Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

ΝΕΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΝΕΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ


ΝΕΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ
ΚΑΙ ΝΕΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ:
ΠΡΟΣ ΑΛΛΑΓΗ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ «ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ»;
Εισαγωγικό σχεδίασμα με αναφορές στην Ελληνική πραγματικότητα







Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΠΕΚΡΙΔΑΚΗ
Θεολόγου – M.Phil. Θρησκειολογίας, Εκπαιδευτικού

Α. Τα Νέα Θρησκευτικά Κινήματα: Μια Βασική Τυπολογία


Με τον όρο Νέα Θρησκευτικά Κινήματα (New Religious Movements, στο εξής Ν.Θ.Κ.) ή Νέες Θρησκείες (New Religions) η σύγχρονη επιστήμη των θρησκειών αναφέρεται σε ένα μεγάλο αριθμό από ομάδες, μεμονωμένες οργανώσεις και δίκτυα οργανώσεων με θρησκευτικό χαρακτήρα, που έκαναν την εμφάνισή τους από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και εξής, δραστηριοποιούμενες τόσο στις χώρες του λεγόμενου δυτικού κόσμου, όσο και σε άλλες περιοχές του πλανήτη. Οπωσδήποτε ένας ορισμός αυτού του τύπου, που έχει, δηλαδή, ως μοναδικό κριτήριο προσδιορισμού τη χρονική τοποθέτηση, φαντάζει εξαιρετικά απλουστευτικός και αφηρημένος. Ωστόσο έχει προκύψει περίπου ως αναγκαιότητα, λόγω του τεράστιου πλήθους, της γεωγραφικής διασποράς και του ετερόκλητου χαρακτήρα των υπό μελέτη ομάδων. Οι παράγοντες αυτοί καθιστούν εξαιρετικά δύσκολο το έργο της εξεύρεσης ενός ορισμού πιο περιεκτικού και συστηματικού, που να αποδίδει ικανοποιητικά όλο το εύρος του φαινομένου. Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει βέβαια ότι στο εσωτερικό του ανομοιογενούς αυτού συνόλου δεν είναι δυνατόν να γίνουν ταξινομήσεις. Τουναντίον μάλιστα, η σχετική έρευνα έχει προτείνει πληθώρα τέτοιων κατηγοριοποιήσεων, άλλοτε με βάση κοινές μεταφυσικές πεποιθήσεις και τελετουργικές πτυχές, άλλοτε με κριτήριο την αποδοχή ή την απόρριψη των αξιών και αρχών της κοινωνίας εκ μέρους των νέων θρησκευτικών ομάδων, κι άλλοτε, πάλι, ανάλογα με το βαθμό δέσμευσης των μελών τους και τον τύπο οργάνωσης κάθε ομάδας.1 Όμως το πιο συνηθισμένο κριτήριο ταξινόμησης που συναντά κανείς στη σχετική επιστημονική βιβλιογραφία αναφέρεται στην ιδιαίτερη θρησκευτική και πνευματική παράδοση από την οποία προκύπτουν ιστορικά ή με την οποία συγγενεύουν θρησκειολογικά τα διάφορα κινήματα. Με βάση αυτό το κριτήριο, λοιπόν, έχουμε:
  • Νέες θρησκευτικές κινήσεις που κατάγονται από τις μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις της ανθρωπότητας, μονοθεϊστικές και μη. Εδώ ανήκουν όσες προέρχονται από τον Ινδουισμό, τον Βουδισμό και τις θρησκείες της Ανατολικής Ασίας. Κυρίαρχο γνώρισμά τους είναι ο διαλογισμός. Επίσης, όσες ανήκουν στο πνευματικό κλίμα του Ισλάμ και του Ιουδαϊσμού, όπου η έμφαση δίδεται στις μυστικές παραδόσεις του Σουφισμού και της Καμπαλά αντίστοιχα. Τέλος, ομάδες με χριστιανικό χαρακτήρα, όπου συνήθως πρυτανεύουν ο μεσσιανισμός, ο αποκαλυπτισμός και το ενθουσιαστικό – εκστατικό στοιχείο.
  • Μια δεύτερη μεγάλη οικογένεια νέων οργανώσεων συνδέεται οργανικά με το υπόγειο, αλλά ορμητικό, ρεύμα του νεώτερου Εσωτερισμού, που αναβίωσε στην Ευρώπη από το 18ο αιώνα και εξής. Στο υπέδαφός του ριζώνουν αντιλήψεις και πρακτικές όπως η μαγεία, η μαντεία, η αστρολογία, ο πνευματισμός, ο αποκρυφισμός και η θεοσοφία, Ο ευρύτατα διαδεδομένος στη σχετική βιβλιογραφία όρος Νέα Εποχή (New Age) χρησιμοποιείται για να στεγάζει όλη την τεράστια γκάμα των σύγχρονων εκδοχών και ερμηνειών της παράδοσης αυτής, που, ως γνωστόν, έχει μακρά προϊστορία στον Ευρωπαϊκό χώρο.
  • Η παρουσία μιας τρίτης υποκατηγορίας νέων θρησκειών εκφράζει την αναβίωση του Παγανισμού, που συντελέστηκε κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου και ολόκληρο τον 20ο αιώνα. Εδώ μιλάμε για κινήσεις που επιχειρούν να αναθερμάνουν το ενδιαφέρον για τις αυτόχθονες και εθνικές θρησκείες, οι οποίες δυσφημίστηκαν στο παρελθόν ως ειδωλολατρικές και εκτοπίστηκαν κατά την επικράτηση του Χριστιανισμού. Στόχος τους, η ανάδειξη και αξιοποίηση του πολύτιμου αποθέματος «ανώτερης», «φυσικής» ή «λαϊκής» σοφίας που υποτίθεται ότι κατείχαν οι αρχαίοι λαοί –από τους ιθαγενείς της Αμερικανικής ηπείρου και τους σαμάνους της κεντρικής Ασίας, έως τους αρχαίους Έλληνες και τους Αιγυπτίους. Στην υποομάδα αυτή εντάσσεται και η εγχώρια τάση επιστροφής στην αρχαία Ελληνική ή «Πατρώα», όπως την αποκαλούν συνήθως οι θιασώτες της, θρησκεία, μαζί με όλα τα γνωστά και μη εξαιρετέα υποπροϊόντα της στο χώρο της ιδεολογίας (ρατσισμός, εθνικισμός, μισαλλοδοξία). Εξωραϊσμένη εικόνα για το παρελθόν, νοσταλγία των δομών και αξιών της παραδοσιακής κοινότητας και συλλογικότητας, ρομαντική εξιδανίκευση της υπαίθρου και της «λαϊκής ψυχής», εξύμνηση της αυθεντικότητας, της φυσικότητας και του πρωτογενούς χαρακτήρα που δήθεν είχαν οι παραδοσιακοί πολιτισμοί, είναι μερικά μόνο από τα γνωρίσματα της τάση αυτής. Οι συγκεκριμένες αντιλήψεις, τώρα, συνυφαίνονται αξεδιάλυτα με το ενδιαφέρον που επιδεικνύεται τελευταία για τον παγανισμό. Στο πλαίσιο της νεοπαγανιστικής μυθολογίας η φύση αποκτά ξανά χαρακτήρα ιερό και μυστηριώδη, από άψυχη πρώτη ύλη, διαθέσιμη προς εκμετάλλευση στο πλαίσιο του τεχνικού πολιτισμού, μετατρέπεται σε ζωντανή και παλλόμενη ολότητα που αξιώνει εκ νέου τον ανθρώπινο σεβασμό. Το μαγικό κοσμοείδωλο αναστηλώνεται και ορισμένες πτυχές του επιστρατεύονται στο χώρο της οικολογίας προκειμένου να αναθερμανθεί η ευαισθησία και το ενδιαφέρον προς το φυσικό περιβάλλον. Με τον τρόπο αυτό το οικολογικό επιχείρημα ευελπιστεί να αποκτήσει μεταφυσικό βάθος. Παράλληλα, το θηλυκό στοιχείο υπερτονίζεται σε μια προσπάθεια να στηλιτευτεί η αυταρχική και εξουσιαστική φιγούρα του Θεού, και να ανατραπεί ο καταπιεστικός χαρακτήρας των πατριαρχικών μονοθεϊστικών θρησκειών. Προς την κατεύθυνση αυτή υιοθετούνται αντιλήψεις και συμβολισμοί από τις παγανιστικές λατρείες της φύσης και της γονιμότητας. Τον Θεό-Πατέρα τείνει να αντικαταστήσει η Θεά-Μητέρα και, αντίστοιχα, την θεό-λογία η «θεά-λογία», που αναλαμβάνει να αναδείξει τις θεωρούμενες ως θηλυκές όψεις του Θείου: την αποδοχή του διαφορετικού, την αγάπη, τη συγχώρεση, την ανεκτικότητα και τον ερωτισμό.
  • Μια άλλη ομάδα εναλλακτικών κινημάτων έχει ως κεντρικό της στόχο τη ψυχοσωματική θεραπεία. Οι ομάδες που προσφέρουν εναλλακτικές θεραπείες συνήθως επιχειρούν να κινηθούν στο επισφαλές πλαίσιο που ορίζει η συνάντηση επιστήμης και μυστικισμού. Δανείζονται στοιχεία από το χώρο της ψυχολογίας, της ψυχοθεραπείας ή της ολιστικής ιατρικής και τα αναμειγνύουν με μεταφυσικές αντιλήψεις και τεχνικές από το χώρο της θρησκείας. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία μιας ευρύτατης γκάμας ψυχοτεχνολογιών, όπως εύστοχα έχουν αποκληθεί, δηλαδή εναλλακτικών μεθόδων θεραπείας, αυτογνωσίας και αυτοπραγμάτωσης. Η πνευματική ανάπτυξη, η διεύρυνση της συνείδησης και η εκδήλωση του θεϊκού δυναμικού, που λανθάνει στο εσωτερικό του υποκειμένου, προβάλουν στην περίπτωση αυτή ως αυτοσκοπός, εντούτοις στην πραγματικότητα λειτουργούν ως μέσα προς επίτευξη του πραγματικού στόχου, που είναι η βελτίωση της οικονομικής και κοινωνικής θέσης του ατόμου. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, τα κινήματα που υπηρετούν τέτοιους στόχους έχουν καταγραφεί στην έρευνα ως Θρησκείες του Εαυτού (self religions) και ως Θρησκείες της Ευμάρειας ή της Ευτυχίας (prosperity or well-being religions). Εντούτοις η αντίληψη που θέτει την πνευματικότητα στην υπηρεσία της ευημερίας δεν περιορίζεται στους κύκλους των οπαδών του New Age, αλλά υιοθετείται και από τους πιστούς των παραδοσιακών θρησκειών. Το γνωστό motto που αποδίδει τη συγκεκριμένη λογική (“the best of both world”) μπορεί να θεωρηθεί, τρόπον τινά, ως η προμετωπίδα της μεταμοντέρνα θρησκευτικής συναίνεσης, καθώς εκφράζει τη συνείδηση του εφησυχασμένου καταναλωτή-πολίτη των δυτικών κοινωνιών αναφορικά με τα πνευματικά ζητήματα. Ενός είδους ανθρώπου, δηλονότι, που νομίζει πως μπορεί να αναζητήσει το Θεό και να αναμετρηθεί με τα θεμελιακά ερωτήματα της ύπαρξης χωρίς να χρειαστεί να διακινδυνεύσει την έξοδό του από την καπιταλιστική αξιολογία, στην κορυφή της οποίας βρίσκεται το αγοραίο αίτημα για κέρδος, επιτυχία και ευτυχία.
  • Θα κλείσουμε την απαρίθμησή μας με μια ετερόκλητη ομάδα κινήσεων που αντλεί την ταυτότητά της από διάφορες πηγές, όπως η λογοτεχνία του φανταστικού, ο χώρος των Media και της μαζικής κουλτούρας, η λατρεία των λογής ειδώλων της μουσικής, του αθλητισμού και του θεάματος, και η παραφιλολογία που συνδέεται με την εμφάνιση Α.Τ.Ι.Α. και εξωγήινων όντων. Ιδιαίτερα το φαινόμενο των λεγομένων UFO cults παρουσιάζει εξαιρετικό θρησκειολογικό ενδιαφέρον, όχι τόσο διότι έχει μεγάλη απήχηση στις μάζες, με αποτέλεσμα να υπάρχουν αναρίθμητες ομάδες ερασιτεχνών «ερευνητών» του ουρανού, αλλά κυρίως διότι συγχωνεύει εντός του ορισμένα τυπικά θρησκευτικά στοιχεία, όπως είναι ο μεσσιανισμός και ο αποκαλυπτισμός, η πίστη ότι ο άνθρωπος είναι δημιούργημα κάποιων ανώτερων όντων, η αντίληψη ότι εντός του υποκειμένου λανθάνει ένας ουράνιος, αστρικής καταγωγής πυρήνας, κ.α. Όλα αυτά συμπλέκονται με την απολυτοποίηση της επιστήμης ως κατ’ εξοχήν φορέα της αλήθειας και την αποθέωση της τεχνικής ως υπέρτατης βαθμίδας ανάπτυξης του πολιτισμού –αντιλήψεις, ως γνωστόν, κατ’ εξοχήν νεωτερικές.

