Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

π.Βασίλειος Θερμός:Η αναξιοκρατία των πανεπιστημίων μας


Κυκλοφόρησε το βιβλίο του π. Βασιλείου Θερμού «Έθνος-σκαντζόχοιρος». Στη φωτογραφία στιγμιότυπο από την εκδήλωση στον Αρμό. Διακρίνονται οι Θάνος Λίποβατς, ο συγγραφέας, Χαρίδημος Τσούκας, Πάνος Νικολόπουλος. Ακολουθεί απόσπασμα (από το www.antifono.gr).

Άραγε, η καθολικά καταδικαζόμενη αναξιοκρατία, ως φαινόμενο υποκρύπτει ανικανότητα κρίσης ή δόλο; Πηγάζει από την αδυναμία κάποιων να κρίνουν ορθά τα κατάλληλα για κάποια θέση πρόσωπα ή από κρυφά και φανερά συμφέροντα;
Προφανώς οι άνθρωποι κάνουμε λάθη στην κρίση μας. Είναι αναπόφευκτο οι επιλογές μας να είναι κάποτε εσφαλμένες ακόμη και όταν πράττουμε με την αγαθότερη συνείδηση. Αλλά αυτό δεν είναι αναξιο-κρατία.


Η λέξη που επινόησε η γλώσσα μας για να περιγράψει το φαινόμενο μιλά για κατάσταση. Αναφέρεται σε καθεστώς που δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά έχει μεταβληθή σε κανόνα, κρατεί. Επι-κρατούν οι ανάξιοι, οι ακατάλληλοι. Στο νεοελληνικό δημόσιο λόγο ειδικά έχει συνδεθή συνειρμικά με άλλους συναφείς όρους όπως η φαυλοκρατία, η ευνοιοκρατία, η κομματοκρατία κ.ο.κ. Όλοι τους θλιβερές αποχρώσεις μιας νοσηρής κατάστασης που διέπει τον δημόσιο βιο μας.


Ένα τέτοιο εγκατεστημένο πλέον καθεστώς φυσικά δεν είναι δυνατό να αποτελεί προϊόν μεμονωμένων λαθών. Μόνο τα εκ συστήματος δόλια κίνητρα έχουν τη δύναμη να προσδώσουν στο λάθος ισχύ και έκταση. Και όταν μιλούμε για δόλο τον νοούμε διασταλτικά. Δεν περιλαμβάνει μόνο όποιους λαμβάνουν την πρωτοβουλία των κινήσεων αλλά και όσους υποκύπτουν από φόβο ή συμφέρον. Με ελαφρυντικά μεν αυτός, αλλά δόλος.


Αποφάσισα λοιπόν να μετατρέψω την προσωπική μου εμπειρία σε ευκαιρία προβληματισμού για τον δημόσιο βίο μας. Είμαι ευγνώμων στον διαπρεπή καθηγητή κ. Χαρίδημο Τσούκα, ο οποίος με την εισαγωγή του δέχθηκε να προσθέσει έναν ακόμη κρίκο στην λαμπρή αλυσίδα των αφυπνιστικών και εξυγιαντικών δημόσιων παρεμβάσεών του.
Κοινή εμπειρία και διαπίστωση αποτελεί η καχεξία της θεσμικής συνείδησης στον τόπο μας, τόσο στόν λαό όσο και στους ηγέτες του. Διερευνώντας προσεκτικά πλήθος πτυχών της δημόσιας ζωής θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι αυτή ευθύνεται για όλες τις μορφές της κακοδαιμονίας της (ατομικισμός, ανομία, αυθαιρεσία, ατιμωρησία, διαφθορά, κομματοκρατία, ανυπαρξία κοινωνίας πολιτών). Φυσικα και για την οικονομική κρίση αφού όλα αυτά την γεννούν.
Τι σημαίνει όμως θεσμική συνείδηση; Χωρίς κάποια εξειδίκευση θά έλεγα ότι αναφέρεται στην νοοτροπία και στις στάσεις εκείνες των πολιτών που επιτρέπουν στους θεσμούς να λειτουργούν σχετικά απρόσκοπτα και να εκπληρώνουν την αποστολη τους, ανεξάρτητα από πολιτικές μεταβολές και από τις διαθέσεις των προσώπων.
Εξ αιτίας της απουσίας της στον τόπο μας παρατηρείται το φαινόμενο κάθε καλή προσπάθεια που αναπτύσσεται να καταντά προσωποπαγής, δηλαδή να εκλείπει το κίνητρο της συνέχειάς της όταν για οποιοδήποτε λόγο τα πρόσωπα αλλάξουν. Το έργο δηλαδή είναι τόσο στενά συνδεδεμένο με το πρόσωπο ώστε όταν εκλείψει το πρόσωπο δεν υπάρχει κίνητρο να συνεχιστή το έργο! Χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ αποτελεί η δημόσια διοίκηση της χώρας μας: αν και υπερμεγέθης παραμένει βουλητικά ατροφική σε σύγκριση με την υπερτροφική εκτελεστική εξουσία. Κάποιους μήνες πριν από τις εκλογές και κάποιους μήνες μετά σταματούν τα πάντα εν όψει νέων εντολών! Σαν να μην έχουν ληφθή αποφάσεις που πρέπει να υλοποιηθούν...
Η θεσμική συνείδηση επίσης αποτρέπει σε κάποιο βαθμό την ιδιοποίηση των θεσμών προς όφελος ατόμων που βρέθηκαν να κατέχουν καποια θεσμική θέση. Πρόκειται εν ολίγοις για τηνεδραιωμένη θέση των θεσμών στις συνειδήσεις, μέσω της οποίας ρυθμίζεται η κοινωνική και πολιτική ζωή, σε αντιδιαστολή με το «νόμο» του ατομικού συμφέροντος. Η θεσμική συνείδηση αποτελεί δηλαδή και τη βάση για να αναπτυχθή ευνομία σε μία χώρα. Είναι πρώτιστα φαινόμενο κοινωνικής ψυχολογίας με επιπτώσεις κοινωνιολογικές και πολιτικές.
Βέβαια καμια κοινωνία του κόσμου δεν έχει καταφέρει (ούτε θα επιτύχει ποτέ) να εκδιώξει εντελώς την ιδιοτέλεια και να εξαφανίσει πλήρως τα σκάνδαλα. Η θεσμική συνείδηση δεν είναι πανάκεια, αποτελεί όμως το καλύτερο μέχρι τώρα προστατευτικό ανάχωμα απέναντι στην αυθαιρεσία, όταν συνεπικουρείται από ένα σύστημα αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης για την περίπτωση που έχει τελικά συντελεστή η αδικία. Και τα δύο αυτά στοιχεία μαζί, το προληπτικό και το κατασταλτικό, εγγυώνται (πάλι όχι απόλυτα) την αξιοκρατία. Στον τόπο μας απουσιάζουν και τα δύο.
