Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

Γεωργίου Στριλιγκά:Για την ανανέωση των Θρησκευτικών







Ο λόγος για το νέο πιλοτικό Πρόγραμμα Σπουδών στο μάθημα των Θρησκευτικών. Για το ζήτημα, ήδη, έχουν δημοσιευθεί στα μέσα ενημέρωσης και στο διαδίκτυο ποικίλες προσεγγίσεις, από τις οποίες οι περισσότερες χαρακτηρίζονται από άγνοια και προχειρότητα. Μερικές φορές μάλιστα διασπείρουν ψευδείς φήμες, διαστρεβλώνοντας την πραγματικότητα και υπηρετώντας σκοπιμότητες. Η κατάσταση αυτή καθιστά επιτακτική την ανάγκη για υπεύθυνη ενημέρωση.


Κατά το περασμένο σχολικό έτος, στο πλαίσιο του λεγόμενου Νέου Σχολείου, εκπονήθηκαν νέα Προγράμματα Σπουδών σε όλα τα μαθήματα της Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης. Βασικό χαρακτηριστικό της μεταρρύθμισης είναι ο παιδαγωγικός αναπροσανατολισμός της διδακτικής διεργασίας στην κατεύθυνση της διερευνητικής, βιωματικής και συνεργατικής μάθησης. Η αλλαγή αυτή κρίνεται ως αναγκαία, με βάση τις σύγχρονες θεωρίες μάθησης και διδακτικής, καθώς επίσης το αίτημα υπέρβασης χρόνιων αγκυλώσεων στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα.


Στο πλαίσιο της ευρύτερης αλλαγής, μεταξύ άλλων, συντάχθηκε νέο Πρόγραμμα Σπουδών και στο μάθημα των Θρησκευτικών. Για την προετοιμασία του εργάστηκε Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων που συστήθηκε από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, ύστερα από προκήρυξη εκδήλωσης ενδιαφέροντος και αξιολόγηση των ενδιαφερόμενων. Είχα την τιμή να επιλεγώ και να λάβω μέρος στην εν λόγω Επιτροπή και έτσι έχω προσωπική άποψη για τον τρόπο και τον σκοπό της εργασίας.


Όλα τα μέλη της Επιτροπής ήταν θεολόγοι. Έλαβαν μέρος Καθηγητές από τις Θεολογικές Σχολές, Σχολικοί Σύμβουλοι Θεολόγων και θεολόγοι εκπαιδευτικοί με αυξημένα προσόντα που υπηρετούν στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Η Επιτροπή εργάστηκε συνεργατικά και συνθετικά, με πλήρη  συνείδηση -επιστημονική, παιδαγωγική και θεολογική- του υψηλού χρέους, χωρίς «άνωθεν» οδηγίες και δεσμεύσεις. Κατεβλήθησαν φιλότιμα όλες οι ανθρωπίνως δυνατές προσπάθειες για όσο γίνεται καλύτερο αποτέλεσμα.


Κατά την ολοκλήρωση του έργου της, η Επιτροπή υπέβαλε δύο παραδοτέα: α) Πρόγραμμα Σπουδών για τα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου, και β) Οδηγό του Εκπαιδευτικού για το μάθημα των Θρησκευτικών.


Τα συγκεκριμένα κείμενα, ήδη, έχουν δημοσιευθεί στον κόμβο του Ψηφιακού Σχολείου του Υπουργείου Παιδείας (http://digitalschool.minedu.gov.gr/info/newps.php). Επισημαίνεται ότι τα κείμενα είναι παιδαγωγικά και διδακτικά εργαλεία για τον εκπαιδευτικό και δεν είναι διδακτικά εγχειρίδια, όπως εσφαλμένα έγραψαν μερικοί αρθρογράφοι. Για επιφανείς πολιτικούς  και εκκλησιαστικούς, που παρασύρθηκαν από την παραπληροφόρηση, επιδεικνύοντας σκανδαλώδη άγνοια, τα σχόλια περιττεύουν…


Κατά το τρέχον σχολικό έτος, με σχετικές αποφάσεις του Υπουργείου Παιδείας, γίνεται πιλοτική εφαρμογή αυτών των Προγραμμάτων, σε περιορισμένο αριθμό σχολείων, και από το επόμενο έτος ενδέχεται καθολική εφαρμογή σε όλα τα σχολεία, μετά τις τυχόν βελτιώσεις που θα γίνουν με βάση τις προτάσεις των πιλοτικών σχολείων.


