Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2017

ΕΝΑΣ ΑΡΡΩΣΤΟΣ ΓΙΑ ΘΕΟ


(Θεολογικοί αναπαλμοί στην ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη)




Αναστασία Γκίτση
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Καθοδόν, τεύχος 6 του 2000)








ΕΝΑΣ ΑΡΡΩΣΤΟΣ ΓΙΑ ΘΕΟ

(Θεολογικοί αναπαλμοί στην ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη)

Από εκείνη την στιγμήου όλοι θα βρεθείτε κάποτε), κατάλαβα πως δεν υπάρχει άλλη λύση, γύριζα, λοιπόν, τις νύχτες και τράνταζα τα γραμματοκιβώτια των δρόμων - μου οφείλουν μιαν απάντηση, εξάλλου είναι ανέντιμο όταν δεν έχεις να φας εσύ ναγοράζεις περίστροφα για εξομολογήσεις ή πώς να μην κλάψεις γιαυτόν που πρέπει να περιμένει τον  άλλο Σεπτέμβριο - έτσι, παρόλες τις προφυλάξεις μου αυτοί το κατόρθωσαν, καθώς έστριβα τη γωνιά μάρπαξαν κι έβαλαν έναν άλλο στη θέση μου, “βοήθεια φώναξα, η φωνή μου ακούστηκε από πολύ μακριά,
τουλάχιστο, θα μαναγνωρίσουν οι νεκροί μου
σκέφτηκα κι έτρεξα στο σταθμό και νύχτωνε σιγά σιγά  κι η πόλη χανόταν πέρα σένα απίθανο βάθος -
κι εγώ ήμουν άρρωστος για Θεό.
Είναι ίσως το μοναδικό επίθετο που θα χρησιμοποιηθεί τόσο εύστοχα από έναν ποιητή κι εγώ ήμουν άρρωστος για Θεό. Το εν κατακλείδι επίθετο που θα κορυφώσει την αρρώστια του για Θεό, μια αρρώστια που ξεκίνησε για τον Τάσο Λειβαδίτη στα μέσα την ποιητικής του ζωής, γύρω στα 1972, μετά από μια συντριπτική βίωση της ποίησης της ήττας. Γεννημένος στην Αθήνα το 1922 θα σπουδάσει νομικά και θα ασχοληθεί με την δημοσιογραφία. Από το 1952 έως και το 1972 θα εντρυφήσει στην ουμανιστική ποίηση, μια ποίηση που διασώζει τον τρυφερό ηρωισμό των ταπεινών και καταφρονημένων.
Κοιμήσου ήσυχος - αν και στην εποχή μας
ούτε οι νεκροί πια δεν μπορούν να βρουν
μια ήρεμη γωνιά ένα μικρό, δύο μέτρα τόπο,
ναπαγγιάσουν μακριά από διαψεύσεις,
σφάλματα, αναθεωρήσεις, σίγουροι
πως αύριο δε θα ξαναπεθάνουν.
Από το 1972 κι εξής κατά την δεύτερη περίοδο της ποιητικής του πορείας η ποιητική του κραυγή θυμίζει μετάνοια, μια αβίαστη ομολογία για τη θητεία στην αυταπάτη, την ψευδαίσθηση και την πειθαρχία σ’ έναν σκοπό που αποδείχτηκε ανίκανος να στηρίξει τα όνειρα και να σώσει τις ελπίδες. Η ποίηση του Λειβαδίτη μετά το ’72 έως και τον θάνατό του δεκαέξι χρόνια αργότερα το 1988 είναι μια διαμαρτυρία, βουβή σχεδόν και μυστική, ένας απύθμενος θρήνος για την ματαιότητα των αγώνων και την αποτυχία της επαναστάσεως. Εγκλωβισμένος στις επιρροές της λεγόμενης “ποίησης της ήττας” 1, η δημιουργία της οποίας αποδίδεται στην ήττα της  Αριστεράς (μέλος της οποίας ήταν ο ποιητής) προβάλλει στα ποιήματά του την συντριβή του. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε σκορπίσει τον όλεθρο. Τα εκατομμύρια των νεκρών, η μνήμη των στρατοπέδων και τα ολοκαυτώματα δεν άφηναν στους νικητές το περιθώριο για επινίκιους ύμνους παρά μόνο την πικρή γεύση του θανάτου και της τρέλας
...κοιμήσου, δεν είναι τίποτα. Μονάχα εκείνος ο τρελός λοχίας
από τον πόλεμο που κάθε νύχτα κλαίει και φωνάζει
από το γειτονικό νοσοκομείο... 2
Η καταρράκωση των οραμάτων και η βίαιη εξάρθρωση του ονείρου αναγκάζει τον ποιητή  ν’ αποστρέψει τα μάτια του από το καθεαυτό γεγονός και να ψάξει βαθύτερα, αναζητώντας τις αιτίες που το δημιούργησαν. Δεν αρκείται στο να αντικρίζει την απόγνωση στα πρόσωπα του πλήθους, αλλά βυθίζει το βλέμμα στις μυχιαίτερες πτυχές της ύπαρξης, και μέσα από αυτή του την αναδίφηση θα συντρίψει τον συμβιβασμό με την ιδέα της ήττας.
...οι νικημένοι δεν μπορούν να πεθάνουν...
ή αλλού πάλι θα γράψει γεμάτος τρυφερότητα
Ναι υπερασπίζαμε τη λευτεριά πολεμώντας
μα ακόμα
υπερασπίζαμε το δρόμο που παίζαμε παιδιά
τον τάφο που κοιμόταν η μητέρα μας
και κείνο το μικρό δεντράκι που κάτω από τα κλαδιά του
δώσαμε το πρώτο φιλί.
μ’ έντονη την αίσθηση της προσωπικής ενοχής και με ανοιχτούς τους πόρους της ποιητικής συνείδησης, δέχεται και την παραμικρή σταγόνα της πύρινης βροχής και αυτοπυρπολείται. Από εδώ και πέρα η μνήμη θα έρχεται και θα επανέρχεται τυραννικά.
...κανένα αγέρι δε θα σβήσει τα πατήματα στο χιόνι... κι αυτό το αμείλικτο παράπονο από την όψη των νεκρών.
Ακόμα και οι αναμνήσεις της ολότελα δικής του ζωής επανέρχονται βυθισμένες σε μια ομίχλη ασάφειας
...όλα τόσο μακρινά, τόσο θαμπά τόσο ανεπίστρεπτα
σα νάζησε τη ζωή μου ένας άλλος,
και μένα δε μου δόθηκε
παρά μονάχα
να πεθάνω. 3
Αυτή την σιωπηλή θλίψη θ’ αναβιώνει κάθε φορά στους ποιητικούς του ψιθύρους αναδεικνύοντας τον εαυτό του σαν έναν αισθαντικό, ευαίσθητο, τρυφερό, πονετικό και ανήσυχο ποιητή που πάλλεται σε ποικιλόχρωμους και άπειρους κόσμους. Είναι ο ποιητής που κατέγραψε με λέξεις τη σιωπή και τη θλίψη
η σιωπή κάνει τον κόσμο πιο μεγάλο, η θλίψη πιο δίκαιο.
Μια  θλίψη όμως που κυοφορεί την προσπάθεια για αγώνα, τον εσωτερικό, τον υπαρξιακό, την διάσωση της ελπίδας γιατί η ελπίδα υπάρχει όπου διογκώνεται η θλίψη
Έκανα να φύγω, αλλά στην πάροδο είδα το μουγκό παιδί,
είχε ακουμπήσει στον τοίχο κι έκλαιγε, και τώρα
πάνω στον τοίχο  ήταν ένα μικρό φωτισμένο παρεκκλήσιο.
Η ρωγμή στη βεβαιότητα της ιστορίας εμφανίστηκε απροσδόκητα κι ακαριαία, σαν να άνοιξε ο ποιητής το στερέωμα και να ανακάλυψε ξαφνικά πως η επανάσταση ήταν φενάκη.4 Από εδώ κι έπειτα ξεκινά η αναζήτηση του Θεού, διάχυτη είναι η ανάγκη, η δίψα και η πείνα για πλήρωση μεταφυσική. Ο Λειβαδίτης γίνεται άρρωστος για Θεό, νοσεί η ποίησή του από την επιδημία του απολύτου. Ζητά τον Θεό και γεύεται την δυσκολία της αναζήτησής του. Ξέρει όμως ότι το απόλυτο υπάρχει και θα συνεχίσει να το προσπαθεί.
Αιώνες τώρα χτυπάω τον τοίχο, μα κανείς δεν απαντάει.
Όμως εγώ ξέρω πώς πίσω από τον τοίχο είναι ο Θεός.
Γιατί μόνον Εκείνος δεν απαντάει.
Αυτός ο τοίχος τόσα χρόνια πριν υπήρξε το ερέθισμα της ποιητικής έκφρασης του Λειβαδίτη, ήταν ο κόσμος που έπρεπε ν’ αλλάξει και η αλλαγή απαιτούσε ριζικά μέτρα, μ’ απώτερο σκοπό το γκρέμισμα του τοίχου. Δεν είχε υποπτευθεί  τότε πως η Ιστορία ως τοίχος, ο κόσμος ως τοίχος, ήταν το προπέτασμα του Θεού, το προσωπείο του απολύτου, η εξακτίνωση της αγωνίας ως το τελευταίο μόριο της ύπαρξής μας. Δεν είχε αντιληφθεί τον αληθινό ρόλο που έπαιζε ο φύλακας της πύλης, ό,τι δηλαδή είχε αντιληφθεί ο Κάφκα ως οξυδερκέστερος και πλησιέστερος στην αγωνία.
Τι κάνεις εκεί;” του λέω. “Τι να κάνω μου λέει - “ανησυχώ
Και μου έδειξε ένα πλήθος πόρτες κλειστές.
Τώρα αντιλαμβάνεται ο ποιητής πως πίσω από τις πόρτες σιωπά η μεγάλη Απουσία, ως τυραννική Παρουσία. Τον καταδαμάζει το μυστήριο του σιωπώντος Θεού.5 Στις συνομιλίες του στο έργο του “Ο τυφλός με τον λύχνο” γράφει
Κύριε, μόνο με τη σιωπή σε νιώθουμε.
Κάθε ομιλία σε πληγώνει.
Κι οι λέξεις μας είναι τα τραύματά σου απόπου
μαζί με το αίμα σου , στάζει και λίγη απεραντοσύνη.
Η απεραντοσύνη του Θεού γίνεται αντιληπτή μόνο με τη σιωπή ο ίδιος γράφει στα “Χειρόγραφα του Φθινοπώρου”
Και κάθε φορά που μου μιλούσαν για τον Θεό
δεν τους πίστευα, αλλά ύστερα όταν έμενα μόνος
με τη σιωπή, καταλάβαινα και τον Θεό και το έργο του.
Ετσι εξάλλου αντιλαμβάνεται και ο Καζαντζάκης τον θεό σαν να είναι καλυμμένος με σιωπή. Τον ονομάζει Άβυσσο, Μυστήριο, Απόλυτο σκοτάδι, Ελπίδα, Τελευταία Απελπισία και Σιωπή με κεφαλαίο σίγμα. Αυτή η σιωπή του Θεού γίνεται νοητή μόνο ως θρήνος. Ο Θεός του Καζαντζάκη δεν είναι πάνσοφος, δεν είναι παντοδύναμος. Αγωνίζεται, κιντυνεύει κάθε στιγμή, τρέμει, παραπατάει σε κάθε ζωντανό, φωνάζει. Ακατάπαυστα νικιέται και πάλι ανασηκώνεται, γιομάτος αίμα και χώματα, και ξαναρχίζει τον αγώνα. Ο Θεός του Λειβαδίτη όμως δεν είναι αγωνιστής,
...στο βάθος ο Θεός φαινόταν πολύ μοναχός.
Ή σε κάποιο άλλο του ποίημα
Είχα φτάσει τόσο μακριά που ένιωθα στον ώμο μου
το στεναγμό του Θεού.
Ο Θεός του κλαίει συχνά και γοερά σαν τον Θεό του Μαλεβίτση για τον οποίο ο ίδιος γράφει στον  “έγκοπο λόγο”
Όταν θα έρθεις αυστηρός κριτής, μόλις κοιτάξεις μέσα στους νεφρούς και στις καρδιές μας, θα δακρύσεις.
Στην ποίηση του Λειβαδίτη το απόλυτο  κλαίει την καταδίκη του απολύτου,
Κύριε, άσε με να έρθω κοντά σου. Ίσως με την τόση
φτώχεια μου, τη μικρότητά μου,
τις τόσες τύψεις μου, να σε παρηγορήσω λίγο
τα βράδια που σε ακούω να κλαις.
Γιατί τόση τελειότητα είναι ήδη ένα μαρτύριο.
