Τετάρτη 30 Απριλίου 2014

Ἔντγκαρ Ἄλλαν Πόε: "Ύμνος στην Θεοτόκο"

του Γιάννη Ζερβού


«Ὕμνος». «Ἀπὸ τὸ χάραμα, τὸ μεσημέρι, ὣς τὸ σούρουπο/ Ὁλημερὶς σὲ ὑμνῶ Μαρία!/Στὶς χαρὲς καὶ στὶς λύπες, στὰ καλὰ καὶ στὶς συμφορές/Μεῖνε στὸ πλευρό μου Θεοτόκε!/ Ὅταν οἱ Ὧρες πέταξαν λαμπρά/στὸν ἀνέφελο οὐρανό/Ἡ χάρη σου ὁδήγησε σὲ σένα τὴν ἀθλία μου ψυχή/Τώρα ποὺ τῆς μοίρας οἱ θύελλες ἔχουν σκοτεινιάσει τὸ Παρελθὸν καὶ τὸ Παρόν μου/Κάνε τὸ Μέλλον μου νὰ λάμψει φωτεινό/μὲ τὴ γλυκιὰ ἐλπίδα ποὺ μᾶς δίνεις.»Ποίημα τοῦ διάσημου ἀμερικανοῦ μυθιστοριογράφου καὶ ποιητῆ Ἔντγκαρ Ἄλλαν Πόε (Edgar Allan Poe) γραμμένο τὸ ἔτος 1835. Ὁ ποιητὴς τὸ ἐμπνεύσθηκε ἀπὸ τὴ γαλήνη ποὺ ἔνοιωσε ὅταν περπατώντας στὴν πολύβουη πολιτεία ἄκουσε κωδωνοκρουσίες.
Ὁ Ἔντγκαρ Ἄλλαν Πόε (1809-1849) εἶναι πιὸ γνωστὸς στὴν Ἑλλάδα γιὰ ἄλλα ποιήματά του ὅπως «Τὸ κοράκι», τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐπανειλημμένα μεταφραστεῖ. Ἂν κάποιος ἀναγνώστης τῆς «Χ» γνωρίζει μιὰ λογοτεχνικὴ μετάφραση στὴν ἑλληνικὴ τοῦ «Ὕμνου», ἂς μᾶς τὴ φέρει γιὰ νὰ ἀποδοθεῖ καλύτερα τὸ ποίημα. Δεδομένου ὅτι ὁ Πόε ἦταν ὁ δημιουργὸς τοῦ ἀστυνομικοῦ μυθιστορήματος καὶ ἀνῆκε στὴν τάση τοῦ «σκοτεινοῦ ρομαντισμοῦ» (ὅπως καὶ ὁ Λόρδος Βύρων), ἡ ὁποία προέβαλλε τὴ σκοτεινὴ πλευρὰ τῆς ἀνθρώπινης φύσης καὶ ὑπερτόνιζε τὴν πτώση τοῦ ἀνθρώπου, σὲ σχέση μὲ τὴν τελειότητα τῆς Δημιουργίας, κάνει ἐντύπωση ἡ βαθιὰ πίστη ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὸν «Ὕμνο». «Ἦταν ἕνας τυχοδιώκτης ποὺ περιπλανιόταν στὰ μύχια καὶ στὶς φρικτὲς ὑπόγειες διαδρομὲς τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς. Ἀπηχοῦσε τὴ φρίκη καὶ τὴν προειδοποίηση γιὰ τὴ δική του καταδίκη», εἶχε γράψει γι’ αὐτὸν στὰ 1924 ὁ ἀμερικανὸς φιλόλογος D.H. Lawrence στὸ σύγγραμμα «Μελέτες στὴν κλασικὴ ἀμερικανικὴ λογοτεχνία». Ψυχὴ ταραγμένη καὶ ἀνήσυχη, βρῆκε λιμάνι ἐλπίδας, σωτηρίας καὶ παρηγορίας στὴν Κυρία Θεοτόκο, τὴν ὁποία καλεῖ νὰ τὸν συνδράμει στὴ μετάνοια. Τὴν ὕμνησε, ὅπως κάνουμε κι ἐμεῖς τούτη τὴν περίοδο, πρᾶγμα ποὺ κάνει ἐπίκαιρο τὸν - παραγνωρισμένο στὴν Ἑλλάδα- δικό του ὕμνο στὴ Θεοτόκο.

http://www.xristianiki.gr/arkheio-ephemeridas/915/umnos-sten-theotoko.html

Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

ΕΛΜΕ Κοζάνης:Εκδήλωση στη Σιάτιστα για το Ναζισμό, την Εκκλησία και το Σχολείο




Θέμα : Το φαινόμενο του Ναζισμού στη χώρα μας
- Η απάντηση της Εκκλησίας
- Ο ρόλος του σχολείου




Εισηγητές:
  
1) Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης κ. Παύλος
   2) Αργυρόπουλος Ανδρέας, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων



Με το Σεβασμιότατο σε παλαιότερη εκδήλωση του Κέντρου Νεότητας της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών



Η εκδήλωση θα γίνει την Κυριακή 4 Μαΐου στις 11 το πρωί
στην αίθουσα του " Κουκουλίδειου" Πνευματικού Κέντρου Σιάτιστας




Διοργανωτές :  ΕΛΜΕ Κοζάνης και Σύλλογοι διδασκόντων των σχολείων της Σιάτιστας

Κυριακή 27 Απριλίου 2014

Θανάσης Ν. Παπαθανασίου:Αναφορά σε χάλκευση κατηγορίας επί θεοπασχητική κακοδοξία





Στις 24-4- 2014 εκδόθηκε «εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών» της Ι. Μητροπόλεως Πειραιώς ανακοίνωση με την οποία «ο υπεύθυνος Αρχ. π. Παύλος Δημητρακόπουλος και ο Γραμματέας κ. Λάμπρος Σκόντζος, Θεολόγος» ισχυρίζονται ότι διαπίστωσαν «σαφείς αντορθόδοξες απόψεις» στο κείμενό μου με τίτλο «Ο πάσχων Θεός, ο σύντροφος Θεός» [δημοσιευμένο στο περιοδικό Σύναξη 129 (2014), σσ. 17-27]. Ισχυρίζονται, δηλαδή, ότι αποδίδω «στην απαθή και αναλοίωτη και άτρεπτη Θεία φύση του ενανθρωπήσαντος Λόγου,  πάθος και κατά συνέπεια τροπή και αλλοίωση».

