Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2013

Η 1η του Έτους στους ειδωλολατρικούς λαούς και στο Χριστιανισμό.



Από την υποδούλωση στο παρελθόν στην ελευθερία του μέλλοντος


Του Νίκου Ντόντου
Θεολόγου – Συνεργάτη της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών


            Η εορτή της Πρωτοχρονιάς έχει πλουσιότερο παρελθόν από όσο ίσως νομίζουμε. Είναι μια εορτή που τη βρίσκουμε στο μυθικο-τελετουργικό πολιτισμό όλων των πρωτόγονων αλλά και των ιστορικών πολιτισμών, και πολλά σημερινά έθιμα και αντιλήψεις μας ανάγουν την προέλευσή τους σε αυτές τις μυθικοτελετουργικές παραδόσεις.
            Αφετηριακά να αναφέρουμε ότι όλοι οι πρωτόγονοι πολιτισμοί – άρα και οι μύθοι, οι τελετές και οι εορτές τους – έχουν ένα προσανατολισμό παρελθοντολογικό. Ο πρωτόγονος άνθρωπος αισθανόταν την ανάγκη περιοδικά και τελετουργικά να αναπαράγει-αναπαριστά μύθους και αρχέτυπα του παρελθόντος, του απώτατου παρελθόντος, της αρχής των πραγμάτων, τα οποία εγγυώνται τη διατήρηση της κοσμικής, φυσικής και κοινωνικής τάξης στο παρόν και δίνουν ιερότητα στο βέβηλο χωροχρόνο της καθημερινότητας. Ο τελετουργικός προσανατολισμός στο παρελθόν δίνει αξία και νόημα στη ζωή, ο πραγματικός χρόνος και η διάσταση του μέλλοντος απαξιώνονται. Όλα αυτά τα έχει περιγράψει με εξαιρετική διεισδυτικότητα το θρησκειολογικό έργο του Mircea Eliade, στον οποίο οφείλουμε πολλά για τις παρακάτω αναλύσεις.[i]
            Ας αρχίσουμε όμως την περιδιάβασή μας σε μερικές από αυτές τις τελετές και εορτές. Στη βαβυλωνιακή εορτή της πρωτοχρονιάς Akitu διαβαζόταν από τους ιερείς το έπος του Gilgames. Σ’ αυτό περιγράφεται πως ο κυρίαρχος Θεός Marduk, ο Θεός-Ήλιος, κατατρόπωσε τη θεά Tiamat, τερατώδη και σκοτεινή δύναμη μέσα στη Δημιουργία, και έτσι αποκατέστησε την τάξη στον κόσμο. Κατά την τελετή δύο ηθοποιοί μιμούνταν την πάλη των δύο Θεών. Με τη μίμηση και την αναπαράσταση αυτή δεν συνέβαινε απλώς μια ανάμνηση, αλλά επανάληψη της δημιουργικής κοσμογονίας. Το μυθικό γεγονός ήταν παρόν. Στο πλαίσιο των τελετουργιών Akitu τελείτο και η «γιορτή για τις μοίρες», η Zagmuk, στην οποία καθορίζονταν οι οιωνοί για τους 12 μήνες του χρόνου.
            Αν το ένα θέμα της τελετουργίας της Πρωτοχρονιάς ήταν η επανάληψη του κοσμογονικού μύθου της Δημιουργίας, το άλλο ήταν ο εξιλασμός. Το τέλος του έτους συνοδευόταν από νηστείες, πλύσεις και συλλογικούς καθαρμούς, σβήσιμο και άναμμα της φωτιάς, εξορκισμούς δαιμόνων με δάκρυα, κραυγές, χτυπήματα. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η τελετή του «αποδιοπομπαίου τράγου» στους σημιτικούς και βαβυλωνιακούς λαούς. Κατά τη διάρκειά της ο Αρχιερέας φόρτωνε στον τράγο τις αμαρτίες του λαού και τον οδηγούσαν στην έρημο όπου κυριαρχούσε ο δαίμονας Αζαζέλ. Ανάλογες τελετές βρίσκουμε σε πολλούς αρχαίους πολιτισμούς και το νόημά τους ήταν με νηστείες, καθαρμούς και ιεροδραματικές σκηνές να εκδιωχθούν οι δαιμονικές δυνάμεις και να απαλλαγεί ο λαός από τα ανομήματά του.
            Επίσης, αξίζει να αναφερθεί ότι σε πολλούς πρωτόγονους λαούς έχουμε την πίστη στην «επιστροφή των νεκρών». Εφόσον, όπως είδαμε, οι τελετές της Πρωτοχρονιάς αναπαράγουν τη μυθική κοσμογονία, τα όρια της ζωής και του θανάτου είναι πλέον ρευστά και έστω περιοδικά και στιγμιαία ανοίγουν οι πύλες του κάτω κόσμου. Περιττεύει η συσχέτιση της πίστης αυτής με τις λαϊκές δοξασίες που επιβιώνουν στα παραμύθια.
            Στενά συνδεδεμένη με το θέμα της αναδημιουργίας του κόσμου και της αποκατάστασης της φυσικής και της κοινωνικής τάξης κατά τις τελετές του Νέου Έτους είναι και οι τελετές της ενθρόνισης του βασιλιά ή στην ισραηλιτική εκδοχή τους της ενθρόνισης του αόρατου Γιαχβέ ως βασιλιά. Στην εκδοχή αυτή το τελετουργικό περιλάμβανε λιτάνευση του Θεού επί θρόνου διαμέσου της πόλης τονίζοντας έτσι την κυριαρχία του πάνω στις αρνητικές δυνάμεις και κατά το νέο έτος.
            Το ρωμαϊκό ημερολόγιο άρχιζε τον Μάρτιο. Έτσι πήραν οι δικοί μας 7ος και 8ος μήνας τις ονομασίες Σεπτέμβριος και Οκτώβριος. Την Πρωτοχρονιά, την 1η Μαρτίου γιόρταζαν τα Ματρονάλια, κάτι σαν τη γιορτή της μητέρας, και οι σύζυγοι έδιναν δώρα στις συζύγους τους.  Ο Ιούλιος Καίσαρας εισήγαγε το ηλιακό έτος των 365 ημερών (Ιουλιανό ημερολόγιο) το 46 π.Χ., και όρισε οι καλένδες του Ιανουαρίου να αποτελούν την 1η του έτους. Τότε αναλάμβαναν οι νέοι άρχοντες τα αξιώματά τους. Το omen faustum incipium (ο αρχικός ευτυχής οιωνός) έπαιξε σημαντικό ρόλο γι’ αυτό. Η τύχη δηλαδή κατά την πρώτη μέρα του έτους θα καθόριζε την τύχη όλο το έτος. Η ρωμαϊκή σύγκλητος τελούσε σύντομη συνεδρία κατά την Πρωτοχρονιά και ανταλλάσσονταν δώρα. Καθώς μάλιστα η 1η του έτους έκλεινε την εορτή των Σατουρναλίων περιλάμβανε θεατρικές παραστάσεις, μεταμφιέσεις, άσματα, αστεία, αλλά και έκτροπα και ανηθικότητες.

