Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2020

Αντώνης Μαραγκός: Αξιόπλοο σκαρί, με πλήρωμα και προωθητική του δύναμη τις στέρεες και γνήσια χριστιανικές ιδέες του συγγραφέα




Εισήγηση  στην παρουσίαση του βιβλίου : «Ο Θεός, οι νέοι και άλλες rockn roll ιστορίες». Τήνος, 29-02-2020.

-Εκ προοιμίου οφείλω να επισημάνω ότι ούτε βιβλιοκριτικός είμαι ούτε εγκρατής περί των θεολογικών ζητημάτων τυγχάνω· έχω και βεβαρυμμένο ιστορικό ως διαρκής αμφισβητίας και με ιδιαίτερη τη δυσκολία ένταξής μου σε καλούπια και περιχαρακώσεις. Φαίνεται, όμως, ότι αυτός ο προβληματικός μου χαρακτήρας είλκυσε τον κ. Αργυρόπουλο ώστε να προτείνει τη συμμετοχή μου στην εδώ παρουσίαση τού συγκεκριμένου πονήματός του, γιατί, όπως ο ίδιος ομολογεί, με τέτοιους «τη βρίσκει» εάν (να) συνυπάρχει· ίσως η «αιρετική» μου φύση δίνει αφορμή για περαιτέρω γόνιμο διάλογο, στον οποίο τόσο αρέσκεται ο συγγραφέας και με τόση πειστικότητα υπηρετεί. Επί πλέον, παρά την ήδη προβεβηκυία ηλικία μου, ουδέποτε έχω υπάρξει παρουσιαστής οιουδήποτε βιβλίου, πολλώ μάλλον ενός βιβλίου με το λίαν εξειδικευμένο και «προχωρημένο» περιεχόμενο του προκείμενου. Συνεπώς η σημερινή παρέμβασή μου θα είναι εντελώς ερασιτεχνική και ελάχιστα διαφωτιστική για απαιτητικούς ακροατές· εν ουδεμιά δε περιπτώσει θα μπορούσε να αποβεί αυτοτελώς επαρκής σε ένα τόσο καίριο αλλά και τόσο σύνθετο θέμα ως αυτό που πραγματεύεται το επίμαχο βιβλίο. Με παρηγορεί όμως το γεγονός ότι στο ίδιο με μένα τραπέζι και για τον ίδιο με μένα σκοπό βρίσκονται δύο ογκόλιθοι της πνευματικής ζωής του τόπου μας (και όχι μόνο, δεδομένου ότι η κατάρτισή τους, το διαμέτρημά τους και η εμβέλειά τους ξεπερνά κατά πολύ τα στενά όρια του νησιού μας) που θα αναπληρώσουν και θα καλύψουν τα όποια δικά μου ελλείμματα.
-Για μένα και για πολλούς άλλους, θέλω να πιστεύω, η αμφιβολία και η αμφισβήτηση αποτελούν τη μήτρα που κυοφορεί το παραπέρα· συνιστούν τη μήτρα που σχηματοποιεί το καινούριο· είναι αυτή η μήτρα που στη θέση του κενού με έψιλον βάζει το καινό με άλφα γιώτα. Είναι αυτή που στη θέση της άγνοιας ή της άκριτης αποδοχής βάζει τον προβληματισμό και την αναζήτηση και που εν τέλει κάνει την παραδοχή και τη «θέση»-πίστη πιο στέρεη και πιο ανθεκτική σε έξωθεν επιβουλές.
Για μένα και για πολλούς άλλους, πάντα ήταν και παραμένουν απωθητικοί και ξένοι οι μονίμως ηθικολογούντες αλλά και παγίως  αδικοπράττοντες «μεγαλοσταυρίτες», οι οποίοι με το που θα βγουν από την εκκλησία γίνονται κήρυκες του μίσους και της μισαλλοδοξίας και εκφέρουν λόγο διχαστικό και, ουσιαστικά, αντιχριστιανικό. Ο Ανδρέας τολμά, και με θάρρος, παρρησία, σαφήνεια και στιβαρή και πειστική επιχειρηματολογία κονιορτοποιεί την κίβδηλη κανονικότητα των καθώς πρέπει πατριδοκάπηλων εθναμυντόρων και αποκαλύπτει, ξεμπροστιάζει και καυτηριάζει την επίφαση αληθούς πίστης και χριστιανικότητας όσων έχουν το θράσος-στο όνομα του Θεού της αγάπης, της ανεκτικότητας και της αλληλεγγύης-να αποκαλούν λαθραίους: τους πολλούς πονεμένους, απεγνωσμένους, κυνηγημένους, πεινασμένους και απελπισμένους συνανθρώπους μας που έχουν, κατά κανόνα, ως στάση και κατ’ εξαίρεση ως προορισμό την πατρίδα μας· και το πράττουν ως να επρόκειτο για πράγματα ή αντικείμενα που λαθραία εισήχθησαν στον τόπο μας· γιατί λαθραίοι άνθρωποι δεν υπάρχουν, μόνο εμπορεύματα ή αντικείμενα μπορούν να χαρακτηριστούν λαθραία. Με την ίδια λογική κι’ εγώ αυτούς που μετέρχονται τέτοια μέσα και επιδεικνύουν αυτή την απεχθή συμπεριφορά θα τους χαρακτήριζα «λαθροχριστιανούς» μια και τα πιστεύω τους και οι πρακτικές τους πόρρω απέχουν από την χριστιανική διδασκαλία.
