Παρασκευή, 5 Νοεμβρίου 2010

Προοίμιο μιας εισαγωγής στην Ποιμαντική της νεότητας



Του πρωτ. Αντωνίου Καλλιγέρη
Δ/ντή Γραφείου Νεότητος ΙΑΑ





Εισαγωγή.

O τίτλος του κειμένου που ακολουθεί είναι προϊόν ερωτημάτων. Είμαστε έτοιμοι να μιλήσουμε για τα παιδιά μας ψύχραιμα; Είμαστε έτοιμοι να παραδεχθούμε λάθη πάρα πολύ σημαντικά; Είμαστε έτοιμοι να αναζητήσουμε τους λόγους για τους οποίους ολοένα και περισσότερο οι νέοι μας αντιδρούν βίαια; Είμαστε έτοιμοι να συζητήσουμε με προοπτική, χωρίς αφορισμούς και «ηθικούς πανικούς» την υβριστική (όπως θεωρούν μερικοί) στάση των νέων απέναντι στην Εκκλησία; Να δούμε πίσω από τις εγκυκλίους του Υπ.Παιδείας που απαγόρευσαν την είσοδο των ιερέων στα σχολεία, τις (ελάχιστες έστω) απαλλαγές από το μάθημα των θρησκευτικών ή από την προσπάθεια καταστροφής Ι.Ναών στο πρόσφατο παρελθόν από μια άλλη βαθύτερη όψη και να μάθουμε πραγματικά αν ευθύνονται για όλα αυτά η κρίση της κοινωνίας, οι ιδεοληψίες ορισμένων στελεχών του Υπ.Παιδείας ή εμείς; Συνήθως η λογική που ακολουθεί τις απαντήσεις μας σε καίρια ερωτήματα είναι η ευθύνη των άλλων, η αόρατη εκκοσμίκευση και τόσες άλλες, το ίδιο «αόρατες» υπεκφυγές. Τι γίνεται όμως με τις πολύ ορατές ευθύνες μας;
Ίσως φοβόμαστε τον πόνο (και τον κόπο) που προκαλεί μια τέτοια αναζήτηση. Είναι αδύνατο όμως, ειδικά στις ημέρες μας, να νικήσουμε την αμηχανία των αλλαγών, της αμφισβήτησης, της άρνησης πολλές φορές, αν δεν πονέσουμε.
Το κείμενο που ακολουθεί, υπηρετεί αυτή την προσπάθεια. Επιχειρεί να θέσει έμπονα ερωτήματα τα οποία θα μας βοηθήσουν να δούμε τα λάθη μας και να αντιμετωπίσουμε την αμηχανία που νιώθουμε μπροστά στους ανθρώπους μας που γοργά αλλάζουν. Δεν θα αναφερθούμε στο παρελθόν και τα λάθη τα οποία έχουν επανειλημμένα επισημανθεί από πολλούς συγγραφείς. Είναι καιρός να δούμε την κατάσταση όπως είναι σήμερα. Να καταθέσουμε προτάσεις οι οποίες θα είναι η αφορμή ενός διαλόγου ο οποίος δεν συνηθίζεται τελευταία για να καταλήξουμε σε χάραξη στρατηγικής.


1. Τι ονομάζουμε νεότητα;
Στην Ελλάδα από τη δεκαετία του ’80 άρχισαν δειλά να εμφανίζονται έρευνες και μελέτες που αφορούν το φαινόμενο «νεολαία». Η αντίστοιχη συζήτηση σε διεθνή κλίμακα είχε αρχίσει με ένταση από τη δεκαετία του ’60. Φυσικά όταν αναφερόμαστε στην έννοια «νεολαία» δεν εννούμε ένα στατικό μέγεθος με συγκεκριμένο νόημα. Αντίθετα αναφερόμαστε σε ένα μέγεθος το οποίο διαρκώς ανανεώνεται ως προς τον πληθυσμό του και διαφοροποιείται ως προς το νόημα του ανάλογα με τις κοινωνίες στις οποίες εστιάζουμε το ενδιαφέρον μας, την οικονομική τους ανάπτυξη και την ιστορική περίοδο την οποία διανύουν.
Οι κοινωνιολογικές θεωρήσεις δίνουν έμφαση στη σχέση ανάμεσα στην κατηγορία των ατόμων που διανύουν το συγκεκριμένο στάδιο της ηλικίας και το κοινωνικό τους περιβάλλον.1 «Η σχέση ανάμεσα στη νεολαία ως κοινωνική κατηγορία και την κοινωνία ως δομημένο περιβάλλον μέσα στο οποίο κατ΄ανάγκη κινούνται οι νέοι, είναι από κοινωνιολογική σκοπιά το καθοριστικό στοιχείο για τη διαμόρφωση του προφίλ προσωπικότητας των ατόμων που ανήκουν στην κατηγορία «νέοι»2. Η έννοια της «κοινωνικής κατασκευής» τελικά,επιτρέπει την εξέταση της παιδικής και της νεανικής ηλικίας σε άμεση συνάρτηση με τις εκάστοτε κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες. Με τον τρόπο αυτό ξεφεύγουμε από τις συνέπειες της αναπτυξιακής θεωρίας και της θεωρίας της κοινωνικοποίησης που επικράτησαν κατά τον 20ο αιώνα σύμφωνα με τις οποίες θεωρείται ότι το παιδί υστερεί βιολογικά και κοινωνικά και νοηματοδοτείται σε σχέση πάντα με τον ενήλικα από τον οποίο υστερεί. Έτσι το παιδί και ο έφηβος βρέθηκαν στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής, παθητικοί δέκτες των διδαγμάτων και των μηνυμάτων των ενηλίκων και αποσιωπάται η ικανότητα τους να συνδιαμορφώνουν τις κοινωνικές συνθήκες.3
Η θεώρηση αυτή πολύ λίγο έχει μελετηθεί από την ποιμαντικο-θεολογική σκοπιά η οποία μέχρι τώρα εστιάζει το ενδιαφέρον της αποκλειστικά στην ψυχολογική η οποία αντιλαμβάνεται τη νεότητα ως ηλικακή φάση. Μια περίοδο εξέλιξης από την παιδική ηλικία στην περίοδο του ενήλικα. Το μειονέκτημα της θεώρησης αυτής είναι ότι δεν έχει στο προσκήνιο της μελέτης της τη σχέση των νέων και της κοινωνικής μεταβολής. Για να γίνει περισσότερο κατανοητή η προσφυγή και στις κοινωνιολογικές θεωρήσεις αρκεί να σκεφθούμε ότι μέχρι το 1990 οι θεωρίες κοινωνικοποίησης του παιδιού θεωρούσαν αυτονόητη τη σταθερότητα του κοινωνικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ζουν και για το οποίο διαπαιδαγωγούνταν οι νέοι. Μια τέτοια παραδοχή σήμερα δεν ισχύει. Αντίθετα η μελέτη της κοινωνικοποίησης των νέων γίνεται με προϋπόθεση την κοινωνική μεταβολή. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαμορφώνει ο σημερινός νέος την προσωπικότητά του είναι4:
Ι. Η θεσμικά υπαγορευμένη υποχρέωση για εκπαίδευση
ΙΙ Η εξάρτηση από την οικογένεια τόσο σε οικονομικό επίπεδο όσο και σε κοινωνικό.