Γιατί, άραγε, αυτή η κατηγορία; Ολόκληρο το κείμενό μου λέει ρητά το αντίθετο αυτό που οι κατήγοροί μου ισχυρίζονται. Χάριν όσων δεν έχουν υπόψη τους το κείμενό μου, αλλά το μόνο που συνάντησαν περί αυτού στο διαδίκτυο είναι η εν λόγω ανακοίνωση, παραθέτω χαρακτηριστικά σημεία του:

«Επί του σταυρού, λοιπόν, έπαθε ο Θεάνθρωπος – όχι απλώς ένας άνθρωπος ονόματι Ιησούς. Έτσι, κατά έναν μυστήριο τρόπο, ο ίδιος ο Θεός συμμετείχε στην οδύνη και το πάθος, χωρίς ταυτόχρονα να υφίσταται αλλοίωση η θεία φύση του. Είναι ένα μυστήριο ασύλληπτο, το οποίο όμως διασφαλίζει την πληρότητα του Θεού αλλά και την αληθινή συμμετοχή του στη ιστορία» (σ. 22). «Αυτού του είδους ο θεοπασχητισμός (ο Ορθόδοξος θεοπασχητισμός), λοιπόν, αφορά το πρόσωπο του Χριστού. Ο Θεός Υιός έζησε το πάθος, διότι είναι αυτός που ενανθρώπησε. Αυτό επιβεβαιώνεται και από άλλες εκβολές της δογματικής παράδοσης. Οι Πατέρες, λ.χ., επέμειναν ότι αυτός τον οποίο γέννησε η Θεοτόκος δεν ήταν μια ανθρώπινη υπόσταση, αλλά ο ίδιος ο Θεός Λόγος (το δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδας), η ανθρώπινη φύση του οποίου ήταν από το πρώτο δευτερόλεπτο αδιαίρετα ενωμένη με τη θεότητά του. Ακριβώς υπ’ αυτό το πρίσμα η Παναγία αποκαλείται “Θεοτόκος”, και αυτοί που σταύρωσαν τον Χριστό αποκαλούνται “θεοκτόνοι” […]. Στην οπτική αυτή, λοιπόν, πάσχει (το επαναλαμβάνω) ο Χριστός, δεν πάσχει όμως η θεία φύση. Αυτή τη θέση τη βρίσκουμε διαχρονικά, μέχρι και σε σύγχρονους Ορθόδοξους θεολόγους. Η θεία φύση εξ ορισμού βρίσκεται πέρα από κάθε λογής περιορισμούς, στους οποίους, αντίθετα, υπόκεινται τα κτιστά όντα» (σ. 23).

Ότι οι αρμόδιοι του Γραφείου επί των Αιρέσεων και υποχρεούμενοι σε προσεκτική ανάγνωση, παρανάγνωσαν το περιοδικό «Σύναξη» σε «Σύναξις», είναι, προφανώς, αθώο αβλέπτημα. Η παραθεώρηση, όμως, των ρητών θέσεων μου; Γιατί, άραγε, η χάλκευση της κατηγορίας;

Είναι χαρακτηριστικό ότι όσοι αναγνώσουν την ανακοίνωση μόνη της, θα αποκομίσουν πιθανώς την εντύπωση πως οι κατήγοροί μου προσάγουν, προς απάντησή μου, τη διδασκαλία του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. Η ανάγνωση, όμως, του ίδιου του κειμένου μου θα έδειχνε ότι στον άγιο Ιωάννη έχω παραπέμψει ο ίδιος, με το ίδιο νόημα και ακριβώς για το ίδιο απόσπασμα (όπως και στον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη και τον π. Δημήτριο Στανιλοάε, η σκέψη του οποίου ρητά σημείωσα ότι αποτυπώνεται στο κείμενό μου, κ.ά.) και έχω διευκρινίσει πως η αντίδοση των ιδιωμάτων των δύο φύσεων συμβαίνει στην υπόσταση του Χριστού (σσ. 22-23). Γιατί, λοιπόν, άραγε, η κατηγορία;

Αναμένω ότι το χριστιανικό ήθος και ο στοιχειώδης ανδρισμός θα οδηγήσουν τους κατήγορους σε δημόσια επανόρθωση. Αναμένω πολλά;

Αθήνα, 27-4-2014
paptam@windowslive.com


Σάββατο 26 Απριλίου 2014

Άγιος Βασίλειος ο διά Χριστόν σαλός ή Βασίλειος ο γυμνός

Σ.Α. Κυρίλλοφ. Ο Άγιος Βασίλειος ο Ευλογημένος. (Προσευχή). 1994


Γεννήθηκε  σε φτωχή οικογένεια αγροτών σε ένα από τα περίχωρα της Μόσχας, στο χωριό Γιελόχοβο που σήμερα έχει ενσωματωθεί στη Μόσχα. Οι γονείς του, Ιάκωβος και Άννα, τον έστειλαν να μάθει την τέχνη του υποδηματοποιού. Ο εργατικός και θεοφοβούμενος νεαρός Βασίλειος, όπως περιγράφεται στον βίο του Αγίου, είχε το χάρισμα της προφητείας, το οποίο ανακαλύφθηκε εντελώς τυχαία. Από τα δεκαέξι του χρόνια και μέχρι το τέλος της ζωής του απαρνήθηκε τα πάντα και γύριζε στους δρόμους γυμνός και ξυπόλητος. Ο βίος του αγίου διηγείται με πόσο πάθος ο Βασίλειος με το λόγο και το έργο του προσπαθούσε να διδάξει στον κόσμο τις αρχές της ηθικής ζωής. Προειδοποιούσε για το πρόσκαιρο και τη ματαιότητα της επίγειας ζωής. Περιπλανιόταν και κοιμόταν στους δρόμους, τηρούσε συνεχή νηστεία και στερούσε στον εαυτό του σχεδόν τα πάντα. Πήγαινε συχνά στις φυλακές για αλκοολικούς και τους συμπαραστεκόταν ηθικά προσπαθώντας να τους βοηθήσει να σωθούν. Η συμπεριφορά του θύμιζε τρελό γι αυτό και έμεινε γνωστός ως «σαλός» (ρωσ. «Христа ради юродивый»). Κατέκρινε και καυτηρίαζε σε όλη του τη ζωή το ψέμα και την υποκρισία. Ελεούσε τους ζητιάνους και συμπαραστεκόταν σε όσους είχαν ανάγκη. Όπως μαρτυρούν σύγχρονοί του ήταν ο μόνος άνθρωπος τον οποίο φοβόταν ο Ιβάν ο Τρομερός.


