Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ - ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΣΧΟΛΕΙΟ



Σχόλιο με αφορμή ένα βιβλίο

Των ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ
ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΥ ΑΓΓΕΛΟΓΛΟΥ
Θεολόγων Καθηγητών

Μια βασική διευκρίνιση είναι νομίζουμε απαραίτητη. Τα όσα γράφουμε παρακάτω είναι προσωπικές απόψεις. Προέκυψαν ύστερα από μεταξύ μας συζήτηση και γόνιμη προβληματισμό. Και αφορμή στάθηκε η καθιερωμένη κάθε χρόνο χριστουγεννιάτικη «συνήθεια», για συμμετοχή των μαθητών των σχολείων στο Μυστήριο της Εξομολογήσεως και της Μετανοίας. Για όποιον γνωρίζει ολίγη εκκλησιαστική ιστορία, από τα χρόνια της Βαυαροκρατίας (1833), η Εκκλησία μας εγκλωβίστηκε στα γρανάζια του κράτους και ο θεολογικός λόγος της θεσμοποιήθηκε, στα πλαίσια πάντα μιας προτεσταντίζουσας και ρωμαιοκαθολικίζουσας νοοτροπίας. Στον ίδιο πάντα χώρο και το Μάθημα των Θρησκευτικών (ΜτΘ), τέθηκε στην υπηρεσία ενός κράτους άκρως θρησκειοποιημένου, κι αυτό υποτελή και συρόμενου σε βαυαροκρατούμενα προτεσταντικά πρότυπα. Από τότε έχουν περάσει πολλά χρόνια. Η Εκκλησία μας, με τις οποιεσδήποτε ανησυχίες της, κόμισε στο λαό μας άλλοτε καθάριο θεολογικό λόγο κι άλλοτε βουτηγμένο σε «θεολογική αφασία». Τούτα είναι γνωστά και για όποιον επιθυμεί να βρει κάποιο αποκούμπι, δεν έχει παρά να διαβάσει το βιβλίο του Χρ. Γιανναρά, Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα, (Δόμος, Αθήνα 2005, ήδη στην 5η έκδοση).
Στις παραπάνω πρακτικές, ειδικά στο χώρο της εκπαίδευσης, με έντεχνο τρόπο εντάχθηκε και ο «χριστιανισμός των Χριστουγέννων» και ο «χριστιανισμός του Πάσχα», στον οποίο κάθε χρόνο μαθητές και μαθήτριες καλούνται να συμμετάσχουν, είτε στο Μυστήριο της Εξομολογήσεως και της Μετανοίας, είτε στον καθιερωμένο εκκλησιασμό. Η εικόνα, ωστόσο, από τις δύο αυτές «συνήθειες», όπως δυστυχώς έχουν καταντήσει, είναι γνωστή. Και βέβαια, επίσης γνωστή είναι και η εικόνα, πώς ακριβώς εκατέρωθεν η επίσημη Εκκλησία και η Πολιτεία αντιλαμβάνονται την παραπάνω πρακτική. Εδώ, δεν προτιθέμεθα να καταγράψουμε τα δεδομένα. Ούτε, βέβαια, θα αρκεστούμε, στις κατά καιρούς εγκυκλίους που με ασαφή τρόπο εκτοξεύονται από την Πολιτεία και με τον οποιοδήποτε επίσης τρόπο ερμηνεύονται από τον καθένα μας. Κι αυτό το κάνουμε, διότι σε καμιά περίπτωση δεν επιθυμούμε να εμπλακούμε σε μια συζήτηση, ανούσια για εμάς, μιας και κάθε φορά που καλούμαστε να εκφράσουμε τον προβληματισμό μας ή να πάρουμε θέση, όσα υποστηρίζουμε παρερμηνεύονται, με αποτέλεσμα εκ των πραγμάτων να αναγκαζόμαστε, με την πλάτη στον τοίχο, να απολογούμαστε για την πίστη και την Ορθοδοξία μας. Τραγελαφικές δηλαδή καταστάσεις.
Ωστόσο, μέρες που έρχονται, χρονιάρες όπως τις έλεγαν οι παλαιότερες γενιές μας, αντί να ανταλλάξουμε ευχές αγάπης και ελπίδας, από τη θέση των θεολόγων καθηγητών που υπηρετούμε σε κεντρικά σχολεία της πόλη μας, αναγκαζόμαστε να επισημάνουμε τη θεολογία των πραγμάτων, όπως αυτές ως πεμπτουσία, ατόφιες βγαίνουν από την μακραίωνη ελληνορθόδοξη παράδοσή μας. Κι αυτές οι επισημάνσεις με τον παραπάνω προβληματισμό μας, δένουν άψογα. Ελπίζουμε όποιος τις διαβάσει προσεκτικά και καλοπροαίρετα να υποψιασθεί για ποιόν «χριστιανισμό» μιλούμε σήμερα. Χριστιανισμό «κολοβωμένο» και «νερόβραστο», «κομμένο και ραμμένο» στα μέτρα μας, όπως έλεγε κι ένας πανεπιστημιακός μας δάσκαλος. Ή έναν Χριστιανισμό Χριστοποίησης και Παραμυθίας, όπως έλεγε ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς; Ας είναι αναπαυμένη η ψυχή τους.    