Χριστιανική Εκκλησία και Πρωτοχρονιά

Σ’ αυτές τις ανηθικότητες και τα ειδωλολατρικά έθιμα αντέδρασε η Εκκλησία, και σώζονται πολλά κηρύγματα των Πατέρων κατά των ειδωλολατρικών τελετών (Χρυσόστομος, Αμβρόσιος, Αυγουστίνος κ.α.). Επίσης, ήδη από την Κ.Δ. ασκείται κριτική στις αστρολογικές αντιλήψεις που βρίσκονται στο υπόστρωμα αυτών των εορτών. Η χριστιανική Εκκλησία αντικατέστησε τις εορτές και τις τελετές των ειδωλολατρικών εορτών για την Πρωτοχρονιά με την εορτή της περιτομής του Χριστού και αργότερα πρόσθεσε την εορτή της μνήμης του Μ. Βασιλείου (πέθανε την 1η Ιανουαρίου του 379 μ.Χ.). Έτσι κι αλλιώς η αρχή της Ινδίκτου για την Εκκλησία είναι η 1η Σεπτεμβρίου.
Ήδη στον αρχαίο Ισραήλ, ενώ διατηρούνται στοιχεία των τελετών της πρωτοχρονιάς των γύρω ειδωλολατρικών λαών και του προσανατολισμού τους στο παρελθόν, στις απαρχές του κόσμου και στην «αιώνια επιστροφή» τους, ταυτόχρονα εισάγονται νέα στοιχεία, όπως η κυριαρχία του Θεού στο φυσικό και ιστορικό γίγνεσθαι, το οποίο πλέον κινείται ευθύγραμμα και εντός του πορεύεται και ο «περιούσιος λαός», πιστός  –  ή ενίοτε άπιστος – στην εκπλήρωση της υπόσχεσης του Θεού για την ανάπαυση (= Σάββατον) της μεσσιανικής εποχής. Στην υιοθέτηση της εσχατολογικής αυτής προοπτικής συνέβαλαν οι ποικίλες ιστορικές ταλαιπωρίες των ισραηλιτών (καταστροφή από τους Ασσυρίους το 722 π.Χ. και από τους Βαβυλωνίους το 586 π.Χ.). Έτσι ο Ισραήλ τοποθέτησε την ελπίδα του στο μέλλον, στο «νέο ενιαυτό», στον «καινό ουρανό» και στην «καινή γη» που προφητεύει ο Ησαΐας (65,17).
Στον Χριστιανισμό τώρα παρατηρείται μια ριζοσπαστικοποίηση του προσανατολισμού στο μέλλον, η οποία εμφανίστηκε ιστορικά με τον ιουδαϊσμό. Η αλήθεια και το νόημα για το παρόν δεν αντλούνται από μια τελετουργική επανάληψη αρχετύπων του παρελθόντος, αλλά από την πρόγευση του μέλλοντος στη θεία Ευχαριστία και από την ευχαριστιακή μεταποίηση της ζωής.
Ο χριστιανός δεν αναπολεί «χαμένους παραδείσους», δεν επιστρέφει στις απαρχές, στα πρώτα, για να δώσει νόημα στη ζωή του, αλλά προγεύεται τα έσχατα. Ως ταξιδιώτης με προορισμό τη βασιλεία του Θεού δημιουργεί ιστορία, χωρίς να εναποθέτει την τύχη του στις αστρικές δυνάμεις, στην παρατήρηση ημερών, μηνών και ενιαυτών (Γαλ. 4,11).