Το μαρτύριο συνεχίζεται για τον Αθηναίο ποιητή και κατακερματίζεται μόνο όταν πλημμυρίζεται η καρδιά του από την στιγμιαία αφθονία.
Κύριε, είσαι κρυμμένος πίσω από τόσα
αινίγματα, ίσκιους, σκοτεινές παραβολές - πώς
να σε βρω;
Όμως είναι στιγμές που σαναγνωρίζω: μια ξαφνική
αφθονία στην καρδιά μου σε προδίδει.
Η αναζήτηση του Θεού αναρριχάται αδηφάγα από την υπαρξιακή αγωνία του ποιητή και ανάγεται σε διακαή πόθο για την ανεύρεσή Του.
Κύριε , σε αναζήτησα παντού: στις δόξες της γης
και τουρανού, στο μεγαλείο των μητροπόλεων,
στων εποχών τα σταυροδρόμια -
κι εσύ περνούσες ταπεινά κι αθόρυβα στον πιο ακαθόριστο,
τη νύχτα, ρεμβασμό μου.
Η θλίψη του ποιητή εκχύνεται σ’ όλες τις εκφάνσεις του ποιητικού του αναπαλμού, υποθάλποντας έτσι όλο και περισσότερο την προσπάθειά του να προσεγγίσει τον Θεό που τον φέρνει κοντά στους ανθρώπινους ολολυγμούς.
Κύριε, όλα από σένα ξεκινούν. Κι όλα σε σένα θα
ρθουν να τελειώσουν.
Κι η άνοιξη δεν είναι παρά η νοσταλγία σου
για κείνες τις λίγες ώρες που έζησες στη γη.
Πρέπει να ομολογήσουμε πως τόσο σπαρακτική υπαρξιακή κένωση, τόση αναζήτηση Θεού, τόση δίψα αθανασίας, δεν ακούστηκε ποτέ από τους πλέον ένθεους Έλληνες ποιητές, τον Σικελιανό, τον Παπατσώνη, την Μελισσάνθη, τον Πεντζίκη, Τον Αναστάσιο Δρίβα, τον Πάσχο, τον Μουντέ και τον Χαραλαμπίδη. Όλοι αυτοί πίστευαν και πιστεύουν. Με τον Λειβαδίτη όμως είναι διαφορετικά.
-Κύριε, βοήθησέ με, του λέω, χάνομαι.
Μα αυτή είναι η βοήθειά μου - να χαθείς...
Για να σε ψάχνουν στους αιώνες!
Ίσως να τοβρα. Αλλά Δε θα σας το πω. Γιατί
τότε  εσείς τι θα ψάχνετε;
Ο ποιητής φόρεσε  κατάσαρκα τον μανδύα της άκρας ταπείνωσης, της μετάνοιας και της ήττας έσβησε το αλαζονικό του πρόσωπο μέσα στην απουσία και κρύφτηκε όπως ο Αδάμ το δείλι στον Παράδεισο μετά την ανυπακοή.
Γονάτισε και ακούμπησε το μέτωπό του κάτω στο πάτωμα, ήταν η δύσκολη ώρα. Κι όταν σηκώθηκε, το ντροπιασμένο πρόσωπό του, που όλοι ξέραμε, είχε μείνει εκεί, πάνω στις σανίδες, σαν ένα αναποδογυρισμένο άχρηστο κράνος.
Ο ίδιος γύρισε σπίτι δίχως πρόσωπο - σαν το Θεό.
Στις σελίδες του Λειβαδίτη βρίσκεται αποτυπωμένη η μαρτυρία της ψυχής του, μιμήθηκε ασυνειδήτως το βίο πολλών αγίων που σε κάποια στιγμή  της πορείας τους άλλαξαν προσανατολισμό και πορεύτηκαν με μοναδική πυξίδα την αγωνία  και όχι τον αγώνα. Ο Λειβαδίτης παραιτήθηκε από τον κόσμο και περπάτησε σε ατραπούς του μυστικού δάσους απορρίπτοντας συνεχώς τα φορτία της μέριμνας.
Τόσο φοβισμένος, που όταν μου έπαιρναν κάτι τους ευγνωμονούσα  που μου άφηναν τουλάχιστον την ανάμνησή του.
Αυτή η ανάμνηση της λεηλατημένης ζωής είναι η ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη.
Άνθρωποι που πολύ τους ταπείνωσαν κι ο Θεός
τους λυπήθηκε και τους έδωσε και μια προηγούμενη ζωή
-έτσι θυμούνται τώρα περισσότερα.
Ο προδομένος, ο ηττημένος, ο άρρωστος για Θεό ποιητής, ο τρυφερός, ο αναρχικός και ο ανέστιος, ο διψών την δικαιοσύνη, αυτός που αγρυπνεί, που τις “νύχτες δεν μπορεί να κοιμηθεί επειδή οι μεγάλες φτερούγες του δεν χωράνε μέσα στον ύπνο”, γνωρίζει πλέον τι είναι Θεός γιατί έχει γνωρίσει την αποτυχία της αναζήτησης, γι’ αυτό και περήφανος μέσα στην εξουθένωσή του φωνάζει την απάντηση.
Μα πώς περπατάς επί των κυμάτων...” ρώτησα
Έχασα το δρόμο μου λέει.6
Αυτός είναι ο Τάσος Λειβαδίτης, ο περιπατητής των κυμάτων, που χάνει τον δρόμο μα κάνει απεγνωσμένες προσπάθειες για να τον βρει. Μέσα στα ποιήματά του γίνεται κατάφωρη η ευέλικτη τοποθέτηση των θεολογικών του ανησυχιών. Αν και την ποιητική του πορεία θα μπορούσαμε να την χωρίσουμε σε δύο περιόδους και κατά την πρώτη και κατά την δεύτερη η αναφορά στον Θεό είναι έκδηλη στην μεν πρώτη περίοδο όπου το μαχητικό και πνευματικό πνεύμα συμβαδίζει απαράμιλλα με τις χριστιανικές αρχές, όπως λόγου χάρη βλέπουμε στο εξής του ποίημα,
Ακούω τώρα τις αρβύλες στο χιόνι
σε λίγο θα πας να κοιμηθείς
καληνύχτα, λυπημένε αδελφέ μου
αν τύχει να δεις ένα μεγάλο αστέρι είναι που θα σε
συλλογίζομαι
καθώς θακουμπήσεις τόπλο σου στη γωνιά
θα ξαναγίνεις ένα σπουργίτι.
Κι όταν θα σου πουν να με πυροβολήσεις
χτύπα με αλλού
μη σημαδέψεις την καρδιά μου
κάπου βαθιά της ζει το παιδικό σου πρόσωπο.
Δεν θα θελα να το λαβώσεις.
Το όραμα ενυπάρχει στους στίχους του άλλα αρχίζει να μεταπλάθεται, αλλάζει, από επαναστατικό γίνεται θρησκευτικό και κατανυκτικό, η ένταση όμως παραμένει η ίδια.7 Και στην δεύτερη περίοδο κατά τη οποία η αναζήτηση του Θεού γίνεται πυρ καταναλίσκων που σιγοκαίει την ψυχή του ποιητή και παρεισφρήει στις υπαρξιακές του κραυγές, για να μπορέσει μετά από έναν άνισο αγώνα με την αγωνία και την αρρώστια του για Θεό να χαμηλώσει με κατάνυξη το κεφάλι και να νιώσει την ανθρώπινη αδυναμία μπροστά στο μεγαλείο του Απολύτου, του πιο ωραίου, του άφατου.
κι όπως κοίταξα τον ουρανό, Θεέ μου,
τι απεραντοσύνη,
πόσα άστρα,
μέπιασε πανικός.
Ο αναζητητής του Θεού γίνεται ο συγκάτοικος με τον οποίο μπορεί και συνομιλεί μέσα σε μια κάμαρα, είναι ο συνομιλητής του,  η απόλυτη Παρουσία
Κύριε, συγκατοικούμε αιώνες μες την ίδια κάμαρα,
αλλά δεν μπορώ να δω το πρόσωπό σου.
Όμως σακούω κάποτε να περπατάς βαρύς μέσα στις
λέξεις μου, άπληστος να ξεπεράσεις
τα όρια αυτού του κόσμου.
Αυτός ο κόσμος για τον οποίο αγωνίστηκε και για τον οποίο υπέφερε υπομονετικά την τετράχρονη εξορία του, αυτός ο κόσμος που προσπάθησε να αλλάξει με τους συντρόφους του μεταξύ των οποίων και ο φίλος του Γιάννης Ρίτσος, ο ίδιος κόσμος είναι για τον ποιητή ένας κόσμος ευτελής, ένας επικίνδυνος ακόμη και για τον Θεό του.
Θεέ μου, γιατί δεν μπορώ να σε καταλάβω;
Ίσως όμως αν σε καταλάβαινα να μην μπορούσα
ναντέξω το βάρος σου.
Θεέ μου, μαυτήν την ευτελή πραγματικότητα
γύρω μας κινδυνεύεις.
Πώς να σε σώσω...
Eίναι ίσως αυτό που ο Μαλεβίτσης είχε γράψει τονίζοντας την ανθρώπινη ένδεια,
Ένας ένας πεθαίνουν οι ποιητές μας. Και θα φτωχαίνουμε.
Με τί γλώσσα θα σου μιλήσουμε, την ώρα που θα σε υποδεχτούμε;
Το 1988 έγινε ακόμη πιο φτωχή αυτή η γλώσσα χάνοντας τον ποιητή που αναζήτησε απεγνωσμένα τον Θεό στον έρωτα, στις αναμνήσεις, στην ώριμη πια ηλικία του, όταν ύστερα από το υπαρξιακό κενό και την κονιορτοποίηση του κοινωνικού οράματος λέει
Ανοίγω τότε το παράθυρο Και άθελά μου χαμογελώ.
Ο Θεός για άλλη μια φορά, με κέρδιζε με
την καινούργια μέρα του.
Η πίστη του ριζωμένη στην ουσία και όχι στον τύπο προκαλεί με τον αυθορμητισμό της και παρουσιάζεται άρρηκτα δεμένη με το ωραίο που στον Λειβαδίτη ενυπάρχει στην τραγική φιγούρα της γυναίκας. Περισσότερο ερωτικός παρά ορθόδοξος θα καταφέρει να εναρμονίσει το ωραίο με το Θεό, όχι όμως το θεϊκά ωραίο αλλά το ανθρώπινα ωραίο,  το γυναικείο χοϊκό κορμί που το λαχταρά γυμνό, σαν το προπτωτικά ανθρώπινο σώμα
Μα ναι, σου λέω,
πιστεύω στον Θεό,
γιαυτό σε θέλω
ολόγυμνη
μέσα στην εκκλησιά.
Η σύγκραση του ωραίου και του αγνού, της πίστης και της ολόγυμνης ψυχής, της ψυχής του ανθρώπου που δύναται να υπάρξει ολόγυμνη μέσα στην εκκλησία χωρίς να προκαλέσει, παρά μόνο να μας θυμίσει την κατά φήσιν ωραιότητα του γυμνού σώματος των πρωτοπλάστων. Και αυτό το αδιαίρετο συνοθύλευμα του ωραίου και του αγίου έχει την αποκορύφωσή του στο ποίημα του Λειβαδίτη Η γέννηση
Ενάλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα.
Χτύπησα την πόρτα και μπήκα.
Μου δείξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό σταυρό.
Είδες, μου λέει - γεννήθηκε η ευσπλαχνία.
Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ,
γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε
θαχαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απαυτό.
Πραγματικά δεν πιστεύω πώς θα μπορούσαμε να πούμε τίποτα πιο ωραίο από αυτό που τόσο λακωνικά και ευέλικτα ψιθυρίζει ο ποιητής έχοντας κατανυκτικά χαμηλωμένο το κεφάλι του. Γιατί δεν ταιριάζει στον Θεό παρά μόνο η ταπεινότητα που διαπνέει την ψυχή μας  και προδίδει τις πράξεις μας,  πράξεις σιωπηλά ηθικές, πράξεις μεστές από αγάπη και σιωπή. Στο Απόλυτο δεν χρειάζονται πομπώδεις  εκφράσεις και κακέκτυπες ψυχικές διαχύσεις, παρά μόνο σιωπή σαν αυτή που αρμόζει στο Μέγα Μυστήριο
Ξέχειλη από σιωπή η απέραντη αίθουσα.
Και το πιάνο ήταν η μεγάλη, αγία Τράπεζα
όπου πάνω της, τα χέρια ενός άντρα, λιγνά κι ασυγκράτητα
κόβαν και μοίραζαν γύρω
τον άρτο της αιωνιότητας.