ΙΙΙ. Η τοποθέτησή της εκτός της αγοράς εργασίας ή η αναστολή του οικονομικού ρόλου του νέου με την έννοια της αναβολής της εισόδου του σε σχέσεις απασχόλησης. Εδώ παρατηρούμε μια αντίφαση η οποία πλήττει τους νέους. Ο νέος ενώ βιολογικά έχει ωριμάσει και μπορεί να αναλάβει σημαντικούς ρόλους, κοινωνικά θεωρείται μη-ώριμος. Όπως υποστηρίζει ο ίδιος ο συγγραφέας η πεμπτουσία της νεότητας ως ηλικιακής φάσης είναι αυτή ακριβώς η ασυνέχεια και το ασυντόνιστο ανάμεσα στη βιολογική και κοινωνική ωριμότητα.
Μια ανάλογου περιεχομένου επισήμανση κάνουν και οι Κογκίδου και Τσάκαλος οι οποίοι υποστηρίζουν από τη δική τους σκοπιά ότι το χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των εγχειρημάτων που αποβλέπουν στον ορισμό της νεότητας «είναι η αοριστία και η ασάφεια».5
ΙV. Η αναστολή του αναπαραγωγικού ρόλου με την έννοια της μετάθεσης του πατρικού η του μητρικού ρόλου στο μέλλον. Και σε αυτό το σημείο διαπιστώνεται η ασυνέχεια που επισημάνθηκε πιο πάνω.
v. η επιλογή της κατεύθυνσης προς την οποία θα κινηθεί η μελλοντική σταδιοδρομία, αν όχι η επιλογή του επαγγέλματος προς το οποίο θα στραφούν μελλοντικά οι προσπάθειες του νέου.
Στους παραπάνω παράγοντες θα πρέπει να προσθέσουμε και άλλους που πρέπει να ληφθούν υπόψη, όπως:
α. Η ιδεολογική πολυφωνία. Ο νέος σήμερα δε ζει σε μια κοινωνία με ενιαία αντίληψη για τη ζωή ούτε σε μια κοινωνία με μια ηθική ή έστω με παραλλαγές μιας ηθικής. Ζει σε μια κοινωνία με πολλαπλή ηθική και πολλαπλές αντιλήψεις για τη ζωή.
Β. Η πολυπολιτισμικότητα η οποία σημαίνει έκθεση σε πολλαπλούς ορισμούς της πραγματικότητας, αντιμετώπιση και εμπλοκή με το «ξένο» στην καθημερινή ζωή.
Γ. Η μόδα η οποία δεν περιορίζεται σε ένα ενδυματολογικό κώδικα. Πρόκειται για ένα ευρύτερο γεγονός στο οποίο εντάσσονται περιοχές όπως η γενικότερη εμφάνιση του νέου, η οργάνωση του ελεύθερου χρόνου, η γλώσσα, η σχέση με το άλλο φύλο κλπ
Η Ηλ.Τσελίκα6 υποστηρίζει ότι:
1.Η νεολαία αποτελεί μια κοινωνική κατηγορία η οποία όχι μόνο διαμορφώνεται ιστορικά αλλά δημιουργεί και δική της ιστορία7.
2.Ως κοινωνική και συνεπώς δομική κατηγορία δημιουργείται και καθορίζεται μέσα από τις αντιφάσεις της εκάστοτε κοινωνίας και εποχής.
3.Η εφηβεία είναι μια βιολογική διαδικασία με ορισμένα γνωρίσματα και τάσεις κοινές σε όλες τις εποχές και κοινωνίες. Όμως οι κοινωνίες αντιμετωπίζουν με διαφορετικό τρόπο θεσμικά την εφηβεία και τη νεανική ηλικία γενικότερα. Η εξέλιξη του ανθρώπου συγκρούεται στην εφηβεία με τις δομές της κατεστημένης κοινωνίας και πιο συγκεκριμένα με τους θεσμούς της οικογένειας, της εκπαίδευσης και της εργασίας.
