Τέκνα Θεού», ανοίγοντάς τους δρόμους για την υπέρβαση της αμαρτίας και του θανάτου, ώστε να γίνουν «κοινωνοί θείας φύσεως»(Β' Πέτρ. 1: 3-4).Αυτή η μοναδική δυνατότητα ενεργοποιείται μέσα στο μυστικό Σώμα του Χριστού «ὅ ἐστίν ἡ  Ἐκκλησία», με την εξαγιαστική Χάρη των Μυστηρίων. 
     Αυτές οι αλήθειες δεν επιβάλλονται, βεβαίως, με σχήματα νοητικά. Προσεγγίζονται και βιώνονται «ἐν πίστει». Και η Εκκλησία μάς καλεί σ’ αυτή την προσέγγιση, ιδιαίτερα στις μεγάλες εορτές.
**
     «Ὅπου Θεός δέ βούλεται νικᾶται φύσεως τάξις»
     Η εορτή των Χριστουγέννων, αδελφοί μου, μας θυμίζει τις ιδιαίτερες συνθήκες και δυσκολίες μέσα στις οποίες βάδισε από βρέφος ο Ιησούς Χριστός. Αλλά, κυρίως, ότι Αυτός είναι ο Λόγος ο Οποίος «ἐσαρκώθη… καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν». Κι εμείς συχνά αντιμετωπίζουμε ανυπέρβλητες αντιξοότητες.  Ας μην τα χάνουμε.  Η πίστη στον Χριστό χαρίζει την πεποίθηση ότι δεν είμαστε μόνοι σε ένα έναν κόσμο σκληρό. Ο ένσαρκος Λόγος του Θεού παραμένει αδιάκοπα μαζί μας. Αυτός δίνει νόημα,  φως και δύναμη σε κάθε φάση της ζωής μας. Αυτός ανοίγει περάσματα σε δύσβατους τόπους Προσφέρει τη δυνατότητα υπερβάσεως του ανθρωπίνως αδυνάτου. Με τη βεβαιότητα ότι «τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν» (Λουκ. 18:27) ,ας εορτάσουμε τα Χριστούγεννα, αντλώντας έμπνευση, αντοχή και ελπίδα στις μικρές ή μεγάλες δοκιμασίες, στα  προσωπικά και κοινωνικά μας προβλήματα. 
     Ευλογημένα Χριστούγεννα, ειρηνοφόρος ο νέος χρόνος.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...