Σημειώσεις
Ο χαρακτηρισμός ανήκει στον Β, Λεοντάρη, “ η ποίηση της ήττας ”, Επιθεώρηση της Τέχνης , 106 (1963), σ. 520-524
Περιοδ. “ η λέξη”, τεύχος 130, Νοέμβρης- Δεκέμβρης 1995. σ. 801
Περιοδ. “ η λέξη”, τεύχος 130, Νοέμβρης- Δεκέμβρης 1995. σ. 803
Για το έναυσμα της θεολογικής αναζήτησης  του ποιητή βλ. Κώστας Γεωργουσόπουλος, “ένας άρρωστος για Θεό” Περιοδ. “ η λέξη”, τεύχος 130, Νοέμβρης- Δεκέμβρης 1995. σ. 737 - 739
Οπ. παρ. σ. 738
Οπ. παρ. σ. 738 – 739
Βλ. Μανόλης Πρατικάκης, “ προσέγγιση  στη δεύτερη περίοδο της ποίησης του Τ. Λειβαδίτη” Περιοδ. “ η λέξη”, τεύχος 130, Νοέμβρης- Δεκέμβρης 1995. σ. 792-799

βιβλιογραφία:

Περιοδ. “Η λέξη”, ειδικό τεύχος 130, Νοέμβριος- Δεκέμβριος  1995.
Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική. εκδ. Καζαντζάκη, Αθήνα, 1985.
Τάσος Λειβαδίτης, Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου. εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1994
Τάσος Λειβαδίτης, Ποιήματα 1958-1964. εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1984.
Τάσος Λειβαδίτης, Βιολέτες για μια εποχή. εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1985.
Τάσος Λειβαδίτης, Ο τυφλός με το λύχνο. . εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1991.

Χρήστος Μαλεβίτσης, Έγκοπος λόγος. Εκδ. Φίλων, Αθήνα.

Τρίτη 20 Δεκεμβρίου 2016

Ο Χριστός ανάμεσα στα φτωχά παιδιά







«Δεν πρέπει να αναζητούμε τον μικρό Ιησού στις όμορφες παραστάσεις των χριστουγεννιάτικων φατνών μας. Πρέπει να τον αναζητούμε ανάμεσα στα υποσιτιζόμενα παιδιά πού σήμερα πήγαν για ύπνο χωρίς να φάνε, ανάμεσα στα φτωχά παιδιά…που θα κοιμηθούν σε κατώφλια, σκεπασμένα με εφημερίδες».

Όσκαρ Ρομέρο, Αρχιεπίσκοπος του Σαλβαντόρ. 

Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2016

Βαρθολομαίος ντε Λας Κάζας,ο υπερασπιστής των Ινδιάνων.




