Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΩΣ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ













Φώτιος Ιωαννίδης
Αναπλ. Καθηγητής
Τμ. Θεολογίας Α.Π.Θ


Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΩΣ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ

(21-3-2011-Διημερίδα Τμ. Θεολογίας)


Χαιρετισμοί
Ευχαριστίες

Θα ήθελα εξαρχής να τονίσω ότι το μεγάλο θέμα της ενότητας και της διαίρεσης της Εκκλησίας δεν μπορεί να εξαντληθεί ούτε με τους παρακάτω σύντομους προβληματισμούς, ούτε από έναν ακαδημαϊκό θεολόγο από τα πανεπιστημιακά έδρανα, γιατί ως πρόβλημα υφίσταται αμέσως μετά την ίδρυσή της. Αυτά όμως που θα λεχθούν πιστεύω ότι αφορούν όλους μας ως μέλη του εκκλησιαστικού σώματος και οπωσδήποτε αγγίζουν όλες τις χριστιανικές ομολογίες.

Η ενότητα του κατατεμαχισμένου χριστιανικού κόσμου αποτελεί και στις μέρες μας κεντρικό θέμα της θεολογίας και του εκκλησιαστικού βίου. Ο τεμαχισμός των χριστιανών σε πλήθος εκκλησίες και ομολογίες δεν προκύπτει μόνο από κάποια θεωρητική ασυμφωνία. Πρωτίστως συνιστά έκπτωση από τη γνησιότητα της ζωής που αποκάλυψε ο Κύριος, ανθρώπινη αμαρτία και αποτυχία στο να φανεί αντάξιος της παρακλήσεως «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν».
Ο αγώνας για τη χριστιανική ενότητα είναι συνυφασμένος με το Σταυρό του Χριστιανού, ο οποίος όμως γίνεται πιο ελαφρύς και αίρεται με την προσμονή της Αναστάσεως.


Ας προσέξουμε το ευαγγελικό κείμενο του Ιωάννη που μας μεταφέρει την αγωνία του Ιησού, καθώς προσεύχεται προς τον Πατέρα. Έχουν σημασία οι επαναλαμβανόμενες λέξεις:
« ἵνα πάντες ἓν ὦσιν, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σύ με ἀπέστειλας. κἀγὼ τὴν δόξαν ἣν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμὲν, ἐγὼ ἐν αὐτοῖς καὶ σὺ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσιν τετελειωμένοι εἰς ἕν, καὶ ἵνα γινώσκῃ ὁ κόσμος ὅτι σύ με ἀπέστειλας καὶ ἠγάπησας αὐτοὺς καθὼς ἐμὲ ἠγάπησας. Πάτερ, οὓς δέδωκάς μοι, θέλω ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ κἀκεῖνοι ὦσι μετ' ἐμοῦ, ἵνα θεωρῶσιν τὴν δόξαν τὴν ἐμὴν ἣν δέδωκάς μοι, ὅτι ἠγάπησάς με πρὸ καταβολῆς κόσμου. πάτερ δίκαιε, καὶ κόσμος σε οὐκ ἔγνω, ἐγὼ δέ σε ἔγνων, καὶ οὗτοι ἔγνωσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας, καὶ ἐγνώρισα αὐτοῖς τὸ ὄνομά σου καὶ γνωρίσω, ἵνα ἀγάπη ἣν ἠγάπησάς με ἐν αὐτοῖς κἀγὼ ἐν αὐτοῖς» (Ιω. 17, 21-26).

Από τα λόγια αυτά προκύπτει μία θεολογία της ενότητας, η οποία καλείται να γίνει πράξη και ζωή μέσα στην ιστορική διαδρομή της Εκκλησίας, ώστε να ομιλούμε περί μιας ιστορίας της ενότητας.

Έχει επισημανθεί πολλές φορές ότι η εκκλησιαστική ενότητα βρίσκεται σε αδιάκοπη σχέση με το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, όπου οι πιστοί καθώς μεταλαμβάνουν του Ενός Σώματος του Χριστού, ενώνονται αληθινά  και πραγματικά σε Ένα και Καθολικό Σώμα μέσα στο μυστήριο της αγάπης του Χριστού, μέσα στη μεταμορφωτική δύναμη του Πνεύματος.

