Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2011

Τα καρντάσια και η «πιάτσα»






Χρειάζεται αδιάκοπα…
να ενσαρκώνουμε το παιδί της «πιάτσας»,
που κάνει οποιαδήποτε δουλειά
για να ζήσει και που τα καταφέρνει πάντα,
 γιατί τίποτα δεν τον εκπλήσσει.
Όπως ο Καραγκιόζης προσαρμόζεται
σ’ όλες τις καταστάσεις
και μπορεί να σταθεί
σ’ όλες τις «πιάτσες».

(Ζάχος Παπαζαχαρίου)



Στους ζόρικους καιρούς, χρειάζεται να βλέπεις (όχι να οραματίζεσαι)  με ένα βλέμμα πιο μακρινό  από αυτό του καπιταλισμού. Όχι ότι δεν θα τον αντιμετωπίσεις ξανά, γιατί αναπόφευκτα θα συναντιέσαι στις συμβατικές συναλλαγές του, αλλά να μην σε αναγκάζει να ζεις αποκλειστικά στην «κρίση» του, όταν μπορείς κι εσύ παρέα με άλλους,  να του δημιουργήσεις από σήμερα  ανάλογες κρίσιμες καταστάσεις πριν από την οριστική Κρίση των  εσχάτων. Γιατί, και αν δεν μπορούμε να «μεταμορφωθούμε» σε «υιούς αυτού του κόσμου οι οποίοι (στις σχέσεις τους με τους ομοίους τους)  είναι εξυπνότεροι από τα τέκνα του φωτός» 1, να συμμεριζόμαστε τουλάχιστον το λαϊκό απόφθεγμα που ισχυρίζεται ότι,   «τα έξυπνα πουλιά από τη μύτη πιάνονται».
Μέσα από τα εκάστοτε ποικιλότροπα ζοριλίκια, κάποιοι αποφασίζουν να ανοιχτούν, να βγουν προς τα έξω και να την «κάνουν», να το σκάσουν για λίγο μακριά από τους οικονομικούς φασισμούς και  τα γύρω από αυτούς ιδεολογικά κλισέ, εφευρίσκοντας νέους ή υιοθετώντας παλαιότερους  τρόπους. Ασφαλώς και όχι εκ του μηδενός, αλλά μέσα σε αυτή την ίδια τη λησμονημένη κοινοτική και  αφηγηματική συνάφεια.
Ορισμένα  καρντάσια λοιπόν, που καμώνονται ότι έχουν κάποια κοντινή ή μακρινή εκκλησιαστική σχέση,  μαζεύονται γιατί δεν βρίσκουν άλλους τρόπους  να πουλήσουν την πραμάτειά τους (βιβλία : ένα είδος πολυτελείας πλέον για το νεοέλληνα) και βγαίνουν στα Εκκλησιαστικά πανηγύρια. Εκεί, στο παζάρι, στο αλισβερίσι, πλάι στα γιορτινά  εκκλησάκια, με τις λειτουργίες και τους εσπερινούς τους, συναντάς τις περιφορές των αγίων που εικονίστηκαν  αλλά και τις περιφορές των ανθρώπινων εικόνων όπου θα αγιαστούν.
Το πανηγύρι ωστόσο δεν είναι μια εύκολη υπόθεση. Έχει κόπο και ρίσκα πολλά. Όμως, όλη αυτή η σχέση και η συναλλαγή που γίνεται στο πανηγύρι σε διδάσκει μέσα από το παζάρεμα έναν τριαδικό τρόπο ζωής, από όπου ο «παραγωγός», ο «καταναλωτής» και οι πανηγυρτζήδες (όταν πράγματι είναι και δεν μεταλλάσσονται σε νταβαντζήδες) αποχωρίζονται  στο τέλος ευχαριστημένοι για τα σπίτια τους.
