Σάββατο, 30 Ιουλίου 2011

Η Θεοτόκος, εικόνα της Ανθρώπινης Ελευθερίας (Μητροπολίτου Καλλίστου Διοκλείας (Γουέαρ)



s
Ουκ ειμί ελεύθερος; (Α΄Κορ. 9, 1)
Ως πείθων, ου βιαζόμενος ˙ βία γαρ ου πρόσετι τω Θεώ.
[Ο Θεός πείθει και δεν βιάζει ˙ γιατί η βία δεν του ταιριάζει.]
(Επιστολή προς Διόγνητον vii, 4).

Τί να προσφέρουμε;
Σε έναν ορθόδοξο ύμνο που ψάλλεται την παραμονή των Χριστουγέννων στον εσπερινό, η παρθένος Μαρία θεωρείται η ανώτερη και πληρέστερη προσφορά που η ανθρωπότητά μας μπορεί να προσφέρει στον Δημιουργό:
Τι σοι προσενέγκωμεν Χριστέ,
ότι ώφθης επι γης ως άνθρωπος δι΄ημάς;
έκαστον γαρ των υπό σου γενομένων κτισμάτων
την ευχαριστίαν σοι προσάγει ˙
οι άγγελοι τον ύμνον ˙
οι ουρανοί τον αστέρα ˙
οι μάγοι τα δώρα ˙
οι ποιμένες το θαύμα ˙
η γη το σπήλαιον ˙
η έρημος την φάτνην ˙
ημείς δε μητέρα παρθένον.
Ως η υπέρτατη ανθρώπινη προσφορά μας, η Μητέρα του Θεού αποτελεί πρότυπο – δίπλα στον ίδιο τον Χριστό και με τη χάρη του Θεού – του τι σημαίνει να είναι κανείς πρόσωπο. Είναι ο καθρέφτης, μέσα στον οποίο αντικατοπτρίζεται το δικό μας αληθινό ανθρώπινο πρόσωπο. Και ό,τι αυτή εκφράζει, ως πρότυπο και παράδειγμά μας, είναι πέρα από κάθε ανθρώπινη ελευθερία. «Ουκ ειμί ελεύθερος;» διερωτάται ο απόστολος ˙  και η Παναγία μας δείχνει ακριβώς τι σημαίνει αυτή η ελευθερία.
Η ελευθερία, η ικανότητα δηλαδή να παίρνει κανείς ηθικές αποφάσεις ενσυνείδητα και με την αίσθηση της πλήρους ευθύνης ενώπιον του Θεού, είναι αυτή που περισσότερο από κάθε τι άλλο κάνει τον άνθρωπο να ξεχωρίζει από τα άλλα ζώα. Ο Σέρεν Κίρκεγκωρ γράφει ότι «το πιο τρομακτικό πράγμα που παραχωρήθηκε στα ανθρώπινα πρόσωπα είναι η επιλογή, η ελευθερία».  1  Χωρίς την ελευθερία της επιλογής, δεν υπάρχει αυθεντικό πρόσωπο. Όταν ο Θεός λέει στον Ισραήλ, «διαμαρτύρομαι υμίν σήμερον τον τε ουρανόν και την γην, την ζωήν και τον θάνατον δέδωκα πρό προσώπου υμών, την ευλογίαν και την κατάραν ˙ έκλεξαι…»  2  μας προσφέρει ένα δώρο, συχνά πικρό και επώδυνο, ακόμα και τραγικό, που είναι δύσκολο να το χρησιμοποιήσουμε ορθά, χωρίς το οποίο, όμως, δεν είμαστε αυθεντικά ανθρώπινοι. Είναι η ελευθερία της επιλογής, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, που απαρτίζει την εικόνα του Θεού μέσα μας.
Αυτό βέβαια πρέπει να επεξηγηθεί. Η Θεία ελευθερία είναι απροϋπόθετη, ενώ η δική μας ελευθερία, μέσα σε έναν αμαρτωλό και πεπτωκότα κόσμο, είναι περιορισμένη, ποτέ δεν καταργείται ˙ παραμένει, κατά κάποιο τρόπο, απαραμείωτη και αναφαίρετη.
Ας εξετάσουμε μαζί τη φύση αυτής της ελευθερίας, που είναι ουσιαστική για το ανθρώπινο πρόσωπό μας και την οποία η υπερευλογημένη Θεοτόκος επέδειξε σε υπερθετικό βαθμό στον Ευαγγελισμό.
Α ν τ α π ό κ ρ ι σ η   σ τ η ν   Ε λ ε υ θ ε ρ ί α
Κατά την άποψη του Καρλ Μπάρτ, είναι θεμελιώδες σφάλμα να φανταστούμε ότι στον Ευαγγελισμό η Παναγία παίρνει μιαν απόφαση, από την οποία εξαρτάται η σωτηρία του κόσμου. Όμως, το να δούμε στην Παναγία (όπως υποστηρίζει ο Μπάρτ στην Εκκλησιαστική Δογματική του) «το ανθρώπινο δημιούργημα που συνεργάζεται με τρόπο δουλικό στη δική της λύτρωση στη βάση της προληπτικής χάριτος» είναι αίρεση, στην οποία το «Όχι», πρέπει να διατυπωθεί με τρόπο αμείλικτο. Κατά τον Μπάρτ, πρέπει να καταλάβουμε το ρόλο της στον Ευαγγελισμό, «μόνο ως τη μορφή του ανθρώπου χωρίς θέλημα, χωρίς επιτεύγματα, χωρίς δημιουργικότητα, χωρίς αυτεξούσιο, μόνο ως τη μορφή του ανθρώπου που μπορεί απλώς και μόνο να λάβει, απλώς και μόνο να είναι έτοιμος, απλώς και μόνο να αφήσει να γίνει κάτι στον – αλλά και μαζί με τον – εαυτό του». ( 3)
Η προσέγγιση της χριστιανικής Ανατολής είναι εντελώς διαφορετική. Όπως διατυπώνεται από τον λαϊκό θεολόγο του 14ου αι. άγιο Νικόλαο τον Καβάσιλα:
«Η σάρκωση του Λόγου δεν ήταν μόνο έργο του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος – του πρώτου συναινούντος, του δευτέρου κατερχομένου, του τρίτου επισκιάζοντος – αλλά και  έργο της θέλησης και της πίστης της Παρθένου. Χωρίς τα τρία Θεία Πρόσωπα το σχέδιο αυτό δεν θα μπορούσε να τεθεί σε κίνηση ˙ αλλά και, με ανάλογο τρόπο, το σχέδιο αυτό δεν θα μπορούσε να φέρει αποτέλεσμα χωρίς τη συναίνεση και την πίστη  της πανάγνου Παρθένου. Μόνο αφού τη διδάσκει και την πείθει, πράγματι, ο Θεός, την καθιστά μητέρα Του και παίρνει από αυτή τη σάρκα, που η ίδια συνειδητά επιθυμεί να Του προσφέρει. Ακριβώς όπως ο Ίδιος συνελήφθη με τη δική Του ελεύθερη επιλογή, με τον ίδιο τρόπο και αυτή έγινε μητέρα Του εθελούσια και με την ελεύθερη συναίνεσή της».  (4)
Ο Καβάσιλας αντιλαμβάνεται τη σημαντικότατη συμβολή της κτιστής ανθρώπινης ελευθερίας της Παρθένου στη Σάρκωση. «Ως πείθων, ου βιαζόμενος». Η δήλωση αυτή στην προς Διόγνητον Επιστολή εφαρμόζει επακριβώς στο γεγονός του Ευαγγελισμού. Ο Θεός χτυπά την πόρτα, δεν τη σπάζει.
Η Παναγία έχει επιλεγεί, αλλά και η ίδια κάνει μια πράξη επιλογής. Δεν είναι απλώς και μόνο δεκτική, δεν είναι απλώς και μόνο «χωρίς θέλημα, χωρίς επιτεύγματα, χωρίς δημιουργικότητα», αλλά ανταποκρίνεται με δυναμική ελευθερία. Όπως το εκφράζει ο Άγιος Ειρηναίος, «η Μαρία συνεργάζεται με την Οικονομία». 5  Κατά τον Απόστολο Παύλο, είναι «συνεργός» του Θεού, δηλαδή όχι μόνο ένα εύκαμπτο εργαλείο, αλλά δραστήρια μέτοχος του μυστηρίου. Δεν παρατηρούμε σε αυτήν παθητικότητα αλλά ανάμειξη, όχι υποταγή αλλά συνεργασία, όχι παράδοση αλλά αμοιβαιότητα σχέσης.
Όλα αυτά συνοψίζονται στην απάντηση της Παναγίας στον άγγελο: «Ιδού η δούλη Κυρίου _ γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου». 6  Η απάντηση αυτή δεν ήταν ένα αναπόφευκτο συμπέρασμα _  η Παναγία θα μπορούσε να είχε αρνηθεί. Η βία είναι ξένη προς τη θεία φύση και έτσι ο Θεός δεν ενανθρώπησε χωρίς να ζητήσει πρώτα τη θεληματική συμφωνία εκείνης την οποία επιθυμούσε να καταστήσει μητέρα Του. Όπως επιμένει ο πάπας Παύλος, στην περίφημη δήλωσή του Marialis Cultus (Η Λατρεία της Μαρίας) (2 Φεβρουαρίου 1974), η Παναγία «εμπλέκεται από τον Θεό σε διάλογο μαζί Του» και «δίνει τη δραστική και υπεύθυνη συγκατάθεσή της». Πρέπει να δούμε σε αυτήν όχι απλώς μια «δειλά υποταγμένη γυναίκα», 7  αλλά μια γυναίκα που κάνει μια «θαρραλέα επιλογή». Παίρνει μιαν απόφαση. Είναι εντυπωσιακό γεγονός – στο οποίο ποτέ δεν θα μπορέσουμε να στρέψουμε τη σκέψη μας αρκετά ικανοποιητικά – το ότι, ενώ η δημιουργία του κόσμου έγινε πραγματικότητα αποκλειστικά από την εξάσκηση της Θείας βούλησης, η αναδημιουργία του κόσμου τέθηκε σε κίνηση μέσα από τη συνεργασία μιας νεαρής χωρικής που αρραβωνιάστηκε έναν ξυλουργό.
Μ ε τ ο χ ή,  Σ ι ω π ή,  Π ό ν ο ς
Αν η Θεοτόκος αποτελεί αληθή εικόνα της ανθρώπινης ελευθερίας, της αυθεντικής ελευθερίας και απελευθέρωσης, τη στιγμή του Ευαγγελισμού, τότε η δράση και αντίδρασή της στα γεγονότα που ακολουθούν αμέσως μετά στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, επεξηγεί τρεις βασικές συνέπειες του τι σημαίνει να είσαι ελεύθερος. Η ελευθερία συνδέεται με τη μετοχή, τη σιωπή και τον πόνο.
Η ελευθερία συνδέεται με τη μετοχή. Η πρώτη ενέργεια της Παναγίας, μετά τον Ευαγγελισμό, ήταν να μοιραστεί τα καλά νέα με κάποιο άλλο πρόσωπο. Πηγαίνει με σπουδή στα ορεινά, στο σπίτι του Ζαχαρία και χαιρετά την εξαδέλφη της Ελισάβετ.  (8)
Εδώ υπάρχει ένα ουσιαστικό στοιχείο της ελευθερίας: δεν μπορείς να είσαι ελεύθερος μόνος. Η ελευθερία δεν είναι μοναχική αλλά κοινωνική. Υπονοεί σχέση, ένα «Εσύ» όπως και ένα «Εγώ». Εκείνος που είναι εγωκεντρικός, που απαρνείται κάθε ευθύνη έναντι των άλλων, δεν κατέχει τίποτε περισσότερο από μια κίβδηλη ελευθερία. Στην πραγματικότητα, είναι αξιοθρήνητα ανελεύθερος. Η απελευθέρωση, στην ορθή της κατανόηση, δεν είναι περιφρονητική απομόνωση ή επιθετική αυτοδιεκδίκηση, αλλά συνεργασία και αλληλεγγύη. Να είμαστε ελεύθεροι σημαίνει να μοιραζόμαστε το πρόσωπο, να βλέπουμε με τα μάτια των άλλων, να αισθανόμαστε με τα αισθήματά τους: «είτε πάσχει εν μέλος, συμπάσχει πάντα τα μέλη». 9  Είμαι ελεύθερος μόνο αν γίνω πρόσωπο, αν στραφώ προς τους άλλους, κοιτώντας μέσα στα μάτια τους και επιτρέποντάς τους να κοιτούν μέσα στα δικά μου. Να αποστρέψω το πρόσωπό μου, να αρνηθώ τη μετοχή, σημαίνει να στερηθώ την ελευθερία.
Στο σημείο αυτό το χριστιανικό δόγμα περί Θεού βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με την κατανόησή μας περί ελευθερίας. Ως χριστιανοί πιστεύουμε σε ένα Θεό που δεν είναι απλώς «Μονάς», αλλά «Μονάς εν Τριάδι». Η θεία εικόνα μέσα μας είναι συγκεκριμένα η εικόνα του Τριαδικού Θεού. Ο Θεός, ο δημιουργός και το αρχέτυπό μας, δεν είναι ένα μόνο πρόσωπο, αυτάρκης και αγαπών μόνο τον Εαυτό Του, αλλά είναι κοινωνία τριών προσώπων, που το Ένα μένει μέσα στο Άλλο, μέσα από μιαν αδιάκοπη κίνηση αμοιβαίας αγάπης.
Από αυτό προκύπτει ότι η θεία εικόνα μέσα μας, που αποτελεί την άκτιστη πηγή της ελευθερίας μας, είναι μια εικόνα σχέσης, που γίνεται αντιληπτή μέσα από τη συντροφικότητα και την περιχώρηση. Αν πει κανείς: «είμαι ελεύθερος, γιατί είμαι δημιουργημένος κατ΄εικόνα Θεού», είναι ανάλογο με το να πει: «Σε χρειάζομαι, ώστε να είμαι ο εαυτός μου». Δεν υπάρχει πραγματικό πρόσωπο, εκτός αν υπάρχουν δύο πρόσωπα σε αμοιβαία σχέση ˙  και δεν υπάρχει πραγματική ελευθερία παρά εκεί όπου υπάρχουν δύο τουλάχιστον πρόσωπα που μοιράζονται μαζί την ελευθερία τους.
Εδώ, λοιπόν, έχουμε το πρώτο στοιχείο που η Παναγία μας διδάσκει για την ελευθερία. Το στοιχείο αυτό δηλώνει σχέση, άνοιγμα στους άλλους, ευαισθησία. Κανένας μας δεν μπορεί να είναι ελεύθερος χωρίς το ρίσκο και την περιπέτεια της μοιρασμένης αγάπης.
Αν η ελευθερία σχετίζεται με τη μετοχή, τότε σχετίζεται και με τη σιωπή, δηλαδή με το να ακούει κανείς. «Ιδού η δούλη Κυρίου  ˙ γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου», απαντά η Παναγία στον Ευαγγελισμό. Η στάση της είναι στάση ακοής του Λόγου του Θεού. Πράγματι, αν δεν είχε ακούσει το Λόγο του Θεού και δεν τον είχε λάβει μέσα στην καρδιά της, μέσα από την ακοή, δεν θα μπορούσε ποτέ να συλλάβει και να φέρει στην κοιλία της τον Λόγο κατά τρόπο φυσικό. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς επιμένει να παρουσιάζει αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Θεοτόκου, ως εκείνης που ακούει, σε περισσότερες από μια περιπτώσεις. Μετά την επίσκεψη των ποιμένων στον νεογέννητο Χριστό, γράφει: «η δε Μαρία πάντα συνετήρει τα ρήματα ταύτα συμβάλλουσα εν τη καρδία αυτής»  10 . Ο Ευαγγελιστής τελειώνει τη διήγηση του δωδεκαετούς Ιησού με ένα παρόμοιο σχόλιο: «και η μήτηρ αυτού διετήρει πάντα τα ρήματα ταύτα εν τη καρδία αυτής»  11 . Η ανάγκη της να ακούσει τονίζεται το ίδιο εμφατικά στην προειδοποίησή της στους δούλους κατά το γάμο της Κανά, «ό,τι αν λέγη υμίν, ποιήσατε».  12   . Αυτές είναι και οι τελευταίες αναφερόμενες λέξεις της στα Ευαγγέλια, η πνευματική της κληρονομιά στην Εκκλησία: «Άκουσε, δέξου, απάντησε». Αργότερα, στο Ευαγγέλιο του Λουκά – όταν η γυναίκα από το πλήθος ευλογεί τη Μητέρα του Χριστού και Εκείνος απαντά «μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν»  13  – σε πλήρη αντιδιαστολή με Οποιονδήποτε υπαινιγμό έλλειψης σεβασμού προς εκείνη που τον κυοφόρησε, ο Χριστός ζητά να φανερώσει περισσότερο τι αποτελεί την πραγματική της δόξα. Δεν θα τιμάται απλά λόγω του φυσικού γεγονότος της μητρότητάς της, αλλά γιατί άκουσε ενδόμυχα το λόγο του Θεού με όλη της τη θέληση και με πλήρη αξιοπρέπεια της προσωπικής της ελευθερίας και τον διατήρησε μέσα της.
Επομένως, φανερώνεται και ένας δεύτερος τρόπος, με τον οποίο η Θεοτόκος καθίσταται εικόνα της ανθρώπινης ελευθερίας. Για τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και την Ορθόδοξη μυστική παράδοση η Παναγία είναι μια «ησυχάστρια», που υπηρετεί το Άγιο Πνεύμα με τη σιωπή της καρδιάς. Η εσωτερική σιωπή αυτού του είδους δεν είναι αρνητική – μια απλή απουσία ήχων ή μια παύση μεταξύ λέξεων – αλλά είναι θετική και ζωντανή, πηγάζοντας από τα βάθη της ύπαρξής μας και αποτελώντας μέρος της βασικής δομής του ανθρωπίνου προσώπου μας. Χωρίς σιωπή δεν είμαστε αυθεντικά ανθρώπινοι και χωρίς σιωπή δεν είμαστε αυθεντικά ελεύθεροι. Ενώ η αδιάκοπη φλυαρία υποδουλώνει, η ικανότητα να ακούει κανείς είναι ουσιαστικό μέρος της ελευθερίας. Η Θεοτόκος είναι ελεύθερη γιατί ακούει. Αν δεν γίνουμε ικανοί να ακούμε τους άλλους – αν δεν αποκτήσουμε, ως ένα βαθμό, τη δημιουργική εσωτερική σιωπή, όπως έκανε η ίδια – θα πάσχουμε από απουσία πραγματικής ελευθερίας. Μόνο εκείνος που ξέρει να σιωπά και να ακούει είναι ικανός και να παίρνει αποφάσεις με αυθεντική ελευθερία επιλογής.
Υπάρχει, επίσης, και μια τρίτη πλευρά της ελευθερίας που υπογραμμίζει το Ευαγγέλιο του Λουκά. Κατά την Υπαπαντή του Χριστού, λέει ο Συμεών στην Παναγία «και σου αυτής την ψυχήν διελεύσεται ρομφαία».  14
Η ελευθερία σχετίζεται με τον πόνο. Αυτό σημαίνει κένωση (άδειασμα του εαυτού), άρση του σταυρού, εγκατάλειψη της ζωής για χάρη των άλλων. Η εθελοντική επιλογή της Παναγίας στον Ευαγγελισμό της δημιουργεί θλίψη, αλλά και χαρά. Ανάμεσα στους σύγχρονους διανοητές ο Ρώσος Νικολάι Μπερντιάγιεφ – ο «δέσμιος της ελευθερίας», όπως τον αποκαλούσαν οι κριτικοί του, ένα προσωνύμιο που του προξενούσε ιδιαίτερη ικανοποίηση – έχει παρατηρήσει με οξεία σαφήνεια το υψηλό κόστος της ελευθερίας. «Πάντοτε γνώριζα», δηλώνει στην αυτοβιογραφία του Όνειρο και Πραγματικότητα, «ότι η ελευθερία γεννά τον πόνο, ενώ η άρνηση να είναι κανείς ελεύθερος, ελαττώνει τον πόνο.
Η ελευθερία δεν είναι εύκολη, όπως διατείνονται οι εχθροί της και οι συκοφάντες της  _  η ελευθερία είναι βαρύ φορτίο. Οι άνθρωποι… συχνά απαρνούνται την ελευθερία για να ελαφρύνουν τη μοίρα
τους». 15
Ο κοπιώδης, θυσιαστικός χαρακτήρας της ελευθερίας είναι το ίδιο προφανής και στη διήγηση του Ντοστογιέφσκι «Το Αφήγημα του Μεγάλου Ιεροεξεταστή» στο έργο του Οι Αδελφοί Καραμαζόβ. Ο ιεροεξεταστής μέμφεται τον Χριστό γιατί κατέστησε την ανθρωπότητα ελεύθερη και, επομένως, της επέβαλε έναν πόνο πολύ οξύ για να τον υπομείνει. Εξαιτίας της λύπησης για την ανθρώπινη αγωνία, όπως υποστηρίζει ο ιεροεξεταστής, ο ίδιος και οι συνάδελφοί του έχουν αφαιρέσει το σκληρό αυτό δώρο της ελευθερίας: «Διορθώσαμε τη δουλειά σου», λέει στον Χριστό. Έχει δίκιο. Η ελευθερία είναι πραγματικά ένα βαρύ φορτίο, όπως κατάλαβε πολύ καλά η Παναγία κάτω από το Σταυρό. Ωστόσο, χωρίς ελευθερία δεν μπορεί να υπάρχει ούτε πραγματικό πρόσωπο ούτε αμοιβαία αγάπη. Αν αρνούμαστε να ασκήσουμε το δώρο της ελευθερίας που ο Θεός μας προσφέρει, υποβιβάζουμε τους εαυτούς μας σε υπανθρώπους  ˙  και αν αρνούμαστε στους άλλους την ελευθερία τους, τους αρνούμαστε το δικαίωμα να είναι άνθρωποι.
Αυτοί είναι μερικοί από τους τρόπους , μέσα από τους οποίους η Θεοτόκος, ο καθρέπτης και το πρότυπό μας, λειτουργεί ως εικόνα της ανθρώπινης ελευθερίας. «Ουκ ειμί ελεύθερος;» Πράγματι, ο καθένας μας έχει δημιουργηθεί ελεύθερος. Όμως η ελευθερία δεν είναι μόνο δώρο, αλλά και πρόκληση, έργο το οποίο πρέπει να φέρει κανείς σε πέρας, όπως φανερώνει το παράδειγμα της Θεοτόκου. Η ελευθερία δεν πρέπει απλώς να γίνεται αποδεκτή, αλλά χρειάζεται να ανακαλύπτεται, να μαθαίνεται, να χρησιμοποιείται, να γίνεται αντικείμενο υπεράσπισης – και τελικά να προσφέρεται. Ας ολοκληρώσουμε την αναφορά στον Κίρκεγκωρ, με την οποία ξεκινήσαμε. «Το πιο τρομακτικό πράγμα που παραχωρήθηκε στα ανθρώπινα πρόσωπα είναι η επιλογή, η ελευθερία. Και αν θέλεις να σώσεις την ελευθερία σου και να την κρατήσεις, υπάρχει μόνο ένας τρόπος: εκείνο το ίδιο δευτερόλεπτο να την επιστρέψεις στον Θεό, και μαζί της τον ίδιο σου τον εαυτό». Μόνο με την επιστροφή της ελευθερίας μας στον Θεό – μέσα από την μετοχή, τη σιωπή και τον πόνο – μπορούμε πραγματικά να γίνουμε ελεύθερα πρόσωπα κατ΄εικόνα της Αγίας Τριάδας, με βάση το παράδειγμα της υπερευλογημένης Θεοτόκου.
3. Τομ. 1, μέρος 2 (Εδιμβούργο, 1956), σελ. 143, 191.
4. Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν 4 – 5. Pastrologia Orientalis 19, 488.
5. Κατά Αιρέσεων 3.21.7/PG 7, 953B.
6. Λουκ. 1, 38.
7. § 37.
8. Λουκ. 1, 39 – 40.
9. Α΄Κορ. 12, 26.
10. Λουκ. 2, 19.
11. Λουκ. 2, 51.
12. Λουκ. 2, 5.
13. Λουκ. 10, 27 – 28.
14. Λουκ. 2, 35.
Από το περιοδικό ¨ΒΗΜΟΘΥΡΟ¨ τεύχος 1ο  σελ. 42-46