Όταν όμως, η ίδια η αλήθεια της Εκκλησίας, η αλήθεια της κοινωνίας των προσώπων, του τριαδικού τρόπου της υπάρξεως που αποκάλυψε η σάρκωση του Λόγου, κατανοείται όλο και περισσότερο ως μια «θρησκευτική διδαχή» που αποσκοπεί στην «ηθική βελτίωση του ατόμου», τότε παύει να είναι και να λειτουργεί ως η μεταμόρφωση του κόσμου εν Χριστώ. Η μεταμόρφωση δεν συντελείται με τρόπο μαγικό ή αυτόματο. Η ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος είναι ενότητα ζωής, που απορρέει από τη βίωση της Μετανοίας. Αυτή φέρνει την καταλλαγή και ενοποιεί τους ανθρώπους εν Χριστώ. Αυτή οδηγεί στην Ευχαριστία. Στην κοινωνία δηλαδή του κτιστού με το άκτιστο, στην ένωση του ανθρώπου με το Θεό.

Αυτή τη θεώρηση έχει ο άγιος Κυπριανός Καρχηδόνας όταν λέει πως: «Πιστεύει κάποιος ότι αυτή η ενότητα που προέρχεται από τη δύναμη του Θεού, που είναι στενά συναρτημένη με τα ουράνια μυστήρια, μπορεί να σπάσει στην Εκκλησία και να χωριστεί εξαιτίας της διαφωνίας συγκρουόμενων θελήσεων; Όποιος δεν κρατά αυτή την ενότητα, δεν κρατά το Νόμο του Θεού, δεν κρατά την πίστη του Πατέρα και του Υιού, δεν κρατά τη ζωή και τη σωτηρία» (De ecclesiae catholicae unitate 6).

Η ε­νό­τη­τα λοι­πόν της Εκ­κλη­σί­ας πραγ­μα­τώ­νε­ται μυστηριακώς μέσω της άκτιστης θε­ο­ποι­ού Χά­ρι­τος.
Γιατί τότε δεν γίνεται ορατή πραγματικότητα;

Τούτο συμβαίνει:
- Επειδή ο άνθρωπος την αναζητεί προτού παραδώσει όλη του την καρδιά, όλη του την ψυχή κι όλο του το πνεύμα στο Θεό.
- Επειδή την αναζητεί έξω από τον εαυτό του, δηλαδή ζητάει να την πραγματοποιήσει αντικειμενικά.
Η ενότητα δεν είναι ένα «αντικείμενο», που μπορεί να εξετάζεται θεωρητικά. Είναι η υπαρκτική αλήθεια, αφού είναι ο τρόπος ύπαρξης της Αγίας Τριάδας.
Η αλήθεια όμως του Θεού γίνεται ορατή και είναι ψηλαφητή απ’ όλους τους πιστούς στην ολότητά της, επειδή είναι απλή. Δεν μπορεί κανένας να τη δει έξω από το Θεό ή χωρίς το Θεό, γιατί βλέπει κάποιος το Θεό, όταν βλέπει τις φανερώσεις του Θεού: «εἰ ἐγνώκειτέ με, καὶ τὸν πατέρα μου ἐγνώκειτε ἄν» (Ιω. 14, 7).
Σήμερα αναζητούμε την ενότητα σ’ όλες τις περιοχές, σαν μια αντικειμενική πραγματικότητα, που θα προετοίμαζε την ένωση όλων μέσα στο Θεό. Αυτό φρονώ πως είναι μια αυταπάτη. Η ενότητα δεν μπορεί να διαχωριστεί «προσωρινά» από το Θεό για να γίνει έπειτα ένα μέσο προσεγγίσεως του Θεού. Η ενότητα θα γίνει πραγματικότητα, αλήθεια του Θεού, όταν όλοι θα βρισκόμαστε μέσα στο Θεό.
Η αναζήτηση της ενότητας κατευθύνεται κυρίως από τον ορθολογισμό και είναι παραδομένη στο συναίσθημα. Η ενότητα όμως δεν μπορεί να υποτάσσεται αποκλειστικά στη διαδικασία της γνώσης, ούτε να θεμελιώνεται στο μανιχαϊκό σχήμα της διάκρισης σωστού - λάθους, καλού και κακού.
Όταν μιλάμε σήμερα για την ενότητα της Εκκλησίας το θέμα τίθεται συνήθως στο επίπεδο της αντικειμενικής θεολογίας και γι’ αυτό δε βρίσκει λύση. Αποδεικνύεται έτσι πως ο Κύριος δεν είναι παρών στο μέσο της συγκεντρώσεως. Η απουσία όμως του Κυρίου μάς υποχρεώνει να ξαναθέσουμε αναγκαστικά και το ερώτημα για τον σκοπό της συγκεντρώσεώς μας, τη μέθοδο αναζητήσεως και την πρόθεση των συναχθέντων μελών. Είναι σίγουρο πως αν απελευθερωθούμε από το ατομικό «εγώ» και το εκκλησιαστικό - ομολογιακό «εγώ», η ενότητα θα γίνει πραγματικότητα.
Το πρόβλημα της ενότητας θέτει με τρόπο οξύ και αποφασιστικό το πρόβλημα της παρουσίας του Κυρίου, επειδή με την παρουσία αυτή πρόκειται να πραγματοποιηθεί η ενότητα σε ένα επίπεδο θεϊκό. Μόνο ο Κύριος μπορεί να δημιουργήσει μεταξύ των δύο ή των τριών και περισσοτέρων ένα μοναδικό λαό, γιατί «αὐτὸς ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν, ὁ ποιήσας τὰ ἀμφότερα ἓν καὶ τὸ μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ λύσας» (Εφ. 2, 14).
Το πρόβλημα παρουσιάζει δύο όψεις: την ενότητα, και την κατάργηση των διαφορών. Κι αυτό ανταποκρίνεται στη διπλή εντολή: πρώτα «αγαπήσεις Κύριο τον Θεό σου» κι έπειτα «αγαπήσεις τον πλησίον σου». Η ανθρώπινη λογική θα ήθελε πρώτα να καταργήσει τις διαφορές για να επιτύχει την ενότητα, ενώ η λογική του Θεού, όπως εκφράζεται στο δεύτερο κεφάλαιο της προς Εφεσίους επιστολής, απαιτεί να πραγματοποιηθεί πρώτα η ενότητα, για να γίνει δυνατή η κατάργηση των διαφορών.