Είναι όμως προφανές ότι η ιστορικο-κοινωνική κατασκευή της νεότητας δεν είναι αυθαίρετη και δεν μπορεί να συζητηθεί χωρίς τις βιολογικές συντεταγμένες της. Αυτό που επισημαίνουν σχεδόν όλοι οι κοινωνικοί επιστήμονες είναι ότι « Όποιος και αν είναι κατ΄αρχήν ο «αντικειμενικός» βιολογικός και ψυχοφυσιολογικός πυρήνας που βρίσκεται στο επίκεντρο των ψυχολογικών χαρακτηριστικών της, η εφηβεία ή η νεότητα (και κατ’επέκταση η ωριμότητα) ορίζονται από κριτήρια κοινωνικά, εξαρτώμενα από τις λογικές των κοινωνικών σχέσεων. Για αυτό ως νεολαία λογίζονται άλλοτε τα άτομα 16-24 ετών, άλλοτε τα 15-30 ετών κ.οκ. Για τον ίδιο λόγο τα χαρακτηριστικά που συνθέτουν τη νεανική ταυτότητα, παραλλάσουν και μεταβάλλονται.»8

2. Ποιοί είναι οι νέοι που θέλουμε να ποιμάνουμε;
Είναι σημαντικό να προχωρήσουμε πέρα από την προσπάθεια ορισμού του φαινομένου «νεότητα» από τους κοινωνικούς επιστήμονες, στη σκιαγράφηση του προφίλ του νέου ανθρώπου όπως φαίνεται από τις έρευνες και τις μελέτες των τελευταίων 5 ετών9. Με αυτόν τον τρόπο πιστεύουμε ότι θα γίνει περισσότερο κατανοητή η ταυτότητα των νέων ανθρώπων και, ιδιαίτερα, πως προσλαμβάνουν την ζωή της ορθόδοξης Εκκλησίας.
1. Τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι νέοι είναι η ανεργία, τα προσωπικά/οικονομικά προβλήματα, η ακρίβεια, η επαγγελματική αποκατάσταση, η παιδεία και οι ανθρώπινες σχέσεις, η έλλειψη ελεύθερου χρόνου, το άγχος για το μέλλον και οι σπουδές.10 Οι προβλέψεις τους είναι εξαιρετικά δυσοίωνες για θέματα όπως το επίπεδο ανεργίας, το ασφαλιστικό, το άγχος που προκαλεί η εργασία.11
2. Οι νέοι σήμερα στέκονται κριτικοί απέναντι στην πολιτική, προσβλέπουν στην οικονομία, αισθάνονται αποκλεισμένοι και αγωνιούν για την κοινωνική τους ένταξη,υιοθετούν μια χρησιμοθηρική σχεδόν «αντιπνευματική στάση απέναντι στον πολιτισμό και στην εκπαίδευση.12
Η δυσαρέσκεια και η δυσπιστία απέναντι στους πολιτικούς και στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα δεν σημαίνει ότι οι απαξιώνουν την πολιτική και δεν ενδιαφέρονται για αυτή. Όπως έχει αποδειχθεί και από τα αποτελέσματα των ερευνών που δημοσιεύτηκαν πριν από το 2005 η στάση των νέων παραμένει διαχρονικά επικριτική.13
3. Ο τύπος της μοναξιάς που περιγράφουν στις απαντήσεις τους είναι ακαθόριστος. Μοιάζει με μια «μορφή διάχυτου υπαρξιακού άγχους το οποίο σχετίζεται με την αίσθηση του αβέβαιου μέλλοντος που βρίσκεται μπροστά τους και το έλλειμμα της ελπίδας το οποίο βιώνουν.14
4. Ενδιαφέρουσα είναι η παρατήρηση των ερευνητών οι οποίοι επισημάνουν ότι οι νέοι «φαίνεται να επιζητούν την άρση του χάσματος μεταξύ ατόμου και κοινωνίας μέσα από την ανάπτυξη ευρύτερων αλλα οικείων και εξατομικευμένων δικτύων επικοινωνίας, παρά απρόσωπων και άκαμπτων κοινωνικών σχέσεων. Η πρόταξη «του συλλογικού» περισσότερο με πρακτικούς και βιωματικούς όρους παρά με αφηρημένους και προγραμματικούς υποδηλώνει μια νέα εν δυνάμει σχέση ανάμεσα στις πρακτικές του προσωπικού και εκείνου του δημόσιου χώρου»15
3. Στοιχεία για τη θρησκευτικότητα των νέων
Ο τρόπος με τον οποίο οι νέοι εκδηλώνουν την πίστη τους δεν είναι δυνατό να διαφοροποιείται από την έκφραση της θρησκευτικότητας των ενηλίκων. Τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότεροι ερευνητές εργάζονται σε αυτό το πεδίο με πολύ σημαντικά για την ποιμαντική μας πράξη ευρήμματα16.
Το πρώτο στοιχείο που επισημαίνουν είναι η εξασθένιση των θεσμικών ρυθμίσεων της θρησκείας με παράλληλη άνθηση της θρησκευτικότητας17. Εδώ παρατηρούμε μια αντίφαση ενώ παρατηρείται σε ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού να θρησκεύει, η άσκηση της θρησκευτικότητας αυτής δεν εξελίσσεται στο δημόσιο χώρο αλλά στον ιδιωτικό. Επικρατεί σαν τάση η εξατομίκευση και υποκειμενοποίηση του θρησκευτικού συναισθήματος. Do it yourself, είναι η τάση που κυριαρχεί είτε στην αναζήτηση θρησκείας είτε στην αναζήτηση της σωτηρίας. Ο μετανεωτερικός άνθρωπος φτιάχνει μόνος του τη θρησκευτική τους ταυτότητα, επιθυμεί να βιώσει μια μορφή σοφίας η οποία θα του χαρίσει ευτυχία και ευημερία.
