Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

Αθανασίου Βλέτση:Επιστροφή στην Ορθοδοξία; Ποιό είναι το μοντέλο ενότητας των Εκκλησιών για την Ορθόδοξη Εκκλησία;




Η ομιλία του καθηγητή του Τμήματος Ορθοδόξου Θεολογίας του Πανεπιστημίου του Μονάχου Αθανασίου Βλέτση στο οικουμενικό συμπόσιο προς τιμήν του καθηγητή Πέτρου Βασιλειάδη
Το κείμενο του κ. Αθ. Βλέτση δημοσιεύεται σε πρόχειρη μορφή (draft), χωρίς τις υποσημειώσεις, οι οποίες θα προστεθούν σε μελλοντική γραπτή δημοσίευση του παρόντος.
1. Εισαγωγικά: Οικουμενική κίνηση σε απορία;
Ο λόγος για μια εποχή χειμώνα που διέρχεται η οικουμενική κίνηση έχει από καιρό τώρα γίνει σλόγκαν που επαναλαμβάνεται σε πλείστες όσες θεολογικές οικουμενικές συνάξεις: με την έκφραση αυτή καταγράφεται καταρχήν η στασιμότητα στην πορεία των οικουμενικών συνομιλιών, αλλά πάνω από όλα διατυπώνεται η απορία γύρω από το ποιοί είναι οι επόμενοι στόχοι που θα πρέπει να κατακτήσει η οικουμενική κίνηση. Έχοντας πίσω της περίπου 100 έτη  γενικότερων καρποφόρων οικουμενικών αναζητήσεων, 60 τουλάχιστο χρόνια συγκεκριμένων και εντατικών βημάτων οικουμενικής συνδιαλλαγής μέσω των πολυμερών διαλόγων με βάση την Πλατφόρμα του ΠΣΕ και 30 και πλέον έτη εντατικών διμερών διαλόγων, έντονος γίνεται ο προβληματισμός για την αδυναμία να προσδιοριστούν με σαφήνεια οι επόμενοι στόχοι. Έτσι οι πολλές δίχως άλλο επιτυχίες που έχει καταγράψει στο ενεργητικό της η οικουμενική κίνηση κινδυνεύουν να γίνουν «μπούμερανγκ», αφού οι δάφνες του παρελθόντος τείνουν πια να στεγνώσουν όλως διόλου -χάνοντας έτσι και τα όποια αρώματα ακόμη τις είχαν απομείνει- και νέες δύσκολα κάνουν την εμφάνισή τους στο στίβο των οικουμενικών σταδίων, δίνοντας εύκολη τροφή σε κάθε λογής αντίθετες δυνάμεις, οι οποίες δρώντας σύμφωνα με το ρητό «πόλεμος πατήρ πάντων», συναγωνίζονται να αναπαράγουν κάθε είδους στερεότυπα απόρριψης και άρνησης του οράματος της ένωσης των Εκκλησιών. Η απορία για το μελλοντικό δρόμο που πρέπει να βαδίσει η οικουμενική κίνηση συνοψίζεται από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς στην αδυναμία του εναρμονισμού των διάφορων μοντέλων ενότητας, τα οποία φαίνεται να εκπροσωπούν οι Εκκλησίες και οι θεολογίες τους.  Έτσι ενώ για μια μεγάλη μερίδα Εκκλησιών που προέρχονται από τους κόλπους της Μεταρρύθμισης η εκκλησιαστική ενότητα βιώνεται ως ήδη παρούσα μέσα σε μια συμφιλιωμένη διαφορετικότητα και γίνεται αντιληπτή με την μυστηριακή διακοινωνία, την ευχαριστιακή δηλ. κοινωνία των συμμετεχόντων, και με τη βασική συνεργασία τους σε ουσιώδεις άξονες κοινής πορείας και δράσης στον κόσμο, οι Ορθόδοξες Εκκλησίες τοποθετούν κατά κανόνα στο πολύ μακρινό μέλλον την ιδέα της κοινής ευχαριστιακής κοινωνίας, ως του ακροτελεύτιου επιστεγάσματος μιας πορείας ενότητος που θέλει να αγκαλιάσει όσον δυνατόν περισσότερες μορφές εκκλησιαστικής έκφρασης και λειτουργίας, οι οποίες όμως δεν έχουν ποτέ προσδιοριστεί δεσμευτικά και με ακρίβεια. Η ΡΚαθολική Εκκλησία από τη μεριά της φαίνεται να διαφοροποιεί τη στάση της απέναντι στους άλλους δύο συνομιλητές της: ενώ για τους Ορθοδόξους αναγνωρίζει τη δυνατότητα -έστω κάτω από κάποιες προϋποθέσεις- μιας μυστηριακής διακοινωνίας, αφού τους αναγνωρίζει την εγκυρότητα των μυστηρίων και την αποστολική διαδοχή, στις Εκκλησίες που προήλθαν από τη Μεταρρύθμιση αρνείται και αυτόν τον χαρακτηρισμό τους ως Εκκλησίες. Σε κάθε περίπτωση πάντως εξαρτά την τελική ενότητα μαζί της (και έτσι την ενότητα σε μια Καθολικότητα της Εκκλησίας) από την ετοιμότητα των συνομιλητών της να δεχθούν το πετρίνειο αξίωμα εξουσίας του Επισκόπου της Ρώμης, έστω κι αν αυτό επίσης δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια σε τι ακριβώς θα δεσμεύει τις άλλες Εκκλησίες. Τα διαφορετικά μοντέλα ενότητας που εκπροσωπούν οι διάφορες χριστιανικές οικογένειες, αποτελούν το δίχως άλλο αντανάκλαση και της εκκλησιολογικής αυτοσυνειδησίας τους.  Έτσι η αναζήτηση των μοντέλων ενότητας βαδίζει παράλληλα με την πιστοποίηση της εκκλησιολογικής ταυτότητας των επιμέρους Εκκλησιών και τη σχέση τους με την Εκκλησία του Χριστού.
Στην παρούσα εισήγηση δεν μπορούμε να καταγράψουμε με λεπτομέρειες την εκκλησιολογική αυτοσυνειδησία και φυσικά αναλυτικότερα τα μοντέλα ενότητας που φαίνεται να εκπροσωπούν οι τρεις μεγάλες χριστιανικές Ομολογίες, η Ορθόδοξη, η ΡΚαθολική και η Προτεσταντική. Ωστόσο είναι απαραίτητη η επιγραμματική έστω  αναφορά στα μοντέλα που υιοθετούνται από τις άλλες Εκκλησίες, πράγμα που θα αποτελέσει το αντικείμενο του 2. κεφαλαίου της παρούσας εισήγησης, μετά από αυτή την εισαγωγή. Σε ένα 3. κεφάλαιο θα καταγράψουμε βασικές εκκλησιολογικές συντεταγμένες της ορθόδοξης εκκλησιολογίας, ενώ σε μια τελευταία 4. ενότητα θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε κάποιες προτάσεις για το μέλλον.
2. Τα διαφορετικά εκκλησιολογικά μοντέλα των Δυτικών Εκκλησιών 
2.1. Το εκκλησιολογικό μοντέλο της ΡΚαθολικής Εκκλησίας: η περιεκτική Εκκλησιολογία;
Στη χρονιά που πέρασε (2012) γιορτάστηκε σε πολλές χώρες Δ.Ευρώπης η 50ετία από την έναρξη της Β´Βατικανής Συνόδου (1962), η οποία για πολλούς ΡΚαθολικούς θεολόγους σηματοδότησε μια κοπερνίκεια στροφή για την Καθολική Εκκλησία. Αιχμή του δόρατος σε μια νέα διατύπωση της εκκλησιολογικής αυτοσυνειδησίας της ΡΚαθολικής Εκκλησίας υπήρξε η Δογματική Διακήρυξη περί Εκκλησίας (Lumen Gentium) και συγκεκριμένα η 8η παράγραφός του, στην οποία φαίνεται να εισάγεται ένας κάποιος δυισμός ανάμεσα στην Εκκλησία του Χριστού και την ΡΚαθολική Εκκλησία: η πρώτη «πραγματώνεται» (ή υφίσταται, ή ενυπάρχει ή έχει την συγκεκριμένη ύπαρξη: η ερμηνεία και μόνο του σχετικού και περιβόητου όρου subsistit έχει γεμίσει αρκετούς τόμους) στην ΡΚαθολική Εκκλησία χωρίς όμως να ταυτίζεται απόλυτα, εξισωτικά μαζί της. Με τον τρόπο αυτό η ΡΚαθολική εκκλησία φαίνεται πρόθυμη να αναγνωρίσει στοιχεία εκκλησιαστικότητας και στις άλλες εκκλησίες, τα οποία μάλιστα και μπορούν να συμβάλλουν στο έργο της σωτηρίας των πιστών. Η εκκλησιολογία της Β´ Βατικανής ανανέωσε έτσι την ελπίδα της αναγνώρισης των άλλων εκκλησιών ως Εκκλησιών. Ωστόσο η ΡΚαθολική Εκκλησία δεν έπαψε σε καμία περίπτωση να επαναλαμβάνει σε διαφόρους τόνους ότι η εδραίωση της καθολικότητας της Εκκλησίας πραγματώνεται μόνο μέσα από την κοινωνία με τον επίσκοπο Ρώμης, ως τον καθοριστικό παράγοντα και εγγυητή της ενότητας του χριστιανικού πληρώματος. Η ελπίδα που άφηνε η εκκλησιολογία της Β´ Βατικανής να διαλεχτεί με τις άλλες Εκκλησίες δεν μπόρεσε ωστόσο στα τελευταία χρόνια, και συγκεκριμένα μετά το 2000 να επαληθευτεί, καθώς η ΡΚαθολική Εκκλησία φαίνεται να ερμηνεύει και πάλι με μια στενή οπτική τη Β´ Βατικανή σύνοδό της: έτσι το περίφημο susbistit αφήνει να φανούν τα συστημικά του κενά, καθώς σε νεώτερα κείμενά του (το 2000 και το 2007) το Βατικανό εγκαταλείπει την αρχή των «αδελφών Εκκλησιών», πριμοδοτώντας την αρχή της μητέρας Εκκλησίας και των θυγατέρων της, με ορατό κίνδυνο το μοντέλο ενότητας της ΡΚαθολικής Εκκλησίας να ταυτιστεί με το μοντέλο της επιστροφής των θυγατέρων στους μητρικούς κόλπους, οι οποίοι και μόνοι μπορούν να εγγυηθούν την ενότητα.
2.2. Το εκκλησιολογικό μοντέλο του Προτεστατικού κόσμου:
Αποτελεί σίγουρα απλούστευση, ωστόσο νομίζουμε όχι λανθασμένη, αν θα θέλαμε να συγκεφαλαιώσουμε το ευαγγελικό μοντέλο ενότητας των Ευαγγελικών Εκκλησιών στην έκφραση της συμφιλιωμένης διαφορετικότητας (versöhnte Verschiedenheit). Οι Εκκλησίες που προήλθαν από τη Μεταρρύθμιση ξεπερνώντας τις καθόλου ευκαταφρόνητες δικές τους υποδιαιρέσεις του παρελθόντος, όπως ιδιαίτερα εκείνες μεταξύ των Μεταρρυθμισμένων (Καλβινιστών) και των Λουθηρανικών Εκκλησιών βρήκαν (μαζί με διάφορες Ελεύθερες ευαγγελικές Εκκλησίες) μια πλατφόρμα ενότητας η οποία τις επιτρέπει την εκατέρωθεν αναγνώριση των μυστηρίων και των ιερατικών αξιωμάτων. Στην Ευρώπη η πλατφόρμα αυτή εκφράστηκε στην Commutity of Protestant Churches in Europa – CPCE.
Το μεγάλο ερώτημα ωστόσο με το μοντέλο της συμφιλιωμένης διαφορετικότητας είναι πού τελειώνει η συμφιλίωση και πού αρχίζει η διαφορετικότητα, η οποία δεν επιτρέπει τη μυστηριακή διακοινωνία: Οι Ορθόδοξοι θα έθεταν το δίχως άλλο το ερώτημα για το πόσο θεμιτή είναι ή πόσο μακριά μας οδηγεί η διαφορετικότητα π.χ. της χειροτονίας των γυναικών και της αναγνώρισης (μάλιστα σε πλείστες όσες τοπικές εκκλησίες και με σχετική ιερολογία) της ένωσης ομόφυλων ζευγαριών.
3. Το ορθόδοξο εκκλησιολογικό μοντέλο: Επιστροφή στην Ορθοδοξία;
