Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2016

π.Αντώνιος Καλλιγέρης: Η ώρα του παιδιού…





     Επίσημα χείλη που νομίζουν ότι εκφράζουν την κοινή γνώμη εξέφρασαν μια από τις πολλές «αλήθειες» που ακούγονται τα τελευταία:  «Τα Θρησκευτικά είναι η ώρα του παιδιού». Πως όμως όσοι διατυπώνουν αυτή την άποψη διαπιστώνουν κάτι τέτοιο; Από την εμπειρία τους στη διδακτική πράξη σε δημόσιο σχολείο; Από την εμπειρία τους ως μαθητές ή είναι άποψη που απορρέει από προσωπική έρευνα; Ποτέ δεν μαθαίνει κανείς, ιδιαίτερα όταν αυτές οι διατυπώσεις ακούγονται από βήμα ομοϊδεατών ή σε συζητήσεις σε καφενεία οι οποίες δεν έχουν την απαίτηση του ορθού επιχειρήματος.
     Δεν είμαι έκπληκτος από ότι ακούγεται διότι, εδώ και πολλές δεκαετίες τα ίδια ακούγονται τα οποία όμως έμειναν στην ιστορία (και της εκπαίδευσης) ως αφορισμοί που ειπώθηκαν μόνο και μόνο για να πληγώσουν την προσπάθεια μόρφωσης των μαθητών από μια μεγάλη και πολύ καλά προετοιμασμένης παιδαγωγικά ομάδας εκπαιδευτικών.
    Αλήθεια τι γίνεται στην ώρα των Θρησκευτικών;  Χωρίς να θέλουμε να ωραιοποιήσουμε λάθη που συμβαίνουν στη διδασκαλία  ή αστοχίες από υπερβολές που έχουν διατυπωθεί από συναδέλφους θεολόγους η ώρα του μαθήματος είναι πρόσκληση για ένα ταξίδι.
E Ταξίδι γνωριμίας με τον  εαυτό. Συνοδοιπορούν καθηγητής και οι μαθητές για να ανακαλύψουν τη δυναμική της κλήσης. Τι άραγε παρακινεί έναν άνθρωπο να εγκαταλείψει την πατρίδα του για να αναζητήσει τη γη της υπόσχεσης; Αυτή την απάντηση δεν ψάχνουμε όλοι μας σήμερα; Ποια είναι η κλήση μας. Το νόημα της προσωπικής μας ζωής. Γιατί ενήλικες καθηλώνονται στις πληγές τους ή ακινητοποιούνται μετά από ένα αρνητικό γεγονός διότι δεν βρήκαν απάντηση στο ίδιο ερώτημα στο οποίο απάντησε καταφατικά ο Αβραάμ.
E Ταξίδι συγχώρεσης. Μπορεί ένας αδικημένος άνθρωπος να υπερβεί τους όρους που τον αδίκησαν; Να συνεχίσει να αγαπά και έχει όραμα μετά από την λεηλασία της προσωπικής του ζωής; Αν κοιτάξουμε την ιστορία του Ιωσήφ και τόσων άλλων μαθαίνουμε στα παιδιά ότι ο Θεός μπορεί να μετατρέψει το κακό σε καλό συνεργαζόμενος με τον άνθρωπο.
E  Ταξίδι σεβασμού κάθε ανθρώπου. Στα παιδιά δεν μαθαίνουμε μύθους, μαθαίνουμε στάσεις ζωής, πως η αγάπη δεν είναι ένα βελουδένιο ροζ συναίσθημα αλλά νόημα ζωής, πολιτική πράξη η οποία ριζώνει στο άνοιγμα της σκέψης και της καρδιάς «αφού τα μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας έχουν κληθεί να συμπεριφέρονται σαν τα ενεργά μάτια του Χριστού. Σαν τα γεμάτα από κατανόηση μάτια του Χριστού»[1]
E  Ταξίδι εμπέδωσης διαλόγου με τους ανθρώπους πιστούς άλλων θρησκειών αφού στην Αγ. Γραφή «τονίζεται  η κοινή καταγωγή της ανθρωπότητος, με τη δημιουργία του πρώτου ζεύγους από τον ίδιο τον Θεό, «κατ’  εικόνα Θεού» και καθ’ ομοίωσιν, καθώς και ο κοινός προορισμός και σκοπός του ανθρώπου»[2].
E  Ταξίδι υπέρβασης των ανισοτήτων αφού οι μαθητές μαθαίνουν να ζουν σε κοινότητα και να νοιάζονται ως κοινότητα για κάθε άνθρωπο.
E  Ταξίδι που κρύβει πολλές εκπλήξεις όπως θα συμβεί στη ζωή τους αλλά από κάθε μια να βρίσκουν την ουσία, το νόημα, την πρόκληση που κρύβει με εργαλείο την πίστη, την ελπίδα και την αγάπη.
E   Ταξίδι ανακαλύψεων και συνεργασιών μια και πότε με τον υπολογιστή, το θέατρο, τη ζωγραφική, τη λογοτεχνία, τη λαϊκή παράδοση δείχνουμε στους μαθητές μας ότι ο Θεός δεν είναι ξεχασμένο στους ουρανούς, μνησίκακο ον αλλά Πρόσωπο που ζητά τη συνάντηση και εμπνέει κάθε άνθρωπο που τον αναζητά να βρίσκει αλλά και να δημιουργεί ομορφιά στη ζωή του. Μαθαίνουν οι μαθητές να διψούν και να εκτιμούν. Να συνεργάζονται και να δημιουργούν όπως βλέπουν να πράττουμε με τους συναδέλφους των άλλων ειδικοτήτων.
E  Οι μαθητές μας μαθαίνουν να εκτιμούν το θησαυρό που κρύβουν στην ψυχή τους αλλά και τον θησαυρό που κρύβουν και οι άλλοι στη δική τους ψυχή.
Πράγματι, η ώρα των θρησκευτικών είναι η ώρα που οι μαθητές μας γίνονται παιδιά, με έκπληκτα μάτια, με πολλά ερωτήματα και αντιρρήσεις. Γίνονται παιδιά που ζητούν γνησιότητα και ειλικρίνεια.
  Τα θρησκευτικά είναι η ώρα που οι μαθητές μας ανακαλύπτουν πως είναι παιδιά και ίσως αυτό φοβίζει ακόμα όσους θέλουν ένα εκπαιδευτικό σύστημα που ελέγχει πότε με αριθμούς και πότε με περιγραφή την γνώση, πότε με τη λήθη και πότε την υποτίμηση την δυναμική και τη διάθεση για αλλαγή του εφήβου.



[1] Π.Δημητρίου Στανιλοάε Για ένα ορθόδοξο οικουμενισμό, εκδ.Άθως, Πειραιεύς 1976, σελ 103
[2] Αναστασίου Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία, εκδ. Ακρίτας,,Αθήνα 2000, σελ 190

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Τα θρησκευτικά, οι αλλαγές και η Εκκλησία



Τα θρησκευτικά, οι αλλαγές και η Εκκλησία



Τα νέα προγράμματα διδασκαλίας συζητούν από το πρωί της Τετάρτης τα μέλη της 12μελούς Ιεράς Συνόδου υπό το πρίσμα της χθεσινοβραδυνής εισήγησης του Μητροπολίτη Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου. Το βράδυ της Τρίτης κατά τη διάρκεια ειδικής σύσκεψης που πραγματοποιήθηκε υπήρξαν, σύμφωνα με πληροφορίες, αντεγκλήσεις καθώς όπως υποστήριξε ο Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ενωσης Θεολόγων κ. Σπαλιώρας, με το νέο πρόγραμμα σπουδών επιχειρείται προσυλιτισμός των ορθοδόξων μαθητών. Θέση την οποία απέρριψαν οι εκπρόσωποι των Θεολογικών Σχολών Αθήνας και Θεσσαλονίκης καθώς και ο Πρόεδρος του Συλλόγου Θεολόγων «Καιρός» κ. Δημήτριος Ν. Μόσχος που συμμετείχαν στην συνεδρίαση. Με αφορμή την συζήτηση για το μάθημα των Θρησκευτικών «Το Βήμα» δημοσιεύει άρθρο του επίκουρου καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, κ. Μόσχου.


