Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΝΕΟΛΑΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΝΕΟΛΑΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

π.Αντώνιος Καλλιγέρης:Αγαπητοί μας συνταξιδιώτες

  




 EDITORIAL


  Αγαπητοί μας συνταξιδιώτες,

 Σύμφωνα με ένα παλιό τραγούδι του Μ.Λοϊζου « Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία/ κάποιος την έγραψε στον τοίχο με μπογιά/ ήταν μια λέξη μοναχά ελευθερία/ είπανε όμως πως την έγραψαν παιδιά».
   Στα χρόνια της αντίστασης στους τοίχους έγραφαν ελπίδες, προτροπές, ευχές και όνειρα.
   Στα χρόνια της ευημερίας εκτός από ελάχιστες πολύ έξυπνες ιδέες, στους τοίχους ανακοινώνεται η οργή, ο θυμός και οι επερχόμενες καταστροφές.
    Στους ηλεκτρονικούς τοίχους τα πράγματα είναι χειρότερα. Κανείς δεν γράφει για την ελπίδα. Ούτε οι χριστιανοί. Ακόμα και όταν ο κόσμος καλείται σε μετάνοια, αυτό γίνεται για να μην τον βρεί με οποιαδήποτε έννοια η «οργή» του Θεού!
   Και όμως! Όταν ο Κύριος καλούσε σε μετάνοια τους ανθρώπους το έκανε για να μη χάσουν την επερχόμενη Βασιλεία των Ουρανών. Να μη χάσουν τη συνάντηση. Τη χαρά του βασιλικού τραπεζιού. Πουθενά οργή και θυμός. Μόνο η χαρά της παρέας.
    Η αποστολή των μαθητών του Χριστού σύμφωνα με αυτό το πνεύμα στοχεύει στην αναγγελία του χαρμόσυνου μηνύματος της παρουσίας Του. Της ζωής στην Εκκλησία που μεταμορφώνει τον κόσμο. Εμείς όμως κάνουμε το αντίθετο. Κηρύττουμε την επερχόμενη καταστροφή ενός σάπιου κόσμου. Αυτόν τον κόσμο ήρθε ο Χριστός για να τον σώσει και όχι για να τον κρίνει. Η ελπίδα ήταν (και είναι) ο Ίδιος. Οι μαθητέςΤου όμως σήμερα όλοι εμείς μιλάμε με απέχθεια για ότι Εκείνος αγάπησε.
   Είμαστε πολύ μακριά από το πνεύμα της Αγ.Γραφής αλλά και της Πατερικής Παράδοσης. Στην προς Ευτρόπιο ομιλία του ο Αγ.Ιωάννης ο Χρυσόστομος, συνεχίζοντας τη θεολογική θέση του Απ.Παύλου, γράφει ότι ο Χριστός αγάπησε μια πόρνη. Την οποία τη θεράπευσε, την καθάρισε, την κατέστησε με τη θυσία Του παρθένο αγνή και έγινε ο Νυμφίος Της. Εμείς όμως οι μαθητές του 2013 αυτή την πόρνη απειλούμε με λιθοβολισμό. Την απεχθανόμαστε και φτιάχνουμε τους δικούς μας μικρόκοσμους. Ο αγ.Ιωάννης της Κλίμακας υποστηρίζει ότι ένα από τα βασικά προτερήματα του πνευματικού πατέρα είναι αναυσία. Άρα οι μαθητές του 2013 δεν μπορούν να γίνουν πατέρες επειδή πλήττονται από τη ναυτία που τους προκαλούν οι πληγές του σύγχρονου κόσμου.
  Ίσως για αυτό δεν μπορούμε να αντικρύσουμε τους ανθρώπους και την καθημερινότητά τους πέρα από τα όρια της ασφάλειάς μας. Ίσως για το λόγο αυτό δεν μπορούμε να εμπνεύσουμε τους μαθητές μας.
   Μήπως τη Σαρακοστή αυτή χρειάζεται να νηστεύσουμε αυτό το πάθος;
    Ας μην επαναλάβουμε την αχαριστία των Ισραηλιτών που βγήκαν από την Αίγυπτο και σε κάθε δυσκολία ζητούσαν να επιστρέψουν στη σκλαβιά της γιατί αυτή προσέφερε  «ασφάλεια». Ας μην ξεχνάμε με τη σειρά μας ότι ο Θεός είναι Πατέρας μας. Επομένως η ασφάλειά μας είναι η Πατρότητά Του όσο και αν αυτή μας «εκθέτει» σε άγνωστες για μας συνθήκες άθλησης.

    Ας μιλήσουμε στα παιδιά για αυτή την αγάπη. Έχουμε χρέος να ανοίξουμε μπροστά στα μάτια τους τη Βασιλεία που δίδαξε ο Χριστός.

Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

π.Ανδρέας Κονάνος:ΝΕΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΙ






Πάντως, στο facebook 
παίζει 
μεγάλη θεολογική παραγωγή!

Το διαπιστώνω
απλά περιδιαβαίνοντας 
τα προφίλ διαφόρων φίλων
και συγκινούμαι 
κι απογειώνομαι εκστατικά 
καθήμενος στον καναπέ μου.

Η θεολογία ίσως του μέλλοντος
να μη γράφεται μόνο
σε συνέδρια, γραφεία
κι ομιλίες.
Μα κι από φράσεις
και ατάκες ταπεινές,
γραμμένες σε άπταιστα ελληνικά
ή greeklish
ή όπως θες.
Χωρίς ωραιολογίες.

Αλήθειες θεϊκές,
σα ¨θρόμβοι αίματος¨
από ψυχές γνήσιες.
Νεανικές.

Που νιώθουν να αγγίζουν το Θεό
όχι ως ασφάλεια
- τύπου ¨αραλίκι¨ -
μα ως αγώνισμα και πάλαισμα
με αβέβαιη τη νίκη.

Ρίσκο.
Γοητεία.

Αυτό θα πει Θεός:
Ζωή, δίψα,
κυνηγητό, ερώτημα,
πάλη, αμφιβολία.

Κι ιδρώτας
που μυρίζει ¨άνθος ερήμου¨.

Τ' άλλα,
θυμίζουν κάπως νεκροταφείο.
Τάξη πολλή
και ησυχία.
Νεκρολίβανο
και νεκρολούλουδα.

Μα απουσία
από Ουσία,
Μετουσία,
Συνουσία.

Και πώς θα γεννηθούν
οι νέοι καρποί
του αγίου Πνεύματος έτσι;

Με τόση στείρωση,
συντήρηση κι αποστείρωση,
κάνουμε
το Γονιμοποιούν Πνεύμα,
Εραστή
που δεν βρίσκει Νύμφη.

Μεγάλο κρίμα
κι άδικο.

Ευτυχώς υπάρχουν
οι νέοι,
και το άγιο Πνεύμα μέσα τους
κοχλάζει.

υ.γ. Οι του νεκροταφείου, βέβαια, βλέπουν αλλιώς τα πράγματα, έχοντας θέα τα..
ραδίκια.

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011

Ηθοποιός παιδί στο ρόλο του μεγάλου... Συνέντευξη του π. Φιλόθεου Φάρου




Οι στίχοι του τραγουδιού «Μεγάλωσα» ήταν η αφορμή για μια συζήτηση μεταξύ της ψυχολόγου Σμαρούλας Παντελή και του ψυχοθεραπευτή και πατέρα Φιλόθεου Φάρου, γύρω από τις ανθρώπινες σχέσεις, τους βαρείς ρόλους που επωμίζονται βιαίως ορισμένα αδύναμα παιδιά και την έκσταση του να ζεις και ν' αγαπάς.