Η ορθόδοξη εκκλησιολογία, όπως τουλάχιστο αυτή καταγράφεται και μαρτυρείται στα επίσημα κείμενα των ορθοδόξων εκκλησιών που έχουν κατατεθεί είτε σε οικουμενικούς είτε σε πανορθόδοξους διαλόγους, δεν φαίνεται να αφήνει περιθώρια για ένα δυισμό ανάμεσα σε μια ιδεατή εικόνα της Καθολικότητας της Εκκλησίας του Χριστού και στη συγκεκριμένη, ορατή και ιδρυματική της έκφραση στην Ορθόδοξη Εκκλησία. «Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μία, αγία, Καθολική και αποστολική Εκκλησία που ομολογούμε στο σύμβολο της πίστης» (Γ´ προσυνοδική πανορθόδοξη διάσκεψη στη Γενεύη, 1986) ή με τη δραστικότερη έκφραση των Ορθοδόξων αντιπροσώπων στην Γ´ Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ το 1961: «Για τους Ορθόδοξους η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ακριβώς η Εκκλησία». Ωστόσο η γενική και φαινομενικά για τρίτους υπεροπτική στην εκφορά της διατύπωση αυτή γίνεται κάπως συγκεκριμένη, όταν αναλύονται επί μέρους στοιχεία της εκκλησιολογικής αυτοσυνειδησίας των Ορθοδόξων. Η βεβαιότητα της αλήθειας της Ορθοδοξίας ως της Εκκλησίας του Χριστού εδράζεται στην πολλαπλή πιστοποίηση της ταυτότητάς της με την αδιαίρετη Εκκλησία της Α´ χιλιετίας: «η αδιάσπαστη και συνεχής αποστολική διαδοχή και η διαδοχή της ιερατικής διακονίας συνιστούν ουσιώδη, συστατικά και γι αυτό δεσμευτικά στοιχεία της εκκλησιολογικής της ταυτότητας» (1961).  Έτσι αυτό που απομένει στις άλλες Ομολογίες είναι να βρουν το δρόμο της επιστροφής «στο κοινό παρελθόν» (1961) ή με μια δραστικότερη έκφραση ενός παλιότερου κειμένου (Οhio, 1957), να βρουν το δρόμο της επιστροφής στους «κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία διαφύλαξε την ουσιαστική της ταυτότητα με τον αρχέγονο Χριστιανισμό».  Ωστόσο δεν γίνεται ούτε στα παλαιότερα αυτά κείμενα ούτε σε άλλα νεότερα σαφές τί ανήκει πραγματικά στα «σπουδαία αναλλοίωτα στοιχεία» της εκκλησιαστικής ζωής, τα οποία οι άλλοι καλούνται να επαναποκτήσουν και ποιες είναι οι φόρμες που υπόκεινται σε αλλαγή, καθόσον είναι δημιουργήματα ιστορικών συγκυριών.  Η Ορθόδοξη Εκκλησία μάλιστα αποφεύγει να αποφανθεί για το εκκλησιαστικό Status των άλλων μη Ορθοδόξων Εκκλησιών,  αφού συνδέοντας την εκκλησιαστική ταυτότητα των άλλων με το ερώτημα για την σωτηριολογία εκτός των ορίων της Ορθοδοξίας παραπέμπει την απάντηση στην κρίση του Θεού.  Αν κάποιος πάντως θα ήθελε να έχει ένα συγκεκριμένο δεσμευτικό κατάλογο σημείων τα οποία οι Ορθόδοξοι θέτουν ως προαπαιτούμενα για την ενότητα τότε η σύγχυση θα ήταν  μεγάλη, αφού η ψαλίδα των σημείων αυτών που οι ετερόδοξοι θα πρέπει να αποδεχτούν προκειμένου να επιτευχθεί η ενότητα με την Ορθοδοξία φθάνει από το Φιλιόκβε (εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και από τον Υιό) και τα παπικά δόγματα (του πρωτείου και του αλαθήτου) μέχρι τη διδασκαλία για τις άκτιστες ενέργειες και το καθαρτήριο πυρ. Περιττόν βέβαια να παρατηρήσουμε ότι και στα σημεία αυτά δεν υπάρχει μία και η αυτή κατανόηση και δεσμευτική ερμηνεία  μεταξύ των ιδίων των Ορθοδόξων.
Οι σχετικοί όροι που εκφράζουν την εκκλησιολογική αυτοσυνειδησία της Ορθοδοξίας έχουν πάντως γνωρίσει διαφοροποιήσεις, προϊούντος του οικουμενικού διαλόγου. Έτσι η αξίωση των Ορθοδόξων ότι αποτελούν τον «φορέα και τον μάρτυρα της πίστης και της παράδοσης της μίας, αγίας Καθολικής Εκκλησίας» (1986, b 1), αξίωση την οποία φυσικά ο ομιλών και ενστερνίζεται, μπορεί νομίζω να κατανοηθεί όχι με την αποκλειστικότητα (exklusiv) που αποκλείει τους άλλους, αλλά με εκείνη την ανοικτότητα, που προσκαλεί όλους για μια νέα από κοινού, δημιουργική ανακάλυψη των κοινών ριζών που μπορούν να μπολιάσουν καρποφόρα τις συντεταγμένες πορείας, καθοδόν προς μια νέα κοινωνία των χριστιανικών εκκλησιών στην τρίτη τους χιλιετία.  Άλλωστε δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι και οι Ορθόδοξοι αποτελούν μια κοινωνία Εκκλησιών με κοινές μεν συντεταγμένες σε βασικά σημεία δόγματος, λατρείας, και εκκλησιαστικής τάξεως αλλά και με όχι λίγες διαφοροποιήσεις: αφενός σε σχέση προς την αρχέγονη εκκλησία, την εκκλησία πριν από την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου -διαφοροποιήσεις που δεν διέσπασαν ωστόσο την οργανική συνέχεια εκκλησιαστικού βίου-, αφετέρου σε επιμέρους πτυχές του δικού τους εσωτερικού βίου: το κυριότερο δε με ανοικτό ακόμη τον τρόπο της δικής τους συνοδικής διακοινωνίας και της λήψης αποφάσεων, όπως καταδεικνύει η αδυναμία στην πορεία σύγκλισης της Πανορθοδόξου Συνόδου, πράγμα που τους κρατά ομήρους του παρελθόντος τους και σίγουρα όχι πειστικούς συνομιλητές, στην κλήση προς τις άλλες Εκκλησίες για επιστροφή στην αδιαίρετη παράδοση και στην ίδια την Ορθοδοξία.
4. Όραμα πορείας των χριστιανικών εκκλησιών στην τρίτη χιλιετία: δημιουργία ομόκεντρων διευρυμένων κύκλων 
Μια δημιουργική πορεία προς την τρίτη  χιλιετία σίγουρα δεν μπορεί να αγνοήσει την δισχιλιετή ιστορία της Εκκλησίας. Βαρύτητα το δίχως άλλο αποκτούν εκείνες οι φόρμες στη διδασκαλία και στην καθημερινή πράξη, οι οποίες διαμορφώθηκαν από κοινού στις μεγάλες οικουμενικές συνόδους της Α´χιλιετίας και πάνω από όλα το σύμβολο της Β´ Οικουμενικής συνόδου.  Στον πυρετό των διμερών και πολυμερών οικουμενικών διαλόγων, στους οποίους όχι σπάνια οι επίσημες επιτροπές επιδίδονται σε μια εφ᾽ όλης της ύλης εξέταση της διδασκαλίας των Εκκλησιών τους, επιχειρώντας την σύνταξη ενός εκτενέστατου και αναλυτικότατου εγχειριδίου δογματικής (και όχι μόνο, αλλά και λειτουργικής και βιβλικής θεολογίας), -το οποίο είναι πολύ αμφίβολο αν με τρόπο δεσμευτικό διαθέτει η κάθε μια εκκλησία για τα δικά της μέλη (ένας είδος αναλυτικής κατήχησης)-, παραθεωρείται το γεγονός ότι η κοινή πίστη στην Α´χιλιετία εκφράστηκε μέσα από πολύ συγκεκριμένα, συνοπτικά κείμενα που έχουν μείνει στην ιστορία των οικουμενικών συνόδων ως όροι ή σύμβολα πίστης. Θα ήταν σίγουρα χρήσιμο η από κοινού σύνταξη ενός συνοπτικού ει δυνατόν εγχειριδίου κατήχησης για τους πιστούς, και σίγουρα θα αποτελούσε υποθήκη για την αξιοπιστία των χριστιανικών Εκκλησιών η από κοινού τοποθέτηση και συστράτευσή τους για μια σειρά προβλημάτων που αφορούν τον πολυσχιδή και τόσο σύνθετο σύγχρονο ανθρώπινο βίο, π.χ. από τα προβλήματα της βιοηθικής μέχρι τα προβλήματα περιβάλλοντος. Ωστόσο αυτό ακριβώς αποτελεί το ζητούμενο: δηλαδή η σε κάθε εποχή  εκ νέου αναζήτηση και επαναβεβαίωση της έκφρασης του κοινού οράματος των Χριστιανών, όχι όμως το προαπαιτούμενο για την επίτευξη εκείνης της μορφής ενότητας που αποτελεί έκφραση της κοινής μαρτυρίας των Εκκλησιών που προσκαλούν τον κόσμο να πιστέψει (πρβλ. Ιωαν 17,18εξ.: ίνα πάντες εν ώσι, καθώς συ, πάτερ, εν εμοί καγώ εν σοί, ίνα και αυτοί εν ημίν εν ώσιν, ίνα ο κόσμος πιστεύση ότι συ με απέστειλας). Ποιό είναι λοιπόν το μοντέλο ενότητας των Εκκλησιών για το εγγύς μέλλον;
Προσωπικά θα το περιέγραφα ως μια ανοικτή Κοινωνία Εκκλησιών, η οποία με κέντρο την ευχαριστιακή ενότητα θα έγγραφε ολοένα και μεγαλύτερους ομόκεντρους κύκλους στην πορεία της προς τη Βασιλεία του Θεού. Η από κοινού συμμετοχή στο μυστήριο της ευχαριστίας είναι σίγουρα μια ύψιστη έκφραση της κοινωνίας των πιστών στο σώμα του Χριστού, όχι όμως η μοναδική έκφραση της μαρτυρίας της πίστης, η οποία καλείται να σαρκώνεται και σε πολλές άλλες μορφές κοινού βίου, «για να ζήσει ο κόσμος». Φοβάμαι ότι με τη μέθοδο που ακολουθούμε στον οικουμενικό διάλογο, αφήνοντας τη Θεία Κοινωνία ως τελευταίο κρίκο σε μια μακρά ατέλειωτη αλυσίδα αναζήτησης ενότητας σε ποικίλους όσους, εν πολλοίς δε και νεώτερους δογματικούς και άλλους κανόνες πίστης εργαλειοποιούμε την Θεία Κοινωνία για να πετύχουμε τη μέγιστη κοινή έκφραση εκκλησιαστικής ζωής. Δεν θα ήταν ίσως χρησιμότερο να σκεφτούμε ότι θα αρκούσε η κοινή αποδοχή των βασικών όρων πίστεως, όπως αυτοί εκφράστηκαν σε οικουμενικές συνόδους της αδιαίρετης εκκλησίας, ώστε να καταστεί δυνατή η μυστηριακή διακοινωνία; Εδώ θα ήταν απαραίτητο να υπογραμμίσουμε ότι στα κείμενα των επισήμων διμερών διαλόγων, τους οποίους διεξάγει η Ορθόδοξη Εκκλησία με πλείστες όσες Εκκλησίς (ΡΚαθολική, Παλαιοκαθολική, Αγγλικανική, Λουθηρανική, Μεταρρυθμισμένη και τις αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες) οι επτά οικουμενικές σύνοδοι έχουν γίνει δεσμευτικά αποδεκτοί (με εξαίρεση ίσως τους Προχαλκηδονίους, οι οποίοι αποδέχονται ωστόσο τη διδασκαλία των Οικουμενικών συνόδων). Προαπαιτείται βέβαια ότι σύμφωνα με την αρχή της βασικής συναίνεσης (konsensus), που διέπει την λειτουργία των Εκκλησιών στα πλαίσια του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών (ΠΣΕ), δεν θα εγείρει κάποια Εκκλησία «ζητήμα πίστεως» (status confessionis) σε νεώτερες εξελίξεις που με κανέναν τρόπο δεν θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές, αφού θα έθιγαν την ίδια την υπόσταση της πίστης στον εν Τριάδι αποκεκαλυμμένο Θεό. Ωστόσο η εφαρμογή αυτής της μεθόδου θα πρέπει να περιοριστεί σε εκείνα τα απολύτως απαραίτητα και δεσμευτικά, τα οποία διασαλεύουν την κοινή έκφραση ώστε να μαρτυρηθεί η κοινή πίστη, και τα οποία θα αποτελούσαν status confessionis στην αρχαία εκκλησία.  Η αναζήτηση της κοινής συνισταμένης σε πλείστα όσα νεώτερα προβλήματα, από την τοποθέτηση σε μια σειρά ζητημάτων κοινωνικής διακονίας και ευθύνης μέχρι την κοινή έκφραση της ενότητας και εκπροσώπησης από συνοδικά και άλλα εκκλησιαστικά όργανα θα αποτελούν κάθε φορά τους νέους επιμέρους στόχους οι οποίοι θα αυξάνουν τους κύκλους που θα γράφει η Εκκλησία μέχρι να ολοκληρωθεί στο μεγάλο Κύκλο της Βασιλείας του Θεού που θα αγκαλιάσει όλους και όλα, «ίνα η ο Θεός τα πάντα εν πάσιν» (1 Κορ 15, 28). Οι χριστιανοί πρέπει να έχουν μάθει ωστόσο, δύο χιλιάδες χρόνια τώρα, να μη ταυτίζουν τα όρια της Βασιλείας του Θεού με τα όρια της Εκκλησίας τους. Κάτω από το πρίσμα αυτό κάθε εποχή μπορεί να γίνεται εποχή νέας ανθοφορίας και καρποφορίας και οι καρποί του αγίου Πνεύματος σίγουρα δεν μπορούν να περιορίζονται από τις καιρικές συνθήκες: και μέσα στη βαρυχειμωνιά η πίστη των Χριστιανών ανθεί και φέρει κι άλλην.