http://el.wikipedia.org/wiki/

Πέμπτη 24 Απριλίου 2014

Χρήστου Γιανναρά:Θρησκευτικός Πρωτογονισμός



Τώρα που ο πασχαλινός λαογραφικός οίστρος των ΜΜΕ έχει καταλαγιάσει, θα μπορούσε ίσως να τεθεί διακριτικά το ερώτημα: Ποια είναι τα όρια ανάμεσα στο φολκλορικό στοιχείο και στον θρησκευτικό πρωτογονισμό; Κι αν ο θρησκευτικός πρωτογονισμός «πουλάει» ως τηλεοπτικό θέαμα, πρέπει οπωσδήποτε να εξωραΐζεται, να νομιμοποιείται και να εδραιώνεται σαν πολύτιμο λαογραφικό δεδομένο, σαν αυταξία «παράδοσης»; Πώς μπορεί μια κοινωνία να υπερασπίσει το επίμοχθο άθλημα της μεταφυσικής αναζήτησης, να το διασώσει από τη σύγχυση των ορίων εμπειρικής παράδοσης και πρωτόγονων εθισμών, να αντισταθεί στη βεβήλωση της πνευματικής της κληρονομιάς από «γραφικές» εκρήξεις σκοτεινών ορμεμφύτων;
Τρέχουν οι τηλεοπτικές κάμερες κάθε Μεγάλη Εβδομάδα σε χωριά όπου καίνε τον Ιούδα, σε πόλεις όπου σπάνε στους δρόμους κανάτια και στάμνες για να «προεορτάσουν« την Ανάσταση, σε γειτονιές όπου η περιφορά των επιταφίων εξελίσσεται σε προγραμματισμένη μάχη ανάμεσα σε ενορίες, με βαρελότα και κροτίδες. Κάθε χρόνο ανακαλύπτουν και καινούργιες φολκλορικές ιδιομορφίες θρησκευτικού πρωτογονισμού και κατακλύζεται η μικρή οθόνη με κάθε είδους εκτρωματικές βεβηλώσεις της πνευματικής παράδοσης των Ελλήνων.

Η θεαματικότητα νομιμοποιεί και κολακεύει τον πρωτογονισμό, ο πρωτογονισμός τρέφει τη θεαματικότητα. Στους περισσότερους ναούς στην Ελλάδα, τη νύχτα της Ανάστασης, ο πασχάλιος όρθρος και η λειτουργία (εκπληκτικά κορυφώματα τουλάχιστον ποίησης, μέλους, δραματουργίας) πνίγονται στον αποκρουστικό ορυμαγδό βαρελότων, κροτίδων, ρουκετών, πυροτεχνημάτων. Είναι πια αυτονόητο έθιμο, παγιωμένο φολκλόρ. Ο κρετινισμός των αυτουργών δεν αναχαιτίζεται με εκκλήσεις των κληρικών και αστυνομικές απαγορεύσεις, ούτε με τους αριθμούς των κάθε χρόνο θυμάτων. Το ελληνικό Πάσχα έχει ταυτιστεί με αυτή την έκρηξη των ενστίκτων άγριας ηδονής που χαρίζει στα πρωτόγονα στίφη ο κρότος και η λάμψη.

Μάλλον δεν θα υπήρχε νουνεχής Έλληνας, πιστός ή άθεος, που θα κάκιζε τους ποιμένες του εκκλησιαστικού σώματος αν προανήγγελαν και εφάρμοζαν με συνέπεια «αφορισμό» (αποκοπή από κάθε μετοχή στην εκκλησιαστική κοινωνία) όσων ασυνείδητων βανδάλων βεβηλώνουν την κορυφαία για την Εκκλησία πασχάλια Εορτή. Δεν είναι τα άσεμνα βιβλία, η αφελής συκοφάντηση της εκκλησιαστικής εμπειρίας από επιδειξιομανείς μετριότητες, που απειλούν τη ζωντανή δυναμική της ευαγγελικής πανανθρώπινης ελπίδας. Πραγματική απειλή που απαιτεί «αφορισμό» (να τεθεί εκτός ορίων του εκκλησιαστικού γεγονότος) είναι ο πνιγμός αλλοτρίωσης της αναστάσιμης μαρτυρίας μέσα στη φρενίτιδα του δήθεν φολκλορικού πρωτογονισμού.

Αλλά ο πρωτογονισμός των απαιτήσεων της ορμέμφυτης εγωτικής θρησκευτικότητας μοιάζει να έχει διαβρώσει τη νοοτροπία ακόμα και των εκκλησιαστικών ποιμένων. Πώς αλλιώς να ερμηνεύσει κανείς το γεγονός ότι ανέχονται σαν αυτονόητη πρακτική (αν δεν κολακεύονται κιόλας) να λιτανεύουν τον Επιτάφιο της Μεγάλης Παρασκευής πλαισιωμένοι από ένοπλα στρατιωτικά αγήματα και φιλαρμονικές που παιανίζουν πένθιμα κοσμικά εμβατήρια; Αν συγκρίνει κανείς τη βάναυση ευτέλεια αυτής της «θεαματικότητας» με το πρωταρχικό νόημα της περιφοράς (πένθιμη αλλά και θριαμβική δραματουργία τρυφερής ανταπόκρισης στον μανικό έρωτα για τους ανθρώπους του Νυμφίου της Εκκλησίας) καταλαβαίνει τον τραγικό εκβαρβαρισμό της ελληνικής παράδοσης.

