"Η Εκκλησία δεν είναι μια κλειστή εταιρεία σεσωσμένων, που απολαμβάνουν, αποκλειστικά αυτοί, τα δώρα του Θεού και διεκδικούν να εξασφαλίσουν ανέσεις, προνόμια και κοσμική εξουσία." Αναστάσιος Αλβανίας
Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013
Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2013
Εκκλησία και Αριστερά έναντι του μεταναστευτικού ζητήματος. Από την ξενοφοβική και τη φιλανθρωπική στάση στην πρωτοβουλία της αλληλεγγύης για μια κοινωνία της ανθρωπιάς
Η ομιλία του επίκουρου καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ Στυλιανού Χ. Τσομπανίδη στο συνέδριο Εκκλησία και Αριστερά
Στις αρχές της δεκαετίας του ΄80 ο αείμνηστος καθηγητής Σάββας Αγουρίδης, προσπαθώντας να συμβάλει στη σύνταξη ενός μίνι πλάνου, από τη θεολογική πλευρά, στο διάλογο Χριστιανισμού – Μαρξισμού της εποχής, πρότεινε την υπέρβαση εκείνης της θεολογικής αντίληψης που βλέπει την αμαρτία σαν μια κακή ατομική μόνο εκδήλωση, σαν μια κακή επιλογή της βούλησής μας, και αδυνατεί να συλλάβει τη «συλλογική» οργάνωση του κακού, του εγωιστικού συμφέροντος, δηλαδή της δομικής, οργανωμένης μορφής του εγωισμού, της πλεονεξίας, της δομικής μορφής της αδικίας. Υποστήριζε, σχετικά, ότι μόνο μια τέτοια θεώρηση μπορεί να προσεγγίσει αποτελεσματικά τα μεγάλα σημερινά παγκόσμια προβλήματα.
Η παραπάνω οπτική έχει μεγάλη σημασία για τη θεολογική προσέγγιση του καυτού θέματος της μετανάστευσης.
Παραπέμπει σε μια θεολογία που επαναπροσδιορίζεται ενώπιον των τεράστιων κοινωνικών αλλαγών, που δεν είναι αφηρημένη, ούτε χάνει το παρόν, αλλά αναφέρεται στην ανθρώπινη ύπαρξη, ασχολείται με τις κοινωνικές σχέσεις, προσπαθεί να υπηρετεί τον άνθρωπο απέναντι στις δυνάμεις που τον υποβαθμίζουν, τον υποτάσσουν και τον περιθωριοποιούν· αναζητεί να δημιουργήσει νέο παράδειγμα και προωθεί δράσεις αντίθετες προς τις κυρίαρχες. Η θεολογία αυτή είναι συγκεκριμένη, όπως και το Ευαγγέλιο είναι συγκεκριμένο. Γι’ αυτό και μπορεί να δει το πρόβλημα όπως είναι, δηλαδή ως πολιτικό και κοινωνικό και γι’ αυτό πνευματικό (όπως θα γίνει σαφές παρακάτω), και όχι ως ατομικό ή πολιτισμικό. Είναι θέμα δομικής αδικίας.
Υπό αυτό το πρίσμα προϋποτίθεται οπωσδήποτε η σαφής γνώση των αιτίων που δημιουργούν και γιγαντώνουν τα μεταναστευτικά ρεύματα σήμερα και η ανάληψη πρωτοβουλιών για την εξάλειψή τους, ώστε να μη θεωρούνται τα θύματα και οι συνέπειες του κοινωνικού κακού ως αυτονόητα και φυσιολογικά στοιχεία της κοινωνίας.
Το φαινόμενο της (νέας) μετανάστευσης συνδέεται άμεσα με την πορεία και εξέλιξη της παγκοσμιοποίησης, ιδιαίτερα της οικονομικής, με τη μορφή της αντίθετης στις χριστιανικές αρχές νεοφιλελεύθερης οικονομίας της αγοράς, που θέτει «τα κέρδη πάνω από τον άνθρωπο και το περιβάλλον». Στα όρια μιας σύντομης εισήγησης δεν μπορεί να γίνει εκτενής αναφορά στο πνεύμα, τη λογική και τα κύρια χαρακτηριστικά της οικονομίας της αγοράς. Πρέπει, όμως, να επισημανθεί ότι η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, ενώ ευαγγελίσθηκε την κατάργηση των συνόρων, υψώνει «φράχτες» και σύνορα ανάμεσα σε κράτη, λαούς και κοινότητες, θρυμματίζει την κοινωνική συνοχή, δημιουργεί στρατιές ανέργων, κατεδαφίζει το κράτος πρόνοιας, κατασπαταλά τις πρώτες ύλες και εξαντλεί τους φυσικούς πόρους των φτωχών χωρών και των ιθαγενών προς όφελος των αναπτυγμένων χωρών, προκαλώντας μαζικές μεταναστεύσεις και πολέμους.
Εάν τα γενεσιουργά αίτια του μεταναστευτικού δεν αναζητηθούν στο παγκόσμιο κυρίαρχο σύστημα, εάν λείπει η αίσθηση ότι ανήκουμε σε μια ενιαία κοινωνία και ταυτόχρονα αφεθούμε ως κοινωνία να αντιμετωπίσουμε την έλευση των μεταναστών, με δυσπιστία, φόβο και εχθρότητα, τότε το κενό θα το γεμίσει ο λαϊκισμός, με αιχμή μια εθνικιστική ιδεολογία που στηρίζεται στον αποκλεισμό, την ξενοφοβία και μια φαντασιακή ομοιογένεια. Τότε το κακό θα αναζητηθεί στους μετανάστες και όχι στη ρίζα του.
Στην περίπτωση αυτή ακούγεται το σύνθημα «οι μετανάστες δημιουργούν και προκαλούν προβλήματα», άρα «είναι (το) πρόβλημα» (ξενοφοβική προσέγγιση). Σε αυτό αντιπαραβάλλεται η άποψη ότι «οι μετανάστες έχουν προβλήματα» (φιλελεύθερη, συμπονετική προσέγγιση). Δημιουργείται δηλαδή ένα απλουστευτικό και διπολικό, διαχειριστικής λογικής, σχήμα με επίκεντρο την αντίληψη της μετανάστευσης ωςπροβλήματος.
Με άλλα λόγια λειτουργεί ένα καθεστώς που θεωρεί τους μετανάστες ως αντικείμενο εγκληματοποίησης και δαιμονοποίησης ή ρατσιστικής εκμετάλλευσης από τη μια και αντικείμενο συμπόνιας και φιλανθρωπίας, από την άλλη.