http://blogs.auth.gr/moschosg/

Η Ομιλία της ντροπής- Αμβρόσιος στην κηδεία του Νίκου Ντερτιλή




Τι άλλο πρέπει να πει για να πάρει θέση η Ιερά Σύνοδος;;;;



δείτε και την παλαιότερη δημοσίευσή μας   από το καλοκαίρι του 2011 


 http://e-theologia.blogspot.gr/2011/08/blog-post_10.html

Νίκος Παύλου:ΟΙ ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΛΟΥΤΟΥΝΤΕΣ





Τα κείμενα των Τριών Ιεραρχών, του  Μεγάλου Βασιλείου, του Γρηγορίου Θεολόγου και του Ιωάννη Χρυσόστομου, την μνήμη των οποίων σήμερα γιορτάζουμε, ανήκουν στην κατηγορία των «ανοιχτών έργων». Αυτό σημαίνει πως ο λόγος τους παραμένει πάντα επίκαιρος με την έννοια ότι είναι οδοδείκτης και εργαλείο ερμηνείας γι’ αυτόν που θέλει να κατανοήσει την πραγματικότητα και να προσεγγίσει τις παραμέτρους της, έχοντας μία ασφαλή αφετηρία ως πυξίδα για το έργο του.
Σε αυτή την κατηγορία ανήκει και ο λόγος του Μεγάλου Βασιλείου «Ομιλία προς πλουτούντας», που είναι αντιπροσωπευτικός της σκέψης των τριών Πατέρων, και γι’ αυτό η σημερινή ομιλία θα επικεντρωθεί σε αυτόν.  Αποτελεί κείμενο που θα δώσει ερμηνευτικές προτάσεις σε όποιον επιχειρήσει να εξετάσει δύσκολες καταστάσεις σαν αυτές που βιώνουν σήμερα αρκετοί συνάνθρωποι. Εκφωνήθηκε με αφορμή τους στίχους του Ευαγγελίου που αναφέρονται στον πλούσιο νέο που ζήτησε να μάθει από τον Ιησού τι πρέπει να κάνει για να έχει αιώνια ζωή. Ο Κύριος του ζήτησε να τηρεί τις εντολές. Ο άνθρωπος του απάντησε πως τις τηρεί. Ο Ιησούς του ζήτησε τότε να απαρνηθεί τα πλούτη του. Περίλυπος έφυγε  τότε ο πλούσιος, γιατί είχε μεγάλη περιουσία, γεγονός που έκανε τον Διδάσκαλο να πει: «Αλήθεια σας λέω, δύσκολα θα εισέλθει πλούσιος στη Βασιλεία των Ουρανών. Ευκολότερο είναι να περάσει γκαμήλα από το μάτι της βελόνας, παρά να εισέλθει πλούσιος στη Βασιλεία του Θεού».
Ο Μέγας Βασίλειος δεν αρκείται να σχολιάσει μόνο τον Κυριακό λόγο, αλλά με συγκεκριμένες επισημάνσεις καταγράφει παθολογίες της εποχής του, τις ερμηνεύει και προτείνει θεραπείες. Μέλος και ο ίδιος της επαρχιακής αριστοκρατίας της αυτοκρατορίας, που απαρνήθηκε όμως τις ανέσεις τις οποίες θα μπορούσε να έχει από τη θέση του, γνωρίζει άριστα καταστάσεις που δημιουργούν ανισότητες και είναι υπεύθυνες για κοινωνικές διαφοροποιήσεις. Αν και η ομιλία εκφωνείται  υπό το πρίσμα της αιώνιας ζωής, έχοντας ως τελικό στόχο να πειστούν οι πλούσιοι της εποχής του για την  ματαιότητα της συσσώρευσης πλούτου δε χάνει τον καταγγελτικό της χαρακτήρα. Αποτελεί δηλαδή αντιπροσωπευτικό δείγμα της σκέψης των Πατέρων της Εκκλησίας, οι οποίοι ακολουθώντας το προφητικό κήρυγμα της Παλαιάς Διαθήκης,  δε δίσταζαν να ελέγξουν τους πλούσιους και τους ισχυρούς της εποχής τους, χωρίς να υπολογίζουν συνέπειες.
Καταγράφει λοιπόν τη ζωή τους , μη διστάζοντας να ελέγξει ακόμη και αυτούς που, χρησιμοποιώντας θρησκευτικές πρακτικές θεωρούσαν τον εαυτό τους καλό χριστιανό, ξεχνώντας τον πλησίον και τα προβλήματά του. Ο λόγος του είναι συγκλονιστικός: «Γνωρίζω» αναφέρει, «πολλούς που νηστεύουν, προσεύχονται, στενάζουν, επιδεικνύοντας έτσι όλη την αδάπανη ευλάβεια. Σε όσους όμως θλίβονται δε δίνουν ούτε μία δεκάρα! Ποιο είναι το όφελος της υπόλοιπης αρετής;».
Οι αντιθέσεις που παρουσιάζει στο έργο του βοηθούν να γίνουν κατανοητά κοινωνικά σχήματα που διαμόρφωσαν νοοτροπίες και ανέδειξαν προβληματισμούς χρήσιμους για την ερμηνεία των κοινωνικών δομών του αρχαίου κόσμου και πιο συγκεκριμένα της Ύστερης αρχαιότητας. Με δωρική γραφή που ταιριάζει στις καταστάσεις που βιώνει, καταγράφει γεγονότα και συμπεριφορές για να προτείνει κατόπιν λύσεις. Αυτοί λοιπόν που ανήκουν στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα έχουν πολλά στρέμματα καλλιεργήσιμης και φυτεμένης  γης, κατέχουν βουνά, πεδιάδες, κοιλάδες, ποτάμια, λιβάδια. Ταυτόχρονα η περιουσία τους περιλαμβάνει χρυσό, άργυρο, μαργαριτάρια, πολύτιμους λίθους. Έχουν λοιπόν ακόρεστη δίψα για πλούτη. Δεν τους αρκούν αυτά που έχουν, αλλά ζητάνε άλλα τόσα. Μοιάζουν, υπογραμμίζει ο επίσκοπος της Καισαρείας με τους μέθυσους που βρίσκουν αφορμή να πίνουν συνεχώς,  όσο τους βάζουν κρασί.  Δεν τους ευχαριστούν, λέει, όσα έχουν και ας είναι τόσα πολλά. Τους λυπούν όσα δεν έχουν, όσα υποθέτουν ότι τους λείπουν.
Η ζωή τους είναι μέσα στην περιττή πολυτέλεια και σπατάλη. Έχουν, αναφέρει ο μεγάλος Πατέρας, άχρηστα πράγματα που κανένας δε μπορεί να σκεφτεί. Χιλιάδες άμαξες, άλλες για να μεταφέρουν αποσκευές και άλλες τους ίδιους καλυμμένες με χαλκό και άργυρο. Πλήθος άλογα ράτσας που τα επιδεικνύουν. Όλα τα εξαρτήματά τους είναι πανάκριβα: τα χαλινάρια, οι ζώνες, τα περιδέραια είναι αργυρά και χρυσοκέντητα.  Με υφάσματα πορφυρά στολίζουν τα ζώα σα γαμπρούς . Οι υπηρέτες των πλούσιων της εποχής είναι αμέτρητοι, αρκετοί για κάθε πολυτέλεια: επίτροποι, ταμίες, γεωργοί, τεχνίτες για να φτιάχνουν ό, τι εφευρέθηκε για απόλαυση και τρυφή, μάγειροι, αρτοποιοί, οινοχόοι, κυνηγοί, γλύπτες, ζωγράφοι. Έχουν κοπάδια καμήλες, άλογα, βόδια, πρόβατα, χοίρους. Σπίτια που λαμποκοπούν από την πολυτέλεια με τοίχους που έχουν περαστεί με χρυσάφι. Αργυρά κρεβάτια και τραπέζια, ελεφάντινα καθίσματα και αμάξια.
Να τονιστεί εδώ πως οι παραπάνω αναφορές δεν είναι καθόλου υπερβολικές , αν σκεφτεί κάποιος πως οι Δυνατοί της Μέσης Βυζαντινής περιόδου κατείχαν χιλιάδες εκτάρια γης. Για παράδειγμα η χήρα Δανιηλίς εκμεταλλεύονταν όλη την Πελοπόννησο και επηρέαζε την πολιτική του αυτοκράτορα Βασίλειου Α΄.
Η σύγκριση όμως με τη ζωή των φτωχών, όπως περιγράφεται στο λόγο του Μεγάλου Βασιλείου, είναι το λιγότερο αποκαρδιωτική. Ο επίσκοπος της Καισάρειας γνωρίζει καλά την αθλιότητα στην οποία ζούσαν, αφού συνεχώς ήταν στο πλάι τους προσπαθώντας να βοηθήσει με όλες τις δυνάμεις του. Δε διστάζει να κατονομάσει τους υπεύθυνους γι’ αυτή  χωρίς να λογαριάζει τις συνέπειες: είναι οι πλούσιοι που γρονθοκοπούν τους φτωχούς, βασανίζουν τους υπηρέτες τους και παροργίζουν τους γείτονές τους. Χτυπούν αυτούς που τους αντιμιλούν, καταγγέλλουν για εξύβριση αυτούς που θρηνούν, ενώ οι συκοφάντες είναι πανέτοιμοι  να τους προσφέρουν τις υπηρεσίες τους.
Οι φτωχοί είναι χιλιάδες, εξαθλιωμένοι και στέκονται έξω από την πόρτα των πλούσιων. Αν οι τελευταίοι διέθεταν ένα  δαχτυλίδι τους θα απαλλάσσονταν από τα χρέη τους  και θα ανόρθωναν τα σπίτια τους που κατέρρεαν. Ένα  απόθεμα ρούχων τους θα μπορούσε να ντύσει έναν ολόκληρο λαό που τρέμει από το κρύο.
Ο Μέγας Βασίλειος τελειώνοντας δε διστάζει να περιγελάσει και αυτούς που αρχίζουν να κάνουν φιλανθρωπίες στο τέλος της ζωής τους, θεωρώντας ότι έτσι θα συγχωρεθούν. «Προσφέρεις», λέει, «στον ευεργέτη σου, ό, τι περίσσεψε αφού έζησες τη ζωή σου». «Πως τολμάς», συνεχίζει, «να προσφέρεις αποφάγια στο Θεό;». Και προτείνει τη λύση για τη ζοφερή κατάσταση που περιέγραψε: κατανομή του πλούτου και απόδοση αγαθών σε αυτούς που ζουν.
Το ίδιο πνεύμα διακρίνει και τους δύο άλλους μεγάλους Ιεράρχες, το Γρηγόριο το Θεολόγο και τον Ιωάννη Χρυσόστομο. «Αρπάζεται τις υπό της εξουσίας συνήγορος ο θείος Πατήρ. Λιμός ενοχλεί, ο συνήγορος γίνεται τροφεύς. Νοσεί τις, ο τροφεύς μεταβάλλεται εις ιατρόν. Πενθεί γίνεται παρηγορία. Είναι ξένος, ο επίσκοπος θα φροντίσει γι’ αυτόν», λέγει ο Θεοδώρητος Κύρου, μιλώντας για το έργο του Χρυσοστόμου.
Τιμώντας λοιπόν σήμερα τους «τρεις μεγίστους φωστήρας της τρισηλίου θεότητος» οφείλουμε να εντρυφήσουμε στις ιδέες τους που τις υλοποιούσαν με τον τρόπο ζωή τους. Είναι παρόντες στον ανθρώπινο πόνο, όπως φάνηκε και στο κείμενο του Μεγάλου Βασιλείου, για το οποίο κάναμε λόγο. Συμπάσχουν και προτείνουν λύσεις. Αποτελούν έτσι ένα θαυμαστό υπόδειγμα και για το σημερινό άνθρωπο που καλείται να τους μιμηθεί.

http://theologoi-school.blogspot.gr/2013/01/blog-post_30.html

Η κοινωνική δράση των Τριών Ιεραρχών




        Τετάρτη 30-1-2013                                                      ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ  ΓΕΩΡΓ. ΚΑΡΑΤΖΑ
        Θεολόγου – Καθηγητή  
                                                                                    του 4ου Γυμνασίου Χίου

Ομιλία που εκφωνήθηκε στον Ιερό Ναό Kοιμήσεως Θεοτόκου  Χαλκειούς Χίου στα πλαίσια του  σχολικού εορτασμού της μνήμης των Τριών Ιεραρχών.