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2011

Υπουργείο Παιδείας :Ενημέρωση σχετικά με την ανακοίνωση των αξιολογικών πινάκων των Σχολικών Συμβούλων



Δελτίο Τύπου                                             29/07/2011





Στο πλαίσιο της διαδικασίας επιλογής Σχολικών Συμβούλων Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ολοκληρώθηκε η αξιολόγηση του συγγραφικού έργου των υποψηφίων για θέσεις σχολικών Συμβούλων από τις οικείες Επιτροπές Αξιολόγησης. Τη Δευτέρα, 01/08/2011, τα Συμβούλια Επιλογής σχολικών συμβούλων θα προχωρήσουν σε κοινοποίηση των μονάδων που συγκέντρωσε κάθε υποψήφιος συνολικά και κατά μοριοδοτούμενο κριτήριο.
Η ανακοίνωση των αξιολογικών πινάκων αφενός δίνει τη δυνατότητα σε υποψηφίους για θέσεις σχολικών συμβούλων, οι οποίοι είναι ταυτόχρονα υποψήφιοι για θέσεις διευθυντών σχολικών μονάδων, να επιλέξουν μεταξύ των δύο υποψηφιοτήτων και αφετέρου στοχεύει στη διασφάλιση της διαφάνειας της διαδικασίας.
 Όσοι από τους υποψηφίους, που θα επιλέξουν να διεκδικήσουν θέση σχολικού συμβούλου, έχουν ήδη υποβάλει δήλωση προτίμησης για θέσεις διευθυντών σχολικών μονάδων, έχουν τη δυνατότητα να ανακαλέσουν τη δήλωση προτίμησης. Εάν τελικά δεν επιλεγούν σε θέση σχολικού συμβούλου παραμένουν στους οικείους αξιολογικούς πίνακες διευθυντών σχολικών μονάδων.
Οι υποψήφιοι θα πρέπει να γνωρίζουν ότι έχουν την υποχρέωση της ενυπόγραφης ενημέρωσής τους από τις κατά τόπους Διευθύνσεις Εκπαίδευσης, στις οποίες θα καταθέσουν τις τυχόν γραπτές αντιρρήσεις  τους εντός της προθεσμίας που θα θέσει το οικείο Συμβούλιο Επιλογής. 