Όλες οι παραπάνω κατηγορίες Ν.Θ.Κ. εκπροσωπούνται και στη χώρα μας, άλλες λιγότερο και άλλες περισσότερο. Ωστόσο, το παρόν άρθρο δεν έχει στους στόχους του την αναλυτική παρουσίαση των στοιχείων που συνδέονται με τα Ν.Θ.Κ. που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα σήμερα. Κι αυτό για δύο κυρίως λόγους.

Ο πρώτος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ποσοτικός, καθώς συνδέεται με το γεγονός ότι τέτοια αναλυτικά στοιχεία πολύ απλά δεν υπάρχουν ή, κι όταν ανευρίσκονται, είναι ελάχιστα. Καμιά ανεξάρτητη πρωτογενής επιστημονική έρευνα δεν έχει ακόμη διενεργηθεί στον τομέα αυτόν, ούτε καν στο στοιχειώδες επίπεδο της καταγραφής των επιμέρους ομάδων ή της στατιστικής αποτίμησης των σχετικών με την ύπαρξή τους μεγεθών. Οι σποραδικές αναφορές και μελέτες που δύσκολα μπορεί να συγκεντρώσει κανείς είναι αποσπασματικές, αφορούν επιμέρους ομάδες ή αντιλήψεις, αλλά δεν επιχειρούν συνολικές αποτιμήσεις του φαινομένου.2 Μονάχα η Εκκλησία της Ελλάδος έχει, για τους δικούς της απολογητικούς σκοπούς, εκπονήσει ήδη από το 1993 την σύνταξη ενός καταλόγου «Ομάδων Ασύμβατων με την Ορθόδοξη Πίστη», όπως τον επιγράφει. Ο κατάλογος αυτός είναι εγκεκριμένος από τη Ιερά Σύνοδο, και περιλαμβάνει γύρω στις 496 «Αιρέσεις» και «Παραθρησκείες», σύμφωνα με τη διατύπωση των σχετικών εγγράφων.3 Ωστόσο, όπως είναι ευνόητο, τόσο από τον κατάλογο αυτό, όσο και από τη γενικότερη αντιαιρετική γραμματεία των εκκλησιαστικών κύκλων, δεν μπορεί κανείς να εξάγει ασφαλή επιστημονικά συμπεράσματα. Οπότε όποιος θέλει να μελετήσει το φαινόμενο στην Ελλάδα είναι υποχρεωμένος να αρχίσει περίπου από το μηδέν –σε αντίθεση, βέβαια, με ό,τι συμβαίνει στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Αν πάντως ισχύουν και στη χώρα μας τα μεγέθη και οι αναλογίες που ισχύουν σε διεθνές επίπεδο –και προσωπική μου αντίληψη είναι ότι πράγματι ισχύουν σε μεγάλο ποσοστό– τότε μιλάμε για μερικές εκατοντάδες νέες θρησκευτικές κινήσεις, οι οποίες συγκεντρώνουν μικρό, συνήθως, αριθμό αφοσιωμένων και τακτικών μελών. Γύρω απ’ αυτόν τον πυρήνα αναπτύσσεται μια κινητικότητα ανθρώπων, που είτε συμμερίζονται κάποιες από τις αντιλήψεις της ομάδας, αλλά χωρίς άλλη εμπλοκή, είτε βρίσκονται σε μια φάση πνευματικής αναζήτησης και προσέρχονται για να δοκιμάσουν τις προσφερόμενες εναλλακτικές. Όπως και να ‘χει, πάντως, όλες οι ενδείξεις μαρτυρούν πως ο αριθμός των μελών των Ν.Θ.Κ. που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα δεν είναι μεγάλος.
Αναφορικά, τώρα, με την εσωτερική θρησκευτική ζωή της κάθε ομάδας θα μπορούσε να παρατηρηθεί ότι συνήθως είναι υποβαθμισμένη, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων: αραιές συγκεντρώσεις, αναιμικές τελετουργικές πτυχές, χαλαροί δεσμοί μεταξύ των μελών, κινητικότητα και εναλλαγή ιδεών, πρακτικών, ακόμη και μελών, ανάμεσα στις ομάδες –γενικώς ένα κλίμα ρευστότητας. Αντίστοιχα, εξαιρετικά ισχνή είναι και η δημόσια παρουσία των διαφόρων Ν.Θ.Κ., καθώς απουσιάζουν οι πρωτοβουλίες στο επίπεδο της πολιτικής δράσης και της ανοιχτής τοποθέτησης πάνω στα διάφορα ζητήματα που απασχολούν τη νεοελληνική κοινωνία. Ασφαλώς αυτή η αφάνεια οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην απροκάλυπτα απορριπτική και εχθρική στάση που επιδεικνύει απέναντι στα Ν.Θ.Κ. η Εκκλησία της Ελλάδος, αλλά και στην αντιφατική στάση των media, εντύπων και ηλεκτρονικών. Τα τελευταία, ενώ στεγάζουν και προωθούν με μεγάλη προθυμία και μεθοδικότητα μια σειρά από εναλλακτικές θρησκευτικές ιδέες του συρμού (γιόγκα, φενγκ-σούι, αστρολογία, ολιστικές θεραπείες κ.α.), σπάνια αναφέρονται στις ομάδες που υποτίθεται πως αντιπροσωπεύουν και ενσαρκώνουν τις ιδέες αυτές. Τα φώτα της δημοσιότητας εστιάζουν πάνω σε κάποιες από αυτές μονάχα με δυσάρεστες αφορμές, όπως, για παράδειγμα, αυτές που δόθηκαν παλαιότερα στο εξωτερικό, εκ μέρους ακραίων ομάδων που οδήγησαν τους οπαδούς τους σε μαζικές αυτοκτονίες ή δολοφονίες.4 Τότε, ο γνωστός δημοσιογραφικός λαϊκισμός –μείγμα προκλητικής αμάθειας και εξόφθαλμης κακοήθειας– δημιουργεί μια ατμόσφαιρα δαιμονοποίησης των Ν.Θ.Κ. αδιακρίτως. Ο λόγος δίδεται, κατ’ αποκλειστικότητα σχεδόν, σε ημιμαθείς και αρνητικά προκατειλημμένους εκπροσώπους εκκλησιαστικών οργανώσεων, καθώς και σε μονίμως ανησυχούντες –και μονίμως άμοιρους ευθυνών– γονείς, οι οποίοι αναπαράγουν όλα τα αρνητικά στερεότυπα του αντιαιρετικού λόγου για τις «σέκτες» (ότι πρόκειται για «καταστροφικές λατρείες», ότι παγιδεύουν με δόλο τους πιστούς, ότι υποβάλουν σε πλύση εγκεφάλου τα μέλη τους, ότι εκπορεύονται από ξένα κέντρα και λειτουργούν ως όργανα ενός γενικότερου σχεδίου διάλυσης της χώρας και της Ορθοδοξίας κ.α.).5 Όμως δεν θα επιμείνω στο ρόλο των media στο σημείο αυτό, ούτε θα σχολιάσω τη γενικότερη στάση της Ορθόδοξης Εκκλησίας έναντι των Ν.Θ.Κ, καθώς τα θέματα αυτά παραμένουν ανοικτά προς διερεύνηση.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο η αναφορά μου στα Ν.Θ.Κ. που δραστηριοποιούνται στην ελληνική επικράτεια έχει εντελώς συνοπτικό χαρακτήρα είναι ποιοτικός. Συνδέεται με το γεγονός ότι δεν είναι τα αριθμητικά δεδομένα και οι στατιστικές μετρήσεις που συνιστούν την ουσία του φαινομένων των Ν.Θ.Κ., αλλά το είδος των αντιλήψεων και πρακτικών που αυτά εισηγούνται, καθώς και η διείσδυση των ιδεών αυτών στο κοινωνικό σώμα. Όπως παρατηρεί ο Στέλιος Παπαλεξανδρόπουλος: «[…] το πραγματικό μέτρο της δύναμης των νέων θρησκειών είναι κάτι που βρίσκεται πέρα από τους αριθμούς. Το μέτρο αυτό είναι ο βαθμός επηρεασμού και διαμόρφωσης του διάχυτου θρησκευτικού περιβάλλοντος τον οποίο ασκούν, και ο οποίος είναι πραγματικά εξαιρετικά μεγάλος. Συχνά μάλιστα, σε διάφορα μέρη του πλανήτη, μεγαλύτερος από εκείνον που ασκούν οι παραδοσιακές θρησκείες.»6
Η παρατήρηση αυτή μας αποκαλύπτει μια όψη του φαινομένου που υπερβαίνει κατά πολύ τα ζητήματα που αφορούν τις επιμέρους εναλλακτικές οργανώσεις, ομάδες και κινήσεις. Σ’ αυτήν θα επικεντρωθεί το ενδιαφέρον μας στο υπόλοιπο του άρθρου, καθώς κατά την άποψή μας εισηγείται μια ευρύτερη ποιοτική μεταβολή: την αλλαγή του τρόπου με τον οποίο ο σύγχρονος άνθρωπος αντιλαμβάνεται και προσεγγίζει το Θείο. Πρόκειται για μια ριζική μετατόπιση του θρησκευτικού άξονα των δυτικών, τουλάχιστον, κοινωνιών. Μια μετατόπιση που πρώτα και κύρια αφορά στο πεδίο των ιεροφανειών, καθώς νέα σημεία φανέρωσης και εντοπισμού της Ιερότητας έρχονται στο προσκήνιο. Αποτέλεσμα αυτής της αργής, αλλά σταθερής σε ρυθμό, μεταβολής είναι η διάδοση και σταδιακή επικράτηση (και στη χώρα μας), μιας θρησκευτικότητας νέας μορφής.


