Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

Γιώργος Καπετανάκης-Τρεις Ιεράρχες: φονταμενταλισμός ή εκκοσμίκευση;



Φως και σκοτάδι. Το αίτιο που καθιστά τα αντικείμενα ορατά ή  άφαντα. Ο τρόπος που βλέπουμε ή δε βλέπουμε τα πράγματα, τις πραγματικότητες, τον κόσμο γύρω μας. Η στάση που επιλέγουμε να κρατήσουμε απέναντι στα γεγονότα, στα δρώμενα. Θα τα σπρώχνουμε για να γίνονται ή θα τα παρακολουθούμε να εξελίσσονται; Θα γεννηθούμε ή θα πεθάνουμε; Θα μείνουμε στη σκοτία ή θα περάσουμε στη λάμψη; Θ’ αφήσουμε το σκοταδισμό να κυριαρχήσει; Μήπως μας αξίζει μια ζωή έκπαγλη, φωταγωγημένη και αποκαλυπτόμενη;


Μνήμη και λήθη. Η καταγραφή, ή μη, της πληροφορίας στον εγκέφαλό μας. Η επιλογή μας για το τι είναι αξιομνημόνευτο, αληθινό ή άξιο για λησμονιά. Το αληθινό δεν είναι κι αλάθητο. Το αξιομνημόνευτο είναι η εκούσια δημιουργία του νέου. Η εθελουσία έξοδος από την αφάνεια. Η είσοδός μας στο φως. Είμαστε δρώντα υποκείμενα της ιστορίας κι όχι παθητικοί δέκτες, τυφλά όργανα της φήμης. Η φήμη και το φως είναι ομόριζες λέξεις. Παράγωγες δυναμικών αξιών κι εξελικτικών λόγων.

Γνώση και άγνοια. Ο τρόπος λειτουργίας του νου, που μετατρέπει την πληροφορία, την επιθυμητή κι  επιλεγμένη από μας είδηση, σε χρηστικό εργαλείο ανάπτυξης  του είναι μας. Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ του είναι και του φαίνεσθαι. Του αληθινού ή του ξεχασμένου. Του σώφρονα και του άφρονα. Η αξία της εκπαίδευσης επικεντρώνεται στη λειτουργία αυτή: να βρω τα εργαλεία που μου ταιριάζουν για να αναπτύξω την κριτική μου ικανότητα, να αμφισβητήσω την υπάρχουσα επιστήμη και να δημιουργήσω το καινούριο πλαίσιο πίστης.

Μας φώτισες θα πείτε. Ας αφήσουμε τα λόγια κι ας δούμε αν έχει σήμερα κάποια αξία ένας ακόμη λόγος για τους τρεις Ιεράρχες. Λόγος  πανηγυρικός  ή μήπως λόγος δεκάρικος; Λόγος για το φαίνεσθαι ή για το είναι;

Λόγος για τη γνώση και το φως ή μήπως κούφια λόγια για τη λησμονιά και το σκοτάδι; Λόγος για την ολοκλήρωση της διατεταγμένης σχολικής εορτής ή απαρχή του νέου;

Όταν κάποτε υπήρξε νόμος ο οποίος αδικούσε τις γυναίκες, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος  αντέδρασε (ήταν πατριάρχης Κων/πολης) και βγήκε και είπε: γιατί αδικείται συνεχώς η γυναίκα και «πέφτει» στα μαλακά ο άντρας; Γιατί άνδρες είναι αυτοί που φτιάχνουν τους νόμους γι’ αυτό και είναι η νομοθεσία κατά των γυναικών».

Δεν μένει προσκολλημένος στο παρελθόν. Θέλει να βγει από το σκοτάδι στο φως. Και μαζί να τραβήξει κι όλο το πλήρωμα της εκκλησίας. Η παραδεδομένη αλήθεια πρέπει να αμφισβητηθεί για να έχουμε πρόοδο. Ακόμη κι η κοσμική αντίληψη της εποχής είναι πολύ πίσω από τη καινούρια πραγματικότητα που αναζητά ο χριστιανός Γρηγόριος. Και μόλις το 1952 δίνεται η δυνατότητα στις γυναίκες να ψηφίζουν για την ελληνική βουλή. Αναζήτησε το φως στην Καινή Διαθήκη : «Γαλάτες 3,28 Δεν υπάρχει πια Ιουδαίος ούτε Έλληνας, δεν υπάρχει δούλος ούτε ελεύθερος, δεν υπάρχει άντρας και γυναίκα, γιατί όλοι εσείς είστε ένα χάρη στον Ιησού Χριστό». Θα ήταν εκκοσμίκευση αν σήμερα ξανακοιτάγαμε το ρόλο της γυναίκας στην εκκλησία μας;
          Όταν ο βυζαντινός αυτοκράτορας απείλησε τον Ιωάννη Χρυσόστομο ότι θα του έπαιρνε την όποια περιουσία είχε, θα τον εξόριζε και θα τον οδηγούσε στο θάνατο με βασανιστήρια: «αρπαγή περιουσίας δε φοβάμαι, γιατί δεν έχω τίποτα άλλο εκτός από λίγα τριμμένα ράσα και λίγα βιβλία. εξορία δε γνωρίζω γιατί οι τόποι δε με εμποδίζουν να προσεύχομαι…» απάντησε στον αυτοκράτορα.
 Επιμένει ότι δεν είναι ο Θεός αυτός ο οποίος κάνει πλούσιο ή φτωχό ένα άνθρωπο. Η γη του Θεού είναι εξίσου για όλους. Από αυτούς όμως κάποιοι κοπίασαν πολύ και απόκτησαν πλούτη, ενώ άλλοι έγιναν πλούσιοι με αδικίες και αρπαγές, άρα σύμφωνα με την κακή προαίρεσή τους ( που δεν μπορεί να είναι θέλημα Θεού ). Γι ' αυτό προχωράει ακόμα περισσότερο λέγοντας ότι ο άνθρωπος με πλούτη πρέπει να είναι ο διαχειριστής των αγαθών που κατέχει και όχι ο κάτοχος. Αυτή τη στάση απαιτεί κι από τους χριστιανούς επισκόπους και ιερείς.
Πέρασαν τρεις αιώνες για να καταδικάσει η   εν Τρούλλω Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο (691-692 μ.Χ.) τη σιμωνία:  Κανών κγ’: Μή χρηματίζεσθαι ἔνεκα τῆς μεταλήψεως. Περὶ τοῦ μηδένα τῶν εἴτε ἐπισκόπων, εἴτε πρεσβυτέρων, ἢ διακόνων, τῆς ἀχράντου μεταδιδόντα κοινωνίας, παρὰ τοῦ μετέχοντος εἰσπράττειν, τῆς τοιαύτης μεταλήψεως χάριν, ὀβολούς, ἢ εἶδος τὸ οἱονοῦν. Οὐδὲ γὰρ πεπραμένη ἡ χάρις, οὐδὲ χρήμασι τὸν ἁγιασμὸν τοῦ Πνεύματος μεταδιδόαμεν, ἀλλὰ τοῖς ἀξίοις τοῦ δώρου ἀπανουργεύτως μεταδοτέον. Εἰ δὲ φανείη τις τῶν ἐν κλήρῳ καταλεγομένων ἀπαιτῶν, ᾧ μεταδίδωσι τῆς ἀχράντου κοινωνίας, τὸ οἱονοῦν εἶδος, καθαιρείσθω, ὡς τῆς Σίμωνος ζηλωτής πλάνης καὶ κακουργίας. (Συμφωνία Κανόνων: Αποστολικοι κθ’ - Δ’ Οικ. Συν. β' - ΣΤ’ Οικ. Συν. κβ' - Ζ’ Οικ. Συν. δ', ιε', ιθ’ - Βασιλείου κ' - Γενναδίου και Ταρασίου Επιστολή) Θα ήταν εκκοσμίκευση αν σήμερα ξανακοιτάγαμε το ρόλο των ιερέων στην εκκλησία μας; Μήπως είναι φονταμενταλισμός η μη συγγραφή νέων λειτουργιών από μέρους τους ή και η μη  μετάφραση  των ήδη υπαρχόντων;
«Όπως  ακριβώς στην τριανταφυλλιά, όταν κόψουμε το λουλούδι θα αποφύγουμε τα αγκάθια, έτσι ακριβώς και σ’ αυτήν  τη σοφία του κόσμου, αφού καρπωθούμε το ωφέλιμο θα αποφύγουμε το βλαβερό» (προς τους νέους, ΒΕΠ τ.4:200) ισχυρίζεται ο Μέγας Βασίλειος αλλά και πραγματώνουν κι οι τρεις ιεράρχες σπουδάζοντας σε εθνικά ειδωλολατρικά επιστημονικά κέντρα της εποχής τους. Τολμούν τη συνύπαρξη με άλλα εκπαιδευτικά ρεύματα και μοντέλα. Αναζητούν το  καλό και συμφέρον σε παράλληλους δρόμους.
Η παιδεία είναι κατ’εξοχήν συναντησιακή σχέση αγάπης και κατ’ επέκταση πράξη θάρρους, όπως συναντάται στη πραγματεία του παιδαγωγού Χρυσοστόμου. Αναφέρει: «Της τέχνης ταύτης ουκ έστι άλλη μείζων τι γάρ ίσον του ρυθμίσαι ψυχήν και διαπλάσαι νέου διανοίαν».
Συνεχίζει ο ιερός Βασίλειος: «’Έτσι λοιπόν και η ψυχή έχει πρώτα για καρπό την αλήθεια, αλλά είναι ωραίο να φοράει και την κοσμική σοφία, σαν φύλλα που προστατεύουν τον καρπό και δίνουν καλή όψη» (προς τους νέους, ΒΕΠ τ.4:200)  Θα αντιστοιχούσαμε  σήμερα ότι  θα έπρεπε να προσλάβουμε στην ορθόδοξη θεολογία το διαφωτισμό και τη νεωτερικότητα, το σχετικισμό και τη μετα-νεωτερικότητα.
Ο φονταμενταλισμός και η εκκοσμίκευση στη θεωρία και στην πράξη των τριών ιεραρχών δεν υπάρχουν. Η ζωή τους είναι κοινωνική ευαισθητοποίηση και δυναμική ιστορική παρέμβαση. Συνεχής πρωτοπορία κι αναζήτηση χαρακτηρίζει την πορεία τους προς τα έσχατα.  Επιλογή του αληθινού, του αξιομνημόνευτου, τελικά του φωτεινού.
Απομένει η δική μας επιλογή. 

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ







(Το κείμενο που ακολουθεί εκφωνήθηκε ως πανηγυρικός στον Ι.
Μητροπολιτικό Ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου Ρεθύμνου κατά
τον εορτασμό των Τριών Ιεραρχών )

