Τρίτη, 19 Οκτωβρίου 2010

ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ Πέρα από το δίπολο: Εχθρότητα – Ανοχή

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΠΕΚΡΙΔΑΚΗ, Θεολόγου-Εκπαιδευτικού

1. Η ΣΧΕΣΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΚΑΤΑ ΤΑ ΣΧΟΛΙΚΑ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΑ.

Στην ενότητα 24, που επιγράφεται Πίστη και Επιστήμη: Αλληλοαποκλειόμενα ή Αλληλοσυμπληρούμενα;, το βιβλίο της Β΄ ΓΕ.Λ. αναφέρει τα εξής:
«Καταρχήν πρέπει να επισημάνουμε ότι δεν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ τους. Πίστη και επιστήμη είναι δυο μεγάλα πνευματικά μεγέθη αλληλοσυμπληρούμενα και όχι αλληλοαποκλειόμενα. Είναι δυο εκδηλώσεις του ανθρώπινου πνεύματος που κινούνται σε διαφορετικά επίπεδα. Επιστήμη και θρησκεία έχουν αυτόνομες περιοχές ενδιαφερόντων και έρευνας· ανταποκρίνονται σε διαφορετικές αξιολογικές ροπές και ανάγκες της ενιαίας ανθρώπινης ύπαρξης. Η επιστήμη ερευνά τα μυστήρια της δημιουργίας, ασχολείται με το επιστητό, ενώ η θρησκεία ασχολείται με το μυστήριο του Δημιουργού, το υπεραισθητό. […]
»Όταν η καθεμιά περιορίζεται στο χώρο της αρμοδιότητάς της, δεν υπάρχει θέμα σύγκρουσης ή αντίθεσης. Αν παλαιότερα παρουσιάστηκαν κάποιες περιπτώσεις αντιπαράθεσης, αυτό οφείλεται σε ιδεολογικές προκαταλήψεις ορισμένων επιστημόνων, οι οποίοι υπερέβησαν τα όρια της επιστήμης και ασχολήθηκαν με υπερφυσικά ζητήματα. Άλλοι πάλι στην περίοδο του Διαφωτισμού θεοποίησαν το λογικό, ενώ άλλοι απέρριψαν εκ των προτέρων ό,τι σχετίζεται με θέματα μεταφυσικής. Πιθανόν επίσης κάποιοι χριστιανοί να αντιμετώπισαν με δυσπιστία και καχυποψία τις επιστημονικές θεωρίες και ανακαλύψεις, νομίζοντας ότι κινδυνεύει η πίστη τους.
»Με όλα τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι η πίστη και η επιστήμη δε συγκρούονται […]» και παραθέτει 8 λόγους για τους οποίους υποτίθεται πως δεν υπάρχει σύγκρουση. Αναφέρω μονάχα δυο ενδεικτικούς: «1 Η επιστήμη ερευνά τον αισθητό, το φυσικό κόσμο, ενώ η θρησκεία ‘περιγράφει’ τον υπεραισθητό, τον υπερφυσικό κόσμο. 2 Η επιστήμη ερευνά το πώς έγινε ο κόσμος καθώς και τους φυσικούς νόμους που ρυθμίζουν τη λειτουργία του, ενώ η θρησκεία ασχολείται με το ποιος και γιατί δημιούργησε τον κόσμο. Εφόσον απαντούν σε διαφορετικά ερωτήματα, επόμενο είναι ότι δε δικαιολογείται αντίθεση ή σύγκρουση, αλλά μάλλον συνεργασία..».[1]
Στο ίδιο κλίμα, το βιβλίο της Α΄ τάξης των ΕΠΑΛ στην ενότητα 6, με την επιγραφή Η Πίστη στη Σχέση της με τη Γνώση, αποφαίνεται ότι: «Πίστη και γνώση, επιστήμη και θρησκεία δε συγκρούονται, όταν η καθεμιά δεν υπερβαίνει τα όριά της. […] Η συνεργασία τους, συνεπώς, είναι απαραίτητη για την πρόοδο και την ευτυχία του ανθρώπου.»[2]

Συνοψίζοντας, βλέπουμε ότι τα σχολικά εγχειρίδια αντιμετωπίζουν την επιστήμη και τη θεολογία ως δυο αυτόνομους χώρους ανάπτυξης της ανθρώπινης δραστηριότητας, που αναφέρονται σε διαφορετικές πραγματικότητες και απαντούν σε διαφορετικά ερωτήματα του ανθρώπου. Η επιστήμη ερευνά τα αισθητά, τη φύση και τα υλικά φαινόμενα, ενώ η θεολογία σχετίζεται με τα υπεραισθητά, το υπερφυσικό και τα πνευματικά ζητήματα. Επομένως, μάς λένε τα βιβλία, δεν υπάρχει λόγος σύγκρουσης, αφού οι δρόμοι των δυο μεγεθών είναι διαφορετικοί, καλύπτουν διαφορετικές ανάγκες του ανθρώπου –η μεν για γνώση και η δε για πίστη. Κι αν ποτέ συναντηθούν θεολογία και επιστήμη, αυτό θα γίνει προκειμένου να συνεργαστούν για την πρόοδο και ευτυχία του ανθρώπου.
Εύκολα καταλαβαίνει κανείς εδώ ότι βρισκόμαστε μπροστά στην, πολύ δημοφιλή καθ’ όλη τη διάρκεια του εικοστού αιώνα, θεώρηση περί της αυτονόμησης και ειρηνικής συμβίωσης θρησκείας και επιστήμης.[3] Κατά τη γνώμη μου πρόκειται για μια μάλλον πρόχειρη και επιφανειακή θεώρηση των πραγμάτων. Καταρχάς, αγνοεί τα στοιχειώδη περί των δυο μεγεθών. Δεύτερον, παραβλέπει την μακραίωνη και πολυκύμαντη ιστορία που έχει η σχέση αυτή. Τέλος, διακατέχεται από την αφελή αισιοδοξία ότι η ανοχή προς τη διαφορετικότητα είναι από μόνη της ικανή να εξαλείψει αυτομάτως τις συγκρούσεις. Στη συνέχεια θα προσπαθήσω να αποσαφηνίσω τα τρία αυτά σημεία της διαφωνίας μου με τα σχολικά βιβλία, συμπληρώνοντας την κριτική μου με μια εναλλακτική πρόταση για το πώς θα μπορούσε κανείς να επεξεργαστεί το θέμα των σχέσεων θεολογίας και επιστήμης.

2. ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΩΝ ΑΠΟΨΕΩΝ ΠΟΥ ΔΙΑΤΥΠΩΝΟΝΤΑΙ
 ΣΤΑ ΣΧΟΛΙΚΑ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΑ

Θα ξεκινήσω με την ιδιαίτερα δημοφιλή αντίληψη ότι «Η επιστήμη ερευνά τον αισθητό, το φυσικό κόσμο, ενώ η θρησκεία ‘περιγράφει’ τον υπεραισθητό, τον υπερφυσικό κόσμο.». Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός στην ιστορία της φιλοσοφίας για να γνωρίζει ότι το σχήμα φυσικό-υπερφυσικό, οι φιλοσοφικές ρίζες του οποίου φτάνουν πολύ πίσω, έως τις αρχαίες παραδόσεις του Ορφισμού και του Νεοπλατωνισμού, έλκει την καταγωγή του κατά τους νεώτερους χρόνους από την καρτεσιανή οντολογική διάκριση σε res extensa και res cogitans. Στο πλαίσιό της η πραγματικότητα διχάζεται ριζικά και επί του διχασμού αυτού εδραιώνεται ο μηχανικισμός ως κυρίαρχο μοντέλο συσχετισμού και λειτουργίας των μερών της πραγματικότητας. Πρόκειται για ένα δυαλιστικό σχήμα που έχει προ πολλού εγκαταλειφθεί τόσο από την επιστήμη όσο και από τη φιλοσοφία. Στη θεολογική σκέψη της Ανατολής το σχήμα αυτό είναι άγνωστο, αφού, ως γνωστό, το οντολογικό ρήγμα δεν έχει να κάνει με το αισθητό και το υπεραισθητό, αλλά με το κτιστό και το Άκτιστο. Στη σφαίρα του Ακτίστου υπάρχει μόνο ο Τριαδικός Θεός, ενώ στη σφαίρα του κτιστού κινούνται όλα τα δημιουργήματα, είτε πρόκειται για υλικά και αισθητά, είτε για άυλα και υπεραισθητά. Οπότε κάθε θεώρηση της σχέσης θρησκείας-επιστήμης, που στηρίζεται στην οντολογική διάκριση του τύπου: υλικό-πνευματικό, σώμα-ψυχή, ορατό-αόρατο είναι τελείως ξένη με τη θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας. Εκτός από φιλοσοφικά, λοιπόν, είναι και θεολογικά προβληματική και ξεπερασμένη.
Όμως δεν είναι μόνο αυτό. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός στην ιστορία των θρησκειών για να γνωρίζει ότι οι θρησκείες είναι συστήματα ολικής διάρθρωσης της ζωής, και ως τέτοια καθορίζουν και διαμορφώνουν το σύνολο της ανθρώπινης καθημερινότητας, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Από το τι πρέπει να τρώνε και τι όχι οι πιστοί, πότε να το τρώνε και σε τι ποσότητα (τροφικές απαγορεύσεις που ισχύουν στο Ισλάμ και στον Ιουδαϊσμό για το χοιρινό, πρακτική της νηστείας και των τελετουργικών δείπνων κατά τις εορτές που ισχύουν σε όλες σχεδόν τις θρησκευτικές παραδόσεις), μέχρι το πότε θα εργάζονται και πότε θα αναπαύονται (Σάββατο), πως θα ρυθμίζουν τη σεξουαλική και γενικότερα οικογενειακή τους ζωή, τι στάση πρέπει να κρατούν στα οικονομικά ζητήματα (απαγόρευση τόκου στην Π.Δ.), ποια ζώα, φυτά, καταστάσεις και αντικείμενα είναι καθαρά ή ακάθαρτα, και χιλιάδες άλλα πρακτικά και απολύτως αισθητά και φυσικά ζητήματα. Επιπλέον, κάθε θρησκεία έχει μια εικόνα και μαζί μια ερμηνεία για τον φυσικό κόσμο και στις επιμέρους λειτουργίες του (κοσμολογία). Οπότε είναι εντελώς άστοχο να ισχυρίζεται κανείς ότι η θρησκεία ενδιαφέρεται μονάχα για τα μυστήρια του Υπερβατικού. 
Από την άλλη, η επιστήμη, στην πιο σύγχρονη και προωθημένη τουλάχιστον εκδοχή της, δηλαδή στη μελέτη του μικρόκοσμου (κβαντομηχανική), καθόλου δεν ασχολείται με πράγματα αισθητά –ούτε καν υλικά. Αντικείμενά της είναι οι διάφορες μορφές ενέργειας, τα υποατομικά σωματίδια, οι τροχιές και οι κυματομορφές. Περισσότερο την ενδιαφέρουν τα συμβάντα (quanta) παρά τα όντα. Το μεγαλύτερο μέρος του ερευνητικού της πεδίου δεν συνδέεται με την παρατήρηση –ακόμη και τη μικροσκοπική– αλλά με τον μαθηματικό υπολογισμό και την καταγραφή που γίνεται από τεχνικά μέσα. Θέλω να πω μ’ αυτό πως πολλές από τις διεργασίες στις οποίες στηρίζονται σύγχρονες επιστημονικές θεωρήσεις δεν τις έχει δει ποτέ κανείς, δεν έχουν παρατηρηθεί εργαστηριακά. Απλώς υποθέτουν οι επιστήμονες ότι λαμβάνουν χώρα, διότι κάτι τέτοιο συνάγεται από τις μαθηματικές εξισώσεις και τις καταγραφές των ηλεκτρονικών οργάνων. Αναφέρω μονάχα τα παραδείγματα της αρνητικής ύλης ή αντί-ύλης, στοιχεία της οποίας παράγονται στους επιταχυντές του πειράματος CERN, και των μελανών οπών που μελετά η αστρονομία. Επιπλέον, η ίδια η έννοια της Φύσης, είναι, ως γνωστόν, μεταφυσική κατηγορία. Προϋποθέτει την υπέρβασή της από τον ανθρώπινο νου. Μονάχα μέσω της απόσπασης και απόστασης που πήρε ιστορικά ο άνθρωπος από το φυσικό περιέχον κατέστη δυνατόν να μεταβληθεί ο κόσμος σε αντί-κείμενο της συνείδησης. Η συνέπεια ήταν να αποκτήσει η Φύση ένα μετά-φυσικό νόημα, δηλαδή να προσλάβει τη σημασία της σε αντιδιαστολή με τον ανθρώπινο πολιτισμό. Όλα αυτά σημαίνουν ότι και η αντίληψη που θέλει την επιστήμη να ασχολείται αποκλειστικά με το «επιστητό», ερευνώντας τον «αισθητό» και «φυσικό κόσμο» είναι ολότελα αφελής.    
Υπάρχει, όμως, κι ένας ακόμη σοβαρότερος λόγος για τον οποίο δεν επιτρέπεται να θεωρεί κανείς αφετηριακά την επιστήμη και τη θεολογία ως δυο τελείως αυτόνομα και αποξενωμένα πεδία, που απλώς εκ των υστέρων «αλληλοσυμπληρώνονται». Ο λόγος είναι ότι η θρησκεία –η θεολογία στην περίπτωση του Χριστιανισμού– ήδη από τη φύση της εμπεριέχει έναν τρόπο σύλληψης και ερμηνείας του κόσμου. Μ’ άλλα λόγια, η θεολογία είναι ήδη επιστήμη, στο βαθμό που είναι φορέας μιας γνώσης για τον κόσμο. Έχει συγκεκριμένη αντίληψη για «το πώς έγινε ο κόσμος καθώς και [για] τους φυσικούς νόμους που ρυθμίζουν τη λειτουργία του», όταν κάνει λόγο για την εκ Θεού δημιουργία, για το κάλλος και την αρτιότητα του κόσμου, την εξαχρείωσή του από την πτώση, τη ζωοποιό παρουσία των Θείων ενεργειών μέσα στην πλάση, τη συνέχιση του προνοιακού έργου του Παρακλήτου μέσα στην ιστορία και την προσδοκία της συνολικής μεταμόρφωσης και αφθαρτοποίησης του κτιστού υπό την προοπτική των εσχάτων. Όλα αυτά είναι δόγματα που αφορούν άμεσα στην προέλευση, λειτουργία και προορισμό του φυσικού κόσμου και από την άποψη αυτή συνθέτουν το σώμα της θεολογικής γνώσης για τον κόσμο. Η γνώση αυτή, βέβαια, δεν είναι επιστημονική με τη σύγχρονη έννοια, εφόσον δεν έχει αποκτηθεί ως αποτέλεσμα της επιστημονικής μεθοδολογίας (εμπειρική παρατήρηση, λογικός συλλογισμός, πειραματική δοκιμή), αλλά είναι προϊόν αποκαλύψεως. Όμως μπορεί να θεωρηθεί επιστημονική ως προς το ότι συνιστά λόγο περί της ουσίας, της λειτουργίας και του σκοπού του σύμπαντος κόσμου, δηλαδή το αντικείμενό της είναι το ίδιο με της συμβατικής επιστήμης. Επομένως, είναι λάθος να υποθέτει κανείς, όπως υποθέτουν οι συγγραφείς των σχολικών βιβλίων, ότι η θεολογία ενδιαφέρεται αποκλειστικά για το «το ποιος και γιατί δημιούργησε τον κόσμο» και άρα «απαντά σε διαφορετικά ερωτήματα» από ‘κείνα της επιστήμης. Διότι όποιος στοχάζεται για το ποιος δημιούργησε τον κόσμο και γιατί, απαντά αυτομάτως και στο ερώτημα για το πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος! Οπότε το ερώτημα Εξέλιξη ή Δημιουργία, Big-Bang ή Γένεση δεν είναι ένα ψευδοπρόβλημα, όπως θέλουν να πιστεύουν πολλοί θεολόγοι της εποχής μας, αλλά είναι μείζον πνευματικό ζήτημα, δηλαδή θεολογικό και επιστημονικό ταυτόχρονα. Γι’ αυτό και όσοι νομίζουν ότι μπορούν να το παρακάμψουν για να περισώσουν την πίστη απλώς αυταπατώνται οικτρά.
Όμως και η επιστήμη από την εμφάνισή της εκπλήρωνε και συνεχίζει να εκπληρώνει ακραιφνώς θεολογικές λειτουργίες. Το αίτημα της γνώσης του κόσμου, της κατανόησης της φυσικής νομοτέλειας, δεν είχε ποτέ αυτόνομο χαρακτήρα αλλά ήταν αξεδιάλυτα συνυφασμένο με το περί Θεού ερώτημα και την αναζήτηση της επαφής με το Απόλυτο. Φτάνει να αναλογιστεί κανείς εδώ την επιστημονική εποποιία της αρχαίας Ελλάδας. Θα αναφερθώ πολύ σύντομα σ’ αυτήν σε λίγο. Αλλά δεν χρειάζεται να πάμε τόσο πίσω. Σας καλώ να σκεφτείτε το ρόλο και τη λειτουργία που έχει η επιστήμη και το πρακτικό της σύστοιχο, η τεχνική, στις σύγχρονες κοινωνίες. Ο ρόλος της, λοιπόν, είναι απολύτως και κυριολεκτικώς σωτηριολογικός. Στη συνείδηση του σύγχρονου ανθρώπου η υπέρβαση όλων των δεινών και των δυσκολιών της ζωής είναι στενά συνδεδεμένη με την επιστημονική πρόοδο και την τεχνολογική ανάπτυξη. Αυτές μάς προστατεύουν από τις φυσικές καταστροφές, τις ασθένειες, τις ξένες επιβουλές, ακόμη και από τις ψυχολογικές και κοινωνικές μας δυσλειτουργίες. Δια της τεχνικής υπερβαίνεται το πρωτόγονο αίσθημα της αδυναμίας μέσα στη φύση και η αδιάκοπη καλλιέργεια της έρευνας δίνει στην ανθρωπότητα την ελπίδα ενός καλύτερου, δηλαδή ασφαλέστερου και ευτυχέστερου μέλλοντος. Ο μεσσιανικός αυτός χαρακτήρας της επιστήμης και της τεχνικής ανταποκρίνεται στη λαχτάρα του ανθρώπου για λύτρωση και απελευθέρωση από τους φυσικούς περιορισμούς, προκειμένου να βιώσει μια ζωή ανεξάλειπτης μακαριότητας. Εύκολα κατανοεί κανείς τον θρησκευτικό χαρακτήρα του αιτήματος αυτού. Πάντοτε ήταν έτσι, όμως ο σημερινός άνθρωπος –ο «τελευταίος άνθρωπος», όπως τον αποκάλεσε ο Nietzsche[4] ο άνθρωπος δηλαδή που του έλαχε να ζει και να δημιουργεί στην μετά το Θάνατο του Θεού ιστορική περίοδο, δεν στρέφεται πλέον, ως συλλογικό υποκείμενο, στο υπερβατικό για να πληρώσει την θρησκευτική του ανάγκη για λύτρωση και μακαριότητα. Δεν προσβλέπει πια στον Ουρανό, ούτε αναμένει μεταθανάτιους Παραδείσους. Κι αφού ο Ουρανός έχει αδειάσει και η αλυσίδα που ένωνε «τη γη με τον ήλιο της», τον Θεό, έχει κοπεί, όπως διαπιστώνει ο νιτσεϊκός τρελός στο περίφημο απόσπασμα 125 της Χαρούμενης Επιστήμης, όλη η ελπίδα του ανθρώπου για ευημερία και ευτυχία έχει στραφεί προς τον εαυτό του. Η επιστήμη και η τεχνική είναι τα σπουδαιότερα μέσα που έχει εφεύρει ο άνθρωπος για την εκπλήρωση αυτού του στόχου. Βέβαια, δεν είναι μονάχα ο σωτηριολογικός χαρακτήρας που καθιστά το τεχνικό έργο φορέα ιερών ποιοτήτων. Είναι επίσης η αίσθηση της γοητείας και το δέος που ασκεί στις συνειδήσεις, η εικόνα της τελειότητας, της πολυπλοκότητας, της αυτάρκειας και της παντοδυναμίας  που εκπέμπει η μηχανική κατασκευή στις διάφορες εκδοχές της. Όμως δεν πρόκειται να αναλύσω εδώ τον ιεροφανειακό χαρακτήρα της σύγχρονης επιστήμη και τεχνικής. Εκείνο που θέλω να τονίσω με όλα τα παραπάνω είναι ότι η επιστήμη και η θρησκεία ούτε «αυτόνομες περιοχές ενδιαφερόντων και έρευνας» έχουν, ούτε «σε διαφορετικές αξιολογικές ροπές και ανάγκες της ενιαίας ανθρώπινης ύπαρξης» ανταποκρίνονται, όπως υποστηρίζουν τα σχολικά βιβλία. Το αίτημα που καλούνται να εκπληρώσουν είναι κοινό και απολύτως θρησκευτικό: είναι το αιώνιο αίτημα του ανθρώπου για δύναμη, ευλογία και λύτρωση.

3. ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

Περνάω αμέσως σε ορισμένα σύντομα παραδείγματα από την ιστορία του δυτικού πολιτισμού, που αποδεικνύουν την εσωτερική συνάφεια και συνέχεια που υπάρχει ανάμεσα στην θρησκεία και την επιστήμη.

Θα ξεκινήσω, όπως είναι φυσικό, από την αρχαία Ελλάδα. Για πρώτη φορά στις ακτές της Ιωνίας κατά το δεύτερο μισό του 6ου π.Χ. αιώνα ο άνθρωπος θεώρησε ότι μπορεί να ερμηνεύσει τα φυσικά φαινόμενα χωρίς να καταφύγει στην ύπαρξη θεών ή πνευμάτων. Το κολοσσιαίο αυτό άλμα εξόδου από το μύθο ήταν η ιδρυτική πράξη της επιστήμης. Παρατήρηση και ορθός λόγος ήταν τα νέα εργαλεία με τα οποία οι Ίωνες φυσιολόγοι, επιχείρησαν να αναλύσουν την κοσμική ολότητα, εντοπίζοντας τάξη πίσω από το χάος. Το εγχείρημά τους δεν είχε τεχνολογική, αλλά καθαρά θεωρητική υφή. Στη αφετηρία του υπήρξε η μεταφυσική ενόραση ότι τα φυσικά φαινόμενα διαπερνά μια ενιαία εσωτερική λογική, ότι πίσω από τον κόσμο της οντικής πολλαπλότητας και πολυμορφίας κρύβεται η ενότητα. Με μια λέξη, ότι τα πάντα κυβερνά, συνέχει και διευθύνει ο Λόγος, η Θεία δομή της πραγματικότητας. Ο άνθρωπος είναι δυνατόν να συλλάβει αυτήν την ιερή λογικότητα της φύσης δια του δικού του λογικού νου, και αν έλθει, έτσι, σε επαφή με τη Θεότητα. Η σοφία που αποκτάται από την μετοχή στο συμπαντικό Λόγο μεταφέρεται στη ζωή της πόλης και χρησιμεύει για να καταστεί έλλογο, δηλαδή κόσμιο, το ανθρώπινο ήθος. Δια της εναρμονίσεως με το Θείο Λόγο επιτυγχάνεται η πολυπόθητη ισορροπία και ευταξία στις ιδιωτικές και δημόσιες υποθέσεις. Για τους αρχαίους Έλληνες επομένως, όπως άλλωστε και για τους υπόλοιπους υψηλούς πολιτισμούς της Εγγύς και Άπω Ανατολής, η φύση ήταν η κατ’ εξοχήν ιεροφάνεια. Μην ξεχνάμε πως το ελληνικό πάνθεο δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά η ανθρωπομορφική απόδοση της φυσικής ποικιλομορφίας. Οπότε η θεολογία ήταν αυτομάτως και κοσμολογία.  Γι’ αυτό και θεωρούταν ύβρη κάθε προσπάθεια να υποταχθεί το φυσικό υλικό στην αυθαιρεσία της ανθρώπινης βούλησης.[5] Η πεποίθηση αυτή –σε συνδυασμό με την παρουσία των δούλων και την ταύτιση της χειρωνακτικής εργασίας του τεχνίτη με τη βαναυσότητα– συντέλεσε στο να μην αναπτυχθεί το τεχνικό πνεύμα στην αρχαία Ελλάδα. Συμπερασματικά, στις μεγάλες μορφές των Προσωκρατικών, που ήταν μύστες και ιεροφάντες και ταυτόχρονα φυσικοί επιστήμονες και φιλόσοφοι, σπουδάζεται συμβολικά η αδιάσπαστη ενότητα μεταξύ επιστημονικής γνώσης και θρησκευτικής έκστασης, λογικής διαπραγμάτευσης και ενορατικής σύλληψης της Αλήθειας.

Την ίδια ενότητα, μολονότι ενταγμένη σε τελείως διαφορετικό κοσμοθεωρητικό πλαίσιο, παρατηρεί κανείς και στην περίπτωση του Ισραήλ. Εδώ πλέον, ο Θεός δεν βρίσκεται εντός του κοσμικού, δεν κατανοείται ως ο εσώτερος Λόγος της Φύσης, αλλά είναι ο υπερβατικός Δημιουργός και διακοσμητής των πάντων. Η εβραϊκή θρησκεία εισηγείται για πρώτη φορά την οντολογική ρήξη μεταξύ κτιστού και Ακτίστου –διάκριση που, ως γνωστόν, επρόκειτο να σημαδέψει ανεξίτηλα και τη χριστιανική θεολογία και κοσμολογία. Ωστόσο, η συμβολική γλώσσα της Βίβλου υπαινίσσεται εξαρχής τη συνάφεια επιστήμης και ιερότητας. Είναι ο ίδιος ο Κύριος που εισάγει τον Αδάμ στην επιστημονική γνώση του κόσμου μέσα από την ονοματοδοσία των όντων. «Ο Κύριος έπλασε από το έδαφος όλα τα ζώα του αγρού και τα πτηνά του ουρανού και τα έφερε μπροστά στον άνθρωπο, για να δει πώς θα τα ονομάσει. Και ό,τι όνομα έδινε ο άνθρωπος σε κάθε ζωντανή ύπαρξη, αυτό ήταν και το όνομά της.» (Γεν. 3:19) Και γνωρίζουμε καλά από την ιστορία των θρησκειών πως η γνώση του ονόματος κάποιου όντος ή πράγματος ισοδυναμεί με γνώση της ουσίας του. Επιπλέον, θυμηθείτε πως είναι πάλι ο Κύριος που παραδίδει το πρώτο συστηματικό μάθημα μηχανικής στο Νώε, όταν την κρίσιμη ώρα πριν τον Κατακλυσμό τού παραγγέλλει: «Εσύ όμως κάνε μια κιβωτό από ξύλα ρητινοφόρου δέντρου χώρισέ την σε δωμάτια και άλειψε την από μέσα κι απ’ έξω με πίσσα. Να πως θα την κατασκευάσεις: Το μήκος της θα είναι τριακόσιοι πήχεις, το πλάτος της πενήντα πήχεις και το ύψος της τριάντα. Θα της βάλεις στέγη, αφήνοντας ανάμεσα σ’ αυτήν και στην κουπαστή απόσταση ενός πήχεως, και την πόρτα της θα την τοποθετήσεις στο πλευρό της. Θα κατασκευάσεις ένα χαμηλότερο όροφο, ένα δεύτερο και έναν τρίτο.» (Γεν. 6:14-16) Βλέπουμε, επομένως, ότι παρόλο που ο Θεός του Ισραήλ είναι ένας Θεός της ιστορίας και όχι της φύσης, εντούτοις καμιά εχθρότητα ή αποστροφή προς την υλική δημιουργία δεν παρατηρείται. Όπως η Βίβλος καταγράφει τις πράξεις του Κυρίου και τις εντολές Του προς τον εκλεκτό λαό, έτσι και η φύση κατανοείται ως ένα δεύτερο μεγάλο βιβλίο, του οποίου η ανάγνωση υπό προϋποθέσεις οδηγεί στη θεογνωσία, κατά το ψαλμικό: «Τα ουράνια φανερώνουνε το μεγαλείο του Θεού και δείχνει το στερέωμα τα έργα που έχει φτιάξει. Η μια στην άλλη μέρα μεταδίδει αυτό το μήνυμα και η μια στην άλλη νύχτα μεταφέρει αυτή τη γνώση. Χωρίς να ‘χουν  μιλιά και δίχως λόγια· η φωνή τους δεν ακούγεται. Κι όμως σ’ όλη τη γη απλώθηκε η λαλιά τους, οι λέξεις τους στα πέρατα της οικουμένης.» (Ψαλμ. 19[18]: 2-5) 