Η εξατομικευμένη πίστη φυσικά δεν τον οδηγεί στην Εκκλησία, έστω και αν εισέρχεται ατο Ναό. Πρόκειται για μια θρησκευτικότητα η οποία δεν έχει Εκκλησία. Για μια πίστη η οποία δεν επιθυμεί να ανήκει. Ενώ δεν αποκλείονται παραλλαγές της ίδιας ρίζας θρησκευτικότητας οι οποίες έχουν «κοινότητες» αλλά δεν έχουν συγκεκριμένο Θεό. Yποχωρεί η αυθεντία και επικεντρώνεται, ο πιστός, στη χρησιμότητα. Άρα η πίστη μετατρέπεται σε κάτι που φυλάσσεται για ώρα ανάγκης λόγω της «δυνάμει χρησιμότητάς» της. Βιώνουμε τη ρήξη της σχέσης ανάμεσα στην πίστη και στην κοινότητα με την παράλληλη ανάπτυξη της σχέσης καταναλωτή και αγοράς στο χώρο της θρησκείας!
Τα παραπάνω μπορούν να μας οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι οι «θρήσκοι» πιστοί αν και διακηρύσσουν ως πίστη τους την πίστη της Εκκλησίας μας στη πράξη να τη βιώνουν με τους όρους που περιγράψαμε.
Ανάλογες τάσεις διαπιστώνουμε και στο χώρο της νεολαίας.
Το 81% των νέων δηλώνει πως πιστεύει στο Θεό. Ενώ το 56% δηλώνει ότι «σκέπτεται πολύ συχνά για το νόημα και τον σκοπό της ζωής»18. Παρόλα αυτά στη συνείδησή τους σαν κοινωνική αξία η θρησκεία είναι τελευταία.19Δηλώνουν ότι πιστεύουν αλλά δεν είναι «θρήσκοι» εννοώντας ότι δεν ακολουθούν «τα τυπικά»20.
Από τα ποσοτικά και τα ποιοτικά στοιχεία της έρευνας της ομάδας του καθηγητή Ν.Δεμερτζήδιαπιστώνεται ότι η πλειοψηφία των νέων «δείχνουν την ανάγκη να πιστεύουν τους κρατά σε μια χαλαρή (αλλά σταθερή) σχέση με ορισμένες εκκλησιαστικές πρακτικές η οποία εκφράζεται μέσω του σποραδικού εκκλησιασμού ή της νηστείας με ένα τρόπο που δείχνει περισσότερο μια ανάγκη «να τα εχουν καλά με το Θεό» παρά μια εγγενή επιθυμία κατάνυξης και συνομιλίας μαζί Του»21
Έτσι είναι εύκολο να αντιληφθούμε τις αντιφάσεις που παρατηρούμε στην έκφραση της θρησκευτικότητας22 των νέων. Νέοι να μην πιστεύουν αλλά να πηγαίνουν στην Εκκλησία για να «ανάψουν ένα κερί» ή να εκκλησιάζονται τις μεγάλες γιορτές και νέοι να υποστηρίζουν ότι πιστεύουν αλλά να μην πηγαίνουν καθόλου στην Εκκλησία.
Τέλος πρέπει να υπογραμμίσουμε δυο ακόμα σπουδαία κατά την άποψή μας, εύρηματα της έρευνας. Το πρώτο συνδέεται με την απάντηση στο ερώτημα για την πίστη τους στην Ανάσταση των νεκρών.
Το 44% των νέων που συμμετείχαν στα ερωτήματα της έρευνας δηλώνουν ότι δεν πιστεύουν στην Ανάσταση των νεκρών, ενώ 19% δεν απάντησαν. Το στοιχείο αυτό προκαλεί πολλά ερωτηματικά σχετικά με την αποτελεσματικότητα των στόχων της ποιμαντικής μας διακονίας.
Το δεύτερο σημαντικό στοιχείο είναι «η στατιστική διαφοροποίηση που παρατηρήθηκε ανάμεσα στη συχνότητα εκκλησιασμού και την πίστη στην Ανάσταση των νεκρών. Όσο μειώνεται η συχνότητα εκκλησιασμού τόσο αυξάνει η δυσπιστία ή/ και η άγνοια γύρω από την ανάσταση των νεκρών.23
4. Οι πρακτικές δυσκολίες ή οι πειρασμοί που αντιμετωπίζουμε στο πεδίο της ποιμαντικής της νεότητας.
Η ποιμαντική των νέων δεν είναι καθόλου εύκολος χώρος άσκησης της διακονίας μας. Απαιτεί πάρα πολύ κόπο, γνησιότητα, συμμετοχή, μελέτη, χρήματα από την πλευρά των ενηλίκων κληρικών και λαϊκών. Απαιτεί πάρα πολύ χρόνο. Πολύ συχνά ο κληρικός αμφισβητείται από τους νέους κάτι που είναι φυσιολογικό από τη στιγμή που τον εμπιστεύονται. Χρειάζεται όμως ψυχραιμία, χιούμορ, ευρυμάθεια και ανοικτή καρδιά για να θεμελιωθούν οι γέφυρες επικοινωνίας. Παρά τις απαιτήσεις ακόμα δεν έχουμε συζητήσει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε. Μερικές από αυτές είναι:
1. Οι ενήλικες διατηρούν μια αμφιθυμική στάση απέναντι στην πολιτισμική κατηγορία της εφηβείας την οποία αντιλαμβάνονται ταυτόχρονα ως «απειλούμενη» και «απειλητική»24.
2. Πολλοί από τους κληρικούς αλλά και από τους λαϊκούς υποκείπτουν στο πειρασμό των γρήγορων αποτελεσμάτων ή των μεγάλων αριθμών. Στην πράξη όμως τέτοια στόχευση αποδεικνύεται ουτοπική.
3. Όπως προαναφέραμε δεν υπάρχει άμεση ανταπόκριση στις προσπάθειές μας και παράλληλα απαιτείται πολύς κόπος κάτι που είναι δύσκολο για κάθε ενήλικα να το αντέξει.