Όπως είχε παρατηρηθεί πριν από χρόνια από τον Αθ. Μαρβάκη και επιβεβαιώνεται από τη σημερινή ζοφερή πραγματικότητα, η ελληνική κοινωνία στην περίπτωση της αντιμετώπισης των μεταναστών «εξασκείται» (με τη διπλή έννοια: «εξασκεί το επάγγελμα», και «κάνει ασκήσεις» προκειμένου να …) και εθίζεται σε επικίνδυνες πολιτικές και πρακτικές, οι οποίες υποσκάπτουν βασικά συστατικά του δημοκρατικού πολιτεύματος (κράτος δικαίου, κράτος πρόνοιας κ.λπ.). Ως ένα χαρακτηριστικό του ελληνικού καθεστώτος μετανάστευσης διαφαίνεται η χρήση των μεταναστών ως «συλλογικό πειραματόζωο» (testing group) για την επιβολή, από τη μια, νέων μορφών και συνθηκών διαβίωσης, και για τη μέτρηση, από την άλλη, της κοινωνικής αντίστασης.
Η συνειδητοποίηση των παραπάνω πραγματικοτήτων και λειτουργιών εκ μέρους της θεολογίας και της Εκκλησίας είναι επείγουσα ανάγκη, γιατί θα βοηθούσε τα μέγιστα στη σωστή αποτίμηση του παρόντος, στο κοινωνικό και διακονικό έργο, αλλά και στην εν γένει παρουσία τους στον κόσμο με τον οποίο επιζητούν να διαλεχθούν.
Σε σχέση με το δίπολο που αναφέραμε παραπάνω, θα είχε πραγματικό ενδιαφέρον να δούμε ποια πλευρά εκφράζει την Εκκλησία και τη θεολογία της. Η ξενοφοβική ή η συμπονετική, φιλανθρωπική; Αυτές περιορίζονται στην παραδοσιακή ελεημοσύνη ή επεκτείνονται και στα ζητήματα των δικαιωμάτων του ξένου και στην προσπάθεια για την κατάργηση αυτών των αιτίων που οδηγούν τους αποδέκτες της «φιλανθρωπίας» στο να την έχουν ανάγκη και να τη θεωρούν μάλιστα και φυσιολογική;
«Ακροβατώντας» ανάμεσα στην οικουμενικότητα και την εθνοκεντρικότητα, η Εκκλησία ως θεσμός φαίνεται να αντιμετωπίζει με αμφιθυμία τη νέα διαμορφούμενη πραγματικότητα, όπως εκφράζεται από το μεταναστευτικό ζήτημα. Έχοντας επί μακρόν συνδεθεί με την ελληνική εθνική ταυτότητα, υποχρεώνεται από την παγκοσμιοποίηση και τη μετανάστευση πλέον να αντιμετωπίσει μια νέα μεταβατική κατάσταση που οδηγεί από την εθνο-πολιτιστική ομοιομορφία σε μια de facto πολυεθνική, πολυγλωσσική, πολυθρησκευτική και πολυπολιτισμική κατάσταση.
Στο σκηνικό αυτό, διαμορφώνονται πλέον τρεις στάσεις.
Στάση 1η. Μέσα σε αυτή την επώδυνη μεταβατική κατάσταση έρχονται δυναμικά στο προσκήνιο ακραίες φοβικές αντιδράσεις, οι οποίες ακολουθώντας μια ουσιοκρατικού τύπου ανάγνωση και ερμηνεία της ελληνικής ταυτότητας θεωρούν πως αυτή θα είναι πάντα ελληνοχριστιανική και θα αντιπροσωπεύει τον ακατάλυτο δεσμό Ορθοδοξίας και Ελληνισμού. Σύμφωνα με αυτή τη στάση «οι μετανάστες είναι (το) πρόβλημα» και γίνεται λόγος για «λαίλαπα της μεταναστεύσεως», κίνδυνο του αποχριστιανισμού και απώλειας της ταυτότητας, ότι «Έλληνας γεννιέται κανείς και δεν γίνεται», «είμαστε πρόσφυγες στην ίδια μας τη χώρα», και άλλα. Αυτή η στάση έρχεται σε αντίφαση με την οικουμενικότητα του ευαγγελικού λόγου και με το εκκλησιαστικό ήθος και του αφαιρεί την κοινωνική διάσταση, δίνοντας απόλυτη προτεραιότητα σε κριτήρια που στα μάτια του Χριστού ήταν ήσσονος σημασίας ή εμπόδιζαν και αλλοίωναν την έλευση και το περιεχόμενο της Βασιλείας του Θεού. Στρέφεται σε μια φαντασιακή αποχή από την κοινωνική πραγματικότητα και υποστηρίζει ότι οι χριστιανοί και η Εκκλησία δεν πρέπει να ασχολούνται με πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, παραβλέποντας ότι αυτή η ίδια η απόσταση είναι πολιτικό γεγονός επιθυμητό από ορισμένους ισχυρούς πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες. Όταν «πολιτεύεται» φανερά, τότε συντάσσεται υπέρ του ενός άκρου του πολιτικού φάσματος.
Στάση 2η. Σε ένα άλλο επίπεδο, υπάρχουν Μητροπόλεις και ενορίες που οργανώνουν κοινωνικά δίκτυα βοήθειας και υποστήριξης των μεταναστών. Η υποστήριξη μπορεί να ποικίλει, από την προσφορά τροφής, ενδυμάτων, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, νομικής συνδρομής, εκπαίδευσης μέχρι και ενός μηνιαίου αντιμισθώματος για να μετριαστούν οι πρώτες αντιδράσεις δυσπιστίας των Ελλήνων ιδιοκτητών. Αυτή η στάση εκφράζει την άποψη «οι μετανάστες έχουν προβλήματα», κινείται σε μικρο-κοινωνικό και μικρο-διακονικό θεραπευτικό (και όχι μακρο-διακονικό προληπτικό) επίπεδο. Ασκεί μια φιλανθρωπία του ελέους, αναντίρρητα αναγκαία, χωρίς όμως τη «συλλογική» οπτική γωνία του χριστιανισμού, που αναφέραμε στην αρχή. Περιορίζεται – αν δεν λείπει εντελώς – με άλλα λόγια, ο προφητικός κριτικός κοινωνικός λόγος και η ανάλογη δράση. Ο κίνδυνος εδώ είναι να λειτουργήσει η ελεημοσύνη ως άλλοθι συνειδήσεων και να συμβάλει στη διαιώνιση εκείνης της τάξης πραγμάτων που είναι υπεύθυνη για τη δημιουργία των πηγών κοινωνικής δυστυχίας.