Μέσα σε αυτή την πανηγυρική «πιάτσα» συναντιέσαι με όλους και σε όλα. Το πρόσωπο έχει τόσο κεντρικό ρόλο εδώ που σχεδόν ματώνεις όταν  αισθάνεσαι ελλιπής ή αντίστροφα, όταν υπερασπίζεσαι ότι περισσεύσεις.
Δεν έχεις και πολλά περιθώρια επιλογών ούτε για το νοίκι του χώρου αλλά ούτε και για τη θέση που θα μπει ο πάγκος σου. Ελπίζεις στο έλεος των πανηγυρτζήδων αρχικά (όταν δεν  σε γνωρίζουν και στην «πιάτσα»), μέχρι φτάσεις στο σημείο  να δεις  ότι τελικά σε έχουν  «παρκάρει» μέσα στο χώρο των απορριμμάτων, από όπου αργότερα συνειδητοποιείς πως πράγματι, μόνο για εκεί αξίζεις.
Στήνεις τον πάγκο σου, πηγαίνεις στο εκκλησάκι όπου γιορτάζει να ανάψεις το  κεράκι σου, να προσευχηθείς για λίγο έτσι ώστε η  μνήμη να λειτουργήσει υπέρ του τιμωμένου προσώπου (αγίου ή  αγίας)  που εύχεσαι να τιμάται δια του τιμωμένου.
Γνωρίζεσαι με τους διπλανούς σου πανηγυρτζήδες, ορισμένοι πιο ανοικτοί  εξ αρχής και πιο έμπειροι σου ζεσταίνουν την καρδιά με την ελπίδα ότι  όλα θα πάνε καλά. Άλλοι πάλι, πιο κλειστοί, σε κρατάνε σε μια απόσταση (δικαιολογημένα, έχουν δει πολλά τα μάτια τους) μέχρι να τους ανοιχτείς εσύ, ενώ σιγά-σιγά θα ξεδιπλώνουν μπροστά σου  το   χαλί τους για να  περπατήσεις μαζί τους.
Το πανηγύρι αρχίζει, ο κόσμος περνάει, παρατηρεί, βλέπει βιβλία, ενθουσιάζεται, αγοράζει,  παζαρεύει, σε δουλεύει, σε χλευάζει ενίοτε και για ανύπαρκτες τιμές βιβλίων, ενώ εσύ σκέφτεσαι αν αξίζει την θυσία να γυμνώσεις τελείως για χάρη ορισμένων  τις τιμές και να τους  αφήσεις να φύγουν με την αίσθηση ότι κατάφεραν να σε νικήσουν στο παζάρεμα. Τι περίεργο πράγμα όμως. Οι διανοούμενοι μικροαστοί συνήθως παζαρεύουν ανελέητα. Αντίθετα, τα παιδιά της «πιάτσας», αυτά τα καρντάσια που  έχουν  πάγκο στο ίδιο πανηγύρι  ή που απλώς είναι παιδιά του περαστικού μεροκάματου, δεν μπαίνουν καν στην διαδικασία του παζαρέματος. Θέλεις γιατί σέβονται αυτό που κάνεις; Αυτό που είσαι;  ή μήπως γιατί θεωρούν ότι ένα βιβλίο αξίζει εν τέλει το ξόδεμά του; Όπως και να’ χει, αυτά τα καρντάσια της «πιάτσας» με αυτή  την απαζάρευτη αντίληψή τους δείχνουν να  ξεπερνούν  τους όποιους ντιντήδες της αστικής διανόησης. Όσο και αν οι τιμές  χαμηλώνουν συνέχεια, όσο  και αν οι προσφορές με τα δώρα  αυξάνονται, κάποιοι επιμένουν να θεωρούν πώς,  ένα αξιόλογο βιβλίο δεν αξίζει ούτε τα πέντε του ευρώ. Ας είναι και έτσι! Ας  δουλέψουν τουλάχιστον και ας βγάλουν το ψωμάκι τους οι υπόλοιποι πανηγυρτζήδες. Μάλλον θα το έχουν περισσότερη ανάγκη.