         
                                            Του Ανδρέα Χ. Αργυρόπουλου

(Σύντομη αναφορά στη ζωή και τη δράση του. Περισσότερα σε μελλοντική έντυπη δημοσίευση)

          Βρισκόμαστε στον 16ο μ. Χ. Έχει προηγηθεί η ανακάλυψη της Αμερικής από τους Ισπανούς. Οι κλοπές, οι λεηλασίες, οι σφαγές και τα βασανιστήρια  σε βάρος των Ινδιάνων βρίσκονται σε ημερήσια διάταξη. Οι κατακτητές φέρονται με το χειρότερο τρόπο στους κατοίκους και καταστρέφουν τους ντόπιους πολιτισμούς. Ο Κάζας, ένας  Ρωμαιοκαθολικός Θεολόγος και κληρικός μέλος του Τάγματος των Δομινικανών, δεν διστάζει να καταγγείλει τη δράση τους  και να καταγράψει πολλά από τα εγκλήματα που διαπράττονται, στο βιβλίο του, «Η καταστροφή των Ινδιάνων».
      Στις σελίδες του συναντάμε συγκλονιστικές περιγραφές της εγκληματικής δράσης των Ισπανών κατακτητών, καθώς επίσης και της στάσης των ιεραποστόλων έναντι των Ινδιάνων. Σε όλες τις αναφορές του ο συγγραφέας δίνει στοιχεία για τον τρόπο που οι Ινδιάνοι υποδέχθηκαν τους Ισπανούς μιλώντας ξεκάθαρα για διάθεση συνεργασίας τους με τους κατακτητές. Τέτοιο ήταν το μεγαλείο της ψυχής των Ινδιάνων που «τους δέχθηκαν σαν να ήταν παιδιά της ίδιας τους της σάρκας. Άρχοντες και υπήκοοι τους εξυπηρέτησαν με πολύ στοργή και χαρά». «Τα αθώα αρνιά αναγκάστηκαν να υποστούν αυτή τη μοιρασιά και υπηρετούσαν τους Ισπανούς με όλες τους τις δυνάμεις. Λίγο ακόμα και θα τους λάτρευαν». Ο Κάζας θεωρεί τους Ισπανούς ανάξιους της αγάπης των Ινδιάνων. Κατά τη γνώμη του: «θα μπορούσαν να ιδρύσουν μεγάλες πόλεις και να ζουν σαν σε επίγειο παράδεισο». Η απληστία τους οδήγησε σε λεηλασίες, καταστροφές και σφαγές. Έδειξαν πρωτοφανή αγριότητα, άλλοτε καίγοντας τους Ινδιάνους, άλλοτε κομματιάζοντάς τους κι άλλοτε πουλώντας τους ως δούλους. 
          Ο συγγραφέας συχνά υποστηρίζει ότι δεν αναφέρει «όλα τα κακουργήματα και τις φρικτές περιπτώσεις που έγιναν εκεί και που εξακολουθούν να γίνονται» .«Αν θα όφειλα να περιγράψω με λεπτομέρειες αυτές τις ωμότητες, θα γινόταν ένα χοντρό βιβλίο που θα τρόμαζε τον κόσμο». Κατά τη εκτίμησή του μόνο στη Γουατεμάλα δολοφονήθηκαν από τους κατακτητές 4.000.000 έως 5.000.000 Ινδιάνοι σε διάστημα 15 ετών ,ενώ από τα νησιά Εσπανιόλ και Σαν Ζουάν απήγαγαν περισσότερους από 2.000.000 για να τους πουλήσουν σκλάβους.
          Ο Κάζας θεωρεί τους Ισπανούς κατακτητές κατ’ όνομα μόνο χριστιανούς «που σπρωγμένοι από τη δίψα τους για χρυσάφι, πούλησαν και πουλούν και σήμερα το Ιησού Χριστό, τον αρνιούνται, τον αποκρούουν» . Δε θα διστάσουν μάλιστα να προδώσουν και τους ίδιους τους ιεραποστόλους και με τη στάση τους έναντι των Ινδιάνων να τους οδηγήσουν στο μαρτύριο. Η επιστολή – έκκληση του επισκόπου Σάντα Μάρτα είναι αποκαλυπτική. Ο συντάκτης της ζητά επειγόντως την παρέμβαση του βασιλιά της Ισπανίας αναφερόμενος στην κτηνώδη μεταχείριση που επιβάλλουν οι κατακτητές στους ειρηνικούς Ινδιάνους. Ο ίδιος ονομάζει τους Ισπανούς «δαίμονες», όπως ακριβώς τους αποκαλούσαν και οι ιθαγενείς. Αντίθετα με τους Ισπανούς που με τη στάση τους έδειχναν ότι δεν θεωρούσαν τους Ινδιάνους ανθρώπους, για τον Κάζας και τους ιεραποστόλους οι Ινδιάνοι «είναι πλασμένοι κατ’ εικόνα του Θεού και εξαγορασμένοι με το αίμα του». «Είναι άνθρωποι για τους οποίους θυσιάστηκε ο Χριστός». Ο Κάζας με ξεκάθαρο τρόπο καταφέρεται εναντίον των Ισπανών θεωρώντας ότι με τις πράξεις τους «δεν υπακούουν στη θεία εντολή της αγάπης προς τον πλησίον, που προέρχεται από το νόμο και τους προφήτες».
     Την ίδια εποχή στην Ισπανία οι άνθρωποι του πνεύματος, θεολόγοι, νομικοί και φιλόσοφοι έρχονται σε αντιπαράθεση σχετικά με το ινδιάνικο ζήτημα. Ο Κάζας και οι συνοδοιπόροι του έχουν απέναντί τους νομικούς και θεολόγους που υπεραμύνονται με κάθε τρόπο των άθλιων και εγκληματικών συμπεριφορών των κατακτητών.
 Ένας από αυτούς ,ο Δομινικανός Τομάς Ορτίθ γράφοντας προς το Συμβούλιο των Ινδιών αποκαλεί τους Ινδιάνους «κτηνώδεις», «ηλίθιους», «παλαβούς» και «αγνώμονες», Προσπαθώντας να δώσει θεολογική χροιά στα όσα λέει τονίζει: «ποτέ δεν δημιούργησε ο Θεός ανθρώπους τόσο γεμάτους ηθικά ελαττώματα και κτηνωδίες, χωρίς κανένα ψήγμα καλοσύνης ή ευγένειας… Είναι απερίσκεπτοι σα γαϊδούρα κα δεν έχουν σε τίποτα να αλληλοσκοτώνονται». Περισσότερο ακραίες θέσεις από τον Ορτίθ διατυπώνει την ίδια εποχή ένας άνθρωπος των γραμμάτων και των επιστημών ο Οβιέδο που φτάνει στο σημείο να τους τοποθετήσει σε χειρότερο επίπεδο από αυτό των ζώων «κάπου προς τη μεριά των κατασκευαστικών υλικών, κάτι σαν ξύλο, σαν πέτρα ή σίδηρος – σε κάθε περίπτωση προς τα άψυχα αντικείμενα». Δεν μένει όμως μόνο εκεί ζητά τη λύση στο ζήτημα των Ινδιάνων να τη δώσει ο Θεός πιστεύοντας με ακλόνητη σιγουριά ότι «ο Θεός θα τους αποτελειώσει πολύ σύντομα».
Τα παραπάνω ντοκουμέντα που παρουσιάζουν τους Ινδιάνους ως αφελείς και ταυτόχρονα επικίνδυνους ανθρώπους. Ο πολυμαθής φιλόσοφος της εποχής Χουάν Χινές δε Σεπούλδεβα, στηριγμένος σε μια ιδεολογική παράδοση που υπεραμύνεται της ανισότητας θα χρησιμοποιήσει την αριστοτελική σκέψη παραθέτοντας αποσπάσματα από τα «Πολιτικά», για να υποστηρίξει ότι η ιεραρχία είναι η φυσική κατάσταση της κοινωνίας και όχι η ισότητα. Δέχεται ότι η ανωτερότητα εξουσιάζει την ατέλεια, η δύναμη την αδυναμία και η αρετή το ελάττωμα. Αναπτύσσοντας τη σκέψη στη συνάντηση του Βαγιαδολίδ όπου συγκρούστηκε με τον Λάς Κάζας, καταλήγει στους τέσσερις λόγους που καθιστούν έναν πόλεμο νόμιμο. Συνοπτικά υποστηρίζει ότι:
α. οι Ινδιάνοι από τη φύση τους υποτάσσονται,
β. ασκούν κανιβαλισμό,
γ. θυσιάζουν ανθρώπινα όντα και
δ. αγνοούν τη χριστιανική θρησκεία.