Γιατί δεν διαθέτουμε οι Έλληνες επαρκή θεσμική συνείδηση; Διότι, για συγκεκριμένους ιστορικούς λόγους που απαιτούν μακρά και σύνθετη ανάλυση, στον λαό μας δεν έχει εσωτερικευθή ο νόμος. Κάθε γενική αρχή (principle) που επιβάλλεται άνωθεν βιώνεται ως καταπίεση και τυραννία. Ο νεοέλληνας προτιμά την προσωπική σχέση και συνεννόηση από τη γενικότητα του νόμου. Θα σβήσει το τσιγάρο του (και όχι πάντα) αν τον παρακαλέσει ο διπλανός του αλλά θα αρνηθή και θα δώσει στην αντίσταση του διαστάσεις εξέγερσης αν του θυμίσεις ότι το επιβάλλει ο νόμος. Η αδιαφορία για τον νόμο δεν θα αποτελούσε πρόβλημα σε μια αγγελική κοινωνία όπου όλα θα ρυθμίζονταν από την αγαθή διάθεση, όμως στον πραγματικό κόσμο στον οποίο ζούμε παραμένει εκτεθειμένη στις ποικίλες αυθαιρεσίες της στιγμής. Χωρίς τον σεβασμό αξιών που ενσαρκώνονται μέσα από νόμους και θεσμούς το υποκείμενο παραμένει διάτρητα ευάλωτο απέναντι στην ιδιοτέλειά του. Ουδεμία κοινωνία είναι δυνατό να διατηρήσει την ακεραιότητά της αν δεν χαρακτηρίζονται τα μέλη της από εσωτερίκευση καθολικών αρχών.
Με άλλα λόγια, ο νόμος δεν αποτελεί ψυχολογική κατάκτηση αλλά εξωτερικό γεγονός ως προς τον Έλληνα. Τον τηρεί μόνο οταν τον φοβάται. (Ας προσέξουμε, όμως. Το εν λόγω έλλειμμα δεν είναι μεταφυσικής ή βιολογικής τάξεως, δεν είναι «εγγεγραμμένο στα κύτταρα» του Έλληνα. Προκύπτει εμπειρικά, από την κατ’ εξακολούθηση περιφρόνηση του νόμου, από την καχυποψία προς αυτόν, από την έλλειψη εφαρμογής του, ενισχύεται δε περαιτέρω από την περιρρέουσα ανομία, είναι δηλαδή απόρροια κοινωνικής «μάθησης». Απόδειξη γι’ αυτό αποτελεί η άψογη συμπεριφορά των συμπατριωτών μας όταν εγκαθίστανται σε κράτη όπου επικρατεί ευνομία). Μερικές φορές, μάλιστα, ο Έλληνας εξαργυρωνει το ελάττωμά του σαν αρετή, όταν δηλαδή καυχάται ότι δεν έχει με το νόμο την (κατ’ αυτόν) παθολογική σχέση που έχει ο βόρειο- και δυτικο-ευρωπαίος, καμαρώνοντας για τη νεοελληνική του ιδιαιτερότητα.
«Η έλλειψη του Νόμου σημαίνει αυθαιρεσία, ανασφάλεια, δεσποτικη συμπεριφορά, ανομία. Οι Έλληνες απαρνούνται το Νόμο και γυρεύουν πάντα ατομικά, ομαδικά, οικογενειακά, συντεχνιακά προνόμια, φαινόμενα όλων των τάξεων και παρατάξεων... Η μη ύπαρξη της έννοιας του Νόμου (αποτελεί) μια βασική κατηγορία της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής, αυτό δε παρ’ όλο το νομικισμό και την τυπολατρία που κυριαρχούν, ακριβώς γιατί δεν έχει εσωτερικευθή από τα άτομα ο Νόμος». Η τελευταία φράση ίσως παρέχει και κάποια εξήγηση για το πολύπλοκο και νομικίστικο κράτος που διαθέτουμε. Όπου ο νόμος δεν τυγχάνει σεβασμού απαιτούνται πολλοί, εκτεταμένοι, λεπτομερείς, και κατά συνέπεια αντιφατικοί νόμοι. Πασχίζουμε δηλαδή να προστατευθούμε από τους εαυτούς μας...
Μια σοβαρή συνέπεια της απουσίας θεσμικής συνείδησης έγκειται στην περιβόητη αναξιοκρατία, είτε αυτή εκδηλώνεται στην πολιτική είτε στη διοικηση είτε στην Εκκλησία είτε οπουδήποτε αλλού. Δεν υπάρχει πτυχή της δημόσιας ζωής που δεν έχει μολυνθή από αυτήν, με χειρότερη (κατά τη δική μου κρίση) τις ένοπλες δυνάμεις οι οποίες –λόγω της ιδιαιτερότητάς τους- αποτελούν πραγματική «μαύρη τρύπα». Επειδή σε αυτές απουσιάζει παντελώς κάθε έννοια κοινωνικού ελέγχου, το κοινωνικό σώμα είναι ουσιαστικά ανυποψίαστο για την απίστευτη έκταση της αυθαιρεσίας και της ευνοιοκρατίας, εκτός φυσικά από τους ίδιους τους αξιωματικούς και τους συγγενείς τους.
Ένα από τα επίσης άγνωστα στο ευρύ κοινό πεδία της αναξιοκρατίας αποτελεί το Πανεπιστήμιο, πιθανόν ο αμέσως χειρότερος χώρος μετά τον στρατό. Eδώ πάσχουν πολλές πτυχές: τα κριτήρια με τα οποία επιλέγονται οι μεταπτυχιακοί φοιτητές, ο τρόπος διαχείρισης και κατανομής των κονδυλίων έρευνας, οι διαπλοκές καθηγητών και φοιτητικών παρατάξεων κ.ά. Στο βιβλιαράκι αυτό ασχολούμαστε μόνο με το φαινόμενο της αναξιοκρατικής πλήρωσης θέσεων ΔΕΠ στα ελληνικά πανεπιστήμια.
Είναι ελάχιστοι εκείνοι που δεν δίστασαν να τολμήσουν το αδιανόητο για τα ελληνικά δεδομένα, να δημοσιοποιήσουν δηλαδή κραυγαλέες περιπτώσεις ευνοιοκρατίας στα πανεπιστημιακά πράγματα: από όσο γνωρίζω υπάρχουν μόνο τα βιβλία του καθηγητή κ. Χαράλαμπου Μουτσόπουλου «Μικρές ιστορίες... μακράς πορείας» και του καθηγητή κ. Δημήτρη Τσαρδάκη «Οι Αλιγάτορες των πανεπιστημίων», αμφότερα χωρίς τα στοιχεία των «δραστών» της αναξιοκρατίας, καθώς επίσης και τα βιβλία του καθηγητή κ. Γεωργίου Χριστοδούλου «Φιλολογικά ραπίσματα» (εκδ. Στιγμή) και του καθηγητή κ. Θέμη Λαζαρίδη «Ο δρόμος για την αναγέννηση του ελληνικού Πανεπιστημίου», αμφότερα με πλήρη ονόματα!