....Μεγάλωσα 

Στο τέρας της πόλης
Ήπια φόβο πολύ, ήπια μόλυνση, ήπια ψέματα ...
... Μεγάλωσα
Τέρας της οικογένειας
Ανούσιας ευγένειας με ψευτο-υποταγή
Ηθοποιός παιδί στο ρόλο του μεγάλου
Δεν σου μιλώ για βία, μιλάω για βιασμό
Να ζεις την εφηβεία σημαίνει πόλεμο
Με μια εφηβεία λάσπη, στο σιχαμένο άστυ
Ενήλικας μετά νευρωτικός ....
Θ.Φ.: Ποιος έγραψε τους στίχους;
Σ.Π.: Η κυρία Αλεξίου. Πώς σας φαίνονται;
Είναι καταπληκτικοί. Δεν περίμενα τέτοιους στίχους. Η ζωή είναι επικίνδυνη, αλλά είναι και εκστατική. Πολλοί άνθρωποι όμως χάνουν την έκσταση της ζωής γιατί φοβούνται να διακινδυνέψουν. Λοιπόν, ο διανοητικισμός είναι ένας τρόπος να μιλάει κανείς για υψηλά και επουράνια, πολύ βαθυστόχαστα πράγματα, να δίνει την εντύπωση μιας ανωτερότητας χωρίς να διακινδυνεύει τίποτε. Είναι μια άμυνα στις προκλήσεις της ζωής οι οποίες είναι επικίνδυνες.
Συνδέω αυτό που λέτε με τους στίχους επειδή έχω δει μέσα στη θεραπεία των ανθρώπων ανθρώπους που εκλήθησαν από πολύ νωρίς να προστατεύσουν τους γονείς τους, κυρίως συναισθηματικά, δηλαδή μέσα σε σπίτια που έπεφτε ξύλο, για παράδειγμα. Όταν ένα παιδί παίρνει τον ρόλο του προστάτη ενός γονιού, ή αν ένας γονιός χηρέψει πολύ νωρίς και μπει σε κατάθλιψη και δεν μπορεί να διαχειριστεί το πένθος, το παιδί μεγαλώνει πιο πολύ από τον γονιό και μπαίνει στον ρόλο του γονιού για τον γονιό του. Εκεί έχω δει πάρα πολύ έντονο αυτό το διανοητικισμό στον οποίο αναφέρεστε.
Πράγματι, οι γονείς μιλάνε για υψηλά και επουράνια στα παιδιά, αλλά η ζωή τους δεν έχει καμία σχέση με αυτά.
Είναι και το άλλο, ότι τα παιδιά, επειδή έχουν χρειαστεί να θάψουν τα πραγματικά τους συναισθήματα από πολύ νωρίς, συνδέονται με την εγκεφαλική πλευρά των πραγμάτων και μετά δημιουργείται αυτό το ψευτο-διανοουμενίστικο στο οποίο αναφέρεστε.
Που είναι άμυνα, είναι παιχνίδι.
Ακριβώς.
Που δίνεις με αυτό μια εντύπωση πως είσαι κάτι με το οποίο τελικά δεν έχεις καμία σχέση.
Είναι αυτό το ηθοποιός που λέει και η κυρία Αλεξίου στο στίχο.
Ασφαλώς.
Περισσότερο από παιχνίδι, θα έλεγα ότι είναι ρόλος. Γιατί το παιχνίδι μου αρέσει να το σκέφτομαι σαν κάτι υγιές, σαν κάτι ζωηρό.
Ναι, γιατί τα παιχνίδια που παίζουμε στη ζωή, τα οποία δεν είναι υγιή, είναι βρόμικα. Η αλήθεια είναι ότι πράγματι τα παιδιά καλούνται συχνά να συμβιβάσουν τους γονείς, να γεφυρώσουν το χάσμα τους. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα στις πολύτεκνες οικογένειες, οι οποίες δεν είναι πάντα μια γνήσια επιλογή. Ορισμένοι άνθρωποι, επηρεασμένοι από θρησκευτικές κατευθύνσεις και συμβουλές, προχωρούν στην δημιουργία μεγάλης οικογένειας. Αποκτούν έξι-επτά παιδιά, μέσα τους όμως δεν είναι αυτή η επιλογή τους και, όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, βρίσκουν τρόπους που δεν τους εκθέτουν κοινωνικά έτσι ώστε να αποβάλουν την ευθύνη. Τι κάνουν λοιπόν; Ο μεν μπαμπάς υποτίθεται ότι είναι έξω από το σπίτι για να βγάλει το ψωμί για την οικογένεια, η δε μητέρα αρρωσταίνει και τότε μπορεί να κληθεί ένα δεκάχρονο παιδί να είναι ο γονιός όλης της οικογένειας. Και αυτό είναι πάρα πολύ σκληρό γι' αυτό το παιδί. Θα μπορούσε να πει κανείς και απάνθρωπο. Βέβαια, όλα τα τραύματα έχουν και μια άλλη όψη. Γίνονται κάποτε και αφορμές δημιουργίας. Αυτά τα ταλαιπωρημένα παιδιά μπορεί να είναι πολύ πιο προετοιμασμένα για τον πραγματικό κόσμο από ότι τα μαλθακά παιδιά, τα υπερ-προστατευμένα, που είναι το συνηθέστερο φαινόμενο σήμερα.
Μα αναρωτιέμαι κατά πόσο τα υπερ-προστατευμένα παιδιά δεν είναι και αυτά θύματα κακοποίησης. Γιατί και αυτά κατά μία έννοια καλούνται κάποια στιγμή να γίνουν ο γονιός του γονιού, δηλαδή κάθομαι και υπομένω όλη αυτή την υπερπροστασία γιατί κάπου μέσα μου διακρίνω ότι, αν δεν το κάνω, θα χαλάσω κάποια ισορροπία και μπορεί εσείς, ο μπαμπάς μου και η μαμά μου, κάπου να καταστραφείτε.
Με την υπερ-προστασία οι γονείς εξασφαλίζουν τα παιδιά για τον εαυτό τους, δηλαδή τα παιδιά δεν θα μπορέσουν πουθενά αλλού να επιζήσουν.
Παρά μόνο κάτω από τις φτερούγες τους.
Θα πρέπει να παραμείνουν μόνο με αυτούς. Εγώ, ξέρετε, πολλές φορές λέω κάτι που ενοχλεί πολύ, ότι υπάρχουν κάποιοι μύθοι, όπως ο μύθος της μητρικής αγάπης. Με ποια έννοια; Ότι η αγάπη είναι επιλογή, δεν σου έρχεται ενστικτωδώς, έτσι, ανέξοδα. Σου στοιχίζει να αγαπάς. Λοιπόν, βλέπουμε συχνά τους γονείς να χρησιμοποιούν τα παιδιά τους με τρόπο απάνθρωπο, για την καταξίωσή τους, για την ικανοποίηση των δικών τους αναγκών και πολύ συχνά αυτά που επικαλούνται -«εγώ σε αγαπάω. Για σένα μόνο τα κάνω όλα»- έρχεται η στιγμή που φαίνεται πόσο ήταν ανυπόστατα. Δηλαδή, όταν το παιδί στην εφηβεία κάνει κάποιες προσπάθειες να αυτονομηθεί, τότε αρχίζουν οι απειλές: «Πρόσεξε και κάνε αυτό που σου λέω, γιατί αλλιώς...». Λέω πολλές φορές στους γονείς που λένε στα παιδιά τους «το σπίτι σας», μην κοροϊδεύετε τα παιδιά σας, δεν είναι το σπίτι τους, γιατί τους το λέτε αυτό; Αν πάνε στο υποθηκοφυλακείο, θα δούνε ότι είναι στο όνομά σας. Ενώ λοιπόν τους λέτε αυτά, όταν κάνουν κάτι διαφορετικό από αυτό που θα θέλατε εσείς, τότε αμέσως τα απειλείτε με αποστέρηση από όλα αυτά που τους λέγατε ότι ήταν δικά τους.
Και δεν είναι μόνο η υλική αποστέρηση ή η αποστέρηση προνομίων· υπάρχει και η συναισθηματική αποστέρηση. Όταν ο γονιός αποστασιοποιείται συναισθηματικά και απειλεί μέσω της στέρησης της αγάπης: «Αν δεν κάνεις ό,τι σου λέω, δεν θα σ' αγαπάω». Δηλαδή αν το παιδί δεν κάνει τα χατίρια του γονιού, ο γονιός ψυχραίνεται και κρατάει μούτρα στο παιδί του. Γιατί βέβαια ο γονιός δικαιούται κι αυτός να στενοχωρεθεί και να εκφράσει το συναίσθημά του. Αλλά όταν ο γονιός «το παίζει στεναχωρημένος», τι διδάσκει εκείνη τη στιγμή στο παιδί του; Του διδάσκει τον συναισθηματικό εκβιασμό. Το παιδί έχει την ανάγκη να διδαχτεί την αυθεντική έκφραση των συναισθημάτων από το γονιό. Δεν χρειάζεται συναισθηματικές απειλές. Ο αληθινά πληγωμένος άνθρωπος δεν έχει μούτρα, πιστεύω.
Φυσικά.
Με έχει απασχολήσει πολύ το πώς διδάσκουν οι σύγχρονοι γονείς στα παιδιά την έκφραση των συναισθημάτων. Πόσο οι γονείς σήμερα επιτρέπουν στα παιδιά τους να αισθάνονται πραγματικά; Όπως επίσης με έχει απασχολήσει πολύ αυτό που κάνουν οι σύγχρονοι γονείς με τον αγώνα της απόκτησης περισσότερων αγαθών. Σπίτια, αυτοκίνητα, εξοχικά, ακριβότερα ρούχα. Αναγκάζονται να εργάζονται απάνθρωπες ώρες, οπότε τα παιδιά, αυτά τα υπερ-προστατευμένα από πλευράς υλικής, από πλευράς συναισθηματικής στην ουσία είναι έκθετα.
Μήπως όμως δεν κάνει η κότα το αυγό αλλά το αυγό την κότα; Μήπως διαλέγουν οι γονείς όλες αυτές τις εξωτερικές ενασχολήσεις γιατί είναι λιγότερο συναισθηματικά δαπανηρές;
Ναι, βολεύει περισσότερο γιατί σίγουρα η ενέργεια που ξοδεύεις κοντά στο παιδί είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που ξοδεύεις στο γραφείο μπροστά στον υπολογιστή σου.
Εγώ, ξέρετε, το λέω συχνά αυτό στους γονείς. Εγώ δεν απέκτησα παιδιά, αλλά έχω υπάρξει πολύ κοντά στην οικογένεια, την έχω ζήσει, την έχω πονέσει. Βέβαια, υπήρξα και εγώ μέλος μιας οικογένειας προβληματικής. Μεγάλωσα με μια μητέρα που ήταν το παιδί που εκλήθη σε μια πολυμελή οικογένεια, δεκατριών παιδιών, να είναι ο γονέας των μικρότερων αδελφών της. Ήταν το δεύτερο παιδί στη σειρά. Του πατέρα της δεν του άρεσε πολύ να δουλεύει και έτσι η μητέρα της μεγάλωσε τα παιδιά, εργαζόμενη στον αργαλειό, υφαίνοντας όλη την ημέρα. Ήταν από την Καλαμάτα και έκανε αυτά τα περίφημα μεταξωτά και μάλιστα ο πατέρας της δεν ήθελε να την αφήσει να πάει καθόλου στο σχολείο. Η μητέρα της την έστειλε κρυφά στο σχολείο και μόνο να διαβάζει έμαθε. Την έστελνε μόνο για μια ωρίτσα και να φεύγει, γιατί; Γιατί ο πατέρας της δεν ήθελε να πάει στο σχολείο, γιατί έπρεπε να προσέχει τα παιδιά ώστε να μη χρειάζεται η μητέρα να ασχολείται μαζί τους και να δουλεύει, να παράγει προϊόν για να πουληθεί, να έχει ένα εισόδημα η οικογένεια.
Είναι αυτό ακριβώς που λένε οι στίχοι της κυρίας Αλεξίου.
Ακριβώς. Η μητέρα μου δεν ήθελε να κάνει παιδιά και επειδή βέβαια είχε κάποια πίεση και από την πλευρά του συζύγου της και του περίγυρου και των δύο οικογενειών, αποφάσισε ότι θα κάνει μόνο ένα παιδί γιατί είχε είδη μεγαλώσει εννέα παιδιά. Έτσι έκανε μόνο εμένα!
Είχε ήδη ολοκληρώσει τον ρόλο της σαν μάνα. Τι άλλο να κάνει; Είχε μεγαλώσει εννέα παιδιά. Οπότε μετά, σαν μητέρα, πώς ήταν εκείνη με εσάς που ήσασταν αυτό το ένα παιδί;
Εγώ ήμουν αυτό το ένα παιδί. Τώρα βέβαια προέκυψαν άλλα. Ο πατέρας μου και η μητέρα μου είχαν μια από αυτές τις συμβατικές συζυγικές σχέσεις, που προκύπτουν από κάποιες σκοπιμότητες.
Κυρίως ήταν η επιβίωση εκείνα τα χρόνια, έτσι δεν είναι;
Κοιτάξτε, για τη γυναίκα ήτανε. Όταν έμενε ανύπαντρη, η ζωή ήταν κόλαση. Δεν είχε θέση κάτω από τον ήλιο. Ήταν δύσκολα τα πράγματα και η μητέρα μου παντρεύτηκε σε ηλικία 29 ετών, που ήταν ήδη αργά. Οριακά, θα λέγαμε. Έτσι, πήρε έναν άνθρωπο για τον οποίο δεν αισθανόταν τίποτα θετικό, γιατί έχανε το τρένο και έπρεπε να παντρευτεί. Από την άλλη μεριά, και ο πατέρας μου δεν την ήθελε, δεν ήταν επιλογή του. Ο αδελφός της μητέρας μου ήταν πολύ στενός φίλος του και αυτός ήταν ένας τρόπος να παγιώσουν τη δική τους φιλία. Αυτό γίνεται συχνά, ξέρετε.