Βεβαίως, δεν μπορεί κανείς να μην επικροτήσει το έργο και την προσφορά ιδίως τα τελευταία χρόνια των ειδικών Υπηρεσιών και Επιτροπών της Ιεράς Συνόδου - Κέντρο Συμπαραστάσεως Παλιννοστούντων Μεταναστών (1978), Οικουμενικό Πρόγραμμα Προσφύγων (1994, ως διάδοχος κατάσταση της Υπηρεσίας Προσφύγων του ΠΣΕ από το 1949) Ειδική Συνοδική Επιτροπή Μεταναστών, Προσφύγων και Παλιννοστούντων(2006) - που συμμετέχουν στα Οικουμενικά και Ευρωπαϊκά διεκκλησιαστικά φόρα και προσεγγίζουν με διάφορους τρόπους, και με κριτική ανάλυση, το ζήτημα της μετανάστευσης προς την κατεύθυνση μιας πιο οργανωμένης και συστηματικής αντιμετώπισής του. Η δραστηριότητα και τα προγράμματα των παραπάνω επιτροπών τα τελευταία χρόνια υπερβαίνουν τη «φιλανθρωπική» στάση και παίρνουν τα χαρακτηριστικά της επόμενης, της τρίτης στάσης.
Στάση 3η. Στους αντίποδες της πρώτης στάσης και αντιμετωπίζοντας κριτικά τη δεύτερη, έχει αναδυθεί ένας θεολογικός λόγος, ο οποίος επιδιώκει την υπέρβαση από τη φιλανθρωπία του ελέους προς την ολοκληρωτική πρόσληψη του άλλου και την ετοιμότητα για αλληλεγγύη (στα ζητήματα των δικαιωμάτων του ξένου, της ισότιμης μεταχείρισης και της απόδοσης δικαιοσύνης με ισονομία). Απώτερος σκοπός είναι η κοινωνική δικαιοσύνη και η μείωση εκείνων των κοινωνικών σχέσεων και συνθηκών, οι οποίες βοηθούν τους μεν να φαντασιώνουν τον εαυτό τους ως ισχυρούς «παροχείς» και υποβιβάζουν τους δε σε «ικέτες». Αυτή η στάση δεν εκφράζεται με την άποψη «οι μετανάστες έχουν προβλήματα», αλλά «έχουμε κοινά προβλήματα». Δεν λέει, όπως υπογραμμίζει με γλαφυρό τρόπο ο Χ. Σταμούλης, «δος τω ξένω» αλλά «δος μοι τούτον τον ξένον» (κατά το Δοξαστικό του Όρθρου του Μ. Σαββάτου).
Εδώ προτάσσεται το χριστολογικό κριτήριο έναντι κάθε άλλου εθνικού, πολιτισμικού ή ταυτοτικού κριτηρίου, υποστηρίζοντας ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να είναι ανακόλουθη με το κήρυγμα και την πράξη του Χριστού – ο οποίος γεννήθηκε ως ξένος και μεγάλωσε ως μετανάστης και ως φυγάς – και να επιλέγει με τη σιωπή της ή με φοβικές αντιδράσεις της το στρατόπεδο των ισχυρών και όχι των αδυνάτων, των θυτών και όχι των θυμάτων. Επισημαίνεται πως για τον Χριστό δεν υπάρχουν όρια φυλετικά, εθνικά, θρησκευτικά στην έννοια του πλησίον, αλλά ότι όλοι οι άνθρωποι είναι παιδιά του ίδιου Πατέρα, καθώς πλησίον, σύμφωνα και με την παραβολή του Καλού Σαμαρείτη, δεν είναι ο συμπατριώτης ή ο ομόθρησκος, αλλά ο κάθε άνθρωπος που έχει ανάγκη την αγάπη και την αλληλεγγύη μας. Και για να είμαστε πιο ακριβείς, σύμφωνα με την παραβολή, κάθε άνθρωπος μέσω της αλληλεγγύης «γίνεται πλησίον» του οποιουδήποτε ανθρώπου, πάνω και πέρα από κάθε διάκριση, ιδιαίτερα σε κρίσιμες στιγμές.
Πρόκειται για μια θεολογική πρόταση που δεν αντιπροσωπεύει μια θολωμένη από ηθικιστικές κανονικότητες αγάπη του πλησίον ούτε είναι «αθώα» γενικόλογη ή αόριστη, ουδέτερη και αδέσμευτη, αλλά τουναντίον τοποθετείται. Παίρνει το μέρος των φτωχών, των ξένων, των κατατρεγμένων, των αδυνάτων (ανέργων, κοινωνικά αποκλεισμένων), ώστε στο πρόσωπό τους να εικονίζεται ο ίδιος ο Χριστός. Στην περιγραφή της Τελικής Κρίσης ο Χριστός δεν ίσταται απλώς δίπλα στον πάσχοντα ξένο, αλλά γίνεται ο ίδιος ξένος. Λέγοντας ότι, όποτε περιθάλψουμε τον άσημο ξένο, περιθάλπουμε τον ίδιο, ο Χριστός δίνει το δικό του όνομα σε εκείνον που η κοινωνία τον αφήνει ανώνυμο. Είναι η κατεξοχήν μετάβαση στη θέση του άλλου, όχι απλώς η υποδοχή του ξένου ο οποίος έρχεται προς εμάς, αλλά και η μετάβασή μας στη ζωή του. Πρόκειται για την πρωτοβουλία της αλληλεγγύης, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Θ. Παπαθανασίου.
Η ετοιμότητα για αλληλεγγύη σχετίζεται με την «εμπαθητική» ικανότητα όχι απλώς να λυπάσαι τον άλλον, αλλά να κάνεις στοιχείο της δικής σου ζωής τη δική του εμπειρία. Η «εμπαθητική» ικανότητα ή αλλιώς ενσυναίσθηση, «empathy», βασίζεται στον χρυσό κανόνα: «Όλα όσα θέλετε να σας κάνουν οι άλλοι άνθρωποι, αυτά να τους κάνετε κι εσείς· σ’ αυτό συνοψίζονται ο νόμος και οι προφήτες» (Μτ. 7,12).
