Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

Δημήτρης Μπεκριδάκης: Κινέζικος Χριστιανισμός


Ανέκδοτο ή μεγάλη ανατροπή;


Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΠΕΚΡΙΔΑΚΗ
Θεολόγου – MΡhil. Θρησκειολογίας – Εκπαιδευτικού


1. ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ


Η εκκλησιαστική παράδοση συνδέει το κήρυγμα του Ευαγγελίου στην Κίνα με τις μορφές των αποστόλων Θωμά και Βαρθολομαίου. Εντούτοις οι πρώτοι χριστιανοί ιεραπόστολοι στην μεγάλη χώρα της Ασίας ήταν αποδεδειγμένα Νεστοριανοί. Αυτοί ακολούθησαν τον δρόμο του μεταξιού και στα 638, με το χριστιανικό ημερολόγιο, καλωσορίστηκαν στην αυλή του Κινέζου Αυτοκράτορα, ο οποίος σχεδόν αμέσως επέτρεψε την ανέγερση χριστιανικού ναού στην πρωτεύουσα Chang-an. Ένα αιώνα αργότερα, οι Νεστοριανοί είχαν επεξεργαστεί μια εκδοχή του Χριστιανισμού που ενσωμάτωνε στοιχεία από τις μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις του Ταοϊσμού, του Κομφουκιανισμού και του Βουδισμού, προκειμένου η νέα πίστη να εναρμονίζεται με τις πνευματικές συνθήκες και απαιτήσεις της κινεζικής κοινωνίας. Με τον ίδιο τρόπο, αιώνες νωρίτερα, η πρώτη Εκκλησία της Παλαιστίνης είχε αναλάβει στοιχεία από τον ευρύτερο ελληνιστικό πνευματικό χώρο κατά την ιεραποστολική της εξόρμηση προς τη μεσόγειο και την Ευρώπη. Μέχρι τον 10ο αιώνα οι Νεστοριανοί απολάμβαναν ειρήνη και ανοχή εκ μέρους της Αυτοκρατορικής διοίκησης. Τα πράγματα, όμως, άλλαξαν κατά την περίοδο εκείνη. Έγιναν διώξεις, οι οποίες, όμως, όσο σκληρές και αν υπήρξαν, δεν αποδείχθηκαν ικανές να εκριζώσουν την πίστη. Ο χριστιανικές κοινότητες όχι μόνο δεν εξαφανίστηκαν, αλλά αντίθετα, γνώρισαν νέα άνθηση κατά τον 12ο και 13ο αιώνα, σε βαθμό μάλιστα που να είναι σε θέση να διοργανώνουν οι ίδιες πλέον ιεραποστολικές εξορμήσεις προς περιοχές της νοτιοανατολικής Ασίας. Όταν στα 1368 ανήλθε στην εξουσία η δυναστεία Ming, οι χριστιανικές ενορίες –που στην ακμή τους αριθμούσαν αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες πιστών– έπεσαν θύματα απηνών εθνικιστικών διώξεων, επειδή είχαν στην πλειοψηφία τους συνταχθεί με το προηγούμενο καθεστώς –εκείνο της Μογγολικής κυριαρχίας. Τα στοιχεία μαρτυρούν δραματική συρρίκνωση των χριστιανικών πληθυσμών κατά τον 14ο αιώνα, όμως το οριστικό χτύπημα στη Νεστοριανή ιεραποστολή δόθηκε στις αρχές του 15ου αιώνα, όταν οι ορδές του Ταμερλάνου σάρωσαν την κεντρική Ασία. Έτσι, ο 16ος αιώνας βρήκε την Κίνα αποστερημένη από ουσιαστική χριστιανική παρουσία και οργανωμένη δραστηριότητα. Η μεγάλη περιπέτεια της «φωτεινής θρησκείας» (Jingjiao) –όπως αποκαλούταν ο Χριστιανισμός– στη σινική επικράτεια έμοιαζε να έχει φτάσει στο τέλος της.