Εσείς είστε συστημικός θεραπευτής;
Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό. Εγώ είμαι λίγο τσαρλατάνος. Δεν είμαι επιστημονικός.
Όχι, αλλά επειδή έχω δει ότι αναφέρεστε στον εαυτό σας ως ψυχοθεραπευτή και ασχολείστε πολύ με τη θεραπεία οικογενειών, αναρωτήθηκα από ποια ψυχοθεραπευτική προσέγγιση λειτουργείτε.
Να σας πω. Εγώ σπούδασα στην Αμερική. Οι ακαδημαϊκές σπουδές μου για μένα δεν είχαν καμία αξία. Δεν νομίζω ότι απεκόμισα τίποτε ουσιαστικό. Ήτανε ακαδημαϊκές, παρά το γεγονός ότι διακήρυτταν ότι ήταν επανάσταση κατά του ακαδημαϊσμού.
Σε ποιο πανεπιστήμιο;
Στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης, αλλά είχα τη μοναδική ευκαιρία να δουλέψω για επτά-οκτώ χρόνια σε μια θεραπευτική κοινότητα. Αυτό το πράγμα ήταν κάτι που εκείνη την εποχή αποτελούσε ένα θαύμα σε σχέση με την όλη κοινωνική ατμόσφαιρα. Εκείνος που διατύπωσε τη θεραπευτική κοινότητα σαν θεωρία ήταν ο Maxwell Jones, ένας Άγγλος ψυχίατρος, ο οποίος αντιμετώπισε στην πράξη την ψυχιατρική, σε ψυχιατρεία όπου εργαζόταν. Αντιμετώπισε τη δυσκολία να ανταποκριθεί το προσωπικό στο μεγάλο πληθυσμό των ασθενών και έτσι αξιοποίησε το θεραπευτικό δυναμικό τόσο του οποιουδήποτε μέλους του προσωπικού του νοσοκομείου όσο και του ιδίου του ασθενούς. Στη θεραπευτική κοινότητα, λοιπόν, όλα γίνονται ομαδικά, όλα γίνονται κοινοτικά, η θεραπεία είναι ή ομαδική ή κοινοτική, δεν υπάρχει ατομική θεραπεία. Εγώ πήγα εκεί σε μια εποχή που ο ίδιος βρισκόμουνα σε μια κρίση. Σε μια επικίνδυνη καμπή της ζωής μου. Εκεί λοιπόν πήρα ένα μήνυμα το οποίο ήταν για μένα σωτήριο και ήταν σωτήριο για όλους όσους βίωναν τη θεραπευτική κοινότητα. Ποιο ήτανε αυτό; Οποιαδήποτε και αν είναι η κατάντια σου, έχεις μέσα σου ένα θεραπευτικό δυναμικό και ο καλύτερος τρόπος να θεραπευτείς είναι να θεραπεύσεις.
Να κινητοποιήσεις τον θεραπευτή μέσα σου, δηλαδή.
Να δώσεις. Ο άνθρωπος πλουτίζει δίνοντας. Η αυτοεκτίμησή του δεν ανεβαίνει όταν δέχεται μόνο. Αυτό νομίζω ότι αποτελεί τη θεραπεία της ψυχικής διαταραχής, που για μένα δεν είναι νόσος αλλά διαταραχή, η αυτο-απασχόληση. Γιατί; Είναι ένας φαύλος κύκλος. Όταν ζητάς και δεν δίνεις αλλά μόνο παίρνεις, αυτό που παίρνεις σε φτωχαίνει σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό, γιατί γίνεσαι επαίτης.
Εδώ όμως αξίζει να πούμε τι συμβαίνει όταν ένα μικρό παιδί καλείται να μπει στον ρόλο του ενήλικα. Μπορεί ένα μικρό παιδί να νιώσει αυτοεκτίμηση αντικαθιστώντας έναν γονιό;
Όχι αντικαθιστώντας ένα γονιό, αλλά σε οποιοιδήποτε φάση, και το νήπιο ακόμη έχει κάτι να δώσει.
Αλλά όταν μπαίνει σε ένα ρόλο που είναι πρώιμος, τότε εκεί δεν είναι καταστροφικό;
Η σχέση είναι ανισότιμη υπέρ του παιδιού, φυσικά. Αλλά και ο γονέας που δεν δίνει την ευκαιρία ακόμη και στο παιδί των τριών χρόνων να του δώσει κάτι, υπονομεύει την αυτοεκτίμηση αυτού του παιδιού. Βέβαια, οι γονείς κάνουν ασυνείδητα κάτι τέτοιο, αλλά αυτό που κάνουν στην ουσία είναι να μην επιτρέψουν στα παιδιά να αναπτυχθούν τόσο ώστε να μπορούν να ζήσουν χωρίς αυτούς. Έχω αρκετές εμπειρίες που επιβεβαιώνουν αυτό το πράγμα. Τα τραύματα όμως, όπως όλα τα πράγματα στη ζωή, δεν είναι ένα, ή κακό ή καλό, είναι και τα δύο. Και επομένως είναι στο πώς τα χρησιμοποιεί και τα προσεγγίζει ο άνθρωπος. Εγώ είχα μια πολύ τραυματική εμπειρία σαν παιδί. Νομίζω ότι η δημιουργικότητα, οποιαδήποτε έχω καταφέρει στη ζωή μου, βασίζεται σε αυτή την τραυματική εμπειρία.
Συμφωνείτε όμως ότι ένας τραυματισμένος εαυτός ή να το πούμε ένας εαυτός που τραυματίστηκε στην παιδική ηλικία, για να μπορέσει να αξιοποιήσει θετικά αυτά τα τραύματα χρειάζεται καθοδήγηση μέσα από θεραπεία;
Φυσικά. Θα σας πω πώς την καταλαβαίνω εγώ την ψυχοθεραπεία. Τι είναι ψυχοθεραπεία για μένα. Ο άνθρωπος δεν την ξέρει τη ζωή ενστικτωδώς. Τα ζώα την ξέρουν ενστικτωδώς, αν και σε κάποια σημεία ακόμα και τα ζώα διδάσκονται από τους γονείς τους. Ο άνθρωπος όμως και τα πιο απλά και τα πιο πρακτικά πρέπει να τα μάθει από τους γονείς του. Λοιπόν, οι πρώτοι του βασικοί δάσκαλοι, που μπορεί να είναι ανεπαρκείς μέχρι και εντελώς ακατάλληλοι, είναι οι γονείς του. Αλίμονο αν ο άνθρωπος δεν έχει μια δεύτερη ευκαιρία. Για μένα αυτό είναι ψυχοθεραπεία.
Κατά τη γνώμη σας λοιπόν τον ρόλο του ψυχοθεραπευτή μπορεί να τον παίξει έναν δάσκαλος στο σχολείο ή ένας κληρικός;
Βεβαίως.
Ένας γείτονας, ένας φίλος, ένας θεραπευτής εντέλει.
Ασφαλώς. Το θέμα δεν είναι να λύσουμε κάποια μάγια. Αυτή είναι η εντύπωση που τουλάχιστον δημιουργείται από τους ψυχαναλυτές, ότι είναι κάποια μάγια εκεί κάπου που πρέπει να λυθούν. Κοιτάξτε, όπως είπα, έχεις μάθει κάτι στραβά, έχεις μια αναπηρία, το θέμα είναι για μένα πάντα τι κάνεις τώρα με αυτό.
Άρα η προτροπή μας προς τον κόσμο είναι «κάνε κάτι με το τραύμα σου».
Βέβαια. Αξιοποίησε το. Το τραύμα είναι αξιοποιήσιμο. Αντί να κλαίγεσαι και να χτυπιέσαι, αξιοποίησέ το. Εγώ, ξέρετε, πέρασα και από αυτό. Το να κλαίγεσαι και να χτυπιέσαι είναι ένας τρόπος ν' αποφύγεις τις ευθύνες της ζωής.
Ίσως όμως είναι και το πρώτο στάδιο αυτό, δεν είναι; Το να αναγνωρίσεις δηλαδή ότι το έχεις το τραύμα. Στην αρχή σε παίρνει από κάτω, έχεις μια τάση να θυματοποιηθείς, ότι εσύ είσαι ο καημένος.
Ναι.
Γιατί και το να γίνεις θύμα είναι και αυτό λίγο ναρκισσιστικό, δεν είναι;
Πολύ, όχι λίγο, πολύ.
Για μένα ο ναρκισσισμός τι είναι; Είναι αυτή η έλλειψη της πραγματικής αφοσίωσης των γονιών, δηλαδή αν είχες γονείς που δεν σου δόθηκαν, έχεις συνέχεια την ανάγκη να τραβάς την προσοχή.
Ναι. Και πώς τον βιώνει το ναρκισσιστικό άτομο τον ναρκισσισμό; Τον βιώνει ως αυτοαπασχόληση. Ένας Πατέρας της Εκκλησίας λέει πολύ χαρακτηριστικά: «Εν τη ενώσει το είναι έχομε». Λέει ότι όλα συμβαίνουν εν τη ενώσει, τα καλά τα δημιουργικά και καταλήγει: «Εν τη ενώσει το είναι έχομε» δηλαδή ο άνθρωπος είναι ανύπαρκτος έξω από ουσιαστικές σχέσεις, δηλαδή δεν είναι πολυτέλεια η σχέση.
Ακριβώς, γιατί μόνο μέσα στην ουσιαστική σχέση μοιράζεται ο άνθρωπος τα πράγματα.
Και πλουτίζει. Ένα άλλο που λέει ένας άλλος Πατέρας της Εκκλησίας είναι «Οι δέκα άνθρωποι μαζί ο κάθε ένας είναι δέκα». Πώς διαμορφώνω την προσωπικότητά μου; Έρχομαι σαν λευκό χαρτί και διαμορφώνω την προσωπικότητά μου παίρνοντας από τους άλλους ανθρώπους και εκείνο που κάνω εγώ, το μοναδικό, είναι ο τρόπος που τα συνδυάζω όλα αυτά. Αυτό είναι το μοναδικό μου, τα άλλα όλα τα έχω πάρει, όλα.
Εγώ νομίζω ότι είπαμε πολύ σπουδαία πράγματα γι' αυτούς που θα τα διαβάσουν. Δηλαδή σκέφτομαι πόσο ταμπού είναι ακόμα και στις μέρες μας η αυτογνωσία, η ψυχοθεραπεία ή το να διδαχθείς, να μάθεις από κάποιον άλλον κάτι. Θα έλεγα ότι είναι λίγο σαν επιδημία της εποχής μας ότι τα ξέρουμε όλα. Δεν χρειάζεται να μάθουμε τίποτα καινούργιο, τα έχουμε όλα, τα ξέρουμε όλα. Στις συζητήσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα σε νέους ανθρώπους αυτή η εμμονή του δίκιου, ότι εγώ έχω δίκιο, ούτε καν ακούμε τι λέει ο άλλος, είναι φοβερή.
Αυτά είναι έλλειψη γνώσης ζωής. Δεν έχουν μάθει. Εγώ κάνω μια σειρά μαθημάτων, γιατί υπάρχουν άνθρωποι που για μένα χρειάζονται μια δεύτερη ευκαιρία για να μάθουν. Ο καλύτερος τρόπος μάθησης κατά τη γνώμη μου είναι ο ψυχοδυναμικός. Δηλαδή, μέσα στη ζωή μαθαίνεται η ζωή. Δεν μαθαίνεται στις αίθουσες διδασκαλίας, ούτε μαθαίνεται με μια διάλεξη. Μαθαίνεις μέσα σε μια ομάδα. Μέσα στην ομάδα ζεις, δεν περιγράφεις τη ζωή σου. Ζεις.
Συμφωνώ πολύ μαζί σας. Στις δικές μου θεραπευτικές ομάδες που επεξεργαζόμαστε τις ανθρώπινες σχέσεις μέσα από το ψυχόδραμα, κάνουμε ακριβώς αυτό. Η εμπειρία είναι αυτή που σε διδάσκει λοιπόν.
Ναι, βεβαίως. Όμως, πολλοί άνθρωποι δεν το τολμάνε. Τους τρομάζει αυτό το πράγμα και βρήκα έναν ενδιάμεσο τρόπο για να τους προσεγγίσω. Κάναμε μια σειρά δέκα μαθημάτων, τα λέω «Μαθήματα Ζωής», όπου ασχολούμαι με τη σχέση, τον έρωτα, τον γάμο, την οικογένεια, την υγεία και τη νόσο, την ψυχική διαταραχή. Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι ζουν ενενήντα χρόνια και δεν έχουν πάρει είδηση τα στοιχειώδη της επικοινωνίας. Λέω λοιπόν στους ανθρώπους ότι αυτό που λέω εγώ δεν είναι αυτό που ακούς εσύ. Και αυτό που θεωρώ εγώ σωστό είναι απλώς αυτό που βλέπω εγώ με τα δικά μου μάτια.
Σκέφτομαι όμως, τουλάχιστον στην ελληνική παιδεία, στο ελληνικό σχολείο, οι δάσκαλοι δεν σπαταλούν χρόνο για να το περάσουν αυτό στα παιδιά. Έτσι δεν είναι; Δηλαδή εγώ είχα μια εμπειρία πέρυσι στο πανεπιστήμιο με μεταπτυχιακούς φοιτητές, δίδασκα το μάθημα της Ηγεσίας σε ένα μεταπτυχιακό τμήμα στο Πανεπιστήμιο του Πειραιά. Εκεί προσπαθούσα να διδάξω στους φοιτητές την έννοια την ηγεσίας μέσα από βιωματικές ασκήσεις. Αρκετοί είχαν την ανάγκη να βάλουν την έννοια της ηγεσίας σε κλισέ. Τι είναι σωστό, ενώ δεν υπάρχει σωστό και λάθος ούτε στην ηγεσία. Έχει να κάνει με το ποια είναι η ομάδα, πόσοι είναι αυτοί που την αποτελούν, τι σχέση έχουν μεταξύ τους, αυτός ο ηγέτης τι σχέση έχει με την ομάδα, πώς προέκυψε να είναι αυτός ο ηγέτης της ομάδας κ.λπ. Βλέπω ότι στο σχολείο, στο ελληνικό σχολείο, οι δάσκαλοι δεν διδάσκουν τη συνεργασία στα παιδιά, γιατί για να υπάρξει η συνεργασία πρέπει να μάθουμε να ακούμε ο ένας τον άλλον. Αλλιώς πώς θα συνεργαστούμε; Και το βλέπουμε στην κοινωνική και στην πολιτική ζωή της Ελλάδας. Η κάθε κυβέρνηση φωνάζει ότι θα κάνει το σωστό, που, πάλι, ποιο είναι αυτό το σωστό;
Είναι όλη αυτή η ιστορία της άγνοιας των ψυχοδυναμικών. Άγνοια. Αυτό είναι βασικό, δηλαδή όλοι αυτοί οι άνθρωποι που θέλουν να μας κυβερνήσουν και δεν ξέρουν τα υπόγεια και δεν τα αντιμετωπίζουν. Ξέρετε, εμείς στη θεραπευτική κοινότητα ξέραμε πάρα πολύ καλά. Είχαμε μια ομάδα ευαισθητοποίησης για το προσωπικό μια φορά την εβδομάδα. Γιατί; Γιατί αν εγώ και εσείς είχαμε μια υποβόσκουσα σύγκρουση που δεν την αντιμετωπίζαμε, ένας σχιζοφρενής μπορεί να έκανε απόπειρα αυτοκτονίας. Έτσι γίνεται και στην οικογένεια. Έτσι γίνεται και στην πολιτική. Έτσι γίνεται παντού.
Μα έτσι γίνεται μέσα και σε μια ομάδα εργασίας σε ένα γραφείο. Εγώ έχω ασθενείς που έρχονται με παρανοϊκά συμπτώματα, ότι δήθεν οι άλλοι συνάδελφοι συζητάνε σε βάρος τους, γιατί πραγματικά κάτι υπάρχει μέσα στην ομάδα του γραφείου, κάποια υποβόσκουσα σύγκρουση, όπως λέτε.
Ακριβώς. Στις 23 Νοεμβρίου θα παρουσιάσω το νέο μου βιβλίο με τίτλο Ταξίδι Αυτοανακάλυψης και μιλάω για το γεγονός ότι ο άνθρωπος μέσα του έχει δύο πραγματικότητες βασικές, έναν παράδεισο και μια κόλαση. Έτσι ήταν πάντα ο άνθρωπος, έτσι είναι και έτσι θα είναι, και όλα τα ανθρώπινα είναι ο συνδυασμός αυτών των δύο, όλα τα ανθρώπινα. Λοιπόν, ποιο είναι το σκοτεινό μέρος; Είναι η οργή και ο αρρωστημένος έρωτας. Η οργή είναι εκείνη που δημιουργεί στις μέρες μας τα τεράστια προβλήματα. Η οργή που είναι για τον πατέρα, ξέρετε, αλλά δεν εκφράστηκε ποτέ στον πατέρα γιατί οι πιο δυσλειτουργικές οικογένειες δεν επιτρέπουν στα παιδιά τους να εκφράσουν την οργή τους, που είναι απαραίτητη για την αυθυπαρξία τους. Πρέπει να περάσει ο έφηβος από αυτό, να οργιστεί με τους γονείς για να διαφοροποιηθεί, όμως είναι κάποιοι γονείς, ξέρετε, αυτοί που λέγονται «καλοί γονείς», που το αποκλείουν αυτό εντελώς, είναι αδιανόητο. Τότε λοιπόν τι γίνεται; Η οργή αυτή, αν δεν εκφραστεί σε αυτόν που ανήκει, αρρωσταίνει. Λοιπόν, είναι αυτοί οι άνθρωποι που περνάνε μια ολόκληρη ζωή όντας διαρκώς ευερέθιστοι, πικρόχολοι, ανέραστοι, σκυθρωποί, επιθετικοί· περνάνε όλη τους τη ζωή έτσι και αυτό το λένε «πολιτική ιδεολογία» και είναι αρρώστια.
Όπως έλεγε και ο Eric Berne, ψυχίατρος και δημιουργός της θεωρίας της Συναλλακτικής Ανάλυσης, «ενήλικες που δεν μπορούν να παίξουν». Είναι οι άνθρωποι που δεν μπορούν να χαρούν. Δεν έχουν παίξει και σαν παιδιά πραγματικά. Ίσως είναι μια από τις κατηγορίες του μικρού παιδιού που μπήκε στον ρόλο του ηθοποιού για να το παίξει μεγάλος από την αρχή. «Ηθοποιός παιδί στο ρόλο του μεγάλου ...», όπως λέει και ο στίχος της κυρίας Αλεξίου.
Γι' αυτούς που εκδηλώνουν τη βία, για μένα είναι σαφέστατα η απωθημένη οργή κατά των γονέων. Κάποτε ήρθε εδώ και κάθισε σε αυτόν τον καναπέ ένα παλικάρι, που μου είπε στην πρώτη μας συνάντηση ότι το όνειρο της ζωής του ήταν όπου γινότανε διαδήλωση να πηγαίνει και να τα σπάει. Μιλάμε για πριν από τριάντα πέντε χρόνια και τι ήταν αυτός; Ήταν παιδί μιας ευσεβιστικής οικογένειας. Ενός πατέρα ευσεβιστή, ο οποίος ήταν ένα εξαιρετικά νευρωτικό άτομο, που χρησιμοποιούσε τη θρησκεία, τις απαγορεύσεις, τις απειλές, τον τρόμο και τον νόμο για να ελέγξει δικές του παρορμήσεις που τον τρόμαζαν. Αυτό λοιπόν το παιδί μεγάλωσε σε μια τέτοια οικογένεια, όπου γινόταν τρομοκρατική χρήση της εντολής «Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου». Λοιπόν κάποια στιγμή αυτός αυτή την οργή την έστρεψε εναντίον μου και μου έκανε φοβερή ζημιά, φοβερή ζημιά και ακόμα υποφέρω από αυτό ξέρεις.
Αλλά, πατέρα Φιλόθεε, αυτός που μπαίνει στον ρόλο του δασκάλου, είτε του δασκάλου στο σχολείο είτε του δασκάλου στην ψυχοθεραπεία, δεν εκτίθεται; Δεν ρισκάρει και αυτός;
Ασφαλώς.
Δηλαδή είναι και λίγο κομμάτι του τιμήματος που πληρώνουμε και εμείς σε αυτόν τον ρόλο, για να έχουμε αυτήν τη μεγάλη τιμή να παίζουμε αυτόν το ρόλο, έτσι δεν είναι;
Έχει απειληθεί η ζωή μου μέσα σε ψυχοθεραπεία.
Γιατί πραγματικά πίσω από το τραύμα, ακόμα και αν το αξιοποιήσουμε θετικά, οπωσδήποτε υπάρχει ένας θυμός που πρέπει να εκδηλωθεί. Και πολλές φορές εκδηλώνεται σε εμάς τους θεραπευτές, γιατί είμαστε πιο ασφαλείς, ο μπαμπάς και η μαμά δεν ήταν τόσο ασφαλείς.
Βέβαια, βέβαια. Ακριβώς εκεί θα είναι που θα είναι θεραπευτική όντως η ψυχοθεραπεία, αν του δώσει αυτή την ευκαιρία που δεν του έδωσαν εκείνοι.
Ήταν ωραία η κουβέντα μας σήμερα, πατέρα Φιλόθεε, και σίγουρα δεν τελειώνει εδώ.
Όταν οι άνθρωποι μπορούν να ακούν ο ένας τον άλλο και να συνδέονται, η συζήτηση δεν τελειώνει ποτέ. Χάρηκα πολύ που σας γνώρισα.
Κι εγώ χάρηκα πολύ και θα τα ξαναπούμε σύντομα.