H βιβλική κατανόηση της φιλο-ξενίας επεκτείνεται πολύ πιο πέρα από τη συνηθισμένη αντίληψη της προσφοράς βοήθειας και της γενναιοδωρίας απέναντι στους άλλους. Η Βίβλος μιλά για τη φιλοξενία πρωτίστως ως ένα ριζικό άνοιγμα προς τους άλλους, βασισμένο στη βεβαιότητα της αξίας όλων των ανθρώπων ως αμοιβαία ανοιχτοσύνη που υπερβαίνει τη διάκριση μεταξύ φιλοξενούντος (οικοδεσπότη) και φιλοξενούμενου. Γι’ αυτό ο απ. Παύλος προτρέπει: «Μην ξεχνάτε τη φιλοξενία, γιατί μ’ αυτήν μερικοί, χωρίς να το ξέρουν, φιλοξένησαν αγγέλους. Να θυμάστε τους φυλακισμένους, σαν να είστε κι εσείς φυλακισμένοι μαζί τους, και όσους υποφέρουν, γιατί κι εσείς μπορείτε να βρεθείτε στη θέση τους» (Εβρ. 13,2-3). Εξάλλου, στην Παύλεια Θεολογία τονίζεται ο ενιαίος χαρακτήρας του ανθρώπινου γένους («Εποίησεν τε εξ ενός αίματος παν γένος ανθρώπων κατοικείν επι παν το πρόσωπον της γης». Πράξ 17,26).
Σύμφωνα με αυτήν, λοιπόν, ο τραυματισμός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας εξαιτίας διακρίσεων και καταπίεσης δεν είναι πρόβλημα μόνο αυτών που τον βιώνουν αλλά όλων όσοι θέλουν να είναι άνθρωποι. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Γ. Τσιάκαλος, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια αποτελεί ένα αγαθό που ανήκει εξ αδιαιρέτου σε όλους τους ανθρώπους, γιατί ο άνθρωπος δεν είναι ένα απλό βιολογικό ον, αλλά κλείνει μέσα του ολόκληρη την ανθρωπότητα ως κοινωνία και ως πολιτισμό (οι πατέρες, όπως ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, τον ονομάζουν «μικρόκοσμο»). Επομένως η προσβολή οποιουδήποτε ανθρώπου σημαίνει προσβολή ολόκληρης της ανθρωπότητας, και άρα σημαίνει προσβολή του καθένα μας και της καθεμιάς μας ξεχωριστά.
Αντίστοιχα, μπορούμε να πούμε πως σήμερα η φιλο-ξενία είναι ουσιαστικά θέμα δικαιοσύνης και έχει πολιτικές διαστάσεις. Και καθώς μία άλλη κεντρική βιβλική αντίληψη είναι ότι ο Θεός παρέδωσε τη Γη και την εμπιστεύθηκε σε όλους τους ανθρώπους, αυτοί οφείλουν να διαχειρίζονται και να φροντίζουν από κοινού τον οίκο τους και να μοιράζονται με όλους τους συνανθρώπους τους τα αγαθά του (οικουμένη – οικονομία – οικολογία).
Συνεπώς, στο πρόσωπο των ανθρώπων που ζητούν ως πρόσφυγες ή μετανάστες προστασία και δυνατότητα αξιοπρεπούς διαβίωσης στη χώρα μας, συναντούμε τα άλυτα μεγάλα προβλήματα της μιας και ενιαίας ανθρωπότητας. Είναι τα δικά μας προβλήματα, που δεν έχουμε το δικαίωμα να αποποιηθούμε προφασιζόμενοι ότι αφορούν άλλες χώρες και άλλους ανθρώπους, – «ξένους».
Εξάλλου, πολλά από τα προβλήματα που εξαναγκάζουν τους ανθρώπους στην προσφυγιά και τη μετανάστευση, ιδιαίτερα από τις χώρες του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου, είναι προϊόντα της παρελθούσας αποικιοκρατίας και σε μεγάλο βαθμό και της αδικίας που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα με τη μορφή της νεο-αποικιοκρατίας. Με την έννοια αυτή, η αποδοχή των προσφύγων στη χώρα μας είναι ένα είδος αποκατάστασης της αδικίας και συμβάλλει στη συμφιλίωση μεταξύ των ανθρώπων (το θέμα αυτό έχει τεθεί εδώ και χρόνια στην Οικουμενική Κίνηση).
Πάντως πρέπει να σημειωθεί ότι η τρίτη στάση δεν συνιστά αλλαγή πορείας αλλά αξιοποίηση ή δημιουργική συνέχεια της καθολικότητας και οικουμενικότητας που χαρακτηρίζει ξεκάθαρα τη χριστιανική παράδοση. Το πρόβλημα είναι όμως ότι η πρακτική πολλών χριστιανών, συμπεριλαμβανομένων και μελών της Ιεραρχίας της Εκκλησίας, δεν είναι στον ίδιο βαθμό ξεκάθαρη, παρά τις σαφείς, επίσημες και ομόφωνες πανορθόδοξες αποφάσεις. Η Ορθόδοξη θεολογία και η Εκκλησία στον τόπο μας, διακατεχόμενες από εθνικές και κοινωνικές βεβαιότητες, από την ασφάλεια της εθνικής κληρονομιάς και την αυτάρκεια του πολιτισμού μας, δεν μπόρεσαν να ασκήσουν σε τοπικό και σε περιφερειακό επίπεδο το κριτικό-προφητικό τους λειτούργημα, στο βαθμό που το έκαναν σε παγκόσμιο χριστιανικό επίπεδο (και) εξαιτίας της συμμετοχής τους στην Οικουμενική Κίνηση.