Β. Η Νέα Πνευματικότητα


Οι ιστορικοί και κοινωνιολόγοι της θρησκείας έχουν αποκαλέσει την θρησκευτική αυτή τάση Πνευματικότητα (Spirituality), τοποθετώντας μπροστά από τον όρο συνήθως το πρόθεμα Νέα, Εναλλακτική ή Προοδευτική προκειμένου να τη διαφοροποιήσουν από ανάλογα ή παρόμοια φαινόμενα του παρελθόντος.7 Αυτή έκανε την εμφάνισή της στους κόλπους των δυτικών κοινωνιών μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όμως η παγκοσμιοποίηση και η έκρηξη των ψηφιακών μέσων που ακολούθησαν την έχουν αναδείξει σε οικουμενικό μέγεθος με ευρεία αποδοχή. Τα Ν.Θ.Κ. συνιστούν ίσως την πιο συμβατικά θρησκευτική πτυχή του φαινομένου της Νέας Πνευματικότητας, υπό την έννοια ότι εντάσσουν εκπεφρασμένα τις αντιλήψεις και πρακτικές τους στο ευρύτερο πνευματικό ρεύμα που αυτή εκπροσωπεί. Επομένως, τα Ν.Θ.Κ. μπορούν να θεωρηθούν φορείς εναλλακτικών θρησκευτικών ιδεών, είναι σημεία και ενδείξεις ότι κάτι αλλάζει στον χώρο της πνευματικότητας. Όμως δεν είναι αυτά η αλλαγή. Αναμφίβολα, η παρουσία τους σε μια κοινωνία είναι ένας ασφαλής δείκτης της απήχησης που η Νέα Πνευματικότητα έχει στο κοινωνικό σώμα. Άλλα δεν είναι ο μοναδικός –ίσως ούτε καν ο πιο σημαντικός. Ποιοι άλλοι χώροι, αντιλήψεις ή συμπεριφορές μπορούν να λειτουργήσουν επίσης ως τέτοιοι δείκτες θα γίνει κατανοητό αμέσως μόλις εστιάσουμε λίγο περισσότερο στην ανάλυση και σημασία του εν λόγω φαινομένου.

Όπως είπαμε από τη δεκαετία του 1960 και μετά μια καινούργια μορφή θρησκευτικότητας έκανε την εμφάνισή της στις κοινωνίες του λεγόμενου ανεπτυγμένου κόσμου, ερχόμενη να αντιπαρατεθεί τόσο στο Χριστιανισμό της παράδοσης όσο και στον Αθεϊσμό της εκκοσμικευμένης νεωτερικότητας. Τα αίτια του φαινομένου αυτού είναι πολλά και σύνθετα, εντούτοις μπορεί να ξεχωρίσει κανείς δυο κεντρικά συμβάντα που είχαν προηγηθεί και που είχαν συμβάλλει στην ριζική απαξίωση του κοσμοθεωρητικού και αξιολογικού αποθέματος του παρελθόντος. Το ένα τέτοιο συμβάν ήταν ο λεγόμενος Θάνατος του Θεού, η χρεοκοπία, δηλαδή, της χριστιανικής μεταφυσικής και ηθικής κληρονομιάς, και η συνακόλουθη έκπτωση του εκκλησιαστικού θεσμού. Το άλλο ήταν η Παρακμή της Νεωτερικότητας, η τραγική διάψευση των ελπίδων που είχαν εκθρέψει η ουμανιστική παράδοση και ο εργαλειακός ορθολογισμός των Νέων Χρόνων. Στα έτη που ακολούθησαν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η έντονη κρίση νοήματος, που σοβούσε στις δυτικές κοινωνίες, ώθησε τους νέους, ιδιαίτερα, ανθρώπους, καθώς και σημαντική μερίδα της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας και διανόησης να στραφούν προς εναλλακτικές πηγές προκειμένου να αναζητήσουν φρέσκιες ιδέες, αξίες και ιδανικά. Η αθρόα μετανάστευση πνευματικών καθοδηγητών (guru) από την Ανατολή και η συνακόλουθη μεταφύτευση πληθώρας ανατολικών θρησκευτικών αντιλήψεων και πρακτικών στη Δύση λειτούργησαν ως έναυσμα για τη δημιουργία του νέου θρησκευτικού κλίματος. Ταυτόχρονα, τα ισχυρά ρεύματα αναβίωσης του παγανισμού, του μυστικισμού και του αποκρυφισμού που κυλούσαν υπογείως ήδη από τον 19ο ή κι παλαιότερα (κληροδότημα της ερμητικής παράδοσης που εξέθρεψε τον δυτικό εσωτερισμό καθ’ όλη τη διάρκεια του μεσαίωνα και της αναγέννησης), βγήκαν τώρα ορμητικά στην επιφάνεια και τροφοδότησαν με πλήθος θρεπτικών συστατικών το υπό διαμόρφωση θρησκευτικό υπόστρωμα. Ιδρύθηκαν εκατοντάδες Ν.Θ.Κ., αναρίθμητα σεμινάρια άρχισαν να λειτουργούν, κέντρα προώθησης των νέων ιδεών εγκαινιάστηκαν, κοινόβια και ashrams έκαναν την εμφάνισή τους ως αποτέλεσμα της έκρηξης αυτής. Μα πάνω απ’ όλα αναπτύχθηκε μια νέα θρησκευτική κουλτούρα και ιδεολογία που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο ο δυτικός άνθρωπος προσεγγίζει την Ιερότητα.
Τώρα, είναι αλήθεια πως η πνευματική αφύπνιση για την οποία μιλάμε είναι ένα φαινόμενο εξαιρετικά πολυσύνθετο και πλουραλιστικό και επομένως είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί ένας ορισμός που να καλύπτει ικανοποιητικά και απολύτως όλες της όψεις και τις πτυχές του. Εντούτοις, η θρησκειολογική εξέταση μπορεί να απομονώσει μια σειρά από κοινούς μεταφυσικούς και κοσμοθεωρητικούς άξονες που συνέχουν τη Νέα Πνευματικότητα.8 Δεν πρόκειται να αναφερθούμε σ’ αυτούς, διότι εκείνο που ενδιαφέρει το παρόν άρθρο δεν είναι το περιεχόμενο της νέας θρησκευτικής ιδεολογίας, αλλά το μεθοδολογικό πλαίσιο εντός του οποίου αναπτύσσεται. Και τούτο διότι είναι στη βάση αυτού ακριβώς του πλαισίου που η Νέα Πνευματικότητα συγγενεύει με τη μεταμοντέρνα κοινωνική και συμβολική δομή.