4. Οι ενορίες μας στην πλειοψηφία τους δεν συνεργάζονται μεταξύ τους. Δεν συνεργάζονται επίσης με την τοπική κοινότητα και όπως είναι επόμενο δεν συνεργάζονται ούτε με τις κεντρικές υπηρεσίες της Μητροπόλεως.
5. Ο νέος δύσκολα πείθεται, πολύ εύκολα αμφισβητεί και πολλές φορές κατακρίνει.
6. Εκτός από το χρόνο και την αφιέρωσή μας απαιτεί η διακονία μας από τον ιερέα συνεχή κατάρτιση.
7. Η περιθωριοποίηση είναι ένα αίσθημα που ιερείς, κατηχητές και στελέχη του νεανικού έργου το αισθάνονται πολύ συχνά. Ο λόγος είναι απλός η ποιμαντική της νεότητας είναι ο περισσότερο υποβαθμισμένος τομέας στην αντίληψη κληρικών και λαϊκών. Βασικός πυρήνας της υποβάθμισης αυτής είναι λογική «οι νέοι δεν έχουν ανάγκη» Με αποτέλεσμα οι κατηχητικές συνάξεις να στεγάζονται σε πολύ άσχημες συνθήκες, τα παιδιά να εξορίζονται από το Ναό, διότι «ενοχλούν» τους μεγάλους, χρήματα δεν δίνονται διότι δεν είναι στις προτεραιότητες της διακονίας των Μητροπόλεων και των Ενοριών τους. Συχνά τη διακονία αυτή την αναλαμβάνουν ιερείς που δεν έχουν καταρτιστεί, άλλοι δεν την επιθυμούν και άλλοι «υποχρεωτικά» διότι δεν υπάρχει άλλος25.
8. Πρέπει να σταθούμε ιδιαίτερα στην αλλοίωση της έννοιας «φιλανθρωπία» η οποία σήμερα κατανοείται από κληρικούς και λαϊκούς ως οίκτος. Η κατανόηση αυτή εμποδίζει να ξεχωρίσουμε τη δυναμική των εννοιών «πρόληψη» και «θεραπεία».
Δυστυχώς η λογική των χορηγιών ακόμα και του σχεδιασμού της κοινωνικής πρόνοιας της Εκκλησίας μας βασίζεται «στον οίκτο». Το αποτέλεσμα είναι να στοχεύουμε στη θεραπεία των προβλημάτων και όχι στην πρόληψή τους. Λησμονώντας ότι η αξία των υπηρεσιών θεραπείας είναι 7πλάσια ακριβότερος από τις υπηρεσίες πρόληψης. Επειδή ο κατευθυντήριος άξονας είναι ακόμα η «θεραπεία» δεν προσφέρονται, ούτε δαπανόνται χρήματα για το σχεδιασμό και την οργάνωση υπηρεσιών για υγιής νέους. Κατανούμε το πρόβλημα μόλις ο υγιής νέος προκαλέσει τα αισθήματα οίκτου.
Αναρωτιέμαι πρέπει να δούμε ένα νέο σε οικτρή κατάσταση για να αντιληφθούμε τις ευθύνες μας;
9. Αν μελετήσουμε κριτικά την οργάνωση (διοίκηση, θεσμικό πλαίσιο, σχεδιασμό, στρατηγικές) της κοινωνικής πρόνοιας της Εκκλησίας μας θα διαπιστώσουμε ότι κινείται σύμφωνα με τις θεωρίες του Κράτους πρόνοιας που επικρατούσαν μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα και σήμερα είναι όλες ξεπερασμένες. Αυτό βέβαια δεν μειώνει το εύρος και την ποιότητα της φιλανθρωπικής προσπάθειας της. Υπογραμμίζει μόνο την πολύ μεγάλη δυσκολία να αναγνωρίσει τις νέες ανάγκες που δημιουργούνται από την κοινωνική μεταβολή και φυσικά να τις αντιμετωπίσει με τις κατάλληλες μεθόδους οι οποίες αν δεν είναι άγνωστες σίγουρα δεν είναι εξοικειωμένη με αυτές. Στο πλαίσιο αυτό είναι φυσικό ένα μεγάλο μέρος των εκκλησιαστικών οργανισμών πρόνοιας να μην αναγνωρίζει και να μην αντιμετωπίζει τις ανάγκες των νέων ανθρώπων.
10. Εξαιτίας των προηγουμένων δεν υπάρχουν υπηρεσίες ή θεσμοί που να αφορούν νέους. Όταν αυτοί τους συναντήσουμε τότε διαπιστώνουμε την έλλειψη προσωπικού εξειδικευμένου επιστημονικά αλλά και ειδικά καταρτισμένου για εργασία με νέους.
11. Τέλος ο σχεδιασμός και η οργάνωση νεανικών υποδομών δεν στηρίζονται στη συνέχεια. Δεν έχουν μεγάλο χρονικό ορίζοντα διότι βασίζονται στον ενθουσιασμό του ενός εμπνέεται.
5.Προτάσεις

1. Βασικός άξονας των προσπαθειών μας πρέπει να είναι η αλλαγή τρόπου σκέψης σχεδιασμού και οργάνωσης της ποιμαντικής διακονίας. Αυτό σημαίνει ότι:
Ι) Πρέπει να καταλάβουμε ότι ο νέος δεν είναι υπο εκκόλαψη ενήλικας. Ούτε καταναλωτής θρησκευτικής ευσέβειας. Αλλά ενεργός πιστός. Ενεργό μέλος της ενορίας του. Μια από τις συνέπειες αυτής της αλλαγής είναι ότι πρέπει να σεβαστούμε τη φωνή του. Επομένως πρέπει να σχεδιαστούν θεσμοί στους οποίους θα μπορεί να δραστηριοποιείται και να ακούγεται ο λόγος του. Τέτοιος θεσμός είναι η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΩΝ ΕΦΗΒΩΝ που οργανώνεται από τη Συνοδική Επιτροπή Χριστ.Αγωγής της Νεότητος 2-5 Σεπτεμβρίου 2010.
