Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

Άγγελου Γουνόπουλου:Η Εκκλησία του φτωχού λαού



Η Θεολογία της Απελευθέρωσης, το σημαντικό χριστιανικό ρεύμα της Λατινικής Αμερικής της δεκαετίας του ‘60 και δώθε, που εκδηλώθηκε τόσο μέσα από μια μεγάλη παραγωγή θεολογικών κειμένων όσο και μέσα από πλήθος κοινωνικών δράσεων, χαρακτηρίστηκε από τη στράτευση μαζί με τον φτωχό λαό για την απελευθέρωσή του. Τοποθετήθηκε στον κόσμο ως μια «Εκκλησία των Φτωχών» και όχι ως μια «Εκκλησία των Κυρίων», ως «μια φωνή γι' αυτούς που δεν έχουν καμιά».1 Ο P. Berryman προσδιορίζει τη Θεολογία της Απελευθέρωσης ως «μια ερμηνεία της χριστιανικής πίστης για τον αγώνα και την πάλη αυτών που υποφέρουν από τη φτώχεια, καθώς και μια κριτική της κοινωνίας […] μέσα από τα μάτια των φτωχών».2 Ο φτωχός για τη Θεολογία της Απελευθέρωσης είναι αυτός που υφίσταται κοινωνική, πολιτική, οικονομική καταπίεση, που ζει μέσα στον πόνο κάποιας προσωπικής απώλειας, που δεν μπορεί να ορθοποδήσει μέσα στην αποξένωση, την αλλοτρίωση, την καταθλιπτική μοναξιά και τον κοινωνικό αποκλεισμό.
Ο Φιντέλ Κάστρο διαπιστώνει ότι «οι φτωχοί επηρέασαν την Εκκλησία, και η Εκκλησία από την πλευρά της, σαν αντανάκλαση ή ηχώ αυτού του πόνου, διείσδυσε στους φτωχούς […] η Εκκλησία σ' αυτό το ημισφαίριο ποτέ δεν είχε το κύρος και την εξουσία που απέκτησε από τη στιγμή που πολλοί ιερείς και επίσκοποι άρχισαν να ταυτίζονται με την υπόθεση των φτωχών», ενώ ο Βραζιλιάνος θεολόγος Frei Betto επισημαίνει ότι «στο βαθμό που οι φτωχοί εισέβαλαν στην Εκκλησία, καθολικοί παπάδες και επίσκοποι άρχισαν να στρέφονται στο χριστιανισμό».3
Ο βραζιλιάνος «Επίσκοπος των φτωχών», ο Dom Hélder Câmara, τονίζει πως «Ανακαλύπτονται οι κοινωνικές διαστάσεις της αμαρτίας και δημιουργείται μια νέα θεολογία: η Θεολογία της Απελευθέρωσης, για την οποία ο Χριστός ζει σήμερα στο πρόσωπο των φτωχών και εξαθλιωμένων […] αφού ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού, σε κανέναν δεν επιτρέπεται να προσβάλλει την εικόνα του Θεού καταδικάζοντάς την σε μια χαμοζωή».4
Όταν βλέπουμε γύρω μας πολλούς ανθρώπους να δυστυχούν, αυτό αποτελεί ένδειξη ότι κάτι σοβαρό αποσαθρώνει τον κόσμο μας. Η έλλειψη σχέσεων αλληλεγγύης, ο ατομοκεντρισμός και ο εγωισμός εκδηλώνονται στο πρόσωπο του δοκιμαζόμενου ανθρώπου, του φτωχού αδερφού, ως απουσία αγάπης, διαλύοντας κάθε εμπειρία σχέσης κοινωνίας και ανθρώπινης ελευθερίας, αφήνοντας τον κόσμο στην ακοινωνησία και τη φτώχεια σε όλες τις πτυχές του βίου. Η απελευθέρωση του φτωχού είναι απελευθέρωση όλου του κόσμου, μαρτυρώντας την ύπαρξη της αγάπης και της ελευθερίας σε αυτόν. Από την εμπειρία μας γνωρίζουμε ότι η αγάπη είναι δύναμη απελευθερωτική, ανθρωποκεντρική και κοινωνιοκεντρική, αφού πάντα αναφέρεται και παραπέμπει στον Άλλο. Ο Άλλος δεν είναι η κόλασή μας, αλλά η δυνατότητα της ελευθερίας μας. Το μίσος είναι βίωμα χωρισμού και αποξένωσης, άρα εμπειρία αντικοινωνική και ατομοκεντρική.
Ο Λόγος του Θεού εκφράζεται από τις Ενέργειές Του, σύμφωνα με τον πατέρα της Ορθοδοξίας Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή.5 Το ενέργημα του ανθρώπου που αγαπά εκφράζει το Λόγο (αιτία, σκοπό, νόημα) της ύπαρξής του. Η αγάπη όταν υπάρχει γίνεται αιτία, κίνητρο για ενέργημα απελευθερωτικό, τόσο από μια κατάσταση προσωπικής και εσωτερικής αλλοτρίωσης εξαιτίας του εγωισμού όσο και από μια κατάσταση κοινωνικής και εξωτερικής αλλοτρίωσης, όπως εκδηλώνεται στις άδικες καταπιεστικές κοινωνικές και πολιτικές δομές, στην ειδωλολατρία του χρήματος ή της κυριαρχίας. Συνεπώς η αλλαγή που απαιτείται είναι τόσο στις κοινωνικές σχέσεις όσο και στον ίδιο τον άνθρωπο. Ο χιλιανός θεολόγος S. Galilea σημειώνει: «Δεν υπάρχει ανθεκτικός τρόπος για τη δικαιοσύνη και την ανθρώπινη αλληλεγγύη χωρίς την αλλαγή της καρδιάς. Κανείς δεν μπορεί να συμβάλει στην απελευθέρωση του άλλου αν δεν έχει πρώτα αυτός απελευθερωθεί από τον εγωισμό και όλες τις μορφές της ειδωλολατρίας. Αυτό που η σημερινή Εκκλησία ονομάζει “ολοκληρωμένη απελευθέρωση” είναι μια σύνθεση εσωτερικής και κοινωνικής απελευθέρωσης. Βρίσκεται μεταξύ των καλών πράξεων και του τρόπου της καρδιάς».6