Όμως κάτι τέτοιο δεν έμελλε να συμβεί. Στα τέλη του 16ου και καθ’ όλη τη διάρκεια του 17ου αιώνα, η υπόθεση του εκχριστιανισμού της αχανούς χώρας περιήλθε στα χέρια των παράτολμων μισσιοναρίων του τάγματος του Αγίου Ιγνάτιου Λογιόλα. Το έναυσμα στην όλη προσπάθεια δόθηκε με την ίδρυση του εμπορικού λιμανιού του Μακάο από τους Πορτογάλους το 1556. Εκεί αποβιβάστηκε το 1582 ένας ιεραπόστολος που είχε υπηρετήσει προηγουμένως και στην Ινδία, ο Matteo Ricci, η σημαντικότερη, ίσως, μορφή στην ιστορία του κινεζικού Χριστιανισμού. Σε αντίθεση με τους παλαιότερους ιεραποστόλους, ο Ricci φρόντισε αμέσως να μάθει την κινεζική γλώσσα, και με τον καιρό ανέπτυξε ένα συνεπές σύστημα μετάφρασης των κινεζικών ιδεογραμμάτων στα λατινικά. Με βάση αυτό, και με τη βοήθεια των συνεργατών του, ο Ricci συνέγραψε το πρώτο (1583-88) ευρωπαϊκό λεξικό της κινεζικής γλώσσας (Κινεζο-Πορτογαλικό). Ακολουθώντας την λεγόμενη «στρατηγική του μεταξιού», φορώντας δηλαδή πολυτελή μεταξωτά ενδύματα που τους παρουσίαζαν σαν ευγενείς αντί για ευτελή βαμβακερά, οι πολύπειροι στη διπλωματία ιεραπόστολοι κατόρθωσαν να αποκτήσουν πρόσβαση στην αυτοκρατορική αυλή. Ο Ricci, άλλωστε, ήταν ο πρώτος δυτικός που έγινε δεκτός στην Απαγορευμένη Πόλη. Οι αστρονομικές γνώσεις του ίδιου, όσο και άλλων ιησουϊτών (π.χ. πρόβλεψη ηλιακών εκλείψεων), προσέλκυσαν το ενδιαφέρον των ευγενών, των διανοούμενων και των αξιωματούχων. Επιπλέον, ο αέρας κοσμοπολιτισμού που απέπνεε η παρουσία τους γοήτευσε τους κύκλους του Παλατιού. Σ’ αυτό συνέτειναν και οι ιδιαίτερες χαρτογραφικές γνώσεις των Ιησουϊτών. Διόλου τυχαία, ήταν ο ίδιος ο Matteo Ricci που ολοκλήρωσε και παρουσίασε τον πρώτο παγκόσμιο γεωγραφικό χάρτη στην ιστορία της Κίνας, ανοίγοντας, έτσι, ένα παράθυρο προς τον έξω κόσμο –ιδίως την Ευρώπη και τις μεγάλες αυτοκρατορίες της. Η δημιουργία του «Χάρτη των Μυριάδων Χωρών του Κόσμου» (Kunyu Wanguo Quantu) –αυτής της «Μαύρης Τουλίπας» της χαρτογραφικής τέχνης, όπως έχει αποκληθεί λόγω της σπανιότητας και του εξωτισμού που αντιπροσωπεύει– εξυπηρετούσε μεν την ανάγκη για γεωγραφική γνώση, αλλά ταυτόχρονα ίσως είχε και μια θρησκευτική σκοπιμότητα. Θα μπορούσε δηλαδή να θεωρηθεί ως ένα έξυπνο ιεραποστολικό στρατήγημα σχετικοποίησης της ντόπιας θρησκείας, καθώς αποκάλυπτε για πρώτη φορά στους κινέζους ευγενείς ότι ακόμη και η απέραντη πλούσια χώρα τους, με τον τόσο αρχαίο και λαμπρό πολιτισμό, δεν είναι παρά ένα μικρό κομμάτι της οικουμένης. Κατά συνέπεια και η ντόπια θρησκεία δεν είναι ούτε μοναδική ούτε αυτονόητα αληθινή, αφού υπάρχουν πολυάριθμα έθνη με πολλές και διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις. Όπως και να’ χει το πράγμα, το βέβαιο είναι πως οι Ιησουΐτες ιεραπόστολοι κατόρθωσαν να αποκτήσουν προνόμια και δικαιώματα, που τους επέτρεψαν να διεξάγουν με σχετική ανεξαρτησία το προσηλυτιστικό τους έργο. Έτσι, τριάντα χρόνια μετά την έλευσή τους είχαν πλέον δικαίωμα να διεισδύουν και να κηρύττουν στην ενδοχώρα με επίσημη άδεια. Η ανέγερση του Καθεδρικού της Αμώμου Συλλήψεως στο Πεκίνο, του παλαιότερου καθολικού ναού της πόλης, υπήρξε το θεαματικότερο αποτέλεσμα των προσπαθειών αυτών.
Το σημαντικότερο, όμως, στοιχείο της Ιησουϊτικής παρουσίας στην Κίνα υπήρξε η αποδοχή των ντόπιων πολιτισμικών δεδομένων. Υπό την καθοδήγηση του Ricci, οι Καθολικοί ιεραπόστολοι κήρυτταν έναν Χριστιανισμό προσαρμοσμένο στην κινεζική πνευματικότητα και ζωή. Μετέφρασαν την Αγία Γραφή και τελούσαν τη Θεία Λειτουργία στην Κινεζική. Επέλεξαν τους πλέον κατάλληλους όρους για να αποδώσουν τις πρωτόγνωρες για την ασιατική σκέψη χριστιανικές κατηγορίες και έννοιες. Η προσπάθειά τους αποσκοπούσε γενικά στο να γεφυρωθεί το τεράστιο πολιτισμικό χάσμα που χωρίζει την κινεζική από τη χριστιανική κοσμοθεωρία και θρησκευτικότητα. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται και από την εξαιρετικά ελαστική στάση, την οποίαν επέδειξαν σχετικά με έθιμα καταφανώς διαφορετικά, ακόμη και αντιτιθέμενα προς το εκκλησιαστικό ήθος. Η λατρεία των προγόνων υπήρξε ένα από αυτά, ενώ οι αρχές και κανόνες της ηθικής διδασκαλίας του Κομφουκίου, που επί αιώνες καθόριζαν την ατομική και συλλογική συμπεριφορά του κινεζικού λαού, επιβίωσαν κατά το δυνατόν και εντός της Εκκλησίας, ενδεδυμένες με χριστιανικό μανδύα.