Αξίζει να αναφερθεί εδώ η επισήμανση της Γ΄ Προσυνοδικής Πανορθόδοξης Διάσκεψης στο Chambésy (1986), η οποία συνοψίζει τη θεολογική διδασκαλία της Εκκλησίας για τα θέματα που μας απασχολούν, ότι η φτώχεια, η πείνα, η οδύνη, η άδικη και συχνά εγκληματική κατανομή και διαχείριση των υλικών αγαθών, που παρατηρείται σε πολλά μέρη του κόσμου και αποτελούν τις κύριες αιτίες μετανάστευσης «όχι μόνο απειλούν το θείο δώρο της ζωής ολόκληρων λαών…, αλλά και συντρίβουν ολοκληρωτικά το μεγαλείο και την ιερότητα του ανθρώπινου προσώπου… Προσβάλλουν όχι μόνο την εικόνα του Θεού στο κάθε ανθρώπινο πρόσωπο, αλλά και τον ίδιο τον Θεό, ο οποίος σαφώς ταυτίζει τον εαυτό του με τον [ξένο], τον πεινασμένο και φτωχό άνθρωπο (Μτ 25,40)…». Γι’ αυτό οποιαδήποτε «αδράνεια και αδιαφορία του κάθε χριστιανού και της Εκκλησίας γενικότερα μπροστά στο τρομακτικό σύγχρονο φαινόμενο της πείνας ολόκληρων λαών, θα ταυτιζόταν με προδοσία του Χριστού και με απουσία ζωντανής πίστης. Γιατί, η μέριμνα για τη δική μας τροφή είναι συχνά θέμα υλικό, η μέριμνα για την τροφή του συνανθρώπου μας είναι θέμα και πνευματικό (Ιακ 2,14-18)… Η πίστη στο Χριστό χωρίς διακονική αποστολή χάνει τη σημασία της… Κάθε άλλη προσπάθεια να δούμε το Χριστό ως πραγματική παρουσία, χωρίς υπαρξιακή σχέση με αυτόν, ο οποίος χρειάζεται βοήθεια, δεν είναι τίποτα άλλο από απλή θεωρία…». Στο ίδιο πανορθόδοξο κείμενο δηλώνεται σε σχέση με τις φυλετικές και λοιπές διακρίσεις: «Η Ορθοδοξία καταδικάζει χωρίς επιφύλαξη το απάνθρωπο σύστημα των φυλετικών διακρίσεων και την ιερόσυλη διακήρυξη για δήθεν συμφωνία του με τα χριστιανικά ιδεώδη… Η Ορθοδοξία ομολογεί ότι κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτως χρώματος, θρησκείας, φυλής, εθνικότητας, γλώσσας, είναι φορέας της εικόνας του Θεού, αδελφός ή αδελφή μας, ισότιμο μέλος της ανθρώπινης οικογένειας».
Στην ίδια ακριβώς γραμμή, ακούγονται φωνές θεολόγων και κληρικών, οι οποίοι ζητούν από τη διοικούσα Εκκλησία στην Ελλάδα να σταματήσει να συντηρεί θρησκευτικότητες βάναυσα αντίθετες προς το ευαγγέλιο και να πάρει σαφή θέση καταδικάζοντας το ρατσισμό και τη μισαλλοδοξία, γιατί βρίσκονται στον αντίποδα του Χριστιανισμού (status confessionis=ζήτημα ομολογίας της πίστης). Είναι η ίδια πεποίθηση, η οποία σχετικά με τους συμβιβασμούς και τις υποχωρήσεις της Εκκλησίας στις σχέσεις της με τους ισχυρούς, πιστεύει «πως είναι προτιμότερο αυτή να κλείσει, αν χρειαστεί, τα ιδρύματα και τα φιλόπτωχα ταμεία της, παρά το στόμα της» (Αλ. Παπαδερός).
Είναι μία οπτική, η οποία επισημαίνοντας ότι ο Θεός της Βίβλου, ο Θεός που σαρκώθηκε, είναι ο Θεός της αγάπης, της αλληλεγγύης και της ανθρώπινης απελευθέρωσης, μπορεί να συναντηθεί με την κριτική θεωρία που απορρίπτει την ειδωλολατρία των «θεών του ουρανού και της γης» εν ονόματι των οποίων «ο άνθρωπος ταπεινώνεται, υποδουλώνεται, εγκαταλείπεται, περιφρονείται» (K. Marx).
Καταλήγοντας, αυτό που έχει σημασία να υπογραμμιστεί είναι ότι ακόμη και αν υπάρχουν διαφορετικές θεμελιώσεις και κοσμοθεωρητικές αφετηρίες, αυτό που μπορεί να βοηθήσει σε ευρύτερες συμφωνίες είναι η αποδοχή κοινών κριτηρίων και αξιών. Η προσήλωση στο αγαθό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και στο στόχο «της ανατροπής όλων των σχέσεων που κάνουν τον άνθρωπο ένα ον ταπεινωμένο, υποδουλωμένο, εγκαταλειμμένο, περιφρονημένο» είναι πιο σημαντική από την κοσμοθεωρητική θεμελίωση με βάση την οποία οδηγούνται οι άνθρωποι στη στάση τους αυτή.
Η προσήλωση στο μείζον, η καλλιέργεια της προσδοκίας για καταπολέμηση του κακού στη ρίζα του δεν μπορεί βεβαίως να οδηγεί στην απόρριψη του «φιλανθρωπικού» έργου και των πρακτικών πρωτοβουλιών που πράγματι συμβάλλουν στην ανακούφιση των μεταναστών, στην άμβλυνση του πόνου τους, βελτιώνουν τις συνθήκες διαβίωσής τους, σώζουν ακόμη και ζωές.
Ωστόσο το πρόβλημα θα αντιμετωπίζεται μερικώς και θα διαιωνίζεται εάν δεν αποκαλύπτονται οι αιτίες που δημιουργούν τις συνθήκες που οδηγούν στη μετανάστευση και ταυτόχρονα δεν γίνεται προσπάθεια για την κατάργηση αυτών των αιτίων που οδηγούν τους αποδέκτες της «φιλανθρωπίας» στο να την έχουν ανάγκη και να τη θεωρούν μάλιστα και φυσιολογική.
Εν τέλει χρειάζεται να ακολουθηθεί η «δίκοπη πολιτική» που έχει περιγράψει ο ιστορικός και κοινωνιολόγος Immanuel Wallerstein και ταιριάζει με την εσχατολογική οπτική της Εκκλησίας και της θεολογίας: «Από τη μια μεριά, πάντα να παλεύουμε για το μικρότερο κακό – βραχυπρόθεσμα, εντελώς βραχυπρόθεσμα, γιατί ο κόσμος ζει πάντοτε στο σήμερα… Και πάντοτε υπάρχει το μικρότερο κακό. Πρέπει όμως συνάμα να κρατούμε το βλέμμα καρφωμένο στο μεγάλο παιχνίδι – τι λογής κόσμο θέλουμε να φτιάξουμε».
Επιλογή βιβλιογραφίας
Αγουρίδης, Σ., Οράματα και Πράγματα, εκδ. Άρτος Ζωής, Αθήνα 1991.
Duchrow, U, «Η πνευματικότητα των κοινωνικών συμπράξεων: Για την απελευθέρωση της νεωτερικότητας από τον ολέθριο εργαλειακό ατομισμό», στο Βιβλική Θεολογία της απελευθέρωσης, πατερική θεολογία και αμφισημίες της νεωτερικότητας, Π. Καλαϊτζίδης (επ.), εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2012, 221-256.
Καλαϊτζίδης, Π., Ορθοδοξία και Ελληνισμός στη σύγχρονη Ελλάδα. Περιπέτειες και διαδρομές μιας αμφιλεγόμενης σχέσης, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2012.