Λέγει ο άγιος Κλήμης Ρώμης στην Α΄ Επιστολή Προς Κορινθίους: «Η αγάπη μάς ενώνει με το Θεό, η αγάπη σκεπάζει πλήθος αμαρτιών, η αγάπη όλα τα ανέχεται, όλα τα υπομένει. Τίποτε ανελεύθερο και υπερήφανο δεν υπάρχει στην αγάπη. Η αγάπη δεν διαιρεί, δεν επαναστατεί, η αγάπη όλα τα κάνει με πνεύμα ενότητας. Με την αγάπη τελειοποιήθηκαν όλοι οι εκλεκτοί του Θεού. Χωρίς την αγάπη τίποτε ανθρώπινο δεν είναι ευάρεστο στο Θεό. Χάρη στην αγάπη μάς προσέλαβε ο Δεσπότης. Και από αγάπη που έτρεφε προς εμάς, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, έδωσε το αίμα Του για χάρη μας και τη σάρκα Του για χάρη της δικής μας σάρκας και την ψυχή Του για χάρη των δικών μας ψυχών» (49, 5-6).
«Γιατί λοιπόν υπάρχουν ανάμεσά σας παροξυσμοί, έριδες και διχοστασίες, σχίσματα και ανταγωνισμοί; Άραγε για όλους μας δεν υπάρχει ένας Θεός και ένας Χριστός και ένα Πνεύμα της χάριτος που εκχύνεται πάνω μας; Και μία δεν είναι η κλήση μας εν Χριστώ; Γιατί λοιπόν αποχωρίζουμε και διχάζουμε τα μέλη του Χριστού και επαναστατούμε απέναντι στο ίδιο μας το σώμα, φτάνοντας σε τέτοια έλλειψη αγάπης, ώστε να ξεχνούμε ότι είμαστε ο ένας μέλος του άλλου;»
(46, 5-7).

Διαπιστώνουμε λοιπόν από τα παραπάνω πως τόσο η αγωνία όσο και οι λέξεις κλειδιά (αγάπη – ενότητα) κυριαρχούν και στην Αρχιερατική προσευχή και στο κείμενο του αγίου Κλήμη.


Ας έρθουμε τώρα σε ένα εκκλησιαστικό παράδειγμα ενότητας από τα τέλη του δευτέρου αιώνα.