Οι τελευταίες δεκαετίες του 17ου αιώνα σηματοδότησαν την περίοδο ακμής της Ρωμαιοκαθολικής ιεραποστολής. Στα 1685 χειροτονήθηκε ο πρώτος κινέζος Καθολικός επίσκοπος και στα 1692 ο Αυτοκράτορας Kang Xi, της δυναστείας των Manchu, (όπως αποκαλούταν αλλιώς η δυναστεία Qing, που κυβέρνησε από το 1644 έως το 1912, και ήταν η τελευταία αυτοκρατορική διοίκηση της Κίνας πριν από την εγκαθίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας), εξέδωσε ένα εξαιρετικά ευνοϊκό για τον Χριστιανισμό διάταγμα θρησκευτικής ειρήνευσης και ανεκτικότητας. Το έτος–ορόσημο 1700 οι χριστιανοί στην Κίνα αριθμούσαν περί τους 200.000, αριθμός, που δικαιολογημένα φαντάζει μικρός για τα δεδομένα μιας αχανούς και πολυάνθρωπης χώρας. Αν, όμως, αναλογιστεί κανείς ότι πολλοί από τους προσήλυτους ανήκαν στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις και κατείχαν υψηλές διοικητικές θέσεις και αξιώματα, τότε γίνεται αντιληπτή η σημαντική πολιτική επιρροή που είχε κατορθώσει να ασκεί η εισαγόμενη από τη Δύση θρησκεία.1

Ο δέκατος όγδοος αιώνας υπήρξε αποφασιστικής σημασίας για την παρουσία του Χριστιανισμού στην Ασία. Κι αυτό διότι κατά τη διάρκειά του, η μακροχρόνια προσπάθεια ευαγγελισμού των Σινών δέχτηκε καίρια πλήγματα. «Η Καθολική ιεραποστολή στην Κίνα μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια από τις μεγαλύτερες χαμένες ευκαιρίες στην παγκόσμια ιστορία». Και τούτο διότι «εάν η Κίνα είχε μεταστραφεί κατά τον 17ο αιώνα, οι συνέπειες που θα είχε το γεγονός αυτό στην κατοπινή ιστορία του Χριστιανισμού, αλλά και στην ίδια τη θρησκευτική ισορροπία της Ευρώπης, θα ήταν ανυπολόγιστες. Μια χριστιανική Κίνα θα μπορούσε να είχε λειτουργήσει ως παράδειγμα για την Ιαπωνία, την Κορέα, το Βιετνάμ και τελικά για ολόκληρη την Ασία».2 Κατά τρόπο ειρωνικό, το ενδεχόμενο αυτό δεν ευδοκίμησε όχι εξαιτίας των αντιδράσεων ή διώξεων εκ μέρους της κινεζικής κοινωνίας και πολιτείας, αλλά λόγω ενδοεκκλησιαστικών συγκρούσεων. Η ανεκτική πολιτική των Ιησουϊτών αναφορικά π.χ. με τη λατρεία των προγόνων, την ενσωμάτωση των ονομάτων των ντόπιων θεοτήτων στις μεταφρασμένες Γραφές ή την αγιοποίηση του Κομφουκίου, προκάλεσε τη μήνη των εχθρών και αντιπάλων του Τάγματος στο εσωτερικό της Καθολικής εκκλησίας. Αυτοί κατόρθωσαν να επηρεάσουν τον Πάπα και να μεταβάλουν την στάση της Αγίας Έδρας έναντι του Τάγματος. Το 1704 απαγορεύτηκε με παπική βούλα η μετάφραση της Αγία Γραφής στα Κινεζικά, ενώ οι Θείες Λειτουργίες καθορίστηκε να τελούνται αποκλειστικά στα Λατινικά. Όπως ήταν φυσικό, ο εξοβελισμός της κινεζικής γλώσσας από την ενοριακή λατρεία και ζωή επέφερε σημαντικό πλήγμα στην εκτίμηση, που έως τότε έδειχνε ο λαός προς τη νέα πίστη. Επιπλέον, η παπική πολιτική έγινε επιθετικότερη όσον αφορά στην απαίτηση για περισσότερη δύναμη και αυτονομία εκ μέρους της Εκκλησίας. Όλα αυτά προκάλεσαν την αντίδραση της Αυτοκρατορικής δυναστείας Qing (Manchu). Έτσι, το 1724 ο Χριστιανισμός τέθηκε επίσημα εκτός νόμου.3 Όπως αναφέρει το σχετικό διάταγμα: «Πως είναι δυνατόν να περιμένουμε από τους ξένους να κατανοήσουν τον κινεζικό πολιτισμό; Κανείς τους δεν γνωρίζει την Κινεζική γλώσσα. Τα λόγια και η φιλοσοφία τους είναι για γέλια. Η διδασκαλίες τους είναι παρόμοιες με κείνες του Βουδισμού, του Ταοϊσμού και των άλλων θρησκειών. Επομένως, εφόσον δεν έχουμε ανάγκη το κήρυγμα τους, το απαγορεύουμε τελείως».4