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

Αθανάσιος Γιέφτιτς: Ἡ ἀγάπη ὡς θεμέλιο τῆς γνώσης













Αθανάσιος Γιέφτιτς (πρώην Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης)

Ἡ ἀγάπη ὡς θεμέλιο τῆς γνώσης

Ἀπὸ: "ΧΡΙΣΤΟΣ ἡ Χώρα τῶν ζώντων", ἔκδ. ΙΝΔΙΚΤΟΣ, Ἀθῆναι 2007.


Φθάνουμε, λοιπόν, στὴν ἀγάπη ὡς θεμελιώδη γνωσιολογικὴ κατηγορία τοῦ ἀνατολικοῦ Χριστιανισμοῦ, φυσικὸ τέκνο τοῦ ὁποίου εἶναι τὸ ἡσυχαστικὸ κίνημα κατὰ τὸν Μεσαίωνα. Ἐδῶ πρέπει νὰ τονίσουμε ὅτι οἱ δύο καινοδιαθηκικὲς «ἐντολὲς τῆς ἀγάπης» δὲν βιώνονται στὸν ἡσυχασμὸ ὡς ἠθικὲς κατηγορίες, ἀκριβῶς ἐπειδὴ δὲν ἀφοροῦν ἁπλῶς κάποιο «ἠθικὸ τμῆμα» τοῦ εἶναι καὶ τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ἀλλὰ καλύπτουν πλήρως τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, τόσο στὴν προσωπικὴ ὅσο καὶ στὴν ἀτομική της πραγματικότητα.

Μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια, καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἡσυχαστικὴ ἐμπειρία, ἂς ὑπογραμμίσουμε ὅτι «ἡ πρώτη ἐντολὴ» τῆς πρὸς τὸν Θεὸν ἀγάπης ἀναδεικνύει μὲ ἔμφαση ὅλα τὰ κύρια σημεῖα καὶ ὅλες τὶς πνευματικὲς δυνατότητες τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης: «ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου». Ἡ «δεύτερη ἐντολή» τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον, ἡ ὁποία εἶναι ἀπολύτως ἰσάξια μὲ τὴν πρώτη, ἐκφράζει τὸ ἴδιο περιεχόμενο μὲ ἄλλα λόγια: «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν»(1). Ἐν ὀλίγοις, ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος μετέχει στὴν πράξη καὶ στὸ γεγονὸς τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης, ποὺ εἶναι στὴν πραγματικότητα μοναδικὴ καὶ ἀδιαίρετη. Γι' αὐτόν, ἀκριβῶς, τὸ λόγο ἡ πρώτη ἐντολὴ δὲν ὑφίσταται χωρὶς τὴν ἑπόμενη, οὔτε ἡ δεύτερη χωρὶς τὴν πρώτη(2). Ὁ ἄνθρωπος μετέχει στὴν ἀγάπη μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις καὶ τὶς δυνατότητες, μὲ τὴν καρδιά, τὴν ψυχὴ καὶ μὲ τὸ νοῦ, δηλαδὴ μὲ ὁλόκληρη τὴν ψυχο-φυσική του προσωπικότητα ὅπως καὶ μὲ τὶς ἔλλογες δυνατότητες του.

Ἐνδεχομένως, μπορεῖ νὰ φαίνεται παράδοξο ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα πρόκειται γιὰ ἕνα δεδομένο τῆς χριστιανικῆς ἐμπειρίας καὶ συγκεκριμένα τῆς ἡσυχαστικῆς ἐμπειρίας. Τὸ γεγονός, δηλαδή, ὅτι οἱ δύο «ἐντολὲς της ἀγάπης» τοῦ Χριστιανισμοῦ, ποὺ εἶναι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, συνοψίζονται τελικὰ σὲ μία καὶ μοναδικὴ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεάνθρωπο Χριστό, ὅπως ἤδη ἔλεγε ὁ Ἀπόστολος Παύλος(3) καὶ στὴ συνέχεια ὁλόκληρη ἡ χριστιανικὴ πατερικὴ παράδοση τῆς Ἀνατολῆς ἕως τὶς μέρες μας(4). Ἂς ἐπιστρέψουμε ξανὰ πρὸς αὐτὴν ἐπιμένοντας γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ στὴ χριστοκεντρικὴ ἡσυχαστικὴ γνωσιολογία, ἡ ὁποία εἶναι —τώρα λοιπὸν μποροῦμε ξεκάθαρα νὰ τὸ δηλώσουμε— μιὰ «ἀγαπητικὴ γνωσιολογία», δηλαδὴ μία γνωσιολογία της ἀγάπης μεταξὺ ἐκείνου ποὺ γνωρίζει καὶ ἐκείνου ποὺ γνωρίζεται.

Πρίν, ὅμως, ἐπεκταθοῦμε περισσότερο στὴν ἡσυχαστικὴ γνωσιολογία, ἂς ὑπογραμμίσουμε ἀκόμη μιὰ φορὰ ὅτι, παρόλα αὐτά, τὰ θετικὰ στοιχεῖα τῆς ἑβραϊκῆς καὶ τῆς ἑλληνικῆς γνωσιολογίας δὲν χάνονται. Ἀντιθέτως, εἶναι πάντοτε παρόντα στὴ γνωσιολογία τῆς ἀγάπης, μὲ τέτοιο τρόπο μάλιστα, ὥστε μόνο μὲ τὴ γνώση διὰ τῆς ἀγάπης ἀποκτοῦν πραγματικὰ τὸ πλῆρες νόημα καὶ τὴν τελειότητά τους, διότι μόνο μέσα στὴν ἀγάπη καὶ διὰ της ἀγάπης μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀνακαλύψει τὴν «ὁδὸ τῆς Ἀληθείας» καὶ τῆς ἀληθινῆς γνώσης. Σ' αὐτὴ τὴ γνωσιολογία ἡ ἀγάπη παρουσιάζεται πραγματικὰ ὡς ὁ σύνδεσμος τῆς τελειότητος(5). Ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτὸς τῆς ἀγάπης ὡς «συνδέσμου τῆς τελειότητος» ἀναφέρεται ἐπίσης ὁπωσδήποτε καὶ στὴ γνωσιολογικὴ τελειότητα, στὴν τελειότητα τῆς γνώσης ἀπὸ καὶ διὰ τῆς ἀγάπης. Πρέπει ἐπίσης νὰ τονίσουμε ὅτι στὴν ἡσυχαστικὴ αὐτὴ γνωσιολογία τῆς ἀγάπης ἡ γνώση μεταβάλλεται σὲ ἀνοικτὸ γεγονὸς καὶ βίωμα. Συνεπῶς καὶ ἡ γνωσιολογία ἀποβαίνει μιὰ ἀνοικτὴ καὶ σχεσιακὴ γνωσιολογία, ὅπου ἀκόμη ἡ γνώση δὲν εἶναι οὔτε κλειστὴ οὔτε κοσμοκεντρικὴ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Δὲν εἶναι βέβαια οὔτε ἀνθρωποκεντρικὴ οὔτε ἀποκλειστικὰ θεοκεντρικὴ ἀλλὰ θεανθρωποκεντρική. Γιὰ τὴν ἡσυχαστικὴ γνωσιολογία, κατὰ τὴ διαδικασία τῆς γνώσης ὁ ἄνθρωπος δὲν κλείνεται οὔτε ἀποκλειστικὰ στὸν ἑαυτὸ του οὔτε ἀποκλειστικὰ στὸν κόσμο οὔτε ἀποκλειστικὰ στὸν Θεό. Ἀντίθετα, διὰ τῆς ἀγάπης ἀνοίγεται σὲ κοινωνία καὶ σὲ προσωπικὴ ἕνωση, σὲ ἕνα εἶδος κοινωνίας καὶ σχέσης τῆς ζωῆς μὲ τὴν Ἀλήθεια ποὺ μᾶς ἔχει δοθεῖ ἐν Χριστῷ. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ Ἀγάπη καὶ ἡ ἑνότητα τῆς Ἀγάπης, τῆς Ἀλήθειας καὶ τῆς θεανθρώπινης Ζωῆς(6).

Τὸ σημεῖο αὐτὸ ἀφετηρίας τῆς ἡσυχαστικῆς γνωσιολογίας διαφαίνεται ἤδη στὴν ἴδια τὴν Καινὴ Διαθήκη, ἰδιαίτερα δὲ στὸ Κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, δηλαδὴ στὸν Ἀπόστολο ποὺ ὑπογράμμισε περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ Ἀλήθεια, ἡ Ζωή, ἡ Ἀγάπη, ὁ Λόγος καὶ ὄντας ὅλα ἐτοῦτα εἶναι ἡ πηγὴ τῆς γνώσης. Μεταφέροντας τὴν τελευταία ὁμιλία τοῦ Χριστοῦ στοὺς Ἀποστόλους του(7), ὅπου βρίσκονται οἱ γνωστοὶ λόγοι τοῦ Χριστοῦ: «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ Ὁδός, ἡ Ἀλήθεια καὶ ἡ Ζωή», ὁ Ἀπόστολος καὶ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ἐκφράζει ἐπίσης τὴν ἀκόλουθη θέση τῆς χριστιανικῆς γνωσιολογίας: «αὐτὴ δὲ ἐστὶν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γιγνώσκωσίν σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὅν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν»(8). Μὲ αὐτὴ τὴν τόσο χαρακτηριστικὴ φράση ἡ ὁποία βρίσκεται στὴν καρδιὰ τῆς ἡσυχαστικῆς γνωσιολογίας βρισκόμαστε μὲ βεβαιότητα μπροστὰ σὲ μιὰ πνευματικὴ καὶ διανοητικὴ ἐμπειρία. Ἡ γνώση ταυτίζεται μὲ τὴ ζωή, προκειμένου νὰ ἀφομοιωθοῦν καὶ οἱ δύο στὴν ἐν Χριστῷ ἕνωση μὲ τὸν Θεό, δηλαδὴ σὲ ἐκείνη τὴν ἀγάπη γιὰ τὴν ὁποία γίνεται λόγος στὸ εὐρύτερο πλαίσιο τοῦ ἔργου αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Εὐαγγελιστῆ.

Μποροῦμε φυσικὰ νὰ βροῦμε τὴν ἴδια αὐτὴν ἰδέα καὶ στοὺς ἄλλους Ἀποστόλους πλὴν τοῦ Ἰωάννη τοῦ Εὐαγγελιστῆ καθὼς καὶ σὲ ὅλους σχεδὸν τοὺς ἡσυχαστὲς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς. Ἂς ἀναφέρουμε μερικὰ παραδείγματα ποὺ ἀναδεικνύουν τὸν σχεσιακὸ χαρακτήρα τῆς χριστιανικῆς γνωσιολογίας, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους, τοὺς Πατέρες τῆς Ἀνατολῆς καὶ τοὺς διαδόχους τους Σέρβους ἡσυχαστές.

Ἐκεῖνο ποὺ χαρακτηρίζει θεμελιωδῶς τὴ χριστιανικὴ καὶ καινοδιαθηκικὴ ἀντίληψη τῆς γνώσης, ὅπως αὐτὴ παρουσιάζεται στὸ κείμενο του Ἁγίου Ἰωάννη ποὺ ἀναφέραμε, εἶναι ὅτι ἡ γνώση συμπίπτει μὲ τὴν ἀγάπη. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ γνώση ὡς ἐπίγνωση ἐκφράζει πρωτίστως τὴν ἕνωση ἐκείνου ποὺ γνωρίζει μὲ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος γνωρίζεται. «Ἡ γνῶσις ἑνωτικὴ τῶν ἐγνωκότων καὶ ἐγνωσμένων», θὰ πεῖ ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης(9), καὶ θὰ ἐπαναλάβει σχεδὸν αὐτολεξεὶ ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής(10). Πρὶν ἀπὸ αὐτούς, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης εἶχε ἤδη ἀναφερθεῖ στὸ ἴδιο θέμα μὲ τὰ ἀκόλουθα λόγια: «Τὸ γὰρ ἰδεῖν ταὐτὸν σημαίνει τῷ σχεῖν ἐν τῇ τῆς Γραφῆς συνήθεια... Ἐπειδὴ τοίνυν ζωὴν μὲν ψυχῆς τὴν τοῦ Θεοῦ μετουσίαν ὁ λόγος εἴναί φησι, γνῶσις δὲ κατὰ τὸ ἐγχωροῦν ἐστιν ἡ μετουσία»(11). Τὴν ἴδια θέση ἐξέφρασαν καὶ ἄλλοι Πατέρες τῆς Ἀνατολῆς, ἰδιαίτερα ὁρισμένοι ἡσυχαστὲς συγγραφεῖς, ὅπως ὁ Ἅγιος Διάδοχος ὁ Φωτικῆς, ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Τέλος, παραθέτουμε καὶ τὸν περίφημο λόγο τοῦ Ἁγίου Σάββα τῆς Σερβίας, ὁ ὁποῖος ἐμμένει ἐπίσης σ' αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ τελειότερη μέθοδος καὶ ἡ τελειότερη ὁδὸς πρὸς τὴν γνώση: «Δὲν ὑπάρχει τίποτε πιὸ σπουδαῖο ἀπὸ τὴν ἀγάπη. Εἶναι ἡ κορωνίδα καὶ ἡ τελειότητα ὅλων τῶν ἀρετῶν [μεταξὺ τῶν ὁποίων βρίσκεται καὶ ἡ ἀληθινὴ γνώση(12)]. Ὅλες οἱ ὑπόλοιπες ἀρετὲς εἶναι σὰν τὰ μέλη τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου ἀλλὰ ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ κεφαλὴ καὶ ὁ σύνδεσμος ὅλου τοῦ σώματος (δηλαδὴ τοῦ ζωντανοῦ ὄντος). Ἡ ἀγάπη ταυτίζεται μὲ τὴ συμφιλίωση, τὸ ἔλεος καὶ τὴ φιλανθρωπία, ποὺ εἶναι ἡ αἰτία γιὰ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος»(13). Τὰ τελευταῖα λόγια τῆς παραπομπῆς αὐτῆς ἀναφέρονται στὸν ἐνσαρκωμένο Χριστό, δηλαδὴ στὴν ἐν Χριστῷ ἕνωση Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, διὰ τῆς ἀγάπης καὶ λόγῳ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν ἄνθρωπο, πράγμα ποὺ ἀποτελεῖ, ὅπως θὰ δοῦμε, τὸ θεμέλιο τῆς ἡσυχαστικῆς γνωσιολογίας.

Τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Μάξιμου τοῦ Ὁμολογητῆ ποὺ προέρχονται ἄμεσα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τοὺς Ἀποστόλους Παῦλο καὶ Ἰωάννη, μᾶς δείχνουν σὲ πιὸ βαθμὸ οἱ θεολόγοι καὶ φιλόσοφοι ἡσυχαστές τῆς ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς ταυτίζουν τὴν ἀγάπη μὲ τὴ γνώση. Στὸ ἔργο του Κεφάλαια διάφορα, θεολογικά τε καὶ οἰκονομικά, στὸ ὁποῖο ἤδη ἀναφερθήκαμε, ὁ μεγάλος αὐτὸς Βυζαντινὸς ἡσυχαστὴς στοχαστὴς σημειώνει:

Ἀλλήλων εἶναί φασι [οἱ θεολόγοι, δηλαδὴ οἱ Ἅγιοι πατέρες] παραδείγματα, τὸν Θεὸν καὶ τὸν ἄνθρωπον, καὶ τοσοῦτον τῷ ἀνθρώπῳ τὸν Θεὸν διὰ φιλανθρωπίαν ἀνθρωπίζεσθαι, ὅσον ὁ ἄνθρωπος ἑαυτὸν τῷ Θεῷ δι' ἀγάπης δυνηθεὶς ἀπεθέωσε. καὶ τοσοῦτον ὑπὸ Θεοῦ τὸν ἄνθρωπον κατὰ νοῦν ἁρπάζεσθαι πρὸς τὸ γνωστόν, ὅσον ὁ ἄνθρωπος τὸν ἀόρατον φύσει Θεὸν διὰ τῶν ἀρετῶν ἐφανέρωσε».(14)

Ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὸ κείμενο αὐτὸ τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητῆ, ἡ ἡσυχαστικὴ μέθοδος καὶ τὸ γνωσιολογικὸ κριτήριο τῆς ἀμοιβαίας γνώσης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου προσφέρονται μέσῳ τοῦ γεγονότος τῆς ἀγάπης. Τὸ ὅτι ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὀνομάζει «φιλανθρωπία» τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ «ἀγάπη» τὴ συμμετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου, τοῦτο δὲν ἀλλοιώνει οὐσιαστικὰ τὰ πράγματα, ὅσον ἀφορᾶ τὴ γνωσιολογία.

Συχνὰ συναντᾶμε τέτοιου εἴδους ἀποσπάσματα στὸ ἔργο του Ἁγίου Μαξίμου καὶ ἄλλων ἡσυχαστῶν: παρουσιάζουν τὴν ἡσυχαστικὴ γνωσιολογικὴ θέση καὶ τὰ συναντοῦμε ἤδη ἀπὸ τὶς ἀπαρχὲς τοῦ Χριστιανισμοῦ, στὸν Ἀπόστολο Παῦλο ὅπως καὶ σὲ ἄλλα καινοδιαθηκικὰ κείμενα. Ἔτσι λοιπὸν μποροῦμε νὰ συναντήσουμε τὴ γνωστὴ καὶ λίγο παράδοξη φράση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στὴν ἐπιστολὴ Πρὸς Γαλάτας 4, 9: «νῦν δὲ γνόντες Θεόν, μᾶλλον δὲ γνωσθέντες ὑπὸ Θεοῦ». Τὸ παράδοξο αὐτῆς τῆς θέσης ἔγκειται στὸ γεγονὸς ὅτι, σύμφωνα μὲ τὸν Ἀπόστολο, ἡ ἀνθρώπινη γνώση τοῦ Θεοῦ καθορίζεται ἀπὸ τὴν προγενέστερη γνώση τοῦ ἀνθρώπου τὴν ὁποία ἔχει ὁ Θεός! Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος θέλει μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ ὑπογραμμίσει ἕνα πολὺ γνωστὸ γιὰ ὁλόκληρη τὴ χριστιανικὴ ἐμπειρία γεγονός, τὴ ζωντανὴ καὶ προσωπικὴ φανέρωση τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ καὶ τὴ ζωντανὴ κοινωνία μαζί του. Σύμφωνα μὲ τὴν ἀλήθεια αὐτὴ ὁ Θεὸς ποτὲ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀποτελέσει γιὰ ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους κάποιο εἶδος «ἀντικειμένου», ἀκόμη καὶ «ἀντικείμενο γνώσης», διότι ὁ Θεὸς εἶναι «τὸ κατ' ἐξοχὴν ὑποκείμενο», εἶναι πάντοτε καὶ παντοῦ τὸ ζωντανὸ καὶ ἀληθινὸ Πρόσωπο. Γι’αὐτὸ καὶ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξει γνώση τοῦ προσωπικοῦ Θεοῦ χωρὶς τὴν ἐλεύθερη κοινωνία μαζὶ Του, χωρὶς ἀγαπητικὴ καὶ προσωπικὴ ἕνωση, ἐφόσον ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει δὲν διαχωρίζει τὴ γνώση ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ γνωρίζεται. Γιὰ τὴν ἡσυχαστικὴ γνωσιολογικὴ ἐμπειρία εἶναι εὔκολα κατανοητὸ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει σχέση οὔτε καὶ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ ἐκτὸς ἐλευθερίας, πέρα ἀπὸ κάθε φυσική, ἠθική, διανοητική, λογικὴ ἢ ἄλλη ἀναγκαιότητα. Μιὰ τέτοια σχέση ἐλευθερίας ἐκφράζει μιὰν ἑκούσια σχέση, δηλαδὴ μιὰ σχέση ποὺ καθίσταται δυνατὴ μόνο μέσῳ τῆς ἀγάπης. Καί, σύμφωνα μὲ τὴν Καινὴ Διαθήκη, ἡ φανέρωση καὶ ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο καὶ στοὺς ἀνθρώπους πραγματοποιήθηκε μὲ τὴν πρωτοβουλία τῆς θεϊκῆς πλευρᾶς, χάρις στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, «ὅτι αὐτὸς πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς»(15), ὅπως ἔλεγε καὶ πιὸ πάνω ὁ Ἀπόστολος Παῦλος(16), ὅταν ἐπεσήμανε ὅτι πάντα ὁ Θεὸς ἔχει τὴν πρωτοβουλία ἀκόμη καὶ στὸ γεγονὸς τῆς θεανθρώπινης χριστιανικῆς γνώσης. Ἡ γνώση δὲν ἐπέρχεται καὶ δὲν θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τὴν προσεγγίσει παρὰ μόνο στὴν ἀγαπητικὴ ἕνωση μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, ἀφοῦ ἐκδηλώνεται πάντοτε ὡς μιὰ ἀμοιβαία καὶ ὄχι μονόπλευρη ἀγάπη. Γιατί ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη δημιουργεῖ ἀμοιβαία κοινωνία καὶ ἕνωση, χωρὶς τὴν ὁποία δὲν θὰ ἐπρόκειτο παρὰ γιὰ μονόπλευρο ἐξαναγκασμὸ ἢ γιὰ τυραννικὴ κατοχή.

Ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος Παῦλος δείχνει ξεκάθαρα σὲ ἕνα ἄλλο ἀπόσπασμα τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο θὰ πρέπει νὰ κατανοεῖ κανεὶς τὸ κείμενο αὐτὸ της ἐπιστολῆς Πρὸς Γαλάτας 4, 9, ὅταν γράφει στὴν πρώτη ἐπιστολὴ Πρὸς Κορινθίους 8, 2-3: «εἴ τις δοκεῖ ἐγνωκέναι τι, οὔπω ἔγνω καθὼς δεῖ γνῶναι. εἰ δέ τις ἀγαπᾷ τὸν Θεόν, οὗτος ἔγνωσται ὑπ' αὐτοῦ». Στόχος του Ἀποστόλου Παύλου γράφοντας αὐτὰ τὰ λόγια δὲν ἦταν βέβαια ἡ ὑποβάθμιση ἢ ἡ ἐξ ὁλοκλήρου ἄρνηση τῆς γνώσης καθ' ἑαυτῆς. Ἤθελε, ἁπλῶς, νὰ ἐκφράσει τὴ χριστιανικὴ ἀλήθεια καὶ ἐμπειρία, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ γνώση ἐξαρτᾶται ἀπόλυτα ἀπὸ τὴν ἀγάπη. Στόχος του ἦταν ἡ ἔκφραση τοῦ ἀγαπητικοῦ χαρακτήρα τῆς χριστιανικῆς γνωσιολογίας.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μπορεῖ ἔτσι νὰ θεωρηθεῖ ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς πρώτους ἡσυχαστές. Ὁ Ἅγιος Διάδοχος ὁ Φωτικῆς (5ος αἰῶνας) γράφει στὸ ἔργο του Γνωστικὰ Κεφάλαια(17): «Ὁ ἐν αἰσθήσει καρδίας ἀγαπῶν τὸν Θεόν, ἐκεῖνος ἔγνωσται ὑπ' αὐτοῦ. Ὅσον γάρ τις ἐν αἰσθήσει ψυχῆς παραδέχεται τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ, τοσοῦτον γίνεται ἐν τῇ ἀγάπῃ τοῦ Θεοῦ»(18). Ὁ Ἅγιος Διάδοχος ὁ Φωτικῆς συνδέει, λοιπόν, ἄμεσα τὴ γνώση μὲ τὴν ἀγάπη. Φυσικά, ἡ σύνδεση αὐτὴ ἀφορᾶ πρωτίστως τὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ ἐν ἀγάπῃ καί, πέραν ἀπὸ τὴν ἀγαπητικὴ αὐτὴ σχέση, σχετίζεται μὲ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ. Γιὰ τὴν ἡσυχαστικὴ γνωσιολογία στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀκριβῶς βρίσκεται ὄχι μόνο τὸ θεμέλιο ἢ ἡ ἀφετηρία ἀλλὰ καὶ τὸ πέρας κάθε ἄλλης γνώσης. Καὶ τοῦτο συμβαίνει γιατί ἡ γνώση τῆς Ἀλήθειας προσφέρεται μαζὶ μὲ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἡ γνώση τῆς Ἀλήθειας παρέχει τὴν αἰώνια καὶ ἀληθινὴ ζωή.

Στὴν ἡσυχαστικὴ γνωσιολογία ἀναγνωρίζουμε ὅτι χωρὶς τὸν Θεὸ δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ, διότι ὁ ἄνθρωπος δὲν διαθέτει οὔτε τὶς ἀπαραίτητες ἱκανότητες οὔτε τὴ γνωστική, φυσικὴ ἢ μεταφυσικὴ δυνατότητα, διαμέσου τῶν ὁποίων θὰ μποροῦσε νὰ γνωρίσει ὑποχρεωτικὰ ἢ καταναγκαστικὰ τὸν Θεὸ καὶ ἔτσι νὰ φθάσει στὴν ἀληθινὴ γνώση τοῦ Θεοῦ. Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τὴν ἡσυχαστικὴ γνωσιολογία, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξει γνώση τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, παρὰ μόνο ἐὰν εἶναι θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς ἀπέδειξε μὲ τὴν Ἀποκάλυψή του ὅτι φανερώνεται στὸν ἄνθρωπο μόνο ἐν ἀγάπῃ καὶ ἐλευθερίᾳ. Ὁ Θεὸς ἀποκάλυψε τὴν ἐλεύθερη καὶ δίχως ὅρους ἀγάπη του φανερούμενος στὸν ἄνθρωπο καὶ στὸν κόσμο. ἀλλὰ καὶ ὁ Θεὸς περιμένει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ὅπως καὶ ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ γνωρίζει, τὴν ἴδια ἀπεριόριστη καὶ δίχως ὅρους ἐλεύθερη ἀγάπη. Τὴν ἀμοιβαία αὐτὴ «ἄνευ ὅρων ἐξάρτηση» τῆς ἀγάπης μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου προϋπέθεταν καὶ οἱ προηγούμενοι λόγοι του Ἀποστόλου Παύλου(19).