          Σεβαστέ πατέρα, κύριε Αντιδήμαρχε, κύριοι Δημοτικοί Σύμβουλοι, κύριε Πρόεδρε του Τοπικού Συμβουλίου Χαλκειούς, κύριοι Τοπικοί Σύμβουλοι, κύριε Διευθυντά του Σχολικού Κέντρου Καμποχώρων, κύριοι συνάδελφοι εκπαιδευτικοί, αγαπητές μαθήτριες και μαθητές, κυρίες και κύριοι˙ κάθε χρόνο τέτοια μέρα, οι άνθρωποι των γραμμάτων, και ειδικότερα όσοι εμπλεκόμαστε στη μαθησιακή διαδικασία, δάσκαλοι και μαθητές όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης, τιμάμε τους Τρεις μεγάλους Ιεράρχες και οικουμενικούς διδασκάλους, τον Άγιο Βασίλειο τον Μέγα (τον γνωστό σ’ όλους μας Άγιο Βασίλη), τον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο ή Ναζιανζηνό και τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο. Φέτος, μάλιστα, συμπληρώνονται 169 χρόνια από τότε που με απόφαση της η τότε Σύγκλητος του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών καθιέρωσε την 30η Ιανουαρίου, εκτός από ημέρα τιμής και μνήμης των Τριών Ιεραρχών, και ως ημέρα των ελληνικών Γραμμάτων. Επιπλέον, τη σημερινή μέρα τιμάμε και όλους όσους έχουν διατελέσει δάσκαλοι, καθηγητές, δωρητές και ευεργέτες των σχολείων μας.
             Δυστυχώς, αγαπητοί μου, η φετινή εορτή των τριών μεγάλων Αγίων Πατέρων της Ορθόδοξης Εκκλησίας και προστατών της Ελληνορθόδοξης παιδείας συνέπεσε να εορτάζεται μέσα σ’ ένα κλίμα γενικής αναταραχής, που προκαλεί η συνεχώς τα τελευταία χρόνια διογκούμενη παγκόσμια κρίση, μια κρίση όχι μόνο οικονομική, όπως πολλοί τη θεωρούν, αλλά κυρίως και πρωτίστως ηθική, κοινωνική και πολιτισμική, μια κρίση αξιών, η οποία φυσικά δεν έχει αφήσει ανέγγιχτη ούτε τη χώρα, αλλά ούτε και την παιδεία μας. Γι’ αυτό το λόγο, σήμερα, έκρινα σωστό και επιτακτικό να μην αναφερθώ στη ζωή, τις σπουδές και το συγγραφικό έργο των  Τριών Ιεραρχών(όλα αυτά είναι σε όλους μας λίγο πολύ γνωστά και χιλιοειπωμένα), αλλά να επικεντρωθώ στην κοινωνική τους δράση σε περιόδους δύσκολες, παρόμοιες με εκείνη, που βιώνουμε σήμερα σαν κοινωνία.
Οι τρεις αυτοί Άγιοι, παρόλο που έζησαν 1700 περίπου χρόνια πριν, οφείλουμε όλοι μας ακόμη και σήμερα να τους έχουμε ως παραδείγματα και άξια πρότυπα προς μίμηση, γιατί δεν έμειναν στη θεωρία, αλλά παρουσίασαν ένα τεράστιο κοινωνικό έργο. Αυτό πρωτίστως οφείλεται στο γεγονός ότι είχαν  συνειδητοποιήσει ότι, όσο πιο πολύ προσεγγίζει κάποιος το Θεό, τόσο πιο πολύ ανακαλύπτει και πλησιάζει τον συνάνθρωπό του. Μετά από σκληρό, δύσκολο και γεμάτο εμπόδια πνευματικό αγώνα είχαν πετύχει να ριζώσει στην καρδιά τους η θεϊκή εντολή της αγάπης προς τον πλησίον, την οποία και έμπρακτα τήρησαν στη συνέχεια. Γι’ αυτούς ο κάθε άνθρωπος αποτελούσε μία, μοναδική και ανεπανάληπτη προσωπικότητα. Ήταν εικόνα του Θεού.         
            Ας γνωρίσουμε, όμως, τώρα την κοινωνική δράση του καθενός από τους Τρεις Ιεράρχες ξεχωριστά.
Θα ξεκινήσουμε, φυσικά, από τον Μέγα Βασίλειο (330 – 379), τον ταπεινό Αρχιεπίσκοπο της Καισαρείας της Καππαδοκίας, ο οποίος υπήρξε το κλασικό πρότυπο της χριστιανικής κοινωνικής δράσης. Με δικά του χρήματα οικοδόμησε το 370 μ. Χ. την περίφημη «Βασιλειάδα», πού είναι ένα από τα σπουδαιότερα παραδείγματα οργανωμένου κοινωνικού φορέα. Επρόκειτο για μια πραγματική πόλη αγάπης και φιλανθρωπίας, στην οποία αντιμετωπιζόταν κάθε ανθρώπινη στέρηση. Σ’ αυτήν υπήρχε μεγάλος αριθμός οικοδομημάτων, μεταξύ των οποίων νοσοκομείο για τους ασθενείς, καθώς και άλλες κοινωνικές υπηρεσίες για την παροχή κάθε είδους βοήθειας προς τους ξένους, τους φτωχούς και όσους άλλους βρίσκονταν σε κάποια ανάγκη. Αξίζει να σημειώσουμε, ακόμη, ότι στη «Βασιλειάδα» παρέχονταν τροφή, περίθαλψη και προ παντός αγάπη, αληθινή και ανιδιοτελή σε περίπου 30.000 δυστυχείς ανθρώπους.
Ο Μέγας Βασίλειος βοήθησε επίσης και στην ίδρυση και άλλων νοσοκομείων και πτωχοκομείων, τα οποία βρίσκονταν γύρω από την περιοχή της Καισαρείας της Καππαδοκίας. Ένα από αυτά ήταν για την περίθαλψη των λεπρών. Θεωρείται μάλιστα το πρώτο νοσοκομείο του είδους αυτού από όσα γνωρίζουμε μέχρι σήμερα. Μας γίνεται γνωστό από τα κείμενα ότι ο ίδιος ο Μέγας Βασίλειος, παρότι καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια, έδινε το χέρι του στους λεπρούς, τους φιλούσε αδελφικά και τους φρόντιζε και ο ίδιος προσωπικά. Σιγά – σιγά ο Άγιος οργάνωσε ένα δίκτυο υπηρεσιών υγείας σε ολόκληρη τη Μικρά Ασία.
Σε μεγάλο λιμό που έπληξε την περιοχή του ο Μέγας Βασίλειος στηλίτευσε τη δράση των μαυραγοριτών, οι οποίοι θέλησαν να πλουτίσουν σε βάρος των λιμοκτονούντων συμπατριωτών τους. Οργάνωσε συσσίτια για όλο το λαό προσφέροντας βοήθεια χωρίς καμιά διάκριση σε χριστιανούς, ειδωλολάτρες, Ιουδαίους, σώζοντας έτσι χιλιάδες από βέβαιο θάνατο.
Από την πλευρά του, ο άλλος σπουδαίος Ιεράρχης, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (354–407), στην γενέτειρά του, την Αντιόχεια, όπου αρχικά ήταν διάκονος και πρεσβύτερος, συντηρούσε τρεις χιλιάδες χήρες, πολλούς ασθενείς, αλλά και εκείνους πού τους είχαν κλείσει στις φυλακές.  Και αυτό το έκανε, γιατί όταν κάποτε, που ήταν χειμώνας, περνούσε από την πόλη της Αντιόχειας αντίκρισε το «ελεεινό και θλιβερό θέαμα» των φτωχών που κατοικούσαν σ’ αυτή, και οι οποίοι ήταν παρατημένοι στην αγορά χωρίς καμιά κοινωνική μέριμνα. Επεδίωξε, έτσι, καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του να εξαλείψει την κοινωνική ανισότητα, ώστε να μην υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί.
Αλλά και ως Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως στη συνέχεια, ο Χρυσόστομος οικοδόμησε νοσοκομεία, στα όποια τοποθέτησε ως προσωπικό δύο ευλαβείς πρεσβυτέρους, καθώς επίσης και γιατρούς, μάγειρες και αναγνωρισμένης τιμιότητας αγάμους εργάτες, για να μπορούν απερίσπαστοι οι πρώτοι να περιθάλπτουν τους ξένους, εκείνους πού βρίσκονταν στην πόλη και σε περίπτωση ασθένειας δεν είχαν κάποιον να φροντίζει γι’ αυτούς.
Η κοινωνική δράση του Χρυσοστόμου στη Βασιλεύουσα περιελάμβανε, επίσης, πάρα πολλούς τομείς, όπως ήταν η κηδεμονία των χηρών, η περίθαλψη των ασθενών, η βοήθεια προς τους πονεμένους, η φροντίδα εκείνων που βρίσκονταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, καθώς και η επίσκεψη στις φυλακές. Υποστήριζε, ακόμη, κάθε έναν που τον αδικούσε η πολιτική εξουσία, όταν εκείνη αυθαιρετούσε.
Μόλις ο Χρυσόστομος ανήλθε στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης, πούλησε τα πολυτελή σκεύη και έπιπλα της Αρχιεπισκοπής προς όφελος των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων της. Διέκοψε άμεσα τη διοργάνωση επισήμων και πλουσίων δείπνων στο χώρο της Αρχιεπισκοπής και με τα χρήματα που εξοικονόμησε οργάνωσε συσσίτια για 7.000 φτωχούς ημερησίως.
Αλλά και ο τρίτος της Αγίας παρέας, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ή Ναζιανζηνός (329-390), που το 379 μ. Χ αναδείχθηκε Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, σ’ όλη του τη ζωή αγωνίστηκε με λόγια και έργα για να βοηθήσει τους φτωχούς και τους πεινασμένους, και να περιορίσει το κακό και την αδικία μέσα στην κοινωνία, δείχνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο ότι δεν θα μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος στις ανάγκες του λαού. Ο ίδιος όλη του την περιουσία την δώρισε στην Εκκλησία της Ναζιανζού, για την διακονία των φτωχών.
Πίστευε ο Άγιος Γρηγόριος ότι ο λαός δεν διδάσκεται τόσο με τα λόγια, όσο με το παράδειγμα, τη σιωπηλή παραίνεση, όπως το χαρακτήριζε. Γι’ αυτό προέτρεπε το ποίμνιό του σε κοινωνική δράση με τα εξής λόγια: «Ας καθαρίσουμε, λοιπόν, τους εαυτούς μας με την ελεημοσύνη και ας τους λευκάνουμε, άλλοι όπως το μαλλί, άλλοι όπως το χιόνι, ανάλογα με την ευσπλαχνία πού θα δείξει ο καθένας μας... Ενόσω είναι ακόμα καιρός, δηλαδή βρισκόμαστε στην παρούσα ζωή, ας επισκεφθούμε το Χριστό, ας Τον υπηρετήσουμε, ας Του δώσουμε τροφή, ας Τον ντύσουμε, ας Τον περιμαζέψουμε στο σπίτι μας, ας Τον τιμήσουμε...». «Ας απλώσουμε τα χέρια μας, όχι στον ουρανό, αλλά στα χέρια των φτωχών».
       Στην περίπτωση, βέβαια, του Γρηγορίου δεν έχουμε την οργανωμένη εκδήλωση της φιλανθρωπίας των δύο άλλων Ιεραρχών. «Βασιλιάδες» και «συσσίτια Χρυσοστομικά» δεν μας παρουσίασε ο Άγιος Γρηγόριος. Αυτό το φαινόμενο έχει διπλή εξήγηση, γιατί, αφενός ο Γρηγόριος ήταν φύση στοχαστική, θεωρητική και αφετέρου αφιέρωσε τη ζωή του περισσότερο σε αγώνες εναντίον των αιρετικών της εποχής του.
Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι και οι Τρεις Ιεράρχες, πιστοί στη διδασκαλία της Αγίας Γραφής περί δικαιοσύνης, πρωτοστάτησαν στον αγώνα για την επικράτηση της κοινωνικής ισότητας και δικαιοσύνης, καλλιεργώντας το κοινωνικό – κοινοτικό πνεύμα και πολεμώντας, με πάθος κάθε τάση ατομικισμού ως διαστροφή της ουσίας της χριστιανικής κοινωνικής διδασκαλίας και του χριστιανικού τρόπου ζωής. Αντιτάχθηκαν, έτσι, σε κάθε μορφή αδικίας, πήραν εμπράκτως το μέρος των φτωχών και των αδυνάτων, τους οποίους θεωρούσαν ότι ήταν «θύματα» των πλουσίων εκείνων που δεν έκαναν σωστή χρήση του πλούτου τους ή δεν τον αποκτούσαν με νόμιμα μέσα. Διατυπώνοντας μάλιστα και υψηλές κοινωνικές αρχές, αποδείχτηκαν τολμηρότεροι και ριζοσπαστικότεροι απ’ όλους τους εκφραστές των συγχρόνων κοινωνικών συστημάτων (κομμουνισμού, σοσιαλισμού κ. λπ.).
Από αυτά, πού με συντομία παραπάνω εκθέσαμε, γίνεται φανερό πως η πνευματική ζωή και η κοινωνική δραστηριότητα των Τριών Ιεραρχών, οι οποίοι πιστά υπηρέτησαν τον Θεό και τον άνθρωπο, προσφέροντας λύσεις στα προβλήματα του κόσμου, τους καταξίωσαν στην συνείδηση του λαού, ως τα αιώνια πρότυπα αγάπης και κοινωνικής προσφοράς.
Αξίζει πιστεύω να προβληθούν ως πρότυπα κοινωνικής συμπεριφοράς για τη νέα γενιά, και όχι μόνο, οι τρείς, αυτές σημαντικές προσωπικότητες από το πλούσιο τρισχιλιετές και πλέον ιστορικό παρελθόν του Ελληνισμού. Οφείλουμε να αντλήσουμε και να αξιοποιήσουμε δημιουργικά στο δύσκολο παρόν που βιώνουμε σημαντικά και χρήσιμα στοιχεία τόσο από τη ζωή και τη δράση τους, όσο και από το χαρακτήρα και το έργο τους.
Όλοι μας θα πρέπει να φροντίσουμε έτσι ώστε οι τρεις Ιεράρχες να εμπνέουν την σκέψη, την ζωή και την δράση μας μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Αλλά  και η Ορθόδοξη Εκκλησία, ως Θεανθρώπινος οργανισμός που είναι, με κεφαλή το Χριστό και σώμα τα πιστά μέλη της, κι όχι σαν απομίμηση ανθρωπιστικών οργανώσεων τύπου Unicef, Γιατρών του Κόσμου κ. λπ.,  δεν θα πρέπει να πάψει ούτε μια στιγμή να αγαπά, να αγωνίζεται και να εργάζεται τόσο με τα διάφορα φιλανθρωπικά της ιδρύματα, όσο και με κάθε ενορία ξεχωριστά για τον πονεμένο συνάνθρωπό μας, καταθέτοντας τη μαρτυρία της στο σύγχρονο κόσμο, προς δόξα Κυρίου και ωφέλεια των πιστών και όχι μόνο. Άλλωστε στην Ορθόδοξη Εκκλησία η προσφορά ανιδιοτελούς αγάπης δεν κάνει διακρίσεις φύλου, καταγωγής και θρησκείας για το που θα δοθεί.
Ωστόσο, κλείνοντας, είναι λυπηρό το γεγονός ότι τέτοιες προσωπικότητες μεγάλου και παγκοσμίου βεληνεκούς, όπως εκείνες των Τριών Ιεραρχών έχει γίνει τα τελευταία χρόνια προσπάθεια να μπουν στο περιθώριο από διαλυτικούς του κοινωνικού ιστού και της εθνικής μας ταυτότητας παράγοντες. Έχει εξοβελιστεί, για παράδειγμα, από το νέο βιβλίο των Θρησκευτικών της Γ΄ Γυμνασίου, ίσως γιατί ενοχλεί κάποιους (άραγε ποιους;) με τα λεγόμενα και τις πράξεις του, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Έχει, επίσης, ελαχιστοποιηθεί σε σχέση με παλαιότερα η παρουσία των πατερικών κειμένων στα σχολικά εγχειρίδια. Μήπως ήρθε η ώρα τέτοιου είδους λυπηρά φαινόμενα να σταματήσουν; Μήπως ήρθε η ώρα να ανακοπούν οι ενέργειες εκείνες που ως κεντρικό στόχο έχουν να διχάσουν τους Νεοέλληνες και βίαια να τους αποκόψουν από τις ρίζες και τη μακραίωνη εθνική τους παράδοση, ειδικά τώρα που ως κοινωνία οι καταστάσεις που βιώνουμε είναι τραγικές;
             

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Ανδρέας Αργυρόπουλος:ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ:ΑΥΘΕΝΤΙΚΗ ΠΙΣΤΗ – ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΝΕΥΜΑ – ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ – ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ



Απόσπασμα από το παραπάνω βιβλιαράκι


Χωρίς αμφιβολία η εποχή μας έχει πολλά κοινά, με αυτή των Τριών Ιεραρχών. Πόλεμοι, βίαιες συγκρούσεις, κοινωνικά αδιέξοδα, άλυτα οικονομικά προβλήματα, εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, διακρίσεις κάθε είδους, θρησκευτικές διαμάχες, εξεγέρσεις. Το μήνυμα των Τριών Πατέρων της Εκκλησίας μας πάντα επίκαιρο και επαναστατικό έρχεται να μας θυμίσει τη χριστιανική αυθεντικότητα, να προτείνει λύσεις και να δώσει κατευθύνσεις, που γεμίζουν ελπίδα και απελευθερώνουν. Οι Τρεις Ιεράρχες υπήρξαν ολοκληρωμένες προσωπικότητες που δεν διακρίθηκαν μόνο σ’ έναν τομέα αλλά παντού. Όλοι τους χαρακτηρίζονταν για τη θεολογική αλλά και την ευρύτερη επιστημονική τους συγκρότηση, τη ριζοσπαστική κοινωνική τους παρουσία, την ανοικτότητα του πνεύματος και την κριτική στάση τους απέναντι σε κάθε μορφής εξουσία. Ήθελαν την Εκκλησία κοντά στους ανθρώπους να αφουγκράζεται τα μηνύματα των καιρών, να δίνει σύγχρονες απαντήσεις, «να είναι μέσα στον κόσμο και όχι στον κόσμο της.» (Θανάσης Παπαθανασίου)
Οι Τρεις Ιεράρχες τάραξαν τα νερά της εποχής τους και άφησαν παρακαταθήκες με αιώνια αξία. Θλίβεται κανείς όταν βλέπει την αναγνώριση του επιστημονικού τους έργου σε παγκόσμια κλίμακα από τη μια μεριά και από την άλλη, την άγνοια ή ακόμα και την απαξίωση που υπάρχει γι’ αυτούς στην πατρίδα μας. Στη χώρα που οι Τρεις Ιεράρχες τιμώνται με σχολική εορτή, ελάχιστοι π.χ., γνωρίζουν για την προσφορά του Μεγάλου Βασιλείου και του Ιωάννη του Χρυσοστόμου στην ιατρική επιστήμη. Δεν είναι λίγοι όμως οι ευρωπαίοι επιστήμονες που εδώ και δύο αιώνες έχουν ασχοληθεί με το ζήτημα αυτό. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των ερευνών τους  ο Βασίλειος θεωρείται βαθύς γνώστης των ιατρικών δεδομένων της εποχής του, οι δε επιστημονικές του παρατηρήσεις θεωρούνται πολύτιμες για την ιστορία της ιατρικής. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στο υπόμνημά του στον Ησαΐα αναφέρει ορισμούς της χειρουργικής, του μώλωπος, του τραύματος που ισχύουν ακόμη και σήμερα.
Λίγα μόλις χρόνια μετά το θάνατό των Τριών Ιεραρχών τα κείμενά τους μεταφράζονται στα Λατινικά και με την πάροδο του χρόνου σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Στη Δύση αλλά και παγκοσμίως δεν είναι λίγοι οι ερευνητές από το χώρο της Ιατρικής, της Κοινωνιολογίας, των Πολιτικών Επιστημών, της Παιδαγωγικής, της Φιλοσοφίας, της Θεολογίας και της Ψυχολογίας που μελέτησαν το έργο των Πατέρων της Εκκλησίας τονίζοντας την αξία του. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η επίδραση του συγγραφικού τους έργου στους Ευρωπαίους επιστήμονες κυρίως των ανθρωπιστικών σπουδών από την εποχή της Αναγεννήσεως μέχρι σήμερα. 
Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι τα έργα του Μεγάλου Βασιλείου άρχισαν να διδάσκονται στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων το 16ο αιώνα, το δε πόνημά του: «Προς τους νέους…» απέκτησε τόσους θαυμαστές στη Δύση, που εντός 50 ετών (1449-1500) γνώρισε 20 εκδόσεις. Τα Άπαντά του, έχουν εκδοθεί στα Γερμανικά από το 1776. Είναι ευτύχημα ότι τα τελευταία χρόνια και στην πατρίδα μας έχει αρχίσει μια προσπάθεια ανακάλυψης του έργου των Τριών Ιεραρχών και στο θεολογικό χώρο, αλλά και πέρα απ’ αυτόν, πράγμα πολύ ελπιδοφόρο.
Είναι αξιοπρόσεκτο ότι την επιστημονική τους κατάρτιση οι Τρεις Ιεράρχες δεν τη χρησιμοποίησαν για ατομική προβολή, αλλά για να προσφέρουν στον αδερφό τους. Ο Βασίλειος, γιατρός ο ίδιος, ιδρύει τη γνωστή σε όλους μας Βασιλειάδα, μια «πόλη φιλανθρωπίας». Εκεί οργανώνει το πρώτο δημόσιο νοσοκομείο, στο οποίο υπήρχαν κατοικίες γιατρών, νοσηλευτικού προσωπικού και ειδικές πτέρυγες για λεπρούς και πάσχοντες από επιδημικές ασθένειες. Μας γίνεται γνωστό από τα κείμενα ότι ο ίδιος παρότι καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια «έδινε το χέρι στους λεπρούς, τους φιλούσε αδελφικά και τους φρόντιζε ο ίδιος προσωπικά». Συνιστούσε μάλιστα στους επισκόπους της δικαιοδοσίας του, την ίδρυση παρόμοιων με την Βασιλειάδα ιδρυμάτων. Σιγά-σιγά οργάνωσε ένα δίκτυο υπηρεσιών υγείας σε ολόκληρη τη Μικρά Ασία.
Ο Χρυσόστομος που σπούδασε κι αυτός γιατρός χτίζει πολλά νοσοκομεία στην Κωνσταντινούπολη, στα οποία όπως και ο Βασίλειος περιποιείται ο ίδιος τους ασθενείς. Η επιστημονική έρευνα έχει καταδείξει ότι ο Βασίλειος και ο Χρυσόστομος είναι ουσιαστικά οι εμπνευστές ενός δημόσιου συστήματος υγείας που με την πάροδο του χρόνου απλώνεται σε ολόκληρη την Βυζαντινή Αυτοκρατορία.
Η αγάπη για τους Πατέρες δεν είναι θεωρητικό κατασκεύασμα, έχει κόστος. Είναι πράξη που απαιτεί υπευθυνότητα και διάθεση για διαρκή προσφορά. Οι Τρεις Ιεράρχες στηρίζουν με κάθε τρόπο τους φτωχούς, τους κυνηγημένους και τους απροστάτευτους της εποχής τους. Θεωρούν αυτονόητο να θυσιαστούν για τον κάθε έναν από αυτούς. Η περιθωριοποίηση των κοινωνικά αδύνατων δεν συνάδει με το ορθόδοξο ήθος. Κάθε άνθρωπος αποτελεί ανεπανάληπτη προσωπικότητα, είναι εικόνα του Θεού. «Με ποιο δικαίωμα» αναρωτιέται ο Χρυσόστομος «μπορεί κανείς να περιφρονεί εκείνους τους οποίους ο Θεός τόσο τιμά ώστε τους δίνει το Σώμα και το Αίμα του Υιού του». Η επιμονή του μάλιστα να κτίσει το λεπροκομείο, όχι σε κάποια υποβαθμισμένη περιοχή της Κωνσταντινούπολης, αλλά στην πλουσιότερη συνοικία έξω απ’ την πόλη, εκεί που ζούσαν μεγάλοι γαιοκτήμονες και οι οποίοι έβλεπαν την οικονομική αξία των πολυτελών οικημάτων να μειώνεται λόγω της γειτνίασης με το κτήριο αυτό, αποτέλεσε και την αφορμή για την οριστική δίωξή του, που θα τον οδηγούσε στην εξορία και στο βασανιστικό θάνατο.
          Στο μεγάλο λιμό που έπληξε την περιοχή του ο Βασίλειος στηλιτεύει τη δράση των μαυραγοριτών, που θέλουν να πλουτίσουν σε βάρος των λιμοκτονούντων συμπατριωτών τους, οργανώνει συσσίτια για όλο το λαό προσφέροντας βοήθεια χωρίς καμιά διάκριση  σε χριστιανούς, ειδωλολάτρες, Ιουδαίους και σώζοντας χιλιάδες από βέβαιο θάνατο. Άλλοτε παρακαλώντας, και άλλοτε με δυναμικό τρόπο ζητάει από τους άρχοντες την απαλλαγή των φτωχών από τη φορολογία, ενώ δεν παραλείπει να παρέμβει για τα συμφέροντα των εργαζομένων στα ορυχεία του Ταύρου.
          Ο Χρυσόστομος μόλις ανέρχεται στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης, πουλάει τα πολυτελή σκεύη και έπιπλα της Αρχιεπισκοπής χάρη των παλαιών και νέων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Διακόπτει άμεσα τη διοργάνωση επίσημων και πλούσιων δείπνων στο χώρο της Αρχιεπισκοπής και με τα χρήματα που εξοικονομεί οργανώνει συσσίτια για 7.000 φτωχούς καθημερινά, χωρίς υπολογίζονται σε αυτό το νούμερο οι ξένοι και αυτοί που για κάποιο διάστημα βρισκόντουσαν στην πόλη. Υποστηρίζει κάθε έναν που αδικείται από την πολιτική εξουσία φτάνοντας στο σημείο να συγκρουστεί με την αυτοκράτειρα, όταν εκείνη καταπατά το κτήμα μιας φτωχής χήρας.
Ο ίδιος ζει λιτά και ασκητικά, όπως αρμόζει σ’ έναν ιεράρχη, προκαλώντας το θαυμασμό του απλού λαού, αλλά και την περιφρόνηση των πλούσιων και κοινωνικά ισχυρών αντιπάλων του. Ανυποχώρητος στα πιστεύω του δεν αρέσκεται στον να συγκαλύπτει νοσηρές καταστάσεις μέσα στον εκκλησιαστικό χώρο. Δε διστάζει να καθαιρέσει μεγάλο αριθμό επισκόπων με την κατηγορία του χρηματισμού κατά την άσκηση της ιεροσύνης. Αντιμετωπίζει δραστικά το σκανδαλισμό που προκαλούσαν στου πιστούς με τον πολυτελή βίο τους, απερίσκεπτοι κληρικοί και α-μόναχοι μοναχοί. Η θέση των μοναχών κατά τον ιερό Πατέρα είναι στα μοναστήρια τους, όχι σε κοσμικές εκδηλώσεις και δεξιώσεις επισήμων, που οδηγούν σε σχέσεις διαπλοκής με την εκάστoτε εξουσία, γι’ αυτό το λόγο και επέβαλε την παραμονή τους στις μονές. Όπως αναφέρει ο Π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ: «Ο Χρυσόστομος ήταν πάντοτε εναντίον κάθε συμβιβασμού, εναντίον της πολιτικής του κατευνασμού και της προσαρμογής προς τις περιστάσεις. Ήταν προφήτης ενός τέλειου Χριστιανισμού.»    
          Οι Τρεις Ιεράρχες ζητάνε από τους χριστιανούς της εποχής τους, να ανακαλύψουν την αυθεντική θρησκευτικότητα, αυτή που απελευθερώνει τον άνθρωπο, μακριά από δεισιδαιμονίες, προλήψεις και φοβίες.
          Ενδιαφέρονται για την ερμηνεία των Γραφών, βοηθώντας έτσι τους χριστιανούς όχι μόνο της εποχής τους αλλά και διαχρονικά στην κατανόηση και εμπέδωση των ιερών κειμένων. Οφείλουμε να αναφέρουμε ότι ο Χρυσόστομος θέλοντας να είναι ακριβής στο έργο της ερμηνείας της Βίβλου κάνει 7.000 αναφορές στην Παλαιά και 11.000 στην Καινή Διαθήκη. Οποιοσδήποτε από τους παρόντες έχει ασχοληθεί με στοιχειώδη επιστημονική έρευνα κατανοεί το μέγεθος του παραπάνω εγχειρήματος.   
Άνθρωποι με ανοιχτούς πνευματικούς ορίζοντες, οι Πατέρες της Εκκλησίας τονίζουν κατ’ επανάληψιν στα κείμενά τους την αξία της αρχαίας ελληνικής παιδείας. Ο Γρηγόριος αντιδρώντας στις απόψεις κάποιων ακραίων και φοβικών χριστιανών, που αρνούνταν τη μελέτη της κλασικής παιδείας, υποστηρίζει πως είναι «αγροίκοι και αγράμματοι», όσοι δε δέχονται την αξία της. Αποκαλεί την πόλη των Αθηνών που ήταν κέντρο σπουδής του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, «Χρυσή Αθήνα των Γραμμάτων».
Οι Τρεις Ιεράρχες δεν ήθελαν τους χριστιανούς νέους ανθρώπους χωρίς κριτική σκέψη, χωρίς ευρύτητα γνώσεων, χωρίς γενικότερο προβληματισμό. Τους ήθελαν μέσα στην κοινωνία και τη ζωή, μετόχους των κοινωνικών ανησυχιών και φιλοσοφικών ρευμάτων. Ο Χρυσόστομος τους προτείνει να σπουδάσουν πρώτα στα δημόσια ειδωλολατρικά σχολεία κι όχι στα μοναστήρια. Ο Μ. Βασίλειος στέλνει στον εθνικό Λιβάνιο φτωχούς χριστιανούς νέους για να σπουδάσουν κοντά του, ενώ δεν χάνει ευκαιρία να υμνήσει την αξία της φιλοσοφίας και της προσφοράς της στη διατύπωση των χριστιανικών δογμάτων.
Υπεραμύνονται της αξίας των επιστημών θέτοντας σε σωστές βάσεις τις σχέσεις πίστης και επιστήμης. Στο ερώτημα μάλιστα που τέθηκε κάποτε στον Μέγα Βασίλειο για το αν πρέπει οι μοναχοί να μεταχειρίζονται την Ιατρική, ο μεγάλος αυτός άγιος της Εκκλησίας μας όχι απλά υπεραμύνθηκε της αναγκαιότητας της ιατρικής επιστήμης, αλλά τόνισε και την προέλευσή της από τον ίδιο το Θεό.
          Και οι τρεις αντιδρούν σε μια επιφανειακή πνευματικότητα, σε ένα ακίνδυνο χριστιανισμό, σε μια πίστη που τυφλώνει και σε μια εκκλησία που δεν είναι η οδός της αληθινής σωτηρίας και ζωής, αλλά ένα μέσο στα χέρια των ισχυρών για τη χειραγώγηση και εκμετάλλευση ανθρώπων και λαών.
          Οι Τρεις Ιεράρχες δεν μπορούν να συμβιβαστούν με την υποκρισία των βολεμένων χριστιανών: «ξέρω πολλούς», λέει ο Χρυσόστομος, «που νηστεύουν και προσεύχονται και στενάζουν, επιδεικνύοντας κάθε λογής αδάπανη ευλάβεια. Ενώ ούτε ένα οβολό δε δίνουν στους θλιβόμενους. Τι κέρδος έχουν από την υπόλοιπη αρετή τους; Γι’ αυτούς η βασιλεία των ουρανών είναι κλειστή».
          Και ο Γρηγόριος συμπληρώνει: «Μη τεντώνεις τα χέρια σου στον ουρανό αλλά στα χέρια των φτωχών. Αν εκτείνεις τα χέρια σου στα χέρια των φτωχών έπιασες την κορυφή του ουρανού».