Όμως, την ειρωνική και υποτιμητική προς τη χριστιανική διδασκαλία στάση των αρχών δεν συμμερίζονταν εκατοντάδες χιλιάδες λαού. Έτσι, όταν στις 4 Σεπτεμβρίου του 1807 πάτησε το πόδι του στο Μακάο ο πρώτος Προτεστάντης ιεραπόστολος στην Κίνα, ο Robert Morrison από την ιεραποστολική εταιρία του Λονδίνου, εγκαινιάστηκε μια νέα εποχή εκχριστιανισμού στην Κίνα. Παρά το γεγονός ότι οι Προτεστάντες ιεραπόστολοι δρούσαν υπό την προστασία και με την ενίσχυση των αποικιοκρατικών δυνάμεων, το έργο τους ήταν σημαντικό. Ιδιαίτερα μετά τον Πρώτο Πόλεμο του Οπίου (1842) πρωτοστάτησαν στην ίδρυση σχολείων και νοσοκομείων, μεριμνώντας για την εκπαίδευση και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη του λαού στις απομακρυσμένες περιοχές. Το αποτέλεσμα ήταν, έως το 1949, παραμονή της νίκης των κομμουνιστών του Μάο, οι κινέζοι Προτεστάντες να αριθμούν περί το ένα εκατομμύριο, ενώ περίπου τρεις χιλιάδες ιεροκήρυκες από διάφορες ιεραποστολές (κυρίως από Αγγλία, Η.Π.Α. και Ολλανδία) όργωναν τη χώρα.
Τέλος, για να αναφερθούμε και στην ισχνή Ορθόδοξη παρουσία στην Κίνα, πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή συνδέεται κυρίως και πρωτίστως με τη δράση Ρώσων ιεραποστόλων. Αυτοί εισήλθαν μετά τον μαζικό εποικισμό της Σιβηρίας, στα τέλη του 17ου αιώνα, αλλά το κήρυγμά τους δεν βρήκε απήχηση πέρα από τα όρια μικρών κοινοτήτων μεταναστών. Έναν αιώνα αργότερα, τα αποτελέσματα παρέμεναν πενιχρά, ενώ κατά την εξέγερση των Boxers (1898-1900) η Ορθόδοξη ιεραποστολή δέχτηκε ισχυρά πλήγματα. Το κέντρο της στο Πεκίνο πυρπολήθηκε και πολλοί χριστιανοί έχασαν μαρτυρικά τη ζωή τους (εικ.1). Ανάλογα φαινόμενα παρατηρήθηκαν και κατά τη διάρκεια της «πολιτιστικής επανάστασης» του μαοϊκού καθεστώτος. Σήμερα τα πράγματα για τους Ορθοδόξους στην Κίνα είναι πιο ελαστικά. Από την πλευρά του, το Οικουμενικό Πατριαρχείο διατηρεί από το 1996 την Ιερά Μητρόπολη Χονγκ Κονγκ, που περιλαμβάνει την Κίνα, την Ινδία, τις Φιλιππίνες, την Σιγκαπούρη, την Ινδονησία, την Ταϊβάν και όλη τη νοτιοανατολική Ασία. Φυσικά, το ποίμνιο είναι αριθμητικά πολύ περιορισμένο, όμως το έργο που γίνεται είναι αξιέπαινο. Μεγαλύτερη, συγκριτικά, απήχηση έχει η ρωσική ιεραποστολή, εντούτοις οι πιστοί που αναφέρονται στο Πατριαρχείο Μόσχας δεν ξεπερνούν τις μερικές χιλιάδες.

Όσα αναφέρθηκαν παραπάνω δείχνουν ότι ο Χριστιανισμός στην Κίνα πολύ απέχει από το να θεωρηθεί πρόσφατη υπόθεση. Ούτε και συνδέεται αποκλειστικά η ανάπτυξή του με τη δράση της αποικιοκρατικής ιεραποστολής, καθώς οι ρίζες του χάνονται βαθιά στο χρόνο. Το γεγονός αυτό πρέπει να υπογραμμιστεί ιδιαίτερα, διότι ενώ ο Χριστιανισμός στην Κίνα είναι τόσο παλιός όσο και ο Βουδισμός στην Ιαπωνία, αντιμετωπίζεται συνήθως από τους ερευνητές και την κοινή γνώμη της Δύσης σαν να είναι περίπου ξένο σώμα στη μεγάλη χώρα της Ασία, απότοκο της αποικιοκρατίας και μόνο. Σαν να είναι, δηλαδή, μια πίστη επιφανειακή και αταίριαστη, χωρίς ρίζες στην ντόπια θρησκευτική συνείδηση.