Το μάθημα των Θρησκευτικών και η Εκκλησία

Σε μια, ομολογουμένως, σπάνια στιγμή διάθεσης για άνοιγμα και διαβούλευση η Διαρκής Ιερά Σύνοδος δέχθηκε χθες 12.1 σε ειδική συνεδρίασή της τους επικεφαλής των Θεολογικών Σχολών και τους Προέδρους των δύο Πανελληνίων Συλλόγων Θεολόγων για να συζητήσει για το μάθημα των Θρησκευτικών. Έλειπαν, βέβαια, Σχολικοί Σύμβουλοι και σχεδιαστές των νέων Προγραμμάτων αλλά κι έτσι η προσπάθεια δεν πρέπει να αγνοηθεί. Στην εισήγησή του ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος έκανε τελικά φανερό σε όλους ότι ένα μάθημα Θρησκευτικών πρέπει να ξεκινά από την παράδοση με το μεγαλύτερο ιστορικό και πολιτιστικό αποτύπωμα στον τόπο, πού είναι ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός, αλλά δεν μπορεί παρά να ανοίγεται και σε άλλα χριστιανικά δόγματα αλλά και άλλες θρησκείες είτε τις πιο κοντινές (Ιουδαϊσμός, Ισλάμ) είτε ανατολικές και έκανε κάποιες προτάσεις με βάση το τωρινό μάθημα. Ωστόσο, ο χρόνος οπωσδήποτε κυλά ασφυκτικός.

Η κοινωνία πιέζει για απαλλαγές, για ένα άλλο μάθημα ή για εναλλακτικές επιλογές  κι αυτά διακινδυνεύουν το μέλλον του ίδιου του μαθήματος. Ο Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος «ΚΑΙΡΟΣ για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης» βλέπει τα πιλοτικά εφαρμοσμένα Προγράμματα Σπουδών ως μια ευκαιρία αλλαγής: συντάχθηκαν σ' ένα σχολικό έτος από επιλεγμένους από μητρώο εμπειρογνωμόνων Πανεπιστημιακούς των δύο Θεολογικών Σχολών, Σχολικούς Συμβούλους και εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων, με καινοτόμο παιδαγωγικό χαρακτήρα και περισσότερο ανοικτό περιεχόμενο, αξιολογήθηκαν με σταθμισμένα ερωτηματολόγια απ' όσους τα εφάρμοσαν με αρκετά καλή αποδοχή, ενώ πρόσφατα κυκλοφόρησε επιστολή σχεδόν του συνόλου των Σχολικών Συμβούλων που προτρέπει στην εφαρμογή τους.

Πέραν των γνωστών «Λακεδαιμονίων», που πάντα υπάρχουν και βλέπουν προδοσία της πίστεως και συγκρητισμό, όσοι εκπαιδευτικοί έχουν την ευκαιρία να τα γνωρίσουν, τα αγκαλιάζουν. Τα μόνα πραγματικά εμπόδια είναι η έλλειψη συστηματικής επιμόρφωσης και η οργάνωση του διδακτικού υλικού για τον κάθε εκπαιδευτικό τόσο Α/θμιας (που είναι και το πιο δύσκολο), όσο και Β/θμιας εκπαίδευσης. Αν όλοι οι φορείς (υπηρεσίες εκπαίδευσης, ενώσεις και η ίδια η Εκκλησία, όπως ήδη κάνει σε διάφορες δράσεις) δραστηριοποιηθούν στην υποστήριξη αυτού του είδους, το μάθημα των Θρησκευτικών θα αποτελέσει πεδίο πραγματικής εκπαιδευτικής αλλαγής τόσο στην εμβάθυνση από τους μαθητές στην ίδια τη θρησκευτική τους ταυτότητα, όσο και στην κατανόηση και της ταυτότητας του διαφορετικού διπλανού τους και τη συνύπαρξη μαζί του.