Τα βασικά χαρακτηριστικά και οι κύριες καινοτομίες που διέπουν το νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά είναι:


1. Ως τεχνικό κείμενο και εκπαιδευτικό εργαλείο, το νέο Πρόγραμμα Σπουδών, στοχεύει στον εκπαιδευτικό και την εργασία του και δεν είναι απλώς ένας οδηγός για τους συγγραφείς των διδακτικών βιβλίων. Στην κατεύθυνση αυτή, δεν είναι απλός κατάλογος διδακτικών περιεχομένων. Δίνει έμφαση στο «πώς» και όχι μόνο στο «τι» της διδασκαλίας και γι’ αυτό, σε μεγάλο βαθμό, χαρακτηρίζεται Πρόγραμμα Σπουδών Διαδικασίας.


2. Καταπολεμά τον γνωσιοκεντρικό διδακτισμό εισάγοντας την προτεραιότητα των ιδιαίτερων ενδιαφερόντων και αναγκών των παιδιών με έμφαση στις ιδιαιτερότητές τους και την εφαρμογή διαφοροποιημένης διδασκαλίας. Εμπλουτίζει τη διδασκαλία με σύγχρονες τεχνικές διδασκαλίας, στην κατεύθυνση της κριτικής, διερευνητικής, βιωματικής και ομαδοσυνεργατικής διδασκαλίας και μάθησης. Στοχεύει στη μάθηση και όχι απλώς στον καθορισμό διδακτέας ύλης. Στην κριτική διερεύνηση και όχι στην απλή ενημέρωση των μαθητών. Στην ολόπλευρη ανάπτυξή τους και όχι μόνο στην πρόσκτηση πληροφοριών.  Δηλ., πέρα από γνώσεις, αποβλέπει και σε στάσεις-αξίες, συναισθήματα, δράσεις κτλ.


Το Πρόγραμμα Σπουδών αναδεικνύει με πληρότητα την παιδαγωγική σκοπιμότητα και τον παιδαγωγικό προσανατολισμό του μαθήματος των Θρησκευτικών. Σύμφωνα με αυτή τη θέση, το Πρόγραμμα Σπουδών αν και έλαβε σοβαρά υπ’ όψιν τον διάλογο των τελευταίων ετών σχετικά με τον χαρακτήρα του μαθήματος δεν είναι ούτε αποτέλεσμα ούτε συνέχειά του. Τα Θρησκευτικά δεν είναι ορισμένη ποσότητα διδακτέας ύλης, που χρειάζεται ορίσουμε ποσοτικά εάν είναι βιβλική, πολιτιστική, θρησκειολογική κτλ., αλλά πρωτίστως είναι τα ζωντανά πρόσωπα συγκεκριμένων  μαθητών και εκπαιδευτικών που μετέχουν στη μορφωτική διεργασία. Μπορεί να λειτουργήσει θρησκευτικό μάθημα ερήμην των προσώπων στα οποία απευθύνεται; Η πνευματική καλλιέργεια στην οποία αποβλέπει το μάθημα δεν είναι απλή παρουσίαση και συσσώρευση θρησκευτικών εννοιών.


Τα στοιχεία αυτά απελευθερώνουν τις δημιουργικές δυνάμεις εκπαιδευτικού και μαθητών. Πιο συγκεκριμένα, υπερβαίνεται ο ρόλος του εκπαιδευτικού των Θρησκευτικών ως πομπού-μεταφορέα πληροφοριών, που συνήθως είναι άσημες και άσχετες προς την πραγματική ζωή, και του μαθητή ως παθητικού δέκτη-καταναλωτή γνώσης, στην κατεύθυνση της ανάπτυξης της τάξης των Θρησκευτικών σε ένα ουσιαστικό κοινοτικό εργαστήριο μάθησης.  