Ὁ γνωσιολογικὸς χαρακτήρας τῶν λόγων τοῦ Παύλου: «νῦν δὲ γνόντες Θεόν, μᾶλλον δὲ γνωσθέντες ὑπὸ Θεοῦ», καὶ «εἰ δέ τις ἀγαπᾶ τὸν Θεόν, οὗτος ἔγνωσται ὑπ' αὐτοῦ» εἶναι ξεκάθαρος. Τὰ λόγια, ὅμως, αὐτὰ ἐκφράζουν, κυρίως, τὸ νέο βιβλικὸ καὶ χριστιανικὸ περιεχόμενο τῆς ἔννοιας τῆς γνώσης ὡς ἐμπειρίας, δηλαδὴ πρωτίστως τὸν σχεσιακὸ καὶ ἀναφορικὸ χαρακτήρα τῆς γνώσης. Ὁ σχεσιακὸς χαρακτήρας τῆς γνώσης ἐκφράζει πρωτίστως τὴν πραγματικότητα τῆς ἑνωτικῆς πράξεως ποὺ συνδέει ἐκεῖνον ποὺ γνωρίζεται μὲ ἐκεῖνον ποὺ γνωρίζει, καθὼς ὑπογράμμιζε ἐπίσης ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης στὸ ἀπόσπασμα ποὺ προαναφέραμε. Πρὶν ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸν Ἀρεοπαγίτη (5ος αἰώνας) ἕνας ἀπὸ τοὺς θεολόγους τῆς περίφημης σχολῆς τῆς Ἀλεξάνδρειας, ἡ ἐπίδραση τῆς ὁποίας ἦταν, ὡς γνωστόν, τεράστια γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ ἡσυχασμοῦ, ἔγραφε τὰ παρακάτω σχετικὰ μὲ τὸ χριστιανικὸ καὶ καινοδιαθηκικὸ περιεχόμενο τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς γνώσης:

«Διττοῦ δὲ τοῦ τῆς γνώσεως ὀνόματος σημαινομένου, δηλοῖ ὁτὲ μὲν τὸ ἐπίστασθαι, ὁτὲ δὲ τὸ ἡνῶσθαι καὶ ἀνακεκράσθαι τὸν γινώσκοντα τῷ γινωσκομένῳ. Κατὰ τὸ πρότερον σημαινόμενον, πάντας γινώσκει ὁ Θεός, καὶ οὐ τοὺς σπουδαίους μόνους... Κατὰ δὲ τὸ δεύτερον σημαινόμενον, μόνους τοὺς δικαίους εἰδέναι λέγεται. «Ἔγνω Κύριος τοὺς ὄντας αὐτοῦ»(20), τοὺς δὲ φαύλους ἠγνόει... . Ὁ γὰρ ἔτι τὰ τῆς κακίας ἐνεργῶν οὐ γινώσκεται. Ὁ δὲ παυσάμενος τῶν ἁμαρτημάτων, οὐκ ἐγνώσθη μὲν πρότερον, γινώσκεται δὲ νῦν. Τούτοις συνάδει τὸ ἀποστολικὸν φάσκον. "Ἀλλὰ τότε μὲν οὐκ εἰδότες Θεὸν ἐδουλεύσατε τοῖς φύσει μὴ οὔσιν θεοῖς. νῦν δὲ γνῶντες Θεόν, μᾶλλον δὲ γνώσθέντες ὑπὸ Θεοῦ"(21). Ὅτε γὰρ ἠγνόουν Θεόν, ἠγνοοῦντο ὑπ' αὐτοῦ. γνόντες δὲ αὐτόν, ἐγνώσθησαν ὑπ' αὐτοῦ.(22).

Τὰ λόγια αὐτὰ φωτίζουν τὸν ἰδιαίτερο χαρακτήρα καὶ τὴ μέθοδο τῆς πατερικῆς ἡσυχαστικῆς γνωσιολογίας. Ὁ ἄνθρωπος καὶ ἡ γνώση δὲν ὁρίζονται αὐτονομημένα ἀλλὰ σὲ σχέση καὶ κοινωνία μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ὑπόλοιπους ἀνθρώπους. Ἤδη μὲ τὴν πράξη τῆς γνώσης καὶ τῆς ἀναγνώρισης ὁ ἄνθρωπος θεωρεῖται ἀπὸ τὴ γνωσιολογία αὐτὴ ὡς ἕνωση(23). Ὡς πράξη προσωπικῆς καὶ σχεσιακῆς γνώσης, ἡ ὁποία δὲν εἶναι πρωτίστως ἕνα «σύστημα» ἐννοιῶν ἢ ἰδεῶν ἀλλά, κυρίως, σχέση καὶ ἀμοιβαία κοινωνία μεταξὺ ζωντανῶν καὶ προσωπικῶν ὑπάρξεων. Μὲ ἄλλα λόγια, γιὰ τὴν ἡσυχαστικὴ γνωσιολογία ἡ γνώση προκύπτει ἀπὸ τὴν ἕνωση καὶ τὸν κοινοτικὸ βίο, ἀπὸ τὴν «ἐγγύτητα» καὶ τὴν «οἰκειότητα», καθὼς τονίζει ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, ἀκολουθώντας τὰ λόγια του Ἀποστόλου Παύλου(24) προσθέτει ὅτι στὴν πράξη αὐτὴ τῆς ἀμοιβαίας γνώσης «κατὰ τὸν αὐτὸν καὶ ἡμεῖς τρόπον προσοικειωθέντες αὐτῷ, γένος αὐτοῦ χρηματίζομεν... τῷ ἐθελῆσαι Χριστὸν εἰς οἰκειότητα λαβεῖν ἡμᾶς»(25).

Γιὰ τὴν ἡσυχαστικὴ ἐμπειρία, ἡ γνώση δὲν συνιστᾶ ἐπαγωγικὴ οὔτε θεωρητικὴ πράξη. Ἀποτελεῖ ζωντανὴ συνάντηση μεταξὺ ἐκείνου ποὺ γνωρίζει καὶ Ἐκείνου ποὺ γνωρίζεται. Συνεπῶς, ἡ γνώση δὲν συνίσταται στὴν ἐφεύρεση ἢ τὴν ἀνακάλυψη ἢ ἀκόμα καὶ τὴν σύλληψη μιᾶς «ἔννοιας» ἢ ἑνὸς «συστήματος» ἐννοιῶν, τὸ ὁποῖο θὰ ἐξηγεῖ τὰ πάντα, «φωτίζοντας» ἢ καθησυχάζοντας τὴν ἀνθρώπινη διάνοια. Μοναδικὸς στόχος μιᾶς ἀληθινῆς γνώσης ἢ μοναδικὸ της περιεχόμενο δὲν εἶναι παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ συναντηθεῖ ὁλόκληρος πρόσωπο μὲ πρόσωπο μὲ τὴν ζῶσα Ἀλήθεια. Μπορεῖ νὰ φθάσει μὲ ὅλη του τὴν ψυχὴ καὶ τὴν καρδιὰ καὶ τὴν διάνοιά του στὸ ὕψος τῆς προσωπικῆς συνάντησης μὲ τὸν ζῶντα καὶ ἀληθινὸ Θεὸ ἐν Χριστῷ, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἤδη μιὰ ἀναφορικὴ σχέση συμβίωσης καὶ μιὰ ζωντανὴ συνάντηση. Εἶναι ἡ ἀπαρχὴ μιᾶς νέας ζωῆς σὲ ἕνωση μὲ τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος γνωρίζεται καὶ συγχρόνως παραμένει Ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει, διότι ὁ ζωντανὸς καὶ ἀληθινὸς Θεὸς ποτὲ δὲν μεταμορφώνεται σὲ «ἀντικείμενο». Παραμένει πάντοτε Ὑποκείμενο ὅπως παραμένει, ἄλλωστε, καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος.






Σημειώσεις


1. - Ματθ. 22, 37-39.


2. - Βλ. Α' Ἰω. 4, 19-21, καὶ 5, 2. Βλ. ἐπίσης Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Κεφά λαια περὶ ἀγάπης Ι, 13 (PG 90, 964).


3. - Φιλ. 8, 28, 39.


4. - Βλ. π.χ. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Κεφάλαια περὶ ἀγάπης 1, 57 (PG 90, 972): «ὁ δὲ νόμος τοῦ Χριστοῦ ἐστιν ἡ ἀγάπη», καθὼς ἐπίσης Θεοφυλάκτου Οχρίδος: «Μόνον ὁ Χριστὸς ἀγάπη ἐστί» (PG 124, 1088Α). Βλ. ἐπίσης Ἐπισκόπου Νικολάου [Velimirovic], Κασσιανή, Διδασκαλία περὶ χριστιανικῆς ἀγάπης (L'Age d'Homme, 1988).


5. - Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Κεφάλαια περὶ ἀγάπης 1,9, καὶ Κεφάλαια Θεολογίας III, 37 (PG 90, 29). Βλ. ἐπίσης Διονυσίου Ἀρεοπαγιτου, Περὶ θείων Ὀνομάτων 4, 15 (PG 3, 713): «Τὸν ἔρωτα, εἴτε θεῖον εἴτε ἀγγελικὸν εἴτε νοερὸν εἴτε ψυχικὸν εἴτε φυσικὸν εἴπομεν, ἑνωτικήν τινα καὶ συγκρατικὴν ἐννοήσωμεν δύναμιν».


6. - Κολ. 3, 14• Ἐφ. 3, 17-19. Ὁ ὀρθόδοξος θεολόγος καὶ φιλόσοφος Ἰωάννης Ζηζιούλας μελέτησε τὸ ζήτημα αὐτὸ στὸ ἄρθρο του «Ἀλήθεια καὶ Κοινωνία» βλ. Jean Zizioulas, «Vérité et communion», Irénikon (Chévetogne, Belgique), 50, 1977, καὶ στὸ ἔργο του L'être ecclesial, Genève, 1981, σσ. 57-110• Being as Communion, New York 1985, London 2004, σσ. 67-122.


7. - Ἰω. 13-17.


8. - Ἰω. 17, 3.


9. - Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, Περὶ Θείων Ὀνομάτων VII, 4 (PG 3, 872).


10. - Μάξιμου Ὁμολογητοῦ, Κεφάλαια διάφορα θεολογικὰ VII, 91 (PG 90, 1388).


11. - PG 44, 1265 καὶ 46, 176.


12. - Ἀθανάσιος Γιέφτιτς.


13. - Ἁγίου Σάββα (33), Τυπικὸν Μονῆς Χιλανδαρίου (ἐκδ. V. Corovic, Ἔργα Ἁγίου Σάββα, CKA 1928, σελ. 122).


14. - Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Κεφάλαια διάφορα θεολογίας καὶ οἰκονομίας VII. 74 (PG 90, 1380). Βλ. ἐπίσης III, 27 (PG 90, 1189).


15. - Ἰω. 4, 10 καὶ 19.


16. - Γάλ. 4, 9.


17. - Διαδόχου Φωτικῆς, Κεφάλαια Γνωστικὰ XIV, (SC 5), Φιλοκαλία Α', ιδ', ἐκδ. Ἀστήρ, Ἀθῆνα 1961.


18. - Διαδόχου Φωτικῆς, Κεφάλαια Γνωστικὰ XVI (SC 5), Φιλοκαλία Α',ιδ', ἐκδ. Ἀστήρ, σέλ. 238.


19. - Γαλ. 4, 9, καὶ Α' Κόρ. Α, 8, 3.


20. - Β' Τιμ. 2, 19.


21. - Γαλ. 4, 9.


22. - Διδύμου Αλεξανδρείας, Εἰς Ψαλμοὺς ἐξήγησις (PG 39, 1264).


23. - Ὁρισμένοι σύγχρονοι ὀρθόδοξοι στοχαστὲς ὑπογραμμίζουν, ὄχι ἀδίκως, τὸ γεγονὸς ὅτι σὲ ὅλες σχεδὸν τὶς γλῶσσες τοῦ κόσμου ἡ λέξη γνώση μοιάζει νὰ ὑποδεικνύει μιὰ «συλλογική» γνώση. Ὑπονοώντας, δηλαδή, τὴ συμμετοχὴ πλέον τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου στὴν πράξη τῆς γνώσης. Οἱ ὀρθόδοξοι θεολόγοι ὀνομάζουν αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴ γνώση συνοδικὴ [sabornim], ὅπως στὴν περίπτωση του π. Ἰουστίνου Πόποβιτς, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται πολὺ σωστὰ στὴν Ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου Πρὸς Ἐφεσίους 3, 18-19: «ἵνα ἐξισχύσητε καταλαβέσθαι σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις... γνῶναί τε τὴν ὑπερβάλλουσαν τῆς γνώσεως ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ».


24. - Ἐφ. 2, 19: «οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ».