2. ΠΑΡΟΝ – ΜΕΛΛΟΝ


Η εικόνα της Κίνας ως χώρας με τεράστιες ευκαιρίες και δυνατότητες για χριστιανική ιεραποστολή ανατράπηκε απότομα με την κατάληψη της εξουσίας από τους κομμουνιστές του Mao Zedong. Υιοθετώντας μια αντιθρησκευτική και αντιδυτική πολιτική στάση, που ταύτιζε τη θρησκεία με τη δεισιδαιμονία και τον χριστιανισμό με τον δυτικό ιμπεριαλισμό, το καθεστώς απέλασε τους ξένους ιεραποστολους ως πράκτορες της αποικιοκρατίας (1951) και απαγόρευσε κάθε έκφραση της χριστιανικής πίστης που δεν εντασσόταν στους κόλπους των επίσημα αναγνωρισμένων από το κόμμα εκκλησιαστικών ομάδων. Οι αλλοδαποί ιεραπόστολοι απεχώρησαν, όμως το γεγονός αυτό είχε και ένα θετικό αποτέλεσμα: οι ντόπιοι πιστοί αναγκάστηκαν να αναλάβουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη διοίκηση των τοπικών ενοριών, δίνοντας έτσι το δικό τους στίγμα και χρώμα στη διάδοση του ευαγγελίου. Δημιουργήθηκαν, με τον τρόπο αυτό, τοπικοί εκκλησιαστικοί φορείς, που δραστηριοποιούνταν χωρίς να έχουν άμεση σύνδεση με τα κέντρα του εξωτερικού. Όσον αφορά τους Ρωμαιοκαθολικούς, η κυριότερη τέτοια ομάδα είναι η «Κινεζική Πατριωτική Οργάνωση των Καθολικών» (Chinese Patriotic Catholic Association), η οποία ελέγχει τις περισσότερες ενεργές εκκλησιαστικές κοινότητες, αλλά ουσιαστικά δεν αναγνωρίζεται από το Βατικανό. Η αντίστοιχη Προτεσταντική ομάδα ονομάζεται «Πατριωτικό Κίνημα του Τριπλού Εαυτού» (Three-Self Patriotic Movement), επειδή υποστηρίζει τις αρχές της αυτοδιοίκησης, της αυτοσυντήρησης και της αυτοδιάδοσης. Άλλη σημαντική Προτεσταντική οργάνωση είναι το «Χριστιανικό Συμβούλιο της Κίνας» (China Christian Council) Πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι πολλές εκκλησιαστικές κοινότητες δεν ανήκουν στις παραπάνω επίσημες οργανώσεις ή σε κάποιες από τις παραφυάδες τους, αλλά υιοθετούν μια ανεξάρτητη και αυτόνομη στάση. Το γεγονός αυτό τις καθιστά από περιθωριακές έως απαγορευμένες, και σε αρκετές περιπτώσεις οι «κατ οίκον» εκκλησίες έχουν υποστεί σκληρές διώξεις. Εντούτοις, συγκεντρώνουν σημαντικό αριθμό πιστών, οι οποίοι είναι αναγκασμένοι να τελούν τις κοινές προσευχές και τις λατρευτικές εκδηλώσεις τους σε ιδιωτικούς χώρους, που λειτουργούν ως ανεπίσημοι ναοί.5
Ας περάσουμε τώρα στα αριθμητικά μεγέθη. Οι διάφορες μετρήσεις του χριστιανικού πληθυσμού της Κίνας δεν συμφωνούν μεταξύ τους. Το κινεζικό κράτος, θρησκευτικά ουδέτερο, αλλά δεσμευμένο από το σύνταγμα της χώρας να προστατεύει «τις συνήθεις θρησκευτικές δραστηριότητες», δίνει έναν υπολογισμό της τάξεως των 20.000.000 πιστών, δηλαδή περίπου το 1,6% του συνολικού πληθυσμού. Το Χριστιανικό Συμβούλιο της Κίνας, επίσημη προτεσταντική οργάνωση, κάνει λόγο για 16.000.000 Προτεστάντες και 8.000.000 Καθολικούς για το 2000, ενώ στην ετήσια έκθεσή του για τη Διεθνή Θρησκευτική Ελευθερία, το State Department των Η.Π.Α. υπολογίζει το χριστιανικό πληθυσμό σε 100.000.000 ψυχές, ήτοι το 8% του συνόλου. Η αλήθεια, όπως καταλαβαίνει κανείς, είναι κάπου στη μέση, αφού η μεν κινεζική κυβέρνηση έχει την τάση να συρρικνώνει το φαινόμενο, ενώ η αμερικανική να το διογκώνει για ευνόητους γεωπολιτικούς και ιδεολογικούς λόγους. Έτσι, οι πιο πρόσφατες ανεξάρτητες καταγραφές από επιστημονικούς φορείς μιλούν για 85.000.000 χριστιανούς στην Κίνα –με την υποσημείωση ότι ο αριθμός αυτός ενδέχεται να είναι οριακά μικρότερος από τον πραγματικό, λόγω του γεγονότος ότι σε ορισμένες περιοχές επικρατεί ακόμη κλίμα στιγματισμού ή δίωξης των πιστών. Όπως και να ΄χει πάντως, είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια πληθυσμιακή έκρηξη της χριστιανικής κοινότητας στην Κίνα. Από την εποχή της εγκαθίδρυσης της Λαϊκής Δημοκρατίας μέχρι σήμερα, ο αριθμός των πιστών έχει δεκαπλασιαστεί. Βέβαια, ως απόλυτο μέγεθος, ο αριθμός αυτός ίσως να φαίνεται αμελητέος μπροστά στον τεράστιο πληθυσμό της χώρας, ωστόσο κατανοεί κανείς τη σημασία του αν τον συγκρίνει, για παράδειγμα, με τον αριθμό των μελών του κυβερνώντος Κομμουνιστικού Κόμματος –που δεν ξεπερνούν τα 70 εκατομμύρια. Στο βαθμό που οι υπολογισμοί αυτοί είναι ακριβείς, τότε η Κίνα είναι η τέταρτη κατά σειρά χώρα στον κόσμο με τον μεγαλύτερο χριστιανικό πληθυσμό, μετά τις Η.