Οι εορτές για την Εκκλησία δεν είναι ο ιερός χρόνος που διαχωρίζεται από τη βέβηλη καθημερινότητα – όσο κι αν αυτή η αντίληψη επιβιώνει και αναπαράγεται ως σήμερα και σε χριστιανικά περιβάλλοντα – αλλά κλήση σε ιεροποίηση-αγιοποίηση όλου του χρόνου της ζωής, η οποία καθορίζεται πλέον από την εσχατολογική ένταση, από την ενεργητική προσμονή της ολοκλήρωσης, της ακεραίωσης και της πληρότητας που έρχεται από το μέλλον.
Οι δαιμονικές δυνάμεις του κακού δεν ξορκίζονται και αποβάλλονται με την τέλεση καθαρμών και ιεροδραματικών τελετουργιών, αλλά με την εν Χριστώ κοινωνία και την ανθρώπινη συνεργασία στο θέλημα του Θεού. Ο χρόνος δεν είναι πλέον κύκλος που επαναλαμβάνεται, αλλά δραματική πορεία, ευθεία κίνηση, συνάντησης με το πρόσωπο του Χριστού.
Στη συνάφεια των παραπάνω, δεν είναι τυχαίο ότι ο θεμελιωτής του κλάδου της κοινωνιολογίας της θρησκείας Max Weber έκανε λόγο για «ξεμάγεμα του κόσμου» με τον Χριστιανισμό, κάτι που έθεσε τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της επιστήμης και της κοινωνικής προόδου και οδήγησε στην δημιουργία του σύγχρονου κόσμου, του νεωτερικού πολιτισμού.
Επίσης δεν είναι τυχαίο ότι μεγάλοι χριστιανοί θεολόγοι του αιώνα μας – και ορθόδοξοι – μιλούν για το «τέλος της θρησκείας» με την χριστιανική Εκκλησία. Δεν υπάρχει πλέον εδώ διάκριση σε «ιερά και βέβηλα», ιερό και βέβηλο χρόνο, ιερούς και βέβηλους τόπους. Με την πρόσληψη της ανθρώπινης φύσεως και σύνολου του κτιστού από τον Χριστό, με την ένσαρκη επιφάνεια του Υιού του Θεού, το όλον της κτίσης, σύνολος ο χωροχρόνος αγιάζεται κοινωνώντας ασυγχύτως με το Θεό. Αυτό που απομένει είναι η ανθρώπινη συνέργεια στο έργο της αγιοποιήσεως του κόσμου που εγκαινίασε ο Χριστός.





[i] Βλ. ιδιαίτερα το έξοχο έργο του Κόσμος και Ιστορία. Ο μύθος της αιώνιας επιστροφής, μτφρ. Στρατής Ψάλτου, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 1999. Αλλά και τα βιβλία του Σάββα Αγουρίδη, Οράματα και Πράγματα και Θεολογία και Επικαιρότητα.

Moto 1
Ο χριστιανός δεν αναπολεί «χαμένους παραδείσους», δεν επιστρέφει στις απαρχές, στα πρώτα, για να δώσει νόημα στη ζωή του, αλλά προγεύεται τα έσχατα.
Moto 2
Οι εορτές για την Εκκλησία δεν είναι ο ιερός χρόνος που διαχωρίζεται από τη βέβηλη καθημερινότητα, αλλά κλήση σε ιεροποίηση-αγιοποίηση όλου του χρόνου της ζωής.
Moto 3
Οι δαιμονικές δυνάμεις του κακού δεν ξορκίζονται και αποβάλλονται με την τέλεση καθαρμών και ιεροδραματικών τελετουργιών, αλλά με την εν Χριστώ κοινωνία και την ανθρώπινη συνεργασία στο θέλημα του Θεού

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...