Ο θρησκευτικός πρωτογονισμός καταλύει ανενδοίαστα τον ιλιγγιώδη πολιτισμό της πανάρχαιας εκκλησιαστικής τάξης για χάρη του εντυπωσιασμού, της ανόητης φαντασμαγορίας, των γλυκερών συναισθηματισμών, της ηθικοδιδακτικής παιδαριωδίας. Και οι ποιμένες μοιάζει να μην καταλαβαίνουν ούτε τη γλώσσα που καταγγέλλει την αλλοτρίωση. Είναι απόλυτα συμφιλιωμένοι με τη μεγαφωνική βαναυσότητα, με τα ηλεκτρικά καντήλια, τους θηριώδεις πολυελαίους, το κιτσαριό των πλαστικών διακοσμήσεων στους ναούς. Διαβάζουν «χύμα» με συναισθηματικά τονισμένη απαγγελία το Ευαγγέλιο και τις λειτουργικές ευχές, γιατί θέλουν να «διδάξουν», να προπαγανδίσουν έννοιες - δεν υποψιάζονται τη διαφορά της εμμελούς ανάγνωσης που κρύβει τον ανθρωποκεντρικό ψυχολογισμό και επιτρέπει να κοινωνείται το κείμενο. Αλλοιώνουν τη λειτουργική δραματουργία με προσθήκες επίδειξης ατομικής ευσέβειας, παρεμβάλλουν τις δικές τους κηρυγματικές αφέλειες, διασπώντας τη δραματική συνοχή ακόμα και των εκπληκτικών εσπερινών ακολουθιών της Μεγάλης Εβδομάδας.

Τα τελευταία χρόνια στις επισημοποιημένες εκδηλώσεις θρησκευτικού πρωτογονισμού προστέθηκε και η μαγική παγανιστική τελετουργία της μεταφοράς του «αγίου φωτός»από τα Ιεροσόλυμα στην Αθήνα. Ειδικό κρατικό αεροσκάφος μεταφέρει τη φλόγα και στην άφιξή της αποδίδονται τιμές υποδοχής αρχηγού κράτους! Δεν βρέθηκε ένας χριστιανός να θυμίσει στους θρησκεμπόρους του θεάματος τα στοιχειώδη της εκκλησιαστικής αλήθειας: Οτι κάθε τοπική ευχαριστιακή σύναξη είναι η «καθολική Εκκλησία», η πραγμάτωση και φανέρωση της «καθόλου» ευαγγελικής ελπίδας, ολόκληρου του τρόπου της υπάρξεως που συνιστά την Εκκλησία. Και όταν ο προεστός καλεί: «Δεύτε λάβωμεν φως», δεν μοιράζει κάποια μαγική φλόγα με επίσημες πατέντες θαυματουργού προέλευσης, αλλά προσκαλεί τους πιστούς να εικονίσουν αισθητά τον φωτισμό της ζωής και της ύπαρξής τους που τον αντλούν από την κοινή τράπεζα της εκκλησιαστικής τους κοινότητας.

Στην τοπική Εκκλησία των Ιεροσολύμων ο προεστός μεταδίδει στους πιστούς τη φλόγα από την κανδήλα που συντηρείται ακοίμητη μέσα στον Πανάγιο Τάφο. Αλλά το σημερινό Πατριαρχείο Ιεροσολύμων φαίνεται να εισηγείται μια καινούργια αιρετική διδασκαλία «μετουσίωσης» ( transubstantiatio ) αυτής και μόνο της δικής του φλόγας κατά παγκόσμια αποκλειστικότητα. Προσφέρει θαύμα που συντελείται τακτά κάθε χρόνο στον ίδιο τόπο και παράγει αισθητό είδωλο λατρείας για λαϊκή κατανάλωση. Ισως η σημερινή τραγική παρακμή αυτού του Πατριαρχείου, η εκκλησιαστική του ανυπαρξία και η μουσειακή του συντήρηση από τον ελλαδικό εθνικισμό σε βάρος του αυτόχθονου αραβικού εκκλησιαστικού πληρώματος, να επιβάλει ακόμα και τη διολίσθηση στην ειδωλολατρία, προκειμένου να κερδηθεί ο εντυπωσιασμός του θεάματος. Ισως να εξυπηρετούνται με τεχνικές μεθοδευμένης δημοσιότητας και ιδιοτελείς φιλοδοξίες υποψηφιοτήτων για τον εκεί πατριαρχικό θρόνο.

Το σίγουρο είναι ότι ο θρησκευτικός πρωτογονισμός εκτοπίζει ραγδαία την αλήθεια και μαρτυρία της εκκλησιαστικής εμπειρίας.


*Δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2000 στην εφημερίδα: "Καθημερινή"

http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/thriskeytikos-protogonismos-toy-xristoy-giannara