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011

Σταύρος Σ. Φωτίου: Αντινεανική κοινωνία και αντικοινωνική νεότητα: η Εκκλησία ως υπέρβασή τους




ΑΝΤΙΝΕΑΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Το κύριο γνώρισμα του ατομοκεντρικού τρόπου ζωής είναι ο ευδαιμονισμός, ο πορισμός από­λαυσης του αποθεωμένου Εγώ. Ως υπαρξιακή βέβαια επιλογή ο ευδαιμονισμός υπήρχε σε κάθε εποχή. Η ειδοποιός όμως διαφορά με τους νεώτερους χρόνους είναι ότι αυτοί τον προέβαλαν ως αναφαίρετο δικαίωμα του ανθρώπου, ως συνώνυμο της αυτοπραγ­μάτωσης, ως ατομικό και συλλογικό όραμα ζωής. Στην εποχή της «καθολικής "εξατομίκευσης"» και «ιδιοφροσύνης», ο άνθρωπος «θεωρεί ότι οφείλει να απο­λαμβάνει, ότι είναι μια επιχείρηση ηδονής και ικανοποίησης. Ότι οφείλει να είναι ευτυχισμένος, ερωτευμέ­νος , λατρεύων /λατρευόμενος, γοητεύων/γοητευόμενος, συμμετέχων, ευφορικός και δυναμικός. Είναι η βασική αρχή της μεγιστοποίησης της ύπαρξης με τον πολλαπλασιασμό των επαφών, των σχέσεων, με την εντατική χρήση σημείων, αντικειμένων, με την συστηματική εκ­μετάλλευση όλων των δυνατοτήτων ηδονής».

Η ωφελιμιστική αυτή εκδοχή του ανθρώπου αποτε­λεί ένα από τα ιδεολογικά θεμέλια της σύγχρονης κα­ταναλωτικής κοινωνίας, του εμπορευματικού κύκλου παραγωγής και κατανάλωσης. Για να υπάρχει παρα­γωγή πρέπει να υπάρχει κατανάλωση, και για να υπάρ­χει κατανάλωση πρέπει να υπάρχουν ανάγκες. Έτσι το καταναλωτικό σύστημα διευρύνει συνεχώς το πεδίο αγοράς, δημιουργώντας νέες, πλασματικές, ανάγκες. Με τους διάφορους μηχανισμούς πειθούς του καθορίζει συμπεριφορές και συνειδήσεις, προσφέρει είδωλα και ιδεολογήματα. Στις διάφορες υπεραγορές της κατανά­λωσης οι άνθρωποι αγοράζουν, μεταξύ άλλων, και σκέ­ψεις και ιδέες και πρότυπα ζωής. Τα πάντα γίνονται αντικείμενα αναλώσιμα· ακόμα και οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι καταναλώνουν ανθρώπους στο γάμο και τη φιλία, στην εργασία και την πολιτική, στον αθλητισμό και την οικονομία. Βιώνοντας ως ζωή τη λεηλασία του άλλου, το άτομο αποξενώνεται απ' τον αυθεντικό εαυ­τό του. Διότι καμία σχέση με αντικείμενα «δεν επιφέ­ρει και ανανέωση του υποκειμένου —ούτε η πλησμονή το αίσθημα της πληρωτικής χαράς—, αλλά επανάληψη του ομοίου με ίδιο τρόπο και άλλα αντικείμενα, έτσι που οι εκάστοτε ελλείψεις να πληρώνονται με την αφθονία των αντικειμένων, η Έλλειψη όμως να παρα­μένει ευθαλής και να κυβερνά όλο το σύστημα, οι δε άνθρωποι να τα έχουν όλα και να νοιώθουν ότι τους λείπει το παν, ακριβώς γιατί ζητούν την πλήρωση προς την μεριά των αντικειμένων και των εξαντικειμενισμένων σχέσεων». Το άγχος, η ναυτία, το μηδέν, χαρακτηρίζουν τη ζωή των άταφων νεκρών.

Ο αλλοτριωμένος άνθρωπος της καταναλωτικής αποχαύνωσης αδιαφορεί για τον Θεό, απαξιώνει το συνάνθρωπο, μολύνει τη δημιουργία. Τα τίμια και μέ­γιστα αγνοούνται κ' ευτελίζονται. Τα παιδιά ιδρυματοποιούνται, οι ποιητές περιφρονούνται, οι γέροντες απωθούνται. Ό,τι δεν υπάγεται στην εμπορευματο­ποίηση ωθείται στο περιθώριο. Πρώτιστες αρετές θε­ωρούνται η ταχύτητα κ' η παραγωγικότητα. Η προπα­ρασκευή και η προετοιμασία, ο μόχθος και ο κόπος απορρίπτονται. Η εκδοχή του σίτου που θάβεται στη γη για να βλαστήσει αργότερα, θεωρείται παρωχημέ­νη. Ο άνθρωπος, συνειδητά ή ασυνείδητα, επανέρχεται στη λογική της μαγείας: μεγιστοποίηση του αποτελέ­σματος και ελαχιστοποίηση του κόστους. Ξεχνώντας ότι για προσωπική και κοινωνική προκοπή είναι ανα­γκαία προϋπόθεση η περιστολή του εγώ χάριν του ε­μείς, με άλλα λόγια η αυθυπέρβαση.

Αποξενωμένος ο άνθρωπος απ' τον Θεό, χάνει τη διάσταση του αιώνιου, γι' αυτό και βιάζεται να ζήσει το εφήμερο. Κατά συνέπεια «στο προσκήνιο δεν βρί­σκεται η αυτοπειθαρχία με σκοπό την επίτευξη εσωτε­ρικών και εξωτερικών στόχων ούτε κι η υποταγή της καθημερινής δραστηριότητας σε μακροπρόθεσμες επιδιώξεις, παρά μάλλον η κατάφαση της βραχυπρόθεσμης απόλαυσης, του στιγμιαίου και του αυθόρμητου καθώς και η απόρριψη του εξωτερικού ελέγχου, της πειθάρχησης και της εξουσίας». Τα πάντα είναι ενθαδικά, όλα συνοψίζονται στην παρούσα ζωή, στην πα­ρούσα στιγμή. Έτσι η άμεση ικανοποίηση γίνεται ναρ­κωτικό, εφησυχασμός της ύπαρξης. Δημιουργώντας μια κοινωνία ναρκομανών, μια ναρκωμένη κοινωνία: Δάσκαλοι που ναρκώνουν μαθητές, ιδεολογίες που ναρ­κώνουν οπαδούς, γκουρού που ναρκώνουν αφελείς. Με διάφορους τρόπους και μέσα το χαμένο στην κα­τανάλωση άτομο προσπαθεί να μην βιώσει την υπαρ­ξιακή αγωνία, να μην αντιμετωπίσει το θάνατο, αφού αυτός διαλύει τις βεβαιότητές του. Ιδού λοιπόν η η­ρωίνη και ο σεξισμός, η καταφυγή σε ανιστορικά θρη­σκεύματα και η αναζήτηση του εξωτισμού· ιδού η συλ­λογική νεύρωση του σύγχρονου κόσμου.


ΑΝΤΙΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΝΕΟΤΗΤΑ
Ενώπιον της καταναλωτικής κοινωνίας —μιας κοινω­νίας αντινεανικής— οι νέοι ακολουθούν, συνήθως, δύο επιλογές: Η πρώτη επιλογή είναι η προσαρμογή. Οι νέοι αποδέχονται την κατανάλωση ως τρόπο ζωής, παραδίδονται στην ευζωία και αφομοιώνονται στο σύ­στημα. Φιλοδοξία, φιληδονία, φιλοχρηματία, γίνονται έτσι η στοχοθεσία των γερασμένων νέων.

Η δεύτερη επιλογή που ακολουθούν οι νέοι είναι η αντίδραση, την οποία η αντινεανική κοινωνία ονομάζει αντικοινωνική συμπεριφορά. Η ανασφάλεια του σή­μερα και ο φόβος του αύριο, ο κοινωνικός δαρβινισμός και ο ηθικιστικός σχετικισμός, η απουσία του άλλου και η μοναξιά, οδηγούν τους νέους στην αντίδραση προς την υπάρχουσα οργάνωση ζωής. Με περιφρόνη­ση των θεσμών, με παράβαση των κανονιστικών αρ­χών, οι νέοι προκαλούν το κατ' αυτούς κατεστημένο, το οποίο με τη σειρά του αντιδρά καταδικάζοντας και μυκτηρίζοντάς τους.