Το έτος 192 ο πρεσβύτερος Βλάστος από τη Μικρά Ασία επιχείρησε να εισαγάγει στη Ρώμη τον τρόπο εορτασμού του Πάσχα των Μικρασιατών. Τότε ο επίσκοπος Ρώμης Βίκτωρ ζήτησε να συγκληθούν Σύνοδοι σε Ανατολή και Δύση για τη διευθέτηση του προβλήματος, ώστε όλοι οι Χριστιανοί να εορτάζουν το Πάσχα την Κυριακή μετά τη 14η του μήνα Νισάν (είναι ο πρώτος μήνας των Εβραίων, διάρκειας 30 ημερών και συμπίπτει με τη δική μας χρονική περίοδο από 16 Μαρτίου έως 15 Απριλίου). Όλες οι Εκκλησίες συμφώνησαν εκτός από εκείνες της Μικράς Ασίας, οι οποίες στη Σύνοδο της Εφέσου αποφάσισαν να εορτάζουν σύμφωνα με το δικό τους έθος. Ο Βίκτωρ τους αφόρισε και κοινοποίησε σε όλους την απόφασή του, ισχυριζόμενος ότι στηρίχτηκε στην παράδοση του Αποστόλου Πέτρου, αδιαφορώντας για την αποστολική παράδοση των άλλων εκκλησιών. Παρά ταύτα οι Μικρασιάτες ενέμειναν, μέχρι και την απόφαση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (325). Κριτική στην αυστηρή απόφαση του Βίκτωρα άσκησε ο άγιος Ειρηναίος Λυώνος, ο οποίος συνέστησε ψυχραιμία και ισχυρίστηκε πως οι διαφορές στα έθη δεν πρέπει να κλονίζουν την ενότητα της Εκκλησίας.

Ας ακούσουμε προσεκτικά τα λόγια του:
«Ουδέποτε αποβλήθηκαν κάποιοι από την Εκκλησία εξαιτίας αυτού του έθους. Οι πρεσβύτεροι, πριν από σένα, που δεν τηρούσαν το έθος, έστελναν κανονικά την ευχαριστία σε κείνους που το τηρούσαν και προέρχονταν από τις αντίστοιχες παροικίες. Όταν ο Πολύκαρπος [Σμύρνης] μετέβη στη Ρώμη επί Ανικήτου, ενώ μεταξύ τους είχαν μικροδιαφορές, ειρήνευσαν αμέσως, χωρίς να φιλονικήσουν γι’ αυτό το ζήτημα. Πράγματι, ούτε ο Ανίκητος κατόρθωσε να πείσει τον Πολύκαρπο να μην τηρεί το έθος αυτό, το οποίο τηρούσε τόσο με τον μαθητή του Κυρίου Ιωάννη όσο και με τους άλλους αποστόλους που συναναστρεφόταν, ούτε όμως και ο Πολύκαρπος μπόρεσε να πείσει τον Ανίκητο να μην τηρεί το έθος που ακολουθούσε, γιατί κι εκείνος στηριζόταν στην προγενέστερη παράδοση. Αφού λοιπόν έτσι είχαν τα πράγματα, κοινώνησαν μεταξύ τους και στην εκκλησία ο Ανίκητος παραχώρησε από σεβασμό την τέλεση της ευχαριστίας στον Πολύκαρπο και αποχώρησαν με ειρήνη. Όλη η Εκκλησία ειρήνευσε. Και εκείνοι που τηρούσαν το έθος και οι άλλοι που δεν το τηρούσαν»
(Ευσέβιος Καισαρείας, Εκκλησιαστική Ιστορία 5, 23-24).

Ας έρθουμε τώρα στη σύγχρονη πραγματικότητα και ας δούμε τη διαίρεση της χριστιανοσύνης μέσα από δύο παραδείγματα.

Οι Χριστιανοί στην Ινδία αποτελούν σήμερα περίπου το 2,3% του πληθυσμού της, δηλ. περί τα 24.000.000 από το σύνολο του ενός και πλέον δισεκατομμυρίου των κατοίκων της. Οι χριστιανικές ομολογίες υπερβαίνουν τις 54.
Στην Ελλάδα των 11 εκατομμυρίων κατοίκων, όπου ο χριστιανισμός αγγίζει το 98% του πληθυσμού, υπάρχουν πάνω από 45 χριστιανικές ομολογίες.

Νομίζω πως όλα τα προηγούμενα παραδείγματα είναι αποκαλυπτικά. Οφείλουν να μας προβληματίσουν, αλλά και να μας διδάξουν.

Σας ευχαριστώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...