Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

Ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε;




γράφει ο Κωνσταντίνος Μπλάθρας
Μοιάζει προσώρας να γλιτώσαμε την οικονομική κατάρρευση, που κάποιοι προφήτευσαν πως θα μάς βρει ανήμερα 25η Μαρτίου, αλλά βυθιζόμαστε μέρα τη μέρα ολοένα βαθύτερα στην πολιτική και κοινωνική κατάρρευση, που την επιτάχυνε μα δεν τη δημιούργησε το «Μνημόνιο». Η υπογραφή του «Μνημονίου» και –μην το ξεχνάμε– της «Δανειακής Σύμβασης» έφερε στο φως όλα εκείνα που δεκαετίες τώρα κρύβαμε κάτω από το χαλί.

Οι μεταπολιτευτικές ηγεσίες, ανερμάτιστες ηθικά –κληρονόμησαν σε τούτο τη Χούντα και όλη τη διαφθορά του μετεμφυλιακού κράτους– προσπάθησαν να κρύψουν τη γύμνια τους πίσω από έναν άγονο και ακραία λαϊκιστικό λόγο που καμωνόταν τον προοδευτικό. Στην πραγματικότητα γύρισε τη χώρα πίσω. Με πρόσχημα την ένταξη στους ευρωπαϊκούς θεσμούς αποδιάρθρωσε τον παραγωγικό της ιστό, με πρόφαση την εθνική συμφιλίωση έσπρωξε το μεγαλύτερο κομμάτι του ενεργού πληθυσμού στο Δημόσιο και στις παρασιτικές επιδοτήσεις, με συνθήματα εκδημοκρατισμού οδήγησε τη δημόσια παιδεία σε πλήρη απαξίωση, με σημαία τον εκσυγχρονισμό δυναμίτισε τις δυνάμεις συνοχής της κοινωνίας, όπως είναι η οικογένεια, οι τοπικές κοινωνίες, η Εκκλησία.
Με μια άρχουσα τάξη μεταπράτη εισαγόμενων ιδεών και συμφερόντων, με ένα κομματικό σύστημα που έχει φτάσει στην έσχατη προπέτεια και συναλλαγή, με τη συνεχή προώθηση ανεγκέφαλων αφισοκολλητών σε πολιτικές θέσεις κλειδιά, η Ελλάδα φράκαρε στον πάτο της Ευρώπης και κινδυνεύει να την καταπιεί το σιφόνι της τοκογλυφίας. Χωρίς παραγωγή, χωρίς όραμα, με δημογραφική κατάρρευση, χωρίς αξιόμαχο πολιτικό προσωπικό, με γιγαντωμένο τον παρασιτισμό, με «μαγειρεμένα» τα στοιχεία και εν πολλοίς εκτός πραγματικότητας, η σημερινή Ελλάδα καθόλου δεν θυμίζει την εύψυχη Ελλάδα του 1821 ή του 1940.
Πολλοί συνέλληνες βλέπουν σαν όπλο για την έξοδο από αυτή τη λυπηρή κατάσταση το παλιό εκείνο «ξέρεις ποιος είμαι εγώ, ρε;». Έχουν βαλθεί να γκαρίζουν μπροστά σε τηλεοπτικά παράθυρα ή να γιουχάρουν κοπρίτες πολιτικούς ή να ξεσπαθώνουν εθνικοπατριωτικά ζητώντας τα ρέστα από τους βάρβαρους Γερμανούς κ.τ.λ. Οι παλικαρισμοί αυτοί λίγο βοηθάνε και οπωσδήποτε δεν έχουν τίποτα κοινό με τις εποποιίες των Ελλήνων. Γιατί για να ζήσεις ελεύθερος πρέπει πρώτα να αποφασίσεις να πεθάνεις, άρα πρέπει να σηκώσεις πάνοπλος το βάρος της ευθύνης. Αλλιώτικα η φουρτούνα που ξεσηκώνουν τα λόγια σου ξεφουσκώνει στις κλειστές πόρτες του καφενείου.
Τι να κάνουμε, λοιπόν; Ρωτάνε μερικοί. Μπορούμε να γλιτώσουμε και πώς; Φυσικά και μπορούμε, εάν επιτέλους αφήσουμε πίσω μας τα κομματικά μαντριά και όλες εκείνες τις φούσκες συνθημάτων της Μεταπολίτευσης, όλη την εφηβεία της τάχα μου διαρκούς εξέγερσης –που πάντοτε καταλήγει στα τσιπουράδικα. Για να περάσουμε στην επανάσταση της ωριμότητας, όπου το ναι είναι ναι και το όχι όχι. Μα τούτη η δουλειά χρειάζεται ευθύνη και απόφαση: «Παρηγοριόμαστε μ’ έναν τρόπον, ότι η τύχη μάς έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους (...) Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν. Κι όταν κάνουν αυτήνη την απόφασιν, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν.»
Έτσι, γιατί το κρασί του ’21, που πέφτει βαρύ στους εκσυγχρονιστές κεφάλες, ώστε βάλθηκαν να το νοθεύσουν, είναι αρκετά δυνατό για να μεθύσουμε πάλι οι Έλληνες.

Από το εκδοτικό σημείωμα του τεύχους 24,του περιοδικού Manifesto, το οποίο μέχρι τέλος ΜΑΪΟΥ μπορείτε να το βρείτε στα περίπτερα -τα κεντρικά τουλάχιστον- της επαρχίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...