  • Η πρώτη προκείμενη του εν λόγω πλαισίου αφορά την αξίωση για επιστημονική εγκυρότητα, αξίωση που προβάλλεται διαρκώς και έντονα από όλους τους φορείς της νέας θρησκευτικής ιδεολογίας. Στη βάση της αξίωσης για επιστημονικοφάνεια η πνευματικότητα ζητά να διαχωρίσει τη θέση της από τη θρησκεία. Διόλου τυχαία, οι περισσότεροι εκπρόσωποι των Ν.Θ.Κ. απορρίπτουν κατηγορηματικά την άποψη ότι αποτελούν θρησκείες και αποφεύγουν συστηματικά να χρησιμοποιούν το χαρακτηρισμό αυτό σε οτιδήποτε τούς αφορά. Αν μελετήσει κανείς τα έντυπα των οργανώσεων αυτών θα διαπιστώσει ότι προτιμούν να αυτοσυστήνονται ως θεραπευτικές κοινότητες που ακολουθούν επιστημονική μεθοδολογία, ενώ η σχέση τους με τη θρησκεία –όταν γίνεται αποδεκτή– περιορίζεται στο γεγονός ότι αξιοποιούν ή βελτιώνουν κάποιες πανάρχαιες θρησκευτικές ιδέες και τεχνικές με σκοπό να ενισχύσουν τα προγράμματα αυτοπραγμάτωσης που προσφέρουν. Στην πραγματικότητα, βέβαια, εκείνο που κάνουν είναι απλώς να επαναδιατυπώνουν μια σειρά από γνωστές θρησκευτικές πεποιθήσεις και μεταφυσικές υποθέσεις με όρους επιστημονικούς ή επιστημονικοφανείς, προκειμένου να τις προωθήσουν ως «μοντέρνες» και «αποτελεσματικές». Στην ουσία πρόκειται για μια διαδικασία μεταποίησης και ανακαίνισης του παραδοσιακού υλικού, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε εποχές μετά-παραδοσιακές και να ανταποκριθεί σε νέες ανάγκες και απαιτήσεις. Το πράγμα είναι απολύτως φυσικό και αναμενόμενο. Εφόσον ο σύγχρονος πολιτισμός αναγνωρίζει στην επιστήμη τον υπέρτατο νομιμοποιητικό του λόγο, εφόσον την αποδέχεται ως το μοναδικό κριτήριο που διαθέτει για να διακρίνει την αλήθεια από το ψεύδος, το σωστό από το λάθος και το πραγματικό από το φαντασιώδες, η θρησκεία δεν μπορεί να διασωθεί παρά μονάχα εάν προσδεθεί στο άρμα της επιστήμης. Με τον τρόπο αυτό το θρησκευτικό στοιχείο αναζητάει μια δεύτερη ευκαιρία για να επανέλθει στο προσκήνιο και να ανακτήσει το απολεσθέν γνωσιολογικό και κοινωνικό κύρος του. Μόνο που τώρα η επιστήμη από εχθρός έχει μετατραπεί σε σύμμαχο: από κατ’ εξοχήν όργανο απομάγευσης του κόσμου συνεπικουρεί κατά τρόπο ειρωνικό στην ραγδαία επαναμάγευσή του.
  • Μια δεύτερη τάση, πολύ συγγενική με την προηγούμενη, συνδέεται με την κατηγορική προσταγή της χρησιμότητας. Για τη νέα θρησκευτική ιδεολογία η πνευματικότητα πρέπει να είναι ωφέλιμη και αποτελεσματική. Να ανταποκρίνεται, δηλαδή, στο πάγιο αίτημα του σύγχρονου ανθρώπου για πρακτικότητα, για ορατά αποτελέσματα και για άμεσες λύσεις. Δεν συγκινούν πια οι μεταφυσικές αναζητήσεις των παλαιών θρησκειών (π.χ. η διδασκαλία του Χριστιανισμού για μεταθανάτια τύχη του ανθρώπου και τη σωτηρία της ψυχής), αλλά εκείνο που κυρίως και πρωτίστως ενδιαφέρει είναι οι πρακτικές επιπτώσεις που θα έχει για τη ζωή του ατόμου η εφαρμογή της μιας ή της άλλης ιδέας. Ευοδώνεται, έτσι, η εργαλειακή και χρησιμοθηρική εκμετάλλευση της θρησκευτικότητας, αφού η όποια πίστη αντιμετωπίζεται ως μέσο εξυπηρέτησης απολύτως ενδοκοσμικών στόχων (ψυχοσωματική υγεία και θεραπεία, προσωπική ευτυχία, επαγγελματική και οικονομική ευημερία κ.α.). Η αλήθεια μιας θρησκευτικής ιδέας ή μεθόδου κρίνεται από τη λειτουργικότητά της, από την αποτελεσματικότητα με την οποία μπορεί να αντιμετωπίσει μια ποικιλία ψυχοσωματικών προβλημάτων και αδιεξόδων που ταλανίζουν το υποκείμενο. Και στην περίπτωση αυτή το πράγμα είναι αναμενόμενο. Αναπτυσσόμενη στους κόλπους του πλέον τεχνολογικού πολιτισμού που γνώρισε η ανθρωπότητα, η νέα θρησκευτική ιδεολογία δεν μπορεί παρά να είναι απόλυτα συνυφασμένη με το νεώτερο τεχνικό πνεύμα.9 Δεν μπορεί παρά να υιοθετεί πλήρως τις εγγενείς αξιολογικές του προκείμενες. Και η πλέον θεμελιακή αξία του τεχνικού πνεύματος είναι η αποτελεσματικότητα. Κατά συνέπεια, η πραγματιστική ταύτιση ωφέλειας και αλήθειας διαπερνά ολόκληρο το φάσμα των εναλλακτικών θρησκευτικών εγχειρημάτων.
  • Τρίτο χαρακτηριστικό είναι η μεγάλη ευαισθησία που επιδεικνύουν οι κύκλοι της Νέας Πνευματικότητας για το φυσικό περιβάλλον. Σ’ αυτό συντείνει η παγανιστική κοσμοθεώρηση που, όπως είπαμε, δεσπόζει στο συγκεκριμένο χώρο και προωθεί μια εικόνα για τη φύση ως τον κατ’ εξοχήν «τόπο» φανέρωσης και προσοικείωσης της ιερότητας. Σε εποχές έντονης οικολογικής ανησυχίας και υποβάθμισης, η συγκεκριμένη αντίληψη έρχεται να προσφέρει ένα φαντασιακής τάξεως αντίβαρο στην τεχνολογική ανάπτυξη, εξιδανικεύοντας και αποθεώνοντας το ήδη απολεσθέν: την πρωτογενή φυσικότητα. Σήμερα που η εξάντληση του φυσικού υλικού έχει αποβεί ολοκληρωτική, σήμερα που έχει καταστεί κενή νοήματος η ίδια η έννοια της φυσικότητας, ο νεοπαγανισμός έρχεται να προσφέρει στο σύγχρονο άνθρωπο μια κάποια λύτρωση από τη συλλογική ενοχή του, μια ψευδαίσθηση ότι σέβεται και λατρεύει ως Θεότητα εκείνο που ο ίδιος έχει σκοτώσει: τη Φύση. Η οικολογική τροπή της πνευματικότητας έχει τεράστια απήχηση στις μάζες, οι οποίες εδώ και κάποιες δεκαετίες εκπαιδεύονται από τα Media να θεωρούν οτιδήποτε «πράσινο» ως αυτονόητα αγνό κι αθώο. Όμως ολοένα και περισσότερο γίνεται φανερό και στα πλέον δύσπιστα βλέμματα ότι τα περί «βιολογικών προϊόντων», «ανανεώσιμων πηγών ενέργειας», όσο και οι θεωρίες περί κλιματικής αλλαγής, φαινομένου του θερμοκηπίου κ.λπ. λειτουργούν ως συστατικά στοιχεία μιας ηγεμονικής αφήγησης (hegemonic discourse) που αποζητά να στηρίξει το καταναλωτικό ήθος που συντηρεί τις αγορές και όχι να το αρνηθεί, όπως θα μπορούσε ίσως να υποθέσει κανείς εκ πρώτης όψεως. Υπό την οπτική αυτή θα λέγαμε ότι η οικολογία είναι απλώς η προέκταση του καπιταλισμού με άλλα μέσα. Η μεταφυσική στήριξη που δύναται να παράσχει σε διάφορες μορφές επιχειρηματικής αξιοποίησης της οικολογικής αφήγησης η νέα θρησκευτική ιδεολογία αποδεικνύει περίτρανα ότι η Φύση, είτε ως ριζική αγριότητα, είτε ως πεδίο εκδήλωσης του ανεξέλεγκτου και αδιαμεσολάβητου της ζωής, είναι το μέγα ιεροποιημένο θύμα των καιρών μας –και ως τέτοιο δεν έχει ελπίδα ανάστασης.
  • Τέταρτη ειδοποιό πτυχή τη νέας θρησκευτικής ιδεολογίας είναι ο φεμινισμός. Ήδη από την αρχή, η γυναικεία παρουσία υπήρξε πληθωρική στους κύκλους των εναλλακτικών θρησκευτικών κινημάτων. Σε αντίθεση όμως με ό,τι συνήθως συμβαίνει στις παραδοσιακές θρησκείες, η συμμετοχή των γυναικών δεν είναι παθητική. Πολυάριθμες είναι οι γυναίκες συγγραφείς και θεωρητικοί της Νέας Πνευματικότητας, των οποίων το έργο θεωρείται πλέον κλασικό, ενώ δεν λείπουν οι ακτιβίστριες με έντονη δράση σε διάφορα ζητήματα. Έτσι εξαρχής η νέα θρησκευτική ιδεολογία προσέλαβε το χαρακτήρα ενός πνευματικού ρεύματος που ανέλαβε να καλύψει τις γυναικείες ανάγκες και επιθυμίες, να σεβαστεί τη γυναικεία ιδιαιτερότητα και να αναδείξει το θηλυκό στοιχείο και το ρόλο της γυναίκας στη θρησκευτική ζωή. Μεταφέροντας στο χώρο της θρησκείας τη σύγχρονη πραγματικότητα της ισότητας, της χειραφέτησης και της γενικής αναβάθμισης του ρόλου της γυναίκας στις δημοκρατικές κοινωνίες, η Νέα Πνευματικότητα αναγνωρίζει την αξία και τη μοναδικότητα της γυναικείας θρησκευτικής έκφρασης και εμπειρίας, αποφεύγοντας, ταυτόχρονα, πολλές από τις ακρότητες και τα αδιέξοδα στα οποία βρίσκεται εγκλωβισμένο το σύγχρονο φεμινιστικό κίνημα. Ωστόσο, εισηγούμενη την επαναμάγευση του θηλυκού με τον ίδιο τρόπο που προωθεί και την επαναμάγευση της Φύσης, η νέα θρησκευτική ιδεολογία προσφέρει ταυτόχρονα και ένα μυθολογικό πλαίσιο ικανό να υποβαστάξει την κατανόηση της θηλυκότητας ως πόλου προς τον οποίον συγκλίνουν όλες οι παράλληλοι της κατανάλωσης. Στο σημείο συνάντησής τους το γνήσια απολυτρωτικό θρησκευτικό αίτημα της αυτοπραγμάτωσης έρχεται να ταυτιστεί με το χυδαίο διαφημιστικό πρόσταγμα: «απελευθέρωσε τη Θεά που κρύβεις μέσα σου», διά της χρήσης του τάδε σαμπουάν ή της δείνα βαφής μαλλιών. Το συμβολικό δυναμικό της πνευματικότητας, λοιπόν, απαλλοτριώνεται από τον καπιταλισμό και χρησιμοποιείται για να προσδώσει εξωτισμό και μυστήριο στα προϊόντα –και μάλιστα σε ορισμένα από τα πλέον καθημερινά και ευτελή εξ αυτών. Οπότε πανωλεθρία του φεμινισμού μέσω της οριστικής του επικράτησης!