-΄Ηδη από τον πρόλογο του βιβλίου του ο συγγραφέας του μας προϊδεάζει και μας δίνει μια πρόγευση τής δικιάς του επιλογής, της ποιότητας της πίστης του και της πρόθεσής του να μας δείξει το Θεό που αυτός πιστεύει και διακονεί. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο κ. Αργυρόπουλος ως κατακλείδα του προηγηθέντος σκεπτικού του: «Με τον άλλο (με μικρό το άλφα) μπορείς να συναντηθείς, μόνο όταν νιώσει ελεύθερος· και αυτός τότε μόνο μπορεί να συναντηθεί με τον Άλλο (με κεφαλαίο το άλφα). Γιατί ο ΄Αλλος (με κεφαλαίο το άλφα) μόνο ελεύθερους μας θέλει κοντά του. Κι’ αυτός ο Άλλος, όπως ο φίλος μου, ο Ανδρέας Αργυρόπουλος, συχνά επαναλαμβάνει, δεν είναι ο Θεός τιμωρός και δυνάστης, ο Θεός που επιζητεί την άκριτη υπακοή και την τυφλή υποταγή αλλά ο Θεός της ελευθερίας και της εκούσιας συμμόρφωσης, ο Θεός που πιότερο νοιάζεται και πονεί για τους ενδεείς και ανήμπορους και λιγότερο για το αυγάτεμα του πλούτου των ήδη πλούσιων. ΄Ενας Θεός σαν αυτόν που με τη μέχρι θυσίας αυταπάρνησή τους υπηρέτησαν οι θεολόγοι της απελευθέρωσης της λατινικής Αμερικής (με προεξάρχοντες τους: Καμίλο Τόρες και ΄Οσκαρ Ρομέρο), ένας Θεός σαν αυτόν που στις μέρες μας διακονεί η μεγαλειώδης ταπεινότητα του Αλβανίας Αναστάσιου και η κιβωτός του πατρός Αντωνίου Παπανικολάου και τόσων άλλων που η σεμνότητά τους τούς κρατά στην αφάνεια, στην οποία και οι ίδιοι επιδιώκουν να μένουν· και είναι αυτός ο Θεός που συμπάσχει, συμμερίζεται και συμπονά και δεν επιχαίρει με τις καταστροφές και τα πάθη των αλλοφύλων ή των αλλοπίστων. ΄Ενας Θεός, τέλος, που έχει αχρωματοψία και δεν προσδίδει εθνικά χαρακτηριστικά στη διδασκαλία του. Αυτός ο Θεός, που οι πραγματικοί χριστιανοί πιστεύουν, δεν μπορεί να είναι ο Θεός κάποιας Αρίας φυλής ή να έχει προτιμήσεις σε φύλα, χρώματα και θρησκευτικές δοξασίες. Η κατασκευή ενός τέτοιου θεού δεν μας κάνει περισσότερο χριστιανούς και πατριώτες· απλά μας κάνει εθνικιστές, πατριδοκάπηλους και θεέμπορους. Αυτό, όπως λέγει και ο Αλβανίας Αναστάσιος, στο χωρίο που επικαλείται στο βιβλίο του ο κ. Αργυρόπουλος, δεν μπορεί να εκπροσωπεί τη «χριστιανική θέση» αλλά αποτελεί προσωπείο και μέσο εξαπάτησης και εξυπηρέτησης δόλιων σκοπών στο όνομα του Ιησού· είναι ο θεός της φαρισαϊκής έπαρσης και υποκρισίας. Όπως δε προσφυώς είχε αποφθεγματίσει και ο Σαρλ ντε Γκολ, θέλοντας να καταδείξει την ιλιγγιώδη απόσταση που χωρίζει τον πατριώτη από τον εθνικιστή: «πατριώτης είναι αυτός που αγαπά την πατρίδα του και εθνικιστής αυτός που μισεί τις πατρίδες των άλλων». Αυτό το απόφθεγμα μεταφερμένο στα της πίστεως μεταφράζεται στο ότι: διακονούμε τη δική μας πίστη αλλά σεβόμαστε και τα πιστεύω των άλλων.
Κι’ όσο προχωρούσα στην ανάγνωση του βιβλίου του Αντρέα, συνεπαρμένος από τις όμορφες και παραστατικές εκφράσεις που αυτός μετέρχεται και την τόση αλήθεια που αυτές περικλείουν, αυτόματα συνέλαβα τον εαυτό μου να «εγκλωβίζεται» νοερά στο ακροτελεύτιο τετράστιχο κάποιου ποιήματος ενός «άθεου» αλλά πολύ χριστιανού ποιητή, του γλυκύτατου Κώστα Βάρναλη, που επιγράφεται ως το «τραγούδι του τρελού» και που, όπως επί λέξει αναφέρει, ως όνειρο και στόχευσή του ο συμπαθής αυτός τρελός έχει, αποβλέπει και εκλιπαρεί (μεταφέρω σε πρώτο πρόσωπο τα λόγια του):