Δεν υπάρχει σε κανέναν αμφιβολία ότι μια μερίδα συμπολιτών μας πασχίζει να διασώσει την ανθρωπιά και την ευσυνειδησία σε κάθε τομέα της δημόσιας ζωής. Το ίδιο συμβαίνει και στα Πανεπιστήμια, όπου κάποιοι ιδεολόγοι δάσκαλοι αγωνίζονται για την πρόοδο της επιστήμης και για το καλό των νέων που τους εμπιστεύθηκε η κοινωνία. Έναν αγώνα με κόστος, ενάντια στον κομματισμό και τους τραμπουκισμούς. Είχα τη χαρά να γνωρίσω τέτοιους πανεπιστημιακούς.
Όμως με βαθειά θλίψη πρέπει να παραδεχθούμε πως η εικόνα αυτή δεν είναι ο κανόνας. Την πεποίθηση μου αυτή δεν αντλώ μόνο από τη δική μου περίπτωση που ο αναγνώστης θα έχει την ευκαιρία να διαβάσει στη συνέχεια· στο κάτω-κάτω θα μπορούσε να είναι μεμονωμένη. Μου προκύπτει και από πλήθος αφηγήσεων άλλων, αγωνιζόμενων πανεπιστημιακών, τις οποίες μου έχουν εμπιστευθή. Φίλος που εξελέγη επίκουρος καθηγητής σε επαρχιακό ΑΕΙ μου είπε: «Έχω χάσει τον ύπνο μου. Δεν είχα διανοηθη ποτέ ότι συμβαίνουν τέτοια πράγματα στα πανεπιστήμια!».
Λοιπόν, έχω την πεποίθηση ότι τη χαλαρότατη μέχρις εξαφανίσεως θεσμική συνείδηση των πανεπιστημιακών μας δεν την έχει γνωρίσει ακόμη η κοινωνία. Τα παρασκήνια των ΑΕΙ εξακολουθεί να τα αγνοεί. Δηλαδή αγνοεί την άβυσσο των μηχανορραφιών και των εκβιασμών από τις οποίες συχνά συνοδεύονται οι πανεπιστημιακές κρίσεις. Το ποιός έχει σημαντικότερο έργο ή το ποιός έχει αναγνωρισθή από τη διεθνή κοινότητα ή το ποιός διαθέτει πιο πρωτότυπη σκέψη κτλ. σε πολλές κρίσεις δεν διαδραματίζει κανένα ρόλο. (Τα πασίγνωστα παραδείγματα των Δημήτρη Νανόπουλου και Παναγιώτη Κονδύλη, επιστημόνων με διεθνή αναγνώριση των οποίων η υποψηφιότητα απορρίφθηκε από ελληνικά πανεπιστήμια(!) είναι μόνο η ορατή κορυφή του παγόβουνου). Εκείνο που μετρά είναι οι συμπάθειες και οι αντιπάθειες, το αν ο υποψήφιος κρίνεται «συνεργάσιμος» δηλαδή ευπειθής και άβουλος, προκειμένου οι «οπλαρχηγοί» του Τμήματος να μπορούν να συνεχίσουν ανεμπόδιστοι τα σχέδια επιρροής και εξουσίας τους.
Άλλα κριτήρια εκλογής καθηγητών είναι η εξόφληση «γραμματίων» υποχρεώσεων και οι ψυχροί υπολογισμοί για το μέλλον. «Άλλοι αποζημιώνουν συνεργάτες τους που επί πολλά έτη έκαναν γι’ αυτούς εργασία που έπρεπε να κάνουν οι ίδιοι. Άλλοι βοηθούν κάποιο συνεργάτη τους να προαχθή στη θέση του καθηγητή μέχρις ότου ωριμάσει κάποιο μέλος της οικογένειάς τους (εννοεί: να «κρατά» καλυμμένη και εξασφαλισμένη τη θέση). Άλλοι βοηθούν τον δικό τους για να μην έλθει καλύτερος καθηγητής και έτσι αναδειχθή η ανεπάρκειά τους». Άλλοι, έχοντας «δικούς» τους δυνητικούς υποψήφιους οι οποίοι όμως αργούν ακόμη για την κατάληψη θέσης, φθάνουν σε τέτοιο υπολογιστικό σημείο ώστε να μη δέχονται για διδακτορικό υποψήφιους που φαίνονται ικανοί για μελλοντικοί εξέλιξη ή να σαμποτάρουν το διδακτορικό τους αν το κάνουν αλλού. Άλλοι αρνούνται η κωλυσιεργούν να χορηγήσουν συστατικές επιστολές για μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό, ώστε να μην επιστρέψει με προσόντα ο ενδιαφερόμενος και διεκδικήσει θέση που προορίζεται για γόνο.
Ανώνυμος πανεπιστημιακός της Ιατρικής γράφει: «Δεν είναι μόνο ότι έχουν βοηθηθή συγκεκριμένοι γόνοι για να καταλάβουν θέσεις. Ολόκληρα τμήματα νέκρωσαν για δεκαετίες (δεν δίνονταν διατριβές, δεν προσλαμβάνονταν άνθρωποι με προσόντα) με μόνο κίνητρο να μην υπάρχει ανταγωνιστής για τον γόνο που αναμενόταν. Δεν είναι δηλαδή ότι βοήθησαν τους συγγενείς τους, έκοψαν και τα πόδια οποιουδήποτε πιθανού ανταγωνιστή».
Κανείς δεν είναι σε θέση να γνωρίζει την έκταση αυτού του τριτοκοσμικής φύσης προβλήματος. Γνωστή μου, καθηγήτρια Ιατρικού Τμήματος της χώρας μας, με διαβεβαίωσε πως το ποσοστό των πράγματι αξιοκρατικών εκλογών στο Τμήμα της είναι χαμηλότερο από το 10%! Αυτοί που, όπως κι εγώ, αντιδρούν με έκπληξη στους αριθμούς αυτούς θα πρέπει να συνυπολογίσουν και εκείνους τους επιστήμονες που δεν υποβάλλουν ποτέ υποψηφιότητα για μια θέση όταν γνωρίζουν ότι την έχει εξασφαλίσει ένας με κατώτερο έργο αλλά ευνοούμενος. Έτσι τυπικά η εκλογή πιθανό να φαίνεται αξιοκρατική αλλά η πραγματικότητα είναι άλλη. Αθροιζομένων και αυτών των περιπτώσεων τα ποσοστά αξιοκρατικών εκλογών καταβαραθρώνονται. Επίσης χρειάζεται να θυμόμαστε εδώ ότι αναξιοκρατική εκλογή δεν σημαίνει υποχρεωτικά πως είναι και τυπικά παράνομη! Είναι φανερό ότι αυτός ο συνδυασμός αναξιοκρατίας και νομιμότητας δένει τα χέρια όσων υποψηφίων ή πανεπιστημιακών θα ήθελαν να κινηθούν περαιτέρω με ένδικα μέσα.