Η αγάπη και η αλληλεγγύη είναι τρόπος ζωής και όχι ιδεολογία προς αναζήτηση οπαδών. Το σκάνδαλο της φτώχειας γίνεται το μέτρο της κατάστασης της κοινωνίας, της προσωπικής μας κατάστασης στο πώς τοποθετούμαστε απέναντί της. Ο θεολόγος Θανάσης Παπαθανασίου μας θυμίζει τα λόγια του Μεγάλου Βασιλείου: «Γνωρίζω πολλούς που νηστεύουν, προσεύχονται, σκληραγωγούνται και γενικά εφαρμόζουν με προθυμία κάθε θρησκευτική συνήθεια, αρκεί να μην τους κοστίζει τίποτα, και δεν δίνουν δεκάρα για όσους έχουν ανάγκη. Τι τους ωφελεί η υπόλοιπη αρετή τους; Δεν είναι κατάλληλοι για τη Βασιλεία του Θεού».7
Η διακονία μαζί με τον φτωχό δεν σημαίνει πατρωνία του. Όπως λέει ο Γκουτιέρες, «δεν θα έχουμε δημιουργήσει μια γνήσια Θεολογία της Απελευθέρωσης παρά μόνο όταν οι ίδιοι οι καταπιεσμένοι […] διαχειριστούν τη δική τους απελευθέρωση».8 Οι φτωχοί γίνονται το υποκείμενο της δικής τους ιστορίας και σωτηρίας και όχι το αντικείμενο μιας κατάστασης που χρειάζεται τη φιλανθρωπία. Όχι ότι η φιλανθρωπία δεν έχει σημασία. Αυτό όμως που κυρίως αναγνωρίζεται στους φτωχούς και τους καταπιεσμένους είναι η σημασία της ανάκτησης της αξιοπρέπειάς τους.
Η επιλογή υπέρ και μαζί με τους φτωχούς είναι εδραιωμένη και στον ορθόδοξο κόσμο. Η Γ΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη του ‘86 ομόφωνα επισήμανε πως «η φτώχεια, η πείνα, η οδύνη, η άδικη και συχνά εγκληματική κατανομή και διαχείριση των υλικών αγαθών προσβάλλουν όχι μόνο την εικόνα του Θεού στο κάθε ανθρώπινο πρόσωπο, αλλά και τον ίδιο το Θεό, ο οποίος σαφώς ταυτίζει τον εαυτό του με τον πεινασμένο φτωχό άνθρωπο (κατά Ματθαίον 25:40, όπου και ο Χριστός λέει: “Αληθινά σας λέω ότι κάθε τι που κάνατε σε έναν από τους φτωχούς αυτούς αδελφούς μου, που φαίνονται άσημοι και πολύ μικροί, το κάνατε σε μένα”). Γι' αυτό οποιαδήποτε αδράνεια και αδιαφορία του κάθε χριστιανού και της Εκκλησίας γενικότερα μπροστά στο τρομακτικό σύγχρονο φαινόμενο της πείνας ολόκληρων λαών θα ταυτίζονταν με προδοσία του Χριστού και με απουσία ζωντανής πίστης […] Η πίστη στον Χριστό χωρίς διακονική αποστολή χάνει τη σημασία της […] κάθε άλλη προσπάθεια να δούμε τον Χριστό ως πραγματική παρουσία, χωρίς υπαρξιακή σχέση με αυτόν ο οποίος χρειάζεται βοήθεια, δεν είναι τίποτα άλλο από απλή θεωρία».9
Γιατί όμως η Θεολογία της Απελευθέρωσης αναλαμβάνει αυτό τον αγώνα δίπλα και μαζί με τον φτωχό αδελφό; Γιατί δεν αρκεί η πίστη; Ο ορθόδοξος επίσκοπος Κάλλιστος Ware παραθέτει μια αφήγηση από το οικολογικό μανιφέστο των Αμερικανίδων Βενεδικτίνων Ηγουμενισσών: «Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μια γερμανίδα χήρα έκρυβε εβραίους πρόσφυγες μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Όταν οι φίλοι της το ανακάλυψαν, τρομοκρατήθηκαν. “Μπαίνεις σε μεγάλο κίνδυνο”, της είπαν. “Το ξέρω”, απάντησε. “Τότε γιατί επιμένεις σ' αυτή την τρέλα;”. Η απάντησή της ήταν άμεση και καταλυτική. “Το κάνω”, είπε, “γιατί η στιγμή είναι τώρα και εγώ είμαι εδώ”».10 Οι θεολόγοι, οι ιερείς, οι μοναχές και οι λαϊκοί χριστιανοί ανέλαβαν αυτή την «τρέλα», δίπλα και μαζί με τον φτωχό, γιατί εκείνη τη στιγμή αυτοί ήταν εκεί. Ζώντας με τη δύναμη της αγάπης, κάπου όλα έμοιαζαν σαν να είχαν ήδη απελευθερωθεί, καθώς βάδιζε ο αγωνιζόμενος, σταυρωμένος και αναστημένος άνθρωπος μέσα στην ιστορία…