του Μάρκου Β. Δασκαλάκη


Σήμερα, Εκκλησία και Πολιτεία από κοινού, γιορτάζουν και τιμούν τους Τρεις Ιεράρχες, ως προστάτες των Γραμμάτων και της Παιδείας.
Πρόκειται για τρεις μεγάλους εκκλησιαστικούς Πατέρες με ξεχωριστή μόρφωση και ανεκτίμητη προσφορά, που έζησαν τον 4ον αιώνα: Ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Έλαβαν και οι τρεις ευρύτατη και βαθύτατη παιδεία στα μεγαλύτερα κέντρα της εποχής και από τους σπουδαιότερους διδασκάλους, την οποία ολοκλήρωσαν όταν αποσύρθηκαν στην έρημο με τη μελέτη της Αγίας Γραφής, την προσευχή και την άσκηση.
Έτσι, η επιστήμη γίνεται σοφία και η σοφία εμπειρία. Εμπειρία και βίωμα ασκητικό που δεν έμεινε όμως ένα κατόρθωμα, μια ατομική κατάκτηση απλά, αλλά που έγινε θυσία και μοιράστηκε στον άνθρωπο με χίλιους τρόπους: Οι Τρεις Ιεράρχες έγιναν ποιμένες, αρχιερείς, αρχιεπίσκοποι, ορφανοτρόφοι, προστάτες των φτωχών, διώκτες των εκμεταλλευτών και των διεφθαρμένων, νοσοκόμοι, συγγραφείς, διανοούμενοι βαθύτατοι, ποιητές, συνήγοροι των αδικουμένων, τροφοδότες των πεινασμένων, αντίπαλοι της σκληρής και άδικης εξουσίας, ιατροί, γηροκόμοι, παρηγορητές, συμφιλιωτές, νομοθέτες, μεταρρυθμιστές, κήρυκες, σωτήρες των ξένων, δάσκαλοι, απελευθερωτές των αιχμαλώτων, ειρηνοποιοί, εμψυχωτές του λαού και οτιδήποτε άλλο ο καιρός και η ανάγκη απαιτούσαν για να σταθούν δίπλα στον άνθρωπο.
Την ίδια στιγμή στην προσωπική τους ζωή, έδιναν αξεπέραστο παράδειγμα βίου ακολουθώντας με ασκητικότητα και αγιότητα την πορεία από την ταπείνωση στη θυσία κι από εκεί στο φωτισμό και στη θέωση. Αυτή η οδός οδηγεί στην αληθινή, στην «όντως» ζωή. Κι αυτό είναι το κατ’ εξοχήν θεολογικό ζήτημα, αλλά και το κατ’ εξοχήν ζήτημα της παιδείας: Η ζωή, η αντιμετώπισή της, η νοηματοδότησή της. Γι’ αυτό, οι Τρεις Ιεράρχες είναι οι προστάτες της παιδείας.
Ο δρόμος των Τριών Ιεραρχών – από τη γνώση στην επιστήμη, στη σοφία, στην εμπειρία, στην προσφορά, στη θυσία, στο παράδειγμα – είναι ο δρόμος του αληθινού δασκάλου. Ο δρόμος αυτός είναι δύσκολος, απαιτεί «κόπο με πόθο», λέει ο Γρηγόριος. Κι αυτό γιατί η παιδεία δεν είναι ένα μέρος μόνο, ένας τομέας της ζωής του ανθρώπου, αλλά αφορά σε ολόκληρη τη ζωή του ή ακόμη και στο θάνατό του. «Ποιήσατε δικαιοσύνης όπλον και μη θανάτου την παίδευσιν», είναι η παραγγελία του Γρηγορίου, καθώς η παιδεία είναι «πρώτον των παρ’ ημίν αγαθών» και μας προτρέπει (επαναλαμβάνοντας τον ψαλμωδό): «δράξασθε παιδείας». Ο δε Ιωάννης ρωτά: «τι ίσον του ρυθμίσαι ψυχήν και διαπλάσαι νέου διάνοιαν;».
Επιδίωξη βασική της παιδείας είναι, κατά τον Γρηγόριο, να προσεγγίσει ο άνθρωπος «τη σωτηρία και το κάλλος των θείων πραγμάτων, που μόνο με το νου συλλαμβάνονται». Η ομορφιά των θείων πραγμάτων είναι που τρέφει την ελπίδα, στερεώνει την πίστη και μάς ανάγει στη θεότητα.
Γι αυτό, ο μεγάλος αυτός θεολόγος μάς συμβουλεύει να διδάσκουμε ταπεινά, όχι με σοφίσματα, κι αν δεν τα καταφέρνουμε και πολύ στα λόγια δεν είναι μεγάλο το κακό, «ου γαρ πάντων ο λόγος», δεν έχουν όλοι το χάρισμα να μιλούν με ρητορικά σχήματα κι ευγλωττία. Όμως είναι φοβερό να διαλύσουμε την πίστη και να ζημιωθούμε στη θεότητα, «πάντων γαρ η ελπίς».
Αυτή η παιδεία, που έχει στόχο την ομορφιά, την ελπίδα, τη δικαιοσύνη και τη ζωή αποτελεί το όραμα των Τριών Ιεραρχών. Παιδεία όμως που έχει τέτοιους στόχους, παρόμοια μέσα μπορεί και να χρησιμοποιεί. «Ουδέν ούτω προς διδασκαλίαν επαγωγόν, ως το φιλείν και φιλείσθαι», τίποτα δεν βοηθά περισσότερο τη διδασκαλία, όσο η αμοιβαία αγάπη, τονίζει ο Χρυσόστομος. Κι έτσι, ο Βασίλειος μάς προτείνει να διδάσκουμε με τέρψη, όσο το δυνατόν πιο ευχάριστα, γιατί ό,τι διδάσκεται με τέρψη και χάρη παραμένει μόνιμα κι όχι το βίαιο μάθημα. Συμφωνεί κι ο Χρυσόστομος: «Δει φθέγγεσθαι μετά πολλής χάριτος». Και συνεχίζει προτείνοντας να προχωρούμε στο νέο μάθημα όταν υπάρχει ασφαλής γνώση του προηγούμενου. Γιατί, πιστεύει ο Ιεράρχης, δεν πρέπει να διδάσκονται οι μαθητές όσα θέλει ο δάσκαλος (ή τα αναλυτικά προγράμματα του υπουργείου…), αλλά όσα αυτοί κάθε φορά είναι ικανοί ν’ αφομοιώσουν. Κέντρο δηλαδή της εκπαιδευτικής διαδικασίας είναι ο μαθητής κι όχι η διδακτέα ύλη ή το μάθημα. Σ’ αυτό πάλι συμφωνεί κι ο Γρηγόριος και λέει ότι ο δάσκαλος πρέπει να διακρίνει έγκαιρα τις κλίσεις των μαθητών και να βοηθά τους εφήβους στον επαγγελματικό τους προσανατολισμό, αφού ό,τι γίνεται σύμφωνα με τις υποδείξεις της φύσης πετυχαίνει, ενώ ό,τι είναι αντίθετο σ’ αυτήν αποτυχαίνει.
Οι δάσκαλοι, προσθέτει ο Βασίλειος, πρέπει να είναι καταρτισμένοι επιστημονικά, να έχουν γνώσεις ψυχολογίας, να είναι ακέραιοι στο χαρακτήρα, να διδάσκουν με γλώσσα απλή και κατανοητή, να μην προκαλούν, να μην επιδεικνύουν τις γνώσεις τους, να μην είναι εριστικοί, να είναι αμνησίκακοι, να μην διακόπτουν αυτόν που μιλάει και να χρησιμοποιούν τα λόγια με σύνεση, γνωρίζοντας «το μέτρο του λόγου και της ακοής». Κι αν κάποτε ο μαθητής πέσει σε παράπτωμα, να τον συμβουλεύουν με πατρική ευσπλαχνία και λόγο επιστημονικό. Ο δε Χρυσόστομος προσθέτει και τη διακριτικότητα: «Κατ’ ιδίαν παραίνεσον, συμβούλευσον, παρακάλεσον … δείξον αγάπην».
Οι Τρεις Ιεράρχες ενδιαφέρονται οι νέοι να γίνουν ενεργοί πολίτες, γι’ αυτό τους συμβουλεύει ο Χρυσόστομος να ασχολούνται με την πολιτική «κατά δύναμιν» και να μη μένουν μακριά από τα δημόσια πράγματα, να μετέχουν σ’ αυτά και να φανερώνουν την αρετή. Γιατί η αποτελεσματικότερη διδασκαλία είναι το παράδειγμα του βίου, η «σιωπηλή παραίνεση», όπως τη χαρακτηρίζει ο Γρηγόριος.
Για μια τέτοια παιδεία κι ένα τέτοιο πρότυπο ζωής πάλεψαν οι Τρεις Ιεράρχες και επιπλέον μάς έδωσαν και τα ανάλογα παραδείγματα:
Ο Μέγας Βασίλειος ιδρύει στην Καισάρεια την περίφημη «Βασιλειάδα», ολόκληρο συγκρότημα με νοσοκομείο, γηροκομείο, ορφανοτροφείο, λεπροκομείο και άλλα παρόμοια ιδρύματα για κάθε είδους ανθρώπινη δυστυχία, έχοντας προσφέρει ολόκληρη την οικογενειακή του περιουσία, και ενώ βρισκόταν στο θρόνο του αρχιεπισκόπου Καισαρείας και παρά την κλονισμένη υγεία του, συχνά διακονούσε κι ο ίδιος με προσωπική εργασία τους πονεμένους ανθρώπους που φιλοξενούσε σ’ αυτά τα ιδρύματα.
Αξεπέραστος ο Γρηγόριος, ενώ έχει εκλεγεί αρχιεπίσκοπος Κων/πόλεως, παραιτείται όταν κάποιοι αμφισβητούν τη νομιμότητα της εκλογής του για τυπικούς λόγους. Πράος και ειρηνοποιός, «έτοιμος από καιρό», τους λέει: «Ρίξτε εμένα στη θάλασσα σαν τον προφήτη Ιωνά – εξάλλου δεν είμαι πιο άξιος εγώ απ’ αυτόν – αν είναι έτσι να πάψει η τρικυμία των ταραχών. Ας πάθω εγώ οτιδήποτε για τη δική σας ομόνοια». Και παραιτείται.
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, άνθρωπος με τεράστιες ικανότητες, που ο λαός τον λάτρεψε, εγκαταλείπει μια λαμπρή καριέρα συνηγόρου και έπειτα από χρόνια αγώνα κι αγωνίας χειροτονείται διάκονος, ακολούθως δε, μετά από πενταετία, πρεσβύτερος. Είχε έντεκα χρόνια δράσης στην Αντιόχεια ως πρεσβύτερος και, κατόπιν πιέσεως και παρά τη θέλησή του, ανυψώνεται στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κων/πόλεως. Δεν αντιλαμβάνεται όμως τα αξιώματα ως βήμα αυτοπροβολής ή έστω ως δικαίωση μακροχρόνιων αγώνων, αλλά μόνο ως καιρό διακονίας και θυσίας. Έτσι, υπηρετώντας αυθεντικά το λαό του Θεού, έρχεται αντιμέτωπος με μια συμμαχία υψηλών εξουσιών και συμφερόντων και εξοντώνεται τελικά κάτω από αφόρητες συνθήκες διαβίωσης στην εξορία.
Τέτοιες επιταγές, τέτοιες παρακαταθήκες και τέτοια παραδείγματα έχουμε από τους Τρεις Ιεράρχες.
Εμείς σήμερα ας συλλογιστούμε: Για ποια παιδεία ενδιαφερόμαστε; Παιδεία-όπλο δικαιοσύνης ή παιδεία θανάτου; Εφήβους-ανθρώπους ζωντανούς, με ανησυχίες, που ζουν, κινούνται, αγωνιούν, θαυμάζουν, αγαπούν, δημιουργούν, απορούν, χαίρονται, ανακαλύπτουν, ερευνούν, προσφέρουν ή εξειδικευμένους τεχνοκράτες, στρυφνούς, ανέραστους, εγωκεντρικούς «επαΐοντες», που πλουτίζουν εξαργυρώνοντας το κύρος της επιστήμης;
Η παιδεία, όπλο ζωής ή θανάτου; Παιδεία του «μετέχω στη μάθηση και χαίρομαι που μαθαίνω» ή παιδεία του «μαθαίνω για να κερδίζω»; Καλό είναι το αληθινό ή καλό είναι το χρήσιμο; Το εκπαιδευτικό μας σύστημα σήμερα, ποιο από τα παραπάνω μοντέλα μοιάζει ν’ ακολουθεί; Ας αναρωτηθεί ο καθένας μας, τι είδους πρότυπο προσφέρει ο ίδιος στα παιδιά του;
Οι μαθητές πάντως φαίνεται να έχουν απαντήσει και ως προς το περιεχόμενο και ως προς τον τρόπο που τους παρέχεται η παιδεία. Και η απάντησή τους είναι λακωνική, μονολεκτική, ωστόσο τόσο ξεκάθαρη που δεν επιτρέπει παρανοήσεις (ηθελημένες ή αθέλητες). Μπείτε σ’ ένα οποιοδήποτε σχολείο, σε μια οποιαδήποτε σχολική αίθουσα, πηγαίνετε στα θρανία των μαθητών. Διαβάστε τι γράφουν πάνω τους. Μια λέξη επαναλαμβάνεται συνεχώς, μονότονα και αδυσώπητα. Μια λέξη-μαχαιριά στο εκπαιδευτικό μας σύστημα: «ΒΑΡΙΕΜΑΙ».
Χρειάζονται εξηγήσεις; Μήπως δεν είναι αρκετά σαφές; Μπορούμε ν’ αθωωθούμε, έστω «λόγω αμφιβολιών»; Μπορούμε ν’ αψηφήσουμε το κενό, την απουσία νοήματος; Μπορεί να υποστηρίξει κανείς στα σοβαρά ότι βρισκόμαστε στο σωστό δρόμο;
Στο «παγκόσμιο χωριό», στο οποίο πλέον ζούμε, τα προβλήματα κάθε μέρα οξύνονται: Η οικονομία παγκοσμιοποιημένη (ή προς παγκοσμιοποίηση), αφήνει πίσω της περισσότερη ανεργία και ταχύτατες αλλαγές(/διάλυση) στον κοινωνικό ιστό, δύσκολα αφομοιώσιμες. Οι σύγχρονες κοινωνίες, που είναι πλέον πολυπολιτισμικές και (περισσότερο) απρόσωπες, έρχονται αντιμέτωπες με νέα αιτήματα και νέα προβλήματα. Παράλογοι φανατισμοί με εθνικιστικές, θρησκευτικές και άλλες καταγωγές εμφανίζονται συχνότερα. Οι εφαρμογές της βιοτεχνολογίας δημιουργούν νέες ελπίδες, μα και νέους φόβους. Το μέγα πρόβλημα της μόλυνσης του πλανήτη βαίνει διογκούμενο. Στη γεωπολιτική, η εφαρμογή του δικαίου της ισχύος έχει ξεπεράσει κάθε όριο κυνισμού και υποκρισίας, εμφανιζόμενο πλέον ως «εκστρατεία κατά του κακού». Η ενημέρωση από τα Μ.Μ.Ε., ελεγχόμενη και κατευθυνόμενη, μετατρέπεται σε «βροχή» πληροφοριών, που επιτείνει τη σύγχυση.
Πώς τοποθετείται ο σύγχρονος άνθρωπος απέναντι σ’ αυτά τα προβλήματα; Η ορθόδοξη εκκλησιαστική μας παράδοση, της οποίας φορείς είναι οι Τρεις Ιεράρχες, προτείνει αρχές, με βάση τις οποίες μπορούν να αναζητηθούν διέξοδοι. Αυτές είναι, σύμφωνα με τη διατύπωση ενός σύγχρονου θεολόγου, οι εξής:
  • Ζούμε εφόσον σχετιζόμαστε
  • Δεν υπάρχουμε, αλλά συνυπάρχουμε.
  • Θα επιβιώσουμε σ’ αυτόν τον πλανήτη μόνο αν μάθουμε να συμβιώνουμε.
  • Ο λόγος μας είναι διάλογος, όχι μονόλογος ούτε αντίλογος.
  • Μιλάμε για να επικοινωνούμε.
  • Γνωρίζουμε εφόσον μετέχουμε.
  • Κατανοούμε όσο σχετιζόμαστε.
  • Μαθαίνουμε όταν αγαπάμε.
Αυτές είναι οι αλήθειες και τα πρότυπα για την παιδεία και τη ζωή, που υπερασπίσθηκαν οι Τρεις Ιεράρχες, εκπρόσωποι γνήσιοι της ορθόδοξης πατερικής θεολογίας. Ο λόγος των Τριών Ιεραρχών υπάρχει, προσιτός και επίκαιρος. Δεν έχουμε παρά να τον αφουγκραστούμε.