          Τους υποστηρικτές της παράδοσης της ανισότητας θα κληθεί να αντιμετωπίσει τον 16ο αιώνα στην Ισπανία ο Κάζας και οι εκφραστές ενός θεολογικού ριζοσπαστικού ρεύματος, στηριγμένου σε βιβλικές θέσεις και σε συγκροτημένα θεολογικά επιχειρήματα. Οι αντιλήψεις του Κάζας και των ομοϊδεατών του οι οποίοι υπεραμυνόταν  της ισότητας Ισπανών και Ινδιάνων χωρίς καμιά διάκριση φαίνεται πως έχουν αρχίσει ήδη να επηρεάζουν την ισπανική αυλή και τους Πάπες της Ρώμης πολύ πριν γίνει – σύγκρουση με τον Σεπούδελβα στο Βαγιαδολίδ. Για να στηρίξουμε την άποψή μας ενδεικτικά μπορούμε να αναφερθούμε στη διαταγή του Καρόλου κατά της δουλείας, τους Νέους Νόμους του 1542, που αφορούσαν τη διακυβέρνηση των αποικιών, καθώς επίσης και τη βούλα του Πάπα, «ο Μετάρσιος Θεός» (Sublimis Deus) της 2ας Ιουνίου του 1537. Εκεί ο Πάπας Παύλος Γ΄ αναφέρει: «οι Ινδιάνοι και όλοι οι άλλοι λαοί, που θα μπορούσαν να ανακαλυφθούν στο μέλλον, ακόμη και σε εποχή που θα βρίσκονται ακόμα έξω από τη χριστιανική πίστη, δεν πρέπει να αποστερούνται από την ελευθερία τους και από το χώρο όπου έχουν τα αγαθά τους. Αυτά πρέπει να τα απολαμβάνουν πλήρως και δεν πρέπει διόλου να τους μεταβάλλουν σε δούλους».
        Ο Κάζας για να υποστηρίξει τις θέσεις του στο Βαγιαδολίδ κόντρα στο Σεπούλδεβα, σε μια εποχή μάλιστα ευρύτατης αποδοχής των φιλοσοφικών ιδεών του Αριστοτέλη, τολμά να δηλώσει: «ας στείλουμε περίπατο τον Αριστοτέλη στο συγκεκριμένο ζήτημα, γιατί από το Χριστό, που είναι η αιώνια αλήθεια, έχουμε την εξής εντολή: «αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν». Ο Κάζας δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να υποστηρίξει ότι η ισότητα των ανθρώπων αποτελεί την θεμελιακή αρχή της χριστιανικής πίστης. Σύμφωνα με τη χριστιανική θεολογία κάθε άνθρωπος είναι πλασμένος κατ’ εικόνα Θεού, και η προσβολή του κάθε ανθρώπου, αποτελεί προσβολή και για τον ίδιο το Θεό. Η χριστιανική θρησκεία για τον Κάζας δεν κάνει διακρίσεις. Η οικουμενικότητα του χριστιανικού μηνύματος είναι αδιαπραγμάτευτη. «Η χριστιανική μας θρησκεία είναι αναλλοίωτη και προσαρμόζεται σ’ όλα τα έθνη του κόσμου κι όλα εξίσου τα δέχεται κι από κανένα δεν αφαιρεί την ελευθερία του ή την κυριαρχία του ούτε του επιβάλλει καθεστώς δουλείας, με την πρόφαση ή το πρόσχημα πως είτε είναι δούλοι εκ φύσεως είτε ελεύθεροι».
       Ορισμένοι που αγνοούν τις διαφορές ιεραποστολής και προσηλυτισμού(προσπάθεια επιβολής της πίστης στον άλλο με βίαια ή δόλια μέσα) κατηγόρησαν τον Κάζας για  το δεύτερο. Αυτή η κατηγορία όμως δε φαίνεται να ευσταθεί αν λάβουμε μάλιστα υπόψη μας ότι ο ίδιος ο Τόντοροφ  αναφέρεται στην άποψη του Κάζας σύμφωνα με την οποία «οι Ινδιάνοι πρέπει να ασπαστούν τη χριστιανική θρησκεία, με την ελεύθερη βούλησή τους». Ο Τόντοροφ  θα υποστηρίξει ότι ο Κάζας ναι μεν υποστήριξε τους Ινδιάνους αλλά  αποδέχθηκε την αποικιοκρατική ιδεολογία του Βατικανού. Κατά την ταπεινή μας άποψη προτεραιότητα για τον Κάζας ήταν  η ιεραποστολή και όχι η στήριξη μιας αποικιοκρατικής πολιτικής. Τα κείμενα και οι επιστολές του (1515, 1516, 1531, 1535) που απευθύνονται στους ανθρώπους της ισπανικής αυλής και αναφέρονται στα περεταίρω οφέλη της Ισπανίας (κυρίως οικονομικά) με την υιοθέτηση της πολιτικής του σεβασμού των Ινδιάνων, όπως και τα κείμενά του που δέχονται την «εξουσία του Ποντίφηκα επί των απίστων», δεν στοιχειοθετούν κατηγορία προώθησης μιας αποικιοκρατικής πολιτικής, αλλά είναι κείμενα διπλωματικής τακτικής που κατανοούνται εύκολα μέσα στο πλαίσιο της κοινωνικοπολιτικής συγκυρίας. Άλλωστε αυτό το δέχεται και ο ίδιος ο Τόντοροφ όταν λέει «δεν θέλω να υπαινιχθώ ότι ο Λας Κάζας ή οι άλλοι υπερασπιστές των Ινδιάνων έπρεπε ή και μπορούσαν να ενεργήσουν διαφορετικά».









Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2016

ΕΚΚΛΗΣΙΑ-ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ-ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ.ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ Ή ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ;




 
Η επιλεκτική ή ψευδής παρουσίαση ιστορικών στοιχείων δεν είναι Ιστορία , είναι προπαγάνδα. Ιδεολογική ή θρησκευτική δεν έχει σημασία, πάντως ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ είναι.
     Οι δηλώσεις Φίλη για το ρόλο της Εκκλησίας ήταν απογοητευτικές. Περίμενε κανείς  από ένα Υπουργό της Αριστεράς να γνωρίζει καλύτερα την ιστορία της Εθνικής Αντίστασης . Με τον  Υπουργό Παιδείας  μπορεί να διαφωνώ ιδεολογικά αλλά εκτιμώ ότι είναι από τους πολιτικούς που είναι ενημερωμένος σε ζητήματα θεολογικού ενδιαφέροντος . Αυτός είναι και ο λόγος που μου ακούστηκαν περίεργα οι θέσεις του για τη στάση της Εκκλησίας το διάστημα της Γερμανικής κατοχής. Άγνοια  ή  ιδεολογική εμμονή;
Η αναφορά του Υπουργού στη στάση της Εκκλησίας τα χρόνια της Δικτατορίας ιστορικά δεν ήταν λάθος. Ήταν όμως εκτός τόπου και χρόνου. Ακούστηκε σαν ιδεολογική καραμέλα για όλες τις χρήσεις και κυρίως όταν μας στριμώχνουν. Ήταν ακριβώς στην ίδια λογική της Διοίκησης της Εκκλησίας. Μόλις βλέπει τα δύσκολα( κανένα οικονομικό έλεγχο, κανένα σκάνδαλο κ. λ. π.)ανεβάζει τους τόνους, πετάει την ατάκα «για την προσφορά της Εκκλησίας στους αγώνες του Έθνους»(και αυτό δεν είναι λάθος ιστορικά) και «τελειώνει ο πρόλογος» που λέμε εκεί στο Βορρά.
Τη χούντα όμως κ. Υπουργέ, δεν τη στήριξε μόνο η Διοίκηση της Εκκλησίας. Ποια ήταν η στάση του λεγόμενου πνευματικού κόσμου; της πλειονότητας των δημοσιογράφων; των ακαδημαϊκών δασκάλων; των λειτουργών της δικαιοσύνης; Ξεχνάμε ότι η χούντα στηρίχθηκε και από ανθρώπους του πολιτικού κόσμου; Ο Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου που την υπηρέτησε ως Υπουργός δεν προέρχονταν από το χώρο του Κέντρου; Σε αυτούς όμως και σε πολλούς άλλους δεν αναφέρεται κανένας.





Οι δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου με σόκαραν .Αδυνατώ να πιστεύσω ότι ο ίδιος όπως και ο Σεβ. Σιατίστης κ.Παύλος θεωρούν ότι η Εκκλησία έπραξε το καθήκον της τα μαύρα χρόνια της Δικτατορίας. Παρόμοιες δηλώσεις δεν είχε κάνει κανένας Ιεράρχης στο παρελθόν. Όταν τις ακούς από ανθρώπους που εκτιμάς τη μέχρι τώρα στάση ζωής τους, τότε;;
      Ώστε « ο ρόλος της Εκκλησίας ήταν συνεπής και αδιάβλητος προς την αποστολή της» Μακαριότατε; Πότε; Όταν τα πνευματικοπαίδια του Αμβρόσιου Καλαβρύτων(αλήθεια αυτός δεν είχε την πνευματική ευθύνη των ανδρών των Σωμάτων Ασφαλείας;) βασάνιζαν τον Παναγούλη ,τον Μουστακλή και εκατοντάδες άλλους αγνούς αγωνιστές και αγωνίστριες στα κρατητήρια της ΕΣΑ; Όταν χιλιάδες διώκονταν και εκτοπίζονταν στη Γυάρο αφήνοντας πίσω διαλυμένες και άπορες οικογένειες; Όταν η τρομοκρατία ήταν μια καθημερινή πραγματικότητα;
Ναι, όταν συνέβαιναν όλα αυτά η Διοίκηση της Εκκλησίας δεν ήτα απλά απούσα, ήταν ΠΑΡΟΥΣΑ στο πλευρό των θυτών και όχι των θυμάτων της ιστορίας.