Όπως και σε άλλους τομείς της δημόσιας ζωής, η απουσία θεσμικής συνείδησης εξηγεί γιατί στον τόπο μας δεν φθάνεις ψηλά αν δεν έχεις κάποιον «προστάτη». Με την βοήθεια ισχυρού ανεβαίνουν ακόμη και οι μέτριοι, χωρίς την βοήθειά του παραμένουν στάσιμοι ακόμη και οι άριστοι. Η αδιανόητη για ευνομούμενο κράτος αυτή κατάσταση έχει τις ρίζες της στους θεσμούς της πατρωνείας που σημάδεψαν την ελληνική πολιτική και κοινωνική ζωή, και των οποίων η ανάλυση περιμένει ακόμη τον ψυχολόγο και τον ανθρωπολόγο.
Όταν γίνεται συζήτηση σέ ένα πανεπιστημιακό Τμήμα για να προκηρυχθή μια καινούργια θέση, τα ερωτήματα που ένας φυσιολογικός άνθρωπος και έντιμος διδάσκων θα πρέπει να αντιμετωπίσει είναι: (Αν είναι νέα θέση:) Χρειάζεται μια τέτοια προκήρυξη για την προαγωγή της επιστήμης και για τις ανάγκες του Τμήματος; (Είτε είναι νέα είτε παλαιά θέση:) Υπάρχει στον εγχώριο και διεθνή ορίζοντα κάποιος υποψήφιος που ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές; Αν υπάρχουν περισσότεροι από έναν, ποιός από αυτούς πληροί καλύτερα τα κριτήρια για διδασκαλία και έρευνα;
Αντίθετα, τα ερωτήματα που αυτομάτως, εν είδει αντανακλαστικού, αναφύονται στο μυαλό ενός εξανδραποδισμένου διδάσκοντα είναι: Από ποιόν προέρχεται η πρόταση για την προκήρυξη; (Αν ανήκει σε αντίπαλο στρατόπεδο θα την καταψηφίσει, εκτός αν κατά σύμπτωση βολεύει άλλες επιδιώξεις του). Υπάρχει στον εγχώριο και διεθνή ορίζοντα κάποιος υποψήφιος που θα μπορέσει να εξυπηρετήσει τους σκοπούς μου; Αν είναι χαμηλόβαθμος: Πώς πρέπει να κινηθώ καθ’ όλη τη διαδικασία της κρίσης ώστε να μείνει ευχαριστημένος ο καθηγητής-προστάτης μου; Αν είναι υψηλόβαθμος: Ποιός υποψήφιος θα είναι πιο χειραγωγήσιμος ώστε να αυξήσω την αριθμητική δύναμη της ομάδας που ελέγχω; Μήπως αυτός αποσπάσει μέρος των επιχορηγήσεων για την έρευνα που τώρα λαμβάνω εγώ; Εν τέλει (και αυτό συμπυκνώνει όλο το προβληματισμό του), τι επιπτώσεις θα έχει σε εμένα όλη αυτή η υπόθεση;
Σε αυτές τις αποκρουστικές διερωτήσεις θα πρέπει να προστεθούν και ειδικότερες αγωνίες. Αν ενδιαφέρεται να προωθήσει αργότερα το παιδί του ή άλλον συγγενή για εκλογή: Θα είναι ο υποψήφιος «συνεργάσιμος» σε αυτό το σκοπό; Μήπως ψηφίζοντας αυτόν που δεν θέλει ο ισχυρός θα τον βρω εμπόδιο αργότερα στην πορεία του συγγενούς μου; Αν τον συνέχει η δική του εξέλιξη σε ανώτερη βαθμίδα: Πώς δεν θα δυσαρεστήσω τους ισχυρούς του τμήματος με την ψήφο μου; Αν έχει φιλοδοξίες για την εκλογή του στην προεδρία ή την πρυτανεία: Θα παραμείνει υπό τον έλεγχό μου ή θα τον προσεταιρισθή άλλος ανταγωνιστής; Αν έχει καταφέρει να δημιουργήσει γύρω του έναν κύκλο ακόλουθων και θαυμαστών: Θα συνεχίσω να αποτελώ πόλο έλξης ή θα «κλέψει την παράσταση» κάποιος ικανότερος; κ.ο.κ.
Μέ λίγα λόγια, μετά από κάποια χρόνια σταθερής εξάσκησης η νοοτροπία αυτή εμπεδώνεται και αυτοματοποιείται, οπότε ο πανεπιστημιακός χάνει την ικανότητα να σκεφθή φυσιολογικά. Του αναλύουν οι υποψήφιοι το έργο τους και την ίδια στιγμή το μυαλό του «ταξιδεύει» στις ισορροπίες και στις επιδιώξεις του. Αποκτά δηλαδή την «αναπηρία» να μεταφράζει αυτόματα κάθε λόγο, κάθε πρόταση, κάθε γεγονός, σε ενδεχόμενο που θα επηρεάσει (ευμενώς ή δυσμενώς) το δικό του συμφέρον. Κάτι πιθανόν γνώριμο από την πολιτική αλλά που όμως έχει μολύνει και τον χώρο της παιδείας.
Όλα αυτά τα διεστραμμένα παιγνίδια «παίζονται» πάνω στις πλάτες νέων (αλλά καμιά φορά και καταξιωμένων) επιστημόνων οι οποίοι επιθυμούν να προσφέρουν και να διακριθούν. Έτσι το μέλλον και της επιστήμης και των φοιτητών χάνεται στα θολά νερά της ιδιοτέλειας. Το έγκλημα της εμπαθούς απόρριψης κάποιων υποψηφίων και της εξ ίσου εμπαθούς προτίμησης άλλων αποτελεί «ύβρη». Και τούτο διότι διαπράττεται στο όνομα της εξουσίας την οποία το ελληνικό κράτος έχει παραδώσει στα χέρια των ακαδημαϊκών δασκάλων. Δεν διαχειρίζονται την ιδιωτική τους επιχείρηση, αλλά το κοινό συμφέρον του λαού, με μια δικαιοδοσία την οποία η πολιτεία τους εμπιστεύθηκε. Συνεπώς η ικανοποίηση προσωπικών φιλοδοξιών και εξουσιαστικών τάσεων και συμφερόντων μέσα από τη θεσμική θέση για την οποία αμείβονται, καταντά βαρύτατος σφετερισμός και φανερώνει τη σύγχυση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού η οποία ενδημεί στις συνειδήσεις πολλών Ελλήνων. Το έλλειμμα θεσμικής συνείδησης μετατρέπει το δημόσιο αγαθό σε ατομικό κλοπιμαίο.