Βιβλιογραφικές αναφορές:
1. Αλέξανδρος Σ. Καριώτογλου, Οι αντιλήψεις των Τριών Ιεραρχών για την Παιδεία και η σύγχρονη τεχνοκρατική εκπαίδευση, Αθήνα: Κοινότητα Φοιτητών1 1984.
2. Μάριος Π. Μπέγζος, Ανατολική ηθική και δυτική τεχνική, Αθήνα: Γρηγόρης 1993, σελ. 54 κ.ε.

Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Ανδρέας Αργυρόπουλος: Τρεις Ιεράρχες - Παιδεία Ζωής ή Εκπαιδευτική Ισοπέδωση;





 ........Με απλά λόγια οι Τρεις Ιεράρχες υποστηρίζουν πως η Παιδεία πρέπει να είναι στην υπηρεσία του ανθρώπου και όχι του συστήματος, όπως δυστυχώς έχει καταντήσει στις μέρες μας. Σήμερα σε ολόκληρο τον κόσμο η Παιδεία είναι κατευθυνόμενη, γι’ αυτό και αποτυχημένη. Οι νέοι-ες κατευθύνονται σύμφωνα με τις ανάγκες του συστήματος κάθε χώρας. Ενδεικτικό είναι το γεγονός σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία ότι μόνο ένας στους πέντε νέους κατάφερε να εισαχθεί στη σχολή των ονείρων του την προηγούμενη χρονιά. Το ζητούμενο, δυστυχώς στις μέρες μας δεν είναι να φτιάξουμε ελεύθερους ανθρώπους, με συγκροτημένη προσωπικότητα, υπεύθυνους, έτοιμους να σταθούν κριτικά σε ό,τι αλλοιώνει την ομορφιά της ζωής, αλλά εξαρτήματα για να λειτουργήσει καλά η μηχανή της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. (Είμαι εξάρτημα εγώ της μηχανής σας και ο γιος μου ανταλλακτικό). Οι περισσότεροι νέοι δεν προχωρούν στις σπουδές τους σε ότι αυτοί ονειρεύονταν και επέλεξαν, δε σπουδάζουν για να ξεδιψάσουν τις ψυχές τους, για να ζήσουν, αλλά για να ενταχθούν εκεί που το απαιτούν οι ανάγκες του συστήματος με απώτερο σκοπό να βοηθήσουν στην ανάκαμψη των «δεικτών της παραγωγικότητας». Η παιδεία όμως δεν πρέπει να αποβλέπει ούτε στην παραγωγικότητα, ούτε στις όποιες ανάγκες του κράτους, οφείλει να οδηγεί τους νέους στην ανακάλυψη του μυστηρίου της ζωής, στην κατάκτηση της ελευθερίας, στα μονοπάτια της αναζήτησης της αλήθειας, στη μύησή τους στην παράδοση του τόπου τους και στον πολιτισμό, στη μεταμόρφωσή τους. Άραγε πόσοι από τους μαθητές, για παράδειγμα, της Λέσβου, ακόμη κι απ’ αυτούς που έχουν πετύχει στις καλύτερες πανεπιστημιακές και πολυτεχνικές σχολές έχουν μυηθεί στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη;
Όπως ωραία λέει ο Χρήστος Γιανναράς, όσοι κάνουν τους σχεδιασμούς για την παιδεία δείχνουν πως δεν τους ενδιαφέρει « η κατά κεφαλήν καλλιέργεια αλλά το κατά κεφαλήν εισόδημα». Συνεχίζουμε να εγκληματούμε σε βάρος των νέων ανθρώπων. Ξεκόψαμε τη γνώση από τη ζωή, τον έρωτα, την ομορφιά. Υποτάξαμε την αγάπη στην αναγκαιότητα και γι’ αυτό αποτύχαμε. Για όποιον αμφιβάλει γι’ αυτή την αποτυχία, παραπέμπω στην πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων για τους νέους όπου τα συμπεράσματά της μας αποκαλύπτουν ότι το 20% των Ελλήνων μαθητών ηλικίας 15 ως 18 ετών υποφέρει από κατάθλιψη, στις κοπέλες μάλιστα το ποσοστό φτάνει στο 30%. Στις μέρες μας η παιδεία έχει δώσει τη θέση της σε μια μονοδιάστατη, γι’ αυτό και άρρωστη εκπαίδευση. Για να επιτευχθούν οι στόχοι της, όλοι (γονείς, μαθητές, εκπαιδευτικοί) μπαίνουν σε καλούπια από νωρίς. Μια άλλη έρευνα έδειξε ότι το 97% των γονέων που έχουν παιδιά στο δημοτικό σχολείο απαιτούν πρώτιστα από αυτά την άριστη βαθμολογία. Το δόγμα παιδείας ειδικά στα Λύκεια, δηλαδή την εποχή που η ψυχή του νέου πάει να ανθίσει, είναι «να βγει η ύλη». Όλα θυσιάζονται εκεί. Η πίεση αφόρητη στους εκπαιδευτικούς που ζουν την τραγικότητα της μετατροπής τους, από φορείς γνώσης και ζωής σε απλούς διεκπεραιωτές ύλης ενώ τα παιδιά μας στην ηλικία που διψάνε για ζωή και αλήθεια περιορίζονται στο να μετατραπούν σε ζωντανά λυσάρια φυσικής, χημείας, μαθηματικών, αρχαίων, κλπ.
Στη σημερινή εκπαίδευση της ισοπέδωσης, φτάσαμε ακόμη και η έκθεση ιδεών, το μάθημα που ο μαθητής υποτίθεται ελεύθερα καταθέτει τις ιδέες του, να ταυτίζεται με ένα φροντιστηριακό δίωρο. Ο μαθητής αφού πληρώσει αδρά ζει την τραγωδία του να μαθαίνει «τι πιστεύει» και πως «πρέπει να το εκθέσει» ούτως ώστε να «πετύχει». Ζητάμε δηλαδή από τον νέο άνθρωπο να αρνηθεί την προσωπικότητά του, να γίνει κάτι «άλλο» για να κατορθώσει να θεωρηθεί επιτυχημένος. Σε μια κοινωνία πνιγμένη στον ατομικισμό, στις αξίες του εύκολου κέρδους, σε μια κοινωνία που προοδεύει όποιος διακρίνεται όχι για τις γνώσεις του αλλά για την ευλυγισία της μέσης του, τις γνωριμίες του, τα «κονέ» του που λένε οι νέοι, σε μια κοινωνία, στην οποία οι αξίες που προτείνονται στη νέα γενιά είναι ο καριερισμός, η βαθμοθηρία και αργότερα το μικροαστικό βόλεμα τι μπορούμε να περιμένουμε; Εμείς οι μεγαλύτεροι πνιγμένοι στις ανασφάλειές μας θέλουμε γενιές βολικών και βολεμένων, ανθρώπους που δεν είναι έτοιμοι να ρισκάρουν, ούτε να θυσιαστούν για τίποτα. Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ έλεγε: «αυτός που δεν είναι έτοιμος να πεθάνει για κάτι, δεν αξίζει να ζει». Προτείνουμε στους νέους την κοινωνία του «φαίνεσθαι», του «πρεστίζ». Το παν, είναι το προσωπείο. Η εικόνα μας προ τα έξω. Ξεχάσαμε ότι η αξία δεν βρίσκεται στο προσωπείο, αλλά στο πρόσωπο. Έτσι οι νέοι άρχισαν να μαζεύουν προσωπεία. Πώς να επιβιώσεις διαφορετικά. Στο βάθος ακούγεται η κραυγή αυτών που παλεύουν και διψάνε για ζωή. «Φανέρωσέ μας τη μάσκα που κρύβεις κάτω από τη μάσκα που φοράς», λέει το τραγούδι. Θέλει δρόμο για να φτάσεις στο πρόσωπο, στην επικοινωνία, στη συνάντηση. Θέλει ψυχή.
Η αγάπη, λέει ένας άγιος της Εκκλησίας μας, είναι πιο γλυκιά και από τη ζωή. Προσφέρουμε σήμερα παιδεία αγάπης; Όχι. Τότε πως θέλουμε παιδεία ζωής; Η παιδεία για να είναι πετυχημένη πρέπει να μιλά στις ψυχές, να τις κάνει να χαίρονται, να ονειρεύονται, να δημιουργούν. Να είναι όπως προτείνουν οι Τρεις Ιεράρχες «δρόμος απελευθέρωσης και όχι διαδικασία εξαναγκασμού και ανελευθερίας». Αν θέλουμε να τιμήσουμε τους Τρεις Ιεράρχες δε χρειάζεται να το κάνουμε μέσα από ακίνδυνες τυπικές γιορτές. Απαιτείται μελέτη του έργου τους, της προσφοράς τους, αλλά κυρίως η μίμηση της στάσης ζωής τους.
Ανδρέα Χ.Αργυρόπουλου,Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών,Αθήνα 2009