Μυκτηρίζοντας όμως η κοινωνία τους νέους μυκτηρίζει τον εαυτό της, αφού οι νέοι ανατρέφονται μέσα στο δικό της πλαίσιο αξιών, αφού ο κόσμος τους είναι αντικατοπτρισμός της ίδιας. Συνεπώς και οι νέοι βιώνουν τις αντιφάσεις της. Η καταναλωτική κοινωνία, π.χ., με­ταβάλλει τον έρωτα σε τριβή σεξουαλικών αντικειμέ­νων· παραπονιέται για την αύξηση των διαζυγίων. Προ­βάλλει ως κοινωνική καταξίωση τον εύκολο και γρήγο­ρο πλουτισμό· παραπονιέται για την αύξηση της δια­φθοράς. Προκαλεί τον άκρατο ανταγωνισμό· παραπο­νιέται για την αύξηση των ναρκωτικών. Επιφέρει την απόσταση και την αδιαφορία για το συνάνθρωπο· παραπονιέται για την αύξηση των αυτοκτονιών. Η σύγ­χρονη κοινωνία, υποβιβάζοντας κάθε κοινωνικό δεσμό, μετατρέποντας τα πάντα σε αντικείμενα πώλησης και αγοράς, προσέφερε στους νέους ό,τι χειρότερο: την α­πουσία κοινότητας, πόλης, πολιτισμού.


ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΑΛΛΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ ΖΩΗΣ
Αντινεανική κοινωνία και αντικοινωνική νεότητα εκ­φράζουν την κρίση νοήματος της καταναλωτικής κοινωνίας, εκφράζουν το υπαρξιακό αδιέξοδο ενός συ­γκεκριμένου τρόπου ζωής. Η αντίδραση των νέων α­ποτελεί κραυγή για έξοδο απ' το αδιέξοδο αυτό. Αλλά το αδιέξοδο του συστήματος δεν υπερβαίνεται με δι­εκδικητική στάση απέναντί του, αφού κάτι τέτοιο δεν αρνείται σε τελική ανάλυση την κυρίαρχή του λογική. Για το καταναλωτικό σύστημα «ο κίνδυνος δεν απορ­ρέει από τον νέο, όταν ανυπομονεί να αντικαταστήσει τον ώριμο στην επάνδρωση μιας δομής, αλλ' όταν δεν θέλει καθόλου να τον διαδεχθεί, γιατί αρνείται την ίδια τη δομή». Επικίνδυνος είναι ο νέος που ενσαρκώνει με το ήθος του μια άλλη στάση ζωής, μια άλλη αντίλη­ψη για τα τίμια της ύπαρξης.

Κατά συνέπεια μόνο μια συνειδητή απόρριψη της κα­ταναλωτικής λογικής, μόνο μια άλλη θέαση του ανθρώ­που, του κόσμου και της ιστορίας, μπορεί να λειτουργή­σει ως αφετηρία προσωπικού αθλήματος για καταξίω­ση της ύπαρξης. Μια άλλη πρόταση ζωής που να προι­κίζει τον άνθρωπο με βιώματα φιλαλληλίας και φιλαν­θρωπίας, τρυφερότητας, κάλλους και στοργής. Η αντι­κοινωνική νεότητα και η αντινεανική κοινωνία πρέπει να παραχωρήσουν τη θέση τους στην αυθεντική ζωή.


Η ΑΙΩΝΙΑ ΝΕΟΤΗΤΑ
Εδώ, στην κατάθεση εναλλακτικής πρότασης ζωής, ει­σέρχεται στο προσκήνιο η Εκκλησία, κομίζοντας τη δι­κή της εμπειρία για τον άνθρωπο και τη ζωή. Εκκλησία είναι η αρμονική σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, και, κατ' επέκταση, με τον εαυτό του, το συνάνθρωπό του και τη φύση. Η Εκκλησία είναι πέρασμα από τη φιλαυτία στη φιλαλληλία, από την ανάγκη στην ελευ­θερία, από την αλλοτρίωση στη ζωή. Γι' αυτό και δεν αδιαφορεί για καμία πτυχή της ζωής, για καμία απο­ρία των ανθρώπων.

Έτσι, το πρώτο που η Εκκλησία κομίζει, διαλεγόμενη με τους προβληματισμούς των νέων, είναι η βίω­ση της πατρότητας του Θεού. Η θεολογία, πολύ πριν την ψυχολογία και την παιδαγωγική, κατενόησε ότι η υποταγή ή η ανταρσία των νέων οφείλεται στην παρα­μόρφωση ή την απουσία πατρότητας. Οι νέοι χρειάζο­νται πατρότητα κατ' εικόνα της θείας: αυτήν της περιχώρησης αγάπης και ελευθερίας, ενότητας και δια­φοράς. Μια πατρότητα συνώνυμη της δωρεάς, της χω­ρίς όρους και όρια κοινοποίησης της ζωής. Πράγμα που σημαίνει ότι οι γονείς βοηθούν τα παιδιά τους να εγκαταλείψουν τον παιδισμό, τους δεσμούς δηλαδή εξάρτησης και μονόδρομης απολαβής, ώστε να μπορούν να βιώνουν δεσμούς αμοιβαιότητας, ακόμη δε περισ­σότερο δεσμούς πλήρους δοτικότητας. Όπως επίσης ότι οι πνευματικοί πατέρες και διδάσκαλοι βοηθούν τους μαθητές τους να κοινωνούν με τον Θεό και το συ­νάνθρωπο, να χαίρονται την ομορφιά της κτίσης. Ταυ­τόχρονα δε να απορρίψουν κάθε προσωπολατρία, κά­θε ταύτιση και προσκόλληση στο πρόσωπό τους. Πρότυπο πνευματικού πατέρα στην Εκκλησία παραμένει πάντα ο Αγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος: «Εκείνον δει αυξάνειν, εμέ δε ελλαττούσθαι» (Ιω. 3:30). Νομίζετε ότι είστε παιδιά μου αλλά είστε τέκνα του Χριστού. Σ' αυτόν πρέπει να παραπέμπει κάθε επίγεια πατρότητα.

Επιπλέον, μια γνήσια πνευματική πατρότητα —μια αληθινή Χριστιανική Αγωγή— μαθαίνει «στους νέους ανθρώπους να αντιστέκονται, εκεί όπου η θρησκεία γί­νεται "όπιο του λαού", μεταθανάτιες υποσχέσεις ή α­πειλές, αναιμική καθηκοντολογία, άρνηση της ελευθε­ρίας του ανθρώπου και της αγάπης για τη ζωή και τον συνάνθρωπο». Μαθαίνει «ότι η αληθινή θρησκεία δεν είναι "όπιο" ή "νεύρωση", αλλά κοινωνία και ζωή, ότι δεν είναι "ηθική των δούλων" αλλά ήθος ελευθερίας». Κατά συνέπεια η πατρική οδηγητική πρέπει να είναι προετοιμασία ζωής, να είναι ζωή. Να προσφέρει στον άνθρωπο υπαρξιακές δεξιότητες, να τον προετοιμάζει για τη φιλία, τη συζυγία, τη γονικότητα. Να τον μορ­φώνει σε ενεργό πολίτη, δόκιμο καλλιτέχνη, υπεύθυνο λειτουργό. Ο άνθρωπος εκτός από τις χρηστικές να ικανοποιεί και τις υπαρξιακές του ανάγκες: την πείνα για ελευθερία, τη δίψα για αγάπη, την πείνα και τη δί­ψα για τον Θεό της αγάπης και της ελευθερίας.

Στην αγαπητική δε ενότητά του με τον Θεό ο άνθρω­πος γίνεται πρόσωπο μοναδικό και ανεπανάληπτο, αφού μετέχει στην κοινωνία προσώπων που είναι ο Θεός. Μια κοινωνία στην οποία η απόλυτη ετερότητα του ενός αναδεικνύεται από την παρουσία και την αποδο­χή του άλλου. Η κατάφαση αυτή του απαρομοίαστου του προσώπου υπονομεύει καίρια ένα ακόμη θεμέλιο της καταναλωτικής κοινωνίας: αυτό της κυριαρχίας του γενικού, του αφηρημένου, του απρόσωπου.

Στη δομημένη στην ανταλλακτικότητα των πάντων εκδοχή του βίου, το σύστημα αφαιρεί από κάθε πρό­σωπο τα μοναδικά και ιδιάζοντά του χαρακτηριστικά —χαρακτηριστικά που το διαφοροποιούν από άλλα πρόσωπα— ώστε να μείνουν μόνο τα γενικά, τα κοινά σε όλους τους ανθρώπους γνωρίσματα, και έτσι ο άνθρωπος να υπαχθεί σε μια κατηγορία, σύμφωνα με ένα χαρακτηριστικό. Με τον τρόπο αυτό το πρόσωπο υποβιβάζεται σε ποσοστιαία μονάδα χρηστικής υπο­διαίρεσης, γίνεται μέγεθος αριθμητικό, και άρα αντι­καταστατό. Ανάλογα, π.χ., με το φύλο οι άνθρωποι ταξινομούνται σε άνδρες και γυναίκες· ανάλογα με το χρώμα σε μαύρους, κίτρινους και λευκούς· ανάλογα με το έθνος σε Έλληνες, Γερμανούς, Ιάπωνες, κλπ. Έτσι και η κατηγοριοποίηση «νέοι» σημαίνει την ταξινόμη­ση ενός μεγάλου αριθμού ανθρώπων ως προς ένα κοι­νό τους γνώρισμα —την ηλικία— και την παραγνώρι­ση της προσωπικής τους ετερότητας.

Για την Εκκλησία όμως η κατηγοριοποίηση των αν­θρώπων επιφέρει την αλλοτρίωσή τους. Γι' αυτήν το ανθρώπινο πρόσωπο, ο συγκεκριμένος άνθρωπος εδώ και τώρα, δεν είναι αναγώγιμος σε τίποτε. Ως εκ τού­του τίποτε δεν υπέρκειται του προσώπου. Γιατί το πρόσωπο δεν είναι μέρος ενός όλου αλλά εκφράζει το όλο, είναι ο άνθρωπος-ανθρωπότητα. Τούτο σημαίνει ευθύνη και χρέος για την ανθρωπότητα, και άρα ρήξη με κάθε απανθρωπιά. Το πρόσωπο οδεύει στην ιστο­ρία, ζει στην κοινωνία του καιρού του, γι' αυτό και αγωνίζεται ενάντια στη βία και τον πόλεμο, τη φτώχεια και την ανεργία, το μικράνθρωπο και τη μικροσυνείδησή του. Πέραν του ατομικισμού και της μαζοποίησης, της χρησιμοθηρίας και του ωφελιμισμού, το πρόσωπο αγωνίζεται για την ελευθερία και την αδελφοσύνη.

Το τρίτο θεμέλιο της καταναλωτικής κοινωνίας, το οποίο υπονομεύει η Εκκλησία, είναι η λογική της άμε­σης απόλαυσης. Ο άνθρωπος αναζητούσε και αναζητά ένα εύκολο τρόπο, μία τεχνική, που θα λύσει δια μιας όλα του τα προβλήματα. Παλαιότερα ανέμενε από τις ιδεολογίες το έργο αυτό. Μετά τη διάψευση των προσ­δοκιών του από αυτές στράφηκε στη «νέα εποχή» των παραθρησκειών και παραθρησκευμάτων. Ψάχνοντας εκεί για το μαγικό ραβδί. Η εκκλησιαστική όμως εμπειρία βρίσκεται στους αντίποδες της μαγείας, κάθε εξαρτητικής ιδεολογίας. Για την Εκκλησία η συνάντη­ση με τον Θεό, η βίωση της αλήθειας, είναι πορεία επί­πονη και μακρά, απαιτεί μετάνοια, αλλαγή υπαρξια­κού προσανατολισμού, τίμημα προσωπικό. Γι' αυτό και η Εκκλησία δεν πρέπει να μπει στον πειρασμό του «αγαθούλη» Θεού, έστω και από αντίδραση προς τον παραμορφωμένο Θεό της Δύσης.

Είναι γνωστό ότι το Μεσαίωνα η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία εξέπεσε της ευαγγελικής αλήθειας, προβάλ­λοντας ένα Θεό τρομοκράτη και τιμωρό, χωροφύλακα του ουρανού και της γης, χορηγό οδύνης και βασάνων στους ανθρώπους. Απέναντι στην παραμορφωμένη αυ­τή εικόνα του Θεού οι άνθρωποι είχαν δύο επιλογές: Η πρώτη ήταν η πλήρης υποταγή, η έκπτωσή τους σε παθητικά και άβουλα ανθρωπάκια, των οποίων ο φόβος και η ενοχή χαρακτήριζαν την άχαρη και μίζερη ζωή τους. Η δεύτερη επιλογή ήταν η επανάσταση του σκλά­βου, η φυγή στην αθεΐα και τον αγνωστικισμό. Η τερά­στια εκκοσμίκευση του δυτικού κόσμου στα νεώτερα χρόνια υπήρξε αποτέλεσμα της αντιπατερναλιστικής αυτής εξέγερσης.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν κινδύνευσε από το φαι­νόμενο αυτό. Κινδυνεύει όμως από τον αντίθετο πει­ρασμό, στη θέση δηλαδή του τρομοκράτη Θεού να θέ­σει τον Θεό «αγαθούλη». Ένα Θεό που δεν δυσκολεύ­ει κανένα, που προσφέρει εύκολα συγχωροχάρτια, που δεν απαιτεί μετάνοια. Η Εκκλησία εισέρχεται στον πειρασμό των δημοσίων σχέσεων, στην προσπάθειά της να φέρει κοντά της τον άνθρωπο θυσιάζει μέρος της ουσίας της. Αντί να προσαρμοστεί ο άνθρωπος, προσαρμόζεται αυτή.