 





ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ



        Στα χρόνια της Χιτλερικής Κατοχής της πατρίδας μας υπήρχαν και κάποιοι ιεράρχες, ευτυχώς ελάχιστοι, που συνεργάστηκαν με τους κατακτητές. Η μεγάλη όμως πλειονότητα εντάχθηκε στις αντιστασιακές οργανώσεις και στήριξε το λαό με κάθε τρόπο. Περισσότεροι από 10 επίσκοποι και 4.000 ιερείς ήταν μέλη του Ε.Α.Μ. Αυτό ο κ. Υπουργός έπρεπε να το γνωρίζει. Αν συνυπολογίσει κανείς και αυτούς που ανήκαν στον Ε.Δ.Ε.Σ. και σε άλλες ομάδες κατανοεί πολλά πράγματα για την προσφορά της Εκκλησίας τη συγκεκριμένη περίοδο . Υπήρχαν περιοχές όπως αυτή του Βόρειου Αιγαίου(Μυτιλήνη, Χίος ,Σάμος) όπου η Εθνική Αντίσταση θα είχε πετύχει πολύ λιγότερα αν δεν είχε την στήριξη των εκεί μητροπολιτών. Αυτές οι εκτιμήσεις δεν είναι προσωπικές. Υπάρχουν στα κείμενα των ηγετικών στελεχών του Ε.Α.Μ. και ιστορικών της Αριστεράς. Ελπίζω το επόμενο διάστημα να βρεθεί χρόνος για μία εκτενή παρουσίαση της δράσης του κλήρου κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Τα στοιχεία ευτυχώς υπάρχουν και είναι πολλά.


ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ

Ξεκάθαρη προδοσία της αποστολής της Εκκλησίας και του Ευαγγελικού μηνύματος. Ταύτιση της πλειονότητας των Ιεραρχών της Ελλαδικής Εκκλησίας αλλά και των εκπροσώπων των Πατριαρχείων ,πανεπιστημιακών δασκάλων, θεολογικών ενώσεων και χριστιανικών αδελφοτήτων με τους Συνταγματάρχες της Χούντας. Ελάχιστοι αυτοί που τίμησαν με την παρουσία και τους αγώνες τους τις χριστιανικές τους αρχές. Το βάρος της υπεράσπισης της Χριστιανικής Αλήθειας σήκωσαν κυρίως ο Νίκος Ψαρουδάκης με τα στελέχη της «Χριστιανικής Δημοκρατίας» και ο  π. Γεώργιος Πυρουνάκης. Αξιοσημείωτες δράσεις  κατά της Χούντας ανέπτυξαν : ο διάκονος Τιμόθεος Λαγουδάκης, οι φοιτητές της Θεολογικής Αθήνας ,ο Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιος, ο παπά-Γαβαλάς από την Κρήτη και ελάχιστοι κληρικοί ακόμα.
Τέτοια ήταν η θεολογική μαυρίλα εκείνα τα χρόνια που ακόμα και η δράση του Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου να μπορεί να αποτιμηθεί από τον ιστορικό του μέλλοντος  ως προοδευτική σε σχέση με αυτή άλλων ιεραρχών αλλά και στελεχών της ακαδημαϊκής θεολογικής κοινότητας.
 Το τραγικό είναι ότι, αντί ως όφειλε, η Διοίκηση της Εκκλησίας να ζητήσει συγνώμη έφθασε στο σημείο στις μέρες μας, όχι απλά να συγκαλύπτει καταστάσεις, αλλά να υπεραμύνεται των επιλογών της .Γιατί δεν έχουμε το θάρρος και την τόλμη να πούμε: κάναμε λάθος. Η μετάνοια ,η οποία περισσεύει στα κηρύγματά μας είναι μόνο για τους άλλους;
Και κάτι που δεν έχει θιγεί. Το έγκλημα σε επίπεδο ποιμαντικής δεν  απασχόλησε την Ιεραρχία μας ποτέ. Θυμάστε τις άδειες από νέους και νέες εκκλησίες τα χρόνια μετά τη δικτατορία; Πόσες χιλιάδες νέα παιδιά εγκατέλειψαν την Εκκλησία εκείνο το διάστημα; Πολλοί δεν επέστρεψαν ποτέ. Δε θα δώσει λόγο κανείς γι ’αυτό;Όχι σε εμάς βέβαια…      
       Κάποιους στην Ιεραρχία τους βόλευε και τους βολεύει  να ζουν «στο συννεφάκι τους», να σφυρίζουν αδιάφορα. Η αλήθεια όμως είναι σκληρή .Μπορούμε να την κοιτάζουμε στα μάτια ή θα βολευόμαστε  στο θαυμασμό των αυλοκολάκων  και στα υποκριτικά χειροκροτήματα  των ατσαλάκωτων νονών της «θεολογικής» νύχτας; Για να παραφράσω την ασπρόμαυρη ατάκα. Ο Θεός συγχωρεί, η Ιστορία ΠΟΤΕ.



Υ. γ. Για όποιον πραγματικά ενδιαφέρεται για στοιχεία και ντοκουμέντα σχετικά με τα ζητήματα αυτά(ΕΚΚΛΗΣΙΑ-ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ-ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ) υπάρχουν σε ηλεκτρονική μορφή στο blog «Η θεολογία μεσοπέλαγα» κείμενα σχετικά με την συγκεκριμένη θεματολογία καθώς επίσης και αποσπάσματα από το βιβλίο μου που έχει τον τίτλο: «Χριστιανοί και πολιτική δράση κατά την περίοδο της δικτατορίας 1967-74»,εκδ Ψηφίδα(Αρμός).

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2016

Όταν ο Γ.Γραμματέας της Π.Ε.Θ. εφάρμοζε το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών!!!





Παρακολουθώ το τελευταίο διάστημα τις συνεχείς προτροπές μελών του Δ.Σ. της Π.Ε.Θ. προς τους συναδέλφους για τη μη εφαρμογή του Νέου προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά. Αίφνης έρχεται στη μνήμη μου ότι ένας από τους πρώτους που εφάρμοσαν πιλοτικά το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών στην εκπαίδευση δεν είναι άλλος από τον Γενικό Γραμματέα της Π.Ε.Θ., κ. Παναγιώτη Τσαγκάρη. Όπως ακριβώς το διαβάζετε. Ο κ. Τσαγκάρης επί ένα έτος 2012-2013,αν θυμάμαι καλά, δίδασκε σύμφωνα  το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών στο 1Ο Γυμνάσιο της Μυτιλήνης. Καλά, επί ένα έτος δεν έβλεπε όλα όσα τώρα καταγγέλλει. Οδηγούσε τα παιδιά στην πανθρησκεία και την αθεΐα και δεν το είχε αντιληφθεί;  Όχι απλά δε διαμαρτυρήθηκε ποτέ για το περιεχόμενο του, αλλά από ότι πληροφορούμαι  παρουσίασε με επιτυχία(Jesus Christ!!!!!) και μία διδακτική ενότητα ενώπιον του Σχολικού του Συμβούλου κ. Χριστόπουλου. Βεβαίως δε μου ακούστηκε περίεργο το γεγονός .Κατά  τη διάρκεια της επιμόρφωσης του για το Νέο Πρόγραμμα στο Γυμνάσιο της Φιλοθέης στην Αθήνα, όχι μόνο δεν αντέδρασε επισημαίνοντας τους «κινδύνους» αλλά εξέφρασε το θαυμασμό του για το περιεχόμενο της επιμόρφωσης. Ενθουσιώδης μάλιστα όπως είναι ο κ. Τσαγκάρης,  προσκάλεσε  ένα εκ των εισηγητών στη Μυτιλήνη για να επιμορφώσει τους συναδέλφους θεολόγους…
Τα ερωτήματα είναι απλά και σαφή. Πως καλείτε κ. Τσαγκάρη τους άλλους σε μη εφαρμογή του προγράμματος τους συναδέλφους όταν εσείς ο ίδιος υπήρξατε από τους ΠΡΟΘΥΜΟΥΣ που το εφάρμοσαν ;;;
Γιατί δεν εκθέσατε τις αντιρρήσεις σας στον κ. Σύμβουλο, αλλά και στους άλλους θεολόγους συναδέλφους της Περιφέρειά σας κατά τη διάρκεια των επιμορφωτικών συναντήσεων στις οποίες ήσασταν παρών; Γιατί δεν επιχειρηματολογήσατε; Γιατί δεν καταθέσατε τις απόψεις σας;;; Και τώρα;; ψάχνετε αρνητές της εφαρμογής;; …εσείς ο πρώτος διδάξας;; ο ΠΡΟΘΥΜΟΣ;;




Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2016

Από εκεί που αγαπάς, δεν έφυγες ποτέ.