  • Πέμπτος άξονας, επί τη βάσει του οποίου προσεγγίζεται το θρησκευτικό φαινόμενο στους κόλπους της Νέας Πνευματικότητας είναι ο μυστικισμός. Η μυστική εμπειρία απομονώνεται από τις άλλες όψεις της θρησκευτικής παράδοσης (λατρεία, τελετουργία, θεσμικό πλαίσιο, σώμα διδασκαλιών και πεποιθήσεων) και αντιμετωπίζεται αντιθετικά ως προς αυτές, ως η μόνη αληθινή και γνήσια θρησκευτική εμπειρία. Με τον τρόπο αυτό, το μυστικό ρεύμα, που δεν είναι παρά μια από τις φλέβες που τροφοδοτούν το θρησκευτικό οργανισμό, απολυτοποιείται. Αποκόπτεται από το εκάστοτε ιστορικό και θρησκευτικό συμφραζόμενο που το γέννησε και του χάρισε το νόημά του, και αντιμετωπίζεται ως η πεμπτουσία του θρησκεύεσθαι. Τη θέση των πολλών, διαφορετικών μεταξύ τους, μυστικών παραδόσεων, που μπορούν να ανευρεθούν στους κόλπους των θρησκειών της οικουμένης, παίρνει ο μυστικισμός στον ενικό. Με τον όρο, τώρα, «μυστικισμός» η νέα θρησκευτική ιδεολογία εννοεί έναν τύπο εσωτερικής εμπειρίας του Θείου, ο οποίος είναι ενιαίος και κοινός για όλες τις θρησκείες, ταυτόσημος ως προς το περιεχόμενο και την ποιότητά του ανεξαρτήτου παραδόσεως από την οποία προέρχεται, και ως εκ τούτου αιώνιος και υπεριστορικός. Αυτή η νοηματοδότηση του όρου είναι σήμερα σε τέτοιο βαθμό διαδεδομένη, που θεωρείται σχεδόν αυτονόητη και, πάντως, σίγουρα ορθή. Εντούτοις, ο ιστορικός των Νέων Θρησκειών γνωρίζει πως έχει πολύ συγκεκριμένη καταγωγική περιοχή. Προέρχεται από μια ερμηνευτική προσέγγιση, η οποία κατανοεί τη θρησκευτική και φιλοσοφική παράδοση των Ουπανισαδών κατά τρόπο μονιστικό και ολιστικό (Advaita Vedanta). Η συγκεκριμένη ερμηνευτική αναπτύχθηκε στους κόλπους του μεταρρυθμιστικού θρησκευτικού κινήματος του Νεοβεδαντισμού. Ως πνευματικό ρεύμα που επεδίωκε την επαναπρόσληψη και τον εμπλουτισμό της μακράς παράδοσης που συνδέεται με την ερμηνεία των Ουπανισαδικών κειμένων, ο Νεοβεδαντισμός διαμορφώθηκε κατά τα μέσα του 19ου αιώνα έως τις αρχές του 20ου. Βρήκε την υποδειγματική του εκπροσώπηση στη σκέψη και τη δράση ανθρώπων όπως ο καθηγητής φιλοσοφίας και δεύτερος Πρόεδρος της Ινδικής Δημοκρατίας (1962-1967) Sarvepalli Radhakrishnan, ο μεγάλος μύστης Sri Ramakrishna, από τις πιο σεβάσμιες θρησκευτικές προσωπικότητες της σύγχρονης Ινδίας, ο μαθητής του Swami Vivekananda, ο πρώτος ιεραπόστολος της Βεδάντα στη Δύση και ιδρυτής της Vedanta Society, καθώς και μιας σειράς άλλων μελών της συγκεκριμένης οργάνωσης, αλλά και νεώτερων guru, που δεν συνδέονται μ’ αυτήν, όπως ο Maharishi Mahesh Yogi. Σχεδόν ταυτόσημη ερμηνεία της αρχαίας Ινδικής σκέψης υιοθέτησε και προώθησε από την πλευρά της, και με τις δικές της ιδιαιτερότητες και προϋποθέσεις, η Θεοσοφική Εταιρία, οργάνωση που ιστορικά λειτούργησε ως πρόδρομος και πρωτεργάτης του κινήματος της Νέας Εποχής. Και στην δυο περιπτώσεις, ο μυστικισμός, ως εμπειρική κατάσταση ένωσης του ανθρώπου με το Απόλυτο αναγορεύεται σε κοινό πυρήνα όλων των θρησκειών. Η ενότητα με την Θεότητα αναδεικνύεται σε ύψιστο αγαθό, στο οποίο οφείλει να κατατείνει κάθε γνήσια πνευματική αναζήτηση. Η θεώρηση αυτή αυτομάτως υποβαθμίζει τις άλλες όψεις της θρησκείας (τελετουργία, δόγμα, ηθική κ.λπ.) σε στοιχεία δευτερεύοντα, επιφανειακά, και εν πολλοίς παρωχημένα. Έτσι, η θρησκεία από πολύπτυχο φαινόμενο, πλούσιο σε εκφράσεις και παραλλαγές, συρρικνώνεται σε εργαστήρι παραγωγής μυστικών βιωμάτων. Η λαχτάρα για εκστατική ενατένιση του Θείου τη μεταβάλλει, τρόπον τινά, σε τεχνολογία της θέωσης, καθώς μοιραία την παγιδεύει στην επιπόλαια λογική του νεώτερου εμπειρισμού: αν δεν έχω αποδείξεις δεν πιστεύω, και δεν έχω αποδείξεις εάν δεν έχω μυστικές εμπειρίες. Με το σκεπτικό αυτό, όμως, η θεοπτία αναβιβάζεται σε μοναδικό κριτήριο της αλήθειας, πράγμα που με τη σειρά του σηματοδοτεί την πλήρη απορρόφηση της θρησκείας από την υποκειμενικότητα. Διότι σε τελική ανάλυση, τόπος συνάντησης με τη Θεότητα, τόπος ιεροφανειακός απομένει μονάχα ο εαυτός. “Jatra Jiv, Tatra Shiv” διαβεβαίωνε ο Ramakrishna: «Εκεί που βρίσκεται η ανθρώπινη ψυχή, εκεί βρίσκεται και ο Σίβα». Εντός των ορίων του υποκειμένου εξαντλείται το θάμβος της ιερότητας, μακριά από τους περισπασμούς και τις τροπές της ιστορίας, καθώς για τον μυστικό η θέα του Θεού είναι η θέα του Άχρονου. Μια τέτοια προσέγγιση του μυστικισμού διεκδικεί για τον εαυτό της τον χαρακτηρισμό «γνήσια» και «παραδοσιακή», αξιώνοντας αυτονόητη και άμεση αποδοχή. Ωστόσο αν και αναζητεί θεμελίωση στα κείμενα του παρελθόντος, πρόκειται για μια ερμηνεία κατ’ εξοχήν μετά-μοντέρνα, υπό την έννοια ότι προϋποθέτει τη νεωτερικότητα και διαμορφώνεται εξαρχής σε αναφορά με τις δικές της αρχές και επιδιώξεις.10 Αυτό γίνεται αμέσως αντιληπτό εάν αναλογιστεί κανείς το τι ενδεχομένως συνεπάγεται για την αξιολογική και οντολογική αυτοσυνειδησία του σύγχρονου υποκειμένου η ανθρωπολογική προοπτική του New Age. Εφόσον στο εσωτερικό του ανθρώπου και μόνο επιτυγχάνεται η πολυπόθητη ένωση με το Θείο, ο μυστικισμός λειτουργεί ως η μεταφυσική δικαίωση του νεωτερικού μοντέλου για τον άνθρωπο. Έτσι, κατά τρόπο ειρωνικό, το New Age προκύπτει ως επιστέγασμα και «προέκταση με άλλα μέσα» (δηλαδή, με τα μέσα της θρησκείας) της ανθρωπολογίας του άθεου Ουμανισμού, της Καρτεσιανής αντίληψης του υποκειμένου ως του εσχάτου κριτηρίου της αλήθειας, αλλά και της συμβολικής έννοιας του πολίτη, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί στις αστικές καπιταλιστικές δημοκρατίες της Δύσης. Ο Εαυτός μεταβάλλεται, συνεπώς, σε καιόμενη βάτος της μεταμοντέρνας θρησκευτικής ιδεολογίας: εκεί κατοικεί και εκδηλώνεται το Απόλυτο. Η τάση, επομένως, για υπέρ-έξαρση της μυστικής εμπειρίας κυριαρχεί στις μέρες μας διότι σε μεγάλο βαθμό ταιριάζει και συναρμόζεται με τη δυτική κουλτούρα, την οποία, μην ξεχνάμε, ο Christopher Lash έχει υποδειγματικά αναλύσει ως «κουλτούρα του ναρκισσισμού».11 Επιπλέον, λειτουργεί και ως πλαίσιο αυτογνωσίας ακόμη και για τις μεγάλες αρχαίες παραδόσεις (Χριστιανισμός, Ινδουισμός, Ισλάμ), όπου θα περίμενε κανείς ότι θα υπάρχουν περισσότερα αντισώματα ενάντια στην ροπή προς εσωτερίκευση.12
  • Έκτο γνώρισμα είναι η εξατομίκευση της θρησκευτικότητας. Στο περιβάλλον της Νέας Πνευματικότητας το άτομο ανάγεται, όπως είπαμε, σε υπέρτατο γνωσιολογικό και αξιολογικό μέτρο των πάντων. Ταυτόχρονα λειτουργεί και ως locus της ιερότητας par excellence, αφού ο ίδιος ο Θεός ενοικεί εντός του. Το γεγονός αυτό αποκεντρώνει τη θρησκευτικότητα, καθώς συντελεί στη σταδιακή απομάκρυνσή της από τα «επίσημα», θεσμικά κέντρα (π.χ. Εκκλησία). Στο όνομα της αυτόνομης, αυτόβουλης και αυτοδύναμης εσωτερικότητας κάθε εξωτερική αυθεντία απαξιώνεται, κάθε νόμος και δόγμα, άνωθεν (ή καλύτερα: έξωθεν) δεδομένα, απορρίπτονται. Η διαμεσολάβηση στη σχέση με το Θείο καταγγέλλεται ως προσπάθεια χειραγώγησης και καταπίεσης από τα λογής ιερατεία. Από έκφραση της συλλογικής συνείδησης και της κοινής πίστης ενός κοινωνικού σώματος, η θρησκεία μεταβάλλεται σε ιδιωτική υπόθεση. Καταντά προσωπικό τεχνούργημα, μια ιδιοκατασκευή «φιλική προς το χρήστη», κατά τα πρότυπα των gadgets. Τα μέρη και τα υλικά της κατασκευής αυτής έχουν συγκεντρωθεί από διάφορα πνευματικά περιβάλλοντα και έχουν συναρμολογηθεί με βάση το προσωπικό γούστο του καθενός. Γι’ αυτό και συνήθως είναι κατασκευή πρόχειρη κι αδοκίμαστη ως προς τις αντοχές της, ένα ασταθές προϊόν καθημερινής διαπραγμάτευσης, υποκείμενο σε διαρκή αναμόρφωση. Αυτή η λογική του «φτιάξ’ το μόνο σου» διευκολύνει άριστα τη θρησκευτική αποκέντρωση και προωθεί τον εκδημοκρατισμό της μυστικής εμπειρίας –με όλα τα θετικά και τα αρνητικά που κάτι τέτοιο μπορεί να συνεπάγεται.13
  • Η προτεραιότητα της ατομικής επιλογής και η δυνατότητα κατασκευής ιδιωτικών τύπων θρησκευτικότητας μπορούν να ευδοκιμήσουν μονάχα σε περιβάλλον ανοιχτότητας, πλουραλισμού και ποικιλομορφίας. Η Νέα Πνευματικότητα είναι εκ φύσεως αντιαυταρχική, αντιδογματική και αυθόρμητη. Απεχθάνεται τη φανατική προσήλωση σε άνωθεν δεδομένους κανόνες και απορρίπτει κάθε εξουσιαστική διάθεση χειραγώγησης ή υποταγής σε αυθεντίες. Γι’ αυτό δεν βλέπει με καλό μάτι τα λογής ιερατεία και την αξίωσή τους να διαμεσολαβούν στην επικοινωνία των ανθρώπων με το Θείο. Αντίθετα, θέλει να είναι πολυσυλλεκτική και φιλόξενη προς το διαφορετικό, πλουραλιστική και συμφιλιωτική. Απαλλαγμένη από δεσμεύσεις αιώνιας ένταξης κι αφοσίωσης ή αποκλειστικής κατοχής της αλήθειας. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που στο εσωτερικό της καλλιεργείται συστηματικά η νεώτερη θεωρία της ισότητας των θρησκειών. Η τελευταία υποστηρίζει πως όλες οι θρησκευτικές παραδόσεις είναι ισάξιες –αποτελούν διαφορετικά μονοπάτια που οδηγούν στην ίδια κορυφή, όπου βρίσκεται το απρόσωπο Θείο. Σε πολιτισμικό, γλωσσικό, δογματικό, τελετουργικό και συμβολικό επίπεδο υπάρχει, φυσικά, τεράστια ποικιλομορφία όμως τα στοιχεία αυτά θεωρούνται επιφανειακά, ευμετάβλητα και επουσιώδη. Αντίθετα, στο βαθύτερο και αυθεντικότερο επίπεδο, που όπως είδαμε θεωρείται εκείνο της άμεσης, μυστικής εμπειρίας, όλες οι παραδόσεις έχουν ίσο κύρος και είναι ικανές να εξασφαλίσουν την πρόσβαση στο Υπερβατικό. Αυτός είναι και ο λόγος που στο συμβολικό της απόθεμα δεν υπάρχει η έννοια της μεταστροφής, της μετακίνησης, δηλονότι, από μια θρησκεία σε κάποια άλλη. Ταυτόχρονα απουσιάζει παντελώς η ιεραποστολική συνείδηση. Όπως είναι φυσικό μια τέτοια σχετικιστική θεώρηση των θρησκειών απολήγει αναπότρεπτα στον συγκρητισμό και τον εκλεκτικισμό. Στοιχεία από ποικίλες θρησκευτικές παραδόσεις και πνευματικά περιβάλλοντα επιλέγονται και απομονώνονται από το «φυσικό» τους συμφραζόμενο και αναμειγνύονται κατά το δοκούν με άλλα, τελείως διαφορετικά ή ακόμη και αντιφατικά μεταξύ τους. Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι να προκύψουν μορφές θρησκευτικής έκφρασης προσαρμοσμένες στις εκάστοτε ανάγκες και επιθυμίες του υποκειμένου. Εύκολα αναγνωρίζει κανείς στη συγκεκριμένη τακτική το αποτύπωμα του αγοραίου καταναλωτικού ήθους, όπου η έννοια της «ελεύθερης επιλογής» προσλαμβάνει μυθικές διαστάσεις, οδηγώντας στην καθολική εμπορευματοποίηση της ζωής.