Των Τριών Ιεραρχών στο Καπνοχώρι...Φωτογραφίες

Από τη σημερινή εκδήλωση στο Καπνοχώρι Κοζάνης...πολλά ευχαριστώ στη συνάδελφο θεολόγο και  διευθύντρια του σχολείου κ. Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου,το Σύλλογο Διδασκόντων,το Σύλλογο Γονέων ,τους μαθητές και τις μαθήτριες του σχολείου




















π. Βασίλειος Καλλιακμάνης:Το μέτρο, η διάκριση και οι Τρεις Ιεράρχες



α) Οι άνθρωποι του Πνεύματος αναζητούν, σε κάθε εποχή, το μέτρο. Όμως, το μέτρο δεν έχει σχέση με τη μετριότητα, αλλά με την άριστη ποιότητα. Χρησιμοποιείται στην αρχιτεκτονική, τη μουσική, τη φιλοσοφία, την τέχνη, αλλά και άλλες επιστήμες.Στην παρούσα συνάφεια ενδιαφέρει περισσότερο η φιλοσοφική και θεολογική διάσταση του θέματος, που μπορεί να επηρεάσει την πολιτική σκέψη και ευρύτερα την κοινωνία.
β) Ο Αριστοτέλης ορίζει την αρετή ως μεσότητα. Εννοεί τη μεσότητα, όχι με τη μαθηματική έννοια του όρου -δηλαδή, το μισό του 100 είναι το 50- αλλά την πρακτική φιλοσοφία. Μεσότητα είναι η ισορροπία, που βρίσκεται ανάμεσα στις ακρότητες της υπερβολής και της έλλειψης. Λ.χ. η αλαζονεία και η μικροπρέπεια -ως ακρότητες- είναι κακίες, ενώ η μετριοφροσύνη είναι μεσότητα, δηλαδή αρετή. Ανάμεσα στο θράσος και τη δειλία βρίσκεται το θάρρος και η ανδρεία. Ανάμεσα στην παρόρμηση και την αδράνεια βρίσκεται η σύνεση.
γ) Η μεσότητα υιοθετείται από την αγιοπατερική παράδοση της Εκκλησίας ως αρετή και τελειότητα. Γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: Ανάμεσα στις κακίες βρίσκεται η αρετή, όπως το τριαντάφυλλο μεταξύ στυγερών και οξύτατων αγκαθιών.. Ενώ αλλού τονίζει: «Μεσότητα όταν είπω, αλήθειαν λέγω». Ο Μ. Βασίλειος επίσης, ακολουθώντας την αριστοτελική σκέψη διδάσκει: «Η μεσότης και συμμετρία είναι αρετή, οι υπερβολές και ελλείψεις καταντούν αμετρία και αίσχος». Ενώ ο ιερός Χρυσόστομος, που θεωρούταν «ακραίος», υπολόγιζε πάντοτε χωρίς «ίδιον όφελος» και απέβλεπε στη σωτηρία ακόμη και των διωκτών του, διακρινόμενος από υπερβολή αγάπης και έλλειψη εκδικητικότητας!
δ) Συναφής όρος στη θεολογία και θεμελιώδης ποιμαντική αρχή είναι η «θεαυγεστάτη διάκρισις», η οποία ως διαυγής οφθαλμός της ψυχής συνδυάζει άριστα προσωπική και κοινωνική ευθύνη. Το ότι χάθηκε το μέτρο σε παγκόσμιο επίπεδο, διαπιστώνεται εύκολα από τις ετήσιες εκθέσεις Ανθρώπινης Ανάπτυξης του ΟΗΕ, όπου περιγράφονται τα δεινά της ανθρωπότητας. Και μπορεί στη χώρα μας να βιώνουμε έντονα την κρίση,  αλλού όμως τα παιδιά πεθαίνουν από έλλειψη πόσιμου νερού, εμβολίων και γάλακτος!
ε) Είναι επίσης εμφανέστατο, ότι το μέτρο χάθηκε και σε εθνικό επίπεδο. Με τις ακρότητες που παρατηρούνται στο δημόσιο βίο και την εύκολη αναπαραγωγή τους από τα λεγόμενα Μέσα Ενημέρωσης, είναι δύσκολο να επικρατήσει η νηφαλιότητα, η κοινή λογική και το μέτρο. Αμετρία και ακρότητες παντού. Ακόμη και στον εκκλησιαστικό χώρο. Κι αυτό συμβαίνει, διότι ο ακραίος λόγος διεγείρει το θυμικό του ανθρώπου και θέλει να εντυπωσιάσει. Προκαλεί πρόσκαιρο ενδιαφέρον και δημιουργεί οπαδούς. Δεν έχει ουσία και δεν λειτουργεί παιδευτικά, αλλά ωφελιμιστικά και καταχρηστικά.
στ) Όταν το 1842 η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου Αθηνών όριζε την τριακοστή Ιανουαρίου ως εορτή των γραμμάτων και της παιδείας, ήθελε προφανώς να αποτρέψει τις ακρότητες των νεότερων χρόνων. Διότι, στη συνέχεια και κάτω από δυσχερείς ιστορικές συγκυρίες, ο ελληνικός λαός βίωνε έναν ιδιότυπο πολιτιστικό διχασμό και αιωρούταν ανάμεσα στην αρχαία Ελλάδα και τη βυζαντινή Ελλάδα.
ζ) Κι επειδή -κατά κανόνα- η άρχουσα τάξη, αλλά και μεγάλο μέρος της ελληνικής διανόησης θέλησαν, αν όχι να διαγράψουν, αλλά να υποβαθμίσουν τη βαθιά ριζωμένη στο λαό μας χριστιανική παράδοση από την παιδεία και να θεωρήσουν τους Νεοέλληνες ως κατευθείαν απόγονους των αρχαίων Ελλήνων, οδηγηθήκαμε σε πολλά από τα σημερινά αδιέξοδα. Άραγε, σε ποια σχολεία μαθήτευσαν όσοι επαγγέλλονται σήμερα τον νεοπαγανισμό, το δωδεκαθεϊσμό και την τυφλή βία; Σε ποια σχολεία διδάχτηκαν ιστορία, όσοι πρεσβεύουν το νεο-μηδενισμό και απαξιώνουν τη χριστιανική παράδοση, που είναι συνυφασμένη με τη ζωή του λαού μας; Μήπως, τελικά, χρειάζεται να αναστοχασθούμε το μήνυμα της εορτής των Τριών Ιεραρχών, για να βρούμε το μέτρο;

http://www.makthes.gr

ΚΟΖΑΝΗ: Εορτασμός των Αγίων Τριών Ιεραρχών









Εορτασμός των Αγίων Τριών Ιεραρχών-Πρόγραμμα.

         O εορτασμός για τη μνήμη των Τριών Ιεραρχών θα πραγματοποιηθεί φέτος σύμφωνα με το πρόγραμμα, το οποίο συντάχθηκε έπειτα από κοινή απόφαση των Διευθυντών των Δ/νσεων Α/θμιας και Β/θμιας Εκπ/σης  Κοζάνης και καθορίζει τον εκκλησιασμό των Σχολείων  ως εξής:

       Την 30η  Ιανουαρίου, ημέρα  Τετάρτη και ώρα 9 π.μ. αντιπροσωπείες μαθητών όλων των Σχολείων του Δήμου Κοζάνης με τη σημαία και με συνοδό τον Δ/ντή του Σχολείου, θα παρακολουθήσουν τη Θεία Λειτουργία και τη δέηση υπέρ των ευεργετών της Παιδείας  στον Μητροπολιτικό Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου Κοζάνης. Τον Πανηγυρικό της ημέρας θα εκφωνήσει ο κ. Αργυρόπουλος Ανδρέας, Σχολικός  Σύμβουλος Θεολόγων της Β/θμιας Εκπ/σης Δυτικής Μακεδονίας.


Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

Εκκλησία και Αριστερά έναντι του μεταναστευτικού ζητήματος. Από την ξενοφοβική και τη φιλανθρωπική στάση στην πρωτοβουλία της αλληλεγγύης για μια κοινωνία της ανθρωπιάς