Είναι σαφές ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι κοινω­νία μετανοούντων αμαρτωλών, ότι μεγαλύτερη αμαρ­τία είναι η απελπισία, η εντύπωση ότι υπάρχει αμαρ­τία που όταν ο άνθρωπος μετανοήσει δεν συγχωρεί ο Θεός. Συνεπώς η Εκκλησία είναι και θα παραμείνει κοινωνία στην οποία οι πάντες είναι κλητοί, στην οποία κανένας δεν απορρίπτεται. Ταυτόχρονα όμως είναι σαφές ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν θωπεύει την αυτοδικαίωση και το φαρισαϊσμό, δεν παύει να θέτει τον άνθρωπο ενώπιον της αμαρτωλότητάς του. Τούτο σημαίνει ότι αυτό που οφείλει σαφώς και απεριφράστως να πολεμήσει η Εκκλησία είναι η ευκολία, η αρχή της ήσσονος προσπάθειας, η μαγική αντίληψη ότι τα πρώ­τιστα της ζωής αποκτώνται εύκολα. Η Εκκλησία οφεί­λει να βοηθά τους ανθρώπους να ενηλικιώνονται πνευ­ματικά, που σημαίνει να αρνούνται οποιαδήποτε από­θεση της ευθύνης τους για το τι συμβαίνει μέσα τους και ανάμεσά τους.

Αρα η Εκκλησία θα μιλήσει για άσκηση, θα θυμίσει ότι χωρίς άσκηση τίποτε αυθεντικό δεν επιτυγχάνεται. Ασκηση δε είναι η περιστολή του εγώ για να αναδει­χθεί το εσύ, είναι η οδός και η μέθοδος για την ελευθε­ρία. Η άσκηση είναι γυμνάσια αυτογνωσίας, κοινωνι­κότητας, οικολογικής ευαισθησίας, βοηθά τον άνθρω­πο να διακρίνει τις πραγματικές από τις πλασματικές ανάγκες, να εμμένει στην αλήθεια. Έτσι με την προ­σευχή ο άνθρωπος θα καθάρει τον εαυτό του από τα πάθη, θα βιώσει τη σιωπή, θα αφήσει την αγάπη του Θεού να πλημμυρίσει τη ζωή του. Με τη νηστεία θα μάθει τη διάκριση του αναγκαίου από το περιττό, θα μει­ώνει τις ανάγκες του στο ελάχιστο για να προσφέρει στο συνάνθρωπο το μέγιστο. Με την αγρυπνία θα φυλάττει καθαρή καρδιά, δεν θα λησμονεί τον υπαρξιακό του στόχο, θα αφυπνισθεί από την αλλοτρίωση.

Διαμέσου της άσκησης ο πιστός θα βιώσει την υπακοή ως ακοή στο θέλημα μόνο του Θεού, άρα ως σύγκρουση με κάθε ανθρώπινη αυθεντία, με κάθε απάνθρωπη εξου­σία. Ως εκ τούτου θα γίνει ο μέγιστος των επαναστα­τών, θα αντιστέκεται σε οτιδήποτε υποβαθμίζει τον άν­θρωπο και εξαθλιώνει τη ζωή. Θα βιώσει την παρθενία ως ακεραιότητα του προσώπου, ως αγάπη αδιάπτωτη. Γι' αυτό και θα αρνηθεί κάθε υποβιβασμό του ανθρώ­που σε αντικείμενο, κάθε υπαγωγή του σε μέσο, κάθε απόπειρα εκμετάλλευσής του. Θα βιώσει την πτώχεια ως πλήρη αυτοπαράδοση στον Θεό, ως άρνηση να στη­ρίξει την ύπαρξή του στο έχειν και κατέχειν, υλικό ή πνευματικό. Ώστε ολόκληρος να γίνει φως που καίεται και δαπανάται για τη σωτηρία του κόσμου.


ΒΙΩΜΑΤΑ ΖΩΗΣ
Η Εκκλησία γνωρίζει καλά ότι οι άνθρωποι δεν αλλά­ζουν μαθαίνοντας κάτι μόνο διανοητικά. Η αρχαιοελ­ληνική φιλοσοφική αντίληψη ότι η αμαρτία οφείλεται σε άγνοια δεν έγινε δεκτή. Γι' αυτήν η αμαρτία δεν είναι συνέπεια διανοητικής άγνοιας και γνωσιολογικής πλάνης, αλλά εκούσια αποξένωση απ’ τον Θεό, ελεύ­θερη επιλογή της ανθρώπινης θελήσεως. Πράγμα που σημαίνει ότι η αλλαγή στην ανθρώπινη ζωή επέρχεται με τη βίωση καινούριων βιωμάτων, πιο αληθινών και άρα πιο σημαντικών από άλλα. Μόνο βιώνοντας την αλήθεια εγκαταλείπουν οι άνθρωποι το ψεύδος.

Πρώτιστος όμως τόπος που προσφέρονται βιώματα είναι η λατρεία. Και είναι εδώ κατεξοχήν που η Εκκλη­σία υπονομεύει την καταναλωτική και κάθε άλλη αλ­λοτρίωση. Στη χριστιανική λατρεία η απρόσωπη ομά­δα γίνεται αγαπητική κοινότητα, ο ξένος γίνεται αδελ­φός, ο μακράν γίνεται εγγύς. Στη λατρεία οι πάντες γί­νονται πρόσωπα, αποκτούν ταυτότητα ενώπιον του Θεού, μοιράζονται αυτό που είναι και αυτό που έχουν. Το ομότροπο και ομόγνωμο, η αυθυπέρβαση και η αυτοπροσφορά, είναι τα βιώματα με τα οποία λαμπρύ­νονται οι πιστοί. Έτσι η λατρεία γίνεται τόπος αγά­πης ειρηνοποιού και ανιδιοτελούς φιλίας, χώρος αλλη­λοσυμπλήρωσης και αλληλεγγύης. Εκεί αναδεικνύο­νται οι κεκρυμμένοι δίκαιοι, για τους οποίους συνομι­λούσε ο Αβραάμ με τον Θεό, και των οποίων η παρου­σία σώζει τον κόσμο από την αυτοκτονία. Εκεί —σε πείσμα του πεπτωκότος ανθρώπου που ξέχασε ότι έχει «το είναι του δεδανεισμένον», σε πείσμα της πεπτωκυίας κοινωνίας που ξέχασε να δωρίζει— φανερώνε­ται η θυσία ως ζωή, η ζωή ως δώρο, το δώρο ως χάρη του Θεού.

Εκεί, στη λατρεία, ανατρέπεται η προτεραιότητα α­ναγκών της καθεστυκίας τάξης, εκεί αποκαλύπτεται η τάξη των μακαρισμών. Έξω απ’ την Εκκλησία ο άν­θρωπος ζει για να πεθάνει. Μέσα στην Εκκλησία πε­θαίνει για να ζει. Πεθαίνει σαν άτομο και ανίσταται ως πρόσωπο, δωρίζει τον εαυτό του και τον βρίσκει ακέ­ραιο· ιδού η μέγιστη τέχνη, η τέχνη της ανάστασης. Που σημαίνει ότι η αρχή του ανθρώπου δεν βρίσκεται πλέον στο παρελθόν αλλά στο μέλλον. Αν στον κόσμο «τα γηρατειά αρχίζουν όταν οι αναμνήσεις αντικαθι­στούν τα όνειρα», στην Εκκλησία οι πάντες καθί­στανται νέοι, γιατί ζουν με την προσδοκία του Ερχό­μενου, με εσχατολογική συνείδηση. Είναι αυτοί που δεν γκρινιάζουν συνεχώς για κάποια «χρυσή εποχή» του παρελθόντος που χάθηκε και νοσταλγούν, αλλά είναι οι αληθινοί μαθητές του καινούριου κόσμου του Θεού, που βρίσκεται στο τέλος της ιστορίας αλλά πρό­γευσή του βιώνουμε στην Ευχαριστία. Είναι αυτή η προοπτική των εσχάτων που λυτρώνει από τη λογική της άμεσης απόλαυσης, τον εγκλεισμό στο εφήμερο, που κάνει τους πιστούς να μη φοβούνται το θάνατο, τον οποιοδήποτε θάνατο. Και είναι με τα βιώματα αυτά που οι πιστοί εξέρχονται απ’ το ναό, σε μια λειτουργία-μετά-τη-Λειτουργία, για να μεταμορφώσουν σύμπασα τη ζωή.

Γι' αυτό σε τελική ανάλυση η μαρτυρία της Εκκλη­σίας προς τους νέους —αλλά και όλους τους ανθρώ­πους— είναι η ύπαρξη ευχαριστιακών κοινοτήτων, η εύρυθμη λειτουργία των ενοριών. Η ενορία είναι ο φυ­σικός χώρος ένταξης του νέου και συγκρότησής του ως προσώπου. Σ' αυτήν θα επέλθει ο ψυχολογικός απο­γαλακτισμός του από τη μικρή βιολογική του οικογέ­νεια και η είσοδός του ως ισότιμο μέλος στην παγκό­σμια αδελφική κοινότητα. Εκεί είναι που θα μετέχει στη ζωή της Αγάπης, στην αγάπη της Ζωής. Εκεί είναι που θα ανακαλύψει εμπειρικά ότι η Εκκλησία «θεραπεύει όχι με όσα λέγει, αλλά με ό,τι είναι: κοινότητα αγάπης, μιας αγάπης που δεν είναι συναίσθημα, ώστε να το αναζητήσουμε στο εσωτερικό και τη διάθεση του ατόμου, αλλά σχέση, πράγμα που απαιτεί συνύπαρξη και αποδοχή σε μια κοινότητα συγκεκριμένη, κοινότη­τα αγάπης χωρίς αποκλειστικότητα και όρους. Η Εκκλησία θεραπεύει με το να είναι μια τέτοια κοινό­τητα, στην οποία εντασσόμενος ο άνθρωπος εθίζεται να αγαπά και να αγαπάται ελεύθερα». Έτσι, με την ίδια της την ύπαρξη, η Εκκλησία διδάσκει την τέχνη της αυτοθυσίας, την επιστήμη της κοινωνικότητας, τη θεωρία της δημιουργίας. Εισάγει τον άνθρωπο στη σφαίρα του μυστηρίου, τον άγει στο μυστήριο του Φι­λάνθρωπου Θεού και του φιλόθεου ανθρώπου, στο μυ­στήριο του Θεανθρώπου Χριστού.

Μόνο αυτή η νεότητα της Εκκλησίας, αυτή η Εκκλη­σία της νεότητας, μπορεί να υπερβεί μια αντινεανική κοινωνία, μια αντικοινωνική νεολαία. Η Εκκλησία λοι­πόν ας εξακολουθήσει να είναι αυτό που είναι: τρόπος γέννησης και αναγέννησης, τόπος ανάστασης και επα­νάστασης.



(Πηγή: «ΑΓΩΓΗ ΝΕΟΤΗΤΑΣ», Επιμέλεια: Σταύρος Φωτίου, Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου)

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011

Ποίος είναι ο έφηβος σήμερα; Ποιμαντική και κατηχητική προσέγγιση








Το Γραφείο Νεότητος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών με  αφορμή την κυκλοφορία των Πρακτικών του συνεδρίου προς τιμήν των Τριών Ιεραρχών  που πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 2007 με θέμα: «Εφηβεία, βιώνοντας νέες πραγματικότητες σε κοινωνίες που αλλάζουν»  σας προσκαλεί στην ανοιχτή συζήτηση που διοργανώνει   με θέμα:

 «Ποίος είναι ο έφηβος σήμερα; Ποιμαντική και κατηχητική προσέγγιση».