Στρατής Ψάλτου:Η παιδεία ως ψυχική καλλιέργεια




Κοινή εορτή των τριών ιεραρχών –Βασιλείου Καισαρείας, Γρηγορίου Θεολόγου και Ιωάννου Χρυσοστόμου- μέχρι τον 11ο αιώνα μ.Χ. δεν υπήρχε. Κατά τη διάρκεια της εξουσίας του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ΄, μεταξύ του 1042 και του 1055, πραγματοποιήθηκε μία μεταρρύθμιση της εκπαίδευσης, η οποία οδήγησε στην αναβίωση του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινουπόλεως. Οι λόγιοι που στελέχωσαν το νέο Πανεπιστήμιο, και κυρίως ο Μιχαήλ Ψελλός, κατόρθωσαν μέσα σε λίγα χρόνια να το καταστήσουν διάσημο στον χριστιανικό κόσμο και τόπο μόρφωσης των ανθρώπων που χρειάζονταν για τις διοικητικές και εκπαιδευτικές ανάγκες της αυτοκρατορίας.
Την αναγέννηση αυτή του πανεπιστημίου της Κωνσταντινουπόλεως τη συνόδευσε και η ιδέα της επιλογής ενός λογίου αγίου, του οποίου η προσωπικότητα και η γιορτή θα γίνονταν σύμβολο της νέας αυτής εκπαιδευτικής πραγματικότητας. Και τότε ξέσπασε μία διαμάχη, όπως συχνά άλλωστε συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, για το ποιο πρόσωπο ήταν κατάλληλο, ώστε να αποτελέσει το σύμβολο του νέου πανεπιστημίου. Δημιουργήθηκαν τρείς αντιμαχόμενες παρατάξεις: των «Ιωαννιτών», των «Βασιλειτών» και των «Γρηγοριτών». Καθώς το θέμα άρχισε να παίρνει ανησυχητικές διαστάσεις, ένας από τους καθηγητές του πανεπιστημίου, ο Ιωάννης Μαυρόπους, συμφιλιώνοντας τις τρεις παρατάξεις, πρότεινε να συσταθεί κοινή εορτή και να γίνουν και οι τρεις ιεράρχες το νέο σύμβολο, καθώς και οι τρεις ενσάρκωναν τις αξίες του νέου Πανεπιστημίου. Η μία από αυτές ήταν η αξία της παιδείας ως τεχνικής γνώσης, απαραίτητης για τις λειτουργικές ανάγκες της κοινωνίας. Η άλλη αξία ήταν η αξία της παιδείας ως ψυχικής καλλιέργειας.
Όταν ο Βασίλειος εξελέγη αρχιεπίσκοπος Καισαρείας θα μπορούσε να νιώσει τακτοποιημένος με τη θέση του και με τις ρητορικές του ικανότητες να κάνει απλώς σπουδαία κηρύγματα συμπαράστασης στον ανθρώπινο πόνο. Ωστόσο, επειδή ακριβώς η παιδεία του δεν ήταν μόνο ρητορική ικανότητα, αλλά και ψυχική καλλιέργεια, χρησιμοποίησε τη θέση του αρχιεπισκόπου κάνοντας έργα υπέρ του ανθρώπινου πόνου, δημιουργώντας μια ολόκληρη πόλη με νοσοκομείο, γηροκομείο, ορφανοτροφείο, που έμεινε γνωστή ως Βασιλειάδα.
Όταν ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος εξελέγη αρχιεπίσκοπος, θα μπορούσε να νιώσει τακτοποιημένος με τη θέση του και χρησιμοποιώντας τη ρητορική του τεχνική να λέει διάφορα κούφια λόγια, που θα κολάκευαν το παλάτι και τους αυλικούς του. Ωστόσο, επειδή ακριβώς η παιδεία του δεν ήταν μόνο ρητορική ικανότητα, αλλά και ψυχική καλλιέργεια ουδέποτε χαρίστηκε στους διάφορους αξιωματούχους του παλατιού, οι οποίοι τον μισούσαν θανάσιμα, καθώς δεν ανέχονταν τον οξύτατο δημόσιο έλεγχο που ασκούσε στα πρόσωπά τους για την φαυλοκρατία και την ανεντιμότητά τους. Η δράση του αυτή είχε ως αποτέλεσμα να εξοριστεί και να πεθάνει στην εξορία.
Όταν ο Γρηγόριος εξελέγη αρχιεπίσκοπος στην Κωνσταντινούπολη, θα μπορούσε να νιώσει τακτοποιημένος με τη θέση του. Ωστόσο, επειδή ακριβώς η παιδεία του δεν ήταν μόνο ρητορική ικανότητα, αλλά και ψυχική καλλιέργεια, όταν συνειδητοποίησε ότι παραμένοντας στη θέση της εκκλησιαστικής εξουσίας θα κινδύνευε η ψυχή του, εγκατέλειψε τον θρόνο και έφυγε από την Κωνσταντινούπολη.
Αυτά ήταν τα τρία πρόσωπα που το 1842, ύστερα από πρόταση της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, το νέο ελληνικό κράτος αποφάσισε να κάνει σύμβολα και της δικής του εκπαίδευσης και να καθιερώσει τη γιορτή τους ως επίσημη σχολική εορτή των «Γραμμάτων και της Παιδείας». Κι ενώ η γιορτή συνεχίζεται μέχρι σήμερα, το ζήτημα της παιδείας που συμβολίζουν αυτά τα πρόσωπα παραμένει ζητούμενο, καθώς η κυρίαρχη ελληνική ιδεολογία σήμερα μοιάζει να είναι η λογική της παιδείας ως τεχνικής γνώσης για τακτοποίηση σε κάποια θέση, αφήνοντας στη λήθη την παιδεία ως ψυχική καλλιέργεια.


, "Νέα της Λέσβου", 28 Ιανουαρίου 2011

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

Οι Τρεις Ιεράρχες «στα αζήτητα»(;) μιας γιορτής(;) για την Παιδεία





 
του Χριστόφορου Γ. Παπασωτηρόπουλου, εκπαιδευτικού θεολόγου


Έπρεπε να μιλήσω για τους Τρεις Ιεράρχες, όμως είχα κουραστεί ν’ ακούω μεγάλες κουβέντες και να μιλώ για ανθρώπους άγιους, πανάκριβους, ανεκτίμητους σαν να διαφημίζω ένα προϊόν στο ραδιόφωνο. Είναι κι η εποχή που πάσχει από πολυλογία, κι έτσι βάλθηκα να περπατώ στα σοκάκια της σημερινής ελληνικής κοινωνίας ,με προσοχή να μη χαθώ και με σκοπό να φτάσω στην πλατεία, στο ξέφωτο της παρουσίας των Αγίων, που και σήμερα τιμά η παιδεία μας- Του Μεγάλου Βασιλείου, του Ιερού Χρυσοστόμου, του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου- και να ψηλαφίσω τη σχέση τους με τον σημερινό μας βίο.
Προχώρησα κι είδα ένα λαό να έχει κάνει την πίστη του στο Θεό ζήτημα προσωπικού γούστου. Μια θάλασσα από άγνοια, ημιμάθεια ή αδιαφορία, μια που ο λόγος της Εκκλησίας φαίνεται να μην προκαλεί πια κανένα ενδιαφέρον. Φταίει άραγε μόνον η Εκκλησία ή κι η δική μας τρυφηλότητα;
Προχώρησα κι είδα ανθρώπους να τρέχουν να προλάβουν τη ζωή τους, να τυραννιούνται από το κυνήγι του χρόνου για να είναι «εντάξει» .Και θυμήθηκα τον Ελύτη: «Δώσε δωρεάν το χρόνο σου αν θέλεις να σου μείνει λίγη αξιοπρέπεια».
Είδα τους άρχοντες, εκκλησιαστικούς και μη, να μας μαλώνουν, να μας κουνάνε το δάχτυλο επιτακτικά στο πρόσωπο μπροστά μας, γιατί δεν είμαστε αρκετά υπάκουοι, δεν είμαστε όσο θα έπρεπε υποτακτικοί, γιατί δεν τους σεβόμαστε όσο θα έπρεπε και θυμήθηκα ένα παλιό σύνθημα γραμμένο στον τοίχο: «Αγάπη που’ ναι η εκκλησιά σου; Βαρέθηκα πια στα μετόχια».
Είδα ανθρώπους σκυφτούς να κλαίνε, να πεινούν, ν’ απελπίζονται, να μαζεύονται φοβισμένοι, να βράζουν από θυμό και πόνο και να περιμένουν πότε ο πόνος θα γίνει δημιουργία.
Είδα παιδιά να με κοιτούν καχύποπτα, σαν προδομένα από εμάς τους μεγαλύτερους, που τους παραδίνουμε αυτόν τον κόσμο , θυμωμένα, που σκοτώνουμε «κατά λάθος» παιδιά στα Εξάρχεια, που σιχαινόμαστε τους «λαθραίους» ανθρώπους που ζητούν καταφύγιο στη χώρα μας κυνηγημένοι, που ξεπουλήσαμε χωρίς καλά καλά να το καταλάβουμε τις αξίες μας για μια περίοπτη θέση σε μια εταιρία, για ένα τζιπ, για μια βίλλα παραπάνω.
Είδα δασκάλους να κάνουν αυτό που «πρέπει»,να είναι αρκούντως υπηρεσιακοί-με καθαρά, μεν αλλά άδεια χέρια!- να τρέχουν να προλάβουν την ύλη τους, να οδηγούν με ταχείς ρυθμούς τους μαθητές τους στην κρεατομηχανή της επιτυχίας, στις εξετάσεις. Με την ψυχή αφυδατωμένη, τσακισμένη και την αγάπη και το μεράκι καλά κρυμμένο βαθιά μέσα τους, μη τύχει και κατασπαταληθεί τσάμπα, μια που η καρδιά και το συναίσθημα χρειάζεται κι έξω από τη δουλειά . Και σκέφτηκα τον Μίλτο Κουντουρά: «όποιος αγωνίζεται για τα παιδιά, αγωνίζεται για την ανθρωπότητα».
Κι είδα γονείς πιο κάτω, στραμένους στα παιδιά τους να τους μιλούν με φόβο κι αγωνία για το αύριο που έρχεται σαν καταιγίδα καταπάνω τους. Κι όταν αυτά ζητούσαν «μια ιδέα στεγανή που να μη μπάζει κρύο»,μια ελπίδα για να παλέψουν, ο πατέρας δάκρυζε κι η μάνα σιωπηλή αγκάλιαζε. Η κραυγή της σιωπής σκέφτηκα…
Κι είδα γονείς να ορμούν στους καθηγητές των παιδιών τους-με θάρρος ή με θράσος;-γιατί δε δίνουν όσα θα ήθελαν κι όχι γνώσεις μόνο μα κι αγωγή και κοινωνικοποίηση κι ιδέες κι ελπίδες και οράματα κι αξίες …κι όλα αυτά που οι ίδιοι δεν πρόλαβαν να δώσουν. Και βρήκαν κι έβαζαν στο στόμα τους τους τεμπέληδες που δουλεύουν λίγο ,που δεν ελέγχει κανείς τη δουλειά τους, που ρουφάνε άδειες και διακοπές για να βολεύονται και σκέφτηκα και πάλι τον Ελύτη: «Ιδιώτευε μες στο Ανερυθρίαστο».
Κι είδα την Εκκλησία να ταπεινώνεται, να απαξιώνεται μες στις κραυγές του ορθού λόγου και της συλλογικής λήθης και να πληρώνει σκληρά το τίμημα χρόνιων παθογενειών, ακέραιων καρκινωμάτων στο σώμα της που άλλες φορές η αγάπη της κι άλλες φορές η αδυναμία της, τα σκέπαζε για να μη φαίνονται. Κι έτσι βαυκαλιζόταν πως δεν υπήρχαν…
Κι είδα πιο κάτω ένα φως αχνό, μάλλον σα φωτοστέφανο, αλλά δεν ήμουν σίγουρος-λες κι έχω δει φωτοστέφανο για να ξέρω;-…
Ένας παπάς μοίραζε τη νύχτα φαγητό και κουβέρτες στους άστεγους που είχαν κάνει τα παγκάκια σπίτια τους, ένας άλλος τραβούσε από μια τρύπια βάρκα μια γυναίκα μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά της που έφτασαν από απέναντι, πεθαμένοι σχεδόν από το φόβο κι από τα παγωμένα μαύρα νερά του Αιγαίου, κι ένας άλλος μέχρι αργά τη νύχτα φόρτωνε στο πετραχήλι του καημούς κι απελπισία από πρεζόνια κι αλαφιασμένους απόκληρους. Και σκέφτηκα τη μωρία του σταυρού, τη σαλότητα των αγίων, την πίστη στην Ανάσταση, όταν όλα μυρίζουν θάνατο…
Κι έκανα «ένα βήμα πιο γρήγορο απ’ τη φθορά». Κι είδα στο ξέφωτο τρεις δεσποτάδες, χωρίς πλουμιστά άμφια και μίτρες χρυσοκέντητες, μα με ράσα φθαρμένα αλλά καθαρά και μια μαγκούρα ξύλινη ο καθένας για να ακουμπάει. Κοιτούσαν σιωπηλοί κι ολόμονοι , κρυμμένοι θαρρείς ,κουρασμένοι, μα μ’ ένα πεισματάρικο χαμόγελο, αυτό που έχουν οι άνθρωποι που αγάπησαν κι αγαπήθηκαν.
Εκεί πλησίασα, γονάτισα κι αφέθηκα στην παραμυθία τους:
Μου ψιθύρισε ο άγιος Γρηγόριος, για το Θεό που κρύβεται-«Θεέ μου, πόσο μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε!»- στα μικρά ασήμαντα πράγματα, στους ανθρώπους που προσπερνάμε, στο σπόρο που φυτεύουμε περιμένοντας ν’ ανθίσει.
Μου είπε για τις δικαιολογίες των ανθρώπων που δεν απλώνουν το χέρι τους να μοιραστούν.
Για την απελπισία της φτώχιας, της ορφάνιας, της ερήμωσης.
Κι ο Μέγας Βασίλειος, μου θύμισε για τους ψευτο-ευλαβείς που αρκούνται στην ελεημοσύνη-άλλοθι της αδικίας και για τους πλούσιους που χαρίζουν για να βολέψουν τη συνείδησή τους.
Κι ο ιερός Χρυσόστομος, αργά και σταθερά μου διηγήθηκε ιστορίες για την Εκκλησία, που πάντα στους κόλπους της μέσα είχε κι ανθρώπους που της τρώγανε τις σάρκες και για το Χριστό που πάντα μεταμόρφωνε το σώμα της με την πεισματάρικη αγάπη του.
Μου είπαν για τους ανθρώπους τους αμόρφωτους,- όχι αυτούς που δεν ξέρουν γράμματα-τους άλλους, που ξέρουν οτι έχουν πάντα δίκιο και κρίνουν με άνεση κάθε στραβό ανθρώπινο σα να μη είδαν ποτέ τις δικές τους συμφορές, γερασμένοι δικαστές μιας ζωής τσιγγούνικης…
Μου είπαν για τις ελπίδες και τα όνειρα του κόσμου, τις ουτοπίες που δεν έχουν ακόμη τόπο. Για τον Καινούργιο Κόσμο του Θεού που αγκαλιάζει όλους, κι αυτούς που θέλουμε κι αυτούς που θ’ αποφεύγαμε ακόμη και καλημέρα να τους πούμε, για το σταυρό και τη θυσία αυτού που αγωνίζεται όχι για να κερδίσει, αλλά από έρωτα, γιατί αλλιώς δεν θα μπορούσε να ζήσει.
Για το σταυρό που παραλάβαμε όχι για να τον κάνουμε κόσμημα, μα για να προκαλέσουμε την ανάσταση εδώ και τώρα.
Για τις ελπίδες που δε χάθηκαν κι ούτε ποτέ θα χαθούν όσο οι άνθρωποι παλεύουν, αγωνίζονται, αγαπούν.
Με παρηγόρησαν, όλες οι εποχές μοιάζουν, μου είπαν, μη σκιάζεσαι γιατί ο θάνατος είναι πάντα προσωρινός, φαίνεται δυνατός μα είναι σκόνη μπροστά στη χάρη του Θεού!
Και μου ψιθύρισαν κι ένα στιχάκι για τους δασκάλους που πάντα παλεύουν μαζί με τους μαθητές τους, σ’ αυτά τα σχολεία, μ’ αυτές τις συνθήκες, μ’ αυτές τις ανημποριές :
«και τι δεν κάνατε για να με θάψετε, όμως ξεχάσατε πως ήμουν σπόρος…».
Σηκώθηκα να φύγω, μου δώσαν την ευχή τους κι ένα χαρτί τυλιγμένο να το διαβάζω κάθε φορά που θα φοβόμουν και θα δείλιαζα. Απομακρύνθηκα, το άνοιξα με λαχτάρα και το διάβασα. Ήταν δυο στίχοι του Μπέρτολτ Μπρεχτ(!):
«Κι όταν θα έχετε καλυτερέψει τον κόσμο,
Να συνεχίσετε να τον καλυτερεύετε αυτόν τον καλύτερο κόσμο.
Κι αν καλυτερεύοντας τον κόσμο, συμπληρώσετε την αλήθεια
λοιπόν, συμπληρώστε κι άλλο τη συμπληρωμένη αλήθεια.
Κι αν συμπληρώνοντας την αλήθεια, αλλάξατε την ανθρωπότητα,
Λοιπόν ,
αλλάξτε κι άλλο την αλλαγμένη ανθρωπότητα.»