Το οικονομικό καθεστώς των ΑΕΙ αποτελεί ένα ακόμη χαρακτηριστικό δείγμα της δημοσιοϋπαλληλικής ανευθυνότητας και ραστώνης. Επειδή τα Πανεπιστήμιά μας είναι αποκλειστικά κρατικοδίαιτα το προσωπικό τους δεν έχει κανένα συμφέρον να αναβαθμίσει την εικόνα της δικής του Σχολής στη διεθνή και εγχώρια επιστημονική κοινότητα. Μια αξιοκρατική εκλογή δεν έχει τίποτε (πέραν των αρχών και αξιών) να προσθέσει σε ένα ελληνικό πανεπιστήμιο, δεν ενθαρρύνεται από κανένα κίνητρο πέρα από το ανιδιοτελές της «φιλοπατρίας», δηλαδή από το κίνητρο της αγάπης για την επιστήμη και για τον τόπο.
Στον ανεπτυγμένο δυτικό κόσμο ευφυώς δημιουργούνται και λιγώτερο «αλτρουϊστικά» αντίβαρα: η αναβάθμιση ενός Πανεπιστημίου ή Σχολής έχει ως ισχυρότατο κίνητρο την προσέλκυση τόσο φοιτητών όσο και πόρων. Αναζητούν το καλύτερο καθηγητικό προσωπικό που επιτρέπει ο προϋπολογισμός τους. Γνωρίζουν καλά ότι αν υποχωρήσουν στις σειρήνες της αναξιοκρατίας θα το πληρώσουν με τρόπο που δεν θα τους είναι καθόλου ευχάριστος. «Με οποιαδήποτε πολιτική κατευθύνονται πόροι προς τα πανεπιστήμια, αναλόγως με τις υποδομές και την ποιότητα του προσωπικου τους απολαμβάνουν και υψηλότερη χρηματοδότηση... Ο ανταγωνισμός αυτός πιέζει κάθε πανεπιστήμιο να αποδέχεται τις αιτήσεις των καλύτερων υποψήφιων φοιτητών, καθώς η ελκυστικότητά του για τους φοιτητές καθορίζεται αποκλειστικά και μόνο από τη φήμη που αυτό έχει αποκτήσει με βάση τις επιδόσεις των αποφοίτων του. Την ίδια στιγμή προσλαμβάνει και αμείβει ανάλογα με τις επιδόσεις τους τους καλύτερους καθηγητές που θα μπορούσε να αποκτήσει, προκειμένου να αυξήσει την ελκυστικότητά του απέναντι στους υποψήφιους φοιτητές».
Εδώ και τα δύο ζητήματα (φοιτητές, πόροι) είναι λυμένα διότι γι’ αυτά φροντίζει το πατερναλιστικό κράτος (δυσανάλογα μάλιστα, αφού στέλνει σταθερά στα ΑΕΙ περισσότερους φοιτητές από όσους αντέχουν και από όσους απαιτούνται για την κοινωνία, καθώς και λιγώτερους πόρους από όσους χρειάζονται!). Αποτέλεσμα; το καθηγητικό προσωπικό μπορεί ανενόχλητο να επιδίδεται στο παιγνίδι των παρασκηνίων, αφού γνωρίζει καλά ότι δεν θα επηρεασθή στο ελάχιστο το μισθολογικό του καθεστώς, οποιαδήποτε και να είναι η μοίρα του ιδρύματος του. Έτσι διατηρούν τη δυνατότητα να αφήνουν ακάλυπτα γνωστικά αντικείμενα ζωτικής σημασίας και να προκηρύσσουν άλλα με τίτλο σχεδόν παρόμοιο με το διδακτορικό κάποιου «δικού» τους, αφού δεν θα υπάρξει καμιά συνέπεια για το Τμήμα από το τι διδάσκονται και τι δεν διδάσκονται οι φοιτητές του.
Αν σε μια εκλογή παρανομήσουν και ο αδικημένος δικαιωθή, την ενδεχόμενη επιδικασθείσα αποζημίωση θα την καταβάλει το ίδρυμα και όχι οι ίδιοι που σκόπιμα παρέβησαν το νόμο! Προσωπικές ποινές (κάτι σπανιότατο) επιβάλλονται μόνο σε πειθαρχικά ή ποινικά αδικήματα, όπως αυτά για τα οποία καταδικάσθηκαν για καταχρήσεις προ ετών πανεπιστημιακοί του Παντείου, μια μοναδική εξαίρεση όμως για τα ελληνικά δεδομένα. (Επρόκειτο για μια υπόθεση που έφθασε σε δίκη 10 χρόνια μετά από τη μήνυση(!), χάρη στην επιμονή κάποιου καθηγητή ο οποίος στο μεταξύ είχε πεθάνει…)!
Μέ λίγα λόγια, το ελληνικό πανεπιστημιακό σύστημα αποτελεί (ως προς τον τρόπο οργάνωσης του και τους ρυθμούς του) παγκόσμια πρωτοτυπία, ένα κατάλοιπο σοβιετικής νοοτροπίας, μόνο που η αποφασίζουσα γραφειοκρατία δεν βρίσκεται κάπου άνωθεν αλλά αποτελείται από το επιστημονικό προσωπικό. (Οι διαφορές από τη Σοβιετική Ένωση είναι ότι, πρώτον, κανείς δεν ενδιαφέρεται για το τί διδάσκεις, και δεύτερον, δεν πάς στη φυλακή αν ψηφίσεις αντίθετα από τους ισχυρούς).