25. - (PG 73, 1045 καὶ PG 75, 485). Βλ. π. Ι. Πόποβιτς, Ὑπόμνημα στὴν Ἐπιστολὴ πρὸς Κολοσσαεῖς 1, 10: «περιπατῆσαι ἀξίως τοῦ Κυρίου εἰς πᾶσαν ἀρέσκειαν, ἐν παντὶ ἔργῳ ἀγαθῷ καρποφοροῦντες καὶ αὐξανόμενοι τῇ ἐπιγνώσει τοῦ Θεοῦ»

Τρίτη, 26 Ιουλίου 2011

Μαρία Χατζηαποστόλου :Η παρουσία του Θεού στο λογοτεχνικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη


Στη μνήμη του Μιχάλη Κακογιάννη



 Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά

Για τον Νίκο Καζαντζάκη η ηθική, η θρησκεία και η πατρίδα αποτελούν «φράκτες» που ασφαλίζουν τους φόβους των ανθρώπων μπροστά στο άγνωστο. Το κατεξοχήν καζαντζάκειο ερώτημα, είναι ποιος μας έφερε σ’ αυτόν τον κόσμο; Είναι παρών; Είμαστε μόνοι; Από πού ερχόμαστε; Πού πάμε; Η σκέψη του Καζαντζάκη χαρακτηρίζεται από την εναγώνια υπαρξιακή αναζήτηση, μια αναζήτηση πάντα ιδωμένη από την προβληματική που αφορά την ελευθερία του ανθρώπου. Αν ο άνθρωπος δεν αισθάνεται αληθινή αγάπη προς τον συνάνθρωπο του, αν δεν ανταποκρίνεται θετικά στη φιλάνθρωπη κλήση του Θεού, τότε ο Θεός δεν υφίσταται μέσα του γνωσιολογικά. Άλλωστε η ύπαρξη, είναι πρωτίστως και κυρίως κοινωνία και σχέση. Σε αυτό το σημείο, συναντούμε την κεντρική διδασκαλία της ορθόδοξης καθολικής Εκκλησίας για την ελευθερία και το αυτεξούσιο του ανθρώπου.1 Η ελευθερία του ανθρώπου οδηγεί σε δοξασμό τον Θεό, μέσω της αναγνώρισης της αγιότητας του και της σωστικής δυνάμεώς του. Κατά τον καθηγητή δογματικής θεολογίας Χρυσόστομο Σταμούλη, εδώ ακριβώς εντοπίζεται η καρδιά της αληθινής ορθόδοξης θεολογίας, αφού ο Θεός ρισκάρει και δημιουργεί ένα πλάσμα που δύναται να τον αποδεχθεί ή να τον αρνηθεί, επειδή το μεγαλύτερο δώρο του Θεού προς τον άνθρωπο, μετά τη ζωή και την ύπαρξη, είναι η ελευθερία του.
Στο λογοτεχνικό αριστούργημα του Νίκου Καζαντζάκη που φέρει το άκρως συναξαριακό όνομα Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, φανερώνει αυτή την αλήθεια της ελευθερίας της βουλήσεως, λέγοντας: «…από πού να ανασύρω τους αθάνατους στίχους; Από την καυτή πίσσα της Κόλασης, από τη δροσάτη φλόγα του καθαρτηρίου ή να χιμήξω ολόισια στο πιο αψηλό πάτωμα της Ελπίδας του ανθρώπου; Ότι θέλω διαλέγω!». Ή ακόμη, εκείνος ο άλλος καταπληκτικός λόγος του Ζορμπά: «Αυτό θα πει να ’σαι άνθρωπος σου λέω: Ελευτερία!». Όμως αυτή η ελευθερία καταξιώνεται και ολοκληρώνεται μόνο μέσα στην εναγώνια αγάπη προς τον συνάνθρωπο, καθώς: «Ο μόνος τρόπος να σώσεις τον εαυτό σου είναι να μάχεσαι να σώσεις τους άλλους». Η υπαρξιακή προβληματική του Νίκου Καζαντζάκη περνά από πολλά στάδια, αλλά ο Καζαντζάκης δεν κρίνεται για τις δογματικές αποκλίσεις του, αφού δεν είναι θεολόγος με την επιστημονική έννοια του όρου, αλλά απλώς ένας άνθρωπος που παλεύει να διαλύσει τα σκοτάδια της υπάρξεώς του. Το έργο του Νίκου Καζαντζάκη Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, φέρει αυτόν τον επιβλητικό τίτλο, σα να επρόκειτο για τον βίο κάποιου αγίου και πρεσβεύει το πνεύμα της θεολογίας της Ανατολής.



Ποιος είναι όμως ο θρυλικός ήρωας Αλέξης Ζορμπάς;


Είναι ο οικουμενικός Έλληνας που είναι ερωτευμένος με την ίδια τη ζωή, ο πρακτικός και έμπειρος άνθρωπος που έρχεται να συμπληρώσει τον θεωρητικό συγγραφέα του διηγήματος. Είναι ο πολεμιστής της γενναίας Κρήτης, είναι ο πολεμιστής της ίδιας ζωής. Είναι ο άνθρωπος που μέσα από τη φωνή του Καζαντζάκη διαμαρτύρεται πως με τόσους κανόνες και συνταγές, «η μεγαλύτερη αμαρτία είναι η ίδια ζωή!», κατακεραυνώνοντας τους κάθε λογής ηθικιστές που αποστειρώνουν τη ζωή από την αληθινή της ομορφιά. Κι’ αλήθεια η μόνη θανάσιμη αμαρτία, αν όντως υπάρχουν θανάσιμα αμαρτήματα, είναι η απουσία από το παρόν, η απουσία από τη ζωή. Η αριστουργηματική μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, ζωντανεύει με τον ομορφότερο τρόπο τον δυναμικό χαρακτήρα του αυθεντικού αυτού ανθρώπου και εκφράζει σε όλη της τη δυναμική την ελληνική λεβεντιά και το φιλότιμο.
Μέσα στο έργο αυτό, κρύβονται οι μεγαλύτερες θεολογικές αλήθειες για τα μεγάλα μυστήρια που ταλανίζουν και γοητεύουν τον άνθρωπο: τη ζωή, την αγάπη, τον Θεό, τον έρωτα και τον θάνατο. Στον πρόλογο του βιβλίου, το οποίο συνέγραψε Καζαντζάκης λίγο μετά τον θάνατο του Ζορμπά, ομολογεί πως: «τίποτα δικό του δεν πέθανε μέσα μου, ότι άγγιξε τον Ζορμπά θαρρείς κι’ έγινε αθάνατο». Αυτό ίσως να συμβαίνει, επειδή κατά τον συγγραφέα: «οι αγαπημένοι μας τρέχουν να πιουν το αίμα της καρδιάς μας, γιατί γνωρίζουν πως άλλη ανάσταση δεν υπάρχει». Αν συνέχιζε ο Νίκος Καζαντζάκης τον συλλογισμό του, θα έλεγε πως: «άλλη Ανάσταση δεν υπάρχει παρά μόνο η αγάπη». Στην πορεία προς την αληθινή ζωή, αναγκαία προϋπόθεση κατά τον συγγραφέα, αποτελεί η αληθινή αγάπη που οδηγεί στην Ανάσταση, καθώς αγαπά αληθινά και γι’ αυτό είναι ελεύθερος, γι’ αυτό γνωρίζει πως θα νικήσει τον θάνατο, εξάλλου, «Δε πειράζει, είπα, η αγάπη νικά το θάνατο».2 Γιατί η αγάπη είναι το πανανθρώπινο εκείνο συναίσθημα που μας ενώνει όλους μεταξύ μας και μαζί με τον Θεό, με τον τρόπο της αγάπης προς τη κατεύθυνση του φωτός. Η αγάπη αυτή, εκφράζεται στο ακέραιο της και φανερώνεται μόνο μέσω της ελευθερίας της βουλήσεως, «Αυτό θα πει να ’σαι άνθρωπος σου λέω: Ελευτερία!».3 Άνθρωπος χωρίς ελευθερία άλλωστε δεν υφίσταται καν στην ορθοδόξη θεολογία.
Η καταξίωση του ανθρώπινου σώματος, είναι ακόμη ένα άκρως σημαντικό στοιχείο στη σκέψη του Καζαντζάκη, ξετυλίγεται όμορφα στο βιβλίο του για τον Ζορμπά και φανερώνεται από την αντίληψη πως αυτό αποτελεί όχημα κι’ όχι εμπόδιο4 για την είσοδο στη Βασιλεία των Ουρανών, καθώς μέσα σ’ αυτό και κυρίως στην καρδιά του θα συντελεστεί η Ανάσταση.5 Γι’ αυτό και η σωτηρία έρχεται μονάχα με την ενιαία ψυχοσωματική ενότητα του ανθρώπου και όχι χωρίς αυτήν. Μονάχα όταν το σώμα μας δένει στη γη τότε ισοδυναμεί με τον θάνατο.6 Και ο μεγάλος Κρητικός αντιμετωπίζει όρθιος τον θάνατο, σαν τον Ζορμπά, γι’ αυτό και τον νικά.7 Γιατί με την αγάπη ακόμη κι’ ο θάνατος μεταμορφώνεται σε ζωή ελευθερίας.8
Η επίδραση που άσκησε στην ψυχή του νεαρού συγγραφέα η εκρηκτική προσωπικότητα του Ζορμπά, είναι ανεξίτηλη: «Ο Ζορμπάς μ’ έμαθε ν’ αγαπώ τη ζωή και να μη φοβούμαι το θάνατο». Και σε άλλο σημείο ομολογεί πως «Ο Ζορμπάς είναι η πιο πλατιά ψυχή, το πιο σίγουρο σώμα, η πιο λεύτερη κραυγή που γνώρισα στη ζωή μου». Οι διάλογοι στον Αλέξη Ζορμπά για την παρουσία του Θεού είναι αμέτρητοι: ο Θεός είναι παντού παρών, ακόμη και τις στιγμές που φαινομενικά ο συγγραφέας περνά τις μεγαλύτερες στιγμές της υπαρξιακής κρίσης του. Όπως ο εκρηκτικός Ζορμπάς ο οποίος προσπαθεί να εξηγήσει μέσα του τα υπαρξιακά του αδιέξοδα, έτσι και ο μεγάλος συγγραφέας αγωνιά πάντα για τον άνθρωπο και τα ερωτηματικά της ύπαρξης του κι’ έτσι μπροστά στα μάτια μας ξετυλίγονται τα μεγαλύτερα μυστήρια, ο έρωτας, ο θάνατος, ο αέναος χορός της ζωής, όλα συμπλέκονται αρμονικά σε λόγια καρδιάς που μαρτυρούν την εκλεκτή συγκίνηση, τη συγκίνηση μιας διψασμένης ψυχής για ένωση με το Θεό. Ζει την μαγεία των πρώτων Χριστουγέννων: «Μα το φως που γεννιέται στην καρδιά του χειμώνα έγινε παιδί, το παιδί Θεός κι’ είκοσι αιώνες τώρα η ψυχή τον κρατάει στον κόρφο της και τον βυζαίνει…».9 Ξαναβρίσκει συνεχώς την πρώτη του πίστη: «Είχα χρόνια ν’ ακούσω τους Χαιρετισμούς… και χαιρόμουν ν’ ανασταίνεται το παιδί που ’χε παραμείνει μέσα μου».10 Αγωνίζεται αδιάκοπα να πλημμυρίσει το φως μες τη ψυχή του, αισθάνεται την αγωνία του Χριστού στον κήπο της Γεσθημανή: «Δεν μπορούσα να κοιμηθώ· έσμιξε το κελαηδητό του αηδονιού με το θρήνο του Χριστού και μαχόμουν ανάμεσα από τις ανθισμένες πορτοκαλιές ν’ ανηφορίσω το Γολγοθά, ακολουθώντας μεγάλες στάλες αίμα».11 Ανασταίνεται συνεχώς, έχοντας την αγνότητα του μικρού παιδιού καθώς: «Τι αξία θα ’χε η Ανάσταση του Χριστού αν δεν έδινε το σύνθημα ν’ αναστηθούν μέσα μας η νιότη, η χαρά, η πίστη στο θάμα;».12 Και το επιθυμητό ζητούμενο είναι η ανάσταση της ενιαίας ψυχοσωματικής οντότητας και όχι μονάχα η επιφανειακή και επιδερμική θεώρηση της Ανάστασης μα η αληθινή της βίωσης, αφού «-Πάνε τα χρόνια, είπε, που ανασταίνονταν η ψυχή μου, κάθε Λαμπρή, μαζί με το Χριστό. Πάνε! Τώρα ανασταίνεται μονάχα η σάρκα μου».13
Με τη Σάρκωση έχουμε επανάκληση του ανθρωπίνου γένους στη ζωή με τη προσδοκία της Αναστάσεως και το μυστήριο αυτό δεν είναι διόλου ξένο προς τον συγγραφέα, ο οποίος φανερώνει την οντολογική διάσταση της γεννήσεως του Θεανθρώπου,14 αφού για εκείνον η Θεοτόκος είναι: «Μάνα· γιατί νιώθει πως βγήκε από τα εφήμερα σπλάχνα της κάτι το αθάνατο…».15 Ενώνει αρμονικά την αρχαία Ελλάδα με την ορθόδοξη παράδοση της: «Έλληνας Διόνυσος και άγιος Βάκχος έσμιγαν, είχαν το ίδιο πρόσωπο, κάτω από τ’ αμπελόφυλλα και τα ράσα τρικύμιζε το ίδιο λαχταριστό ηλιοκαμένο κορμί - η Ελλάδα».
Ο Θεός για τον Καζαντζάκη είναι παντού και ακολουθώντας τον απόστολο Παύλο,16 διακηρύσσει πως χρειάζονται τα γεγυμνασμένα αισθητήρια για να τον προσεγγίσει ουσιαστικά ο άνθρωπος.17 H μεταφυσική αγωνία του συγγραφέα και ο πανανθρώπινος καημός, η αδυναμία κατανόησης και ερμηνείας του μυστηρίου της ύπαρξης, της ζωής και του θανάτου18 ξετυλίγονται με πανέμορφο λογοτεχνικό τρόπο στον θρυλικό, υπαρξιακό διάλογο του συγγραφέα με τον Ζορμπά. Ο θρυλικός Ζορμπάς συγκλονίζει όταν διακηρύσσει πως δεν υπογράφει, δεν συναινεί στο παράλογο του θανάτου.19 Εδώ όμως δεν γίνεται λόγος για διαχωρισμό αλλά για άρση του διαχωρισμού και τελική κατάργηση της διάκρισης σώματος και πνεύματος. Όσο πιο ανθρώπινος γίνεται ο άνθρωπος τόσο περισσότερο πλησιάζει στη θέωση. Στην ορθόδοξη θεολογία δεν υπάρχει κανένα αφηρημένο μόρφωμα χωρίς σωματικότητα. Ο άνθρωπος σώζεται ακέραιος ως ενιαία ψυχοσωματική ενότητα και οντότητα καθώς όπως αναφωνεί ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Τό γάρ ἀπροσληπτον ἀθεράπευτον·»20 ή όπως διακηρύσσει ο Καζαντζάκης διαμέσου του θρυλικού Ζορμπά: «-Σακατεμένοι δεν μπαίνουν στην Παράδεισο».21
Η καταξίωση επίσης του ανθρωπίνου σώματος, όπως προειπώθηκε, φανερώνεται κυρίως μέσα από την αντίληψη, πως αυτό αποτελεί όχημα και όχι εμπόδιο για την είσοδο στην Βασιλεία των Ουρανών, αφού όπως λέει κατηγορηματικά ο Ζορμπάς «Σακατεμένοι δεν μπαίνουν στον Παράδεισο!». Μιλά για τη μνήμη θανάτου που ανήκει στην μοναχική μας παράδοση: «Να ενεργείς σα να μην υπήρχε θάνατος και να ενεργείς έχοντας στο νου σου κάθε στιγμή το θάνατο». Αναφέρεται στους λόγους των όντων, των Πατέρων της Εκκλησίας μας και του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού: «όλα έχουν ένα κρυφό νόημα στον κόσμο ετούτον, συλλογίστηκα».
Ο Θεός για τον Καζαντζάκη δεν είναι μέγεθος μετρήσιμο και κατανοήσιμο, γι’ αυτό αναρωτιέται: «Αν η λέξη “Θεός” δεν έχει την πρόχειρη έννοια που το πλήθος της δίνει;». Μιλά με αισιοδοξία για την αναγέννηση των πάντων: «Όλα τα καθημερινά και τα ξεθωριασμένα ξανάπαιρναν τη λάμψη που είχαν τις πρώτες μέρες που βγήκαν από τα χέρια του Θεού». Υψώνει και αγιοποιεί τον έρωτα: «Αν υπάρχει Κόλαση, θα πάω στην Κόλαση, κι’ αυτό θα ’ναι η αιτία. Όχι γιατί έκλεψα, σκότωσα, μοίχεψα, όχι, όχι! Αυτά δεν είναι τίποτα, ο Θεός τα σχωρνάει. Μα θα πάω στην Κόλαση, γιατί τη νύχτα εκείνη μια γυναίκα με περίμενε στο στρώμα της κι’ εγώ δεν πήγα…». Αν αυτό, δεν είναι μια μεγάλη κατάφαση στη ζωή και στον έρωτα, μια μεγάλη διαμαρτυρία στον ηθικισμό, τότε τι θα μπορούσε να είναι;
Όταν κανείς θυμάται κάποιον, όταν δεν τον ξεχνά, αλλά πάντα τον κουβαλά μέσα του και τον ζωντανεύει στην καρδιά του,22 τότε εκείνος δεν πεθαίνει ποτέ μέσα σου. Η μνήμη είναι ζωή. Η μνήμη είναι η κατεξοχήν έκφραση της αγάπης. Και η αληθινή αγάπη νικά τον θάνατο. Θυμάται κάποιος γιατί αγαπά. Κι’ αγαπά γιατί θυμάται. Αν μπορέσει να διασώσει μέσα στην καρδιά του το μυστήριο, τότε διασώζει ουσιαστικά τον όλο άνθρωπο. Και τον ανασταίνουμε με τη δύναμη της αγάπης. Όλη αυτή η συλλογιστική πορεία έχει βαθιά τις ρίζες στην ορθόδοξη παράδοση, καθώς εκεί η λειτουργία της μνήμης κατέχει κεντρικό ρόλο στην Εκκλησία με αποκορύφωση την τέλεση του ιερού μυστηρίου των μνημόσυνων. Εκεί, μέσα σε μια αγαπητική κοινωνία ζώσας μνήμης, θυμόμαστε τους κεκοιμημένους και προσευχόμαστε συλλογικά για την Ανάστασή τους. Άλλωστε για τον Καζαντζάκη, το γεγονός τούτο είναι μείζονος σημασίας και μαρτυρά την μεγάλη εξοικείωση που ένιωθε ο μεγάλος Κρητικός με την ασκητική παράδοση, καθώς οι αγαπημένοι του μυστικοί θεολόγοι είναι ο Ιωάννης της Κλίμακος, ο όσιος Ισαάκ ο Σύρος, ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας και ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος.
Ο Θεός για τον Καζαντζάκη είναι παντού και ακολουθώντας τον απόστολο Παύλο, χρειάζονται τα «γεγυμνασμένα αισθητήρια» για να τον προσεγγίσει ο άνθρωπος: «Αλλάζει πρόσωπα ο Θεός και χαρά στον που μπορεί να τον ξεκρίνει πίσω από την κάθε μάσκα». Γεγονός αποτελεί, πως για να κατανοήσει κάποιος την σκέψη του Νίκου Καζαντζάκη, πρέπει και ο ίδιος να ασκηθεί πνευματικά, να περάσει από τις ίδιες σκοπέλους, από τους ίδιους ανηφορικούς δρόμους που πέρασε ο συγγραφέας, να οδηγηθεί σε μια εσώτερη προσέγγιση και εμβάθυνση του έργου του. Ο Νίκος Καζαντζάκης διαλύει τον εαυτό του στη μεγάλη μάχη για την αναζήτηση του Θεού. Παλεύει με τον Χριστό, γιατί τον αγαπάει αληθινά. Παλεύει να αναγνωρίσει τη θεότητα του, ώστε να τον συναντήσει ουσιαστικά. Ο Νίκος Καζαντζάκης δεν είναι άθεος, απλώς τυγχάνει αρνητής συγκεκριμένων ειδώλων και συστημάτων. Είναι ο αέναος ταξιδευτής του απείρου, ένας αληθινά ελεύθερος, αφού η καρδιά του φλέγεται από αγάπη προς όλη τη Κτίση, ακολουθώντας τον Γέροντα Πορφύριο. Είναι αληθινός ποιητής καθώς έχει λεπτή και ευαίσθητη ψυχή. Αυτή είναι η γλυκιά κατάρα που κουβαλά σαν πολύτιμο φυλακτό μέσα στη καρδιά του.