 
Πάτρα, Ιανουάριος 2011

σημείωση: ευτυχώς που για να γραφτούν αυτές οι λιγοστές αράδες εκτός από τους Τρεις Ιεράρχες, τα όσα είπαν και κυρίως τα όσα έκαναν και μας άφησαν κληρονομιά, βοήθησαν και ο Οδυσσέας Ελύτης(Μαρία Νεφέλη),ο Μίλτος Κουντουράς(Κλείστε τα σχολειά),ο Γιώργος Σεφέρης(Fog), ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ και ο Παύλος Σιδηρόπουλος (εν Κατακλείδι).

Το Τμήμα Θεολογίας του Α.Π.Θ. καταδικάζει κάθε φανατισμένη ενέργεια που μετατρέπει την ορθόδοξη πίστη σε ιδεολογία.









«Το Τμήμα Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με αφορμή τα γεγονότα που πρόσφατα έλαβαν χώρα στην Ιερά Μητρόπολη Δημητριάδος εξέδωσε ομόφωνα κατά τη Γενική Συνέλευσή του αριθμός 198 της 20.1.2011 το ακόλουθο ψήφισμα:

ΨΗΦΙΣΜΑ

Το Τμήμα Θεολογίας του Α.Π.Θ., προβληματιζόμενο για τα φαινόμενα φονταμενταλισμού που εκδηλώνονται τον τελευταίο καιρό με ανησυχητικές διαστάσεις και συχνότητα, εκφράζει ομόφωνα την αντίδρασή του απέναντι σε κάθε μορφή πολεμικής και απαξίωσης που στρέφονται κατά καθηγητών και ιεραρχών, μηδέ του Αρχιεπισκόπου και του Οικουμενικού Πατριάρχου εξαιρουμένων, με στόχο τις προσπάθειες της Εκκλησίας για τον καταρτισμό των πιστών, και καταδικάζει κάθε φανατισμένη ενέργεια που μετατρέπει την ορθόδοξη πίστη σε ιδεολογία.

Η σχολαστική προσκόλληση στο γράμμα της διατύπωσης και η απαρέγκλιτη πιστότητα στην τήρηση κωδικοποιημένων πρακτικών που έχουν χάσει το νόημά τους, όχι μόνο δεν προάγουν την υπεράσπιση της Αλήθειας και την παράδοση της Εκκλησίας, αλλά θυμίζουν φαρισαϊκού τύπου πρακτικές που γίνονται σκόλοπες για την συμμετοχή των πιστών στην Εκκλησία».

Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ:Ενάντια στο νεφέλωμα του ελληνοχριστιανικού ιδεολογήματος





ΑΝΔΡΕΑΣ Χ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών
ΣΕΙΡΑ: Έξοδος στην κοινωνία και τη ζωή
ΑΘΗΝΑ 2009