Παρακάμπτω στο σημείο αυτό το τεράστιο θέμα του ρόλου που έπαιξαν ιστορικά το ιουδαιοχριστιανικό κοσμοείδωλο και η χριστιανική θεολογία στην ανάπτυξη του νεώτερου τεχνικού πνεύματος[6], διότι είναι εξαιρετικά πολύπτυχο και ο χρόνος δεν επαρκεί. Θα αναφερθώ ενδεικτικά σε δύο μονάχα παραδείγματα-σταθμούς από τα οποία μπορούν να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα.

Το πρώτο αφορά την εφεύρεση της τυπογραφίας από τον Johannes Gutenberg στα μέσα του 15ου αιώνα. Το πρώτο ολοκληρωμένο βιβλίο, που τύπωσε η βιδωτή πρέσα του Γερμανού πατρίκιου από το Mainz, ήταν η Αγία Γραφή. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1455 προς μεγάλη τέρψη της Καθολικής Εκκλησίας, πιστό τέκνο της οποίας ήταν, άλλωστε, ο Γουτεμβέργιος. Μάλιστα ανάμεσα στις πρώτες εκτυπώσεις που βγήκαν από το εργαστήριό του ήταν και μερικές χιλιάδες συγχωροχάρτια που του είχε παραγγείλει ο τοπικός επίσκοπος. Εντούτοις, παρότι η νέα εφεύρεση ετέθη εξαρχής στην υπηρεσία του κλήρου, έμελλε να επιφέρει σοβαρότατο πλήγμα στο κύρος του. Διότι δια του βιβλίου οι επιμέρους υποκειμενικές γνώμες έβρισκαν τώρα ελεύθερο πεδίο έκφρασης και κοινοποίησης. Όποιος είχε τα υλικά μέσα μπορούσε να παραγγείλει την εκτύπωση του συγγράμματός του, χωρίς να χρειάζεται να καταφύγει στα αντιγραφεία, που ήταν μοναστηριακές υποδομές και απαιτούσαν την έγκριση της εκκλησιαστικής διοίκησης. Δια της τυπογραφίας, επομένως, εισήλθε στην Ευρώπη η πολυφωνία και επετεύχθη ο εκδημοκρατισμός της γνώσης. Η εξέλιξη αυτή έθεσε εν αμφιβόλω την αυθεντία της Εκκλησίας και συνέβαλλε τα μέγιστα στην τελική ανατροπή της. Και τούτο διότι ανάγκασε τη θεολογία απολογηθεί, να εμπλακεί σε διάλογο προκειμένου υπερασπιστεί τις απόψεις της, οι οποίες τώρα δεν ήταν πλέον μοναδικές και αυτονόητες, αλλά συνυπήρχαν, συγκρίνονταν και αντιπαραβάλλονταν με πλήθος άλλες. Έτσι με τον καιρό η εγκυρότητα τους ελέγχθηκε και τελικώς ο λόγος της Καθολικής Εκκλησίας από υπέρτατη και θεόπνευστη αυθεντία μεταβλήθηκε σε ένα λόγο μεταξύ άλλων –δηλαδή η αξία του σχετικοποιήθηκε. Κι ως γνωστόν, ήταν η τυπογραφία που «έστρωσε το δρόμο» για τη Διαμαρτύρηση και τον Προτεσταντισμό. Επιπλέον, ο ραγδαίος πολλαπλασιασμός των αντιγράφων μέσω της τυπογραφίας στέρησε από την Εκκλησία τη δυνατότητα που είχε στο παρελθόν να ασκεί βία, όταν μάζευε και πυρπολούσε τα συγγράμματα των αιρετικών, εξαφανίζοντας με τον τρόπο αυτό τις απόψεις τους από προσώπου γης. Αυτό δεν ήταν πια δυνατόν λόγω του πλήθους των αντιγράφων, και παρόλο που η Ιερά Εξέταση προχώρησε στην κατάρτιση καταλόγου απαγορευμένων βιβλίων, το κλίμα ήταν πλέον αδύνατον να αναστραφεί. Πρώτο παράδειγμα, λοιπόν, για το πώς μια επιστημονική και τεχνολογική καινοτομία αλληλεπιδρά με το θρησκευτικό περιβάλλον και το μεταβάλλει άρδην.

Δεύτερο παράδειγμα είναι εκείνο του ρολογιού. Το μηχανικό ωρολόγιο, που λειτουργούσε αυτόματα και εκμεταλλευόταν τα ζεύγη δυνάμεων που δημιουργούσαν κατάλληλα τοποθετημένα βαρίδια, εφευρέθηκε στις αρχές του 13ου αιώνα από μοναχούς της βόρειας Ευρώπης προκειμένου να σημαίνονται τις νύχτες οι ώρες τής αφύπνισης για προσευχή. Το ψυχρό κλίμα των βόρειων χωρών δεν ευνοούσε τη χρήση της υδραυλικής κλεψύδρας, που ήταν τόσο διαδεδομένη στα θερμά κλίματα, διότι πάγωνε το νερό και σταματούσε η μέτρηση του χρόνου. Το όργανο αυτό, όμως, που δημιουργήθηκε για να συμβάλλει στη δοξολογία του Υψίστου, τελικώς συντέλεσε όσο κανένα άλλο στην εκδίωξή του από τον κόσμο. Και τούτο διότι υπέβαλε στη συνείδηση του ανθρώπου την ιδέα της μηχανής. Από τη στιγμή αυτή κι έπειτα, η τεχνική έγινε πλέον η προϋπόθεση της ανθρώπινης ουσίας, ορίζοντας τη στάση του σύγχρονου ανθρώπου εντός του κόσμου. Με το ρολόι δεν υπάρχει πια μέρα και νύχτα, αλλά ποιοτικώς αδιάφορο εικοσιτετράωρο. Δεν είναι πλέον η φύση που προσδιορίζει την καθημερινότητα, αλλά η μετά-φυσική λειτουργία της μηχανής. Έκτοτε, η ανθρώπινη ζωή έχει προσλάβει μεταφυσικούς ρυθμούς, καθώς απελευθερώθηκε από τον φυσικό επικαθορισμό και υποτάχθηκε στην προστακτική της τεχνικής. Έτσι, δια της μηχανής, πρότυπο και πρόγονος της οποίας υπήρξε το μεσαιωνικό ρολόι, η ιστορία της ανθρωπότητας εισήλθε στην υπερβατική της φάση, αφού πλέον ο άνθρωπος έγινε ικανός να επιτελέσει έργα που μονάχα ο Θεός –ως υπεράνω της φύσεως– μπορούσε να κατορθώσει. Η ανθρώπινη βούληση αποχαλινώθηκε, αυτονομήθηκε από τη φυσική κανονιστική και μεθόδευσε τη συστηματική κατανίκηση του φυσικού υλικού. Το αμιγώς θρησκευτικό αυτό αίτημα εκφράστηκε ανά τους αιώνες στους κόλπους διαφόρων ασκητικών παραδόσεων, όπως ο ορφισμός, ο νεοπλατωνισμός, ο γνωστικισμός, τα ανατολικά θρησκεύματα κ.α., ποτέ όμως δεν εκπληρώθηκε με τέτοιο κυριολεκτικό τρόπο και σε τέτοια ευρεία κλίμακα όσο μέσω της σύγχρονης τεχνικής. Η μηχανική έγινε τώρα το όργανο μέσω του οποίου πραγματώθηκε η πάγια επιθυμία του πνεύματος να λυτρωθεί από τα δεσμά της ύλης. Έτσι, στο πλαίσιο του πολιτισμού της νεωτερικότητας η imitatio machinae ισοδυναμεί με imitatio Dei, πράγμα που σημαίνει ότι επιστήμη και θρησκεία ποτέ πια δεν μπορούν να κατανοηθούν και να βιωθούν ανεξάρτητα η μια από την άλλη.[7]

4. ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ: ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα παραδείγματα αυτά, μαζί με χιλιάδες άλλα, δείχνουν ότι υπάρχει στενή αλληλεπίδραση ανάμεσα στην επιστήμη και στη θρησκεία. Οι δυο χώροι, επομένως, είναι ορθότερο να αντιμετωπίζονται ως «συγκοινωνούντα δοχεία»,[8] παρά ως «δυο εκδηλώσεις του ανθρώπινου πνεύματος που κινούνται σε διαφορετικά επίπεδα» και έχουν «αυτόνομες περιοχές ενδιαφερόντων και έρευνας», όπως διατείνονται τα σχολικά βιβλία. Μην λησμονούμε πως η θρησκευτική παράδοση του Χριστιανισμού υπήρξε η μεγάλη μήτρα του δυτικού πολιτισμού στο σύνολό του. Όπως εύστοχα έχει παρατηρήσει ο ιστορικός Lynn White: «η σύγχρονη δυτική επιστήμη χύθηκε στο καλούπι της χριστιανικής θεολογίας».[9] Αυτό σημαίνει ότι ήρθε για να την αντικαταστήσει, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα και την υποχρέωση να επιτελέσει το έργο της και να εκπληρώσει την εσωτερική της δυναμική. Δεν αρκείται, δηλαδή, κα λειτουργήσει η επιστήμη απλώς συμπληρωματικά ως προς τη θρησκεία, αλλά επιδίδεται στην ίδια ακριβώς αναζήτηση με ‘κείνη, αν και με διαφορετικό τρόπο και δι’ άλλης οδού. «Η σύγχρονη τεχνολογία και η σύγχρονη πίστη», αποφαίνεται ένας άλλος σημαντικός ιστορικός της επιστήμης, ο David Noble «δεν είναι ούτε συμπληρωματικές ούτε αντιτιθέμενες, κι ούτε εκπροσωπούν δυο διαδοχικές φάσεις της ανθρώπινης εξέλιξης. Είναι συνενωμένες μεταξύ τους, και πάντοτε ήταν έτσι, αφού το τεχνολογικό εγχείρημα είναι συγχρόνως και ουσιωδώς θρησκευτική αναζήτηση.»[10]

Αν είναι έτσι όμως, πού ερείδεται η σχιζοφρενική θεωρία της ανεξαρτησίας και αυτονομίας, που τόσο έχει βολέψει τους θεολόγους; Γνώμη μου είναι ότι πρόκειται για στοιχείο υποβολιμαίο στην όλη συζήτηση. Δεν προκύπτει δηλαδή αυτό το πολωτικό σχήμα από την ίδια τη θεολογική σκέψη ή την εκκλησιαστική εμπειρία, αλλά υπαγορεύεται από το γενικότερο ιδεολογικό κλίμα της Νεωτερικότητας. Θα εξηγήσω αμέσως τι εννοώ. Στη βάση της προσέγγισης αυτής βρίσκεται η αντίληψη ότι η θρησκεία είναι ένας μόνο από τους πολλούς θεσμούς και τομείς, οι οποίοι συνυπάρχουν αρμονικά στο εκκοσμικευμένο περιβάλλον του μοντέρνου πολιτισμού (institutional differentiation).[11] Ως τέτοιος τομέας η θρησκεία δεν επιτρέπεται να εγείρει καθολικές αξιώσεις ερμηνείας της πραγματικότητας και πολύ περισσότερο δεν έχει το δικαίωμα να απαιτεί μερίδιο στην εξουσία. Εξ ου και ο χωρισμός Εκκλησίας και Κράτους ως κυρίαρχο μοντέλο στον Ευρωπαϊκό χώρο. Το μόνο που επιτρέπεται να κάνει η θρησκεία στα πλαίσια του μοντέρνου κράτους είναι να φροντίζει για τα πνευματικά ζητήματα και τη φιλανθρωπία. Τώρα, με τον όρο «πνευματικά ζητήματα» εννοούνται πρώτον η τακτοποίηση των ψυχολογικών και υπαρξιακών υποθέσεων των πιστών και δεύτερον η εφαρμογή των τελετουργικών τυπικών που ορίζει η εκκλησιαστική παράδοση. Αυτά είναι  «τα όρια», που η θρησκεία δεν πρέπει να «υπερβαίνει», αυτές είναι οι «αρμοδιότητες» στις οποίες οφείλει να «περιορίζεται», όπως το ζητούν οι συγγραφείς των σχολικών εγχειριδίων, προκειμένου να αποφεύγονται οι συγκρούσεις. Σύμφωνα, λοιπόν, με τη γραφειοκρατική διάρθρωση της πραγματικότητας η θρησκεία οφείλει να μετατραπεί σε ιδιωτική υπόθεση –δηλαδή σε «πνευματικότητα»– ή αλλιώς οφείλει να εξαφανιστεί.
Στο πλαίσιο αυτό οι σχέσεις επιστήμης και θεολογίας ανακαθορίστηκαν. Από την εχθρότητα και τη σύγκρουση που επικράτησαν από τον 17ο έως και τα τέλη του 19ου αιώνα, περάσαμε πλέον σε μια φάση ειρήνευσης, που παραπέμπει λίγο στη μεσαιωνική και αναγεννησιακή περίοδο. Όμως, ενώ τότε η νεοπαγής επιστημονική έρευνα πάσχιζε να αποδείξει ότι τα συμπεράσματά της διόλου δεν αντιφάσκουν με τα εκκλησιαστικά δόγματα, τώρα είναι η θεολογία που προσπαθεί να παρουσιάσει το περιεχόμενό της ακίνδυνο για την επιστήμη. Η ριζική αυτή μεταβολή έχει συμβεί διότι η μεν επιστήμη είναι ο υπέρτατος νομιμοποιητικός λόγος της νεωτερικότητας, η δε τεχνική είναι η δεσπόζουσα σωτηριολογική δύναμη της οικουμένης. Οπότε η θεολογίας δεν έχει άλλη οδό παρά να συνθηκολογήσει μαζί τους, μήπως και περιβληθεί λίγο από το κύρος τους. Κι αν όχι, τουλάχιστον να μην αποπεμφθεί και καταστεί ολότελα ανυπόληπτη και άχρηστη –αντιεπιστημονικό και αντιτεχνολογικό κατάλοιπο ενός σκοτεινού και υποανάπτυκτου παρελθόντος. Ενώπιον του φάσματος της ολικής κατάρρευσης είναι σαν η θεολογία να δηλώνει ότι: «εντάξει, τα δόγματά μας και το κοσμοείδωλο της παράδοσης μπορεί να μην συμφωνούν σε πολλά σημεία με τα πορίσματα της επιστήμης, αλλά αυτό συμβαίνει όχι διότι είναι λάθος, αλλά διότι είναι άλλης τάξεως μεγέθη, αναφέρονται στο χώρο του πνεύματος και του νοήματος, κι όχι της ύλης και της πράξης». Κι έτσι φτάνουμε στις ιστορικά και θεολογικά αστήριχτες θεωρήσεις περί αυτονομίας και συνύπαρξης, περί ξεχωριστών πεδίων και αλληλοσυμπλήρωσης. Ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για μια άνευ όρων παράδοση και υποταγή της θεολογίας στην επιστήμη. Κι όχι μονάχα της θεολογίας, αλλά και της ίδια της θρησκευτικής εμπειρίας και παρουσίας. Τρανό παράδειγμα, ο θεραπευτισμός που καλλιεργήθηκε μετά τη δεκαετία του ’60 στους χώρους της Νέας Πνευματικότητας.[12]  Κατόπιν εξαπλώθηκε μολυσματικά σε όλες τις μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις –φυσικά και στην Ορθοδοξία. Τι θα πει θεραπευτισμός; Θα πει ότι η θρησκεία κατανοείται κυρίως ή αποκλειστικά ως θεραπευτική μέθοδος, της οποίας οι τεχνικές είναι εμπειρικά επικυρωμένες και αποτελεσματικές –απολύτως σύμφωνες με την τελευταία λέξη της σύγχρονης ιατρικής επιστήμης. Θεραπεύει, δηλαδή, η θρησκεία το σώμα και την ψυχή κατά τρόπο που μπορεί να παρατηρηθεί, να μετρηθεί και να σχεδιαστεί επιστημονικά. Φυσικά ο τρόπος διατύπωσης και εφαρμογής της θρησκευτικής θεραπευτικής δεν είναι ίδιος με τον επιστημονικό, αφού αντλεί από τη συμβολική γλώσσα της παράδοσης, αλλά παρόλα αυτά τα αποτελέσματα είναι εγγυημένα. Δεν θα μακρύνω άλλο επί αυτού του θέματος. Απλώς το θίγω για να δώσω μια αφορμή για προβληματισμό. [13]

