Σάββατο, 22 Ιουνίου 2013

«Ακούω την αγάπη...» – «Και δεν ακούω τις σκέψεις μου...» –

         






     «Ακούω την αγάπη...».[1] Γιατί όταν υπάρχει η αγάπη, κυριαρχεί παντού και καμιά σκέψη του λογοκράτη νου δε σε ταλανίζει... Αλλά αφήνεσαι... Και κολυμπάς ακέραιος μέσα στη θάλασσα της απεραντοσύνης... Επειδή την αγάπη, μόνο με τις αισθήσεις τη ζεις... Άλλον δρόμο δεν έχει... Και τότε όλες οι αισθήσεις σου μεταμορφώνονται, όλη η ύπαρξή σου ανθίζει και ανασταίνεται το φως μες την καρδιά σου... Όμως για ν’ ακούσεις την αγάπη, οφείλεις ν’ αφήσεις ανέστιο κάθε εγωισμό, μικρό και μεγάλο, κάθε μικρότητα και στενότητα του νου, που σ’ εγκλωβίζει στη χώρα του θανάτου... Να ξεπεράσεις κάθε φόβο... Να ξεπεράσεις τον ίδιο σου τον εαυτό... Ώστε να τον συναντήσεις και πάλι... Για να συναντήσεις και το πρόσωπο του άλλου... Ν’ αδειάσεις για να χωρέσεις τον άλλον...
     Κι’ όμως τους βλέπεις, τους ζεις, τους συναντάς καθημερινά. Υπ-άρχουν ανάμεσά μας... Άνθρωποι ανίκανοι ν’ αγαπηθούν, άνθρωποι ανίκανοι ν’ αγαπήσουν, άνθρωποι ανίκανοι να ζήσουν... Κλεισμένοι μέσα στη φαινομενική τους «ασφάλεια», αρκεί να αισθάνονται πως βρίσκονται πάντα εντός των ορίων της απάνθρωπης δουλείας τους... Αρκεί να πιστεύουν πως δεν κινδυνεύουν ν’ απομακρυνθούν από τα μικρά τετραγωνικά του μικρού, ανήλιαγου κελιού τους... Περιχαρακωμένοι μέσα στη μικρή ζωούλα τους, δέσμιοι στην αυταπάτη που τους απομακρύνει από την αληθινή ζωή, εγκλωβισμένοι στο τεράστιο «εγώ» τους, που μέρα με τη μέρα θεριεύει, ένα «εγώ» που στενεύει ολοένα την ύπαρξη, ώσπου να πνίξει στο τέλος και τους ίδιους... Άνθρωποι μισοί... Νεκροί... Κι’ ας έχουν μια υποψία ζωής... Δε ζουν... Απλώς υπ-άρχουν...
     Αγρυπνώ κι’ αισθάνομαι τη θάλασσα... Κι’ «ακούω την αγάπη...». Ακούω τα λόγια του αγαπημένου μου π. Λιβύου, του αέναα χαμένου στο Λιβυκό πέλαγο... «Κάνε αυτό που λέει και ζητά η καρδιά σου ακόμη κι’ αν φαντάζει “αμαρτία”. Να θυμάσαι, ότι όλοι αυτοί που θα σε κρίνουν και θα σε καταδικάσουν, ποτέ δεν σε ρώτησαν τι κάνεις, πως ζεις, πως περνάς... Ήταν πάντα Απών!!!... Παρών μονάχα την ώρα που ο δήμιος χρόνος θα τερματίζει τη ζωή που δεν έζησες και κάτω απο τη μαύρη κουκούλα του θα γελά με περίσσια ηδονή για άλλο ένα θύμα των ενοχών, του φόβου και της ανασφάλειας. Γιατί εσύ δεν είναι ότι δεν πόθησες να ζήσεις, αλλά ότι φοβήθηκες να ρισκάρεις... Μήτε στην κόλαση κάηκες, μήτε στον παράδεισο θ’ ανθίσεις!!!».[2] Γιατί, «Αν τη ζωή δεν την ευχαριστιέσαι, δεν είναι που σε τρώει η θλίψη και η μιζέρια. Είναι που ξοδεύεις άδικα την ανάσα του Θεού...».[3] Άδικα πήγε και η ζωή σου, η εγκλωβισμένη στα «πρέπει» σου... Και δεν έζησες τα «θέλω» σου... «Ξοδεύοντας άδικα την ανάσα του Θεού...».  Αρχή φ
     Η αγάπη είναι αρχοντιά. Είναι ευθύνη. Είναι θυσία. Είναι ζωή και θάνατος μαζί. Κι’ αν θες ν’ αγαπήσεις, αν θες ν’ αγαπηθείς, απογυμνώσου από κάθε εγωισμό, ζήσε την ομορφιά της έκ-πληξης... Τόλμα... Ρίσκαρε... Λάθεψε... Έτσι μονάχα θ’ αληθεύσεις... Και τούτες δεν είναι παρά μονάχα λίγες σκέψεις... Ή μάλλον συναισθήματα... Για όλους εκείνους που ξέρουν, που δε φοβούνται, που ρισκάρουν ν’ αγαπούν...









Μαρία Χατζηαποστόλου







[1] Άρθρο εμπνευσμένο από το ομώνυμο τραγούδι Ακούω την αγάπη του θρυλικού συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης, Τρύπες. Βλέπε: http://youtu.be/zQyjWN_cVWU.
[2] Τα λόγια αυτά ανήκουν στον καλό μου φίλο π. Χαράλαμπο Παπαδόπουλο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...