Η ομιλία του επίκουρου καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ Στυλιανού Χ. Τσομπανίδη στο συνέδριο Εκκλησία και Αριστερά
Στις αρχές της δεκαετίας του ΄80 ο αείμνηστος καθηγητής Σάββας Αγουρίδης, προσπαθώντας να συμβάλει στη σύνταξη ενός μίνι πλάνου, από τη θεολογική πλευρά, στο διάλογο Χριστιανισμού – Μαρξισμού της εποχής, πρότεινε την υπέρβαση εκείνης της θεολογικής αντίληψης που βλέπει την αμαρτία σαν μια κακή ατομική μόνο εκδήλωση, σαν μια κακή επιλογή της βούλησής μας, και αδυνατεί να συλλάβει τη «συλλογική» οργάνωση του κακού, του εγωιστικού συμφέροντος, δηλαδή της δομικής, οργανωμένης μορφής του εγωισμού, της πλεονεξίας, της δομικής μορφής της αδικίας. Υποστήριζε, σχετικά, ότι μόνο μια τέτοια θεώρηση μπορεί να προσεγγίσει αποτελεσματικά τα μεγάλα σημερινά παγκόσμια προβλήματα.
Η παραπάνω οπτική έχει μεγάλη σημασία για τη θεολογική προσέγγιση του καυτού θέματος της μετανάστευσης.
Παραπέμπει σε μια θεολογία που επαναπροσδιορίζεται ενώπιον των τεράστιων κοινωνικών αλλαγών, που δεν είναι αφηρημένη, ούτε χάνει το παρόν, αλλά αναφέρεται στην ανθρώπινη ύπαρξη, ασχολείται με τις κοινωνικές σχέσεις, προσπαθεί να υπηρετεί τον άνθρωπο απέναντι στις δυνάμεις που τον υποβαθμίζουν, τον υποτάσσουν και τον περιθωριοποιούν· αναζητεί να δημιουργήσει νέο παράδειγμα και προωθεί δράσεις αντίθετες προς τις κυρίαρχες. Η θεολογία αυτή είναι συγκεκριμένη, όπως και το Ευαγγέλιο είναι συγκεκριμένο. Γι’ αυτό και μπορεί να δει το πρόβλημα όπως είναι, δηλαδή ως πολιτικό και κοινωνικό και γι’ αυτό πνευματικό (όπως θα γίνει σαφές παρακάτω), και όχι ως ατομικό ή πολιτισμικό. Είναι θέμα δομικής αδικίας.
Υπό αυτό το πρίσμα προϋποτίθεται οπωσδήποτε η σαφής γνώση των αιτίων που δημιουργούν και γιγαντώνουν τα μεταναστευτικά ρεύματα σήμερα και η ανάληψη πρωτοβουλιών για την εξάλειψή τους, ώστε να μη θεωρούνται τα θύματα και οι συνέπειες του κοινωνικού κακού ως αυτονόητα και φυσιολογικά στοιχεία της κοινωνίας.
Το φαινόμενο της (νέας) μετανάστευσης συνδέεται άμεσα με την πορεία και εξέλιξη της παγκοσμιοποίησης, ιδιαίτερα της οικονομικής, με τη μορφή της αντίθετης στις χριστιανικές αρχές νεοφιλελεύθερης οικονομίας της αγοράς, που θέτει «τα κέρδη πάνω από τον άνθρωπο και το περιβάλλον». Στα όρια μιας σύντομης εισήγησης δεν μπορεί να γίνει εκτενής αναφορά στο πνεύμα, τη λογική και τα κύρια χαρακτηριστικά της  οικονομίας της αγοράς. Πρέπει, όμως, να επισημανθεί ότι η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, ενώ ευαγγελίσθηκε την κατάργηση των συνόρων, υψώνει «φράχτες» και σύνορα ανάμεσα σε κράτη, λαούς και κοινότητες, θρυμματίζει την κοινωνική συνοχή, δημιουργεί στρατιές ανέργων, κατεδαφίζει το κράτος πρόνοιας, κατασπαταλά τις πρώτες ύλες και εξαντλεί τους φυσικούς πόρους των φτωχών χωρών και των ιθαγενών προς όφελος των αναπτυγμένων χωρών, προκαλώντας μαζικές μεταναστεύσεις και πολέμους.
Εάν τα γενεσιουργά αίτια του μεταναστευτικού δεν αναζητηθούν στο παγκόσμιο κυρίαρχο σύστημα, εάν λείπει η αίσθηση ότι ανήκουμε σε μια ενιαία κοινωνία και ταυτόχρονα αφεθούμε ως κοινωνία να αντιμετωπίσουμε την έλευση των μεταναστών, με δυσπιστία, φόβο και εχθρότητα, τότε το κενό θα το γεμίσει ο λαϊκισμός, με αιχμή μια εθνικιστική ιδεολογία που στηρίζεται στον αποκλεισμό, την ξενοφοβία και μια φαντασιακή ομοιογένεια. Τότε το κακό θα αναζητηθεί  στους μετανάστες και όχι στη ρίζα του.
Στην περίπτωση αυτή ακούγεται το σύνθημα «οι μετανάστες δημιουργούν και προκαλούν προβλήματα», άρα «είναι (το) πρόβλημα» (ξενοφοβική προσέγγιση). Σε αυτό αντιπαραβάλλεται η άποψη ότι «οι μετανάστες έχουν προβλήματα» (φιλελεύθερη, συμπονετική προσέγγιση). Δημιουργείται δηλαδή ένα απλουστευτικό και διπολικό,  διαχειριστικής λογικής, σχήμα με επίκεντρο την αντίληψη της μετανάστευσης ωςπροβλήματος.
 Με άλλα λόγια λειτουργεί ένα καθεστώς που θεωρεί τους μετανάστες ως αντικείμενο εγκληματοποίησης και δαιμονοποίησης ή ρατσιστικής εκμετάλλευσης από τη μια και αντικείμενο συμπόνιας και φιλανθρωπίας, από την άλλη.
Όπως είχε παρατηρηθεί πριν από χρόνια από τον Αθ. Μαρβάκη και επιβεβαιώνεται από τη σημερινή ζοφερή πραγματικότητα, η ελληνική κοινωνία στην περίπτωση της αντιμετώπισης των μεταναστών «εξασκείται» (με τη διπλή έννοια: «εξασκεί το επάγγελμα», και «κάνει ασκήσεις» προκειμένου να …) και  εθίζεται σε επικίνδυνες πολιτικές και πρακτικές, οι οποίες υποσκάπτουν βασικά συστατικά του δημοκρατικού πολιτεύματος (κράτος δικαίου, κράτος πρόνοιας κ.λπ.). Ως ένα χαρακτηριστικό του ελληνικού καθεστώτος μετανάστευσης διαφαίνεται η χρήση των μεταναστών ως «συλλογικό πειραματόζωο» (testing group) για την επιβολή, από τη μια, νέων μορφών και συνθηκών διαβίωσης, και για τη μέτρηση, από την άλλη, της κοινωνικής αντίστασης.
Η συνειδητοποίηση των παραπάνω πραγματικοτήτων και λειτουργιών εκ μέρους της θεολογίας και της Εκκλησίας είναι επείγουσα ανάγκη, γιατί θα βοηθούσε τα μέγιστα στη σωστή αποτίμηση του παρόντος, στο κοινωνικό και διακονικό έργο, αλλά και στην εν γένει παρουσία τους στον κόσμο με τον οποίο επιζητούν να διαλεχθούν.
Σε σχέση με το δίπολο που αναφέραμε παραπάνω, θα είχε πραγματικό ενδιαφέρον να δούμε ποια πλευρά εκφράζει την Εκκλησία και τη θεολογία της. Η ξενοφοβική ή η συμπονετική, φιλανθρωπική; Αυτές περιορίζονται στην παραδοσιακή ελεημοσύνη ή επεκτείνονται και στα ζητήματα των δικαιωμάτων του ξένου και στην προσπάθεια για την κατάργηση αυτών των αιτίων που οδηγούν τους αποδέκτες της «φιλανθρωπίας» στο να την έχουν ανάγκη και να τη θεωρούν μάλιστα και φυσιολογική;
«Ακροβατώντας» ανάμεσα στην οικουμενικότητα και την εθνοκεντρικότητα, η Εκκλησία ως θεσμός φαίνεται να αντιμετωπίζει με αμφιθυμία τη νέα διαμορφούμενη πραγματικότητα, όπως εκφράζεται από το μεταναστευτικό ζήτημα. Έχοντας επί μακρόν συνδεθεί με την ελληνική εθνική ταυτότητα, υποχρεώνεται από την παγκοσμιοποίηση και τη μετανάστευση πλέον να αντιμετωπίσει μια νέα μεταβατική κατάσταση που οδηγεί από την εθνο-πολιτιστική ομοιομορφία σε μια de facto πολυεθνική, πολυγλωσσική, πολυθρησκευτική και πολυπολιτισμική κατάσταση.
Στο σκηνικό αυτό, διαμορφώνονται πλέον τρεις στάσεις.
Στάση 1η. Μέσα σε αυτή την επώδυνη μεταβατική κατάσταση έρχονται δυναμικά στο προσκήνιο ακραίες φοβικές αντιδράσεις, οι οποίες ακολουθώντας μια ουσιοκρατικού τύπου ανάγνωση και ερμηνεία της ελληνικής ταυτότητας θεωρούν πως αυτή θα είναι πάντα ελληνοχριστιανική και θα αντιπροσωπεύει τον ακατάλυτο δεσμό Ορθοδοξίας και Ελληνισμού. Σύμφωνα με αυτή τη στάση «οι μετανάστες είναι (το) πρόβλημα» και γίνεται λόγος για «λαίλαπα της μεταναστεύσεως», κίνδυνο του αποχριστιανισμού και απώλειας της ταυτότητας, ότι «Έλληνας γεννιέται κανείς και δεν γίνεται», «είμαστε πρόσφυγες στην ίδια μας τη χώρα», και άλλα. Αυτή η στάση έρχεται σε αντίφαση με την οικουμενικότητα του ευαγγελικού λόγου και με το εκκλησιαστικό ήθος και του αφαιρεί την κοινωνική διάσταση, δίνοντας απόλυτη προτεραιότητα σε κριτήρια που στα μάτια του Χριστού ήταν ήσσονος σημασίας ή εμπόδιζαν και αλλοίωναν την έλευση και το περιεχόμενο της Βασιλείας του Θεού. Στρέφεται σε μια φαντασιακή αποχή από την κοινωνική πραγματικότητα και υποστηρίζει ότι οι χριστιανοί και η Εκκλησία δεν πρέπει να ασχολούνται με πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, παραβλέποντας ότι αυτή η ίδια η απόσταση είναι πολιτικό γεγονός επιθυμητό από ορισμένους ισχυρούς πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες. Όταν «πολιτεύεται» φανερά, τότε συντάσσεται υπέρ του ενός άκρου του πολιτικού φάσματος.
Στάση 2η. Σε ένα άλλο επίπεδο, υπάρχουν Μητροπόλεις και ενορίες που οργανώνουν κοινωνικά δίκτυα βοήθειας και υποστήριξης των μεταναστών. Η υποστήριξη μπορεί να ποικίλει, από την προσφορά τροφής, ενδυμάτων, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, νομικής συνδρομής, εκπαίδευσης μέχρι και ενός μηνιαίου αντιμισθώματος για να μετριαστούν οι πρώτες αντιδράσεις δυσπιστίας των Ελλήνων ιδιοκτητών. Αυτή η στάση εκφράζει την άποψη «οι μετανάστες έχουν προβλήματα», κινείται σε μικρο-κοινωνικό και μικρο-διακονικό θεραπευτικό (και όχι μακρο-διακονικό προληπτικό) επίπεδο. Ασκεί μια φιλανθρωπία του ελέους, αναντίρρητα αναγκαία, χωρίς όμως τη «συλλογική» οπτική γωνία του χριστιανισμού, που αναφέραμε στην αρχή. Περιορίζεται – αν δεν λείπει εντελώς – με άλλα λόγια, ο προφητικός κριτικός κοινωνικός λόγος και η ανάλογη δράση. Ο κίνδυνος εδώ είναι να λειτουργήσει η ελεημοσύνη ως άλλοθι συνειδήσεων και να συμβάλει στη διαιώνιση εκείνης της τάξης πραγμάτων που είναι υπεύθυνη για τη δημιουργία των πηγών κοινωνικής δυστυχίας.
Βεβαίως, δεν μπορεί κανείς να μην επικροτήσει το έργο και την προσφορά ιδίως τα τελευταία χρόνια των ειδικών Υπηρεσιών και Επιτροπών της Ιεράς Συνόδου Κέντρο Συμπαραστάσεως Παλιννοστούντων Μεταναστών (1978), Οικουμενικό Πρόγραμμα Προσφύγων (1994, ως διάδοχος κατάσταση της Υπηρεσίας Προσφύγων του ΠΣΕ από το 1949) Ειδική Συνοδική Επιτροπή Μεταναστών, Προσφύγων και Παλιννοστούντων(2006) - που συμμετέχουν στα Οικουμενικά και Ευρωπαϊκά διεκκλησιαστικά φόρα και προσεγγίζουν με διάφορους τρόπους, και με κριτική ανάλυση, το ζήτημα της μετανάστευσης προς την κατεύθυνση μιας πιο οργανωμένης και συστηματικής αντιμετώπισής του. Η δραστηριότητα και τα προγράμματα των παραπάνω επιτροπών τα τελευταία χρόνια υπερβαίνουν τη «φιλανθρωπική» στάση και παίρνουν τα χαρακτηριστικά της επόμενης, της τρίτης στάσης.
Στάση 3η. Στους αντίποδες της πρώτης στάσης και αντιμετωπίζοντας κριτικά τη δεύτερη, έχει αναδυθεί ένας θεολογικός λόγος, ο οποίος επιδιώκει την υπέρβαση από τη φιλανθρωπία του ελέους προς την ολοκληρωτική πρόσληψη του άλλου και την ετοιμότητα για αλληλεγγύη (στα ζητήματα των δικαιωμάτων του ξένου, της ισότιμης μεταχείρισης και της απόδοσης δικαιοσύνης με ισονομία). Απώτερος σκοπός είναι η κοινωνική δικαιοσύνη και η μείωση εκείνων των κοινωνικών σχέσεων και συνθηκών, οι οποίες βοηθούν τους μεν να φαντασιώνουν τον εαυτό τους ως ισχυρούς «παροχείς» και υποβιβάζουν τους δε σε «ικέτες». Αυτή η στάση δεν εκφράζεται με την άποψη «οι μετανάστες έχουν προβλήματα», αλλά «έχουμε κοινά προβλήματα». Δεν λέει, όπως υπογραμμίζει με γλαφυρό τρόπο ο Χ. Σταμούλης,  «δος τω ξένω» αλλά «δος μοι τούτον τον ξένον» (κατά το Δοξαστικό του Όρθρου του Μ. Σαββάτου).
Εδώ προτάσσεται το χριστολογικό κριτήριο έναντι κάθε άλλου εθνικού, πολιτισμικού ή ταυτοτικού κριτηρίου, υποστηρίζοντας ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να είναι ανακόλουθη με το κήρυγμα και την πράξη του Χριστού – ο οποίος γεννήθηκε ως ξένος και μεγάλωσε ως μετανάστης και ως φυγάς – και να επιλέγει με τη σιωπή της ή με φοβικές αντιδράσεις της το στρατόπεδο των ισχυρών και όχι των αδυνάτων, των θυτών και όχι των θυμάτων. Επισημαίνεται πως για τον Χριστό δεν υπάρχουν όρια φυλετικά, εθνικά, θρησκευτικά στην έννοια του πλησίον, αλλά ότι όλοι οι άνθρωποι είναι παιδιά του ίδιου Πατέρα, καθώς πλησίον, σύμφωνα και με την παραβολή του Καλού Σαμαρείτη, δεν είναι ο συμπατριώτης ή ο ομόθρησκος, αλλά ο κάθε άνθρωπος που έχει ανάγκη την αγάπη και την αλληλεγγύη μας. Και για να είμαστε πιο ακριβείς, σύμφωνα με την παραβολή, κάθε άνθρωπος μέσω της αλληλεγγύης «γίνεται πλησίον» του οποιουδήποτε ανθρώπου, πάνω και πέρα από κάθε διάκριση, ιδιαίτερα σε κρίσιμες στιγμές.
Πρόκειται για μια θεολογική  πρόταση που δεν αντιπροσωπεύει μια θολωμένη από ηθικιστικές κανονικότητες αγάπη του πλησίον ούτε είναι «αθώα» γενικόλογη ή αόριστη, ουδέτερη και αδέσμευτη, αλλά τουναντίον τοποθετείται. Παίρνει το μέρος των φτωχών, των ξένων, των κατατρεγμένων, των αδυνάτων (ανέργων, κοινωνικά αποκλεισμένων), ώστε στο πρόσωπό τους να εικονίζεται ο ίδιος ο Χριστός. Στην περιγραφή της Τελικής Κρίσης ο Χριστός δεν ίσταται απλώς δίπλα στον πάσχοντα ξένο, αλλά γίνεται ο ίδιος ξένος. Λέγοντας ότι, όποτε περιθάλψουμε τον άσημο ξένο, περιθάλπουμε τον ίδιο, ο Χριστός δίνει το δικό του όνομα σε εκείνον που η κοινωνία τον αφήνει ανώνυμο. Είναι η κατεξοχήν μετάβαση στη θέση του άλλου, όχι απλώς η υποδοχή του ξένου ο οποίος έρχεται προς εμάς, αλλά και η μετάβασή μας στη ζωή του. Πρόκειται για την πρωτοβουλία της αλληλεγγύης, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Θ. Παπαθανασίου.