Τρίτη 22 Απριλίου 2014

Άγγελου Γουνόπουλου:Η Εκκλησία του φτωχού λαού



Η Θεολογία της Απελευθέρωσης, το σημαντικό χριστιανικό ρεύμα της Λατινικής Αμερικής της δεκαετίας του ‘60 και δώθε, που εκδηλώθηκε τόσο μέσα από μια μεγάλη παραγωγή θεολογικών κειμένων όσο και μέσα από πλήθος κοινωνικών δράσεων, χαρακτηρίστηκε από τη στράτευση μαζί με τον φτωχό λαό για την απελευθέρωσή του. Τοποθετήθηκε στον κόσμο ως μια «Εκκλησία των Φτωχών» και όχι ως μια «Εκκλησία των Κυρίων», ως «μια φωνή γι' αυτούς που δεν έχουν καμιά».1 Ο P. Berryman προσδιορίζει τη Θεολογία της Απελευθέρωσης ως «μια ερμηνεία της χριστιανικής πίστης για τον αγώνα και την πάλη αυτών που υποφέρουν από τη φτώχεια, καθώς και μια κριτική της κοινωνίας […] μέσα από τα μάτια των φτωχών».2 Ο φτωχός για τη Θεολογία της Απελευθέρωσης είναι αυτός που υφίσταται κοινωνική, πολιτική, οικονομική καταπίεση, που ζει μέσα στον πόνο κάποιας προσωπικής απώλειας, που δεν μπορεί να ορθοποδήσει μέσα στην αποξένωση, την αλλοτρίωση, την καταθλιπτική μοναξιά και τον κοινωνικό αποκλεισμό.
Ο Φιντέλ Κάστρο διαπιστώνει ότι «οι φτωχοί επηρέασαν την Εκκλησία, και η Εκκλησία από την πλευρά της, σαν αντανάκλαση ή ηχώ αυτού του πόνου, διείσδυσε στους φτωχούς […] η Εκκλησία σ' αυτό το ημισφαίριο ποτέ δεν είχε το κύρος και την εξουσία που απέκτησε από τη στιγμή που πολλοί ιερείς και επίσκοποι άρχισαν να ταυτίζονται με την υπόθεση των φτωχών», ενώ ο Βραζιλιάνος θεολόγος Frei Betto επισημαίνει ότι «στο βαθμό που οι φτωχοί εισέβαλαν στην Εκκλησία, καθολικοί παπάδες και επίσκοποι άρχισαν να στρέφονται στο χριστιανισμό».3
Ο βραζιλιάνος «Επίσκοπος των φτωχών», ο Dom Hélder Câmara, τονίζει πως «Ανακαλύπτονται οι κοινωνικές διαστάσεις της αμαρτίας και δημιουργείται μια νέα θεολογία: η Θεολογία της Απελευθέρωσης, για την οποία ο Χριστός ζει σήμερα στο πρόσωπο των φτωχών και εξαθλιωμένων […] αφού ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού, σε κανέναν δεν επιτρέπεται να προσβάλλει την εικόνα του Θεού καταδικάζοντάς την σε μια χαμοζωή».4
Όταν βλέπουμε γύρω μας πολλούς ανθρώπους να δυστυχούν, αυτό αποτελεί ένδειξη ότι κάτι σοβαρό αποσαθρώνει τον κόσμο μας. Η έλλειψη σχέσεων αλληλεγγύης, ο ατομοκεντρισμός και ο εγωισμός εκδηλώνονται στο πρόσωπο του δοκιμαζόμενου ανθρώπου, του φτωχού αδερφού, ως απουσία αγάπης, διαλύοντας κάθε εμπειρία σχέσης κοινωνίας και ανθρώπινης ελευθερίας, αφήνοντας τον κόσμο στην ακοινωνησία και τη φτώχεια σε όλες τις πτυχές του βίου. Η απελευθέρωση του φτωχού είναι απελευθέρωση όλου του κόσμου, μαρτυρώντας την ύπαρξη της αγάπης και της ελευθερίας σε αυτόν. Από την εμπειρία μας γνωρίζουμε ότι η αγάπη είναι δύναμη απελευθερωτική, ανθρωποκεντρική και κοινωνιοκεντρική, αφού πάντα αναφέρεται και παραπέμπει στον Άλλο. Ο Άλλος δεν είναι η κόλασή μας, αλλά η δυνατότητα της ελευθερίας μας. Το μίσος είναι βίωμα χωρισμού και αποξένωσης, άρα εμπειρία αντικοινωνική και ατομοκεντρική.
Ο Λόγος του Θεού εκφράζεται από τις Ενέργειές Του, σύμφωνα με τον πατέρα της Ορθοδοξίας Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή.5 Το ενέργημα του ανθρώπου που αγαπά εκφράζει το Λόγο (αιτία, σκοπό, νόημα) της ύπαρξής του. Η αγάπη όταν υπάρχει γίνεται αιτία, κίνητρο για ενέργημα απελευθερωτικό, τόσο από μια κατάσταση προσωπικής και εσωτερικής αλλοτρίωσης εξαιτίας του εγωισμού όσο και από μια κατάσταση κοινωνικής και εξωτερικής αλλοτρίωσης, όπως εκδηλώνεται στις άδικες καταπιεστικές κοινωνικές και πολιτικές δομές, στην ειδωλολατρία του χρήματος ή της κυριαρχίας. Συνεπώς η αλλαγή που απαιτείται είναι τόσο στις κοινωνικές σχέσεις όσο και στον ίδιο τον άνθρωπο. Ο χιλιανός θεολόγος S. Galilea σημειώνει: «Δεν υπάρχει ανθεκτικός τρόπος για τη δικαιοσύνη και την ανθρώπινη αλληλεγγύη χωρίς την αλλαγή της καρδιάς. Κανείς δεν μπορεί να συμβάλει στην απελευθέρωση του άλλου αν δεν έχει πρώτα αυτός απελευθερωθεί από τον εγωισμό και όλες τις μορφές της ειδωλολατρίας. Αυτό που η σημερινή Εκκλησία ονομάζει “ολοκληρωμένη απελευθέρωση” είναι μια σύνθεση εσωτερικής και κοινωνικής απελευθέρωσης. Βρίσκεται μεταξύ των καλών πράξεων και του τρόπου της καρδιάς».6
Η αγάπη και η αλληλεγγύη είναι τρόπος ζωής και όχι ιδεολογία προς αναζήτηση οπαδών. Το σκάνδαλο της φτώχειας γίνεται το μέτρο της κατάστασης της κοινωνίας, της προσωπικής μας κατάστασης στο πώς τοποθετούμαστε απέναντί της. Ο θεολόγος Θανάσης Παπαθανασίου μας θυμίζει τα λόγια του Μεγάλου Βασιλείου: «Γνωρίζω πολλούς που νηστεύουν, προσεύχονται, σκληραγωγούνται και γενικά εφαρμόζουν με προθυμία κάθε θρησκευτική συνήθεια, αρκεί να μην τους κοστίζει τίποτα, και δεν δίνουν δεκάρα για όσους έχουν ανάγκη. Τι τους ωφελεί η υπόλοιπη αρετή τους; Δεν είναι κατάλληλοι για τη Βασιλεία του Θεού».7
Η διακονία μαζί με τον φτωχό δεν σημαίνει πατρωνία του. Όπως λέει ο Γκουτιέρες, «δεν θα έχουμε δημιουργήσει μια γνήσια Θεολογία της Απελευθέρωσης παρά μόνο όταν οι ίδιοι οι καταπιεσμένοι […] διαχειριστούν τη δική τους απελευθέρωση».8 Οι φτωχοί γίνονται το υποκείμενο της δικής τους ιστορίας και σωτηρίας και όχι το αντικείμενο μιας κατάστασης που χρειάζεται τη φιλανθρωπία. Όχι ότι η φιλανθρωπία δεν έχει σημασία. Αυτό όμως που κυρίως αναγνωρίζεται στους φτωχούς και τους καταπιεσμένους είναι η σημασία της ανάκτησης της αξιοπρέπειάς τους.
Η επιλογή υπέρ και μαζί με τους φτωχούς είναι εδραιωμένη και στον ορθόδοξο κόσμο. Η Γ΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη του ‘86 ομόφωνα επισήμανε πως «η φτώχεια, η πείνα, η οδύνη, η άδικη και συχνά εγκληματική κατανομή και διαχείριση των υλικών αγαθών προσβάλλουν όχι μόνο την εικόνα του Θεού στο κάθε ανθρώπινο πρόσωπο, αλλά και τον ίδιο το Θεό, ο οποίος σαφώς ταυτίζει τον εαυτό του με τον πεινασμένο φτωχό άνθρωπο (κατά Ματθαίον 25:40, όπου και ο Χριστός λέει: “Αληθινά σας λέω ότι κάθε τι που κάνατε σε έναν από τους φτωχούς αυτούς αδελφούς μου, που φαίνονται άσημοι και πολύ μικροί, το κάνατε σε μένα”). Γι' αυτό οποιαδήποτε αδράνεια και αδιαφορία του κάθε χριστιανού και της Εκκλησίας γενικότερα μπροστά στο τρομακτικό σύγχρονο φαινόμενο της πείνας ολόκληρων λαών θα ταυτίζονταν με προδοσία του Χριστού και με απουσία ζωντανής πίστης […] Η πίστη στον Χριστό χωρίς διακονική αποστολή χάνει τη σημασία της […] κάθε άλλη προσπάθεια να δούμε τον Χριστό ως πραγματική παρουσία, χωρίς υπαρξιακή σχέση με αυτόν ο οποίος χρειάζεται βοήθεια, δεν είναι τίποτα άλλο από απλή θεωρία».9
Γιατί όμως η Θεολογία της Απελευθέρωσης αναλαμβάνει αυτό τον αγώνα δίπλα και μαζί με τον φτωχό αδελφό; Γιατί δεν αρκεί η πίστη; Ο ορθόδοξος επίσκοπος Κάλλιστος Ware παραθέτει μια αφήγηση από το οικολογικό μανιφέστο των Αμερικανίδων Βενεδικτίνων Ηγουμενισσών: «Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μια γερμανίδα χήρα έκρυβε εβραίους πρόσφυγες μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Όταν οι φίλοι της το ανακάλυψαν, τρομοκρατήθηκαν. “Μπαίνεις σε μεγάλο κίνδυνο”, της είπαν. “Το ξέρω”, απάντησε. “Τότε γιατί επιμένεις σ' αυτή την τρέλα;”. Η απάντησή της ήταν άμεση και καταλυτική. “Το κάνω”, είπε, “γιατί η στιγμή είναι τώρα και εγώ είμαι εδώ”».10 Οι θεολόγοι, οι ιερείς, οι μοναχές και οι λαϊκοί χριστιανοί ανέλαβαν αυτή την «τρέλα», δίπλα και μαζί με τον φτωχό, γιατί εκείνη τη στιγμή αυτοί ήταν εκεί. Ζώντας με τη δύναμη της αγάπης, κάπου όλα έμοιαζαν σαν να είχαν ήδη απελευθερωθεί, καθώς βάδιζε ο αγωνιζόμενος, σταυρωμένος και αναστημένος άνθρωπος μέσα στην ιστορία…