Πριν δύο περίπου χρόνια, σε μια θεολογική σύναξη που είχαμε, μέρες και τότε χρονιάρες, χριστουγεννιάτικες, ήρθε στα χέρια μας ένα βαρυσήμαντο βιβλίο, σχετικό με το θέμα της Εξομολογήσεως, της Μετανοίας και της Θείας Κοινωνίας. Ο τίτλος του: Α΄. Εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία. Β΄. Ανάμεσα στην Ουτοπία και τη Φυγή, εκδ. Μπότση, Αθήνα 2009. Συγγραφέας του ο πρωτοπρ. Αλέξανδρος Σμέμαν. Όνομα ιδιαίτερα σημαντικό για την Ορθοδοξία. Και βέβαια, άγνωστο σε πολλούς κληρικούς. Και λυπούμαστε γι’ αυτό, διότι όσοι επικαλούνται το ρόλο του πνευματικού πατέρα και μάλιστα συχνά – πυκνά το διατυμπανίζουν στους πάντες, οφείλουν να γνωρίζουν ότι  αν επιχειρήσει κανείς να ορίσει τι είναι πνευματική πατρότητα, θα έχει να αντιπαλέψει πάνω σε δύο επίπεδα. Ή θα παραμείνει στην ουσία της, δηλαδή, ότι αυτή πρώτα είναι βίωμα του προσώπου στο χώρο της ευχαριστιακής κοινότητας, ή θα την αξιολογήσει με βάση τον τραγικό εγκλωβισμό της στη θρησκευτική καθηκοντολογία.                        
 Από το παραπάνω βιβλίο λοιπόν, σταχυολογούμε μερικές θέσεις και απόψεις - για χάριν οικονομίας στη φιλοξενία του άρθρου μας στην έγκριτη εφημερίδα Εμπρός, περιοριζόμαστε μόνο σε δύο - που τεκμηριώνουν το γεγονός, ότι ο τρόπος μετοχής στη ζωή της Εκκλησίας, δεν είναι αφηρημένη ιδεολογία, ούτε θρησκευτικό συμπλήρωμα του βίου μας, ούτε απλώς ατομική ηθική, ούτε «αριθμητική θεολογία». Αλήθεια, όσοι ακόμη υποστηρίζουν ότι η Εξομολόγηση είναι ένα από τα επτά μυστήρια της Εκκλησίας μας, που άραγε βρήκαν τούτον τον αριθμό; Εδώ, είναι προφανές, ότι αγνοούν το λόγο του αγίου Νικολάου Καβάσιλα, που στο έργο του Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας, γράφει ότι ολάκερη η Εκκλησία ως σώμα «σημαίνεται εν τοις μυστηρίοις». Πουθενά, λοιπόν, η κατά τη σχολαστική θεολογία αρίθμηση των Μυστηρίων σε επτά, και βέβαια πουθενά η απομόνωσή τους από το κοινό σώμα και διαίρεσή τους σε υποχρεωτικά και προαιρετικά, δηλαδή, απαράδεκτη εκκλησιολογικά θέση. Γράφει, λοιπόν, ο π. Σμέμαν τα εξής καταπληκτικά:
1.      «Αυτό που επίσης παραμορφώνεται είναι το δόγμα περί θείας κοινωνίας που γίνεται πλέον αντιληπτό ως το μυστήριο για λίγους “ εκλεκτούς” και όχι ως το μυστήριο της Εκκλησίας των αμαρτωλών, που μέσα από το άπειρο έλεος του Χριστού μεταμορφώνονται διαρκώς σε Σώμα Κυρίου. Και τελικά, ανάλογα διαστρέφεται και η διδασκαλία για την Εξομολόγηση. Παραποιημένη σε υποχρεωτική προϋπόθεση της Μετάληψης, αρχίζει όλο και πιο φανερά να υποκαθιστά την πραγματική ετοιμότητα για ευχαριστία, που δεν είναι άλλη από τη γνήσια εσωτερική μετάνοια, αυτή που έχει εμπνεύσει όλες τις ευχές προ της Θείας Κοινωνίας. Ύστερα από μια τρίλεπτη εξομολόγηση και συγχωρητική ευχή ο άνθρωπος αισθάνεται πλέον “δικαιούχος” του μυστηρίου, “άξιος”, ίσως και απαλλαγμένος από τις αμαρτίες του. Αισθάνεται με άλλα λόγια το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό στο οποίο μας καλεί η αληθινή μετάνοια. Με ποιο τρόπο λοιπόν μια τέτοια πρακτική εμφανίστηκε και καθιερώθηκε ώστε σήμερα πολλοί να την υπερασπίζονται ως την πλέον ορθόδοξη; … Πρόκειται για την επιφανειακή και χλιαρή προσέγγιση της πίστης και της ευσέβειας από την ίδια τη χριστιανική κοινότητα, που οδήγησε αρχικά στη σπάνια μετάληψη και τελικά στον υποβιβασμό της σε άπαξ του έτους “υποχρέωση”», (σσ. 41-42).