Π.Α., τη Βραζιλία και το Μεξικό. Αλλά ακόμη κι αν δεχθούμε μια μετριοπαθέστερη αριθμητική τιμή, της τάξεως των 50 εκατομμυρίων, και πάλι η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας έχει περισσότερους χριστιανούς από χώρες – αλλοτινά ευρωπαϊκά προπύργια του Χριστιανισμού, όπως η Ισπανία, η Γερμανία, η Γαλλία ή η Μεγάλη Βρετανία.6
Πέραν, όμως, από τα καθαρά στατιστικά δεδομένα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα ποιοτικά μεγέθη, διότι αποκαλύπτουν την κοινωνική και πολιτισμική ιδιοσυστασία του σώματος των κινέζων χριστιανών. Έτσι, η συντριπτική πλειοψηφία των πιστών ζουν σε αγροτικές περιοχές, όπου οι συνθήκες διαβίωσης είναι δυσάρεστες και επικρατεί φτώχια και εγκατάλειψη. Λόγω των ελάχιστων πόρων που διαθέτουν, οι τοπικές κοινότητες δεν είναι συνήθως σε θέση να ανεγείρουν ναούς ή ευκτήριους οίκους, ενώ δεν λείπουν και οι περιπτώσεις όπου δεν υπάρχουν ούτε τα στοιχειώδη, όπως π.χ. αντίτυπα της Αγίας Γραφής. Το μορφωτικό επίπεδο είναι εξαιρετικά χαμηλό, οι περισσότεροι κληρικοί προτιμούν τις αστικές περιοχές και το αποτέλεσμα είναι οι κάτοικοι στην περιφέρεια να παραμένουν θρησκευτικά υποσιτισμένοι και εν πολλοίς αστοιχείωτοι. Η γνώση του δόγματος είναι σχεδόν μηδαμινή κι συνεπώς η θρησκευτική ζωή επικεντρώνεται σε εκδηλώσεις λαϊκής ευσέβειας, όπου χριστιανικές έννοιες συμπλέκονται και αναμειγνύονται με παραδοσιακές κινεζικές συνήθειες και πατροπαράδοτες συμβάσεις, όπως π.χ. ο σεβασμός των τέκνων προς τους γεννήτορες. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και μορφωμένοι ή οικονομικά εύρωστοι χριστιανοί στην Κίνα. Κάθε άλλο. Σημαντική μερίδα διανοουμένων, μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας, πρεσβεύουν έναν «πολιτισμικό Χριστιανισμό» (Cultural Christianity), ο οποίος έγκειται στην αποδοχή των ηθικών κανόνων και αρχών της πίστης, χωρίς όμως και την ανάλογη συμμετοχή στην λατρευτική ζωή της Εκκλησίας. Πρόκειται δηλαδή για ένα Xριστιανισμό–ιδεολογικό σύστημα, που η υιοθέτησή του εκ μέρους της πνευματικής ελίτ συνδέεται περισσότερο με μια διάθεση εκσυγχρονισμού και εκδημοκρατισμού της χώρας και λιγότερο με τη ζωντανή θρησκευτική πίστη και δέσμευση.7
Μια άλλη ενδεικτική παράμετρος είναι η επικυριαρχία του θηλυκού στοιχείου: πάνω από το 70% του χριστιανικού πληθυσμού της Κίνας είναι γυναίκες. Όπως γνωρίζουμε από την εκκλησιαστική ιστορία, παρόμοια σύσταση είχε το εκκλησιαστικό σώμα και κατά τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού. Το γεγονός αυτό έχει τη σημασία του, διότι η γυναικεία παρουσία αποδεδειγμένα εγγυάται τη ραγδαία εξάπλωση της πίστης στο κοινωνικό σύνολο.8 Αν συμβεί λοιπόν στην Κίνα ό,τι συνέβη και στην αρχαία Εκκλησία, τότε η αναμενόμενη από την έρευνα χριστιανική έκρηξη στην περιοχή θα πρέπει να θεωρείται εξαιρετικά πιθανή. Βέβαια η συντριπτική πλειοψηφική παρουσία των γυναικών δεν έχει την αναλογική της αντιπροσώπευση στη διοίκηση της εκκλησίας.9 Αυτό, όμως, είναι, εν πολλοίς, αναμενόμενο αν αναλογιστεί κανείς την πραγματικότητα που επικρατεί και στον ευρύτερο χριστιανικό χώρο, λόγω της αρνητικής προκατάληψης αναφορικά με τη χειροτονία των γυναικών.