3. Χαρακτηρίζεται από θεμελιώδεις θεολογικές ισορροπίες, στους κάθετους και οριζόντιους άξονες που το διατρέχουν, στα ποιοτικά και ποσοτικά στοιχεία του. Ως προς τα θεματικά περιεχόμενα και τον γενικό προσανατολισμό, μπορούμε να διακρίνουμε τρεις ομόκεντρους κύκλους. Πιο συγκεκριμένα, το Πρόγραμμα Σπουδών «ξεκινά από και έχει επίκεντρο τη θρησκευτική παράδοση του τόπου, την παράδοση της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας… Κάθε μαθητής/τρια, ανεξαρτήτως της θρησκευτικής του/της ιδιοπροσωπίας, είναι χρήσιμο να γνωρίζει τη θρησκευτική παράδοση του τόπου. Αυτός είναι ο πρώτος και βασικός κύκλος του μαθήματος» (Π.Σ., σελ. 16). Η θέση αυτή είναι συμβατή τόσο με το ελληνικό Σύνταγμα για «ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης» (άρθρο 16) όσο και με τη Σύσταση 1720 του Συμβουλίου της Ευρώπης, ότι σκοπός της εκπαίδευσης είναι να οδηγεί τους μαθητές «να ανακαλύπτουν τις θρησκείες γνωρίζοντας τη δική τους» (άρθρο 14,1). Στη συνέχεια, σε ένα δεύτερο κύκλο, διερευνώνται στοιχεία που αφορούν στις  λοιπές μεγάλες χριστιανικές παραδόσεις, και τέλος, σε ένα ευρύτερο κύκλο, περιλαμβάνονται στοιχεία από τα μεγάλα θρησκεύματα του κόσμου και ιδίως όσα ενδιαφέρουν περισσότερο την ελληνική κοινωνία. Όλα τα παραπάνω οριοθετούνται με βάση τα πραγματικά παιδαγωγικά χαρακτηριστικά και τις ουσιαστικές μαθησιακές ανάγκες των παιδιών, ανάλογα με την ηλικία τους. Πολύ συνοπτικά, όπως περιγράφεται στη σκοποθεσία του μαθήματος, γενικός σκοπός του είναι «να οικοδομήσει ένα στιβαρό μορφωτικό πλαίσιο/πεδίο γνώσης και κατανόησης του Χριστιανισμού και της Ορθοδοξίας…», και στη συνέχεια «να προάγει τη γνωριμία, την κριτική κατανόηση, τον σεβασμό και τον διάλογο μεταξύ ανθρώπων με διαφορετικές απόψεις, αντιλήψεις ή δεσμεύσεις  πάνω σε ζητήματα πίστης και ηθικού προσανατολισμού»  (Π.Σ., σελ. 18 κ.ε.).


Πρέπει να τονιστεί ότι, ως προς τα προηγούμενα Αναλυτικά Προγράμματα, δεν έχουμε ποσοτική αλλαγή περιεχομένων προς όφελος της λεγόμενης θρησκειολογικής ύλης. Το Πρόγραμμα Σπουδών κινείται στον αντίποδα αυτής της φιλοσοφίας. Επομένως, σε καμιά περίπτωση, το μάθημα δεν μετατρέπεται σε  «θρησκειολογικό». Μάλιστα, στον Οδηγό του Εκπαιδευτικού παρατίθεται στατιστικός κατάλογος (βλ. Ο.Ε., σελ. 63 κ.ε.), όπου συνοπτικά ταξινομούνται τα προτεινόμενα θέματα και κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να διακριβώσει πόσα από αυτά είναι α) αγιογραφικά, β) δογματικά, γ) πατερικά, δ) αγιολογικά, ε) λειτουργικά, στ) ιστορικά, ζ) ηθικά, η) εορτολογικά, θ) θρησκειολογικά κτλ. Η Θρησκειολογία και πολύ περισσότερο η Συγκριτική Θρησκειολογία δεν έχει νομικά και παιδαγωγικά ερείσματα για να σταθεί στην Υποχρεωτική Εκπαίδευση.