NIKOY KAZANTZAKH
ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΖΟΡΜΠΑ

XXIV


Προχωρούσαμε αμίλητοι μέσα από τα στενά δρομάκια του χωριού. Τα σπίτια μαυρολογούσαν ολοσκότεινα, κάπου ένα σκυλί γάβγιζε, κάποιο βόδι αναστέναζε. Κάποτε μας έρχουνταν στο φύσημα του αγέρα εύθυμα, αναβρυτά σαν παιχνιδιάρικα νερά, τα κουδουνάκια της λύρας […]
Καθίσαμε στην άκρα της θάλασσας, έβαλε ο Ζορμπάς το κλουβί ανάμεσα στα γόνατα του και κάμποση ώρα σώπασε. Ένας φοβερός αστερισμός ανέβηκε από το βουνό, πολυόμματο τέρας με στρουφιχτήν ουρά, κάπου κάπου ένα αστέρι ξεκολλούσε κι έπεφτε.
Ο Ζορμπάς κοίταξε τ’ αστέρια, με το στόμα ανοιχτό, σα να τα ’βλεπε για πρώτη φορά.
- Τι να γίνεται εκεί απάνω ! Μουρμούρισε.
Και σε λίγο πήρε την απόφαση, μίλησε :
- Ξέρεις να μου πεις, αφεντικό, είπε κι η φωνή του ασκώθηκε επίσημη, συγκινημένη μέσα στη ζεστή νύχτα, ξέρεις να μου πεις τι πάει να πουν όλα αυτά ; Ποιος τα ’καμε ; Γιατί τα ’καμε ; Και πάνω απ’ όλα, ετούτο
( η φωνή του Ζορμπά ήταν γεμάτη θυμό και τρόμο ) : Γιατί να πεθαίνουμε ;
- Δεν ξέρω, Ζορμπά! αποκρίθηκα, και ντράπηκα σα να με ρωτούσαν το πιο απλό πράμα, το πιο απαραίτητο, και δεν μπορούσα να το ξηγήσω.
- Δεν ξέρεις! έκαμε ο Ζορμπάς και τα μάτια του γούρλωσαν.
Όμοια γούρλωσαν και μιαν άλλη νύχτα, όταν με ρώτησε αν χορεύω και του αποκρίθηκα πως δεν ξέρω χορό.
Σώπασε λίγο, άξαφνα ξέσπασε:
- Τότε τι ’ναι αυτά τα παλιόχαρτα που διαβάζεις; Γιατί τα διαβάζεις;
Άμα δε λένε αυτό, τι λένε;
- Λένε τη στενοχώρια του ανθρώπου που δεν μπορεί ν’ απαντήσει σε αυτά που ρωτάς, Ζορμπά, αποκρίθηκα.
- Να τη βράσω τη στενοχώρια τους ! έκαμε ο Ζορμπάς χτυπώντας με αγανάχτηση το πόδι του στις πέτρες.
Ο παπαγάλος στις ξαφνικές φωνές τινάχτηκε απάνω :
- Καναβάρο! Καναβάρο! έσκουζε σα να ζητούσε βοήθεια.
- Σκασμός και συ! έκαμε ο Ζορμπάς κι έδωκε μια γροθιά στο κλουβί.
Στράφηκε πάλι σε μένα.
- Εγώ θέλω να μου πεις από πού ερχόμαστε και που πάμε. Του λόγου σου τόσα χρόνια μαράζωσες απάνω στις Σολομωνικές, θα ’χεις στύψει δυό τρεις χιλιάδες οκάδες χαρτί, τι ζουμί έβγαλες;
Τόση αγωνία είχε η φωνή του Ζορμπά, που η πνοή μου κόπηκε : αχ, να μπορούσα να του ’δινα μιαν απόκριση !
Ένιωθα βαθιά πως το ανώτατο που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος δεν είναι η Γνώση, μήτε η Αρετή, μήτε η Καλοσύνη, μήτε η Νίκη, μα κάτι άλλο πιο αψηλό, πιο ηρωικό κι απελπισμένο : Το Δέος, ο ιερός τρόμος. Τι ’ναι πέρα από τον ιερό τρόμο ; Ο νους του ανθρώπου δεν μπορεί να προχωρέσει.
- Δεν απαντάς; έκαμε ο Ζορμπάς με αγωνία.
Δοκίμασα να δώσω στο σύντροφό μου να καταλάβει τι είναι ο ιερός τρόμος:
- Είμαστε σκουληκάκια μικρά μικρά, Ζορμπά, αποκρίθηκα, απάνω σ’ ένα φυλλαράκι γιγάντιου δέντρου. Το φυλλαράκι αυτό είναι η Γη μας,
τ’ άλλα φύλλα είναι τ’ αστέρια που βλέπεις να κουνιούνται μέσα στη νύχτα. Σουρνόμαστε απάνω στο φυλλαράκι μας, και το ψαχουλεύουμε με λαχτάρα, τ’ οσμιζόμαστε, μυρίζει, βρωμάει, το γευόμαστε, τρώγεται, το χτυπούμε, αντηχάει και φωνάζει σαν πράμα ζωντανό.
Μερικοί άνθρωποι, οι πιο ατρόμητοι, φτάνουν ως την άκρα του φύλλου, από την άκρα αυτή σκύβουμε, με τα μάτια ανοιχτά, τα αυτιά ανοιχτά, κάτω στο χάος. Ανατριχιάζουμε. Μαντεύουμε κάτω μας το φοβερό γκρεμό, ακούμε ανάρια ανάρια το θρο που κάνουν τα’ άλλα φύλλα του γιγάντιου δέντρου, νιώθουμε το χυμό ν’ ανεβαίνει από τις ρίζες του δέντρου και να φουσκώνει τη καρδιά μας. Κι έτσι σκυμμένοι στην άβυσσο, νογούμε σύγκορμα, σύψυχα, να μας κυριεύει τρόμος. Από τη στιγμή εκείνη…
Σταμάτησα. Ήθελα να πω : « Από τη στιγμή εκείνη αρχίζει η Ποίηση », μα ο Ζορμπάς δε θα καταλάβαινε και σώπασα.
- Τι αρχίζει ; ρώτησε ο Ζορμπάς με λαχτάρα. Γιατί σταμάτησες ;
- …αρχίζει ο μεγάλος κίντυνος, Ζορμπά, είπα. Άλλοι ζαλίζουνται και παραμιλούν, άλλοι φοβούνται και μοχτούν να βρουν μιαν απάντηση, που να τους στυλώνει την καρδιά και λένε : « Θεός », άλλοι κοιτάζουν από την άκρα του φύλλου το γκρεμό ήσυχα, παλικαρίσια και λένε : « Μου αρέσει ».
Ο Ζορμπάς συλλογίστηκε κάμποση ώρα, βασανίζουνταν να καταλάβει.
- Εγώ, είπε τέλος, κοιτάζω κάθε στιγμή το θάνατο, τον κοιτάζω και δε φοβούμαι, όμως και ποτέ, ποτέ δε λέω : Μου αρέσει. Όχι, δε μου αρέσει καθόλου ! Δεν είμαι λεύτερος ; Δεν υπογράφω!
Σώπασε, μα γρήγορα φώναξε πάλι :
- Όχι, δε θ’ απλώσω εγώ στο Χάρο το λαιμό μου σαν αρνί και να του πω:
«Σφάξε με, αγά μου, ν’ αγιάσω!».
Δε μιλούσα, στράφηκε, με κοίταξε ο Ζορμπάς θυμωμένος.
- Δεν είμαι λεύτερος ; ξαναφώναξε.
Δε μιλούσα. Να λες «Ναι!» στην ανάγκη, να μετουσιώνεις το αναπόφευκτο σε δικιά σου λεύτερη βούληση, αυτός, ίσως, είναι ο μόνος ανθρώπινος δρόμος της λύτρωσης. Το ’ξερα, και γι’ αυτό δε μιλούσα.
Ο Ζορμπάς είδε πως δεν είχα πια τίποτα να του πω, πήρε το κλουβί σιγά σιγά, να μην ξυπνήσει ο παπαγάλος, το τοποθέτησε δίπλα από το κεφάλι του και ξάπλωσε.
- Καληνύχτα, αφεντικό, είπε, φτάνει.
Ζεστός νοτιάς φυσούσε πέρα από το Μίσιρι και μέστωνε τα τζερτζεβατικά και τα φρούτα και τα στήθια της Κρήτης. Τον δέχουμουν να περεχύνεται στο μέτωπο, στα χείλια μου και στο λαιμό κι έτριζε και μεγάλωνε, σαν να ’ταν πωρικό, το μυαλό μου.
Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, δεν ήθελα. Δε συλλογίζομουν τίποτα, ένιωθα μονάχα, στη ζεστή ετούτη νυχτιά, κάτι μέσα μου, κάποιον μέσα μου, να μεστώνει. Έβλεπα, ζούσα καθαρά το καταπληχτικό ετούτο θέαμα: ν’ αλλάζω. Ότι γίνεται πάντα στα πιο σκοτεινά υπόγεια του στήθους μας, γίνουνταν τώρα φανερά, ξέσκεπα μπροστά μου. Κουκουβιστός στην άκρα της θάλασσας, παρακολουθούσα το θάμα.
Τ’ αστέρια θάμπωσαν, ο ουρανός φωτίστηκε κι απάνω στο φως χαράχτηκαν με ψιλό κοντύλι τα βουνά, τα δέντρα, οι γλάροι. Ξημέρωνε.