http://www.tovima.gr/society/article/?aid=768426

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2015

Σχολικοί Σύμβουλοι Θεολόγων για τα Θρησκευτικά



Με αφορμή την πρόσφατη συζήτηση για τη διαδικασία χορήγησης απαλλαγής από τα Θρησκευτικά αναθερμάνθηκε ο γενικότερος διάλογος γύρω από τη μορφωτική αποστολή και τον χαρακτήρα της σχολικής θρησκευτικής εκπαίδευσης, τις μαθησιακές ανάγκες που εξυπηρετεί, τη θέση της στο σύγχρονο σχολείο και το νομικό καθεστώς που τη διέπει. 
Ο διάλογος αυτός γύρω από το μάθημα των Θρησκευτικών διαρκεί τώρα και μερικές δεκαετίες. Οι φάσεις του αποτυπώνονται σε συνέδρια, δημοσιεύματα, δημόσιες εκδηλώσεις και παρεμβάσεις. Πολύ συχνά, λόγω επίκαιρων αναγκών ή του ευρύτερου ενδιαφέροντος, ο διάλογος ξεπέρασε τα στενά όρια του θεολογικού κόσμου και  ανοίχτηκε στον δημόσιο χώρο. Στο πλαίσιο αυτό, πήραν θέση ή κατέθεσαν απόψεις, εκτός από τους επίσημους θεσμούς της Εκπαίδευσης και τους εκπαιδευτικούς, η Εκκλησία και εκπρόσωποί της, οι αρμόδιες Ανεξάρτητες Αρχές της χώρας, οι θεολογικές σχολές, οι επιστημονικές ενώσεις των θεολόγων, σύλλογοι και ενώσεις πολιτών, μεμονωμένα πρόσωπα κ.ά. Στα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερη ώθηση στη διεξαγωγή του διαλόγου έδωσαν η δημοσίευση των Συστάσεων 1720 (2005) και (2008)12 του Συμβουλίου της Ευρώπης, η τροποποίηση του καθεστώτος χορήγησης απαλλαγής το 2008 και οι παλινωδίες της κεντρικής διοίκησης που ακολούθησαν, καθώς και η εκπόνηση νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού-Γυμνασίου και πρόσφατα του Λυκείου.   
Οι Σχολικοί Σύμβουλοι Θεολόγων που υπογράφουμε αυτό το κείμενο, προσηλωμένοι στο καθήκον της επιστημονικής υποστήριξης των εκπαιδευτικών της ειδικότητάς μας, θεωρούμε χρήσιμο να συμβάλλουμε στον διεξαγόμενο διάλογο, καταθέτοντας την εμπειρία από την πολύχρονη συνεργασία μας με τους εκπαιδευτικούς, επισημαίνοντας προς όλες τις κατευθύνσεις τα παρακάτω:
1.    Τα Θρησκευτικά είναι υποχρεωτικό μάθημα της σχολικής εκπαίδευσης, με σαφές πλαίσιο λειτουργίας και καθορισμένη σκοποθεσία, η οποία θεμελιώνεται στο Σύνταγμα της χώρας και τους βασικούς νόμους της Εκπαίδευσης. Στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, το μάθημα είναι ενιαίο και υποχρεωτικό για όλους τους μαθητές. Οι μαθητές δεν χωρίζονται με βάση τη θρησκευτική επιλογή τους,  όπως γίνεται στο λεγόμενο «πολυ-ομολογιακό» μοντέλο σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, στο οποίο λειτουργούν παράλληλα μαθήματα με διαφορετικές θρησκευτικές κατευθύνσεις. Αυτός ο τρόπος οργάνωσης της θρησκευτικής εκπαίδευσης στη χώρα μας έχει παιδαγωγικά πλεονεκτήματα, ενώ η τυχόν μεταβολή της εγκυμονεί κινδύνους. Μάλιστα, στην Ευρώπη, σήμερα, γίνεται πολλή συζήτηση για το κατά πόσον ο χωρισμός των παιδιών στο μάθημα των Θρησκευτικών θέτει σε κίνδυνο την κοινωνική συνοχή και δεν υπηρετεί τη δημοκρατικότητα, το δικαίωμα στη διαφορετικότητα, την καλλιέργεια της ανεκτικότητας και άρα την ειρηνική συμβίωση.
2.     Ο εκπαιδευτικός σκοπός του μαθήματος των Θρησκευτικών συνδέεται με τον ευρύτερο σκοπό της Εκπαίδευσης, για τη δημιουργία ολοκληρωμένων πολιτών, μέσα από την ανάπτυξη αναγκαίων γνώσεων, στάσεων και δεξιοτήτων, που καλύπτουν ολόκληρο το φάσμα της μάθησης. Το μάθημα σέβεται τη θρησκευτική ελευθερία και την πολιτισμική ταυτότητα των μαθητών, καθώς επίσης κάθε ετερότητα. Δίνει στους μαθητές τη δυνατότητα να κατανοήσουν τη δική τους θρησκευτική ταυτότητα και των άλλων, προσφέροντας μαθησιακές ευκαιρίες για προσωπική ανάπτυξη και καλλιέργεια της θρησκευτικής συνείδησής τους. Ταυτόχρονα, με έγκυρο και υπεύθυνο τρόπο, τους προετοιμάζει να ζήσουν δημιουργικά στον σύγχρονο κόσμο, ο οποίος χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα, αντινομίες και προκλήσεις.
3.    Το ειδικό μορφωτικό ενδιαφέρον του μαθήματος των Θρησκευτικών έχει αφετηρία την επικρατούσα τοπική θρησκευτική παράδοση, δηλαδή την Ορθόδοξη πίστη και παράδοση, με τις ποικίλες πολιτιστικές και κοινωνικές εκφάνσεις της, επεκτείνεται στη διερεύνηση του φαινομένου της θρησκευτικότητας και περιλαμβάνει σε θεμιτό βαθμό τη μελέτη των κύριων θρησκευτικών παραδόσεων της Ευρώπης και του σύγχρονου κόσμου, με βάση τις μαθησιακές προσδοκίες και ανάγκες των προεφήβων και εφήβων μαθητών. Η προσέγγιση αυτή είναι συμβατή με το ισχύον νομικό καθεστώς, καθώς επίσης με το ευρωπαϊκό κεκτημένο και την κουλτούρα της διαπολιτισμικότητας και τεκμηριώνεται από τα πορίσματα της σύγχρονης θρησκειοπαιδαγωγικής επιστήμης. Η εφαρμογή μιας θρησκειολογικής εκπαίδευσης, άποψη η οποία υποστηρίζεται συνήθως από μη θεολόγους, θα περιορίσει το σύνολο του μαθήματος των Θρησκευτικών σε ένα μόνο τομέα της θεολογικής επιστήμης, δεν εξυπηρετεί τις μορφωτικές ανάγκες των μαθητών και δεν έχει παιδαγωγικό έρεισμα.
4.    Το μάθημα των Θρησκευτικών, όπως και τα άλλα μαθήματα, αξιοποιεί σύγχρονες θεωρίες μάθησης και διδακτικής, σύμφωνα με τις αρχές της παιδαγωγικής επιστήμης. Η διδακτική μεθοδολογία, οι στρατηγικές μάθησης, οι τεχνικές διδασκαλίας και τα διδακτικά μέσα που χρησιμοποιεί έχουν παιδαγωγικό περιεχόμενο και μορφωτική αποστολή, η οποία διαφέρει από εκείνη της εκκλησιαστικής κατήχησης, η οποία αρμόζει να γίνεται σε άλλο χώρο, για άλλους σκοπούς και με άλλα μέσα. Αυτή η παιδαγωγική προσέγγιση είναι συνεπής και με τη θεολογική διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως προς τον σκοπό και το περιεχόμενο της κατήχησης. Αυτή τη θέση εκφράζουν τόσο τα τρέχοντα αναλυτικά προγράμματα όσο και τα νέα Προγράμματα Σπουδών. Τα τελευταία θεωρούμε ότι προάγουν με επιτυχία τη διερευνητική, βιωματική και συνεργατική μάθηση και οδηγούν στην ανάπτυξη κριτικής σκέψης, που ως παιδαγωγική τάση είναι κοινός τόπος στα σύγχρονα εκπαιδευτικά δρώμενα.
5.    Τα Προγράμματα Σπουδών δεν μπορεί να είναι στατικά. Καθώς εξελίσσονται οι κοινωνικές συνθήκες, οι μορφωτικές ανάγκες και τα επιστημονικά δεδομένα, θεωρούμε επιβεβλημένο να αναμορφώνονται. Κατά την ανάπτυξη νέων προγραμμάτων ή την παραγωγή νέων διδακτικών μέσων πρέπει να αξιοποιούνται θετικές εμπειρίες και καλές πρακτικές από το παρελθόν και ταυτόχρονα να προωθούνται καινοτόμες ιδέες και προτάσεις από τους ειδικούς, με στόχο τη δημιουργική ανανέωση της διδακτικής διεργασίας. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρούμε θετικό γεγονός την εκπόνηση των νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά, καθώς και την πιλοτική εφαρμογή τους στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο. Η συγκροτημένη δόμησή τους, οι αναλυτικές αναφορές στην ιστορία και την παιδαγωγική θεμελίωση του μαθήματος, η διεξοδική ανάλυση των διδακτικών θεμάτων, η οργάνωσή τους σε μια ενιαία πορεία από το Δημοτικό μέχρι το Λύκειο, η εισαγωγή καινοτόμων διδακτικών και μαθησιακών προσεγγίσεων, η παρουσίαση πλήθους διδακτικών τεχνικών στην κατεύθυνση της διερευνητικής και βιωματικής μάθησης, καθώς και η ταυτόχρονη παραγωγή Οδηγών του Εκπαιδευτικού, με την παράθεση πλήθους δειγματικών σχεδίων-σεναρίων διδασκαλίας και τη μεθοδική καθοδήγηση του εκπαιδευτικού για την αξιοποίησή τους, είναι στοιχεία που αποτιμώνται θετικά. Τα στοιχεία αυτά απουσίαζαν ή ήταν ελλιπή στα μέχρι σήμερα υφιστάμενα αναλυτικά προγράμματα. Τα νέα Προγράμματα Σπουδών δεν είναι απλά διδακτικά εγχειρίδια. Η αξιολογική εκτίμησή τους, που δεν είναι εύκολη υπόθεση, πρέπει να γίνεται με επιστημονικούς όρους και κυρίως ύστερα από την εφαρμογή τους στη σχολική τάξη. Η αποτίμηση της πιλοτικής εφαρμογής τους στην υποχρεωτική Εκπαίδευση -Δημοτικό και Γυμνάσιο- είναι θετική και γι’ αυτό θεωρούμε ότι η καθολική εφαρμογή τους μπορεί να συντελέσει στην ανανέωση της θρησκευτικής εκπαίδευσης και την προαγωγή της σύγχρονης μαρτυρίας της, καθώς επίσης στην προάσπιση του μαθήματος των Θρησκευτικών στο δημόσιο σχολείο.
Για να είναι αποδοτική η εφαρμογή τους, θεωρούμε ότι είναι επιβεβλημένη η παραγωγή κατάλληλου διδακτικού υλικού για τους μαθητές, (εγχειριδίων κλπ.), όπως ακριβώς και για τα άλλα μαθήματα, καθώς επίσης η συνεχής και συστηματική  επιμόρφωση και υποστήριξη των εκπαιδευτικών.
6.    Ο δημόσιος διάλογος είναι πάντοτε ευπρόσδεκτος με όποια θεμιτή μορφή και εάν γίνεται, επειδή συμβάλλει στη δημόσια ενημέρωση, παρέχει τη δυνατότητα να αποτυπώνονται και να κρίνονται όλες οι απόψεις, να κατατίθενται προτάσεις, να υπερβαίνονται παρανοήσεις. Πέρα από την αυτονόητη αυτή διαπίστωση, ο διάλογος είναι αποτελεσματικός όταν διακρίνεται από νηφαλιότητα και σεβασμό στη διαφορετική άποψη, λειτουργεί χωρίς αποκλεισμούς, ευνοεί τη σύνθεση διαφορετικών προσεγγίσεων και στοχεύει στην εξαγωγή έγκυρων συμπερασμάτων. Αναμφίβολα, πάντοτε εμφιλοχωρούν κίνδυνοι όπως είναι η «ιδεολογικοποίηση» ζητημάτων με επιστημονικό  χαρακτήρα, οι παροδικές εντυπώσεις, η υπερίσχυση προβληματικών προσεγγίσεων, ο εγκλωβισμός σε συγκρουσιακές καταστάσεις κ.ά.
Εκφράζουμε τη διαφωνία και την ανησυχία μας για ορισμένες παρεκτροπές που έχουν σημειωθεί στο πλαίσιο του διεξαγόμενου διαλόγου για τη φύση και το περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών. Οι απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί, οι μειωτικές εκφράσεις, οι επιθετικές συμπεριφορές, η παραπληροφόρηση, ο αποκλεισμός της διαφορετικής άποψης, η άρνηση συμμετοχής στον διάλογο και οι διχαστικές τάσεις δεν συνάδουν με το θεολογικό και εκπαιδευτικό ήθος, ούτε ανταποκρίνονται στις ανάγκες των καιρών.
7.    Αναμένουμε από τις επιστημονικές ενώσεις των θεολόγων να ηγηθούν στην προσπάθεια για συνεννόηση. Να επιδιώξουν ένα πλαίσιο διαλόγου το οποίο θα οδηγήσει στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Να λειτουργήσουν συνεργατικά και συνθετικά, απομονώνοντας ακραίες φωνές. Στους θρησκευόμενους πιστούς οι οποίοι εκφράζουν το ενδιαφέρον τους, τους πολίτες που δεν είναι εκπαιδευτικοί και όλους όσοι διατυπώνουν καλοπροαίρετα την άποψή τους προτείνουμε το αυτονόητο, δηλαδή να αναγνωρίσουν ότι η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών  είναι παιδαγωγική υπόθεση και είναι αρμοδιότητα καταρχήν των ειδικευμένων εκπαιδευτικών. Παρόμοια είναι η ευθύνη της διοικούσας Εκκλησίας η οποία μπορεί να συμβάλλει στην υπέρβαση τυχόν δυσκολιών κατά τη διεξαγωγή του διαλόγου, «εν τω συνδέσμω της ειρήνης», με απώτερο στόχο τη μορφωτική και πνευματική καλλιέργεια των παιδιών μας με τους καλύτερους δυνατούς όρους.