Μαρβάκης, Αθ., «Κοινωνική ένταξη ή κοινωνικό απαρτχάιντ», στο Μ. Παύλου, Δ. Χριστόπουλος (επ.), Η Ελλάδα της μετανάστευσης. Κοινωνική συμμετοχή, δικαιώματα και ιδιότητα του πολίτη, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2004, 88-120.
Παπαγεωργίου, Ν., Θρησκεία και Μετανάστευση. Η κοινότητα των Σιχ στην Ελλάδα,εκδ. Κορνηλία Σφακιανάκη, Θεσσαλονίκη 2011.
Παπαθανασίου, Θ., «Ο ξένος που δέχομαι, ο ξένος που γίνομαι», στο περιοδικόΠλανόδιον 48, Ιούνιος 2010 (πλήρες κείμενο και στο ιστολόγιο του Ανδρέα Αργυρόπουλου Θεολογία Μεσοπέλαγα).
Παπαθανασίου, Θ., «Φίλοι της Αριστεράς, μην κατεβάζετε τον σκούφο πάνω στα μάτια!», εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς», Σάββατο 20-10-2012, σ. 22.
Παπαντωνίου, Αν., «Πρόσφυγες και μετανάστες στην Ελλάδα. Όψεις εκκλησιαστικής διακονίας σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία», www.ecclesia.gr/greek/…/metanastes/papantoniou_052010.pdf.
Πέτρου. Ι, Πολυπολιτισμικότητα και θρησκευτική ελευθερία, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη22005.
Σταμούλης, Χ., Ώσπερ ξένος και αλήτης ή Σάρκωση: η μετανάστευση της αγάπης. Προλογίζει ο Μητροπολίτης Νιγηρίας Αλέξανδρος, (Σειρά: Προσεγγίσεις στο αυτονόητο), εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2010.
Τσιάκαλος, Γ., «Ανθρώπινη αξιοπρέπεια, κοινωνικός αποκλεισμός και εκπαίδευση στην Ευρώπη», στο Ανθρώπινη αξιοπρέπεια και κοινωνικός αποκλεισμός. Εκπαιδευτική πολιτική στην Ευρώπη, Ελένη Σπανού (επ.), εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999, 49-68.
Τσιάκαλος, Γ., Οδηγός Αντιρατσιστικής Εκπαίδευσης, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000.
Wallerstein, Imm., Για να καταλάβουμε τον κόσμο μας. Εισαγωγή στη Ανάλυση των Κοσμοσυστημάτων, (επιμέλεια – μετάφραση – επίμετρο Σπ. Μαρκέτος), εκδ. θύραθεν, Αθήνα 2009.
http://blogs.auth.gr/moschosg
π. Χρήστου Ζαχαράκη:ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ

Κυριακή ΙΕ' Λουκά
Λκ. 19, 1 - 10
«Ὅν τρόπον ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων, οὕτως ἐπιποθεῖ ἡ ψυχή μου πρός σέ, ὁ Θεός. ἐδίψησεν ἡ ψυχή μου πρὸς τὸν Θεὸν τὸν ζῶντα· πότε ἥξω καὶ ὀφθήσομαι τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ;» (Ψαλμ. 41, 2-3).
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι τόσο μικρὸς, ποὺ χάνεται μέσα στὸ πλῆθος, τὸ ἀκολουθεῖ, γίνεται εὔκολα μέρος του… Ξεχωρίζει ὅμως πάντα ἡ ἐμφανὴς ἀδικία καὶ ἁμαρτωλότητά του, γιατὶ τὸ πλῆθος ἀκολουθεῖ τὸν Ἰησοῦ, τηρεῖ τὸ Νόμο καὶ τὶς ἐντολές μὲ τὴ λογικὴ πάντα καὶ τὰ μέτρα τοῦ κόσμου, γι᾽ αὐτὸ μπορεῖ νὰ κατατάσσει τὸν Ζακχαῖο ἐκεῖ ποὺ τοῦ «ἀξίζει», ἀλλὰ καὶ νὰ θέλει νὰ ἐπιβάλλει στὸ Χριστὸ ποῦ νὰ μείνει. Μέσα στὸ θρησκευόμενο πλῆθος δὲν χάνεται μόνο ὁ ἄνθρωπος, μὰ κι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, γιὰ νὰ ἔχει ἐφαρμογή ἐδὼ ὁ λόγος του, ὅταν μιλοῦσε γιὰ τὶς παραβολές, «ἵνα βλέποντες βλέπωσιν καὶ μὴ ἴδωσιν, καὶ ἀκούοντες ἀκούωσιν καὶ μὴ συνιῶσιν».
Ἀπὸ τὸ πλῆθος ξεφεύγει κανεὶς τὶς στιγμὲς ἐκεῖνες ποὺ μένει μόνος μὲ τὸν ἑαυτό του, μὲ τὸν πόνο καὶ τὶς ἁμαρτίες του, τὴν ἀγωνία καὶ τὶς προσδοκίες του, ὅταν ἁπλώνει μπροστά του τὴ ζωή του ὁλόκληρη καὶ τὴν ἀφήνει ν᾽ ἀγγίζει τὰ σύννεφα, καὶ παρακαλᾶ τότε τὸ Θεὸ νὰ τὰ ξεδιαλύνει, γιὰ νά ᾽χει ἐλπίδα στὸν Οὐρανό. Μονάχα ὁ πόνος θεριεύει τὸν πόθο καὶ μονάχα ὁ πόθος θὰ βρεῖ μιὰ συκιά ν᾽ ἀνεβεῖ, νὰ ξεχωρίσει ἀπ᾽ τὸ πλῆθος. Καὶ τότε θὰ διαπιστώσει πὼς ὁ Χριστὸς εἶναι ἐκεῖ, τὸ βλέμμα του τὸν ἀγγίζει ἀμέσως, ὄχι γιὰ νὰ τὸν ἐπιπλήξει, μὰ γιὰ νὰ τὸν λυτρώσει. Ἡ ἀγωνία του μεταμορφώνεται σὲ χαρὰ καὶ πρὶν καλά-καλὰ τὸν προσκαλέσει, ἔρχεται καὶ στὸ σπίτι του, «σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σουδεῖ με μεῖναι», νὰ τὸ φωτίσει καὶ νὰ τ᾽ ἁγιάσει, νὰ μὴν ἀφήσει ἴχνη τῆς σκοτεινιᾶς τοῦ κόσμου σὲ τίποτα δικό του.