Αγαπημένες,-οι συνάδελφοι,

          Σοβαροί προσωπικοί λόγοι με οδήγησαν να παραιτηθώ από τη θέση του Σχολικού Συμβούλου της Δυτικής Μακεδονίας και της Πέλλας. Η απόφαση της παραίτησης δεν ήταν χωρίς κόστος για μένα. Αναγκάζομαι να αποχωριστώ ωραίους ανθρώπους, αληθινούς φίλους, εξαιρετικούς δασκάλους,  ακούραστους συνοδοιπόρους.
Η επικοινωνία μας όλα αυτά τα χρόνια ήταν συνεχής και ουσιαστική. Η σχέση μαζί σας, μια αληθινή ευλογία.
Το ήθος σας, την ειλικρίνεια, την ανοικτότητα του πνεύματος , τη διάθεση για προσφορά , την καλοσύνη , το ενδιαφέρον για τα παιδιά του σχολείου, την παιδαγωγική και επιστημονική σας συγκρότηση  σπάνια τη συναντάει κανείς. Σήμερα, νιώθω την ανάγκη να κάνω ένα μικρό απολογισμό και να αναφερθώ ενδεικτικά σε κάποιες από τις δράσεις μου το χρονικό διάστημα που  συνεργαστήκαμε.
        Πιστεύοντας ότι η θέση του Σχολικού Συμβούλου είναι στο πλευρό του μαχόμενου συναδέλφου επισκέφθηκα, κατ’επανάληψη, κατά τη διάρκεια της θητείας μου, το σύνολο των σχολείων  των Περιφερειακών Ενοτήτων Κοζάνης ,Καστοριάς, Γρεβενών, Φλώρινας και της Πέλλας. Χαιρόμουν πραγματικά βλέποντας σχεδόν σε όλα τα σχολεία την αγάπη και την εκτίμηση των μαθητών και των μαθητριών για το πρόσωπό σας. Κατά τις  επισκέψεις μου είχα  ουσιαστικές συναντήσεις συνεργασίας και με τους περισσότερους Διευθυντές και τις Διευθύντριες των σχολείων  τους οποίους και θα ήθελα  να ευχαριστήσω. 
Θεωρώντας απόλυτης προτεραιότητας το ζήτημα της επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών και εκτιμώντας ότι η διαρκής ανατροφοδότησή τους συμβάλλει  στην αναβάθμιση της ποιότητας της εκπαίδευσης, οργανώσαμε περισσότερες από 40(σαράντα)  επιστημονικές ημερίδες και επιμορφωτικές συναντήσεις ,σε όλες τις πρωτεύουσες των Π.Ε. αλλά και σε μικρότερες πόλεις της Περιφέρειάς μας. Εισηγητές σε αυτές ήταν Πανεπιστημιακοί Δάσκαλοι, Σχολικοί Σύμβουλοι, στελέχη του Ι.Ε.Π.,  και αρκετές-οί από εσάς . Το γεγονός ότι είκοσι περίπου συνάδελφοι της Δυτικής Μακεδονίας, πραγματοποίησαν εισηγήσεις υψηλού επιπέδου στις επιμορφωτικές μας συναντήσεις σημαίνει πολλά. Άξιο μνείας είναι επίσης το  ότι στις συνάξεις μας, πολλές από τις οποίες έγιναν εκτός ωραρίου, συμμετείχε το σύνολο των συναδέλφων αναλαμβάνοντας σε καιρούς χαλεπούς την κάλυψη των εξόδων μετακίνησης.
       Αυτά τα τέσσερα και πλέον χρόνια με την ιδιότητα του Προέδρου του «Πανελλήνιου Θεολογικού Συνδέσμου ΚΑΙΡΟΣ» αλλά και με αυτή του Σχολικού Συμβούλου δραστηριοποιήθηκα έντονα σε συνεργασία με τα υπόλοιπα μέλη του Δ.Σ. αλλά και άλλους συναδέλφους Σχολικούς Συμβούλους για την επίλυση των προβλημάτων του κλάδου.(Απαλλαγές, Αδιοριστία, Προγράμματα Σπουδών κ. λ. π.)  Γι’ αυτό το σκοπό   ταξίδεψα κατ’ επανάληψιν στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη για συναντήσεις με υπηρεσιακούς παράγοντες αλλά και την ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας όλων των κυβερνήσεων, τον Αρχιεπίσκοπο και τα μέλη της Ι. Συνόδου, τον Πρόεδρο και  τους Συμβούλους  του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, τις αντιπροσωπείες πολιτικών κομμάτων ,την Ο.Λ.Μ.Ε., τους Κοσμήτορες και τους Προέδρους των τμημάτων των Θεολογικών Σχολών Αθήνας και Θεσσαλονίκης, το Σύλλογο των Αδιόριστων Θεολόγων κ. λ. π. Τα γεγονότα έδειξαν ότι οι προσπάθειές μας έφεραν αποτελέσματα.
        Πραγματοποίησα εισηγήσεις  για θεολογικά και εκπαιδευτικά κυρίως ζητήματα σε αρκετές πόλεις, εντός και εκτός της Περιφέρειας ευθύνης μου, προσκεκλημένος   Διευθύνσεων Εκπαίδευσης, Θεολογικών Σχολών, Μητροπόλεων, Ενοριών, Σχολείων της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, Επιστημονικών Συλλόγων, Θεολογικών Συνδέσμων, Συνδικαλιστικών Ενώσεων του κλάδου( Ε.Λ.Μ.Ε  Καστοριάς και Κοζάνης) κ. λ. π. Οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλες και όλους για τις προσκλήσεις και τη συνεργασία μας.      

Αγαπημένες-οι συνάδελφοι,
       Ο Ορθόδοξος θεολογικός λόγος εμπνέει, δεν είναι φοβικός ούτε μισαλλόδοξος. Οι θεολόγοι δε μπορεί να  είναι οι ουραγοί της ιστορίας, εκπρόσωποι μιας ανέραστης θρησκευτικής κακομοιριάς όπως τους θέλουν κάποιοι. Είναι άνθρωποι αγάπης, ελευθερίας και χαράς. «Χωρίς τη διακήρυξη της χαράς ο Χριστιανισμός είναι ακατανόητος. Μονάχα ως χαρά η Εκκλησία θριάμβευσε στον κόσμο και έχασε τον κόσμο όταν έχασε τη χαρά».(π. Αλεξ. Σμέμαν)  Το μάθημά μας είναι μάθημα γνώσης,  αλλά και ελεύθερης αναζήτησης. Οφείλουμε να διαλεγόμαστε με τους νέους και τις νέες σεβόμενοι απόλυτα τις ανησυχίες και τις αντιρρήσεις τους. Για να το πετύχουμε αυτό απαιτείται να είμαστε έτοιμοι να τους «ακούσουμε» αλλά και να την «ακούσουμε». Για να διαλεχθούμε  μαζί τους απαιτείται επιστημονική συγκρότηση, διάκριση, σεμνότητα, υπομονή, αλλά και αίσθηση του χιούμορ, θάρρος, μπόλικη αγάπη και το βασικότερο: ταπείνωση. Η ταπείνωση έγραφε η Simon Weil «είναι η άρνηση να υπάρξουμε έξω από το Θεό, είναι η βασίλισσα των αρετών ».Ο ρόλος μας ως δασκάλων δεν είναι να επιβάλουμε απόψεις, θέσεις ,αντιλήψεις. Οι νέοι και οι νέες δεν έχουν ανάγκη από ιδεολογική καθοδήγηση, από έτοιμες «πνευματικές» συνταγές και κανόνες «ηθικής» συμπεριφοράς. Οι φθηνοί προπαγανδιστές  δεν τους αγγίζουν. Οι νέοι και οι νέες αγωνιούν, αμφισβητούν, αμφιβάλλουν. Είναι απόλυτοι, διψάνε για ΖΩΗ και καλά κάνουν, διαφορετικά θα ήταν ήδη πνευματικά νεκροί.
      Από τους νέους έχουμε να μάθουμε πολλά. «Αν δεν υπήρχαν οι νέοι στην Εκκλησία» έλεγε ο Πατριάρχης Δημήτριος «θα κινδυνεύαμε να βουλιάξουμε από τη σύνεση των ενηλίκων».

Το μάθημά μας αλλά και η παιδεία γενικότερα οφείλει να οδηγεί τους νέους στην ανακάλυψη του μυστηρίου της ζωής, στην κατάκτηση της αληθινής ελευθερίας, στη μύησή τους στην παράδοση του τόπου τους και στον πολιτισμό, στη γνώση της παγκόσμιας πνευματικής κληρονομιάς. Η παιδεία  έχει λόγο ύπαρξης μόνο όταν απελευθερώνει τον άνθρωπο.


 Αγαπημένες-οι συνάδελφοι,

Κατά τη διάρκεια της θητείας μου προσπάθησα με κάθε τρόπο να υπερασπιστώ την αξία και την ομορφιά του Μαθήματος των Θρησκευτικών.  Δεν γνωρίζω αν το πέτυχα. Αυτό θα το κρίνετε εσείς και η εκπαιδευτική κοινότητα.

Σας ευχαριστώ από καρδιάς για όσα απλόχερα μου προσφέρατε και σας ζητώ συγνώμη για τις όποιες ανεπάρκειές μου.


Από εκεί που αγαπάς, δεν έφυγες ποτέ.



Ο Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων Δυτικής Μακεδονίας και Πέλλας( μέχρι σήμερα).