ΟΙ ΣΧΟΛΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΘΕΟΛΟΓΩΝ

Αργυρόπουλος Ανδρέας
Βαλλιανάτος Άγγελος
Δημακόπουλος Δημήτριος
Καλογεράκης Ευτύχιος
Μιχαλοπούλου Ελένη
Μπαλή Αικατερίνη-Μαρία
Μπιτσάκης Αντώνιος
Σταλίκα Φωτεινή
Στράντζαλης Πολύβιος
Στριλιγκάς Γεώργιος
Συργιάννη Μαρία
Τσάγκας Ιωάννης
Φύκας Δημήτριος

Χριστόπουλος Νικόλαος

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2015

Η προοπτική ανανέωσης της σχολικής θρησκευτικής εκπαίδευσης και τα νέα Προγράμματα Σπουδών



Η εκπόνηση Προγραμμάτων Σπουδών είναι μια σύνθετη και επίπονη επιστημονική εργασία, η οποία απαιτεί πολυεπίπεδη θεωρητική γνώση και παιδαγωγική εμπειρία. Η αποτίμηση του περιεχομένου και της δυναμικής ενός Προγράμματος Σπουδών είναι απαιτητική διαδικασία, η οποία γίνεται με επιστημονικά κριτήρια, κυρίως μέσα από την πειραματική εφαρμογή του. Οι απλουστευτικές κρίσεις με ιδεολογικό υπόβαθρο, όσο και εάν είναι χρήσιμες για την καταγραφή των τάσεων που διαμορφώνονται στο κοινωνικό πεδίο, μάλλον συσκοτίζουν τα πράγματα και δεν προάγουν τον επιστημονικό διάλογο.
Τα μέλη της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση του νέου Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού-Γυμνασίου, το οποίο ολοκληρώθηκε ήδη από το 2011, δοκιμάστηκε πιλοτικά και αναθεωρήθηκε σε αρκετά σημεία του το 2014, καθώς και τα μέλη της Επιτροπής του αντίστοιχου Προγράμματος του Λυκείου, παρακολουθούμε με ενδιαφέρον τόσο τον ευρύτερο διάλογο στην κοινωνία, για το μάθημα των Θρησκευτικών, όσο και ειδικότερα τον διάλογο στον εκπαιδευτικό κόσμο, για τα νέα Προγράμματα Σπουδών. Ως επιστήμονες, μάχιμοι εκπαιδευτικοί - θεολόγοι της σχολικής τάξης και του πανεπιστημίου, ενδιαφερόμαστε για την ανανέωση του μαθήματός μας και λαμβάνουμε υπόψη κάθε θετική πρόταση, η οποία κατατίθεται και φυσικά είναι τεκμηριωμένη. Στο πλαίσιο αυτό, άλλοτε συλλογικά και άλλοτε ατομικά, τα μέλη των Επιτροπών έχουμε εκφράσει τις απόψεις μας υπεύθυνα και με επιχειρήματα, όποτε αυτό κρίθηκε αναγκαίο.
Με αφορμή τις νέες συζητήσεις γύρω από το νομικό καθεστώς και τη φυσιογνωμία του μαθήματος των Θρησκευτικών, στο πλαίσιο των οποίων συχνά γίνονται αναφορές στα νέα Προγράμματα Σπουδών και στην πρόταση θρησκευτικής εκπαίδευσης που κομίζουν, θεωρούμε χρήσιμο να προβούμε με συντομία στις παρακάτω διασαφήσεις:
Το νομικό πλαίσιο
Το καθεστώς λειτουργίας και οργάνωσης του μαθήματος των Θρησκευτικών είναι απολύτως σαφές. Βασίζεται κατά κύριο λόγο στο Σύνταγμα και τους νόμους του κράτους, μεταξύ των οποίων είναι οι νόμοι της Εκπαίδευσης και εν μέρει o Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αυτό το νομικό πλαίσιο έχει ερμηνευθεί επαρκώς με αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και των ανώτατων Διοικητικών Δικαστηρίων της χώρας, σύμφωνα με τα ισχύοντα τόσο σε εθνικό όσο και ευρωπαϊκό επίπεδο. Τα νέα Προγράμματα Σπουδών στα Θρησκευτικά όχι μόνο δεν αντιβαίνουν αλλά στηρίζονται σε αυτό το νομικό πλαίσιο και το εφαρμόζουν.
Η ανάγκη αλλαγής
Μέχρι την εκπόνηση των νέων Προγραμμάτων Σπουδών, δεν υπήρχε ένα ολοκληρωμένο και μεθοδικό Πρόγραμμα Σπουδών για το μάθημα των Θρησκευτικών, όπως άλλωστε και για τα άλλα μαθήματα. Η προβλεπόμενη διδακτική πορεία οριζόταν συνοπτικά από τα αναλυτικά προγράμματα και το Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών (ΔΕΠΠΣ), τα οποία όμως κατ’ ουσίαν δεν προσέφεραν στην καθημερινή διδακτική πρακτική, παρά τα όποια θετικά χαρακτηριστικά τους, καθώς λειτούργησαν κυρίως ως οδηγοί για τους συγγραφείς των διδακτικών βιβλίων.
Οι συνεχείς κοινωνικές εξελίξεις καθιστούν επιτακτική την ανάγκη προσαρμογής της θρησκευτικής εκπαίδευσης στις νέες συνθήκες, στο πλαίσιο των μορφωτικών αναγκών και προσδοκιών των σημερινών μαθητών. Είναι σαφές ότι άλλες είναι οι προκλήσεις που αντιμετώπιζαν οι μαθητές πριν από μερικές δεκαετίες και άλλες είναι οι εμπειρίες και οι αναζητήσεις τους σήμερα.
Οι παιδαγωγικές αρχές
Τα νέα Προγράμματα Σπουδών λαμβάνουν υπόψη τις σύγχρονες θεωρίες μάθησης και διδακτικής. Αξιοποιούν επιλεκτικά θέσεις από τις θεωρίες γνωστικής ανάπτυξης, τις θεωρίες ηθικής ανάπτυξης και της θρησκειοπαιδαγωγικής, προσεγγίσεις του κοινωνικοπολιτισμικού εποικοδομισμού και της κριτικής παιδαγωγικής. Αντιμετωπίζουν τη μάθηση ως προϊόν αλληλεπίδρασης, προάγουν την ανακαλυπτική μάθηση, την αυτενέργεια του μαθητή και την κοινωνικοποίησή του μέσα από τη συνεργατικότητα, στοχεύουν δε στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης. Προτείνουν συμμετοχικά μοντέλα οργάνωσης της τάξης, τα οποία τείνουν στη φθίνουσα καθοδήγηση από τον εκπαιδευτικό, έναντι του παραδοσιακού δασκαλοκεντρισμού. Ευνοούν τη διαφοροποίηση της διδασκαλίας, δίνοντας ίσες ευκαιρίες σε όλους τους μαθητές. Απελευθερώνουν τη διδακτική διεργασία, εισάγοντας καινοτόμες διδακτικές προτάσεις στην κατεύθυνση της διερευνητικής και βιωματικής μάθησης.
Στα ζητήματα αυτά η συμβολή των νέων Προγραμμάτων Σπουδών είναι μεγάλη και καθοριστική. Τα μηνύματα από την πιλοτική εφαρμογή τους στην υποχρεωτική εκπαίδευση είναι ελπιδοφόρα, με πολλούς εκπαιδευτικούς να εκφράζονται εγκωμιαστικά, αναγνωρίζοντας τη δυναμική της ανανέωσης της διδακτικής διαδικασίας και τους μαθητές να εκδηλώνουν ισχυρό ενδιαφέρον και διάθεση ενεργητικής συμμετοχής στις νέες τεχνικές διδασκαλίας.
Το διδακτικό περιεχόμενο
Τα νέα Προγράμματα Σπουδών προσαρμόζουν τα βασικά για διδασκαλία θέματα των Θρησκευτικών στα μαθησιακά ενδιαφέροντα των μαθητών, ανάλογα με την ηλικία και την ανάπτυξή τους. Δίνουν έμφαση στον θρησκευτικό γραμματισμό, προωθώντας στη μεν υποχρεωτική εκπαίδευση την ανίχνευση, την κατανόηση και στη συνέχεια την κριτική ερμηνεία της τοπικής θρησκευτικής παράδοσης και σε θεμιτό βαθμό των μεγάλων θρησκευτικών παραδόσεων, στο δε Λύκειο τη διερεύνηση θρησκευτικών συμπεριφορών και εκφάνσεων της θρησκευτικότητας.
Σε όλη τη διαδρομή της εκπαίδευσης, από το Δημοτικό μέχρι το Λύκειο, στο επίκεντρο της διδασκαλίας είναι η Ορθόδοξη Χριστιανική παράδοση, ενώ σε ένα ευρύτερο κύκλο προσεγγίζονται οι χριστιανικές παραδόσεις της Ευρώπης και τα μεγάλα θρησκεύματα του κόσμου, στον βαθμό που οι γνώσεις αυτές σχετίζονται με εμπειρίες και βιώματα των μαθητών. Ως προς το ζήτημα αυτό, τα νέα Προγράμματα δεν καινοτομούν, απεναντίας προεκτείνουν και διευρύνουν τις αρχές που διέπουν το ΔΕΠΠΣ, τοποθετώντας την παρεχόμενη θρησκευτική εκπαίδευση σε ένα νέο πλαίσιο, με ισχυρή νομιμοποιητική και παιδαγωγική βάση. Η ανάπτυξη της προσωπικής θρησκευτικής συνείδησης και πολιτιστικής ταυτότητας επιδιώκεται με απόλυτο σεβασμό στην ετερότητα. Επιπρόσθετα, συνυπολογίζονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των προβληματισμών και των αναζητήσεων των νέων, ειδικά στη δύσκολη περίοδο της εφηβείας, κατά την οποία τείνουν προς τον αντικομφορμισμό και την αμφισβήτηση.