Αναφορικά, τώρα, με το είδος του χριστιανισμού που επικρατεί διαπιστώνουμε και στην Κίνα το ίδιο φαινόμενο που παρατηρείται και στη Λατινική Αμερική και την Αφρική: την επικυριαρχία του χαρισματικού και ενθουσιαστικού στοιχείου.10 Ακόμη και χριστιανικές ομολογίες ή ομάδες που δεν ανήκουν στους Πεντηκοστιανούς διατηρούν ένα ισχυρό χαρισματικό στοιχείο, καθώς δίνεται προτεραιότητα στην προσωπική αναγέννηση και θεραπεία. Ιδιαίτερα ο παράγοντας της ψυχοσωματικής θεραπείας χαίρει μεγάλη εκτιμήσεως, διότι συναρμόζεται με παραδοσιακές εννοήσεις περί αποτροπής, και λύτρωσης από δαιμονικά πνεύματα και λοιπές αρνητικές επιρροές. Κινείται, συνεπώς, και ο κινεζικός χριστιανισμός προς μια πραγματιστική κατεύθυνση, λαμβάνοντας χρησιμοθηρικό και εργαλειακό προσανατολισμό –πράγμα που, άλλωστε, τον τοποθετεί εντός του κραταιού ρεύματος της θεραπευτικής θρησκευτικότητας που χαρακτηρίζει τους μεταμοντέρνους καιρούς μας.

Αξιολογώντας όλα τα παραπάνω στοιχεία, μπορούμε εν κατακλείδι να πούμε ότι η έκρηξη του Χριστιανισμού στην Κίνα αποτελεί ένα μεγάλο αίνιγμα και μια μεγάλη πρόκληση, όχι μόνο για την περιοχή της νοτιοανατολικής Ασίας, αλλά για την παγκόσμια χριστιανική κοινότητα. Διότι εκεί φαίνεται πως λαμβάνει χώρα μια νέα δυναμική ζύμωση πρωτογενών και θεμελιακών στοιχείων του ευαγγελικού μηνύματος με πολιτισμικές και θρησκευτικές ιδέες και πρακτικές από την κινεζική πραγματικότητα. Το γεγονός ίσως δεν θα είχε ιδιαίτερη σημασία –εξάλλου δεν είναι πρωτοφανής η συνάντηση του Χριστιανισμού και τοπικών παραδόσων– εάν δεν εξελισσόταν εντός των συνόρων μιας οικονομικής και πυρηνικής υπερδύναμης. Στην ραγδαία αναπτυξιακή πορεία που ακολουθεί η Κίνα, ο νέος, «σινοποιημένος» Χριστιανισμός μπορεί να ασκήσει μεγάλη επίδραση στα πολιτισμικά περιβάλλοντα της ευρύτερης περιοχής. Και σε περίπτωση που η Κίνα προχωρήσει σε ακόμη πιο φιλελεύθερες πολιτικές –πράγμα πολύ πιθανόν– ο Χριστιανισμός ενδέχεται να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο. Ενδέχεται να λειτουργήσει ως εργαλείο πολιτισμικής προσέγγισης με τη Δύση και ως γέφυρα συνεννόησης, δίοδος εκσυγχρονισμού και εκδημοκρατισμού της χώρας.

Πέραν, όμως, από την όποια γεωπολιτική του σημασία, ο κινεζικός Χριστιανισμός ενδεχομένως να συμβάλλει (και αυτός μαζί με τους υπόλοιπους «Χριστιανισμούς του Νότου»11) στο γενικότερο κλίμα σταδιακής μεταμόρφωσης του Χριστιανισμού από θρησκεία των λευκών–ευημερούντων–δυτικών σε θρησκεία των αυτοχθόνων πληθυσμών του αναπτυσσόμενου κόσμου, που μαστίζονται από οικονομική ανέχεια και άλλα δεινά. Μεταναστεύει, δηλαδή, ο Χριστιανισμός από τα μητροπολιτικά κέντρα της Δύσης στην περιφέρεια, καθώς εκεί βρίσκονται πληθυσμοί οι οποίοι τον έχουν, ως φαίνεται, περισσότερο ανάγκη. Γίνεται (για μια ακόμη φορά στην μακραίωνη ιστορία του) θρησκεία των φτωχών και των εξαθλιωμένων, των αγανακτισμένων και των εξεγερμένων, γίνεται η ελπίδα των απελπισμένων, ο φάρος όσων ζουν στο σκοτάδι της κοινωνικής αδικίας και εκμετάλλευσης. Υιοθετείται το ανατρεπτικό μήνυμα του Ευαγγελίου από τους παρίες της οικουμένης και τους απόβλητους της παγκοσμιοποίησης, και εμπνέει κοινωνικά κινήματα και ιδεολογικά ρεύματα. Υπάρχουν, φυσικά, και περιπτώσεις όπου ο Χριστιανισμός στον «αναπτυσσόμενο», λεγόμενο, κόσμο έρχεται να στηρίξει την καθεστηκυία τάξη και να επευλογήσει την απόσυρση στην ιδιωτικότητα, σε βάρος της ιστορικής εγρήγορσης και της πολιτική δράσης. Όμως και πάλι εκείνο που μετράει είναι η θέρμη και ο ενθουσιασμός με τον οποίον αποδέχονται το κήρυγμα του Ευαγγελίου οι μάζες, αναδεικνύοντάς το σε παράγοντα διαμορφωτικό και αναθεωρητικό της υπάρχουσας κοινωνικής συνθήκης.