Στο άλλο άκρο, τελείως αντίθετοι με την ιδεολογία της συναίνεσης, την οποία έχει ασπαστεί η προοδευτική και φιλελεύθερη θεολογική πτέρυγα, βρίσκονται οι συντηρητικοί, οι φονταμενταλιστές –ιδιαίτερα προτεσταντικής προελεύσεως. Οι κύκλοι αυτοί υιοθετούν μια στείρα κατά γράμμα ερμηνεία της Βίβλου –η οποία τους οδηγεί συχνά σε καταγέλαστα συμπεράσματα– και στη βάση αυτή απορρίπτουν συλλήβδην επιστημονικές θεωρίες, όπως της Εξέλιξης, του Big-Bang και άλλες. Στον πυρήνα του επιχειρήματός τους βρίσκεται η αντίληψη ότι η επιστήμη μετά το Διαφωτισμό εκτρέφει την ανθρώπινη αλαζονεία, προάγει τον ατομικισμό και παγιώνει ένα διαβρωτικό για την οικογένεια και την κοινωνία κλίμα αθεϊσμού και ανηθικότητας. Στις Η.Π.Α., όπου η παρουσία των συντηρητικών προτεσταντών είναι ιδιαίτερα ισχυρή και η πολιτική τους επιρροή σημαντική, τις απόψεις αυτές συμμερίζεται μεγάλη μερίδα του λαού και η σύγκρουση ανάμεσα στην επιστήμη και στη θρησκεία είναι ζωντανή, τόσο στο δημόσιο διάλογο μέσω των media, όσο και σε θεσμούς όπως η δημόσια εκπαίδευση –ιδίως η δευτεροβάθμια. Είναι σαφές ότι πίσω από την αντιπαράθεση αυτή βρίσκονται αντίπαλες δυνάμεις μέσα στην κοινωνία, που εκπροσωπούν διαφορετικές κουλτούρες και έχουν διαφορετικές ιδεολογικές αρχές και πολιτικές τοποθετήσεις. Καθώς ανταγωνίζονται, διεκδικώντας μερίδιο στην εξουσία, οι φορείς των δυνάμεων αυτών επιχειρούν να αξιοποιήσουν τους εμβληματικούς συμβολισμούς της θρησκευτικής και της επιστημονικής κληρονομιάς. Δεν μπορώ να ασχοληθώ εδώ με την ουσία των συντηρητικών απόψεων. Να σημειώσω μόνο ότι είναι ακόμη περισσότερο μονομερείς και εσφαλμένες από των προοδευτικών. Διότι εκτός του ότι και αυτοί υιοθετούν τη θεωρία περί των αυτόνομων πεδίων, επιπροσθέτως συντηρούν την πεποίθηση πως αν η θρησκεία αφεθεί να κυριαρχήσει στο δημόσιο χώρο, ελέγχοντας κανονιστικά το καθετί θα επέλθει κοινωνική αρμονία και η γη θα μεταβληθεί σε Παράδεισο ηθικής, ειρήνευσης και δικαιοσύνης –αφού πρώτα, βέβαια, εκριζωθούν τα «ζιζάνια». Η ζωή θα κυλάει σύμφωνα με τις εντολές και τις επιθυμίες του Υψίστου και ο πολιτισμός θα επιστρέψει στην ευαγγελική του αθωότητα. Η ιστορία έχει αποδείξει ότι η πεποίθηση αυτή εκτός από απατηλή είναι και επικίνδυνη, καθώς οι θεοκρατικές απόπειρες που κατά καιρούς ευοδώθηκαν παρήγαγαν μονάχα μίσος, πόνο, σκοτάδι, απιστία και απανθρωπιά. Ευχαριστώ δεν θα πάρω.

Οπότε που καταλήγουμε; Νομίζω πως μια ιστορικά δίκαιη, θεωρητικά τεκμηριωμένη και κοινωνικά λειτουργική προσέγγιση των σχέσεων θεολογίας και επιστήμης σήμερα οφείλει να κινηθεί πέρα από το δίπολο: εχθρότητα – ανοχή. Αυτό που χρειάζεται είναι η εγκαθίδρυση σχέσεων εσωτερικής συνάφειας και συνεργασίας. Μ’ αυτό δεν εννοώ κάποια διαδικασία «διαλόγου», όπως αυτές που συνήθως κάνει η θεολογία με την κοσμική σκέψη –π.χ. «ο διάλογος με την Αριστερά». Αυτά είναι πράγματα εν πολλοίς τεχνητά και προσχηματικά, αφού συνήθως καταλήγουν στο δημώδες «κάλιο μακριά κι αγαπημένοι». Σ’ αυτούς τους διαλόγους κανείς στην ουσία δεν θέλει να επικοινωνήσει ειλικρινά με τον άλλο, να σχετιστεί με διάθεση να προσλάβει στοιχεία, να επηρεασθεί, ακόμη και να αλλάξει κάποιες από τις ιδέες του. Απλώς προσέρχεται για να καταθέσει τις αλάθητες απόψεις του και να αποχωρήσει. Δεν εννοώ εδώ κάτι τέτοιο. Αυτό που έχουμε ανάγκη είναι μια εσωτερική, οργανική ενότητα θεολογίας και επιστήμης, με σκοπό μια πιο αυθεντική εικόνα και μια πιο ζωντανή εμπειρία της ιερότητας και με άξονα μια ηθική της ευθύνης.[14] Μπροστά στα ποικίλα αδιέξοδα και τραγωδίες που συνεπάγεται η εφαρμογή του τεχνικού πολιτισμού ανά την οικουμένη (από την οικολογική αποσάθρωση έως την αποκτήνωση του ανθρώπου) η επιστήμη οφείλει να θεολογεί και η θεολογία οφείλει να κρίνει και να ερευνά. Μέσω της οργανικής τους σύμπραξης μπορεί να διασωθεί η ακεραιότητα του ανθρωπίνου προσώπου και να ανοίξει ο δρόμος για μετά-μοντέρνες θεολογικές ενοράσεις που θα αγκαλιάζουν την εμπειρία του ανθρώπου της εποχής και θα ανταποκρίνονται στις πνευματικές ανάγκες και στα υπαρξιακά αιτήματα των σκοτεινών καιρών μας. Όχι να σχετιστούν εκ των υστέρων προσπαθώντας να εναρμονίσουν τα συμπεράσματα και τα πορίσματά τους, αλλά να ξεκινήσουν από κοινή αφετηρία τη μακριά και δύσκολη πορεία προς τη δημιουργία ενός καλύτερου μέλλοντος. Χρειάζεται αμοιβαίος εμπλουτισμός, ειλικρινής αλληλεπίδραση και σύμπραξη για το καλό του ανθρώπου. Δεν είμαι, βέβαια, αφελής. Γνωρίζω ότι τέτοιες ευρείας κλίμακας συνθέσεις δεν είναι εύκολο να γίνουν, καθώς υψώνονται χιλιάδες εμπόδια, φόβοι και προκαταλήψεις. Κι ούτε είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος ότι ποτέ αυτά θα ξεπεραστούν. Απλώς καταθέτω κάποιες σκέψεις, ως αποτέλεσμα και ταυτόχρονα ως αφορμή ειλικρινούς προβληματισμού.