Πρέπει ακόμα οι έφηβοι να συμμετέχουν στην διοίκηση αλλά και στην οργάνωση των νεανικών συντροφιών στις οποίες μετέχουν. Να δημιουργηθούν Επιτροπές Νεότητας τις οποίες θα συγκροτούν εκπρόσωποι από τις νεανικές συντροφιές, των φοιτητών και από τους γονείς των παιδιών που μετέχουν στις ενοριακές δραστηριότητες. Θα φανεί ουτοπικό, αλλά γιατί ένας νέος/α να συμμετέχει στα διοικητικά όργανα της Ενορίας του ή της Μητροπόλεώς του; Μερικοί θα σκεφθούν ότι αυτά δεν γίνονται. ΑΝ πραγματικά θέλουμε τους νέους κοντά μας πρέπει να τους δώσουμε χώρο έκφρασης ακόμα και σε αυτά τα όργανα.
ΙΙ) Πρέπει να μας απασχολήσει η Κατηχητική διακονία στην οποία δεν δίνεται η σημασία που αναλογεί. Να θέσουμε ερωτήσεις. Τι σημαίνει άραγε η φράση τα κατηχητικά έχουν κρίση; Μήπως έτσι προσπαθούμε να δικαιολογήσουμε την αδυναμία μας; Την έλλειψη αφιέρωσης Ή μια αναζήτηση ενός νέου τρόπου προσέγγισης της κατήχησης των νέων ανθρώπων; Πιστεύουμε ότι δεν έχει κρίση το περιεχόμενο της κατήχησης αλλά η μέθοδος, ο τρόπος. Πρέπει να παραδεχθούμε ότι ο θεσμός των κατηχητικών σχολείων, των κατηχητών που αγωνίζονται να διαβάσουν δυο σελίδες κείμενο για να το μεταφέρουν στα παιδιά ως γνώσης έχει καταρρεύσει. Είναι επομένως σημαντικό να το παραδεχθούμε και να αναζητήσουμε ένα νέο μοντέλο κατήχησης των παιδιών και των εφήβων.
Σε αυτό η κατήχηση δεν θα είναι σχολείο26. Δεν θα αρχίζει τον Οκτώβριο και θα τελειώνει τον Μαϊο ή όσο νωρίτερα γίνεται, όπως συνηθίζεται. Δεν θα υπάρχει αποφοίτηση. Δεν θα ασκούμε Κατήχηση του ενός εγχειριδίου αγνόωντας την έκρηξη των εκδόσεων θεολογικών βιβλίων.
Αυτή το μοντέλο Κατήχησης απαιτεί παιδαγωγούς όχι μεταφορείς θρησκευτικών γνώσεων οι οποίοι εκτός από κάποια προσωπικά τους διαβάσματα δεν έχουν εκπαιδευτεί ή επιμορφωθεί ποτέ. Η ευθύνη δεν ανήκει στους συνεργάτες μας. Νέα παιδιά οι περισσότεροι κάνουν παρά τις ελλείψεις τους πολύ μεγάλη προσπάθεια να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του έργου που αναλαμβάνουν. Η ευθύνη ανήκει σε εμάς που κλείνουμε τα μάτια μπροστά στις ανάγκες που υπάρχουν.
2. Ίσως είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της Εκκλησίας μας, κατά την άποψή μας, το πρόσωπο του κληρικού-ποιμένα όσο και τα πρόσωπα των συνεργατών του27 έχουν τόση μεγάλη σημασία. Ο κληρικός της εποχής μας είναι αναγκαίο να αφιερώνεται και να δεσμεύεται. Να προσφέρει χρόνο. Με τη ζωή του και την παρουσία του να υπερβαίνει και να αναιρεί το πρότυπο της εποχής του.
Έχει διαπιστωθεί ότι « η απουσία ενός σταθερού σημείου αναφοράς στο παρόν, όσο και για το μέλλον ενισχύει τη βίωση της διακινδύνευσης τόσο ως αποτυχίας ταύτισης του εαυτού με το κοινωνικό γίγνεσθαι, όσο και ως προσπάθειας διαχείρισης και υπέρβασης της ιδιαίτερα ρευστής κοινωνικής ζωής αλλά και όσων δομικών εμποδίων επιμένουν»28 Η θέση αυτή νομίζουμε ότι καταδεικνύει τη σπουδαιότητα της ποιμαντικής μας διακονίας στο επίπεδο των προσώπων στο παροντικό επίπεδο και της πίστης στο Χριστό και στην Εκκλησία Του στο μελλοντικό, ως σταθερά σημεία αναφοράς.
3. Είναι αναγκαία η μελέτη της νεότητας. Μέχρι σήμερα οι λεγόμενες νεανικές σπουδές29 στην εκκλησιαστική πραγματικότητα είναι άγνωστες. Είναι αναγκαίο λοιπόν να ανιχνεύσουμε αυτό το πεδίο όσο περισσότερο σύντομα γίνεται. Εάν σε αυτή την ανάγκη προσθέσουμε και την σπουδή στην Κατήχηση η οποία είναι πλημμελής καθώς και την ανάγκη κατάρτησης των στλεχών μας στην προβληματική της ποιμαντικής διακονίας τότε πρέπει να δοθεί έμφαση εκπαιδευτική. Απαιτείται η μετεξέλιξη, η αναμόρφωση του Φροντιστηρίου Υποψηφίων και Επιμόρφωσης Κατηχητών σε ένα νέο οργανισμό στον οποίο θα περιληφθούν και οι ανάγκες της έρευνας και της σπουδής της νεότητας.