Είναι πολλοί σήμερα οι χριστιανομαθημένοι θεολογούντες, που στην προσπάθειά τους να στηρίξουν τις όποιες θεολογικές απόψεις τους, επικαλούνται συχνά την πατερική παράδοση. Βέβαια, αυτό που ξαφνιάζει όσους ακούνε και διαβάζουν τις απόψεις αυτών των θεολογούντων, είναι το γεγονός ότι η αναφορά τους στην παράδοση των Πατέρων της Εκκλησίας, καταντά μια νεκρολογία, λες και είναι απλά ένα λείψανο του παρελθόντος, απ’ το οποίο οφείλουμε πάντα να πιανόμαστε. Στην προκειμένη περίπτωση εκείνο που θα ήθελα να τονίσω, για να ταράξω ολίγον τα λιμνάζοντα και θολά νερά στα οποία κολυμπούν, είναι ότι η σπουδή της ελληνορθόδοξης, γενικότερα, παράδοσης είναι μια συνέχεια, που ως λαός την κουβαλάμε στην πλάτη μας, δίχως πολλές φορές καν να το υποψιαζόμαστε. Συνέχεια, που ο αξέχαστος Ζήσιμος Λορεντζάτος στις Ρωμιές του μας φέρνει πρόσωπο με πρόσωπο, νοηματοδοτώντας την με τα εξής ξεκάθαρα και σταράτα λόγια: «στα γράμματα (αλλά και σε άλλες εκδηλώσεις κάθε πολιτισμού ανθρωπινού) δεν υπάρχει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε πεθαμένους και ζωντανούς: και αυτό είναι παράδοση. Έχομε πεθαμένους που κατευθύνουν τη ζωή μας, τη ζωή του σήμερα ή κάθε νιόκοπης γενιάς, όπως έχομε ζωντανούς που όσο περισσότερο φωνάζουν, τόσο περισσότερο βλέπομε πως είναι πρωθύστερα πεθαμένοι: και αυτό είναι παράδοση – να ζουν μονάχα οι ζωντανοί (και ας έχουν, καμιά φορά, μερικοί από αυτούς πεθάνει χρόνους πρωτύτερα). Και κάθε νιόκοπη πάλι γενιά, κατευθύνει εκείνη τη ζωή της παράδοσης: και αυτό είναι παράδοση. Από την άποψη αυτή, εκείνο που λέμε ή ονομάζουμε πρωτοποριακό δεν υπάρχει. Είναι μια άπλερη φαντασία μας. Μονάχα η παράδοση υπάρχει πλέρια. Γιατί η παράδοση είναι η ζωή, και μάλιστα η ανώτερη φάση της ζωής που δεν ξεχωρίζει πεθαμένους από ζωντανούς: και αυτό είναι παράδοση. Κάθε φορά που έχομε αληθινή ζωή έχομε παράδοση. Έχομε προσθήκη, περπάτημα, πλουτισμό της παράδοσης. Οι έσχατοι γίνονται πρώτοι, οι πρώτοι έσχατοι. Όσοι αποτελούν την παράδοση μπορεί να πει κανένας πως έχουν όλοι την ίδια πάντα χρονολογία, τη σημερινή. Η παράδοση δεν είναι τα περασμένα ή τα μελλούμενα, αν και είναι περισσότερο τα μελλούμενα παρά τα περασμένα, αφού η παράδοση ζει στο αιώνιο τώρα: και αυτό είναι παράδοση. Μια δύναμη που συμβαδίζει με τη ζωή και που η ζωή (στην ανώτερη φάση της) συμβαδίζει μαζί της: ζωή και παράδοση ταυτόσημες», [Οι Ρωμιές, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1990, σσ. 30-31].
Σε παλαιότερο άρθρο μου, δημοσιευμένο στον τοπικό και τον αθηναϊκό Τύπο, είχα υποστηρίξει ότι η γιορτή των Τριών Ιεραρχών που κάθε χρόνο με «λαμπρότητα» γιορτάζει η εκπαιδευτική κοινότητα - κυρίως η πρωτοβάθμια και η δευτεροβάθμια εκπαίδευση – αναπαράγει συνήθως τα συνήθη στερεότυπα περί ελληνοχριστιανικών ιδεών, όπως αυτά αυτούσια μας έχουν κληροδοτηθεί από τα μέσα του 19ου αιώνα, ή στη χειρότερη περίπτωση τον εντελώς ξένο προς το ήθος της πατερικής παράδοσης «ξύλινο» θεολογικό λόγο, ότι δηλαδή οι Τρεις Ιεράρχες δίδαξαν μια μακαριότητα του υπερπέραν. «Εορτή των γραμμάτων» όπως έχει χαρακτηριστεί, εδώ και δεκαετίες όπως ακριβώς γιορτάζεται, δυστυχώς δείχνει να μην έχει καταφέρει ακόμη να αναψηλαφήσει αυτό που καίρια η μακρόσυρτη παράδοση της Εκκλησίας με τη βιβλική και πατερική σκέψη προτάσσει: το ξεπέρασμα που θέλει την εκκλησιαστική ζωή να μην είναι στατική και παγιωμένη σε μια θρησκευτικότητα πολλές φορές υποκριτική, θρησκευτικότητα που συνήθως αναπαράγεται με τους πανηγυρικούς λόγους που κάθε χρόνο την 30η Ιανουαρίου ακούγονται σε σχολεία και σ’ άλλες αίθουσες εκδηλώσεων. Από αυτούς, είναι φανερό αυτό, και θλιβερό συνάμα, απουσιάζει παντελώς το ελληνορθόδοξο αισθητήριο. Λέγονται κι ακούγονται σχεδόν τα ίδια πράγματα. Η λανθάνουσα αυτή λειτουργία, είναι τόσο έκδηλη, όχι μόνο στους πανηγυρικούς λόγους, αλλά και σ’ ολόκληρο το πρόγραμμα του εορτασμού. Στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι λίγες οι φορές, που θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί: μα καλά τόσο δύσκολο είναι οι συμμετέχοντες να γευτούν το εξής απλό, αλλά άκρως σημαντικό γεγονός, ότι δηλαδή η πατερική κληρονομιά, την οποία τόσο πολύ ουκ ολίγοι χριστιανομαθημένοι θεολογούντες εκθειάζουν και για την οποία τόσο κόπτονται, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια ζωντανή μαρτυρία και ανάπτυξη των αρχεγόνων ριζών, οι οποίες μέσα στο περιρρέον πνευματικό και πολιτισμικό κλίμα όπου γεννήθηκαν και ανδρώθηκαν, μπορούν να μπολιάσουν και το σημερινό κοσμοείδωλο της οικουμένης;
Προς επίρρωσιν των παραπάνω απόψεών μου θα επικαλεστώ το βιβλίο της Έφης Γαζή, Καθηγήτρια του Τμήματος Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, με τίτλο: Ο δεύτερος βίος των Τριών Ιεραρχών. Μια γενεαλογία του «ελληνοχριστιανικού πολιτισμού», που εκδόθηκε το 2004 απ’ τις εκδόσεις Νεφέλη. Άκρως πρωτότυπος και προς κάθε κατεύθυνση ελεγκτικός ο τίτλος του βιβλίου, νομίζω ότι προσδιορίζει στο έπακρο αυτό που παραπάνω υποστηρίζω: η παλίρροια του ελληνοχριστιανικού ιδεολογήματος φαίνεται ότι καλά κρατεί. Και το χειρότερο, τα συνθήματά της, δυστυχώς, εμφανίζονται ακόμη και σήμερα, ως εγκύστωμα ενός εθνικού παρελθόντος με δεκανίκια προς κάθε κατεύθυνση, πολιτική, ιδεολογική, κοινωνική, θεολογική, ιστορική. Όσοι μελετήσουν το βιβλίο της Έφης Γαζή, πέραν του ότι θα παρακολουθήσουν μια άκρως ενδιαφέρουσα ερμηνεία για το πώς καθιερώθηκε το σχήμα των γνωστών Τριών Ιεραρχών, θα έχουν το ακριβό προνόμιο, μέσα από το στιβαρό αφηγηματικό λόγο της ιστορικού συγγραφέως, με όσα αυτός, χάρη στις ενδιαφέρουσες επιστημολογικές μεθόδους της Ιστορίας ερωτήματα θέτει, να αναψηλαφήσουν το εξής γεγονός: γιατί η μετακίνηση της χριστιανικής τριανδρίας από το εκκλησιαστικό στο εθνικό και εκπαιδευτικό πλαίσιο κατά τους δύο τελευταίους αιώνες, ανέδειξε ένα από τα ισχυρότερα και πλέον διάσημα σύμβολα του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού. Σύμβολα που ουκ ολίγοι παρ’ ημίν θεολόγοι, κληρικοί και άλλοι γραφικοί «θεολογούντες», σθεναρά προτάσσουν, μεταλλάσσοντας τη ζώα εν Αγίω Πνεύματι παράδοση της Εκκλησίας, σε «μάθημα πατριδολογίας», όπως έλεγε ο αείμνηστος Μητροπολίτης Σερβίων και Κοζάνης Διονύσιος (Ψαριανός).
Τη βαθύτατη τούτη, εκκλησιολογική θα ‘λεγα, παρέκκλιση καυτηριάζει σ’ ένα άρθρο του ο Παντελής Καλαϊτζίδης, γνωστός συνάδελφος θεολόγος, από το πρωτοποριακό έργο που κάνει στη Θεολογική Ακαδημία της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Γράφει σ’ ένα άρθρο του: «Δεν υπάρχει δεσποτική η θεομητορική εορτή, εορτή αγίου ή μάρτυρα που να μην σχετίζεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με κάποιο σημαντικό εθνικό γεγονός ή με κάποιον εθνικοπατριωτικό συμβολισμό». Στο μακρύ κατάλογο των εορτών αυτών, που «μοιάζει ατελείωτος», «η Εκκλησία όχι μόνο δεν κάνει τίποτα για να ανακόψει αυτήν την τάση (πολλές από τις “διπλές γιορτές” καθιερώθηκαν πρόσφατα), αλλά μοιάζει να ευνοεί αυτήν την εξέλιξη πιστεύοντας ίσως πως έτσι βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας ζωής και πως ασκεί αποτελεσματικότερη ποιμαντική», [βλ. «Ο πειρασμός του Ιούδα… Από την Ιστορία της Θείας Οικονομίας στην Ιστορία της Εθνικής Παλιγγενεσίας», Σύναξη τχ.79 (Ιούλιος Σεπτέμβριος 2001) 61-62].
Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηριχθεί ότι παρόμοιο είναι και το σκηνικό της γιορτής των Τριών Ιεραρχών. Όμως το «δράμα» της «εορτής των γραμμάτων» των Τριών Ιεραρχών, όπως αυτή συνεχώς εορτάζεται, με τη συνήθη αναπαραγωγή θεολογικών και ιστορικών στερεοτύπων, γυρεύει εναγώνια κάθαρση και λύση.
Ωστόσο, μέσα σ’ αυτόν τον κυκεώνα των βερμπαλιστικών κηρυγμάτων, είναι ευτύχημα που μια νέα γενιά θεολόγων, ιστορικών, κληρικών, μοναχών, διανοητών, καταφέρνει και προτάσσει ένα θεολογικό λόγο που βιώνει την υπαρξιακή αγωνία του μετανεωτερικού ανθρώπου και αναζητά απάντηση στα καίρια ερωτήματα ζωής, πέραν βέβαια από τα αυτονόητα του παρελθόντος.
Ο περσυνός πανηγυρικός λόγος που εκφωνήθηκε από το Σχολικό Σύμβουλο Θεολόγων της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, Ανδρέα Αργυρόπουλο, φρονώ ότι επαληθεύει την άποψη που θέλει την Εκκλησία και τη Θεολογία της να παραμένει πιστή στο «πνεύμα της οικουμενικότητας». Η έκδοση του πανηγυρικού σ’ ένα καλαίσθητο βιβλιαράκι με τίτλο: Το επαναστατσικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών, στη σειρά: Έξοδος στην κοινωνία και τη ζωή, νομίζω ότι έρχεται να συμπληρώσει ένα κενό. Κενό που δεν είναι άλλο, από το επίκαιρο και επαναστατικό μήνυμα που κομίζει η διδασκαλία των τριών κορυφαίων διδασκάλων και αγίων της Εκκλησίας μας, ότι με βάση τη χριστιανική αυθεντικότητα, μπορεί ο σημερινός κόσμος να γεμίσει ελπίδα και να απελευθερωθεί από τα δεσμά μιας επιφανειακής πνευματικότητας, ενός ακίνδυνου χριστιανισμού και μιας χλιαρής πίστης. Διαρθρωμένο σε τέσσερες ενότητες το βιβλίο παρουσιάζει άρτια την αυθεντική χριστιανική πίστη, το ανοικτό πνεύμα, την κοινωνική ριζοσπαστικότατα και την επιστημονική συγκρότηση που είχαν οι Τρεις Ιεράρχες. Ταυτόχρονα στο βιβλίο γίνεται λόγος για τις θέσεις των τριών Πατέρων της Εκκλησίας έναντι των κοινωνικών προβλημάτων, κυρίως της κοινωνικής αδικίας. Από τον συγγραφέα τονίζεται ιδιαίτερα το γεγονός ότι έχει πια περάσει η εποχή της επικριτικής απόρριψης της κοινωνικής πραγματικότητας. Στα πολλαπλά κοινωνικά προβλήματα του σημερινού κόσμου, όπως είναι η φτώχεια, η πείνα, η κοινωνική ανισότητα, η εκμετάλλευση, (και τόσα άλλα), ο σύγχρονος κόσμος έχει ανάγκη από θετικές προτάσεις και πρωτοβουλίες, των οποίων η χρηστικότητα μπορεί και πρέπει να δοκιμάζεται στην πράξη.
Ζητήματα όπως η παιδεία και η αγωγή των νέων ανθρώπων, με γνώμονα τις θέσεις των Τριών Ιεραρχών γι’ αυτά, θίγονται από το συγγραφέα με ιδιαίτερα καυστικό τρόπο. Γράφει συγκεκριμένα: «τα βασικά στοιχεία της αληθινής παιδείας για τους Τρεις Ιεράρχες είναι η αγάπη, ελευθερία και ο σεβασμός του ανθρώπινου προσώπου. Και οι τρεις τονίζουν πως η σχέση παιδαγωγού - μαθητή είναι σχέση ελευθερίας και δημιουργίας. Ο διάλογος είναι το καλύτερο μέσο για να επιτευχθεί ο σκοπός της αγωγής».
Το βιβλίο κλείνει μια παλαιότερη δημοσίευση του συγγραφέα με τίτλο: Οι Τρεις Ιεράρχες για τον πόλεμο και την ειρήνη. Είναι ενδεικτικά τα όσα υποστηρίζει: «Οι Τρεις Ιεράρχες δεν κάνουν “ειρηνολογία”, δεν ζητούν από τους πιστούς απλά να επιδιώξουν μια ειρήνευση εξωτερική, τυπική, ο στόχος τους δεν είναι η “ειρηνική συνύπαρξη” χωρίς περιεχόμενο. Η ειρήνη αν μείνει στα λόγια λέει ο Μ. Βασίλειος, καταντάει κοροϊδία».
Θα ήταν λειψή η παρουσίαση του βιβλίου, δίχως αναφορά στο προλογικό κείμενο, πράγματι κοφτερό στη γλώσσα και το ύφος, που έχει γράψει ο Θανάσης Παπαθανασίου, Δρ. Θεολογίας και Αρχισυντάκτης του γνωστού και μαχητικού περιοδικού Σύναξη. Μια παρατήρηση μόνο στα ερωτήματα που θέτει ο συγγραφέας: «Τι νόημα έχει μια θεολογία που δεν γίνεται πράξη; Μα, και τι νόημα έχει μια θεολογία που κραδαίνεται σαν όπλο κατά των απίστων και δεν ζυμώνει αυτούς που τη διατυπώνουν;». Νομίζω ότι είναι πια καιρός η γόνιμη αναμέτρησή μας με τη θεολογία των Πατέρων της Εκκλησίας, να εδραστεί επάνω στο πεδίο αποφυγής της παγίδας, όπου καίριες αλήθειες της ορθόδοξης θεολογίας, της θεολογίας των Τριών Ιεραρχών, όπως αποκάλυψη, θεοφάνειες, τρόπος ζωής και πολιτισμός ταυτίζονται με την ατομιστική και εγωκεντρική υπόθεση της θρησκείας. Όχι τίποτε άλλο, όποιος θέλει να επιβάλλει το ιδανικό αυτό της θρησκείας, να το πει καθαρά και ξάστερα, σίγουρα κανείς δεν μπορεί να του το αρνηθεί. Όμως θα ήταν απαράδεκτη σύγχυση και παραμόρφωση να θεωρηθεί, ότι αυτή η ιδεολογία εκφράστηκε στην παράδοση και ότι αυτόν τον στόχο έχει η επιστημονική έρευνα και η οργάνωση οποιασδήποτε αγωγής και παιδείας, αλλά και η προοπτική της θεολογίας. Με μια τέτοια θεολογία ένα είναι σίγουρο. Όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Θανάσης Παπαθανασίου είναι «θεολογία άπραγη και διακοσμητική, που κάνει τον άνθρωπο μαχαιροβγάλτη».