Σε μια υποθετική αρμονική σχέση, λοιπόν, η θεολογία έχει καταρχάς να προσφέρει την εμπειρία ενός κόσμου που δεν είναι νεκρός και απομαγευμένος, όπως τον κατάντησε η νεωτερικότητα –πραγματικό πτώμα στο νεκροτομείο– αλλά είναι τόπος ιερός, εύφορο πεδίο εκδήλωσης της Θείας Πρόνοιας. Μια τέτοια προοπτική κομίζει τις δικές της προϋποθέσεις και απαιτήσεις στο τεχνολογικό εγχείρημα, διότι συνεπάγεται την ανάληψη υπεύθυνης στάσης έναντι του κόσμου, ώστε ο άνθρωπος να συμπεριφέρεται ως συντηρητής και συνδημιουργός κι όχι ως εκμεταλλευτής και καταστροφέας. Επιπλέον, η θεολογία, με την προφητική και κριτική της στάση έναντι στα παντοειδή είδωλα που αφθονούν γύρω μας κι εντός μας μπορεί να συμβάλλει καταλυτικά στην αποδέσμευση της επιστημονικής έρευνας και της τεχνολογικής ανάπτυξης από την καταδυναστεία της πολιτικής και της οικονομίας. Διότι σήμερα παρουσιάζεται το φαινόμενο, από δυνάμεις απελευθέρωσης και χειραφέτησης που ήταν, η επιστήμη και η τεχνική να έχουν μεταβληθεί σε δυνάμεις καταπίεσης και χειραγώγησης των συνειδήσεων, όργανα κοινωνικής εκμετάλλευσης και πειθαναγκασμού στην υπηρεσία της οικονομικής και πολιτικής ολιγαρχίας. Διότι η τεχνική δεν αποτελεί απλά όργανο βασανιστηρίου της φύσης, αλλά είναι παράλληλα κι ένας αποφασιστικός παράγοντας καταμερισμού της οικονομικής και πολιτικής ισχύος –και ότι οι δύο αυτοί χαρακτήρες είναι απόλυτα διασυνδεδεμένοι μεταξύ τους. Κατά την επιγραμματική διατύπωση του Marcuse, «η μηχανή είναι ένας δούλος που χρησιμεύει για να κάνουμε τους άλλους δούλους».[15] Έτσι, σε πολλές περιπτώσεις, ο λόγος της επιστήμης έχει μεταλλαχθεί σε λόγο της εξουσίας. Η τελευταία τον αξιοποιεί για να προβάλει ως υπέρτατη αυθεντία, πείθοντας ότι οι επιλογές της είναι αντικειμενικά ορθές και κοινωνικά ωφέλιμες. Με τον τρόπο αυτό, ο επιστημονικός λόγος αποκτά χαρακτηριστικά που είχε άλλοτε ο εκκλησιαστικός –και μάλιστα στη χειρότερη εκδοχή του. Γίνεται λόγος δογματικός, αυταρχικός και αυθαίρετος. Αποδεχόμενη ρόλο υπαλλήλου της πολιτικής ιδεολογίας και υπηρέτη της αγοράς και του κέρδους, η επιστήμη έχει στην περίπτωση αυτή μετατραπεί σε κλειστό κύκλωμα παραγωγής γνώσης με σκοπό την αλλοτρίωση και τη χρησιμοθηρία. Προς το σκοπό αυτό έχει διαρθρωθεί ένα ιερατείο, ένα τελετουργικό τυπικό, υπάρχουν τηλε-ευαγγελιστές και ναοί της επιστήμης, αφιονισμένοι οπαδοί, είδωλα και ιερά προσκυνήματα. Μ’ άλλα λόγια έχει αποκτήσει και ο επιστημονικός χώρος γραφειοκρατική διάρθρωση ανάλογη της θρησκευτικής διοίκησης, λειτουργώντας ως εξουσιαστικός θεσμός. Γι’ αυτό και ο Αυστριακός επιστημολόγος Paul Feyerabend έχει εισηγηθεί το χωρισμό κράτους-επιστήμης, κατά τα πρότυπα του χωρισμού κράτους-εκκλησίας, ώστε η επιστημονική σκέψη να εκδημοκρατιστεί, να ανοίξει η έρευνα και να διαφύγει η γνώση από τα κλειστά κονκλάβια των ακαδημαϊκών ελίτ, που στεγάζονται από το κράτος, αλλά ψωμίζονται από τις πολυεθνικές εταιρίες.[16] Προς την κατεύθυνση αυτή, της απελευθέρωσης της επιστήμης, η αγωνιστική συνείδηση και η προφητική μαρτυρία της θεολογίας έχει πολλά να προσφέρει.
Αλλά και στο εσωτερικό του επιστημονικού πεδίου η συμβολή της θεολογίας μπορεί να οδηγήσει σε διαδικασίες πρόσληψης και εμπλουτισμού. Μέσα από την επιστημολογική και μεθοδολογική συνάντηση θεολογίας και επιστήμης, η τελευταία μπορεί να αφήσει πίσω της την παράδοση του θετικισμού, του εμπειρισμού και του ντετερμινισμού –που, άλλωστε, τόση κριτική έχει υποστεί κατά τον 19ο και 20ο αιώνα από ποικίλες κατευθύνσεις (ρομαντισμός, νέα φυσική, επιστημολογικός αναρχισμός, μεταμοντέρνα φιλοσοφία κ.α.). Και να προχωρήσει επιτέλους με αποφασιστικότερα βήματα νέες, πιο γόνιμες μεθοδολογικές προκείμενες, που θα αξιοποιούν τις δυνατότητες και τα δεδομένα γνωσιολογικών μεθόδων από το χώρο της θρησκείας και της τέχνης, όπως το συναίσθημα, η ενόραση, η πίστη, η συμμετοχική παρατήρηση, η ενσυναίσθηση, η συμπάθεια κ.α. Επομένως, εκείνο που χρειαζόμαστε δεν είναι μια ασθενική και τετρομαγμένη θεολογία να προσπαθεί να εξευμενίσει μια παλιομοδίτικη και αλλοτριωμένη επιστήμη, αλλά μια πηγαία και τολμηρή θεολογία ικανή να βοηθήσει την έρευνα και να την ανακατευθυνθεί σε ατραπούς ανιδιοτελείς και λιγότερο πεπατημένες, μέσω των οποίων, όμως, μπορεί να επιτευχθεί πληρέστερη και αυθεντικότερη μετοχή στην Αλήθεια, με απώτερο στόχο το κοινό καλό.

  Από την άλλη, μια επιστήμη, που θα έχει υπερβεί τη στείρα και άχαρη θετικιστική της καταβολή, και θα έχει γίνει μια εμπνευσμένη και χαρισματική διερεύνηση των όρων άρθρωσης των φυσικών και κοινωνικών φαινομένων –δηλαδή μια επιστήμη που δεν θα αποκλείει ακόμη και την παραβίαση ορισμένων επιστημονικών κανόνων, όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο για την εύρεση της αλήθειας και της αρετής, όπως το έδειξε ο Paul Feyerabend στο εμβληματικό του έργο Against Method– έχει πολλά να προσφέρει στη σύγχρονη θρησκεία. Διότι μπορεί να την βοηθήσει να κατανοήσει πληρέστερα τον εαυτό της και τους άλλους, υποχρεώνοντάς την να εισέλθει στην απαραίτητη τροχιά αυτοεξέτασης και αυτογνωσίας ενώπιον των νέων συνθηκών –ανάγκη που άλλωστε υπαγορεύεται και από την ίδια την πνευματική προϋπόθεση της ταπεινοφροσύνης και της μετάνοιας, αλλά και από το πάντοτε οξυμένο ιστορικό αισθητήριο της θεολογίας. Σκεφτείτε λίγο το πόσο έχει βοηθήσει, για παράδειγμα, η επιστήμη της θρησκειολογίας, δηλαδή η ιστορική και φαινομενολογική μελέτη των θρησκευτικών παραδόσεων, στο να αποκτήσει η χριστιανική θεολογία και η Εκκλησία μια πιο έγκυρη και συνετή εικόνα για τους θρησκευτικούς Άλλους. Διευκολύνεται η επικοινωνία, καταλύεται η άγνοια, αποφεύγονται οι παρερμηνείες και περιορίζονται τα μίση. Αν έχει κάποιο δίκιο το ρητό που λέει πως «ο εχθρός είναι κάποιος του οποίου την προσωπική ιστορία αγνοούμε», τότε ισχύει πως όταν γνωρίσεις αληθινά τον άλλον υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες να τον εκτιμήσεις, να τον σεβαστείς, ακόμη και να τον συγχωρήσεις. Ειδάλλως παραμένεις δέσμιος των προκαταλήψεων, του ναρκισσισμού και της συμπλεγματικής σου ανασφάλειας, ευρισκόμενος τελικά αναπολόγητος ενώπιον Θεού και ανθρώπων. Προς την κατεύθυνση αυτή το επιστημονικό πνεύμα και η επιστημονική μεθοδολογία πολλά έχουν να προσφέρουν στη θεολογία, καθώς ενδέχεται να διευκολύνουν το έργο της αποκαταλλαγής και της αγάπης, που συνιστούν Θεία εντολή.
Αλλά και στις εσωτερικές υποθέσεις της θεολογίας και της θρησκείας η επιστημονική γνώση μπορεί να αποδειχτεί πολύτιμη. Διότι κομίζει πολύτιμη γνώση και πνεύμα κριτικής αναδιαπραγμάτευσης του παρελθόντος της παράδοσης, ώστε να εντοπιστούν και να παραμένουν ανθεκτικοί οδοδείκτες του μέλλοντος μονάχα τα γνήσια και αληθινά στοιχεία της πίστης. Χρειάζεται προς την κατεύθυνση αυτή μια κριτική θεολογία ικανή να αναλάβει την προφητική αποστολή που της αναλογεί, διατηρώντας την Εκκλησία ελεύθερη από ολοκληρωτισμούς, φανατικές εμμονές και οπισθοδρομικές αγκυλώσεις. Τέτοιου είδους καθηλώσεις προδίδουν τον ανακαινιστικό χαρακτήρα του Χριστιανισμού, δυσφημούν την πίστη και αδικούν το έργο του Θεού μέσα στην ιστορία. Καθήκον συνεπώς της θεολογίας είναι να λειτουργεί μονίμως κριτικά και αυτοκριτικά, να υποβάλει τη θρησκευτική συνείδηση σε διαρκή βάσανο, κατά τα πρότυπα των νηπτικών πατέρων, ώστε να διακριβώνονται κάθε φορά οι προθέσεις, τα κίνητρα και οι σκοπιμότητες του εκκλησιαστικού λόγου και έργου, εάν είναι κατά Χριστόν ή όχι.