Έχουμε δηλαδη στο τόπο μας ένα υβρίδιο, μια πανίσχυρη και ιδιότυπη ΔΕΚΟ, όπου ολόκληρη η λειτουργία του Πανεπιστημίου είναι δημόσια χωρίς να υπάρχουν ουσιαστικά και στη πράξη ασφαλιστικές δικλείδες του Δημοσίου ως προς τα κριτήρια επιλογής μελών ΔΕΠ (παρά τις προβλεπόμενες προδιαγραφές του νόμου), κριτήρια τα οποία έχουν πλέον παραδοθεί στο ιδιωτικό και συντεχνιακό συμφέρον! Το θεσμικό πλαίσιο και οι οικονομικοί πόροι είναι του κράτους, ενώ οι καθηγητές εκλέγουν όποιον τους αρέσει και αποκλείουν όποιον αντιπαθούν! Εύλογο, αφού ουδεμία κύρωση πρόκειται να υπάρξει. Το πανεπιστήμιο δίνει μάχες για το αυτοδιοίκητο αλλά δεν αναλαμβάνει την πλήρη του ανεξαρτησία που περιλαμβάνει και την οικονομική, οπότε ουσιαστικά απαιτεί απόλυτη οικονομική κάλυψη στις όποιες αναξιοκρατικές επιλογές του. Είναι ένα σύστημα που «πατάει σε δύο βάρκες» γι’ αυτό και βουλιάζει. Το λογικά αντιφατικό και ηθικά απαράδεκτο αυτού του καθεστώτος μόλις και είναι ανάγκη να επισημανθή.
Τα συμφέροντα στα ΑΕΙ δεν είναι μεμονωμένα. Για την καλύτερη προάσπισή τους οργανώνονται σε δίκτυα. Με λόγια του καθηγητή κ. Αθανάσιου Γκότοβου, «το δίκτυο είναι η αθέατη πλευρά της θεσμοθετημένης δομής σε ένα ΑΕΙ. Εάν π.χ. τα πρόσωπα που κατέχουν συγκεκριμένες θέσεις και είναι φορείς αντίστοιχων ρόλων σε κρίσιμα για τη λειτουργία ενός πανεπιστημίου πόστα συγκροτήσουν ένα πελατειακό δικτυο και αρχίσουν να συμπεριφέρονται ανομικά, προσανατολίζοντας τη δράση τους στους σκοπούς του δικτύου αντί να την προσανατολίσουν στη βούληση του νομοθέτη, δημιουργείται μια παράλληλη πανεπιστημιακή δομή η οποία δρα με ιδιωτικά κριτήρια, ενώ ταυτόχρονα μέσω νομιμοφανών πρακτικών παρουσιάζει τη δράση της ως θεσμική συμπεριφορά. Το βασικό όργανο για την παραγωγή νομιμοφάνειας κάτω από τις σημερινές συνθήκες λειτουργίας των ΑΕΙ είναι ο έλεγχος εκ μέρους του δικτύου των πλειοψηφιών στα διάφορα όργανα διοίκησης- στην καθημερινή πανεπιστημιακή αργκό: ‘τα κουκιά’». Με απλή καθημερινή γλώσσα το φαινόμενο που περιγράφεται εδώ ονομάζεται παρακράτος.
Συμπερασματικά, το ιδιόμορφο αυτό καθεστώς των πανεπιστημίων μας λειτουργεί αναπόφευκτα ως το ιδανικό κλίμα για την εκκόλαψη της αναξιοκρατίας και της ειδικώτερης μορφής της που είναι η οικογενειοκρατία. Αλλά ας συνοψίσει κάποιος άλλος καταλληλότερος όσα έγραψα μέχρι τώρα. Όπως σημειώνει η καθηγήτρια κ. Βάσω Κιντή, «ο νεποτισμός στα πανεπιστήμια είναι μια ακόμη έκφραση του βασικού τους προβλήματος που είναι, κατά τη γνώμη μου, η έλλειψη στόχων (εκπαιδευτικών και ερευνητικών) και η συνεπαγόμενη έλλειψη λογοδοσίας. Οταν υπάρχουν στόχοι οι οποίοι αποτιμώνται, τότε κάθε ενέργεια αξιολογείται με κριτήριο το κατά πόσον συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων αυτών. Στα ελληνικά πανεπιστήμια δεν τίθενται στόχοι, ούτε από την πολιτεία ούτε από την ακαδημαϊκή κοινότητα… Αυτό που έχουμε στα πανεπιστήμια είναι η διαχείριση της δεδομένης κατάστασης προς όφελος τελικά αυτών που ασκούν εξουσία στα ιδρύματα. Οσα καλά συμβαίνουν στα πανεπιστήμια και ξεχωρίζουν από την πεπατημένη οφείλονται στο μεράκι, στις ικανότητες και στο ήθος ορισμένων μελών του διδακτικού προσωπικού που καταφέρνουν να δημιουργήσουν τον χώρο για να ανθήσουν εκεί η διδασκαλία και η έρευνα.
Ο νεποτισμός είναι σύμπτωμα της απουσίας κάθε έννοιας λογοδοσίας από τα ΑΕΙ. Καθηγητές που αποκτούν ισχύ με διαφόρους τρόπους, συνήθως όχι ακαδημαϊκούς, μπορούν να επιλέγουν φωτογραφικά, ακόμη και εφευρίσκοντας, το αντικείμενο των υπό προκήρυξη θέσεων και να το επιβάλλουν νομιμότατα, στο Τμήμα, στη Σχολή και στο Ιδρυμα χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν. Στη συνέχεια οι ίδιοι άνθρωποι μπορούν, πάλι νομότυπα, να συγκροτήσουν τα εκλεκτορικά σώματα και τις εισηγητικές επιτροπές της αρεσκείας τους, να αποθαρρύνουν ανεπιθύμητους υποψηφίους, να εκβιάσουν ρητά ή σιωπηρά την ψήφο χαμηλόβαθμων καθηγητών, να υποσχεθούν ανταποδοτικά οφέλη σε αντίπαλα κέντρα εξουσίας, ώστε οι θέσεις να καταληφθούν τελικά από τους συγγενείς, τους προστατευομένους ή τους υποτελείς.