Ὁ ἄνθρωπος βάζει τὸν πόθο καὶ ὁ Θεός τὴ χάρη. Κι εἶναι ἡ χάρη τότε ποὺ τὸν ἀπελευθερώνει ἀπὸ τὸν κόσμο κι ἀπ᾽ ὅσα μάζευε κι ἔχτιζε μέσα τους τὴν ψυχή του. Τὰ ἐπιστρέφει στὸ πολλαπλάσιο, δὲν τὰ χρειάζεται. Μιὰ καινούργια ζωὴ ἀρχίζει, μᾶλλον τώρα ἀρχίζει νὰ βλέπει τὴ ζωή τὴν πραγματική, τὴφωτισμένη ἀπὸ τὸ ἀληθινὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ· ἕνα φῶς ποὺ θὰ τὸ χρειαστεῖ γιὰ τὴ μεγάλη διάβαση...
http://pchristoszacharakis.blogspot.gr/
Ημερίδα με θέμα "Η περιβαλλοντική ευαισθησία στο κήρυγμα των Τριών Ιεραρχών"
Την Δευτέρα 28 Ιανουαρίου, 10:30π.μ., θα πραγματοποιηθεί ημερίδα στη Μητρόπολη Λαγκαδά, παρουσία του Μητροπολίτη, με θέμα "Η περιβαλλοντική ευαισθησία στο κήρυγμα των Τριών Ιεραρχών", με αφορμή βέβαια την γιορτή για τους Τρεις Αγίους των Γραμμάτων.
Η εκδήλωση θα υλοποιηθεί σε συνεργασία με το Γραφείο Περιβαλλοντικής Αγωγής της Δ/νσης Δ/θμιας Εκπαίδευσης Δ. Θες/νίκης.
Το πρόγραμμα της εκδήλωσης:
10:30 – Προσέλευση
10:45 – Χαιρετισμός και υποδοχή από εκπρόσωπο του Φορέα Διαχείρισης και από εκπρόσωπο της Ιεράς Μητροπόλεως
11:00 – Χαιρετισμός της Προέδρου του Φορέα Διαχείρισης, κ. Μπόμπορη Δήμητρας
11:15 – Ομιλία και χαιρετισμός Σεβασμιότατου
11:30 – «Η περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση στο κήρυγμα των Τριών Ιεραρχών», ομιλία της Δέσποινας Μιχελάκη, Θεολόγος, Υπεύθυνη του Γραφείου Περιβαλλοντικής Αγωγής της Δ/νσης Δευτ/θμιας Εκπαίδευσης Δ. Θες/νίκης
11:45 – Παρουσίαση των δράσεων του Γραφείου Περιβαλλοντικής Αγωγής και των δράσεων του Φορέα Διαχείρισης
12:00 – Επίλογος, συζήτηση
http://religionslehrer.blogspot.gr/
π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης:Ο κάτισχνος και ειρηνικός ιεράρχης κι ένας σύγχρονος ποιητής
α) Όταν ο Θεολόγος Γρηγόριος έφθανε, ως κουρασμένος και κάτισχνος ιεράρχης, το 379, στην Κωνσταντινούπολη, οι αντίπαλοι των ορθοδόξων, τους οποίους υποστήριζε η αυτοκρατορική αυλή και ο στρατός, δεν του έδωσαν σημασία και δεν ανησύχησαν.
Προϊόντος του χρόνου, τα πράγματα ανατράπηκαν. Με κέντρο τον ναΐσκο της Αγίας Αναστασίας ο Άγιος Γρηγόριος εκφώνησε θαυμάσιους λόγους, απαύγασμα καθαρής καρδιάς και φωτισμένου νου, παίρνοντας με το μέρος του πλήθη λαού, πολλούς σπουδαίους θεολόγους ακόμη και κυνικούς φιλόσοφους.
β) Κι ενώ η Β’ Οικουμενική Σύνοδος πανηγυρικά τον ανακήρυξε αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως και του ανέθεσε την προεδρία, μόλις ετέθησαν ζητήματα κανονικότητας -τα γνωστά διαδικαστικά που εγείρονται συχνά ασκόπως και σήμερα όταν δεν θέλουμε άμεσα αποτελέσματα- εκείνος παραιτήθηκε. Αποχαιρετώντας το ποίμνιο που διακόνησε, ο Άγιος Γρηγόριος ζητά ως αμοιβή την άδεια να αποχωρήσει και να επιδοθεί στην ησυχαστική ζωή στην πατρίδα του! Χαιρετά τους χορούς των μοναχών, την αρμονία των ψαλτών, τις χήρες και τα ορφανά, αλλά και τα «μάτια των πτωχών» που έβλεπαν ικετευτικά προς τον Θεό και προς αυτόν τους ακροατές των λόγων του, τους κρυφούς και φανερούς στενογράφους καθώς και τα ανάκτορα και τους αυλικούς.
γ) Η παραίτηση αυτή, καρπός ένθεης σοφίας, εσωτερικής αρμονίας και πραότητας, μόνο ως πράξη που εξυπηρετεί το κοινό συμφέρον και την ειρήνευση της Εκκλησίας και της κοινωνίας μπορεί να εκληφθεί. Ειρηνικός και πράος, ο Γρηγόριος σε άλλη περίπτωση έγραφε: «Ειρήνη φίλη, το γλυκύ και πράγμα και όνομα… Ειρήνη φίλη, το εμόν μελέτημα και καλλώπισμα».
δ) Ο Άγιος Γρηγόριος διακρίθηκε ως μέγιστος θεολόγος, άριστος συγγραφέας, σοφός ασκητής αλλά και εξαίρετος ποιητής. Μεταξύ άλλων συνέταξε ποιήματα θεολογικά, δογματικά και ηθικά. Σε κάποιους στίχους γράφει για εκείνον που κερδίζει παράνομα:
«Ότ’ εκ πονηρού πράγματος κέρδος λάβης,/ Του δυστυχείν νόμιζε αρραβών’ έχειν».
Δηλαδή: Όταν κερδίζεις από σκοτεινή υπόθεση, πίστεψε ότι αρραβωνιάστηκες τη δυστυχία!
ε) Η γλώσσα της ποίησης του Γρηγορίου είναι υψηλή και κινείται από την ομηρική εκδοχή μέχρι την καθαρεύουσα της εποχής του. Έτσι αποδεικνύει ότι οι χριστιανοί μπορούν να γράφουν ποιήματα αντάξια ή και καλύτερα από τους εθνικούς. Παράλληλα, ο άγιος αποκρούει πρακτικά τη νομοθεσία του Ιουλιανού, που απαγόρευε στους χριστιανούς να ασχολούνται και να διδάσκουν κλασική φιλολογία.