Ο Άγγελος Γουνόπουλος είναι πολιτικός επιστήμονας.




1 Dom Helder Camara, Δημοκρατία, Πανεπιστήμιο, Ανάπτυξη, Μήνυμα 1974, σ. 7.
2 Phillip Berryman, Liberation Theology: Essential Facts about the Revolutionary Movement in Latin America and Beyond, Pantheon Books 1987, σ. 8.
3 F. Betto, F. Castro, Ο Φιντέλ και η Θρησκεία, Γνώσεις 1987, σ. 315.
4 F. Cardenal / E. Cardenal / M. D' Escoto, Και Χριστός και Μαρξ, Παρατηρητής 1986, σ. 13.
Ambigua 22 Patrologia Graeca, 91:1257 ΑΒ.
6 Galilea Segundo, «The Spirituality of Liberation», The Way, τχ. 25/3, Campion Hall 1985, σ. 193, 194.
7 Ιωάννου Δαμασκηνού, Ιερά Παράλληλα, σ. 95, 1489C-D.
8 Gustavo Gutierrez, Θεολογία της Απελευθέρωσης, Άρτος Ζωής 2012, σ. 493-494.
9 Πέτρος Βασιλειάδης, Ενότητα και Μαρτυρία, Επίκεντρο 2007, σ. 286-287.
10 Κάλλιστος Ware, Οικολογική Κρίση και Ελπίδα, Ακρίτας 2008, σ. 44.

http://www.avgi.gr/article/2335677/i-ekklisia-tou-ftoxou-laou

Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Θανάσης Ν. Παπαθανασίου:Γολγοθάς: η ρήξη με το μηδέν





Θανάσης Ν. Παπαθανασίου
Δρ. Θεολογίας, εκπαιδευτικός,
αρχισυντάκτης του περιοδικού Σύναξη