Εφημερίδα "Αιολικά Νέα"


Olivier Clement:Ο θεολόγος της Ορθόδοξης Οικουμενικότητας.










Χριστοφόρου Αρβανίτη,
Δρ.Θεολογίας-Κοινωνιολογίας της Θρησκείας,
Εκλεγμένου Επίκουρου Καθηγητή στην ΑΕΑΗ Κρήτης


Ο Ορθόδοξος Γάλλος θεολόγος και ιστορικός Olivier Clément πέθανε στο Παρίσι το βράδυ της 15ης Ιανουαρίου του 2009, σε ηλικία 87 ετών. Γεννημένος το 1921 στην Aniane της Cévennes, υπήρξε ο πιo σημαντικός μάρτυρας της Ορθοδοξίας στο Σύγχρονο Κόσμο, κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα. Από τους σύγχρονους ορθόδοξους θεολόγους υπήρξε αποδεδειγμένα ο πιο ανοικτός στα ερωτήματα της νεωτερικότητας, επιδιώκοντας πάντα να δίνει απαντήσεις με τρόπο δυναμικό και παράλληλα ποιητικό, θεμελιωμένες στήν Παράδοση της Εκκλησίας, αλλά ταυτόχρονα δημιουργικές και ανανεωτικές. Υπήρξε από εκείνους που συζήτησαν ανοικτά με σημαντικές προσωπικότητες του πνευματικού κόσμου της εποχής του, όπως τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα, τον Πάπα Jean-Paul II, τον Ρουμάνο Θεολόγο και κληρικό π. Δημήτριο Staniloaë, τόν π. Σοφρώνιο του Madlon, το μοναχό Roger στο κοινόβιο του Taizé, τον Andrea Riccardi ιδρυτή της κοινότητας του Sant Egidio, τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο.
Ο Olivier άφησε ένα τεράστιο συγγραφικό έργο, το οποίο περιλαμβάνει: Θεολογία, Ιστορία της Εκκλησίας, Ορθόδοξη πνευματικότητα και μεγάλη αρθρογραφία, κυρίως, στο περιοδικό Contacts, του οποίου διετέλεσε διευθυντής έκδοσης από το 1959. Απόδειξη της οικουμενικής αποδοχής της προσωπικότητας του Clément, αποτελεί το γεγονός της ανάγνωσης από τον ίδιο τον Πάπα Jean-Paul II, της σύνθεσης των προσευχών για το «μονοπάτι του Σταυρού», την Οδό του Μαρτυρίου, από το αφιερωμένο το 1994 στον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο βιβλίο του Via crucis, κατά τη Μεγάλη Παρασκευή των Ρωμαιοκαθολικών.1
Προερχόμενος από μια αποχριστιανισμένη περιοχή της Γαλλίας, μετά από προσωπικές αναζητήσεις στο χώρο του αθεϊσμού και των ασιατικών θρησκειών, στα τέλη της δεκαετίας του 40, θα ανακαλύψει, μέσα από τα κείμενα του Nicolas Berdiayev και του Vladimir Lossky, την πατερική θεολογική σκέψη της Ορθόδοξης Ανατολής. Βαπτίζεται χριστιανός Ορθόδοξος σε ηλικία 31 ετών. Διδάσκει Ιστορία στο Λύκειο Luis-Le-Grand του Παρισιού και παράλληλα, για πάνω από 35 χρόνια, Συγκρητική Θεολογία και Ηθική Θεολογία στο Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου.2 Επίτιμος διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο της Louvain-La- Neûve, της Θεολογικής Σχολής του Βουκουρεστίου και του Πανεπιστημίου της Sacré-Coeur του Connecticut, διδάσκει, επίσης, στο Ινστιτούτο Οικουμενικών Μελετών στο Καθεδρικό Κέντρο του Παρισιού και του Κέντρου Sèvres. 3
O Clément «στρατεύεται» στη ζωή και στη μαρτυρία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη Γαλλία. Σύμβουλος της Επιτροπής των Ορθοδόξων Επισκόπων της Γαλλίας από το 1967 ως το 1997, απετέλεσε μέλος της μικτής επιτροπής του Θεολογικού διαλόγου ανάμεσα σε Ρωμαιοκαθολικούς και Ορθοδόξους και των διμερών συναντήσεων Ορθοδόξων καί Προτεσταντών. Συμμετέχει ενεργά στην Ορθόδοξη Αδελφότητα της Δυτικής Ευρώπης και στα περισσότερα συνέδρια των Ορθοδόξων, από το 1960 μέχρι σήμερα, κατέχοντας κεντρικό ρόλο στις συναντήσεις των νέων ή μη χριστιανών, μέσα από συζητήσεις, συναντήσεις και συνεντεύξεις, αποδεικνύοντας ότι κάποιος μπορεί ταυτόχρονα να είναι και χριστιανός Ορθόδοξος και Γάλλος στην κατατωγή και στον πολιτισμό. Ο Clément έθεσε τη Γαλλική γλώσσα στη διακονία της Θεολογίας, μέσα από ένα καθ’όλα αξιόλογο έργο είτε από πλευράς μεθόδου είτε από πλευράς συνθετικής σκέψης. Αυτό το γεγονός, τον τοποθετεί, επί μακρό χρονικό διάστημα, πρόεδρο της αδελφότητας των Γάλλων χριστιανών συγγραφέων. Μετά το θάνατο του Lossky συνδέεται με το Χρίστο Γιανναρά, την Elisabeth Behr-Sigel, το Nicolas Lossky, τον πατέρα Boris Bobrinskoy, τον Paul Evdokimof. Με τον τελευταίο και τον J. Tchékan εκδίδουν από το 1975 το Service Orthodoxe de Presse.
Βρίσκεται συνεχώς πολύ κοντά στις Ρωμαιοκαθολικές κοινότητες της Γαλλίας και εξ αιτίας της συμμετοχής του σε ευχαριστιακή κοινωνία με αυτούς, δέχεται σφοδρή επίθεση από φανατικές ομάδες Ορθοδόξων. Αναγκάζεται να καταθέσει τη παραίτησή του προς το Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου, η οποία, όμως δεν γίνεται ποτέ αποδεκτή. Επιστρέφει, ασκώντας έντονη κριτική προς τη θεσμική εκκλησία σε ζητήματα, τα οποία θεωρεί ότι απολυτοποιούν την Ορθόδοξη σκέψη, όπως αυτά της λατρείας, του εθνικισμού και του σκεπτικισμού.4
Με το βιβλίο του Memoires despérance,5 συγκεκριμενοποιεί την Ορθόδοξη πρόσληψη του προπατορικού αμαρτήματος. Ο Clément, όπως και πολλοί άλλοι Γάλλοι διανοούμενοι, δεν θεωρεί ότι η διδασκαλία του Θωμά Ακινάτη και των Νεοθωμιστών της δεκαετίας του 50 και του 60, περί φυσικού νόμου, δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο μιας ουσιαστικής μετοχής του ανθρώπου στο θείο εν Αγίω Πνεύματι. Η προσέγγισή του λειτουργεί απελευθερωτικά για ένα σημαντικό αριθμό ανθρώπων, οι οποίοι βρίσκονταν εγκλωβισμένοι στη σχολαστική θεολογία. «Οι Πατέρες, αναφέρει, δεν μιλούν για το προπατορικό αμάρτημα αυτό καθ’ εαυτό, αλλά για την πτώση. Μια πτώση, η οποία εισάγει το θάνατο στη ζωή του όλου κόσμου και στην ανθρώπινη φύση και κατάσταση. Έτσι ο όλος άνθρωπος γεννιέται μέσα στον κόσμο κυκλωμένος από τον θάνατο. Δεν κληρονομεί την αμαρτία, όπως αντιθέτως εξηγεί ο Αυγουστίνος, ο οποίος, με την αντίληψη που είχε για την αμαρτία, υποστήριζε ότι τα παιδιά που πεθαίνουν αβάπτιστα μένουν στο κενό, σ’ένα χώρο όπου υπάρχει απουσία του θείου φωτός. Αυτή η θεώρηση της αμαρτίας, η οποία κυριαρχεί μέσα σ’ένα ολόκληρο θεολογικό σύστημα αποτελεί μία από τις αιτίες του νεωτερικού αθεϊσμού».6
Τον Ἰούλιο του 1998, μετά από ένα ταξίδι στη Ρωσία, καταγγέλει, μέσω ενός άρθρου του στην εφημερίδα Le Monde την ιεροεξεταστική πρακτική της Εκκλησίας της Ρωσίας, θεωρώντας, ως απολύτως υπεύθυνο τον τότε Πατριάρχη Μόσχας Αλέξιο τον Β, τον οποίο άλλωστε θεωρούσε και ως υπεύθυνο για ένα μελλοντικό σχίσμα μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, εξ αιτίας του ζητήματος της Ουκρανίας. Κατά τον Clément, αυτό θα οδηγούσε σε απομόνωση την Εκκλησίας της Ρωσίας όχι μόνο μέσα στον Ορθόδοξο χώρο, αλλά και σε σχέση με τη Ρώμη και τη Δύση. Είτε, όμως, συντόμως είτε βραδέως η Ουκρανία θα αποκτήσει δική της Αυτοκέφαλη Εκκλησία. Το δικαίωμα της Αυτοκεφαλίας δίνεται, όμως, ουσιαστικά και θεσμικά από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και αυτό θα οδηγήσει σε όλο και μια πιο στενή σχέση ανάμεσα στο Κίεβο και την Κωνσταντινούπολη.7
Ο Clément είχε τη δυνατότητα να σε κάνει να αγαπήσεις τη Θεολογία, καθώς μπορούσε να σου δώσει να κατακτήσεις το μυστήριο της αγάπης. Τό «Όσο περισσότερο είναι κάποιος άγνωστος τόσο περισσότερο να τον αγαπάτε» του Gabriel Marcel είναι μια φράση που την επαναλαμβάνει συνεχώς. Απλότητα, ταπεινότητα, άνοιγμα πνεύματος. Απ’όλους τους χριστιανούς διανοούμενους της εποχής του, ο Clément είναι ίσως ο μοναδικός, ο οποίος κατανοεί το χριστιανισμό ως εμπειρία υπαρξιακής κοινότητας και αυτό γιατί πέρασε μέσα από τις ποικίλες αγωνίες και αντιφάσεις της σταυρικής αμφιβολίας του 20ου αιώνα. Το μεγάλο πλεονέκτημα του Olivier, παραφράζοντας τον Chesterton, είναι ότι σε σχέση με τους άλλους θεολόγους, αυτός κάποτε υπήρξε άθεος.
Το σοσιαλιστικό πέρασμα του Clément κινείται στο χώρο του ανθρωπισμού, το οποίο, όπως βεβαίως και ολόκληρος ο γαλλικός ουτοπικός σοσιαλισμός των Saint Simon και Fourrié, δεν έχει καμία σχέση με τη μαρξιστική πάλη των τάξεων, αλλά με μια κοινωνική ηθική ανάγκη και απαίτηση. Κατά τον Clément ο γαλλικός σοσιαλισμός είναι ένας σοσιαλισμός ριζωμένος στο εσωτερικό του γαλλικού πολιτισμού, γι’αυτό και η αντιστασιακή του στράτευση θεωρεί ότι αποτελεί αντίσταση στην πολιτισμική βαρβαρότητα της απαξίωσης του ανθρώπου από το ναζισμό.
Η μελέτη των κειμένων του Berdiayev, του αποκαλύπτουν ένα χριστιανισμό, ο οποίος πέρα από κάθε ηθικισμό είναι, κυρίως, απελευθερωτικός των σκληρώσεων και των αγκυλώσεων του τότε δυτικού χριστιανισμού. Ο ίδιος δε μετατρέπεται σε ένα διανοούμενο κλεισμένο στον εαυτό του. Πιστεύει ότι η χριστιανική αποκάλυψη είναι πρωτίστως αποκάλυψη της ουσίας του ανθρώπου, της πληρότητας του προσώπου, της τελειώσεως του ανθρώπου εν Θεώ. Το έργο του αποτελεί μια πρόκληση επιστροφής στη γνησιότητα του ευαγγελικού μυνήματος. Ενα δημιουργικό σκίρτημα της ψυχής. Μια ομορφιά προς ανακάλυψη των Πατέρων της Ανατολής.
Ο Clément θέλει: «να μιλά συνεχώς για Εκείνον. Το πώς με αναζήτησε, με βρήκε».8 Αυτή η φιλοκαλική αναζήτηση του κάλους υπενθυμίζει τη φράση στον πρίγκιπα Michtine στον Ηλίθιο του Dostoïevski: «Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο», η ομορφιά του Προσώπου των προσώπων, η ομορφιά εν τῷ ὅλῳ και σε όλα. Ψάχνει την ομορφιά του φωτός σε κάθε ανθρώπινη καρδιά σε κάθε ανθρώπινο πρόσωπο.9 Η ευτυχία μερικές φορές βρίσκεται μέσα στα πιο απλά πράγματα. Η θεία ομορφιά βρίσκεται μέσα σε κάθε πρόσωπο με την προϋπόθεση ότι η θεωρία του προσώπου είναι ουσιαστικώς ενεργή.10 Η Κοινωνία με την ομορφιά υποχρεώνει σε μια δυνατότητα εκπληκτικής ποιητικής επικοινωνίας μέσω του λόγου και μέσω της πράξης με τον Χριστό. Μάλλον μας υπενθυμίζει το δικό μας Νίκο Καζαντζάκη στο Χριστός Ξανασταυρώνεται όταν γράφει:
«...Τρίτη της Λαμπρής, τώρα τέλεψε η λειτουργιά. Γλυκιά, τρυφερή μέρα, ήλιος, ψυχαλίζει, μύρισαν οι λεμονανθοί, μπουμπουκιάζουν τα δένδρα, ανασταίνουνται τα χόρτα, ανεβαίνει ο Χριστός από κάθε σβωλαράκι χώμα. Σουλατσάρουν οι χριστιανοί στήν πλατεία, σμίγουν οι φίλοι, ασπάζεται ο ένας τον άλλο, λέν Χριστός Ανέστη κι ύστερα καθίζουν στόν καφενέ του Κωνσταντή ή κάτω από το μεγάλο πλάτανο στη μέση της πλατείας, παραγγέλνουν ναργιλέδες και καφέδες κι αρχίζει, σαν την ψιλή βροχή, το γλυκό κουβεντολόϊ.
--Τέτοια θα’ναι κι η Παράδεισο, λέει ο Χαράλαμπος ο καντηλανάφτης΄ ήλιος απαλός, σιγανή βροχούλα, λεμονιές ανθισμένες, ναργιλέδες και ψιλή κουβέντα στους αιώνες των αιώνων».11
Οι προσεγγίσεις του Clément ξεπερνούν τα τοπικά όρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη Γαλλία. Με μια συνεχή μαρτυρία αγάπης Χριστού, ως θεολόγος της θείας ωραιότητος, κατορθώνει να πετύχει τη σύνθεση του ορθόδοξου κόσμου της ανατολής με το σύγχρονο δυτικό κόσμο. Αγωνίζεται συνεχώς για μια Ορθοδοξία απελευθερωτική, αυθεντική, δημιουργική, χωρίς τα βαρίδια του παρελθόντος, ανανεωτική και ταυτόχρονα παραδοσιακή με λόγο ειρηνικό: «Δεν αντιλαμβάνομαι γράφει, την Ορθοδοξία ως μια ακόμη «ομολογία» ανάμεσα στις άλλες χριστιανικές ομολογίες. Μ’αρέσει και θαυμάζω σε αυτήν την πίστη στη γνησιότητα του πρωτοχριστιανισμού στη θεανθρώπινη χριστολογία και χριστοπραξία εν Ἁγίῳ Πνεύματι. Μια γνησιότητα αδιάλλακτη και ασυμβίβαστη, η οποία, όμως υπό το πνεύμα της Παράδοσης παραμένει νοήμων και πνευματώδης. Η εκκλησία οφείλει να είναι «Εκκλησία Θεοῦ ζώντος, στύλος και εδραίωμα της αληθείας».12 Μια Αλήθεια, η οποία μεταμορφώνει και ζωοποιεί τη νόηση, την ανθρώπινη διάνοια, την οποία απ’ότι φαίνεται πολλοί χριστιανοί σήμερα φοβούνται ή προτιμούν να την αγνοούν».13 Αναρωτιέται: «Πράγματι αληθεύει ότι ο Χριστός αναστήθηκε; ή είμαστε ψεύτες όταν ικανοποιούμαστε ψέλνοντας το Χριστός Ανέστη; Αν ο Χριστός είναι αναστημένος έστω και λίγο μέσα στις καρδιές μας, όσο λίγο και αν είναι αυτό, να είμαστε σίγουροι ότι όποιες και αν είναι οι δυσκολίες η αγάπη και η διάνοια θα νικήσουν,14 γιατί μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία «υπάρχει αυτό το ελάχιστο, έστω και λίγο, της αγάπης».15
Η πίστη στον Θεό είναι για τον Clément μόνο η αρχή. «Δεν πρέπει να παίζεις με αυτήν. Την έχεις δεν την έχεις πρέπει να μπεις μέσα σε αυτήν την κρύπτη (εκκλησιαστική και προσωπική), όπου αναβλύζει το νερό της ζωής και βγαίνοντας να μοιραστείς τα πάντα. Η πίστη δεν διαχωρίζει εμένα από τους άλλους, δυναμώνει μέσα από την αγάπη ενότητας που προσφέρει ο ίδιος ο Χριστός στους αμαρτωλούς και τις πόρνες».16 Πρέπει να αρχίσουμε από τη θέληση να ακούσουμε τους άλλους, για να μπορέσουμε να τους γνωρίσουμε και όχι μέσα από εξ αρχής και a priori αποκλεισμούς. Η συνάντηση με τους άλλους, τις άλλες θρησκείες ξεκινά από το ένα και μοναδικό γεγονός της αποδοχής ότι οι άνθρωποι μέσα από τη θρησκεία αναζητούν τη θεία σοφία, το κοσμικό περιεχόμενο της πνευματικότητας. Πρόκειται για μια ποιητική κοινωνία των προσώπων με το ζώντα Θεό, για τον οποίο, όμως, η προσέγγιση είναι ολοκληρωτικά αποφατική: βρίσκεται πάνω από όλα αυτά με τα οποία μπορούμε να μιλήσουμε γι’ Αυτόν. Αυτό για το διαθρησκευτικό διάλογο σημαίνει απόρριψη του κάθε είδους φανατισμού και κάθε είδους φονταμενταλισμού.17
Θα μπορούσε κάποιος να μιλά και να γράφει με τις ώρες για τον Olivier Clément, ιδιαίτερα δε, αν είχε την ευτυχία να τον γνωρίσει από κοντά, όπως ο γράφων, στις αρχές της δεκαετίας του 90. Η θεολογική του σκέψη σηματοδοτεί καινούργιες διαστάσεις προσέγγισης του Θεού, για το σύγχρονο άνθρωπο. Η κοσμική διάσταση της Ορθόδοξης φιλοκαλικής πνευματικότητας συναπαντάται με το Διαφωτισμό και τη νεωτερικότητα, προκαλώντας ένα μοναδικό ενθουσιασμό στις ψυχές των ανθρώπων που βιώνουν τα αδιέξοδα του σύγχρονου πολιτισμού. Και αυτό γιατί στον Clément δεν υπάρχουν αδιέξοδα όταν οι άνθρωποι επικοινωνούν και διαλέγονται ειλικρινά.