…Η λύση θα έρθει αν δρομολογηθούν μηχανισμοί λογοδοσίας, τόσο εντός όσο και εκτός πανεπιστημίου. Εντός, τα ελληνικά πανεπιστήμια πρέπει να αποκτήσουν ισχυρή διοίκηση η οποία θα διαθέτει ανεξαρτησία από αυτούς που διοικεί και η οποία θα μπορεί να θέτει μακροχρόνιους στόχους. Μια τέτοια διοίκηση με ακαδημαϊκή κρίση θα μπορεί να παρεμβαίνει επί της ουσίας, και όχι επί των τύπων, αξιολογώντας με βάση τους στόχους που έχουν τεθή. Θα μπορεί να αναπέμπει θέσεις σε ανυπόστατα αντικείμενα ή αντικείμενα για τα οποία ήδη υπάρχει διδακτικό προσωπικό, να υποστηρίζει θέσεις σε κλάδους που θέλει να αναπτύξει, να ακυρώνει εκλογές αν δεν ικανοποιούνται οι ακαδημαϊκές προδιαγραφές, να διαλύει κέντρα διαπλοκής, να προσλαμβάνει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ακόμη και συγγενείς όταν αυτό προάγει τους στόχους. Αλλά και η διοίκηση θα πρέπει να λογοδοτεί δημοσίως. Εκτός πανεπιστημίων, η πολιτεία θα πρέπει να ελέγχει τι μαθαίνουν οι φοιτητές όταν αποφοιτούν (και δεν θα μαθαίνουν πολλά, αν έχουν άχρηστους δασκάλους), τι έρευνα παράγεται, τι επίδραση έχει το Πανεπιστήμιο στην κοινωνία. Θα πρέπει και η πολιτεία να έχει στόχους τους οποίους να αποτιμά και ανάλογα να ενισχύει ή όχι. Πρέπει, επιτέλους, να ασχοληθούμε στα ελληνικά πανεπιστήμια με το περιεχόμενο και όχι με τους τύπους (είτε αυτοί είναι οι αδιάβλητες αλλά άθλιες εισαγωγικές εξετάσεις είτε το πλήθος ανούσιων δημοσιεύσεων που μετρούνται χωρίς να διαβάζονται είτε η προσχηματική τήρηση των κανονισμών). Μόνο τότε θα έχει ο νεποτισμός κόστος και θα μπορεί να καταπολεμηθεί. Μόνο τότε δεν θα μπορούν ορισμένοι να λυμαίνονται ασύδοτα τους θεσμούς και τις επενδύσεις της ελληνικής κοινωνίας, πνίγοντας κάθε άξια προσπάθεια».
Αναλογιζόμενος την εθελούσια δουλεία στην οποία προσχωρούν οι πανεπιστημιακοί μας στον κατ’ εξοχήν τόπο όπου γεννήθηκε και εξυμνήθηκε το ελευθερο φρόνημα, δεν μπορώ να αποφύγω τον πειρασμό να συγκρίνω για λίγο την ελληνική πραγματικότητα με εκείνη των ευνομούμενων χωρών. Στην εποχή μας δεν ισχύει πια το παλιό καθεστώς κατά το οποίο σπάνιζαν όσοι είχαν την δωρεά να ζήσουν τα Αμερικανικά ή Ευρωπαϊκά πανεπιστημιακά ήθη. Όμως, αν και σήμερα οι πλείστοι τα γεύονται, λίγοι φαίνεται να ωφελούνται από αυτά. Μόλις επιστρέψουν λησμονούν τις πολύτιμες εμπειρίες τους και επανέρχονται στο ελληνικό ακαδημαϊκό ήθος. Αναλογιζόμενος τις εκεί νοοτροπίες χρειάζεται να καταβάλει κάποιος μεγάλη προσπάθεια για να συγκρατήσει τη θλίψη του και τον θυμό του απέναντι στο ελληνικό πανεπιστημιακό καρκίνωμα.
Η ψυχολογία που επικράτησε στον τόπο μας κατά την μετάβαση από την χειρωνακτική εργασία-σκλαβιά στην ιδιότητα του υπαλλήλου, ψυχολογία η οποία έθρεψε το όραμα γενεών για μια θεση στο δημόσιο, περιγράφεται περιεκτικά από τον καθηγητή κ. Βασίλη Καραποστόλη : «Είναι άλλος αυτός που διορίζεται, είναι κάποιος που δραπέτευσε από την υλική αβεβαιότητα και από τη συνεχή διαδικασία του βιοπορισμού. Απομάκρυνση από τη διαδικασία και εγκατάσταση στην υπόσταση». Αν αντικαταστήσετε το δίπολο χειρώνακτας-υπάλληλος με το δίπολο απλός επιστήμονας-πανεπιστημιακός (διότι περιγράφουν ανάλογης βαρύτητας «κοσμογονική» εξέλιξη για το υποκείμενο), έχετε ακριβώς την πεμπτουσία του φετίχ που αποτελεί για τον νεοέλληνα η ιδιότητα του καθηγητή: εγκατάσταση σε μιαν υπόσταση. Οριστική και αμετάκλητη, όπως θα δούμε παρακάτω.
Η διαστροφή αυτή έχει βαθειές ρίζες και εξηγήσεις. Αναβλύζει από την απουσία εσωτερικευμένης θεσμικης συνείδησης στόν Έλληνα, ο οποίος, παρά το δημοκρατικό λούστρο των θεσμών του, συνεχίζει να χαρακτηρίζεται από την προνεωτερική ωμή δίψα για εξουσία. Έτσι, όταν του ανατεθή ένα δημόσιο λειτούργημα, αυτό που πραγματικά ενεργεί πίσω από τη βιτρίνα των θεσμών, είναι το γυμνό φυσικό πρόσωπο. Ενάντια στις δημόσιες συνομολογήσεις και θεσμικές πρόνοιες, δηλαδή, η αναπαράσταση περί εξουσίας στο συλλογικό μας ασυνείδητο κατάγεται από την εποχή όπου πηγή της εξουσίας ήταν το φυσικό πρόσωπο, ανέλεγκτο και χωρίς «σύνταγμα». Δεν έχει τις ρίζες της στον θεσμό όπου μόχθησε για αιώνες ο δυτικός κόσμος να φθάσει.
Στον δυτικό κόσμο, όπου έχει εσωτερικευθή η θεσμική λειτουργία, οι άνθρωποι θέλουν να προσφέρουν με το να γίνουν καθηγητές. Στον τόπο μας για πολλούς η πρώτιστη φιλοδοξία είναι να γίνουν καθηγητές και παρεμπιπτόντως ενδέχεται κάποιοι εξ αυτών να προσφέρουν. Πλήρης αντιστροφή μέσων και σκοπών. Η πανεπιστημιακή ιδιότητα γίνεται εδώ μέρος της «ουσίας», συστατικό του «είναι» κάποιας προσωπικότητας η οποία φαίνεται ότι χωρίς αυτό βιώνεται ως ελλειμματική. Εξαιτίας αυτής της διαφοράς, καθώς και εξαιτίας άλλων πολιτισμικών κατακτήσεων, στη δυτική ακαδημαϊκή κοινότητα αναπτύσσεται επιστημονικός διάλογος, το οξυγόνο δηλαδή της ελεύθερης σκέψης και ο μοχλός ποιότητας των πανεπιστημίων. Στον διάλογο αυτό συμμετέχουν ισότιμα ακόμη και οι φοιτητές και οι διανοητικές προκλήσεις που θέτουν θεωρούνται ευκαιρία και ευτύχημα.