Γολγοθάς σημαίνει ανηφόρα προς το μηδέν. Σημαίνει ότι μαζεύεις όλη σου τη δύναμη για να σηκώσεις το ένα σου γόνατο, κατόπιν το άλλο γόνατο, ξανά το πρώτο, και πάει λέγοντας, αλλά προς τι; Μαρτυρικός δρόμος, προς μαρτυρικό εκμηδενισμό. Η μαστίγωση καθοδόν είναι ανυπόφορη, το βάρος του σταυρού συντριπτικό, κι όμως, τα πιο αβάσταχτο στην υπόθεση του Γολγοθά είναι μάλλον κάτι άλλο: Η εγκατάλειψη! Λεπτό με λεπτό, θα στραγγίξεις από τις δυνάμεις σου, γιατί απομένεις ολομόναχος, εσύ και τα σωθικά σου. Στον Γολγοθά η εξουσία και οι δωσίλογοί της (πολιτικά και θρησκευτικά αποβράσματα σε αγαστή διαπλοκή) λυσσομανούν να ξε-κάνουν τον άνθρωπο, να τον σύρουν, δηλαδή, σε κατάσταση μη-ανθρώπινη: στον απόλυτο ατομισμό. Σε κανονικές συνθήκες ο άνθρωπος δεν είναι μονάχα τα χημικά στοιχεία που τον απαρτίζουν. Είναι οι σχέσεις του, και οι άλλοι είναι όροι της ύπαρξής του – όχι ψιμύθια πάνω σ’ αυτήν. Στον Γολγοθά, λοιπόν, σε υψώνουν έτσι που να σπάσουν όλοι σου δεσμοί: να μη μπορείς να αγγίξεις τίποτα, να μη μπορεί να σε αγγίξει κανένας. Ανάμεσα σε σένα και στους άλλους το ύψος, αλλά όχι μόνο. Κρατά μακριά σου τους φίλους ο τρόμος, τους σώφρονες το κέρδος, τους αξιοπρεπείς ο νόμος.
Αυτά, όσον αφορά τον Γολγοθά δίχως Χριστό. Με τον Χριστό, όμως, τη Μεγάλη Πέμπτη της Σταύρωσης έρχεται η ανατροπή. Ο Γολγοθάς αποκτά ενδοχώρα, την οποίαν δεν την έχει από μόνος του. Εκεί που Γολγοθάς σημαίνει ανηφόρα προς το μηδέν, ακριβώς εκεί ο Χριστός ανοίγει ορίζοντες απεριόριστους. Είναι μια ενδοχώρα που δεν προκύπτει αυτόματα, αλλά δημιουργείται με την θυσιαστική δράση. Ο Χριστός δεν βρίσκεται στον Γολγοθά από ατύχημα, αλλά ηθελημένα, προχωρώντας σε μια κορυφαία πράξη αγάπης και αλληλεγγύης. Σταυρώνεται για χάρη των οδυνομένων, κάνει ζωή του την αφτιασίδωτη ζωή των ανθρώπων (το περιθώριο, την αδικία, το παράλογο, τον πόνο, τον θάνατο), ακριβώς για να μην αφήσει όλη αυτή την τυραννία (το περιθώριο, την αδικία, το παράλογο, τον πόνο, τον θάνατο) να είναι το ανίκητο τέρμα, το αδηφάγο μηδέν που ακυρώνει κάθε καλό και κάθε ομορφιά…
Έτσι ο Γολγοθάς δεν είναι πια τέρμα, δεν είναι όμως ούτε απλό πέρασμα. Είναι εργαστήρι για το ολότελα καινούργιο: για την Ανάσταση. Ανάσταση σημαίνει κατάργηση του θανάτου (κάθε είδους θανάτου) και κατάργηση της αδικίας (κάθε είδους αδικίας), κοντολογίς ένα όραμα αναμέτρησης της αγάπης με κάθε λογής υποτέλεια στο μηδέν. Πριν τον Γολγοθά είχε πετάξει έξω από το ναό τους χρηματιστές (Ιω. 2: 13-17), μετά τον Γολγοθά είχε να πετάξει τη σκλαβιά έξω από την ανθρώπινη ζωή. Οι θριαμβευτικοί ύμνοι στις εκκλησιές το Μ. Σάββατο ξεδιπλώνουν, με γλώσσα ποιητική, μια θεολογία της απελευθέρωσης, τη θεολογία της εκούσιας καθόδου στον Άδη. Ο Χριστός δέχτηκε να πεθάνει, για να βρεθεί στα έσχατα μπουντρούμια του ανθρώπου, αλλά με τον τρόπο του αλληλέγγυου και ανυπόταχτου Θεού: πήγε για να συντρίψει τα μπουντρούμια, να σπάσει πόρτες και κλειδωνιές, να ελευθερώσει τους κρατουμένους. «Σήμερα», πανηγυρίζουν σαν τραγούδι αντάρτικο οι αναστάσιμοι ύμνοι, «ο άδης στενάζοντας βοά: βούλιαξε το κράτος μου […]. Όσους εξουσίαζα τους έχασα [...]. Κατέβηκες, Χριστέ, ως τα βάθη της γης και σύντριψες τους αιώνιους μοχλούς που κρατούσαν δέσμιους τους φυλακισμένους»*. Και οι περισσότερες εικόνες στις εκκλησιές μας έτσι ζωγραφίζουν την Ανάσταση. Δεν δείχνουν τον Χριστό να τινάζεται από το μνήμα ατομικά και ξέχωρα από τους ανθρώπους, αλλά να βρίσκεται στον Άδη, εισβολέας και ελευθερωτής, να πατά πάνω σε συντρίμμια, να πιάνει από το χέρι τους ανθρώπους και να τους σηκώνει. Ολόκληρη η γιορτή της Ανάστασης είναι ένα πανηγύρι για το μέλλον που έρχεται, για το ολότελα καινούργιο μέλλον της απελευθέρωσης. Όχι σε μια ζωή που ψυχορραγεί και υποκλέπτεται με κρατικά επιδόματα και κομματικές συναλλαγές, αλλά σε μια ζωή ατόφια, που να ξεχειλίζει από πληρότητα, όπως ο ίδιος ο Χριστός είχε πει (Ιω. 10: 10).
Είμαστε γεμάτοι αντιφάσεις, οι οποίες όμως μπορεί να γίνονται απανθρωπιά, σε κρίσιμες στιγμές. Είναι τραγικά αντιφατικό, άνθρωποι που δηλώνουν Χριστιανοί, να συμμαχούν με τις δυνάμεις του θανάτου που λυσσομανούν γύρω μας και μετατρέπουν τους ανθρώπους σε αναλώσιμα. Από την άλλη, είναι επίσης τραγικό, άνθρωποι που θέλουν τη ρήξη μ’ αυτές τις δυνάμεις, να στεγνώνουν αυτή την υπέροχη ορμή τους σε μεμψιμοιρία, και να μη την μπολιάζουν στην αγάπη, και μάλιστα στην Αγάπη που δεν πεθαίνει ποτέ – στην  Αγάπη που έχει αναστηθεί.
Η Ανάσταση είναι νίκη. Αλλά το να μιλάς αφηρημένα για νίκη δεν είναι αρκετό, γιατί δεν δηλώνεται το ποιόν, η προοπτική της νίκης. Πόσες νίκες μέσα στην ιστορία δεν έχουν εκφυλιστεί σε νέα κατεστημένα (πολιτικά και εκκλησιαστικά) και σε νέες δουλείες; Το είδος της Αναστάσιμης νίκης, λοιπόν, το δείχνει ο Γολγοθάς. Είναι νίκη της θυσιαστικής αγάπης, νίκη αυτού που θυσιάζεται ο ίδιος, αλλά δεν θυσιάζει τους άλλους. Είναι η ασφαλιστική δικλείδα ώστε η Ανάσταση να εμπνέει στον φιλότιμο άνθρωπο μια επ-ανάσταση διαρκή, μια στάση αδιάκοπα κριτική και ακούραστα αυτοκριτική. Ώστε η καθημερινότητά μας, η πνευματικότητά μας, η πολιτική μας, οι σχέσεις μας, οι υπάρξεις μας σύγκορμες, να δονούνται από τη ρήξη με το μηδέν!