Η διαπολιτισμική διάσταση
Τα νέα Προγράμματα Σπουδών και γενικότερα το μάθημα των Θρησκευτικών, εκτός των άλλων, υποστηρίζουν τη διαπολιτισμική διάσταση της θρησκευτικής εκπαίδευσης, με στόχο την καλλιέργεια αξιών, στάσεων και δεξιοτήτων ειρηνικής συνύπαρξης και συνεργασίας και την αποτροπή φονταμενταλιστικών και μισαλλόδοξων προσεγγίσεων.
Η ανθρωπότητα πορεύεται σε μία νέα φάση της ιστορίας της, κατά την οποία η θρησκεία και ο πολιτισμός αποκτούν μία κεντρική θέση, όπως συνέβη και κατά το παρελθόν. Τα πρόσφατα γεγονότα στην κεντρική Ευρώπη και η μετακίνηση των πληθυσμών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις τοπικές κοινωνίες, υπογραμμίζουν τον κίνδυνο επερχόμενων συγκρούσεων, οι οποίες δεν θα στηρίζονται μόνο σε πολιτικοοικονομικά συστήματα, αλλά θα χρησιμοποιούν τις θρησκείες. Η νέα πρόταση θρησκευτικής εκπαίδευσης έρχεται ως απάντηση στον φόβο και τον θρησκευτικό φανατισμό τη στιγμή που υψώνονται τείχη απομόνωσης σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Οι θρησκειολογικές αναφορές
Ορισμένες απόψεις που είδαν το φως της δημοσιότητας, ότι τάχα με τα νέα Προγράμματα Σπουδών το μάθημα μετατρέπεται σε θρησκειολογικό ή πολυθρησκειακό ή πανθρησκειακό, είναι επιφανειακές προσεγγίσεις, οι οποίες εκτός από το ότι είναι αναληθείς προδίδουν την περί του μαθήματος παρωχημένη άποψη των εισηγητών τους, καθώς θεωρούν ότι το μάθημα, λόγω «επικρατούσας θρησκείας», οφείλει να είναι μονοφωνικό και με σαφή άμεσο ή έμμεσο κατηχητικό προσανατολισμό. Επιπλέον, χονδροειδείς αναφορές περί δήθεν αλλοίωσης της χριστιανικής πίστης ή απομείωσης του προσώπου του Χριστού ή της Θεοτόκου, αποτελούν κακοπροαίρετη παραπληροφόρηση και φυσικά δεν συμβάλλουν στον διάλογο, εφόσον οποιοσδήποτε νηφάλιος «αναγνώστης» του νέου Προγράμματος θα διαπιστώσει εύκολα και γρήγορα ακριβώς το αντίθετο.
Όσοι γνωρίζουν από τη διδακτική πράξη το περιεχόμενο των υφιστάμενων σήμερα διδακτικών βιβλίων των Θρησκευτικών, γνωρίζουν καλά ότι ακόμη και αυτά περιλαμβάνουν θρησκειολογικά θέματα, ήδη από το Δημοτικό, όπου υπάρχουν ολόκληρες διδακτικές ενότητες με θρησκειολογικό περιεχόμενο. Στα νέα Προγράμματα Σπουδών τα θρησκειολογικά θέματα δεν αυξάνονται, αλλά απλώς διερευνώνται με νέα λογική, δηλ. με βάση τα ενδιαφέροντα των μαθητών στο συγκεκριμένο περιβάλλον που ζουν. Το εύρος των θρησκειολογικών αναφορών εγγράφεται στο πλαίσιο του θρησκευτικού γραμματισμού των μαθητών και καλύπτει τις πραγματικές μορφωτικές ανάγκες, που αφορούν σε ένα θρησκευτικά εγγράμματο άνθρωπο της εποχής μας.
Οι επικριτικές ακρότητες
Κάθε τεκμηριωμένη άποψη ή πρόταση, αλλά και ή καλοπροαίρετη κριτική που κατατίθεται είναι ευπρόσδεκτη. Αρκετές παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν, κυρίως από ενεργούς εκπαιδευτικούς, ήδη ελήφθησαν υπόψη κατά την αναθεώρηση του Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού-Γυμνασίου. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε ορισμένες περιπτώσεις ακραίας κριτικής και ανοίκειας συκοφάντησης των νέων Προγραμμάτων, με δόλιες επικοινωνιακές πρακτικές, αστήρικτες κατηγορίες και απαράδεκτα υπονοούμενα, με στόχο τη σπίλωση της υπόληψης των ανθρώπων που εργάστηκαν για την εκπόνησή τους. Πρόκειται για τα ίδια πρόσωπα που διατύπωναν αρνητική κριτική, με παρόμοια επιχειρήματα, και κατά την παραγωγή νέων διδακτικών βιβλίων, το 2006. όταν εφαρμόστηκε το ΔΕΠΠΣ. Σήμερα, δήθεν τα υποστηρίζουν επειδή τάχα τα νέα Προγράμματα Σπουδών αλλοιώνουν το περιεχόμενο του μαθήματος. Ορισμένοι εκ των επικριτών άρχισαν να διατυπώνουν απορριπτικές κρίσεις για τα νέα Προγράμματα πριν καν ξεκινήσει η εκπόνησή τους, πριν δημοσιευθούν και εφαρμοστούν πιλοτικά και φυσικά το ίδιο έπραξαν και στη συνέχεια, προσπαθώντας να δημιουργήσουν συνθήκες πόλωσης και αδιεξόδου.
Η Επιτροπή του Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού-Γυμνασίου επανειλημμένα και εξαντλητικά απάντησε σε όσες αιτιάσεις έκρινε αναγκαίο ότι πρέπει να απαντηθούν, με επιχειρήματα τα οποία ουδέποτε αμφισβητήθηκαν. Oρισμένοι επικριτές επανέρχονται, αποκρύπτοντας την αλήθεια με τρόπο αντιδεοντολογικό και εμμένοντας φανατικά στις προσωπικές τους ιδεοληψίες, χωρίς να θέλουν να δουν την ουσία και το όραμα που διαπνέει τα νέα Προγράμματα Σπουδών. Ένα όραμα το οποίο συνοψίζεται στη σύγχρονη ανάγκη και πραγματικότητα το μάθημα των θρησκευτικών να «μιλήσει» στους νέους, να τους καταρτίσει με αντικειμενικό θρησκευτικό πνεύμα και να τους διδάξει δεξιότητες συμβίωσης και διαλόγου με κάθε άνθρωπο, με πνεύμα ομόνοιας και κριτικής σκέψης. Και όλα αυτά με ποικίλα παιδαγωγικά και μαθησιακά εργαλεία, μεταμορφώνοντας το μάθημα σε πόλο έλξης και καλλιέργειας των μαθητών.  
Ο διάλογος που (δεν) έγινε
Παρά το πλήθος των δημοσιευμάτων και την πληθώρα εκδηλώσεων γύρω από τα νέα Προγράμματα Σπουδών, δεν έχει γίνει ακόμη ένας υπεύθυνος και ουσιαστικός διάλογος ανάμεσα σε όλους τους εμπλεκόμενους για το ζήτημα της θρησκευτικής εκπαίδευσης. Ορισμένες προσπάθειες που έγιναν για την ανταλλαγή απόψεων, με τη συμμετοχή και των Εμπειρογνωμόνων του νέου Προγράμματος Σπουδών, δυστυχώς δεν ευοδώθηκαν με υπαιτιότητα άλλων, που αρνήθηκαν οποιαδήποτε συζήτηση επικαλούμενοι τη δική τους αναντίρρητη δογματική «αλήθεια», για την οποία φυσικά δεν υπάρχει περιθώριο αμφισβήτησης.
Τα μέλη των Επιτροπών εξακολουθούμε να πιστεύουμε στην αναγκαιότητα του διαλόγου. Το συγγραφικό έργο των Επιτροπών και η παραχθείσα τεκμηριωμένη αρθρογραφία γύρω από τα νέα Προγράμματα Σπουδών είναι στη διάθεση κάθε ενδιαφερόμενου. Είμαστε πρόθυμοι για περαιτέρω διευκρινήσεις και οποιαδήποτε συνεργασία απαιτηθεί.  
Η δυναμική της ανανέωσης
Σε ένα κόσμο που αλλάζει συνεχώς, η έγνοια για συνεχή ανανέωση του θρησκευτικού μαθήματος είναι καθήκον όλων. Οι θεολόγοι εκπαιδευτικοί της τάξης γνωρίζουν ότι δεν μπαίνει «νέο κρασί σε παλιούς ασκούς» και αγωνίζονται καθημερινά για δημιουργική διδασκαλία και μάθηση.
Είναι επιβεβλημένο να αντιληφθούμε όλοι την κρισιμότητα της αποστολής τους και να στηρίξουμε αποτελεσματικά το έργο τους, ακόμη και με καλόπιστη κριτική, που οδηγεί σε μια επιθυμητή σύνθεση. Κάθε άλλη προσπάθεια συνιστά υπονόμευση του έργου τους, αλλά και αυτής της νομιμοποιητικής βάσης του μαθήματος.