«Να ιδώ τον κόσμο ανάποδα,
τον αδελφό μου ξένο
και τον οχτρό μου αδέλφι μου,
αδικοσκοτωμένο».

Και επειδή όσο μεγαλώνω γίνομαι και πιο ευσυγκίνητος αποφεύγω να κάνω ειδική αναφορά σ’ ένα άλλο ποίημα του ίδιου ως άνω «άθεου» ποιητή που επιγράφεται «η μάνα του Χριστού» γιατί θα με πάρουν τα κλάματα από τον πόνο και την ανθρωπιά που αυτό περικλείει και τον βαθύ και ουσιώδη χριστιανισμό που αποπνέει. Αρκούμαι μόνο στην επισήμανση-παρατήρηση: τι παραπάνω, τι πιο γνήσια χριστιανικό και τι πιο συγκινητικό θα μπορούσε να πει ένας «αυθεντικός», προβεβλημένος και κοινά αποδεκτός ως χριστιανός απ’ ό,τι εκστόμισε, με ταπεινότητα, ένας, επί μακρόν, φερόμενος ως υπονομευτής των ιδανικών της φυλής και της πίστεώς μας. Εξ άλλου, όπως λέει και ο Μπερντιάεφ, για να δικαιολογήσει τη διαμαρτυρία έναντι ψευδών και δουλοπρεπών ιδεών περί Θεού (αντιγράφω και πάλι από το παρουσιαζόμενο βιβλίο): «η ιδέα περί Θεού τροποποιήθηκε τόσο πολύ (από τους θεολογούντες θα πω εγώ), που κατέληξε στην άρνηση της αξιοπρέπειας του ανθρώπου». Ιδιαίτερα επιτυχείς είναι οι αναφορές του Αντρέα και σε άλλους, έλληνες και ξένους, επιφανείς ανθρώπους: της εκκλησίας, της λογοτεχνίας, της διανόησης εν γένει και της δισκογραφίας, οι οποίοι έρχονται αρωγοί στις απόψεις του και επικουρούν την προσπάθειά του. Για να μην εκμεταλλευθώ περισσότερο την κατανόησή σας κάνω μνεία μόνο στην  κατά τον Τάσο Λειβαδίτη αγιότητα και στους αγίους του που στέκουν «σιωπηλοί, χλωμοί και αναμάρτητοι, σημειωμένοι μόνο με το μικρό τους όνομα, όπως τους φώναζε η μητέρα τους. Κύριε, κανείς τους δεν ήθελε να μεγαλώσει».
Επίσης είναι εύστοχη η υπό του συγγραφέως συσχέτιση της αληθινής διδασκαλίας του ανυπόδητου Ιησού με την πρόσληψή της από τους νέους και με ιστορίες σχετικές με τη rockn roll. Γιατί, ως ορθά επισημαίνει ο φίλος συγγραφέας, η αληθινή διδασκαλία του Ιησού απελευθερώνει, χαροποιεί και γαληνεύει, οιστρηλατεί και ενδυναμώνει, προτρέπει να αγαπάμε πιο πολύ και να γίνουμε περισσότερο αλληλέγγυοι, πιο ειλικρινείς και λιγότερο ιδιοτελείς, πιο κοντά στους αδύναμους, ασθενείς και εμπερίστατους, λιγότερο αυστηροί και πιο επιεικείς με τους αδύναμους, λιγότερο ψοφοδεείς και δουλοπρεπείς και πιο επιτιμητικοί απέναντι στους ισχυρούς. Ακόμα και σε ιδιαζόντως δύσκολα θέματα, όπως: στη βιωματική, άμεση και αδιαμεσολάβητη σχέση μεταξύ υποκειμένου και Θεού ο συγγραφέας την πραγματεύεται με προσοχή μεν αλλά με ιδιαίτερο θάρρος, ευθυβολία και ειλικρίνεια. ΄Ισως