Η συζήτηση θα πραγματοποιηθεί την

 Δευτέρα 4 Απριλίου 2011 και ώρα 20:00
 στην Αίθουσα του Ιδρύματος Ποιμαντικής Επιμορφώσεως της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών
 στην οδό Αγίας Φιλοθέης 21 στην Πλάκα.
 Κύριοι ομιλητές θα είναι:
·         Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης κ. Παύλος
·         Ο κ. Ανδρέας Αργυρόπουλος, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Βορείου Αιγαίου
·         Η δις Μαρία Τουφεκούλα, Φιλόλογος-Κατηχήτρια

Πληροφορίες στο τηλέφωνο 2130184436, στην ηλεκτρονική διεύθυνση youth@neotita.gr και στο www.neotita.gr




Κυριακή 27 Μαρτίου 2011

π.Βασίλειος Θερμός :Γιά μιά καλύτερη κατανόηση τοῦ φαινομένου τῶν ἐξαρτήσεων






Η ομιλία αυτή έλαβε χώρα σε εκδήλωση της Ι. Αρχιεπισκοπής Κρήτης στο Ηράκλειο παρουσία του Σεβ. Αρχιεπισκόπου Κρήτης κ. Ειρηναίου. Τη δημοσιεύουμε για να προβληματισθούμε πάνω στο σοβαρό πρόβλημα των εξαρτήσεων, δεδομένου ότι διαφαίνεται μια πολιτική βούληση να εξαπλωθούν περισσότερο τα τυχερά παιγνίδια απλά για εισπρακτικούς λόγους. Είμαστε βέβαιοι ότι μακροπρόθεσμα η αύξηση των τυχερών παιγνιδιών σε μια κοινωνία καταντά και αντιοικονομική, εκτός των άλλων ψυχοφθόρων συνεπειών της, λόγω των βλαβερών συνεπειών στην ψυχική και σωματική υγεία.





Τό θέμα μας σήμερα ἀποτελεῖ μιά ἐντυπωσιακή ἀντίφαση τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου. Συγκεκριμένα, μᾶς ἀπασχολεῖ ἡ προθυμία του γιά ἐξαρτήσεις στήν καρδιά μιᾶς ἐποχῆς ἡ ὁποία ἔχει μέ κόπο κατακτήσει καί τώρα ἀπολαμβάνει τήν πανηγυρική διακήρυξη τῆς ἀνεξαρτησίας του! Τό παράδοξο ἔγκειται δηλαδή στό γεγονός ὅτι ὅσο προοδεύει ἡ ἐξωτερική ἀνεξαρτησία τοῦ ἀνθρώπου ἀπό δεσμευτικούς παράγοντες (τυραννίες κάθε εἴδους), τόσο περισσότερο ἐφευρίσκονται τρόποι δέσμευσης τῆς ἐσωτερικῆς ἐλευθερίας του.
Ἔχω τή γνώμη ὅτι βοηθᾶ στήν μελέτη του φαινομένου τῶν ἐξαρτήσεων ἡ γενικώτερη «μακροσκοπική» τους θεώρηση ὡς ἑνιαίου προβλήματος, ἔτσι ὥστε νά ἀναζητηθοῦν πολιτισμικές καί ψυχολογικές αἰτίες. Διαφορετικά ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νά προσεγγίζονται ἀποσπασματικά καί μέ ἀνεπαρκῆ μέτρα. Κατά καιρούς μάλιστα ἀκούγονται ἀπόψεις πού προσπαθοῦν νά ἐξηγήσουν τήν αὔξησή τους, οἱ ὁποῖες ὅμως ἐπικαλοῦνται συνήθως ἕνα καί μοναδικό αἴτιο, π.χ. ἄλλοι τήν ἀποδίδουν στήν ἀποθρησκειοποίηση τῆς κοινωνίας μας, ἄλλοι στήν ἀμέλεια τῆς πολιτείας καί τῆς ἀστυνομίας, ἄλλοι στήν προϊοῦσα ἠθική φθορά τῆς ἐποχῆς κ.ο.κ.
Ἐνῶ ὅλες οἱ παραπάνω ἑρμηνεῖες ἐμπεριέχουν ἀλήθεια, αἰσθάνομαι ὅτι δέν ἔχουμε ἀναπτύξει στόν εὐρύτερο κοινωνικό (ἀλλά καί ἐκκλησιαστικό) χῶρο μιά βαθύτερη κατανόηση τοῦ φαινομένου. Ἔτσι στερούμαστε τῆς δυνατότητας γιά πολύπλευρη καί ἐπιτυχημένη δράση, τόσο προληπτική ὅσο καί θεραπευτική.
Ποιά εἶναι ἡ κλινική σημασία τῶν ἐξαρτήσεων ἀπό ψυχιατρικῆς πλευρᾶς κατ’ ἀρχήν; Ἡ ἐμπειρία δείχνει πώς αὐτές ἔχουν τή δυνατότητα νά ἀποβοῦν γιά τόν ψυχισμό κάτι ἀπό τά ἀκόλουθα:
1) Τρόπος ἔκφρασης τῆς κατάθλιψης καί ταυτόχρονα μέσο «παρηγοριᾶς» ἀπό αὐτήν,
2) Αὐτοσχέδια ἀγχόλυση, ἀνάλογης κλινικῆς σημασίας μέ τή χρήση οὐσιῶν,
3) Ἔκφραση καταναγκαστικῆς παθολογίας μέ τή μορφή τῆς συλλογῆς πληροφορίας ἤ ἀγορῶν ἤ ἡδονῆς,
5) Σέ ὁριακές προσωπικότητες αὐταπάτη ὅτι ἀπέκτησαν ταυτότητα καί ὅτι τήν τροποποιοῦν κατά βούληση,
6) Κανάλια διοχέτευσης τῆς διαστροφικῆς παθολογίας.
Συνεπῶς, ἕνας τόσο διαφορετικός πληθυσμός, γιά νά συγκλίνει στήν ἴδια συμπεριφορά τῆς ἐξάρτησης, ἀναγκαστικά χρειάζεται καί ἄλλης τάξεως συνθῆκες, δηλαδή μή κλινικές, πού θά λειτουργήσουν ὡς «ὀργανωτές». Καί αὐτές οἱ συνθῆκες εἶναι σύγχρονοι κοινωνικοπολιτισμικοί παράγοντες, πού ἔχουν ἀναμφίβολα πολλαπλασιαστῆ σέ ἀσύλληπτο βαθμό σέ σύγκριση μέ τό πρόσφατο παρελθόν.
Ἐνῶ τό φαινόμενο τῆς ἐξάρτησης ὑπῆρχε σέ ὅλες τίς ἐποχές καί σέ ὅλους τούς τόπους, οἱ ρίζες τῆς πρόσφατης διόγκωσής του πρέπει νά ἀναζητηθοῦν στό πέρασμα ἀπό τή νεωτερικότητα στή μετανεωτερικότητα. Συγκεκριμένα, αὐτό ἀντιστοιχεῖ στό πέρασμα ἀπό τόν λόγο στήν ἐμπειρία, ἀπό τήν πειθώ στή σαγήνη.
Στούς νεωτερικούς χρόνους τό κέντρο βάρους βρίσκεται στή διάνοια ἡ ὁποία πρέπει νά πεισθῆ, ἐνῶ κατά τήν μεταμοντέρνα ἐποχή βρίσκεται στό ὀπτικό νεῦρο καί στίς ὑπόλοιπες αἰσθήσεις οἱ ὁποῖες πρέπει νά διεγερθοῦν. Ἔτσι εἶναι προφανές ὅτι ἀνοίγει ὁ δρόμος γιά τήν ψυχοδυναμική τῆς ἐξάρτησης ἀφοῦ αὐτή ἀποτελεῖ μή ὀρθολογικό γεγονός.
Σέ τί συνίσταται ἡ μετανεωτερικότητα τήν ὁποία διανύουμε; Ἔχει γίνει παράλληλη, σχεδόν συνώνυμη, μέ τήν κοινωνία τοῦ θεάματος καί τοῦ κυβερνοχώρου. Ἡ κοινωνία τοῦ θεάματος ἔχει ἀποικίσει τή σύνολη καθημερινότητά μας, μέ ἀπώτερη φιλοδοξία νά ἀναγκάσει τό ψυχικό ὄργανο νά τῆς παραδοθῆ. Ἡ τεχνολογία ἔχει ἐπιτρέψει ἐν τῷ μεταξύ μιά ἀσύλληπτη γιά τό παρελθόν πρόσβασή μας στίς ποικίλες παραλλαγές τοῦ θεάματος.
Παράλληλα μία ἄλλη πραγματικότητα πού εἶχε προηγουμένως ἀναπτυχθῆ κατά τόν εἰκοστό αἰῶνα ἐπέτρεψε καί αὐτή μέ τή σειρά της νά διαμορφωθῆ αὐτή ἡ γενικώτερη εὐπάθεια πρός τίς ἐξαρτήσεις. Πρόκειται γιά τήν κοινωνία τῆς ἀφθονίας, στήν ὁποία τά ἐξαρτησιογόνα ἀντικείμενα (οὐσίες, ψώνια, δραστηριότητες) παρέχονται σέ ποσότητες καί μέ εὔκολη πρόσβαση.
Ὁ συνδυασμός αὐτῶν τῶν δύο κοινωνικῶν καί πολιτισμικῶν ἐξελίξεων ἐπέφερε ἀλλοιώσεις καί στόν ἀνθρώπινο ψυχισμό, τουλάχιστον σέ ἐκείνους τούς ψυχισμούς οἱ ὁποῖοι χαρακτηρίζονταν ἀπό κάποια εὐαλωτότητα βιολογικῆς προδιάθεσης.
Πράγματι, στό φαινόμενο τῶν ἐξαρτήσεων ἀναδεικνύεται ὁλόκληρη ἡ ψυχοσωματική διάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Γιά παράδειγμα, εἶναι παρατηρημένο ὅτι εὐνοεῖται ἡ ἐξαρτητική συμπεριφορά σέ προσωπικότητες πού ἔχουν ἐντονώτερο τό στοιχεῖο εἴτε τῆς παρορμητικότητας εἴτε τῆς καταναγκαστικῆς ἐμμονῆς, προδιαθέσεις καί οἱ δύο μέ βιολογική προέλευση.
Ἀλλά θά φτωχαίναμε τό φαινόμενο ἄν περιοριζόμαστε στήν θετικιστική μείωσή του ἁπλᾶ σέ μιά ὀργανικότητα. Παρά τούς ἔντονους πειρασμούς πού προέρχονται ἀπό τήν ἴδια τήν σύγχρονη ψυχιατρική καί τήν ψυχολογία νά σκεφτόμαστε μόνο βιολογικά, οἱ ἐξαρτήσεις ξεδιπλώνουν τή πραγματική τους φύση ὅταν ἀντιμετωπιστοῦν ὡς πολυπαραγοντικά προβλήματα, δηλαδή ὡς στάσεις πού πηγάζουν ἀπό τή συνθετότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Καί ὡς τέτοια ἀπαιτοῦν καί τήν ψυχολογική καί τήν κοινωνικοπολιτισμική θεώρηση.
Στήν ψυχολογική προσέγγιση κεντρική σημασία κατέχει ἡ ἔννοια τοῦ ἐλέγχου. Στίς ἐξαρτήσεις τό ὑποκείμενο παλεύει σκληρά μέ τόν ἔλεγχο ὁ ὁποῖος καθίσταται ἔμμονη ἰδέα. Αὐτή ἡ πάλη λαμβάνει δύο μορφές συνήθως. Ἡ μία ἔγκειται στή διαμόρφωση συνθηκῶν τέτοιων πού νά ἐπιτρέπουν πράγματι τόν ἔλεγχο. Γιά παράδειγμα, τό ἐξαρτημένο ἀπό τίς ἀγορές ἄτομο ἐλέγχει τήν πραγματικότητα πού τό περιβάλλει ἱκανοποιώντας ὅλες τίς ἐπιθυμίες του, ὅπως ἐπίσης καί ὁ ἐξαρτημένος ἀπό τό φαγητό. Ἐπί πλέον ἀρκετοί ἀπό τούς ἐξαρτημένους ἀπό πρόσωπα ἐπιτυγχάνουν νά τά ἐλέγξουν ἐπιβάλλοντας τή βούλησή τους καί ἐκμαιεύοντας τίς συμπεριφορές πού θέλουν.
Μιά ἄλλη παραλλαγή ἐντοπίζεται στούς ἐξαρτημένους οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται γιά τήν φαντασίωση τοῦ ἐλέγχου. Ἐδῶ ἀνήκουν οἱ ἐξαρτημένοι ἀπό οὐσίες οἱ ὁποῖοι συνήθως ἀναπτύσσουν τή γνωστή ὑπερβολική αὐτοπεποίθηση πού τούς κάνει νά ἰσχυρίζονται πώς δέν εἶναι ἐξαρτημένοι καί ὅποτε θέλουν εἶναι ἱκανοί νά σταματήσουν τή χρήση, ἄρα ἔχουν τόν ἔλεγχο. Ἀκόμη, σέ αὐτούς πού βαυκαλίζονται μέ τή φαντασίωση τοῦ ἐλέγχου ἀνήκουν καί οἱ ἐξαρτημένοι ἀπό τόν κυβερνοχῶρο (εἴτε ἀπό τήν πορνογραφία εἴτε ἀπό τά διαδικτυακά παιγνίδια), ἀφοῦ σχηματίζουν τήν αὐταπάτη ὅτι θέτουν ὑπό τόν ἀπόλυτο ἔλεγχό τους τό ἀντικείμενο τῆς ἐπιθυμίας τους (ποθητή γυναίκα, ἐχθρό κτλ).
Ἡ περίπτωση αὐτή τῆς ψευδαίσθησης τοῦ ἐλέγχου νομίζω ὅτι ἀξίζει νά συγκεντρώσει περισσότερο τήν προσοχή μας διότι συνδέεται μέ τό ζήτημα τῆς σχέσης. Ἀνοίγει μπροστά μας τήν ἀνικανότητα ἤ τήν ἀπροθυμία τοῦ ἐξαρτημένου ἀτόμου γιά ἀληθινή καί οὐσιαστική σχέση. Μιά τέτοια σχέση εἶναι προφανές πώς δέν εἶναι δυνατό νά περιλαμβάνει ἔλεγχο τοῦ ἄλλου· ἀντίθετα, εἴσοδος σέ σχέση σημαίνει κάποιου βαθμοῦ αὐτοπαράδοση στή διαδικασία ἀλλαγῆς μέσῳ τοῦ ἄλλου, σημαίνει ἑκούσια ἄρνηση νά ἐλέγξεις τόν ἄλλο ἀφοῦ αὐτό θά σήμαινε ἔλλειψη σεβασμοῦ καί ἄρα ἔλλειψη ἀγάπης.
Ἔτσι ἡ αὔξηση τῶν ἐξαρτήσεων στήν ἐποχή μας ὑπαινίσσεται κάποιου βαθμοῦ ἀναπηρία στή διαμόρφωση καί διατήρηση ὑγιῶν σχέσεων. Συνεπῶς ἕνα ἔλλειμα ἀγάπης προκύπτει ἐδῶ, τουλάχιστον ὡς πρός τό ἀποτέλεσμα ἀφοῦ εἶναι πιθανό ἡ πρόθεση γιά σχέσεις ἀγάπης νά εἶναι ἐντονώτερη στήν ἐποχή μας. Ἔτσι ἀναδεικνύεται ἕνα τραγικά μεγάλο χάσμα, ἀφοῦ τό αἴτημα νά ἀγαπηθῆ κάποιος αὐξάνεται δραματικά, ἀλλά καί ὁ φόβος μπροστά στήν ἀγάπη ἐπίσης.
Ἡ ψευδαίσθηση τοῦ ἐλέγχου παρέχει μιά φαντασίωση παντοδυναμίας, ἡ ὁποία ὑπῆρξε ἀνέκαθεν πολύ δημοφιλής γιά τόν ἄνθρωπο. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θά χρησιμοποιήσει τήν ἐξάρτηση γιά νά αἰσθανθῆ παντοδύναμος, ὡς ἀντιστάθμισμα σέ κάποιο ναρκισσιστικό τραῦμα, τό κάνει ἐπειδή ἡ φαντασίωση παρέχει μεγαλύτερη ἀπόλαυση ἀπό τήν πραγματικότητα. Ἐδῶ εἶναι ἀναγκαία ἡ διάκριση ἀνάμεσα στήν ἀπόλαυση καί στή χαρά, ἄγνωστη γιά πολλούς, μιά ἄγνοια στήν ὁποία βασίζεται ὁ μηχανισμός τῆς ἐξάρτησης.
Δέν θά ἦταν σωστό νά ἰσχυριστοῦμε ὅτι τό ἐξαρτημένο ἄτομο ἔχει προσδεθῆ στό ἀντικείμενο πού τό ἑλκύει. Ἄν θέλουμε νά ἀκριβολογήσουμε θά πρέπει νά ποῦμε ὅτι τό ἐξαρτημένο ἄτομο ἔχει προσδεθῆ συναισθηματικά στή διαδικασία ἀναζήτησης καί ἀνεύρεσης τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ. Δηλαδή στήν ἔντονη ψυχοσωματική ἐμπειρία, σέ αὐτό πού ὁ κόσμος ὀνομάζει «ἀδρεναλίνη». Αὐτό ἀκριβῶς εἶναι καί τό χαρακτηριστικό πού καθιστᾶ τήν ἐξάρτηση μιά αὐτοερωτική διαδικασία. Κέντρο ἀναφορᾶς εἶναι ἡ αἴσθηση καί ἐμπειρία τοῦ ἴδιου τοῦ ὑποκειμένου.
Ἄν αὐτά συμβαίνουν σέ κάθε εἴδους ἐξάρτηση, δραματικό εἶναι ὅταν λαμβάνουν χώρα σέ ἐξαρτήσεις ἀπό πρόσωπα. Ἐνῶ τότε ἀπέναντι βρίσκεται ἕνας πραγματικός ἄλλος, μέ σάρκα καί ὀστᾶ, στήν ἐνδοψυχική πραγματικότητα αὐτός ὁ ἄλλος δέν ὑπάρχει καθ’ ἑαυτόν, ὑπάρχει μόνο ὡς καμβάς καί ὡς πρόσχημα γιά νά ξαναπαιχτῆ γιά μιά ἀκόμη φορά τό παιγνίδι τοῦ «κυνηγιοῦ» καί τῆς ἀνεύρεσης ἐκείνης πού σημαίνει εἴτε καθυπόταξη εἴτε ἐξασφάλιση, ἀνάλογα σέ ποιά πλευρά τῆς «σχέσης» ἔχει τοποθετηθῆ κανείς.
Ἀληθινή σχέση εἶναι συνώνυμη μέ τήν ἐλευθερία. Ὅταν ἔχει ἐγκατασταθῆ φόβος μπροστά στήν ἐλευθερία, πού συνιστᾶ διαχρονικό πειρασμό τῆς ἀνθρώπινης φύσης, κυρίαρχο μέλημα τοῦ ψυχισμοῦ γίνεται ἡ ἀποφυγή τοῦ τραύματος, ἤ τῆς ἐπανάληψής του ἄν ὑπάρχει σχετική δυσάρεστη ἐμπειρία. Αὐτό μέ τή σειρά του γεννᾶ τήν ἀνάγκη καταφυγῆς καί ὑποταγῆς σέ ἕνα ἄλλο «ἐγώ» τό ὁποῖο δομεῖται φαντασιακά ὥστε νά παρέχει τήν ψευδαίσθηση ἐλέγχου: εἴτε στό ἄτομο ἀπό τό ὁποῖο κανείς ἐξαρτᾶται, εἴτε στό τεχνητό «ἐγώ» τοῦ ὑπολογιστῆ, εἴτε στήν προσωποποιημένη οὐσία κ.ο.κ. Ἐδῶ χρειάζεται νά θυμηθῆ κανείς καί τίς ἐξαρτήσεις ἀπό πρόσωπα, οἱ ὁποῖες ἀναπτύσσονται τόσο στό πλαίσιο τοῦ ζευγαριοῦ ὅσο καί σέ νοσηρές ὁμάδες ὅπως οἱ σέκτες.
Ἐξ ἄλλου ἡ κατάρρευση τῶν ἰδεολογιῶν, μεταξύ τῶν ὁποίων καί τῶν θρησκευτικῶν, ἄφησε ἕνα κενό ὄχι μόνο στόν χῶρο τῶν ἰδεῶν. Πρωτίστως δημιούργησε κενό στόν ψυχισμό τό ὁποῖο ἔλαβε τή μορφή τοῦ ὑπαρξιακοῦ κενοῦ, ἀκόμη καί τῆς ψυχοπαθολογίας. Ἕνα συγκροτημένο σύστημα ἰδεῶν ἔχει τή δύναμη νά μετουσιώνει (στήν καλύτερη περίπτωση) ἤ νά νομιμοποιεῖ (στή χειρότερη) στοιχεῖα πού ὁ ψυχισμός θεωρεῖ ἀπαράδεκτα, διοχετεύοντάς τα σέ συλλογικές σκοπιμότητες. Χωρίς τήν ἰδεολογία ὁ ψυχισμός μένει ἔκθετος μπροστά στίς διαλυτικές καί ἐπιθετικές ἐνορμήσεις του, γιά τίς ὁποῖες ἡ ἰδεολογία ἀποτελοῦσε ἕνα λειτουργικό ἄλλοθι (ὄχι πάντα χωρίς κακές συνέπειες βέβαια). Ἡ ἀνάγκη λοιπόν ὑπέρβασης τοῦ ὑπαρξιακοῦ κενοῦ ἤ καί χάους καταλήγει ἀναπόφευκτα σέ τεχνικές ψευδοπλήρωσής του μέσῳ ἀντικειμένων ἤ ἐμπειριῶν.
Ἐννοεῖται ὅτι πραγματική πλήρωση δέν συμβαίνει ποτέ μέ τόν τρόπο τῆς ἐξάρτησης, γι’ αὐτό καί πολύ σύντομα μετά τήν πρώτη ἀπόλαυση ὁ ψυχισμός πιέζει γιά ἐπανάληψη τῆς ἐμπειρίας σάν τό ἀέναο βασανιστήριο τοῦ Σίσυφου. Ἄλλωστε σέ αὐτή τήν ἐπαναληπτικότητα βασίζεται ὅλη ἡ δύναμη τῆς ἐξάρτησης.
Αὐτά τά δύο στοιχεῖα χρειάζεται νά μᾶς προβληματίσουν ἰδιαίτερα ὅταν συναντοῦμε τήν ἐξάρτηση ἀπό ἐκκλησιαστικά πρόσωπα. Ἐδῶ βλέπει κανείς πράγματι τήν ὑψηλή συχνότητα μέ τήν ὁποία συναντῶνται τόσο τό ἱστορικό ἑνός ἀτομικοῦ ψυχικοῦ τραύματος (ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου τό πρόσωπο διστάζει νά συνδεθῆ μέ οὐσιαστική σχέση προτιμώντας τήν ἐξάρτηση) ὅσο καί ἡ ἀπουσία θεολογίας τό κενό τῆς ὁποίας πασχίζει νά καλύψει ἡ ἀπόλαυση πού ἀντλεῖ ὁ ἐξαρτημένος ἀπό ἕνα ἄλλο πρόσωπο.
Συμπερασματικά, ἡ ἐξάρτηση ἀποτελεῖ ὁπωσδήποτε νόσο τοῦ συγκεκριμένου προσώπου, ἀλλά ταυτόχρονα καί νόσο τοῦ πολιτισμοῦ μας, ἀκόμη καί τοῦ συγκεκριμένου συλλογικοῦ κλίματος στό ὁποῖο ἀνήκει κάποιος (οἰκογένεια, σέκτα, Ἐκκλησία κ.ἄ.). Μᾶς ὑπενθυμίζει μέ ἀρνητικό τρόπο πῶς πρέπει νά λειτουργεῖ φυσιολογικά ἡ ἀνθρώπινη φύση καί μᾶς χρεώνει μέ μιά γενικώτερη διαβούλευση γιά τίς μορφές δημόσιας καί ἰδιωτικῆς ζωῆς τίς ὁποῖες ὀργανώνουμε. Εἰδικά γιά τήν Ἐκκλησία μᾶς παρακινεῖ νά ἀναστοχαστοῦμε πάνω στήν ἀληθινή πνευματική ζωή καί νά ἀναμετρηθοῦμε μέ τήν μνημειώδη ἀλήθεια ὅτι «ὅπου τό Πνεῦμα Κυρίου ἐκεῖ ἐλευθερία» (Β΄ Κορ. 3: 17).