  Ανδρέας Χ. Αργυρόπουλος

Παρασκευή 15 Ιουλίου 2016

Η πολιτική δράση χριστιανών τη περίοδο της επιβολής της δικτατορίας στην Ελλάδα



Το βιβλίο του θεολόγου Ανδρέα Αργυρόπουλου αποδεικνύει κι αναδεικνύει περίτρανα, ότι την σκοτεινή περίοδο της δικτατορίας, υπήρχαν χριστιανοί, που αντιστάθηκαν σθεναρά, απολύθηκαν από την μόνιμη εργασία τους, διώχθηκαν, βασανίστηκαν, εξορίστηκαν στην Γυάρο.
Συγγραφέας του βιβλίου είναι ο θεολόγος καθηγητής Ανδρέας Αργυρόπουλος, που σημειώνει στον πρόλογό του: «Η χρεωκοπία των ιδεολογιών και η αποτυχία των κοινωνικών πολιτικών συστημάτων να δώσουν λύση στα κοινωνικά προβλήματα προκάλεσαν την στροφή των ανθρώπων στην μεταφυσική, παραμερίζοντας το ενδιαφέρον τους για την πολιτική και τις όποιες κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις.
Έτσι, μεγάλο κομμάτι του κόσμου στρέφεται στην παραθρησκεία, στις αιρέσεις, καθώς επίσης και στην Ορθοδοξία. Αρκετοί θριαμβολογούν μιλώντας για τη νίκη της πίστεως κατά της αθεΐας κάνοντας ταυτόχρονα μνεία στην κατάρρευση του ¨υπαρκτού¨ σοσιαλισμού. Δεν έχουν αντιληφθεί όμως ότι πολλοί από τους επανακάμψαντες στην Εκκλησία εκλαμβάνουν τον Χριστιανισμό σαν θρησκευτικό μέγεθος με πνευματικές ή ακόμη και μαγικές προεκτάσεις. Τα όρια της δεισιδαιμονίας, των προλήψεων και της αληθινής πίστης, στις μέρες μας είναι δυσδιάκριτα.
Ο χώρος της εκκλησίας για αρκετούς είναι χώρος περισσότερο ψυχολογικής ασφάλειας και λιγότερο αγαπητικών σχέσεων. Ηθελημένα αγνοείται από πολλούς ο ιστορικός και κοινωνικός χαρακτήρας της Εκκλησίας και η παρουσία και ο ρόλος των χριστιανών σε κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες από παλαιότερα μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Όποιος αναφέρεται σε τέτοια ζητήματα θεωρείται ¨εκτός εποχής¨, γίνεται αντικείμενο σαρκασμού και περιφρόνησης. Σ' αυτό, όπως προείπαμε, βοηθάει και η σημερινή συγκυρία. Όμως τέτοιες αντιλήψεις υπήρχαν δυστυχώς πάντοτε.
Το συγκεκριμένο θέμα δεν επιλέχθηκε τυχαία, αλλά στο πλαίσιο των παραπάνω διαπιστώσεων. Αποτελεί μια απόπειρα διερεύνησης του ερωτήματος για τη σχέση μεταξύ Ορθοδόξου τρόπου ζωής και Πολιτικής, για τη σχέση μεταξύ Χριστιανισμού και Πολιτικής. Η επιλογή του έγινε από μια πλειάδα θεμάτων, που αφορούν την δραστηριοποίηση των χριστιανών σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Τέτοια δραστηριοποίηση συναντάμε από τότε που η Εκκλησία εισέρχεται στο κεντρικό ιστορικό προσκήνιο.
Παράδειγμα αποτελεί η κοινωνικοπολιτική δραστηριότητα πολλών Πατέρων της Εκκλησίας. Στον αιώνα μας γνωστή είναι η κριτική που άσκησαν χριστιανοί διανοούμενοι τόσο στον Μαρξισμό όσο και στον Καπιταλισμό, προβάλλοντας παράλληλα τις προϋποθέσεις για τη θεμελίωση μιας χριστιανικής κοινωνίας. Επίσης, ενώ είναι γνωστή η συνοδοιπορία πολλών χριστιανικών δυνάμεων με την άνοδο του Φασισμού και του Ναζισμού, υπάρχει περιορισμένη πληροφόρηση, δυστυχώς, για τους Χριστιανούς εκείνους, λαϊκούς και κληρικούς, στα μέσα του αιώνα που αντιστάθηκαν σ' αυτά τα καθεστώτα με τίμημα ακόμη και την ίδια τη ζωή τους. Λίγο γνωστή είναι επίσης και η συμμετοχή Χριστιανών στις παγκόσμιες κινητοποιήσεις του Μάη του 1968.
Η περίπτωση όμως της πολιτικής Θεολογίας σ' όλες τις μορφές της, όπως η λεγόμενη Θεολογία της Απελευθέρωσης, η Μαύρη Θεολογία, η Θεολογία της Επανάστασης, κλπ. είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό θέμα κοινωνικοπολιτικής παρέμβασης Χριστιανών που απασχόλησε τον αιώνα μας. Οι συνθήκες που επικράτησαν την τελευταία τριακονταετία στη Βόρεια και Νότια Αμερική, στην Ανατολική Ασία και Νότια Αφρική (ρατσισμός, στρατιωτικές δικτατορίες, φτώχεια, εξαθλίωση, τρομοκρατία από ακροδεξιές παραστρατιωτικές οργανώσεις, κλπ.) δεν οδήγησαν απλά στη θεωρητική διαμόρφωση των ρευμάτων της Πολιτικής Θεολογίας, αλλά είχαν και ως συνέπεια στην πράξη το μαρτυρικό θάνατο πολλών αγωνιστών Χριστιανών από τις τάξεις λαού και κλήρου.
Σε ένα τελείως διαφορετικό πλαίσιο μπορούμε να διαπιστώσουμε απόπειρες ενός κριτικού πολιτικού λόγου και στοιχειώδους άρθρωσης ενός πολιτικού προτάγματος στις αγωνιστικές μορφές του Μακρυγιάννη, του Απόστολου Μακράκη για την ελληνική κοινωνία του 19ου αι. ή κατόπιν του Μαρίνου Αντύπα.
Όσο κι αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τις προθέσεις ή το τελικό αποτέλεσμα, τα πρόσωπα αυτά προσπάθησαν σε μια κριτική προοπτική να συγκεκριμενοποιήσουν μια χριστιανική κοινωνική πράξη. Περαιτέρω, πρέπει κανείς να αναφέρει τη συμμετοχή των μελών της Εκκλησίας στην Εθνική Αντίσταση, τους επίσκόπους Ηλείας Αντώνιο, Σάμου Ειρηναίο και Κοζάνης Ιωακείμ και τον ηγούμενο αντάρτη αρχιμανδρίτη Γερμανό Δημάκο - γνωστό και ως π. Ανυπόμονο - κατά την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης
Στη συνάφεια αυτή ανήκουν, όσον αφορά τον αντιδικτατορικό αγώνα, και οι πολιτικοποιημένοι χριστιανοί - μέλη κυρίως της ¨Χριστιανικής Δημοκρατίας¨ (Χ.Δ.) με πρόεδρο το Νίκο Ψαρουδάκη κατά τη διάρκεια της επταετίας (1967-1974) - τη στιγμή μάλιστα που το σύνολο σχεδόν της Διοίκησης της Εκκλησίας και των θρησκευτικών οργανώσεων είχαν ταυτιστεί ολοκληρωτικά με το δικτατορικό καθεστώς…»
Κεντρικό θέμα του βιβλίου είναι η έρευνα και παρουσίαση της δράσης των πολιτικοποιημένων χριστιανών ενάντια στο καθεστώς της επταετούς δικτατορίας. Το όλο ζήτημα συνιστά μια ειδικότερη πτυχή του ερωτήματος για τη σχέση Ορθοδοξίας και Πολιτικής, δηλαδή της σχέσης της Εκκλησίας μ' ένα δικτατορικό καθεστώς που παρουσιάστηκε περιβεβλημένο και με χριστιανικό ένδυμα.
Το βιβλίο έχει 154 σελίδες και χωρίζεται σε πέντε κεφάλαια. Στο πρώτο κεφάλαιο «Εκκλησία, οργανώσεις και έντυπα κατά τη δικτατορία», γίνεται μια παρουσίαση της στάσης της Διοίκησης της Εκκλησίας αλλά και των θρησκευτικών οργανώσεων κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Όπως σημειώνει ο συγγραφέας στην εισαγωγή, αυτό κρίθηκε απαραίτητο προκειμένου να βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση του εκκλησιαστικού κλίματος της εποχής, αλλά και του εκκλησιαστικού περιβάλλοντος, παρά την ύπαρξη του οποίου οι Χριστιανοσοσιαλιστές επέλεξαν να αντιταχθούν στη δικτατορία.
Στο δεύτερο κεφάλαιο « Η πρώτη φάση του αντιδικτατορικού αγώνα των πολιτικοποιημένων χριστιανών», παρουσιάζονται οι απέλπιδες προσπάθειες του Νίκου Ψαρουδάκη, αλλά και άλλων στελεχών του κινήματος, προκειμένου να ευαισθητοποιήσουν τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο αλλά και άλλους Ιεράρχες για όσα συμβαίνουν και να τους θέσουν προ των ευθυνών τους, απόπειρα που απέτυχε. Επίσης, αναφέρεται η αντίθεση του Ν. Ψαρουδάκη και της Χ.Δ. στο Σύνταγμα που πρότεινε η Δικτατορία. Στο τρίτο και τέταρτο κεφάλαιο, «Δεύτερη φάση της αντιδικτατορικής δράσης των χριστιανών: Ιανουάριος 1970 - Μάρτιος 1972» και «Τρίτη φάση του αντιδικτατορικού αγώνα - η τελική ρήξη και ο καταλυτικός ρόλος της ¨ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ¨», γίνεται η παρουσίαση των αγώνων και της δράσης των ελλήνων Χριστιανοκοινωνιστών καθώς και των διώξεων που υπέστησαν.
Την εποχή αυτή αρχίζει να εκδηλώνεται στο θεολογικό χώρο της πατρίδας μας μια πρώτη αποδοχή των θέσεων της Χ.Δ. Παράλληλα, υπάρχει έντονο ενδιαφέρον για τη θεολογικοπολιτική παρουσία του Κινήματος από ομάδες, κινήσεις και προσωπικότητες του εξωτερικού, που ανήκουν σε όλα τα χριστιανικά δόγματα. Το πέμπτο κεφάλαιο, «Τέταρτη φάση του αντιδικτατορικού αγώνα των πολιτικοποιημένων χριστιανών - ο Ψαρουδάκης στη Γυάρο - πτώσης της Δικτατορίας», αναφέρεται στην οριστική ρήξη της Χ.Δ. με το καθεστώς. Η εφημερίδα ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ κλείνει και ο ηγέτης του Κινήματος Νίκος Ψαρουδάκης φυλακίζεται και εξορίζεται στη Γυάρο.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...