Οι παραπάνω πρόνοιες, με επιλεγμένες διατυπώσεις, με επιστημονική νηφαλιότητα,  αλλά και την επιβεβλημένη σωφρονύνη, στην ταραγμένη και σύνθετη εποχή μας, επιδιώκουν να προάγουν αλλά και να προστατεύσουν το μάθημά μας με επαρκή και σύγχρονη τεκμηρίωση. Και ο νοών νοείτω!


4. Αξιοποιεί την έννοια της «Θεματικής Ενότητας» που περιλαμβάνει πολύωρη διδακτική εργασία και υπερβαίνει την παραδοσιακή αντιστοιχία ωριαίας διδασκαλίας και Διδακτικής Ενότητας. Ακόμη, ανακατανέμει τα διδακτικά περιεχόμενα ανατρέποντας την παραδοσιακή γραμμική παρουσίαση της ιστορίας του Χριστιανισμού στο Γυμνάσιο, αποκλειστικά και μόνο για παιδαγωγικούς λόγους, που σχετίζονται με τα ιδιαίτερα ψυχοδυναμικά χαρακτηριστικά και ενδιαφέροντα των παιδιών ανά τάξη και ηλικία.


5. Υπολογίζει τα νέα κοινωνικά και πολιτιστικά δεδομένα και προάγει τον σεβασμό στην ετερότητα. Η συγκεκριμένη ευαισθησία είναι επίκαιρη, είναι ανθρώπινη και βαθύτατα χριστιανική. Καλλιεργεί τη διεπιστημονικότητα και τη συνεργασία με τα άλλα μαθήματα. Αναδεικνύει την τοπική ιστορία και παράδοση.


6. Οδηγεί σε αποτελεσματικές και δημιουργικές διδακτικές δραστηριότητες. Επιτρέπει αλλά και ενθαρρύνει την ενεργότερη συμμετοχή των διδασκόντων στον σχεδιασμό της διδασκαλίας/μάθησης καθώς επίσης στην επιλογή των κατάλληλων διδακτικών μέσων και υλικών. Διαθέτει επαρκείς πρόνοιες για τον έλεγχο της αποτελεσματικότητας της διδασκαλίας και τις προσδοκώμενες μαθησιακές επάρκειες των μαθητών. Βασίζεται και παραπέμπει σε σύγχρονο βιβλιογραφικό και ψηφιακό υλικό. Αξιοποιεί τις δυνατότητες των νέων Τεχνολογιών Πληροφορίας και Επικοινωνίας (ΤΠΕ).Στο παρόν σύντομο σχόλιο είναι αδύνατο να καταδειχθούν όλα τα παραπάνω με παραπομπές και παραδείγματα διδακτικών προτάσεων. Για περαιτέρω εμβάθυνση, ο καλόπιστος αναγνώστης μπορεί να ανατρέξει στα κείμενα. Εκεί, και μόνο εκεί, θα βρει την απαιτούμενη τεκμηρίωση, τα διδακτικά προτεινόμενα, καθώς  επίσης άφθονες προτάσεις για διδακτικές προσεγγίσεις. Αναμφισβήτητα, απαιτείται περαιτέρω αναλυτική ενημέρωση και εξειδικευμένη επιμόρφωση, για τους τρόπους αξιοποίησης του Προγράμματος Σπουδών στο διδακτικό έργο. Οφείλω να αναφέρω ότι οι προσωπικές εντυπώσεις από την πιλοτική εφαρμογή είναι εξαιρετικά ενθαρρυντικές για όσα θετικά κομίζει η πρόταση.


Η ταπεινή μου άποψη είναι ότι το νέο Πρόγραμμα Σπουδών συγκεντρώνει πολλά πλεονεκτήματα, που μπορούν να βοηθήσουν, στο μέτρο του ανθρωπίνως εφικτού, στη γόνιμη ανανέωση τόσο του μαθήματος των Θρησκευτικών στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση όσο και του πολύπαθου ελληνικού σχολείου.


Υστερόγραφη επισήμανση: Η καταστροφολογία δεν υπήρξε, δεν είναι και ούτε πρόκειται να γίνει επιστημονική ειδίκευση του θεολογικού λειτουργήματος.



http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=8166

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...