Προτάσεις γιά μελέτη

-π. Ἀθανασίου Γκίκα Τό πρόβλημα τῶν ναρκωτικῶν καί ἡ ἀντιμετώπισή του ἀπό μέρους τῆς Ἐκκλησίας, ἐκδ. Τέρτιος
-Α. Κοκκέβη, Γ. Κίτσος, Α. Φωτίου Ἐφηβεία: συμπεριφορές καί ψυχοκοινωνική ὑγεία, ἐκδ. Βῆτα
-Ζάν Μπωντριγιάρ Ἡ καταναλωτική κοινωνία, ἐκδ. Νησῖδες
-Ζύγκμουντ Μπάουμαν Ζωή γιά κατανάλωση, ἐκδ. Πολύτροπον
-Κατερίνας Μάτσα Ψάξαμε ἀνθρώπους καί βρήκαμε σκιές: τό αἴνιγμα τῆς τοξικομανίας, ἐκδ. Ἄγρα,
-Τόμας Ἔρικσεν Ἡ τυραννία τῆς στιγμῆς: γρήγορος καί ἀργός χρόνος στήν ἐποχή τῆς πληροφορίας, ἐκδ. Σαββάλας
-π. Βασιλείου Θερμοῦ Οἱ δικοί μου οἱ ξένοι, ἐκδ. Ἐν πλῷ
-τοῦ ἰδίου Περάσματα στήν ἀπέναντι ὄχθη, ἐκδ. Ἐν πλῷ
-τοῦ ἰδίου Ὀδύνη Σώματος Χριστοῦ, ἐκδ. Ἀκρίτας
-τοῦ ἰδίου Τό ἀναδυόμενο νεανικό πρόσωπο μέσα στό τοπίο τῶν νέων τεχνολογιῶν τῆς εἰκόνας καί τῆς ἐπικοινωνίας, Σύναξη, τ. 109
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...