Τα μέλη των Επιτροπών Εμπειρογνωμόνων
για την εκπόνηση των νέων Προγραμμάτων Σπουδών
και των Οδηγών του Εκπαιδευτικού
στα Θρησκευτικά Δημοτικού-Γυμνασίου και Λυκείου



Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2015

ΕΛΜΕ ΠΙΕΡΙΑΣ:Θρησκευτικά για όλους τους μαθητές και τις μαθήτριες

ΨΗΦΙΣΜΑ ΕΛΜΕ ΠΙΕΡΙΑΣ



Με τη συζήτηση που άνοιξε – για μια ακόμη φορά- για τη διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών, και επειδή το ζήτημα αφορά τους συναδέλφους μας Θεολόγους, θεωρούμε ότι η θεμιτή και εφικτή λύση για τη διδασκαλία των θρησκευτικών στη σύγχρονη Ελλάδα είναι : ένα μάθημα γνωσιακό, που δεν διαχωρίζει τους μαθητές, που απευθύνεται σε όλους τους μαθητές και τις μαθήτριες του ελληνικού σχολείου ανεξάρτητα από την εθνική και θρησκευτική τους προέλευση χωρίς δυνατότητα απαλλαγής.
Ένα μάθημα που προσεγγίζει τη θρησκεία ως διαχρονική ανθρώπινη πραγματικότητα και ως τμήμα της ιστορίας και του πολιτισμού του λαού μας, φέρνοντας παράλληλα τα παιδιά σε επαφή με τις κύριες θρησκευτικές παραδόσεις όλου του κόσμου ,αλλά με προτεραιότητα στην Ορθόδοξη παράδοση , ώστε μέσα από τη μελέτη, την έρευνα και τη συνεργασία, να μπορούν να αντιμετωπίσουν την προκατάληψη και την έλλειψη ανεκτικότητας και να προωθήσουν την αλληλοκατανόηση και τον σεβασμό στην ετερότητα.

Το Δ.Σ. της Ε.Λ.Μ.Ε. ΠΙΕΡΙΑΣ

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2015

Πέρα από θωρακίσεις



Στην παρούσα συγκυρία δεν θεωρώ απλώς θεμιτό, αλλά και επιβεβλημένο από τις αντικειμενικές συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί, να υπάρξει ένας τελικός διάλογος για το μάθημα των θρησκευτικών, ο οποίος θα καταλήξει στην αναμόρφωση του μαθήματος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα ήθελα να κάνω τις εξής παρατηρήσεις:

1. Μέχρι τώρα ΠΕΘ και ΚΑΙΡΟΣ είχαν περιοριστεί, τουλάχιστον στο δημόσιο λόγο, στο να να παρουσιάζουν τις διαφορετικές προσεγγίσεις τους μ' έναν παράλληλο τρόπο. Με την τελευταία ανακοίνωσή της η ΠΕΘ αλλάζει τακτική και αρχίζει ένα είδος απευθείας επίθεσης. Προσωπικά, θεωρώ αναμενόμενη μια τέτοια εξέλιξη. Ωστόσο, δεν χρειάζεται να αντιδράσουμε μ' έναν τραγικό τρόπο σε μία τέτοια επίθεση, αλλά να επαναφέρουμε τον διάλογο στα ουσιαστικά σημεία και να προσπαθήσουμε να αποκαταστήσουμε όσο γίνεται την αλήθεια σε σχέση με αυτά.

2. Με βάση αυτό το σκεπτικό θεωρώ ανυπόστατη την έκφραση της ΠΕΘ ότι την πρόταση σπουδών του ΚΑΙΡΟΥ την "έχει απορρίψει με άπειρα επιστημονικά, θεολογικά και παιδαγωγικά επιχειρήματα, σύμπασα η θεολογική, η παιδαγωγική και εκκλησιαστική κοινότητα". Δεν νομίζω ότι καταγράφεται μια τέτοια απόρριψη. Μάλλον έχουμε έναν αριθμό συναδέλφων που είναι σαφώς υπέρ της μιας προσέγγισης, έναν άλλο που είναι υπέρ της άλλης και πολλούς που προβληματίζονται ανάμεσα στις δύο προσεγγίσεις.

3. Επίσης, θεωρώ ανυπόστατους τους ισχυρισμούς της ΠΕΘ ότι η πρόταση του ΚΑΙΡΟΥ στηρίζει "ένα θρησκευτικό συγκρητισμό που οδηγεί τα παιδιά στη θρησκευτική σύγχυση και στον μηδενισμό" ή ότι πρόκειται για "ξενόφερτα, αντορθόδοξα και νεοταξικής υφής πολυθρησκειακά μοντέλα διδασκαλίας". Προσωπικά είμαι σύμφωνος με τον άξονα που δηλώνεται από τον ΚΑΙΡΟ ότι διέπει τη νέα δομή: "ένα μάθημα που προσεγγίζει τη θρησκεία ως διαχρονική ανθρώπινη πραγματικότητα και ως τμήμα της ιστορίας και του πολιτισμού του λαού μας". Χωρίς να είμαι σε θέση να γνωρίζω κάθε πτυχή του προτεινόμενου προγράμματος, αφού δεν συμμετείχα στη διαμόρφωσή του, θεωρώ από τον τρόπο που παρουσιάζεται ότι αποτελεί μία καλή βάση για την τελική συζήτηση αναμόρφωσης του μαθήματος, αντί να αρχίσει πάλι "μία γενική και αόριστη συζήτηση περί του θρησκειολογικού μαθήματος, σαν να βρισκόμαστε σε σημείο μηδέν", όπως τονίζεται σε ανακοίνωση του ΚΑΙΡΟΥ. 