2.      «Θα πρέπει ωστόσο να τονίσουμε ότι την ικανότητα της πνευματικής καθοδήγησης δεν διαθέτει ο κάθε ενοριακός ιερέας, αφού αυτή προϋποθέτει βαθιά πνευματική εμπειρία, χωρίς την οποία η καθοδήγηση μπορεί να οδηγήσει, και στην πραγματικότητα πολλές φορές οδηγεί, σε αληθινές πνευματικές τραγωδίες», (σ. 44).
Στο εν λόγω βιβλίο του π. Σμέμαν, ως παράρτημα του πρώτου μέρους, οι επιμελητές (του βιβλίου), παρεμβάλουν και λίγα λόγια για την αληθινή Εξομολόγηση, του Μητροπολίτη Σουρόζ, Άντονυ Μπλουμ. Αξίζει να αναφερθούν μερικά, τα οποία κατά την ταπεινή μας άποψη, υπονοούν πολλά. Λίγη προσπάθεια χρειάζεται για να τα κατανοήσουμε σωστά, μακριά, βέβαια, από θεολογικά τσιτάτα και φληναφήματα:
1.      «Όταν ένα παιδί έρχεται για εξομολόγηση μου μεταφέρει, από μνήμης ή σε γραπτό, μια σύντομη ή μακριά λίστα “αμαρτιών”. Όπως ανακαλύπτω στη συνέχεια, έχει συνήθως συνταχθεί χωρίς τη συμμετοχή του ίδιου του παιδιού και αντανακλά μόνο τα παράπονα και την κριτική των γονιών του».
2.      «Η Εξομολόγηση είναι πριν απ’ όλα συνάντηση και συμφιλίωση. Είναι συνάντηση με το Χριστό που ποτέ δεν μας στρέφει τα νώτα, αν κι εμείς φεύγουμε μακριά Του. Μερικές φορές μια τέτοια συνάντηση μπορεί να γίνει έμπνευση για ολόκληρη τη ζωή, να μας δώσει δύναμη και κουράγιο να διάγουμε το υπόλοιπο του βίου».       
Ο π. Σμέμαν έχει γράψει πολλά. Ευτυχώς που στη νεοελληνική έχουν μεταφραστεί από σημαντικούς εκδότες και πλουσιοπάροχα παρέχονται, σε όποιον αναζητά την πραγματική Σάρκωση του Χριστού. Δεν είναι του παρόντος να τα καταγράψουμε. Εκείνο που εν κατακλείδι με αγωνία και κατάνυξη, επιθυμούμε να καταθέσουμε και να συνυπογράψουμε, είναι το γεγονός ότι «εάν είναι αλήθεια ότι η Χριστιανική Εκκλησία σήμερα αδυνατεί να νοηματοδοτήσει την ύπαρξή της, τον τρόπο παρουσίας της στη σύγχρονη κοινωνία, πρέπει με παρρησία να ομολογηθεί ότι η ασθένεια αυτή σχετίζεται με το πρόσωπο του Χριστού. Σχετίζεται, δηλαδή, με την αδυναμία των μελών του εκκλησιαστικού σώματος να κατανοήσουν και συνεπώς να βιώσουν την Ορθόδοξη Εκκλησία ως Εκκλησία της Σαρκώσεως. Και τούτο, βέβαια, δεν έχει να κάνει με την ιδεολογική παράθεση χριστολογικών αναφορών ούτε, βέβαια, με την αντίστοιχη προσφορά κηρυκτικών, στείρα συναισθηματικών – ψυχολογικών μεγεθύνσεων, αλλά κυρίως και κατεξοχήν με την αλλοίωση, που μια τέτοια εμπειρική κατανόηση δημιουργεί στο σώμα της πορευόμενης στα έσχατα εκκλησιαστικής κοινότητας», Χρυσόστομος Σταμούλης, Ώσπερ ξένος και αλήτης ή Σάρκωση: η μετανάστευση της αγάπης, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2010, σσ. 13-14.   
Καλά Χριστούγεννα και Καλή Χρονιά.  

1 σχόλιο:

  1. "Τα Άχραντα Μυστήρια τον καλό τον φωτίζουν και τον κάμνουν ωσάν Άγγελο ομοίως και τον αμαρτωλό πάλι τον σκοτίζουν και τον κάμνουν σαν τον Διάβολο. Ανίσως και ημείς θέλομεν να ωφεληθούμε από τα Άχραντα Μυστήρια ωσάν τους ένδεκα Αποστόλους τους καλούς, και να μη βλαφθούμε σαν τον Ιούδα τον κακό, να εξομολογούμεθα καθαρά και να κοινωνούμε με φόβο και τρόμο και ευλάβεια, και τότε θα φωτισθούμε. Εάν δε και παγαίνομε ανεξομολόγητοι, μολυσμένοι με αμαρτίες και τολμούμε να μεταλαμβάνουμε τα Άχραντα Μυστήρια, βάνουμε φωτιά και καιγόμαστε".
    (Αγ. Κοσμάς ο Αιτωλός).

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...