Γ. Προς Αλλαγή Θρησκευτικού «Παραδείγματος»;

Τα παραπάνω γνωρίσματα είναι, νομίζω, επαρκεί ώστε να καταλήξουμε σε ορισμένα συμπεράσματα αναφορικά με το είδος της θρησκευτικότητας που καλλιεργείται και προωθείται κάτω από την ομπρέλα του New Age. Πρώτον, είναι προφανές ότι μιλάμε για μια Μετά-Χριστιανική θρησκευτικότητα, εφόσον αρθρώνεται από πάσα άποψη στους αντίποδες της χριστιανικής κοσμοθεωρητικής δομής, την οποία και εκπεφρασμένα αποστρέφεται και απορρίπτει. Δεύτερον, είναι μια θρησκευτικότητα Μετά-Νεωτερική, υπό την έννοια ότι προϋποθέτει απόλυτα τις νεωτερικές δομές και αξίες, τις οποίες, όμως, ταυτόχρονα υπερβαίνει κατά τρόπο συνθετικό και προς καινοφανείς κατευθύνσεις. Τρίτον, όσο κι αν φαίνεται αντιφατικό, είναι μια θρησκευτικότητα Μετά-Θρησκευτική, υπό την έννοια ότι διαρρηγνύει τις παραδοσιακές θρησκευτικές φόρμες και προκρίνει την πολυσυλλεκτικότητα στην πνευματική αναζήτηση και τα αδιευκρίνιστα όρια, έναντι των κλειστών συστημάτων και των προκατασκευασμένων βεβαιοτήτων. Τέλος, είναι μια θρησκευτικότητα Μετά-Εκκοσμικευμένη, αφού, όσο κι αν ηχεί παράδοξα είναι προϊόν της εκκοσμίκευσης και ταυτόχρονα η ίδια η de facto αναίρεσή της. Η ολιστική αυτή προσέγγιση της θρησκευτικής εμπειρίας «συνθέτει και υπερβαίνει το γνωστό δίπολο θρησκεία εναντίον αθεϊσμού […] [είναι] ο τρίτος δρόμος, ένας τρόπος σκέψης και κατανόησης των πραγμάτων που ταιριάζει τέλεια στον σύγχρονο κόσμο […]» παρατηρεί από τους σημαντικότερους θεωρητικούς της νέας αυτής θρησκευτικής ιδεολογίας.14
Όλα αυτά μαρτυρούν ότι η Νέα Πνευματικότητα αντιπροσωπεύει έναν τύπο θρησκευτικότητας που είναι απόλυτα προσαρμοσμένος στις κοινωνικές, πνευματικές και οικονομικές συνθήκες που επικρατούν στις φιλελεύθερες αστικές δημοκρατίες δυτικού τύπου. Απηχεί και δικαιώνει μεταφυσικά τις συλλογικές αξίες και τις ιδεολογικές προϋποθέσεις των αποκαλούμενων «ανοιχτών κοινωνιών» (ελευθερία επιλογής, αυτονομία, αυτοπροσδιορισμός, ανθρώπινα δικαιώματα, πλουραλισμός, ανεκτικότητα στο διαφορετικό, τεχνικό πνεύμα, οικολογική συνείδηση, λογική του κέρδος και της ωφέλειας, προτεραιότητα της επιστήμης και της εμπειρίας ως μέθοδοι πρόσβασης στην αλήθεια κ.α.). Έρχεται, κατά συνέπεια, να προσφέρει μια καινούργια οικουμενική μυθολογία σ’ έναν κόσμο που έχει απωθήσει –και γι’ αυτό τόσο επιτακτικά χρειάζεται– το μυθικό στοιχείο. Για να το εκφράσουμε με διαφορετική ορολογία, έρχεται να προσφέρει μια νέα αφήγηση αναφορικά με το νόημα του εαυτού και την αξία της υποκειμενικότητας. Όμως δεν είναι στατική και κλειστή, όπως οι παλαιότερες. Αντίθετα, πρόκειται για ένα είδος λόγου (discourse) του οποίου το αφηγηματικό πλαίσιο χαρακτηρίζεται από μέγιστη ελαστικότητα και διαπερατότητα. Θα λέγαμε ότι τελεί μονίμως υπό διαμόρφωση. Περισσότερο λειτουργεί ως αφορμή επικοινωνίας, αφού είναι κατά τέτοιο τρόπο δομημένος, ώστε να προκαλεί την αλληλεπίδραση και να δεξιώνεται το διαφορετικό. Δεν έχει στεγανά όρια, προορισμένα να αποκλείσουν ή να περιορίσουν, αλλά αναπτύσσεται ως υποδοχέας και πολλαπλασιαστής της ποικιλίας και του πλουραλισμού. Θα όριζα, κατά συνέπεια, τη Νέα Πνευματικότητα ως τον κατ’ εξοχήν μεταμοντέρνο τρόπο του θρησκεύεσθαι, ή για να το πω αλλιώς, η Νέα Πνευματικότητα είναι η ίδια η θρησκευτική ψυχή της μετανεωτερικής συνθήκης. Πέραν από τη θεωρητική ανάλυση, μαρτυρεί προς τούτο και η τεράστια διασπορά και διείσδυση που γνωρίζουν οι εναλλακτικές θρησκευτικές ιδέες σε όλους τους κοινωνικούς χώρους, από την εκπαίδευση και την υγεία έως την τέχνη και τη βιομηχανία του θεάματος. Οι χιλιάδες τίτλοι βιβλίων σχετικών με εναλλακτικά θέματα (γιόγκα, φενγκ-σούι, ομοιοπαθητική, αυτογνωσία και αυτοπραγμάτωση, θεραπεία, διαλογισμός, channeling, μαγεία, ταρώ, αστρολογία κ.α.), τα περισσότερα εκ των οποίων γνωρίζουν εξαιρετικά υψηλές πωλήσεις, οι αναρίθμητες κινηματογραφικές ταινίες και οι τηλεοπτικές εκπομπές με μεγάλη τηλεθέαση, τα ειδικά περιοδικά του εναλλακτικού χώρου, που ολοένα αυξάνονται, τα comix, η μουσική και τα video-games, που συνθέτουν την πολιτισμική οικολογία της νεολαίας, τα εκατοντάδες σεμινάρια, πνευματικές συναντήσεις και θεραπευτικές συνεδρίες που συγκεντρώνουν σημαντικό αριθμό συμμετεχόντων, πρόθυμων μάλιστα να καταβάλλουν διόλου ευκαταφρόνητα ποσά, όλα αυτά, σε συνδυασμό, βέβαια, με τη δράση των Νέων Θρησκευτικών Κινημάτων για τα οποία μιλήσαμε παραπάνω, συνιστούν σημαντικούς δείκτες που καταγράφουν την ισχυρή διείσδυση που έχει η νέα θρησκευτική ιδεολογία στη μαζική κουλτούρα (pop culture). Η διείσδυση αυτή, με τη σειρά της, δεν αποτελεί μονάχα απόδειξη ότι η συγκεκριμένη κοινωνία εμφορείται από πνεύμα θρησκευτικής πολυφωνίας και πλουραλισμού, όπως θα ίσχυε στην περίπτωση οποιασδήποτε άλλη θρησκείας. Λόγω της θρησκειολογικής ιδιοσυστασία της, η Νέα Πνευματικότητα δεν είναι απλώς φορέας πολυθρησκευτικότητας, αλλά, κατά τρόπο παράδοξο, είναι αυτή η ίδια η πολυθρησκευτικότητα ενσαρκωμένη. Είναι ο θρησκευτικός πλουραλισμός περιβεβλημένος με την αίγλη της ιερότητας, είναι η θρησκευτική πολυμορφία, συνύπαρξη, αλληλεπίδραση και πολυφωνία αναγορευμένες σε θρησκεία. Είναι ο κατ’ εξοχήν χώρος ανάπτυξης πολλαπλών, ρευστών ή εναλλασσόμενων θρησκευτικών ταυτοτήτων. Μια πολύ ιδιότυπη και ιδιότροπη θρησκεία ομολογουμένως, καθώς αντιμετωπίζει επιλεκτικά, σχετικιστικά και ειρωνικά τις υπόλοιπες παραδόσεις, και ταυτόχρονα ανάγει το σχετικισμό, τον εκλεκτικισμό και την ειρωνεία σε αρχές πίστης. Επιζητώντας να ξεφύγει από τον δογματισμό των κατεστημένων θρησκευτικών οργανισμών, οδηγείται στο δογματισμό μιας νέας, μεταμοντέρνας θρησκευτικής σύνθεσης.