4. Πρέπει να αναμορφωθεί η Συνοδική Επιτροπή Χριστιανικής Αγωγής της Νεότητας και να μετεξελιχθεί σε ένα κεντρικό οργανισμό ο οποίος θα μελετά, θα σχεδιάζει, θα οργανώνει την ποιμαντική διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος. Οι απαιτήσεις της εποχής έχουν ξεπεράσει κατά πολύ τις ικανότητες του ενός προσώπου και πρέπει να οργανωθεί σε άλλη βάση η οποία να ανταποκρίνεται στο πλαίσιο που θέτει ο 21ος αιώνας.
5. Σε κάθε Μητρόπολη είναι αναγκαία η οργάνωση ενός Γραφείου Νεότητος με κατάλληλα εκπαιδευμένα στελέχη, κληρικούς και λαϊκούς, προκειμένου να υποστηρίξουν τις προσπάθειες των ενοριών. Αυτά τα Γραφεία πρέπει να αποτελέσουν ένα δίκτυο εντός του οποίου και με τη βοήθεια της ανανεωμένης Συνοδικής Επιτροπής Χρ.Αγωγής της Νεότητας θα εργάζονται από κοινού ανταλάσσοντας την εμπειρία τους, τις ιδέες τους, τους προβληματισμούς τους.30
6. Η κατηχητική προσπάθεια πρέπει να αλλάξει χρονικό κέντρο. Οι προσπάθειές μας πρέπει να προσανατολιστούν στο καλοκαίρι και στις περιόδους των διακοπών και όχι το χειμώνα. Είναι ακατανόητο να μην αντιλαμβανόμαστε ότι τα παιδιά και οι έφηβοι δεν έχουν ελεύθερο χρόνο τη διάρκεια του χειμώνα. Αυτό βεβαίως δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να μην έχουμε ανοικτά τα πνευματικά κέντρα, όπου αυτά υπάρχουν κατά τη διάρκειά του. Ο στόχος μας είναι οι διακοπές εκεί που θα βρούμε ελεύθερο χρόνο. Δυστυχώς εμείς κλείνουμε τις πόρτες, όταν εκείνες πρέπει να είναι ανοικτές.
7. Παράλληλα πρέπει να δοθεί έμφαση στην εκπαίδευση των κατηχητών καθώς και σε προγράμματα ανταλλαγων και διημερεύσεων
8. Πρέπει να δοθεί ακόμα μεγαλύτερη έμφαση στις κατασκηνώσεις.
9. Στην Ι.Αρχιεπισκοπή δοκιμάζεται τα τελευταία δυο χρόνια ο θεσμός της κατασκήνωσης στην πόλη. Πρόκειται για μια μορφή κατασκηνωτικού προγράμματος το οποίο εξελίσσεται μέσα στην πόλη με την απαραίτητη συνεργασία δύο ή τριών ενοριών.
10. Είναι σημαντική η προσπάθεια πολλών Μητροπόλεων, Ενοριών να δημιουργήσουν και να στηρίξουν μια ηλεκτρονική σελίδα.
11. Χρειαζόμαστε το σχεδιασμό και την οργάνωση Υπηρεσιών για νέους οι οποίες θα εργάζονται μεθοδικά στο χώρο των νέων
Κλείνοντας πιστεύουμε ότι περισσότερο από κάθε άλλη φορά πρέπει η ποιμαντική πράξη να στηριχθεί στη λογική του Σπορέως και του καλού Ποιμένα
Πως θα βιωθεί η έννοια της αιωνιότητας ή του λειτουργικού χρόνου που ζει η Εκκλησία μας από το σύγχρονο άνθρωπο όταν ο κληρικός δεν ζει πέρα από την αίσθηση του στιγμιαίου ή του επείγοντος στην καθημερινή ποιμαντική πράξη;
Έχουμε την αίσθηση πως η αποστολή και το μαρτύριο των σύγχρονων χριστιανών είναι ο αγώνας για την υπέρβαση του στιγμιαίου χρόνου, η σταθερότητα των διαπροσωπικών σχέσεων και η αφιέρωσή του σε ένα και μοναδικό πρόσωπο. Με λίγα λόγια η έμπρακτη άρνηση του προτύπου της σύγχρονης υπερνεωτερικής κοινωνίας. Επομένως μας χρειάζεται θεολογία και ποιμαντική οι οποίες να αποτελούν το θεμέλιο των αγώνων των πιστών. Κατηχητική προσπάθεια η οποία θα τους ετοιμάζει.Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να εργαζόμαστε στις ενορίες μας με συνέπεια χωρίς να ενδίδουμε στην πίεση των γρήγορων αποτελεσμάτων και των μεγάλων αριθμών. Η αποτελεσματικότητα ενός ιερέως δεν πρέπει να μετριέται με την λογική της αποδοτικότητας που εισάγει η σύγχρονη οικονομία. Πολύ περισσότερο αυτό ισχύει στην ποιμαντική της νεότητας.

1 Τα τελευταία χρόνια αυξάνει η ελληνική βιβλιογραφία που ερευνά τη νεότητα ως κοινωνική κατηγορία. Ενδεικτικά βλ.Α.Γκότοβου Νεολαία και κοινωνική μεταβολή, εκδ.Gutenberg, Aθήνα 1996,Δήμητρα Κογκίδου (επιμ) Νεολαία και Πολιτική, εκδ.Επίκεντρο, Αθήνα 2005
2 Α.Γκότοβου Νεολαία και κοινωνική μεταβολή, εκδ.Gutenberg, Aθήνα 1996, σελ 22
3 Βλ. Α.Χαϊρπάρογλου Έφηβοι σε ρήξη με το νόμο, Εκδ. Nissos academic publishing Αθήνα 2010 σελ 29
4 Α.Γκότοβου Νεολαία και κοινωνική μεταβολή, οππ σελ 33
5 Βλ Κογκίδου –Τσάκαλος οππ. σελ 22
6 Ηλ.Τσελίκα Νεολαία και κοινωνική δυναμική, εκδ.Οδυσσέας Αθήνα 1991,σελ83
7 Πρβλ Βασίλη Κουλαϊδή και Κώστα Δημόπουλου (επιμ) Ελληνική Νεολαία, όψεις κατακερματισμούεκδ.Μεταίχμιο, Αθήνα 2005 και Ν.Δεμερτζή( και άλλων) Νεολαία ο αστάθμητος παράγοντας; Εκδ.Πολύτροπον Αθήνα 2008
8 Βλ.Ν.Δεμερτζής οππ σελ 38
9 Βλ το άρθρο του Στέφανου Κουμαρόπουλου «Η αξιοποίηση στη διαποίμανση αποτελεσμάτων εμπειρικών ερευνών» στο οποίο αναφέρονται οι προϋποθέσεις,τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία μπορούμε να κρίνουμε την αξιοπιστία μιας έρευνας, αλλά και τη χρήση των αποτελεσμάτων της.