Οι σοβαροί επιστήμονες ευφραίνονται όταν συναντούν διάλογο, ο οποίος φυσικά περιλαμβάνει και αντιρρήσεις. Οι δικοί μας, ακόμη και σημαντικοί θεολόγοι, την αντίρρηση τη βιώνουν ως αχαριστία ή και επιθετικότητα! Όποιος έχει παρακολουθήσει δημόσιους επιστημονικούς διαλόγους στην Ελλάδα ανακαλύπτει συχνά πως ενώ δύο πανεπιστημιακοί φαινομενικά διαφωνούν για κάποιοι επιστημονικό θέμα στην πραγματικότητα υπάρχουν άλλα κρυφά αίτια της διαφωνίας, όπως επαγγελματικοί διαξιφισμοί, ανταγωνισμοί για τη δημοσιότητα, πικρίες και κακίες, παλιές εκδικήσεις και πολλές άλλες μικρότητες. Εδώ, όπως είδαμε να γράφεται και στα πρακτικά, επικρατεί η μουχλιασμένη νοοτροπία ότι ο υποψήφιος, επιστήμονας ήδη, πιθανόν και καταξιωμένος, οφείλει να υποβάλει τα σέβη του και να λάβει την έγκριση κάποιων ισχυρών καθηγητών για να θέσει υποψηφιότητα! Εκεί ο δάσκαλος είναι μέντορας και αναζητά συνομιλητές και μελλοντικούς συνεργάτες, εδώ είναι ισοβίως ένας κτητικός «πατέρας» ή «μητέρα» που αναζητά υποταγμένους. Πρόκειται για διαφορά πολιτισμικής τάξεως…
Φυσικά δεν πρέπει κανείς να γενικεύει αλλά η διαφορά των ελεύθερων πνευμάτων από τα «λοβοτομημένα» αναδεικνύεται σε βαθμό στατιστικά σημαντικό μεταξύ Ελλάδας και Δύσης. Ουσιαστικά νομίζω ότι πρόκειται για τη διαφορά της χαρούμενης δημιουργικότητας από τη δημοσιοϋπαλληλική μιζέρια και επιθετικότητα. Δεν έχουν τέλος οι καταγραφές των θλιβερών εμπειριών. Ο αιωνόβιος καθηγητής και ακαδημαϊκός κ. Μιχαήλ Σακελλαρίου αφηγείται: «Σπαταλήθηκα και το ’χω παράπονο αυτό. Μου στέρησαν χρόνο... Ετσι επεδίωξα να εξαρτώμαι από την κρίση ανθρώπων που ήταν σε θέση να κρίνουν. Πού θα το έβρισκα αυτό; Στο εξωτερικό. Αναγνωρίστηκα εκεί και εξαρτώμουν από τις κρίσεις των ξένων συναδέλφων μου, κι όχι ανοήτων και αγραμμάτων συμπατριωτών μου. Αγαπητή μου, η αντιμετώπιση ενός νέου επιστήμονα στον τόπο μας, τότε και αργότερα και ίσως μέχρι σήμερα, είναι κυριολεκτικά βάρβαρη. Είναι τελείως διαφορετική εκεί όπου υπάρχει πραγματικά πολιτισμός και συναίσθηση καθήκοντος».
Φίλος μου με σπουδές σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια υπέβαλε υποψηφιότητα σε κάποιο ΑΕΙ της χώρας μας. Καταγράφω τις εξής δύο εμπειρίες του. Ένας εκλέκτορας του είπε: «Κοίταξε, εγώ χρωστάω την εκλογή μου στον τάδε. Αν αυτός σε ψηφίσει θα σε ψηφίσω κι εγώ»! Άλλος που ήταν και εξωτερικός εισηγητής του είπε: «Βλέπω ότι είσαι μέσα στο θέμα του γνωστικού αντικειμένου. Όμως από το Τμήμα σου μού ζητούν να γράψω πως είσαι εκτός»!
Ένας σημαντικός λόγος που το ελλαδικό καθηγητικό κατεστημένο κρατά επιμελώς μακριά έλληνες πανεπιστημιακούς που διαπρέπουν στο εξωτερικό είναι και το απλό γεγονός ότι αν αυτοί εκλεγούν στο ελληνικό πανεπιστήμιο θα φέρουν άλλον αέρα, άλλες συνήθειες, άλλα ήθη και νοοτροπίες, με αποτέλεσμα να «χαλάσει» η συνταγή της φαυλοκρατίας και να μειωθή η επιρροή της σφηκοφωλιάς που οι ντόπιοι έχουν με κόπο χτίσει και οργανώσει.
Το εγχείρημα της επώνυμης δημοσιότητας το οποίο αποπειρώμαι τώρα που η υπόθεση έκλεισε, δεν είναι παρορμητικό αλλά βλέπει το φως μετά από ώριμη σκέψη. Είμαι απολύτως ενήμερος του γεγονότος πως είναι τολμηρό και ασυνήθιστο. Έχει επιχειρηθή από ελάχιστους, όταν έφθασαν στην κορυφή της εξέλιξής τους που τους παρείχε ασφάλεια. Θεωρώ πολύ πιθανό ότι θα το «πληρώσω» με ποικίλους τρόπους επειδή παραβιάζει άγραφους κανόνες των πανεπιστημιακών πραγμάτων. Οι περισσότερες αδικίες σκεπάζονται με τη σιωπή των θυμάτων, είτε διότι κατά την ηλικία είναι ακόμη νέοι και δεν τολμούν, όχι να κατηγορήσουν δημόσια τους θύτες, αλλά ούτε και να διεκδικήσουν την προστασία τους από τη δικαιοσύνη, είτε για να μην ερεθίσουν τους αδικοπραγήσαντες έτσι ώστε να επωφεληθούν αργότερα από μιαν άλλη ευκαιρία. Κατανοητά και συγγνωστά τα αίτια. Τα πάθη και η μνησικακία είναι τόσο έντονα στα Πανεπιστήμιά μας ώστε όποιος τολμήσει απλώς και να προσφύγει στο νόμο τίθεται σε δυσμένεια.
Αλλά δεν επιθυμώ να επιτρέψω στον φόβο να γίνει κριτήριο των ενεργειών μου. Τα θεϊκά δώρα της ελευθερίας της σκέψης και της δημιουργικότητας πρέπει να προστατευθούν. Και επίσης τα δημοσιεύω επώνυμα διότι θέλω να συνεχίσω να έχω την ικανοποίηση ότι ποτέ στη ζωή μου δεν αρθρογράφησα ανώνυμα ή με ψευδώνυμο. Μου προτάθηκε από φίλους που με αγαπούν να αναβάλω τη δημοσίευση για πολλά χρόνια. Όμως θεωρώ ότι, για να έχει αξία και αντίκρυσμα μια καταγγελία των κακώς κειμένων, δεν επιτρέπεται να γίνεται ως χρονικά «υπερώριμη», υπό τη μορφή απομνημονευμάτων ενός απομάχου, ούτε έγκαιρα μεν «ξεδοντιασμένη» δε, δηλαδή χωρίς ονόματα αλλά με υπαινιγμούς. Τελικά υπεύθυνη στάση του πολίτη είναι εκείνη που δυνητικά έχει κόστος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...