Χριστοφόρου Αρβανίτη,
Δρ.Θεολογίας-Κοινωνιολογίας της Θρησκείας,
Εκλεγμένος Επίκουρος Καθηγητής στην ΑΕΑΗ Κρήτης



1 Olivier Clément, «Η αλήθεια ελευθερώσει υμάς», Συνομιλώντας με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο Α΄, Ακρίτας, Αθήνα, 1997, pp.313-338.

2 Έχουν προηγηθεί μαθητείες κοντά στόν March Bloch και τον Henri-Irénée Marrou και θητεία στο γαλλικό αντιστασιακό αγώνα στό πλευρό του Alphonse Dupront, ενός από τους θεμελιωτές της Ανθρωπολογίας της Θρησκείας. Αργότερα σε συνεργασία με τον Pierre Emmanuel αγωνίζεται ενεργά μέσα από μιά επιτροπή για τα δικαιώματα και την τραγική κατάσταση των χριστιανών στη Σοβιετική Ενωση.

3 Παραδίδει μαζί με τον Marie Joseph Le Guillon μαθήματα με θέμα τη χαρισματική εμπειρία.

4 Γράφει: «Το παραδοσιακό αυτοκέφαλο των εκκλησιών μετατρέπεται σε αυτοκεφαλαρχία η οποία υποστηρίζει ότι το θεμέλιο της εκκλησιολογίας δεν είναι η ευχαριστιακή αρχή, αλλά η φυλετική και εθνική αρχή. «Τοπική» εκκλησία σημαίνει στο εξής «εθνική» εκκλησία και το «πρωτείο τιμής» γίνεται «ισότητα τιμής». Στό Η αλήθεια ελευθερώσει υμάς, ibid., p.47

5 DDB, 2003

6 Paris, DDB, 2003, p.41

7 ibid., pp.187-188.

8 Lautre Soleil, Stock, 1986

9 «Όλον τον άλλον κόσμο γύρω μου τον έβλεπα ότι είναι βουτηγμένος εις την ομορφιά και την ευφροσύνη. Το κάθε τι μου προξενούσε αυθόρμητες ευχαριστίες προς τον Θεόν». Οι περιπέτειες ενός προσκυνητού, μτφρ. Παντελ. Καρανικόλα, εκδ.13η, p.123, στο Η αλήθεια ελευθερώσει υμάς, ibid., p.124

10 Γράφει: «Και κάθε τι που μπορεί να δώσει μυστική γεύση στην ύπαρξή μας είναι τόσο απλό, κάθε τι που μπορεί, με τη χάρη του Σταυρού και της Ανάστασης, να μας εισαγάγει στη χώρα των προσώπων όπου τα πάντα είναι ιερό μυστήριο», ibidem.

11 Εκδόσεις Ν. Καζαντζάκη, Αθήνα, 1981, σ.8.

12 Α.Τιμ.3,15

13 L’autre Soleil, Stock, 1986. Επίσης, «Η θεωρία της δόξας του Θεού που είναι κρυμμένη μέσα στα όντα και στα πράγματα», για την οποία μιλούν οι ασκητές μας οφείλει να βγει από τα κελιά και τα ερημητήρια, για να εμπνεύσει τους αγώνες της επιστήμης και του πολιτισμού, και να δώσει τη δυνατότητα στην έρευνα ακι στην τεχνολογία όχι να διασπάσουν τά πράγματα και να εκφυλίσουν τη φύση, αλλά ¨ολα να τα επανεντάξουν μέσα στη Σοφία»., Η αλήθεια ελευθερώσει υμάς, ibid., p.303

14 Ière Journée de l’ Orthodoxie en France, le 24 mai 2001

15 cf, le 5 documentaire, Orthodoxes de France, un passé riche d’avenir, sur Orthodoxie.com

16 L’autre Soleil, Stock, 1986.

17 Ο φανατικός γράφει ριζώνει στο άγχος και την αλαζονεία. Διακατέχεται από την ψύχωση της συνωμοσίας και οποιοσδήποτε δεν συμφωνεί μαζί του είναι όργανο των δαιμονικών δυνάμεων. Είναι ένα αβέβαιο ον, αποδιοργανωμένο, ανίκανο να περάσει μέσα στην ετερότητα του άλλου, έτοιμο να σας κολλήσει την ετικέτα του αιρετικού, του αποκλίνοντα, του νεωτεριστή ή του αντιδραστικού., Η αλήθεια ελευθερώσει υμάς, ibidem., p.248. Για τον Clément το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα φανατισμού και φονταμενταλισμού μέσα στον Ορθόδοξο χώρο, υπάρχει σήμερα στην Εκκλησία της Ρωσίας, η οποία έχει μεταμορφωθεί σε εθνικιστική και αντισημιτική δύναμη, επιδιώκοντας μερίδιο εξουσίας μέσα στό Κράτος. Αποτελεί δε δηλωτικό αυτής της κατάστασης το γεγονός ότι προσφάτως σε κάποια μητρόπολη της περιοχής των Ουραλίων κάηκαν, δημοσίως, παρουσία του τοπικού επισκόπου, τα βιβλία των μεγάλων Ρώσων Θεολόγων Εμιγκρέδων του 20ου αι.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...