10 Βλ. Ν.Δεμερτζή( και άλλων) Νεολαία ο αστάθμητος παράγοντας; Εκδ.Πολύτροπον Αθήνα 2008,σελ 104. Το βιβλίο αυτό είναι καρπός της έρευνας που πραγματοποίησε το Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Εφαρμοσμένης Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αθηνών με τη χρηματοδότηση της Γ.Γραμματείας Ν.Γενιάς.
11 Βασίλη Κουλαϊδή και Κώστα Δημόπουλου (επιμ) Ελληνική Νεολαία, όψεις κατακερματισμού εκδ.Μεταίχμιο, Αθήνα 2005,σελ90 κ.εξ
12 Βασίλη Κουλαϊδή και Κώστα Δημόπουλου οππ,σελ 159
13 Πρβλ Γ.Γ.Ν.Γ/Ινστιτούτο VPRC, Οι νέοι του καιρού μας. Αξίες και αντιλήψεις της ελληνικής νεολαίας (1997-1999), εκδ.Παπαζήσης, Αθήνα 2000
14 Ν.Δεμερτζή οππ.σελ143
15 Ν.Δεμερτζή οππ.σελ150
16 Βλ. Βασιλικής Γεωργιάδου και Ηλία Νικολακόπουλου «Εκκλησιασμός, Θρησκευτικότητα, και προσευχή: «Μια ασύμπτωτη σχέση» στο Πολιτική, Κοινωνία, Πολίτες , εκδ.ΕΚΚΕ, Αθήνα 2007 σσ127-148 και «Τύποι θρησκευτικής δέσμευσης, εκκλησιαστική πρακτική και πολιτικές προτιμήσεις» στο Θρησκείες και πολιτική στη νεωτερικότητα, εκδ.Κριτική, Αθήνα 2002, σελ254 κ.εξ
17 Πρβλ την ανάλυση του Jean-Paul Willaime βιβλίο του Κοινωνιολογία των θρησκειών, μτφ. Α. Καραστάθη, εκδ.Ινστιτούτο βιβλίου Α.Καρδαμίτσα Αθήνα 2004
18 Ν.Δεμερτζής οππσελ122
19 βαθμολογήθηκε με 7,8 στη δεκάβαθμη κλίμακα, Ν.Δεμερτζής οππ σελ 111
20 Ν.Δεμερτζής οππ σελ119
21 Ν.Δεμερτζής οππ σελ121
22 Επιμένουμε στο όρο «θρησκευτικότητα» των νέων διότι σύμφωνα με όσα αναφέραμε σε αυτό το στάδιο βρίσκονται σε αυτό το στάδιο. Για να εκφράσουμε με εικόνα τη σκέψη μας, οι νέοι μας αν και βαπτισμένοι βρίσκονται στο Νάρθηκα των Ναών μας, είναι κατηχούμενοι αλλά όχι ακόμα συνειδητα πιστοί. Πρόβλημα που πρέπει να αποτελέσει τον πυρήνα της διακονίας μας.
23 Ν.Δεμερτζής οππ σελ117
24 Α.Χαϊρπάρογλου Έφηβοι σε ρήξη με το νόμο, οππ.σελ283
25 Υπάρχουν πολλά στοιχεία που αποδεικνύουν την αλήθεια των θέσεών μας αλλά η παράθεσή τους θα μάκραινε πολύ το κείμενο. Αν και αντιλαμβάνομαι ότι δεν χρειάζεται αφού όλοι γνωρίζουμε πολύ καλά την πραγματικότητα
26 Για περισσότερα βλ. π.Αντωνίου Καλλιγέρη « Αφού πάντα κάνεις πίσω για ένα σίγουρο παρόν...» Σχόλια για την κρίση της κατήχησης σήμερα, στο περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ, τ109, Ιανουάριος-Μάρτιος 2009, σσ59-64.
27 Ο μακαριστός δάσκαλός μας, ο π.Μιχαήλ Καρδαμάκης σχεδόν σε όλη την εργογραφία του τόνισε πάρα πολύ τη σημασία της σχέσεως Θεολογίας και Ιερωσύνης, Ποιμαντικής και Θεολογίας.
28 Δεμερτζής οππ σελ 44
29 Βλ Ν.Δεμερτζή οππ σελ και το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο της ανθρωπολόγου Α. Χαϊρπάρογλου Έφηβοι σε ρήξη με το νόμο, εκδ nissos academic publishing, Αθήνα 2010
30 Οργανωτικά αυτό εφαρμόζεται στα Συμπόσια της Επιτροπής για τη Λειτουργική Ανανέωση και στις Πανορθόδοξες Συνδιασκέψεις της Συν.Επιτροπής κατά των Αιρέσεων

( Δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο περιοδικό "Θεολογία" με αφιέρωμα "Ζητήματα Ποιμαντικής Θεολογίας", τεύχος 2/2010 σσ.179-195)


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...