Ο Άγγελος Γουνόπουλος είναι πολιτικός επιστήμονας.




1 Dom Helder Camara, Δημοκρατία, Πανεπιστήμιο, Ανάπτυξη, Μήνυμα 1974, σ. 7.
2 Phillip Berryman, Liberation Theology: Essential Facts about the Revolutionary Movement in Latin America and Beyond, Pantheon Books 1987, σ. 8.
3 F. Betto, F. Castro, Ο Φιντέλ και η Θρησκεία, Γνώσεις 1987, σ. 315.
4 F. Cardenal / E. Cardenal / M. D' Escoto, Και Χριστός και Μαρξ, Παρατηρητής 1986, σ. 13.
Ambigua 22 Patrologia Graeca, 91:1257 ΑΒ.
6 Galilea Segundo, «The Spirituality of Liberation», The Way, τχ. 25/3, Campion Hall 1985, σ. 193, 194.
7 Ιωάννου Δαμασκηνού, Ιερά Παράλληλα, σ. 95, 1489C-D.
8 Gustavo Gutierrez, Θεολογία της Απελευθέρωσης, Άρτος Ζωής 2012, σ. 493-494.
9 Πέτρος Βασιλειάδης, Ενότητα και Μαρτυρία, Επίκεντρο 2007, σ. 286-287.
10 Κάλλιστος Ware, Οικολογική Κρίση και Ελπίδα, Ακρίτας 2008, σ. 44.

http://www.avgi.gr/article/2335677/i-ekklisia-tou-ftoxou-laou

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...