γι’ αυτό να είναι τόσο αγαπητός στους μαθητές του, όπως και από τα παιδιά μου έχω ακούσει και από τους διαδικτυακούς του φίλους έχω πεισθεί ότι συμβαίνει. Χωρίς να θεωρηθώ υβριστής ή βέβηλος ή ακόμα και ως αναιδής, που επιχειρεί να εξισώσει ανόμοια και καταφανώς μη ισοδύναμα πράγματα, τολμώ να πω, ότι και η rockn roll μουσική αποτέλεσε τομή και επανάσταση στο χώρο της μουσικής με την  αυθεντικότητα και την αλήθεια της, το ανυπότακτο και το νέο που αυτή εισέφερε. Ο λόγος του κ. Αργυρόπουλου θέλγει και ρυμουλκεί, αποτελεί τον εν δυνάμει εμβρυουλκό που προσεγγίζει με ταπεινότητα και σεβασμό ανήσυχες, ψαχνόμενες και προβληματισμένες συνειδήσεις και φιλοδοξεί να τις έλξει στα χριστιανικά προτάγματα και να τις κάνει κήρυκες του αληθούς ευαγγελικού λόγου. Αφήνει θετικό αποτύπωμα και ενισχύει τον αγώνα μας για μια καλύτερη και εμπνεόμενη από ιδανικά ζωή. Αυτή η αέναη και άοκνη προσπάθεια και ο διαρκής αγώνας του Αντρέα να φέρει τους νέους κοντά στην εκκλησία, καθιστώντας απτή, και προσλήψιμη τη χριστιανική διδασκαλία και η ταυτόχρονη αγωνία του για εξοβελισμό όσων ξένων και νοσηρών η ημιμάθεια και οι πλανημένες ερμηνείες τής προσθέτουν και την καθιστούν σκιάχτρο, μπαμπούλα και απωθητική στη νεολαία μας, κατατάσσει τον κ. Αργυρόπουλο στους φωτισμένους και ξεχωριστούς δασκάλους που χαίρεσαι να διδάσκουν τα παιδιά σου.
-Τελειώνοντας, εύχομαι το βιβλίο του φίλου μου του Ανδρέα να είναι καλοτάξιδο, να βοηθήσει στην εμπέδωση του αληθούς νοήματος της χριστιανικής διδασκαλίας, να δικαιώσει τις προσδοκίες τού συγγραφέα του και να επιτύχει τη στόχευσή του. Εγώ, με τις μικρές διαγνωστικές δυνατότητες που διαθέτω, μπορώ να σας διαβεβαιώσω προς πρόκειται για αξιόπλοο σκαρί, που με πλήρωμά του και προωθητική του δύναμη τις στέρεες και γνήσια χριστιανικές ιδέες του συγγραφέα του όταν θα φτάσει στον προορισμό του: και το ήμαρ θα συναντήσει νόστιμον και την κατάληξή του θα εύρη ευτυχή. Εύχομαι και στον ίδιο τον Ανδρέα να είναι υγιής και με τη διεισδυτική του ματιά και σκέψη, τη βαθειά και ουσιαστικά χριστιανική του πίστη και το θάρρος και την ειλικρίνεια που τον διακρίνουν να συνεχίσει να εμποδίζει την καραδοκούσα πυκνή ομίχλη να κατακλύσει τα σπίτια μας και τις ψυχές μας. Εγώ, ομολογώ ότι, με τον Ανδρέα μοιράζομαι κοινές αγωνίες και αισθάνομαι ένας συνταξιδιώτης του, που μόνο οι οπαδικές μας προτιμήσεις διαφέρουν.








        

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...