4.  Επίσης, στην ανακοίνωση της ΠΕΘ  χαρακτηρίζεται ως παραπλανητική η κριτική ότι το μάθημα σήμερα είναι "μονοφωνικό, κατηχητικό και ομολογιακό, ενώ στην πραγματικότητα, όπως πολύ καλά γνωρίζουμε όλοι οι μάχιμοι Θεολόγοι, δεν είναι τέτοιο, καθώς στην ύλη του περιλαμβάνει και τη διδασκαλία των άλλων θρησκειών".  Αυτό ισχύει μόνο για την Β΄ Λυκείου. Ωστόσο, δεν είναι εκεί το ζήτημα. Μία σειρά από στοιχεία του μαθήματος, που δεν είναι του παρόντος να αναφερθούν, συνθέτουν μία μορφή, η οποία επιτρέπει τη σημερινή κατάσταση της προαιρετικής συμμετοχής. Αυτό πρέπει να σταματήσει. Το μάθημα πρέπει να γίνει υποχρεωτικό, όπως τα υπόλοιπα του προγράμματος σπουδών, και για να γίνει αυτό είναι ανάγκη να αναμορφωθεί, ύστερα από έναν τελικό διάλογο πάνω στην υπάρχουσα πρόταση του ΚΑΙΡΟΥ.

Πρέπει όλοι οι εμπλεκόμενοι να πιέσουμε για την πραγματοποίηση αυτού του διαλόγου και το Υπουργείο να αναλάβει άμεσα πρωτοβουλίες προς αυτή την κατεύθυνση. Σε αυτόν τον διάλογο θα ήταν θετικό να συμμετάσχουν όλες οι πλευρές, χωρίς να χρειάζεται οι εκπρόσωποι της ΠΕΘ να αποκαλούν τους εκπροσώπους του ΚΑΙΡΟΥ "συκοφάντες" και "αντορθόδοξους", αλλά ούτε και να αισθάνονται ότι απαξιώνονται ως "οπισθοδρομικοί". Με τον τρόπο συμμετοχής τους στον προτεινόμενο διάλογο έχουν κάθε δυνατότητα να διαψεύσουν την υπόσταση μιας τέτοιας κατηγορίας. Αυτό που προέχει είναι να ξεπεράσουμε θωρακίσεις που είναι πια αδύνατο να σταθούν και να κάνουμε έστω ένα μικρό βήμα πέρα από αυτές.

Με εκτίμηση,


Στρατής Ψάλτου

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2015

Η «αλήθεια των πολλών αναπνοών» και το Μάθημα των Θρησκευτικών (ΜτΘ)

του Θανάση Καλαμάτα



Ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω τη νοοτροπία των αγαπητών συναδέλφων της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων. Τελευταίο ηχηρό ντοκουμέντο, άκρως παραπλανητικό, θεολογικά και παιδαγωγικά αντιδεοντολογικό, το προχθεσινό Δελτίο Τύπου του Διοικητικού της Συμβουλίου (βλ., εδώ: H Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων (ΠΕΘ) για τις θέσεις του «ΚΑΙΡΟΥ» σχετικά με το μάθημα των Θρησκευτικών) ενάντια στους συναδέλφους του Πανελλήνιου Θεολογικού Συνδέσμου «ΚΑΙΡΟΣ για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης», που επιτέλους σε συνέντευξη Τύπου (βλ., εδώ: Πραγματοποιήθηκε η Συνέντευξη Τύπου του ΚΑΙΡΟΥ/ ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ «ΚΑΙΡΟΥ» προς τον Υπουργό Παιδείας για τα θρησκευτικά) τόλμησαν να πουν το αυτονόητο για το Μάθημα των Θρησκευτικών (ΜτΘ) και τη θέση που οφείλει να έχει σήμερα στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Το χειρότερο, βέβαια, σ’ αυτήν την περίπτωση είναι το γεγονός ότι μέσω του Μαθήματος των Θρησκευτικών (ΜτΘ), οι αγαπητοί συνάδελφοι της ΠΕΘ διεκδικούν για τον εαυτό τους το αλάθητο, αλλά και το ρόλο του υπερασπιστή της Ορθόδοξης Πίστης, ενώ όλοι οι άλλοι, εκείνοι δηλαδή που αγωνιούν και παλεύουν να ανοίξουν τους ορίζοντες του μαθήματος σε νέα πεδία, πρωτίστως θεολογικά και παιδαγωγικά τεκμηριωμένα, είναι αυτοί που διδάσκουν τους νέους και τις νέες μας στα σχολειά μας, τον «μηδενισμό», τη «θρησκευτική σύγχυση» και τον «θρησκευτικό συγκρητισμό»· συνεπώς για έναν απλό γονιό και πολίτη, πιθανόν να είναι προδότες της πίστεως. Θλιβερό, πράγματι ατόπημα να εκφράζονται τέτοιες απόψεις. Και ακόμη θλιβερότερο το γεγονός, η έλλειψη ενός έντιμου και ειλικρινούς διαλόγου, ανάμεσα σε θεολογικούς επιστημονικούς φορείς, όπως άλλωστε είναι η ΠΕΘ και ο«ΚΑΙΡΟΣ για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης», όσο κι αν αυτοί εκφράζουν διαφορετικές νοοτροπίες. Λείπει η σύνθεση απόψεων, και γι’ αυτό προσωπικά λυπάμαι βαθύτατα.
Εδώ, για τους αγαπητούς συναδέλφους της ΠΕΘ, «ταιριάζουν γάντι» όσα γράφει  σ’ ένα βιβλίο του το γνήσιο μακαριστό τέκνο της ελληνορθόδοξης παράδοσής μας, ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: «είναι αυτόχρημα γελοίο το να προσπαθεί κανείς να αποδείξει κάτι. Ξεμοιάζει εντελώς με την ποικιλία των διαφόρων εκείνων, που ξεκινώντας από το άριστα στα μαθηματικά του Γυμνασίου, καταγίνονται να αποδείξουν τον τετραγωνισμό του κύκλου. Τους αφόρητα εγωκεντρικούς αποτυχημένους, που θέλουν μ’ ένα λόγο δικό τους, να υποκαταστήσουν την αλήθεια των πολλών αναπνοών», (ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, Ομιλήματα, εκδ. Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1972, 122).



Ο Θανάσης Καλαμάτας είναι Δρ. Θεολογίας ΑΠΘ και υπηρετεί ως Θεολόγος Καθηγητής στο Πειραματικό ΓΕ. Λ. Μυτιλήνης του Πανεπιστημίου Αιγαίου

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

Θρησκευτικά: πέρα από τις απαλλαγές



του Γιώργου Μάλφα
εκπαιδευτικού (ΠΕ01 / ΠΕ13)