Σχηματοποιώντας πιθανώς υπερβολικά τα πράγματα, θα λέγαμε, λοιπόν, πως ο Χριστιανισμός παρακμάζει και εκφυλίζεται στα παραδοσιακά δυτικά του λίκνα, καθώς έχει μεταλλαχθεί σε αφηρημένο και θεωρητικό θρησκευτικό μόρφωμα, συγκρητιστικού, εν πολλοίς, χαρακτήρα. Τη θέση του στις ψυχές των δυτικών μοιάζει να έχει καταλάβει η λεγόμενη Νέα Πνευματικότητα, καθώς ο αποκρυφιστικός, χρησιμοθηρικός και εργαλειακός προσανατολισμός της έρχεται να καλύψει πιθανώς πληρέστερα την ανάγκη του εθισμένου καταναλωτή-πολίτη του δυτικού κόσμου για ευτυχία, θεραπεία και ευημερία.12 Αντίθετα, ο Χριστιανισμός, στο βαθμό που διατηρεί το προφητικό-κριτικό κεντρί του ενεργό ενάντια στο «πνεύμα του κόσμου», φαντάζει υπερβολικά αυστηρός, ανελαστικός και παρωχημένος. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, όμως, ανθεί και θάλλει στον αναπτυσσόμενο κόσμο, αγκαλιάζεται με ζήλο από τους παρίες και τους απόκληρους της οικουμένης.

1 Για την ιστορία του Χριστιανισμού στη Κίνα βλ. DANIEL H. BAYS (ed.), Christianity in China: From the Eighteenth Century to the Present, (Stanford: Stanford U.P., 1996), PHILIP JENKINS, The Next Christendom: The Coming of Global Christianity, (New York: Oxford U.P., 2007, 26-27, 33, 37-41) και CHRISTOPHER PARTRIDGE, Οι Θρησκείες του Κόσμου, μτφρ. Βασίλης Αδραχτάς, Ουρανός, Αθήνα 2005, 403-406
2 Βλ. PHILIP JENKINS, ό.π. 40
3 Για την ταραχώδη για τον κινέζικο Καθολικισμό περίοδο του 18ου αιώνα βλ. ROBERT E. ENTENMANN, Catholics and Society in Eighteenth-Century Sichuan, στο DANIEL H. BAYS (ed.), ό.π. 8-23
4 Βλ. PHILIP JENKINS, ό.π. 41
5 Σχετικά βλ. το άρθρο της KATE McGEOWN, China’s Christians Suffer for their Faith, για το BBC NEWS, που υπάρχει στον διαδικτυακό τόπο http://news.bbc.co.uk/go/pr/fr/-/2/hi/asia-pasific/3993857.stm
6 Για τα αριθμητικά δεδομένα του Χριστιανισμού στην Κίνα βλ. PHILIP JENKINS, ό.π. 80-81 και PAUL DAVENPORT, New Government Statistics on China’s Christians: Dramatic Church Growth is Evident from All Sources, στο http://www.worthynews.com/news-features/compass-china-survey.html
7 Σχετικά βλ. CHRISTOPHER PARTRIDGE, ό.π. 404
8 Σχετικά βλ. RODNEY STARK, Η Εξάπλωση του Χριστιανισμού, μτφρ. Μαρία Λουκά, Άρτος Ζωής, Αθήνα 1996, 149-198
9 Σχετικά βλ. το άρθρο When Opium Can Be Benign, The Economist, 3/2/2007, 28
10 Βλ. PHILIP JENKINS, ό.π. 81
11 Σχετικά βλ. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΕΚΡΙΔΑΚΗΣ, Ο Σταυρός του Νότου: Το Νέο Πρόσωπο του Χριστιανισμού στη Λατινική Αμερική, κείμενο που υπάρχει αναρτημένο και στην παρούσα ηλεκτρονική διεύθυνση: http://e-theologia.blogspot.com/search/label/ΘΡΗΣΚΕΙΟΛΟΓΙΑ
12 Για το φαινόμενο της Πνευματικότητας βλ. ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΜΠΕΚΡΙΔΑΚΗΣ, Εναλλακτικές Θρησκευτικές Ταυτότητες στη Μεθόριου Μοντέρνου-Μεταμοντέρνου: Η Περίπτωση της Νέας Πνευματικότητας, στο συλλογικό τόμο: ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΜΑΓΡΙΠΛΗΣ (Επιμ.), Κρτιτικές Προσεγγίσεις στον Ορθόδοξο Πολιτισμό: Όψεις του Ελληνικού Παραδείγματος, Α. Σταμούλης, Θεσσαλονίκη 2007, 222-268



[Πρώτη δημοσίευση: Ψηφιακό Περιοδικό The Athens ID
(τ.2, Μάρτιος-Απρίλιος 2008, σσ.120-130)
στον ιστότοπο: http://www.democracycrisis.com/]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...