Πέρα από την αγωνία για τα έξοδα  που θα πρέπει να καλυφθούν η σκέψη δεν τρέχει αποκλειστικά στην οικονομία. Ορισμένες στιγμές, ακόμα και η οικονομία, ακόμα και αυτή η κούραση δείχνουν παρείσακτα. Αφήσαμε στην άκρη αυτές τις ελάχιστες αγωνίες καθώς   γελάσαμε με την καρδιά μας όταν  μας πλησίασε ένας καλοσυνάτος πανηγυρτζής που προσπαθούσε να μας εξηγήσει  με έναν  έντονο αντικληρικαλισμό  ότι  δεν πίστευε στον Θεό. Μοιράστηκε μαζί μας και το βαρύ  παράπονό του, όταν είχε πάει σ’ ένα μεγάλο πανηγύρι  μιας  επαρχιακής πόλης μαζί με τη πιστή σύζυγό  του, που αγιογραφούσε κιόλας,  και ελάχιστοι είχαν αγοράσει τις εικόνες τους. Τους κατηγόρησε για απιστία και αθεΐα! Κρατούσαμε τις κοιλιές μας μπροστά στην ανεπιτήδευτη αντιφατικότητα του. Επάνω στην κουβέντα μοιραστήκαμε και μια σκέψη μαζί του. Πως, αν υπάρχει ακόμα δουλειά για τους πανηγυρτζήδες είναι γιατί σε κάθε πανηγύρι τιμάται ένας άγιος της εκκλησίας. Είναι ο Άγιος της Εκκλησίας που δημιουργεί την πανηγυρική διάθεση ώστε να συναντιέται ο κόσμος, ενώ «ευλογημένα» κέρδη μπορούν να έρχονται ανεξαιρέτως σε όλους, πιστούς και απίστους. Γιατί τον Χριστό, δεν τον εμποδίζει τίποτα στο να  «βρέχει» και σε πονηρούς και σε αγαθούς. Ακόμα και όταν η ανθρώπινη ματιά μας, σκοντάφτει επάνω στην πονηράδα του λεγομένου  πιστού ή στην αγαθότητα του λεγομένου απίστου.
Πέρασαν από μπροστά μας και  αρκετοί ιερείς που πήγαιναν να λειτουργήσουν, μας είδαν, αλλά δεν πλησίασαν. Κρίμα, γιατί σκεφτόμασταν να μοιραστούμε ανάργυρα τα βιβλία μας  μαζί τους. Δεν καταφέραμε να καταλάβουμε ακόμα γιατί δεν μας πλησίασαν. Μπορεί να ντρέπονταν, μπορεί να είχαν άλλες προτεραιότητες, μπορεί να είχαν  απαντήσεις για όλα τα θέματα, οπότε μάλλον  ένα βιβλίο δεν θα τους έλεγε και τίποτα. Ωστόσο, όλα αυτά είναι εικασίες. Το μοναδικό μας παράπονο; Ότι  δεν ήρθαν να μας συναντήσουν, εκεί που βρισκόμασταν, στον πάγκο. Ας είναι και έτσι σκεφτήκαμε, δεν πειράζει. Η αγωνία μας εξάλλου βρίσκεται αλλού. Στο πώς θα βγουν ορισμένα μέλη της Εκκλησίας προς τα  έξω, στον φυσικό στίβο της ποιμαντικής, στον καθαρό αέρα της θεολογίας, εκεί όπου δεν θα «μονοπωλούν» αποκλειστικά οι ακαδημαϊκοί ντιντήδες, εκεί όπου τα  μυστήρια θα δίνονται  δωρεάν και χωρίς παζαρέματα, εκεί όπου  η Εκκλησία θα εξακολουθεί να θεολογεί μαζί με  τα καρντάσια της  «πιάτσας», αλλά και δεν θα μπει  ποτέ στην διαδικασία του… να κάνει πιάτσα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...