Κατά τη Σ. Αναγνωστοπούλου ο σεβασμός της ελευθερίας της συνείδησης επιβάλλει την απάλειψη της προβλεπόμενης δήλωσης εκ μέρους των γονέων ότι το παιδί τους «δεν είναι χριστιανός ορθόδοξος», προκειμένου να απαλλαγεί από το μάθημα. Είναι διάχυτη η υποψία ότι η σπουδή της αναπληρώτριας υπουργού δεν ήταν πολιτικώς αθώα. Από κάποιους η πρωτοβουλία της ερμηνεύτηκε ως κίνηση ανέξοδου πολιτικού εντυπωσιασμού (και αποπροσανατολισμού)  μιας «αριστερής» κυβέρνησης, που μόλις αναβαπτίστηκε στο τρίτο μνημόνιο από το οποίο αναδύθηκε παντελώς αγνώριστη. Αυτό συμβαίνει, όταν καταπίνεις την κάμηλον! Ξοδεύεις την επαναστατικότητά σου σε ψιλοδουλειές και μερεμέτια στις παρυφές του… εποικοδομήματος. Για κάποιους άλλους, η δήλωσή της κλείνει πονηρά το μάτι στην καταχρηστική και άνευ όρων άσκηση του δικαιώματος της απαλλαγής (εμπέδωση της εκμαυλιστικής αντίληψης για «ένα μάθημα λιγότερο από τους συμμαθητές μου»), πρακτική  που οδηγεί ευθέως στην άνιση μεταχείριση των μαθητών και τη de facto απαξίωση του μαθήματος. Η υπουργός βιάστηκε! Μόλις που ανέλαβε τα νέα της καθήκοντα και με χιλιάδες πιεστικά κενά εκπαιδευτικών στα σχολεία της επικράτειας ανακίνησε, με ασύγγνωστη επιπολαιότητα και προχειρότητα, το ζήτημα των απαλλαγών. Δεν αμφισβητείται η ευαισθησία της υπουργού σε ζητήματα σεβασμού της ελευθερίας της συνείδησης και της ανεξιθρησκίας. Η παρέμβασή της, όμως, στο επίμαχο ζήτημα, κρίνεται, μάλλον, ελλιπής και αποσπασματική, γι’ αυτό αναποτελεσματική και αμφιλεγόμενης σκοπιμότητας. Μήπως δεν «παρερμηνεύθηκαν» τα λεγόμενά σας, κυρία υπουργέ;
Ακολούθησε, κατόπιν, η «οργισμένη» δήλωση του αρχιεπισκόπου για «κάποια κυρία..!» σε ύφος πολιτικώς άκομψο και χριστιανικώς ανορθόδοξο. Η απροσδόκητη αντίδρασή του, προσβλητική και μειωτική για το πρόσωπο της υπουργού σε πλήρη αναντιστοιχία με τη μετριοπάθεια και τη νηφαλιότητα που τον διακρίνουν. Κατά τα λοιπά, η θεμιτή και εύλογη εκ μέρους του, επίκληση της συνταγματικής επιταγής («ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης») μοιάζει, μάλλον, ανεπαρκής για τη διαχείριση του ζητήματος των απαλλαγών. Η καταξίωση ενός σχολικού μαθήματος δεν μπορεί να εξαντλείται αποκλειστικώς και μόνο στη νομική του κατοχύρωση! Από την άλλη, θα πρέπει να εξηγηθεί μια καταφανέστατη θεολογική παραδοξότητα: πώς είναι δυνατό να επαναπαύεται, αβασάνιστα, η διοικούσα Εκκλησία με τη δήλωση ενός γονέα ότι το παιδί του «δεν είναι χριστιανός ορθόδοξος»; Αναρωτηθήκαμε τι μπορεί να σημαίνει, αλήθεια, μια τέτοια δήλωση στο πλαίσιο μιας γραφειοκρατικής διαδικασίας για το αναπαλλοτρίωτο αγαθό της ελευθερίας, για τη δυναμική και το ανεξάντλητο των επιλογών συνείδησης κάθε ανθρώπου; Κι  αν ακόμη μια τέτοια (αρνητική) δήλωση πίστης κρινόταν νομικώς αναγκαία και επιβεβλημένη (ανάλογη της θετικής δήλωσης των μουσουλμάνων μαθητών στη Δυτική Θράκη για την προνομιακή εισαγωγή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση) δεν θα παρέμενε σκανδαλωδώς μετέωρη και χριστιανικώς αδικαίωτη; Μια τέτοια δήλωση απαιτούσαν εκβιαστικά οι δήμιοι των χριστιανών μαρτύρων! Φρικτός και αυτός ακόμη ο συνειρμός μακαριότατε…
Η πρόσφατη δημόσια αντιπαράθεση για το ζήτημα των απαλλαγών από τα θρησκευτικά είναι, για πολλοστή φορά, προσχηματική και αδιέξοδη. Μια αψιμαχία εντυπώσεων που ανακυκλώνει ανούσια όλες, σχεδόν, τις ιδεοληψίες, τις προκαταλήψεις και τα στερεότυπα της μεταπολίτευσης. Απουσιάζουν προκλητικά από τη «συζήτηση» τα παιδαγωγικά κριτήρια και υπερισχύουν οι σκοπιμότητες. Το επίδικο δεν είναι η διαχείριση του ζητήματος των απαλλαγών, αλλά ο ίδιος ο χαρακτήρας και η θέση του μαθήματος στο εκπαιδευτικό μας σύστημα. Συνιστούν τα θρησκευτικά σαφές και διακριτό μορφωτικό αγαθό (γνωστικό αντικείμενο) ναι ή όχι;
Αν αναγνωρίζουμε ως αυτονόητη τη σημασία και την αναγκαιότητα της κριτικής μελέτης του θρησκευτικού φαινομένου (γενικώς), το οποίο χαρακτηρίζεται από παγκοσμιότητα και διαχρονικότητα, και της σπουδής της ιδιαίτερης θρησκευτικής-πολιτισμικής μας παράδοσης (ειδικώς), θα πρέπει να τοποθετηθούμε με σαφήνεια απέναντι στο εξής πολύ συγκεκριμένο ερώτημα: Θέλουμε μάθημα θρησκευτικών κλειστό, κατηχητικό και μονοφωνικό για τα παιδιά κάθε θρησκευτικής κοινότητας ξεχωριστά (επομένως και προαιρετικό) ή μάθημα ανοικτό, γνωσιακό, πολιτισμικό και ενιαίο για όλα τα παιδιά (επομένως και υποχρεωτικό);
Για λόγους κοινωνικούς, παιδαγωγικούς αλλά και θεολογικούς, επιβάλλεται η μετεξέλιξη των θρησκευτικών σε ενιαίο και καθολικό μάθημα που χωρά δίχως διακρίσεις και αποκλεισμούς όλα τα παιδιά μας. Σε ένα μάθημα που σέβεται την ιδιοπροσωπία και την ετερότητα κάθε μαθητή, που καλλιεργεί την καταλλαγή και την κατανόηση του «άλλου». Μια νησίδα ελευθερίας, έκφρασης και πνευματικότητας σε ένα σχολείο ακραίας εργαλειοποίησης της γνώσης και στείρου ακαδημαϊσμού. Μάθημα που θα δεξιώνεται τα ζόρια της εφηβείας για τα μικρά και τα μεγάλα της ύπαρξης, όλα αυτά που ασφυκτιούν σε φευγαλέες κουβέντες στα διαλείμματα και τις απόκρυφες γειτονιές του διαδικτύου. Σ’ αυτό το μάθημα η έννοια της απαλλαγής θα στερείται νοήματος γιατί κανένας μαθητής μας δεν θα περισσεύει!
Προς την κατεύθυνση αυτή έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια σημαντικότατα βήματα προόδου τα οποία πολλοί από τους δημοσιολογούντες αστόχαστα για το μάθημα αγνοούν απαράδεκτα. Στη θεολογική κοινότητα, εξαιτίας ακριβώς της ποικιλώνυμης αμφισβήτησης του μαθήματος, αναπτύχθηκε ένας παρατεταμένος αναστοχαστικός διάλογος, ανάλογος του οποίου δεν έγινε για κανένα άλλο σχολικό μάθημα! Καρποί αυτής της εξαντλητικής και δημιουργικής διεργασίας είναι και τα νέα Προγράμματα Σπουδών του μαθήματος για το δημοτικό, το γυμνάσιο και το λύκειο. Συνιστούν αναμφίβολα μια τολμηρή και ώριμη αλλαγή παραδείγματος. Κυρία υπουργέ, βρίσκονται σε κάποιο συρτάρι του γραφείου σας. Αξίζει να τα αναζητήσετε. Ίσως μας βοηθήσουν να απαλλαγούμε μια για πάντα από το άγος των απαλλαγών…


Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2015

Δεύτερη ανάθεση και η Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή για τους Θεολόγους





Σύμφωνα με πρόσφατη απόφαση του Υπουργείου Παιδείας (29-09-2015),οι θεολόγοι των Γυμνασίων θα έχουν ως δεύτερη ανάθεση πλην της Ιστορίας την Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή....

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2015

Σουλτάνα Γκαργκάνα: Μάθημα Θρησκευτικών και σπασμένες αλήθειες.




Μιας και με ρωτάνε φίλοι, γνωστοί, γονείς και μαθητές έχω να πω αυτά τα λίγα.
Προσκαλώ τα μαθητούδια μου από αυτά που τριανταρίσανε και από τα άλλα τα πιο μικρά...
Ας θυμηθούνε ποιο μάθημα τους δίδαξε ελευθερία, αποδοχή και αγάπη. Πότε ένιωσαν να τους γίνετε πλύση εγκεφάλου.
Πόσο χρήσιμα ή άχρηστα ήταν αυτά που προσκόμισαν στο δίωρο της εβδομάδας.
Τι έχασαν και τι κέρδισαν από την πρόσκληση για συμμετοχή στην εξερεύνηση της γνώσης και της αλήθειας.
Πόσο άκαιρα ήταν τα ταξίδια στον χρόνο και στην εμπειρία της ζωής της Εκκλησίας.
Πόσο απογοητεύτηκαν από την ενασχόληση και την μελέτη του θρησκευτικού φαινομένου.
Πόσο βαρέθηκαν το φως της Βυζαντινής τέχνης.
Πόσο αδιαφόρησαν για τα κοινωνικά προβλήματα, τις πράξεις προσφοράς και θυσίας, τον διαρκή διάλογο, το ψάξιμο, την φανέρωση αλλά και τον σεβασμό στο ανθρώπινο πρόσωπο.
Και μετά παρακαλώ, ας πετάξουνε τις σπασμένες αλήθειες μέσα από τον θρυμματισμένο καθρέφτη που τους παρουσιάζουν κάποιοι, θέλοντας να καλύψουν την δική τους ένδεια.
Αυτά.
Η εικόνα από το διαδίκτυο:https://dimartblog.files.wordpress.com/2014/04/capture.jpg…



Η Σουλτάνα Γκαργκάνα είναι καθηγήτρια -θεολόγος στο Γυμνάσιο Δεσκάτης.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...