1 Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Ομιλία Δ΄. Ἐν Ἐφεσῳ λεχθεῖσα πρός Νεστοριον, ἠνικα κατηλθον οἱ ἑπτά πρός τήν Ἅγιαν Μαριαν, PG 77, 992B: «Χαιροις, ἡ τόν ἀχωρητον χωρησασα ἐν μήτρᾳ ἅγια παρθενική· δι’ ἤς Τριάς ἁγιάζεται· δι’ ἤς σταυρός τίμιος ὀνομάζεται, καί προσκυνεῖται εἰς πάσαν τήν οἰκουμένην…». Για τον δοξασμό της Αγίας Τριάδας εκ μέρους του ανθρώπου Βλ. Χρυσόστομου Σταμούλη, Θεοτόκος και ορθόδοξο δόγμα. Σπουδή στη διδασκαλία του Αγ. Κυρίλλου Αλεξανδρείας, εκδ. Το Παλίμψηστον, Θεσσαλονίκη 2003, σ. 233: «Συνοψίζοντας, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι η κυρίλλεια ερμηνεία της σχέσης Θεοτόκου και Εκκλησίας, ως απόλυτα χριστοκεντρική, διαφυλάσσει την ορθόδοξη περί Θεοτόκου διδασκαλία από εξάρσεις υπερτονισμού και υποτονικότητας. Παράλληλα, αναδεικνύει το πρόσωπο της Θεοτόκου ως κλειδί για την πορεία του μυστηρίου της θείας Οικονομίας και προβάλλει τη δυναμική συμμετοχή του ανθρώπινου παράγοντα που συνεργάζεται με τον προσκαλέσαντα Θεό. Η περί Θεοτόκου διδασκαλία όπως και η Εκκλησιολογία εντάσσονται στο πλαίσιο της Οικονομίας που συνδέεται άμεσα και λειτουργικά με την Τριαδολογία. Είναι ξεκάθαρο ότι για τον αλεξανδρινό, όπως και για το σύνολο των Πατέρων, η ορθόδοξη θεολογία είναι ακριαφνώς δοξολογική. Η δόξα του Θεού σημαίνει τη δόξα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Η όλη Τριάδα δοξάζει και δοξάζεται, καθώς η όλη Τριάδα ενεργεί το μυστήριο της ενανθρώπησης, του οποίου υπουργός είναι η Θεοτόκος Μαρία. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο η δοξολογική θεολογία του Κυρίλλου προϋποθέτει το πρόσωπο της Θεομήτορος, η ανύμνηση του οποίου αποτελεί ταυτόχρονη ομολογία και συνεπώς δοξασμό της Τριαδικής Θεότητας».

2 Νίκου Καζαντζάκη, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, εκδ. Καζαντζάκη, 2007, σ. 312.
3 Μάξιμου Ομολογητού, Σχόλια εἰς τό Περί θειῶν ὀνομάτων, PG 4, 308Α: «…ἀνελε γάρ ἠμων τό αὐτεξούσιον, καί οὔτε εἰκών Θεοῦ ἐσομεθα, οὔτε ψύχη λογική καί νοερά, καί τῷ ὀντι φθαρησεται ἡ φύσις, οὐκ οὖσα ἐδει αὐτήν εἶναι».
4 Μαξίμου Ομολογητού, Κεφάλαια διάφορα θεολογικά τέ καί οἰκονομικᾶ, PG 90, 1284B: «…ἕως ἄν καταποθη τῷ νομῳ τοῦ πνεύματος τελείως ὁ τῆς φύσεως νομός, καθαπερ ὑπό ζωῆς ἄπειρου, σαρκός δυστηνου θάνατος, καί πάσα δειχθῆ καθαρῶς ἡ τῆς ἀναρχουν βασιλείας εἰκών, πάσαν ἔχουσα τοῦ ἀρχέτυπου διά μιμήσεως τήν μορφήν·».
5 Νίκου Καζαντζάκη, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, εκδ. Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα 1970, σ. 16: «Αναστήθηκε ο Χριστός, μα μέσα μας είναι ακόμα σταυρωμένος απάνω στη σάρκα· ας τον αναστήσουμε και μέσα μας, αδελφοί δημογέροντες!».
6 Νίκου Καζαντζάκη, Αναφορά στον Γκρέκο, εκδ. Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα 1961, σ. 505: «Όλη ετούτη η ύλη εμποδάει το πνέμα να περάσει».
7 Ιωάννου Μαντζαρίδη, Ηθική ΙΙ, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 672: «Η ανάσταση δεν βρίσκεται μετά τον θάνατο αλλά μέσα από τον θάνατο. Ο Χριστός με τον θάνατο του νίκησε τον θάνατο και με την ανάστασή του χάρισε στον άνθρωπο την αιώνια ζωή. Ο απλός και περιεκτικός ύμνος της αναστάσεως, “Χριστός ανέστη εκ νεκρων, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος”, παρουσιάζει με απαράμιλλο τρόπο το βαθύτατο ανθρωπολογικό νόημα του θανάτου και της αναστάσεως του Χριστού. Ο θάνατος καταργείται με τον ίδιο τον θάνατο και ο διάβολος νικιέται με το ίδιο το όπλο του. Με τον τρόπο αυτόν αποκτά ο άνθρωπος τη δυνατότητα να έρθει σε κοινωνία με τον Θεό και να βρει την αληθινή ζωή».
8 Νίκου Καζαντζάκη, Οδύσσεια, εκδ. Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα 1967, Ραψωδία Κ΄, στ. 1224, σ. 370: «Ως τώρα, να, που ξάφνου το ’νιωσε πως λευτεριά ’ναι ο Χάρος!».
9 Νίκου Καζαντζάκη, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, εκδ. Καζαντζάκη, Αθήνα 2007, σ. 127.
10 Νίκου Καζαντζάκη, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, εκδ. Καζαντζάκη, Αθήνα 2007, σ. 182.
11 Νίκου Καζαντζάκη, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, εκδ. Καζαντζάκη, Αθήνα 2007, σ. 210.
12 Νίκου Καζαντζάκη, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, εκδ. Καζαντζάκη, Αθήνα 2007, σ. 239.
13 Νίκου Καζαντζάκη, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, εκδ. Καζαντζάκη, Αθήνα 2007, σ. 239.
14 Χρυσόστομου Σταμούλη, Θεοτόκος και ορθόδοξο δόγμα. Σπουδή στη διδασκαλία του Αγ. Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Θεσσαλονίκη 2003, εκδ. Το Παλίμψηστον, Θεσσαλονίκη 2003, σ. 253: «Η Θεοτόκος, λοιπόν, ως αχωρητοχώρα ή αχωρητοχωρίον του αχωρητοχωρήτου Υιού της βιώνει και συνάμα φανερώνει, πρώτη αυτή, το θαυματουργικό γεγονός, το μυστήριο του Χριστού, του σαρκωμένου Λόγου, και της Εκκλησίας».
15 Νίκου Καζαντζάκη, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, εκδ. Καζαντζάκη, Αθήνα 2007, σ. 207.
16 Εβρ. 5, 14: «Τέλειων δέ ἐστιν ἡ στερα τροφή, τῶν διά τήν ἕξιν τά αἰσθητήρια γεγυμνασμενα ἐχόντων πρός διάκρισιν κάλου τέ καί κάκου».
17 Συμεών του Νέου Θεολόγου, Λόγος Θεολογικός 2, Sources Chretiennes 122, σ. 144: «…καλόν γάρ ἀεί καί διά παντός του λόγου ἐν τοίς αὐτοις διατριβειν, ὡς ἄν δυνηθῆς τρανωθηναι τά αἰσθητήρια καί γνωναι καλῶς τά ἐν σοῖ κεκρυμμενα τῆς βασιλείας μυστήρια».
18 Νίκου Ματσούκα, Η ελληνική παράδοση στον Νίκο Καζαντζάκη, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1989, σσ. 59-60: «Το ερώτημα του Ζορμπά το κάνει η ορθόδοξη νεκρώσιμη ακολουθία, αφού πρώτα αφήσει τη θρηνητική κραυγή: “Θρηνώ καί οδύρομαι, όταν εννοήσω τόν θάνατον…”. Η ίδια θα πει πως “κόσμος κι όνειρο είναι ένα”, πως πράγματι είναι “αδικία” να χάνεται η εικόνα του Θεού –που τελικά σώζεται στη μοναδική άφθαρτη πηγή της ζωής. Ο Καζαντζάκης, και με τα ερωτήματα του Ζορμπά, δείχνει την πόρτα της Εκκλησίας, αλλά σιωπαίνοντας… Θυμίζει τους απολογητές του Χριστιανισμού που αποδείκνυαν την ορθότητα και την αναγκαιότητα της ανάστασης με το εξής σκεπτικό: δεν είναι δυνατόν ένα τέτοιο καλλιτέχνημα, η εικόνα του Θεού, να σβήνει και να χάνεται με το θάνατο σαν πυροτέχνημα. Ωστόσο, σε τούτο τον αγώνα και τον αποφατισμό του, ο Καζαντζάκης δεν μπορεί να δώσει καταφατική απάντηση, κι ίσως δεν πρέπει, δεν ταιριάζει στο κλίμα του δικού του αποφατισμού και προβληματισμού. Κι όταν δεν είναι αποφατικός, είναι πολύ προσεχτικός, μιλώντας με κάποιο σεβασμό για τα θέματα της πίστης».
19 Νίκου Ματσούκα, Η ελληνική παράδοση στον Νίκο Καζαντζάκη, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 59: «Όλοι οι ήρωες του Καζαντζάκη, και φυσικά και ο ίδιος, φοβούνται δε φοβούνται το θάνατο, “δεν υπογράφουν”· δεν μπορούν να δεχτούν ότι ένα τέτοιο καλλιτέχνημα, το ανθρώπινο πρόσωπο, χάνεται σαν πυροτέχνημα· είναι τρομερό και άδικο».
20 Γρηγορίου Θεολόγου, Επιστολή 101, PG 37, 181C.
21 Νίκου Καζαντζάκη, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, εκδ. Καζαντζάκη, Αθήνα 2007, σ. 30.
22 Νίκου Καζαντζάκη, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, εκδ. Καζαντζάκη, Αθήνα 2007, σ. 12: «Σίγουρα η καρδιά του ανθρώπου είναι ένας κλειστός λάκκος αίμα, κι άμα ανοίξει, τρέχουν να πιουν και να ζωντανέψουν όλοι οι διψασμένοι απαρηγόρητοι ίσκιοι, που ολοένα και πυκνώνουνται γύρω μας και σκοτεινιάζουν τον αγέρα. Τρέχουν να πιουν το αίμα της καρδιάς μας, γιατί ξέρουν πως άλλη ανάσταση δεν υπάρχει».
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...