Θα κλείσω το παρόν άρθρο με μια σύντομη αναφορά στα καθ’ ημάς. Εάν εξετάσει κάποιος την ελληνική πραγματικότητα σε σχέση με τους δείκτες για τους οποίους κάναμε λόγο παραπάνω, θα διαπιστώσει ότι και στη χώρα μας οι νέες θρησκευτικές ιδέες είναι εξαιρετικά δημοφιλείς. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την αυξανόμενη ιδιωτικοποίηση της θρησκευτικότητας ενεργοποιεί διαδικασίες συγκρητισμού και εκλεκτικισμού, προκειμένου το υποκείμενο να συνθέσει μια δική του θρησκευτική ιδιοκατασκευή, που να εξασφαλίζει υπαρξιακή κάλυψη και θεραπεία. Στη διαδικασία αυτή σημαντική θέση έχει αναμφίβολα η Ορθόδοξη κληρονομιά, καθώς η πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας είναι βαπτισμένα μέλη της Εκκλησίας και επομένως οι θρησκευτικές προσλαμβάνουσες που έχουν εξ ανατροφής και εξ εκπαιδεύσεως σχετίζονται πρωτίστως με την εκκλησιαστική κατάθεση. Μάλιστα θα περίμενε κανείς ότι η εισχώρηση εναλλακτικών ιδεών σε μια τόσο συνεκτική, από την άποψη τής θρησκευτικής ένταξης, κοινωνία θα ήταν ελάχιστη. Όμως κάτι τέτοιο δεν ισχύει, όπως δείχνει η εμπειρία. Το δυσθεώρητο ποσοστό μελών επί του συνολικού πληθυσμού που διαθέτει η Ορθοδοξία οφείλεται, ως γνωστόν, στην πρακτική του νηπιοβαπτισμού και ως εκ τούτου είναι καθαρά τυπικό, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. (Αν θέλαμε να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο του συρμού θα λέγαμε πως πρόκειται για ένα ακόμη “Greek Statistic”: ο βασικός λόγος για τον οποίο προβάλλεται είναι για να στηρίξει την υποτιθέμενη ηγεμονική θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο πολιτισμικό και πολιτικό γίγνεσθαι της χώρας. Να παρουσιάσει, δηλαδή, μια εικόνα ομοιομορφίας και ενότητας, η οποία ενισχύει τον εθνικό μας μύθο. Και με τον ίδιο τρόπο που στον τομέα των δημόσιων οικονομικών όταν έλειψαν τα “Greek Statistics”, οι ανακρίβειες δηλαδή στα οικονομικά μεγέθη που ανακοίνωναν οι κυβερνήσεις προς το εξωτερικό με σκοπό να συνεχίσουν να δανείζονται απρόσκοπτα, αποκαλύφθηκε η τραγική χρεοκοπία της χώρας, έτσι κι αν κάποτε καταργηθεί ο νηπιοβαπτισμός θα αποκαλυφθεί η αδυναμία της Εκκλησίας να ελκύσει και να πείσει το σύγχρονο άνθρωπο. Τότε θα φανεί ότι τα αληθινά μέλη της είναι πολύ λιγότερα. Ανάλογα ισχύουν και για το ελληνικό σχολείο: εάν το Υπουργείο τολμήσει ποτέ να καταργήσει το όριο των απουσιών, δεν πρόκειται να μείνει μαθητής στις τάξεις. Η άρνηση να αντικρίσουμε κατάματα την αλήθεια για τον εαυτό μας και τις επιλογές μας είναι μόνιμο χαρακτηριστικό της νεοελληνικής κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα –από τα πιο μύχια έως τα πλέον συλλογικά. Οπότε φροντίζουμε διαρκώς να την επικαλύπτουμε με θλιβερά τεχνάσματα και ψιμυθιώσεις.) Καθώς η γνώση που η μεγάλη πλειοψηφία του λαού έχει για το νόημα και το περιεχόμενο της πίστης είναι συγκεχυμένη και επιφανειακή, οι εναλλακτικές ιδέες είναι εύκολο να εισχωρήσουν και να αναμειχθούν με στοιχεία από το εκκλησιαστικό συμβολικό απόθεμα. Όταν ο άλλος δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί για ποιο λόγο η γιόγκα, το κάρμα, τα ταρώ ή η αστρολογία, τα περί αυτοπραγμάτωσης ή τα περί Θεού ως Συμπαντικής Συνείδησης είναι τελείως ασύμβατα με την πίστη του Χριστό και το Ευαγγέλιο, τότε νομίζει ότι μπορεί να τα αποδέχεται και ταυτόχρονα να παραμένει «Χριστιανός Ορθόδοξος». Αν δεν αντιλαμβάνεται τη σημασία του Πάθους και της Ανάστασης του Ιησού, τότε εύκολα τον ταυτίζει με «πνευματικό δάσκαλο», «μεγάλο αναζητητή» ή «αβατάρ» τύπου Βούδα. Στις περισσότερες των περιπτώσεων αυτό συμβαίνει χωρίς να υπάρχει πρόθεση απόρριψης της πίστης, αλλά από άγνοια και αντιγραφή διαφόρων συρμών της μαζικής κουλτούρας. Εκεί ακριβώς, όμως, εντοπίζεται το πρόβλημα: στο ότι νομίζει κανείς ότι μπορεί να είναι νεοέλληνας «Χριστιανός Ορθόδοξος» και ταυτόχρονα να αναζητά τη «διεύρυνση της συνείδησής» του μέσω του διαλογισμού, την αυτοΐαση μέσω της «εκδίπλωσης του Θεϊκού Δυναμικού», που υποτίθεται πως κρύβει εντός του κ.λπ. Όταν κάποιος διαχωρίσει τη θέση του κι αποφασίσει να εγκαταλείψει την Εκκλησία για χάρη εναλλακτικών θρησκευτικών αντιλήψεων, όπως άλλωστε έχει δικαίωμα να κάνει, τότε τα πράγματα είναι ξεκάθαρα και διακριτά. Όταν όμως κάποιος δεν κάνει αυτό το βήμα, ή ακόμη χειρότερα, ούτε καν αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει θέμα ασυμβατότητας, τότε αναπόφευκτα επεισέρχεται σε διαδικασίες συγκρητιστικής νόθευσης της πίστης. Προς τούτο συνδράμει και το γεγονός ότι οι εναλλακτικές ιδέες και τεχνικές διαφημίζονται ως μη-θρησκευτικές –και άρα θρησκευτικώς ουδέτερες– από τα MEDIA και τις εναλλακτικές οργανώσεις, ενώ, όπως είδαμε, το ακριβώς αντίθετο ισχύει: έχουν πολύ συγκεκριμένη θρησκευτική ταυτότητα και προέλευση. Με τον τρόπο αυτό, ασυναίσθητα επεισέρχονται εντός των ορίων της εκκλησιαστικής πίστης στοιχεία που ανήκουν δομικά και οργανικά σε διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις, το κοσμοείδωλο και η ανθρωπολογία των οποίων είναι παντελώς διαφορετικά από του Χριστιανισμού. Θα το ξαναπούμε: κανένα πρόβλημα δεν υπάρχει με τις περιπτώσεις συνειδητής αποχώρησης από την Εκκλησία και μεταστροφής σε κάποια διαφορετική θρησκεία. Αυτό είναι νόμιμο και αναγνωρισμένο δικαίωμα κάθε πολίτη. Το πρόβλημα ξεκινά από τη στιγμή που ξένα στοιχεία επιλέγονται, αποκόπτονται από το φυσικό τους συμφραζόμενο και μπολιάζονται στο σώμα της εκκλησιαστικής πίστης, οδηγώντας στη ανάπτυξη συγκρητιστικών μορφωμάτων ιδιωτικής χρήσης.

Και πάλι, όμως, το κεντρικό ζήτημα δεν είναι οι εναλλακτικές προσμείξεις στο σώμα του συμβολικού αποθέματος της παλαιάς πίστης. Το καίριο εν προκειμένω είναι, νομίζω, άλλο. Είναι ότι οι αξονικές παράμετροι της Νέας Πνευματικότητας, όπως τις αναλύσαμε παραπάνω (μυστικισμός, επιστημονικοφάνεια, χρησιμοθηρία, θεραπευτισμός, εξατομικευμένη θρησκευτικότητα, οικολογική – φεμινιστική οπτική, συγκρητισμός – εκλεκτικισμός) προσδιορίζουν πλέον τη θρησκευτική εμπειρία και έκφραση σημαντικής μερίδας του ελληνικού πληθυσμού, ανεξάρτητα με το αν οι άνθρωποι αυτοί δηλώνουν Χριστιανοί Ορθόδοξοι, Αγνωστικιστές, Άθεοι ή οτιδήποτε άλλο. Αυτό σημαίνει ότι η νέα θρησκευτική ιδεολογία λειτουργεί πλέον και στη χώρα μας ως γενικό πλαίσιο ερμηνείας του θρησκευτικού στο σύνολό του. Ως εκ τούτου, θέτει τους όρους για την επανερμηνεία και της παραδοσιακής θρησκείας, της Ορθοδοξίας, επηρεάζοντας έμμεσα μεν, αλλά καταλυτικά τον τρόπο που τα ίδια τα μέλη της Εκκλησίας κατανοούν την πίστη τους, ακόμη κι όταν δεν τη νοθεύουν. Μ’ ένα λόγο, επηρεάζει τον τρόπο που η ίδια η Εκκλησία θεολογεί και αντιλαμβάνεται τη θέση και την αποστολή της μέσα στην ιστορία. Θεωρώ, επομένως, ότι βρισκόμαστε ενώπιον μιας αργής αλλά σταθερής διαδικασίας μεταβολής θρησκευτικού «παραδείγματος» –διαδικασία στην οποία, άλλωστε, έχουν εισέλθει εδώ και δεκαετίες οι περισσότερες δυτικές κοινωνίες. (Φυσικά στην επιστημολογία του Thomas Khun ο όρος «Παράδειγμα»-Paradigm αφορά αποκλειστικά και μόνο τις φυσικές επιστήμες.15 Εδώ τον χρησιμοποιώ καταχρηστικά, κάνοντας λόγο για «θρησκευτικό παράδειγμα», προκειμένου να δηλώσω ένα σύνολο ερμηνειών και αξονικών αντιλήψεων για τον Θεό, τον κόσμο, τον άνθρωπο και τη μεταξύ τους σχέση, που γίνονται κοινώς αποδεκτές, όχι μόνο στο εσωτερικό ενός στενού κύκλου ειδημόνων, αλλά από την πλειοψηφία του κοινωνικού σώματος.) Υπό την έννοια αυτή, μπορούμε να πούμε ότι το σύνολο των παραδοσιακών (Ορθόδοξων) ερμηνειών έχει απολέσει σημαντικό μερίδιο του κύρους και της προφάνειάς του, σε αντίθεση με τις εναλλακτικές ερμηνείες, οι οποίες ολοένα και περισσότερο κερδίζουν έδαφος και αναγνώριση. Οι πολιτισμικές ιδιαιτερότητες της πατρίδας μας, καθώς και το γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία μόλις εισέρχεται σε μια περίοδο παρατεταμένης και βαθιάς κρίσης σε όλους τους τομείς είναι παράγοντες που θα προσδιορίσουν σε μεγάλο βαθμό τη μορφή και τις κατευθύνσεις που θα πάρει το θρησκευτικό μοντέλο του μέλλοντος. Το πώς θα αντιδράσει ο εκκλησιαστικός οργανισμός στην de facto απομείωση του κύρους του, αφενός, και στην εκ των έσω μετάλλαξή του, αφετέρου, είναι άδηλο. Αν κρίνει, πάντως, κανείς από τον τρόπο με τον οποίο (δεν) αντιμετωπίζει η Ορθόδοξη θεολογία τις παραπάνω προκλήσεις, δεν θα πρέπει να έχει και πολλές ελπίδες ότι κάτι καλό θα προκύψει…


1 Για τα Νέα Θρησκευτικά Κινήματα και τις διάφορες ταξινομήσεις που έχουν προταθεί βλ. CHRISTOPHER PARTRIDGE, New Religions: A Guide, (New York: Oxford U.P. 2004), PETER CLARKE, New Religions in Global Perspective, (New York: Routledge 2006), LORNE DAWSON, Comprehending Cults: The sociology of New Religious Movements, (Ontario: Oxford U. P. 1998) και BRYAN WILSON and JAMIE CRESSWELL (eds), New Religious Movements: Challenge and Response, (London: Routledge 1999)