Η ετοιμότητα για αλληλεγγύη σχετίζεται με την «εμπαθητική» ικανότητα όχι απλώς να λυπάσαι τον άλλον, αλλά να κάνεις στοιχείο της δικής σου ζωής τη δική του εμπειρία. Η «εμπαθητική» ικανότητα ή αλλιώς ενσυναίσθηση, «empathy», βασίζεται στον χρυσό κανόνα: «Όλα όσα θέλετε να σας κάνουν οι άλλοι άνθρωποι, αυτά να τους κάνετε κι εσείς· σ’ αυτό συνοψίζονται ο νόμος και οι προφήτες» (Μτ. 7,12).
H βιβλική κατανόηση της φιλο-ξενίας επεκτείνεται πολύ πιο πέρα από τη συνηθισμένη αντίληψη της προσφοράς βοήθειας και της γενναιοδωρίας απέναντι στους άλλους. Η Βίβλος μιλά για τη φιλοξενία πρωτίστως ως ένα ριζικό άνοιγμα προς τους άλλους, βασισμένο στη βεβαιότητα της αξίας όλων των ανθρώπων ως αμοιβαία ανοιχτοσύνη που υπερβαίνει τη διάκριση μεταξύ φιλοξενούντος (οικοδεσπότη)  και φιλοξενούμενου. Γι’ αυτό ο απ. Παύλος προτρέπει:  «Μην ξεχνάτε τη φιλοξενία, γιατί μ’ αυτήν μερικοί, χωρίς να το ξέρουν, φιλοξένησαν αγγέλους. Να θυμάστε τους φυλακισμένους, σαν να είστε κι εσείς φυλακισμένοι μαζί τους, και όσους υποφέρουν, γιατί κι εσείς μπορείτε να βρεθείτε στη θέση τους» (Εβρ. 13,2-3). Εξάλλου, στην Παύλεια Θεολογία τονίζεται ο ενιαίος χαρακτήρας του ανθρώπινου γένους («Εποίησεν τε εξ ενός αίματος παν γένος ανθρώπων κατοικείν επι παν το πρόσωπον της γης». Πράξ 17,26).
Σύμφωνα με αυτήν, λοιπόν, ο τραυματισμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας εξαιτίας διακρίσεων και καταπίεσης δεν είναι πρόβλημα μόνο αυτών που τον βιώνουν αλλά όλων όσοι θέλουν να είναι άνθρωποι. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Γ. Τσιάκαλος, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια αποτελεί ένα αγαθό που ανήκει εξ αδιαιρέτου σε όλους τους ανθρώπους, γιατί ο άνθρωπος δεν είναι ένα απλό βιολογικό ον, αλλά κλείνει  μέσα του ολόκληρη την ανθρωπότητα ως κοινωνία και ως πολιτισμό (οι πατέρες, όπως ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, τον ονομάζουν «μικρόκοσμο»). Επομένως η προσβολή οποιουδήποτε ανθρώπου σημαίνει προσβολή ολόκληρης της ανθρωπότητας, και άρα σημαίνει προσβολή του καθένα μας και της καθεμιάς μας ξεχωριστά.
Αντίστοιχα, μπορούμε να πούμε πως σήμερα η φιλο-ξενία είναι ουσιαστικά θέμα δικαιοσύνης και έχει πολιτικές διαστάσεις. Και καθώς μία άλλη κεντρική βιβλική αντίληψη είναι ότι ο Θεός παρέδωσε τη Γη και την εμπιστεύθηκε σε όλους τους ανθρώπους, αυτοί οφείλουν να διαχειρίζονται και να  φροντίζουν από κοινού τον οίκο τους και να μοιράζονται με όλους τους συνανθρώπους τους τα αγαθά του (οικουμένη – οικονομία – οικολογία).
Συνεπώς, στο πρόσωπο των ανθρώπων που ζητούν ως πρόσφυγες ή μετανάστες προστασία και δυνατότητα αξιοπρεπούς διαβίωσης στη χώρα μας, συναντούμε τα άλυτα μεγάλα προβλήματα της μιας και ενιαίας ανθρωπότητας. Είναι τα δικά μας προβλήματα, που δεν έχουμε το δικαίωμα να αποποιηθούμε προφασιζόμενοι ότι αφορούν άλλες χώρες και άλλους ανθρώπους, – «ξένους».
Εξάλλου, πολλά από τα προβλήματα που εξαναγκάζουν τους ανθρώπους στην προσφυγιά και τη μετανάστευση, ιδιαίτερα από τις χώρες του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου, είναι προϊόντα της παρελθούσας αποικιοκρατίας και σε μεγάλο βαθμό και της αδικίας που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα με τη μορφή της νεο-αποικιοκρατίας. Με την έννοια αυτή, η αποδοχή των προσφύγων στη χώρα μας είναι ένα είδος αποκατάστασης της αδικίας και συμβάλλει στη συμφιλίωση μεταξύ των ανθρώπων (το θέμα αυτό έχει τεθεί εδώ και χρόνια στην Οικουμενική Κίνηση).
Πάντως πρέπει να σημειωθεί ότι η τρίτη στάση δεν συνιστά αλλαγή πορείας αλλά αξιοποίηση ή δημιουργική συνέχεια της καθολικότητας και οικουμενικότητας που χαρακτηρίζει ξεκάθαρα τη χριστιανική παράδοση. Το πρόβλημα είναι όμως ότι η πρακτική πολλών χριστιανών, συμπεριλαμβανομένων και μελών της Ιεραρχίας της Εκκλησίας, δεν είναι στον ίδιο βαθμό ξεκάθαρη, παρά τις σαφείς, επίσημες και ομόφωνες πανορθόδοξες αποφάσεις. Η Ορθόδοξη θεολογία και η Εκκλησία στον τόπο μας, διακατεχόμενες από εθνικές και κοινωνικές βεβαιότητες, από την ασφάλεια της εθνικής κληρονομιάς και την αυτάρκεια του πολιτισμού μας, δεν μπόρεσαν να ασκήσουν σε τοπικό και σε περιφερειακό επίπεδο το κριτικό-προφητικό τους λειτούργημα, στο βαθμό που το έκαναν σε παγκόσμιο χριστιανικό επίπεδο (και) εξαιτίας της συμμετοχής τους στην Οικουμενική Κίνηση.
Αξίζει να αναφερθεί εδώ η επισήμανση της Γ΄ Προσυνοδικής Πανορθόδοξης Διάσκεψης στο Chambésy (1986), η οποία συνοψίζει τη θεολογική διδασκαλία της Εκκλησίας για τα θέματα που μας απασχολούν, ότι η φτώχεια, η πείνα, η οδύνη, η άδικη και συχνά εγκληματική κατανομή και διαχείριση των υλικών αγαθών, που παρατηρείται σε πολλά μέρη του κόσμου και αποτελούν τις κύριες αιτίες μετανάστευσης «όχι μόνο απειλούν το θείο δώρο της ζωής ολόκληρων λαών…, αλλά και συντρίβουν ολοκληρωτικά το μεγαλείο και την ιερότητα του ανθρώπινου προσώπου… Προσβάλλουν όχι μόνο την εικόνα του Θεού στο κάθε ανθρώπινο πρόσωπο, αλλά και τον ίδιο τον Θεό, ο οποίος σαφώς ταυτίζει τον εαυτό του με τον [ξένο], τον πεινασμένο και φτωχό άνθρωπο (Μτ 25,40)…». Γι’ αυτό οποιαδήποτε «αδράνεια και αδιαφορία του κάθε χριστιανού και της Εκκλησίας γενικότερα μπροστά στο τρομακτικό σύγχρονο φαινόμενο της πείνας ολόκληρων λαών, θα ταυτιζόταν με προδοσία του Χριστού και με απουσία ζωντανής πίστης. Γιατί, η μέριμνα για τη δική μας τροφή είναι συχνά θέμα υλικό, η μέριμνα για την τροφή του συνανθρώπου μας είναι θέμα και πνευματικό (Ιακ 2,14-18)… Η πίστη στο Χριστό χωρίς διακονική αποστολή χάνει τη σημασία της… Κάθε άλλη προσπάθεια να δούμε το Χριστό ως πραγματική παρουσία, χωρίς υπαρξιακή σχέση με αυτόν, ο οποίος χρειάζεται βοήθεια, δεν  είναι τίποτα άλλο από απλή θεωρία…». Στο ίδιο πανορθόδοξο κείμενο δηλώνεται σε σχέση με τις φυλετικές και λοιπές διακρίσεις: «Η Ορθοδοξία καταδικάζει χωρίς επιφύλαξη το απάνθρωπο σύστημα των φυλετικών διακρίσεων και την ιερόσυλη διακήρυξη για δήθεν συμφωνία του με τα χριστιανικά ιδεώδη… Η Ορθοδοξία ομολογεί ότι κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτως χρώματος, θρησκείας, φυλής, εθνικότητας, γλώσσας, είναι φορέας της εικόνας του Θεού, αδελφός ή αδελφή μας, ισότιμο μέλος της ανθρώπινης οικογένειας».
Στην ίδια ακριβώς γραμμή, ακούγονται φωνές θεολόγων και κληρικών, οι οποίοι ζητούν από τη διοικούσα Εκκλησία στην Ελλάδα να σταματήσει να συντηρεί θρησκευτικότητες βάναυσα αντίθετες προς το ευαγγέλιο και να πάρει σαφή θέση καταδικάζοντας το ρατσισμό και τη μισαλλοδοξία, γιατί βρίσκονται  στον αντίποδα του Χριστιανισμού (status confessionis=ζήτημα ομολογίας της πίστης). Είναι η ίδια πεποίθηση, η οποία σχετικά με τους συμβιβασμούς και τις υποχωρήσεις της Εκκλησίας στις σχέσεις της με τους ισχυρούς, πιστεύει «πως είναι προτιμότερο αυτή να κλείσει, αν χρειαστεί, τα ιδρύματα και τα φιλόπτωχα ταμεία της, παρά το στόμα της» (Αλ. Παπαδερός).
Είναι μία οπτική, η οποία επισημαίνοντας ότι ο Θεός της Βίβλου, ο Θεός που σαρκώθηκε, είναι ο Θεός της αγάπης, της αλληλεγγύης και της ανθρώπινης απελευθέρωσης, μπορεί να συναντηθεί με την κριτική θεωρία που απορρίπτει  την ειδωλολατρία των «θεών του ουρανού και της γης» εν ονόματι των οποίων «ο άνθρωπος ταπεινώνεται, υποδουλώνεται, εγκαταλείπεται, περιφρονείται» (K. Marx).
Καταλήγοντας, αυτό που έχει σημασία να υπογραμμιστεί είναι ότι ακόμη και αν υπάρχουν διαφορετικές θεμελιώσεις και κοσμοθεωρητικές αφετηρίες, αυτό που μπορεί να βοηθήσει σε ευρύτερες συμφωνίες είναι η αποδοχή κοινών κριτηρίων και αξιών. Η προσήλωση στο αγαθό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και στο στόχο «της ανατροπής όλων των σχέσεων που κάνουν τον άνθρωπο ένα ον ταπεινωμένο, υποδουλωμένο, εγκαταλειμμένο, περιφρονημένο» είναι πιο σημαντική από την κοσμοθεωρητική θεμελίωση με βάση την οποία οδηγούνται οι άνθρωποι στη στάση τους αυτή.
Η προσήλωση στο μείζον, η καλλιέργεια της προσδοκίας για καταπολέμηση του κακού στη ρίζα του δεν μπορεί βεβαίως να οδηγεί στην απόρριψη του «φιλανθρωπικού» έργου και των πρακτικών πρωτοβουλιών που πράγματι συμβάλλουν στην ανακούφιση των μεταναστών, στην άμβλυνση του πόνου τους, βελτιώνουν τις συνθήκες διαβίωσής τους, σώζουν ακόμη και ζωές.
Ωστόσο το πρόβλημα θα αντιμετωπίζεται μερικώς και θα διαιωνίζεται εάν δεν αποκαλύπτονται οι αιτίες που δημιουργούν τις συνθήκες που οδηγούν στη μετανάστευση και ταυτόχρονα δεν γίνεται προσπάθεια για την κατάργηση αυτών των αιτίων που οδηγούν τους αποδέκτες της «φιλανθρωπίας» στο να την έχουν ανάγκη και να τη θεωρούν μάλιστα και φυσιολογική.
Εν τέλει χρειάζεται να ακολουθηθεί η «δίκοπη πολιτική» που έχει περιγράψει ο ιστορικός και κοινωνιολόγος Immanuel Wallerstein και ταιριάζει με την εσχατολογική οπτική της Εκκλησίας και της θεολογίας: «Από τη μια μεριά, πάντα να παλεύουμε για το μικρότερο κακό – βραχυπρόθεσμα, εντελώς βραχυπρόθεσμα, γιατί ο κόσμος ζει πάντοτε στο σήμερα… Και πάντοτε υπάρχει το μικρότερο κακό. Πρέπει όμως συνάμα να κρατούμε το βλέμμα καρφωμένο στο μεγάλο παιχνίδι – τι λογής κόσμο θέλουμε να φτιάξουμε».
Επιλογή βιβλιογραφίας
Αγουρίδης, Σ., Οράματα και Πράγματα, εκδ. Άρτος Ζωής, Αθήνα 1991.
Duchrow, U, «Η πνευματικότητα των κοινωνικών συμπράξεων: Για την απελευθέρωση της νεωτερικότητας από τον ολέθριο εργαλειακό ατομισμό», στο Βιβλική Θεολογία της απελευθέρωσης, πατερική θεολογία και αμφισημίες της νεωτερικότητας, Π. Καλαϊτζίδης (επ.), εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2012, 221-256.
Καλαϊτζίδης, Π., Ορθοδοξία και Ελληνισμός στη σύγχρονη Ελλάδα. Περιπέτειες και διαδρομές μιας αμφιλεγόμενης σχέσης, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2012.
Μαρβάκης, Αθ., «Κοινωνική ένταξη ή κοινωνικό απαρτχάιντ», στο Μ. Παύλου, Δ. Χριστόπουλος (επ.), Η Ελλάδα της μετανάστευσης. Κοινωνική συμμετοχή, δικαιώματα και ιδιότητα του πολίτη, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2004, 88-120.
Παπαγεωργίου, Ν., Θρησκεία και ΜετανάστευσηΗ κοινότητα των Σιχ στην Ελλάδα,εκδ. Κορνηλία Σφακιανάκη, Θεσσαλονίκη 2011. 
Παπαθανασίου, Θ., «Ο ξένος που δέχομαι, ο ξένος που γίνομαι», στο περιοδικόΠλανόδιον 48, Ιούνιος 2010 (πλήρες κείμενο και στο ιστολόγιο του Ανδρέα Αργυρόπουλου Θεολογία Μεσοπέλαγα).
Παπαθανασίου, Θ., «Φίλοι της Αριστεράς, μην κατεβάζετε τον σκούφο πάνω στα μάτια!», εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς», Σάββατο 20-10-2012, σ. 22.
Παπαντωνίου, Αν., «Πρόσφυγες και μετανάστες στην Ελλάδα. Όψεις εκκλησιαστικής διακονίας σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία», www.ecclesia.gr/greek/…/metanastes/papantoniou_052010.pdf.
Πέτρου. Ι, Πολυπολιτισμικότητα και θρησκευτική ελευθερία, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη22005.
Σταμούλης, Χ.,  Ώσπερ ξένος και αλήτης ή Σάρκωση: η μετανάστευση της αγάπης. Προλογίζει ο Μητροπολίτης Νιγηρίας Αλέξανδρος, (Σειρά: Προσεγγίσεις στο αυτονόητο), εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2010. 
Τσιάκαλος, Γ., «Ανθρώπινη αξιοπρέπεια, κοινωνικός αποκλεισμός και εκπαίδευση στην Ευρώπη», στο Ανθρώπινη αξιοπρέπεια και κοινωνικός αποκλεισμός. Εκπαιδευτική πολιτική στην Ευρώπη, Ελένη Σπανού (επ.), εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999, 49-68.
Τσιάκαλος, Γ., Οδηγός Αντιρατσιστικής Εκπαίδευσης, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000.
Wallerstein, Imm., Για να καταλάβουμε τον κόσμο μας. Εισαγωγή στη Ανάλυση των Κοσμοσυστημάτων, (επιμέλεια – μετάφραση – επίμετρο Σπ. Μαρκέτος), εκδ. θύραθεν, Αθήνα 2009.

http://blogs.auth.gr/moschosg
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...