* Βλ. Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, Η Εκκλησία γίνεται όταν ανοίγεται. Η ιεραποστολή ως ελπίδα και ως εφιάλτης, εκδ. Εν Πλω, Αθήνα 22009, σσ. 206-207. 

ΚΑΙΡΟΣ:από καρδιάς Καλή Ανάσταση


Τρίτη 15 Απριλίου 2014

Ο Ιησούς εκδιώκει τους εμπόρους από το Ναό


β' Μκ 11, 15: Όταν ήρθαν πάλι στα Ιεροσόλυμα (την επόμενη μέρα), μπήκε ο Ιησούς στον Ναό… Ιω 2, 14: Μέσα στον περίβολο του ιερού (Ναού) βρήκε αυτούς που πουλούσαν βόδια, πρόβατα και περιστέρια για τις θυσίες, και τους αργυραμοιβούς καθιστούς πίσω από τους πάγκους. Τότε έφτιαξε ένα μαστίγιο από σχοινιά και τους έβγαλε όλους έξω από τον περίβολο του Ναού, μαζί και τα πρόβατα και τα βόδια, και έριξε καταγής τα νομίσματα των αργυραμοιβών, και αναποδογύρισε τους πάγκους. Και είπε σε αυτούς που πουλούσαν τα περιστέρια: "Πάρτε τα αυτά από εδώ, μην κάνετε εμπορικό κατάστημα το σπίτι του Πατέρα μου. Μτ 21, 13: …Η Γραφή λέει: Ο οίκος μου πρέπει να είναι οίκος προσευχής (Ησαΐας 56, 7), εσείς όμως τον κάνατε σπήλαιο ληστών". (Ιερεμίας 7, 11) Εκεί στον Ναό τον πλησίασαν κουτσοί και τυφλοί, και τους θεράπευσε. Όταν είδαν οι αρχιερείς και οι γραμματείς τα θαύματα που έκανε, και τα παιδιά να φωνάζουν μέσα στον Ναό και να λένε "Δόξα στον Υιό του Δαβίδ", αγανάκτησαν και του είπαν: "Δεν ακούς τι λένε αυτοί; " Και ο Ιησούς τους λέει: "Και βέβαια τα άκουσα. Αλλά και εσείς δεν διαβάσατε ποτέ στην Γραφή, πως από το στόμα νηπίων και βρεφών έκανες να βγει τέλειος ύμνος;" (Ψαλμός 8, 3) Τους άφησε και βγήκε έξω από την πόλη, στη Βηθανία, και διανυκτέρευσε εκεί. Μκ 11, 18: Τα πληροφορήθηκαν αυτά οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι και οι αρχιερείς, και αναζητούσαν τρόπο να τον εξοντώσουν. Τον φοβούνταν όμως, γιατί ο λαός εντυπωσιαζόταν με τη διδασκαλία του.


Ένα μικρό σχόλιο...

Ο Χριστός καταγγέλλει με το δικό του τρόπο την εμπορευματοποίηση της λατρείας,που γινόταν με την ανοχή και την άδεια της θρησκευτικής ηγεσίας αποφέροντας μεγάλα κέρδη στον αρχιερέα τους ιερείς και τους άλλους παράγοντες του Ναού.Απαιτεί να ξαναγίνει ο Ναός χώρος αληθινής λατρείας,προσευχής και διδαχής.Ζητάει να επανέλθει η αυθεντική πνευματικότητα στο "σπίτι του Πατέρα Του".Στον καινούριο κόσμο της Βασιλείας του Θεού,η λατρεία δεν έχει σχέση με χρηματισμούς ,εμπόριο και εκμετάλλευση του θρησκευτικού συναισθήματος των πιστών.Ο Ιησούς είναι επικίνδυνος  και αυτό δεν αρέσει στη θρησκευτική ηγεσία της εποχής του αλλά και σε κάθε θρησκευτική εξουσία διαχρονικά. Η εξόντωσή του είναι θέμα χρόνου όπως και η "εξόντωση" των ανατρεπτικών ιδεών του και των υποστηρικτών τους μέσα στην ιστορία .Μεγάλοι Πατέρες όπως π.χ. ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος διώχθηκαν .Είναι τυχαίο που σπάνια ακούμε στα κηρύγματα για την εκδίωξη των εμπόρων από το Ναό;;;Είναι τυχαίο που σπανίζει στους ναούς μας η αναπαράσταση αυτής της εκδίωξης;;


Α.

Σάββατο 12 Απριλίου 2014

π.Ευσέβιος Βίττης:Νηστεία και φορμαλισμός






Κάθε ἒκφραση, λοιπόν, σχέσης τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Θεό εἶναι, πρέπει νά εἶναι, ἀγαπητική. Μόνο τότε ἒχει βαθύτατο νόημα καί ἀξία. Στήν περίπτωση τῆς νηστείας εἶναι ἀλήθεια πώς ἒχει εἰσχωρήσει πολύ φορμαλισμός καί νομισμός. Ἒχει τυποποιηθεῖ τόσο, ὣστε σέ ὂχι λίγες περιπτώσεις πιστῶν νά ἀποτελεῖ φορμαλιστική ἒκφραση θρησκευτικότητος χωρίς βάθος καί μῆκος καί εὗρος προσωπικό.


 Ἀρχιμ. Εὐσεβίου, Ἐπιψαύσεις Ἂκρῳ Δακτύλῳ)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...