2 Από τις λίγες τέτοιες εργασίες αναφέρω ενδεικτικά την ανθρωπολογική μελέτη: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΟΥΛΗΣ, Η Πνευματικότητα ως Υπόσχεση Ευτυχίας: Το Παράδειγμα του Μορφωτικού και Μη-Κερδοσκοπικού Σωματείου «Αρμονική Ζωή», αδημοσίευτη Διπλωματική Εργασία, κατατεθειμένη στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Αθήνα 2010
3 Ο σχετικός κατάλογος καταρτίστηκε από την Ε΄ Πανορθόδοξη Συνδιάσκεψη Εντεταλμένων Ορθοδόξων Εκκλησιών και Ιερών Μητροπόλεων δια θέματα Αιρέσεων και Παραθρησκείας (Ναύπακτος 13-15/05/1993) και συμπληρώθηκε από την Ζ΄ Πανορθόδοξη Συνδιάσκεψη Εντεταλμένων Ορθοδόξων Εκκλησιών και Ιερών Μητροπόλεων δια θέματα Αιρέσεων και Παραθρησκείας (Αλίαρτος 20-26/09/1995). Αναλυτικά για τα πορίσματα των Συνδιασκέψεων αυτών βλ. http://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/commitees/heresies/heresies.htm. Ανάλογο κατάλογο 150 «αιρέσεων» που δρουν στην Κύπρο έχει καταρτίσει η ομάδα του Ειδικού Ενημερωτικού Συνεδρίου για Θέματα Αιρέσεων και Παραθρησκείας στην Κύπρο (Ιερά Μονή Τροοδιτίσσης 15-16 Ιουνίου 1996), στο π. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΤΣΙΑΚΚΑ, Νεοφανείς Αιρέσεις: Ποιμαντική, Κοινωνική και Νομική Αντιμετώπισή τους, εκδ. Άθως, Αθήνα 2006, 197-202
4 Διαβόητες εξαιτίας της προβολής τους από τα media είναι οι περιπτώσεις μαζικών αυτοκτονιών ή δολοφονιών, που σχετίζονται με Ν.Θ.Κ. Ομάδες που προέβησαν σε βίαιες και δολοφονικές ενέργειες ήταν: 1) Η οργάνωση Ναός των Ανθρώπων (Peoples Temple), η τραγική ομάδα που ίδρυσε το 1955 ο Jim Jones στην Indianapolis των Η.Π.Α. και η οποία αποδεκατίστηκε το 1978 στη Γουιάνα, όταν 900 μέλη της αυτοκτόνησαν τελετουργικά μαζί με τον ιδρυτή της. 2) Η οργάνωση Κλάδος των Δαβιδικών (Branch Davidians), που αποσχίστηκε από τον κεντρικό κορμό των Αντβεντιστών της Εβδόμης Ημέρας το 1959 και έγινε ευρύτατα γνωστή από τα γεγονότα που συνέβησαν στην έδρα της στο Waco του Texas, στις 19 Απριλίου του 1993. Τότε, μετά από 51 μέρες πολιορκίας, οι ομοσπονδιακοί πράκτορες εισέβαλαν ένοπλοι στην κατασκήνωση, η οποία παραδόθηκε στις φλόγες με αποτέλεσμα των θάνατο 80 μελών της οργάνωσης, καθώς και του αυτοαποκαλούμενου «αμαρτωλού μεσσία» και ηγέτη David Koresh. 3) Το Τάγμα του Ναού του Ήλιου (Order of Solar Temple), με ρίζες αποκρυφιστικές και δεσμούς με τους Ροδόσταυρους. Επικεφαλής της ομάδας στην Ελβετία και στο Quebec ήταν ο Luc Jouret. Ο τελευταίος, τον Οκτώβριο του 1994, μαζί με 53 οπαδούς αυτοκτόνησαν ή δολοφονήθηκαν, για να ακολουθήσουν άλλοι 21 τα επόμενα χρόνια. 4) Η οργάνωση Aum Shinrikyo, με ιδρυτή τον διαβόητο Shoko Asahara. Κίνημα που συνδυάζει στοιχεία βουδιστικά με έναν έντονο αποκαλυπτισμό. Η οργάνωση χτύπησε το μετρό του Τόκιο στις 20 Μαρτίου 1995 με αέριο σαρίν: 12 νεκροί. 5) Η ασήμαντη ομάδα με την ονομασία Heaven’s Gate, με ιδρυτή τον Marshall Applewhite, και δράση κυρίως στο διαδίκτυο. Κήρυττε μια περίεργη σύνθεση αποκρυφιστικής πνευματικότητας και UFO σωτηριολογίας, με έντονο αποκαλυπτικό χαρακτήρα. Στις 26 Μαρτίου 1997 στο San Diego 39 μέλη της οργάνωσης και ο ιδρυτής της αυτοκτόνησαν τελετουργικά προσκειμένου να παραληφθούν από εξωγήινους που είχαν ως σημάδι της άφιξής τους τον κομήτη Hale-Bopp. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι ανάλογες εγκληματικές πράξεις είναι εξαιρετικά σπάνιες στους κόλπους των Ν.Θ.Κ. Κι όταν συμβαίνουν, συνδέονται με περιθωριακές και ασήμαντες ομάδες. Σε καμιά περίπτωση, επομένως, δεν μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι όλα τα Ν.Θ.Κ. είναι «καταστροφικές λατρείες» (destructive cults). Πολύ περισσότερο αυτό ισχύει για την Ελλάδα, όπου ανάλογες εγκληματικές ενέργειες είναι εξαιρετικά σπάνιες, χωρίς βέβαια αυτό να μειώνει τον αποτρόπαιο χαρακτήρα τους.
5 Πρωτοπόρες στην αντιαιρετική επιχειρηματολογία υπήρξαν οι οργανώσεις συντηρητικών προτεσταντών των Η.Π.Α., που είναι γνωστές στη βιβλιογραφία υπό τον γενικό όρο Anti-cult Movements. Για τις οργανώσεις αυτές βλ. GORDON MELTON, Anti-cultists in the United States: An Historical Perspective, στο BRYAN WILSON and JAMIE CRESSWELL, ό.π., 213-233. Για την κατάσταση στη Μεγάλη Βρετανία βλ. GEORGE D. CHRYSSIDES, Britain’s Anti-Cult Movement, στο ίδιο, 257-273, και PETER CLARKE, ό.π., 43-70
6 Βλ. ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ, Νέα Θρησκευτικότητα και Εσχατολογία, στον συλλογικό τόμο Εκκλησία και Εσχατολογία (εποπτεία-συντονισμός Π. Καλαϊτζίδης), Καστανιώτης, Αθήνα 2001, 376
7Ταυτόσημοι είναι και οι όροι Νέα ή Εναλλακτική Θρησκευτικότητα και Νέα Θρησκευτική Συνείδηση, όμως η χρήση τους στη σχετική βιβλιογραφία είναι περιορισμένη. Για τη Νέα Πνευματικότητα εισαγωγικά Βλ. GORDON LYNCH, The New Spirituality: An Introduction to Progressive Belief in the Twenty-first Century, (New York: I. B. Tauris, 2007)
8 Η μονιστικής και ολιστικής κατεύθυνσης οντολογία, η ανθρωπολογική επικέντρωση των ιεροφανειών, η εξατομίκευση και ψυχολογικοποίηση της θρησκείας, η απόλυτη πρόταξη της μυστικής εμπειρίας έναντι των θεσμοποιημένων δογματικών εκφράσεων, η γνωσιολογική ποιότητα της σωτηριολογίας, ο εκλεκτικός σχετικισμός και συγκρητισμός στη χρήση στοιχείων από ποικίλα πνευματικά περιβάλλοντα, η εργαλειοποίηση του θρησκευτικού με ταυτόχρονη έμφαση στη θεραπεία και η αισιόδοξη φιλοσοφία της ιστορίας, είναι μερικοί από τους άξονες αυτούς. Αναλυτικά για τη θρησκειολογική ταυτότητα της Νέας Πνευματικότητας βλ. ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΜΠΕΚΡΙΔΑΚΗΣ, Εναλλακτικές Θρησκευτικές Ταυτότητες στη Μεθόριο Μοντέρνου-Μεταμοντέρνου: Η Περίπτωση της Νέας Πνευματικότητας, στο συλλογικό τόμο: ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΜΑΓΡΙΠΛΗΣ (Επιμ.), Κριτικές Προσεγγίσεις στον Ορθόδοξο Πολιτισμό: Όψεις του Ελληνικού Παραδείγματος, Α. Σταμούλης, Θεσσαλονίκη, 2007, 222-268

9 Για την έννοια και τα χαρακτηριστικά του τεχνικού πνεύματος βλ. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΕΚΡΙΔΑΚΗΣ, Θεολογία και Τεχνολογία: Απόπειρα Διερεύνησης των Θεολογικών Όρων Άρθρωσης του Τεχνικού Φαινομένου, περιοδικό Εκκλησιαστικός Κήρυκας: Θεολογική Επετηρίδα Ιεράς Μητροπόλεως Κιτίου, τόμος ΙΔ΄ (2008), 149-184

10 Αυτό ισχύει τόσο για τα προδρομικά κινήματα που είδαμε, δηλαδή για τη Θεοσοφία και το Νεοβεδαντισμό, όσο και για τα νεώτερα θρησκευτικά κινήματα που συναπαρτίζουν το γιγάντιο εσωτεριστικό ρεύμα της Νέας Εποχής. Έπαυτού υποδειγματική και πλέον εμπεριστατωμένη θεωρώ τη μελέτη του WOUTER J. HANEGRAAFF, New Age Religion and Western Culture: Esotericism in the Mirror of Secular Thought, (New York: State University of New York Press, 1998)
11 Βλ. CHRISTOPHER LASH, Η Κουλτούρα του Ναρκισσισμού, μτφρ. Β. Τομανάς, Νησίδες, Σκόπελος χ.χ.
12 Στα καθ’ ημάς αυτό γίνεται άμεσα αντιληπτό εάν μελετήσει κανείς τη νεοελληνική θεολογική παραγωγή, όπου ο υπερτονισμός του μυστικού και εμπειρικού χαρακτήρα της θέωσης έχει καταντήσει κάτι σαν ενδημική ασθένεια. Προσβάλει όλο και περισσότερους Ορθόδοξους θεολόγους και συγγραφείς, κληρικούς και λαϊκούς, μεταβάλλοντας τους ασυναίσθητα σε κήρυκες ενός ιδιότυπου μετά-εκκοσμικευμένου εμπειρισμού, ανάλογου μ’ εκείνον που συναντάμε στον Νεοβεδαντισμό.

13 Εκπλήσσει η ακρίβεια με την οποία ορισμένα εμπορικά σήματα ή διαφημιστικά mottos αποδίδουν την εσωτερική «λογική», ως προθετικότητα και ως δομή, της μεταμοντέρνας θρησκευτικής εμπειρίας –γι’ αυτό και τα αξιοποιούμε στην πορεία της ανάλυσης. Στη βάση βρίσκεται, νομίζω, μια συγγένεια «πνεύματος», που έχει ως άξονα την εμπορευματοποίηση της πνευματικότητας. Εφόσον η θρησκευτικότητα κατασκευάζεται και βιώνεται ως προϊόν προς ιδιωτική κατανάλωση τι καλύτερο να αποδώσει το αγοραίο «πνεύμα» της από ένα εμπορικό slogan; Για την εμπορευματοποίηση ως δομικό στοιχείο της εναλλακτικής θρησκευτικότητας βλ. JEREMY CARRETTE and RICHARD KING, Selling Spirituality: The Silent Takeover of Religion, (New York: Routledge, 2005, 123 εξ.)

14 Βλ. WILLIAM BLOOM, Soulution: The Holistic Manifesto, (New York: Hay House, 2004, 4)
15 Βλ. THOMAS KUHN, The Structure of Scientific Revolutions (London: The University of Chicago Press, 31996)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...