Κλείνω με την παρατήρηση ότι ο σύγχρονος άνθρωπος έχει όσο ποτέ ανάγκη από μια σχέση συναλληλίας ανάμεσα στην επιστήμη και τη θεολογία. Μια σχέση ελεύθερη από συγκρούσεις και εξουσιαστικά σύνδρομα, ώστε να περισωθεί η ενότητα του πολιτισμού και η ακεραιότητα του πρόσωπου. Διότι η ανθρώπινη ύπαρξη είναι ενιαία και αδιάσπαστη και δεν μπορεί να λειτουργεί σχιζοφρενικά, άλλοτε ως επιστήμονας και άλλοτε ως πιστός. Το πνεύμα δεν μερίζεται, ούτε διχοτομείται η ηθική συνείδηση. Πίστη και γνώση συνεπώς είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Μέσα από την οργανική τους ενότητα και συναναστροφή, ταυτόχρονα και ισοδύναμα, δοξολογείται ο Θεός, εξευγενίζεται ο άνθρωπος και μεταμορφώνεται ο κόσμος.


[1] Βλ. Δ. Λ. ΔΡΙΤΣΑ, Δ. Ν. ΜΟΣΧΟΥ, ΣΤΥΛ. Λ. ΠΑΠΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΥ, Χριστιανισμός Και Θρησκεύματα, Β΄ ΓΕ.Λ., ΟΕΔΒ, Αθήνα 2007, 198-199, 201 (η έμφαση είναι των συγγραφέων).
[2] Βλ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΑΡΙΩΤΟΓΛΟΥ, ΣΤΑΜΑΤΙΟΣ ΠΟΡΤΕΛΑΝΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΑΣΣΑΚΟΣ, Βήματα Πίστης και Ζωής, Α΄ΕΠΑΛ, ΟΕΔΒ, Αθήνα 2004, 48
[3] Για τη θεωρία της αυτονομίας και απομόνωσης θρησκείας και επιστήμης (Isolation Theory) και την υποθετική αρμονική τους συμβίωση (Symbiosis Theory) βλ. WILLIAM J. WAINWRIGHT (Editor), The Oxford Handbook of Philosophy of Religion, Oxford: Oxford University Press, 272-303
[4] Βλ. FRIEDRICH NIETZSCHE, Έτσι Μίλησε ο Ζαρατούστρα: Ένα Βιβλίο για Όλους και για Κανέναν, μτφρ. Άρη Δικταίου, Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα, (2)1991, 46-47
[5] Βλ. για παράδειγμα την τραγωδία του Αισχύλου, Πέρσαι, όπου το φάντασμα του Δαρείου εμφανιζόμενο στη βασίλισσα Άτοσσα αποδίδει την ήττα του Ξέρξη στην ύβρη που διέπραξε, όταν επιχείρησε να αλυσοδέσει τον ιερό Βόσπορο, δηλαδή να διορθώσει τη φύση και να προκαλέσει τον Ποσειδώνα.  
[6] Για την κομβικής σημασίας έννοια του «τεχνικού πνεύματος» και την ιστορική της ανέλιξη σε αλληλεπίδραση με τη χριστιανική θεολογία βλ. ΣΠΥΡΙΔΩΝ Δ. ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟΣ, Η Καταγωγή του Τεχνικού Πνεύματος, Αθήνα, 1965. Θεωρώ το βιβλίο αυτό ως την πλέον σημαντική ανάλυση του τεχνικού φαινομένου που έχει εμφανιστεί μέχρι σήμερα στην ελληνική βιβλιογραφία. 

[7]  Αναλυτικά για το ζήτημα των σχέσεων τεχνικής και θεολογίας βλ. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΕΚΡΙΔΑΚΗΣ, Θεολογία και Τεχνολογία: Απόπειρα διερεύνησης των θεολογικών όρων άρθρωσης του τεχνικού φαινομένου, περ. Εκκλησιαστικός Κήρυκας: Θεολογική Επετηρίδα Ιεράς Μητροπόλεως Κιτίου, τόμος ΙΔ΄ (2008), 149-184 
[8] Την άποψη αυτή υποστηρίζει και τεκμηριώνει από τη σκοπιά της Ορθόδοξης φιλοσοφίας της θρησκείας ο ΜΑΡΙΟΣ ΜΠΕΓΖΟΣ, Ανατολική Ηθική και Δυτική Τεχνική: Θέματα Φυσικής Φιλοσοφίας της Θρησκείας, Γρηγόρης, Αθήνα 1993 
[9] βλ. LYNN WHITE, Οι ιστορικές ρίζες της οικολογικής μας κρίσης, μτφρ. Ζ. Σαρίκας, στο: Η Φωτιά του Προμηθέα: Κριτικά Δοκίμια για τον Σύγχρονο Τεχνολογικό Πολιτισμό, Νησίδες, Σκόπελος, 1998, 45
[10] Βλ. DAVID NOBLE, The Religion of Technology: The Divinity of Man and the Spirit of Invention, New York: Penguin Books, 1999, 4-5
[11] Ο κοινωνιολόγος Brian Wilson ορίζει την Εκκοσμίκευση ως τη «διαδικασία, κατά την οποία η θρησκευτική συνείδηση, δραστηριότητα και θεσμοί χάνουν την κοινωνική τους σημασία. Η θρησκεία περιθωριοποιείται όσον αφορά τη θέση της στο λειτουργικό πλαίσιο του κοινωνικού συστήματος, οι λειτουργίες του οποίου υποβάλλονται σε εξορθολογισμό, ξεφεύγοντας από τον έλεγχο κέντρων εξουσίας που έχουν την αναφορά τους στο υπερβατικό.». Βλ. BRYAN R. WILSON, Secularization, λήμμα στο MIRCEA ELIADE (ed), The Encyclopedia of Religion, vol.13, New York: MacMillan Publishing Company, 160. Φυσικά η συζήτηση γύρω από την ταυτότητα, το εύρος και την ισχύ του φαινομένου της νεώτερης εκκοσμίκευσης είναι τεράστια, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και επίκαιρη, τίποτα όμως παραπάνω γι’ αυτήν δεν μπορούμε να πούμε στο πλαίσιο αυτής της μελέτης.

[12] Αναλυτικά για το φαινόμενο της Νέας Πνευματικότητας και ειδικότερα για τον θεραπευτισμό και των επιστημονισμό που καλλιεργούνται στους κόλπους του βλ. ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΜΠΕΚΡΙΔΑΚΗΣ, Εναλλακτικές Θρησκευτικές Ταυτότητες στη Μεθόριου Μοντέρνου-Μεταμοντέρνου: Η Περίπτωση της Νέας Πνευματικότητας, στο: ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΜΑΓΡΙΠΛΗΣ (επιμ.), Κρτιτικές Προσεγγίσεις στον Ορθόδοξο Πολιτισμό: Όψεις του Ελληνικού Παραδείγματος, Α. Σταμούλης, Θεσσαλονίκη, 2007, 241-253
[13] Την αντίληψη ότι η Ορθοδοξία δεν είναι θρησκεία αλλά επιστήμη, και μάλιστα θεραπευτική, εισήγαγε στην ελληνική θεολογία ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, Έκτοτε το μείγμα παλιομοδίτικου επιστημονισμού (εμπειρισμός, θετικισμός), θεραπευτισμού και κατασυκοφάντησης της θρησκείας ως ταυτόσημης με τον ανορθολογισμό και τη θεσμοποίηση, που απορρέει από το έργο του συγκεκριμένου δογματολόγου, φαίνεται πως ασκεί ιδιαίτερη γοητεία σε σημαντικούς κατά τα άλλα νεοέλληνες θεολόγους. Το πλέον αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ορθόδοξου θεραπευτισμού είναι το: ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ & ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ, ΙΕΡΟΘΕΟΥ (ΒΛΑΧΟΥ), Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία, Πατερική Θεραπευτική Αγωγή, Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας), 20048
[14] Για την επιταγή της ηθικής ευθύνης στο πλαίσιο του τεχνικού πολιτισμού βλ. HANS JONAS, The Imperative of Responsibility: In Search of an Ethics for the Technological Age, Chicago&London: The University of Chicago Press, 1984
[15] Βλ. HERBERT MARCUSE, Ο Μονοδιάστατος Άνθρωπος, μτφρ. Μ. Λυκούδης, Παπαζήσης, Αθήνα, χ.χ. 168
[16] Bλ. PAUL FEYERABEND, Against Method: Outline of an Anarchistic Theory of Knowledge, New York: Verso Books, (3)1993, 160

1 σχόλιο:

  1. Σωστές ιδέες, πολύ χρήσιμες σήμερα, και πολύ σοβαρή αντιμετώπιση της σχέσης θρησκείας και επιστήμης. Αν ο συμπαντικός νοητικός Θεός είναι δημιουργός των πάντων, είναι δυνατόν οι επιστήμες που μελετούν την δημιουργία να μην έχουν σχέση μαζί Του; Μάλλον είναι ένας από τους πολλούς τρόπους μελέτης για εξέλιξη του ανθρώπινου πνεύματος ώστε να φτάσει εκεί που προβλέπουν οι προφητείες Του, στην παγκόσμια ειρήνη, στην ένωση του κόσμου, στην κοινωνική δικαιοσύνη, δηλαδή στον πολιτισμό Νο 1 που προβλέπουν και οι επιστήμες. Στο βιβλίο "Δευτέρα Παρουσία" στην ιστοσελίδα nikosaimilios.blogspot.com περιγράφονται όλα αυτά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...