στ) Όταν μελετά κάποιος στίχους του Γρηγορίου, βλέπει καθαρά την εμπειρική γνώση της θεολογίας, το βάθος των νοημάτων, την άριστη περιγραφή της ανθρώπινης ζωής, αλλά και την τάση για παραίτηση από αξιώματα, πράγμα δυσεύρετο στην εκκλησιαστική και πολιτική ζωή του τόπου μας. Παράλληλα, έρχονται στο μυαλό του τα λόγια ενός σύγχρονου συγγραφέα, ποιητή και μουσικολόγου, του Mario de Andrande από τη Βραζιλία, που περιγράφει με ανάλογο τρόπο την κοινωνική πραγματικότητα.
ζ) Γράφει ο Andrande:
«Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά,/ νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δεν θα καταλήξει κανείς πουθενά./ Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους που παρά τη χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει…/ Δεν θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί./
Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους./ Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους./
Μισώ να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα./ Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο... μετά βίας για την επικεφαλίδα»!
εφημερίδα Μακεδονία 20/01/2013
Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013
Διαμαρτυρία για μια επισκοπική αυθαιρεσία
Στις 9 Ιανουαρίου 2013 αναρτήθηκε
στο διαδίκτυο (http://www.amen.gr/article11916) έκκληση 26 πιστών χριστιανών
προς όλα τα εμπλεκόμενα στην υπόθεση της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως Ναυπάκτου
μέρη, στην οποία με σεβασμό παρακαλούσαν να καταβληθή κάθε προσπάθεια για να
θεραπευθή το πρόβλημα και να μην οδηγηθούμε σε σχίσμα. Ένας εκ των υπογραψάντων
ήταν και ο πρωτοπρεσβύτερος της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς π. Γεώργιος
Δορμπαράκης, φιλόλογος και θεολόγος, κληρικός έγκριτος και αξιοσέβαστος, με
πλούσια ποιμαντική και συγγραφική δραστηριότητα.
Στις 11 του μηνός αναγράφηκε στο
διαδίκτυο (http://panagiotisandriopoulos.blogspot.gr/2013/01/blog-post_11.html)
ότι ο Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ απαίτησε (δι’ άλλου προσώπου) από
τον π. Γεώργιο, την επόμενη κιόλας μέρα της ανάρτησης, να αναζητήσει άλλη
Μητρόπολη διότι ετόλμησε να συνυπογράψει την έκκληση. Κάποιοι εξ ημών επικοινωνήσαμε
με τον π. Γεώργιο και μας επιβεβαίωσε την είδηση. Παρά το γεγονός ότι τυπικά
εμφαίνεται σαν αίτημά του να λάβει απολυτήριο, η αλήθεια είναι ότι εξαναγκάστηκε
να το κάνει επειδή του ζητήθηκε και για να μην παραμείνει υπό την σοβαρή
δυσμένεια του μητροπολίτη.
Το μυαλό μας αδυνατεί να συλλάβει
το νόημα μιάς τέτοιας απόφασης. Διώκεται στην Εκκλησία μας η ελευθερία της
γνώμης; Μήπως έχει ποινικοποιηθή η ειρηνευτική πρωτοβουλία και έκκληση; Με ποιά
λογική τιμωρείται ένας ανεπίληπτος και υποδειγματικός κληρικός επειδή
συμμετείχε σε μια ευγενική δημόσια έκκληση για ένα χρόνιο πρόβλημα που πληγώνει
την Εκκλησία; Πώς είναι δυνατόν να στερούνται τόσοι χριστιανοί τον ποιμένα τους
με μια αιφνίδια απόφαση του μητροπολίτη, χωρίς έστω μια προσωπική ακρόαση
προηγουμένως;
Ο γνωστός ανά το πανελλήνιο για
το εκκλησιαστικό του φρόνημα π. Γεώργιος Δορμπαράκης προφανώς μοιράστηκε στην
έκκληση μαζί με άλλους την κοινή αγωνία εξ αιτίας της ποιμαντικής του
συνειδήσεως. Πολύ συχνά Έλληνες Ορθόδοξοι κληρικοί παρεμβαίνουν στα δημόσια
πράγματα, ακόμη και στα εκκλησιαστικά, με γραπτό λόγο ή στα ηλεκτρονικά μέσα, ενίοτε
με τρόπο λιγώτερο συγκρατημένο και ευγενικό από την συγκεκριμένη έκκληση, χωρίς
όμως να εκφράσουν κάποια ενόχληση οι Ιεράρχες μας- και πολύ ορθά.
Η δημόσια αυτή διαμαρτυρία μας
δεν στοχεύει στην αποκατάσταση του π. Γεωργίου Δορμπαράκη στην ενορία του, κάτι
που ο ίδιος άλλωστε μάς απέκλεισε υπό τις κρατούσες σήμερα συνθήκες. Αποσκοπεί
όμως στη ευαισθητοποίηση του πληρώματος της Εκκλησίας, του ιερού κλήρου, αλλά
και των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών απέναντι σε φαινόμενα αυθαιρεσίας και
εξουσιαστικής βίας, τα οποία (περιττό να το τονίσουμε) δεν γίνονται πλέον
ανεκτά από τους πιστούς όπως στο παρελθόν. Ιδίως μέσω της θεολογικής ανανέωσης
των τελευταίων δεκαετιών έγινε φανερό πλέον πως τέτοιες πρακτικές υποσκάπτουν
αυτή καθ’ εαυτή την φύση της Εκκλησίας και του σωστικού μηνύματός της.
Η ευχή και η προσευχή μας είναι
να χρειάζονται στο εξής όλο και λιγώτερες παρεμβάσεις οι οποίες θα στοχεύουν
στο να εμποδίσουν και να αναιρέσουν ενέργειες που διαταράσσουν την Εκκλησία και
παραχαράσσουν το ορθόδοξο φρόνημα.
Σημείωση: Η
συλλογή υπογραφών άρχισε την Δευτέρα 21 Ιανουαρίου και παρά τον αθρόο ρυθμό της
τερματίσθηκε, όπως είχε προαναγγελθή, τα μεσάνυχτα της Πέμπτης 24.
1.
Αηδόνης
Αριστοτέλης, καθηγητής φυσικός (Μιλάνο)
2.
Αναγνωστόπουλος
Δημήτριος, παιδοψυχίατρος, αναπληρωτής καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών (Ν.
Σμύρνη)
3.
Ανδριόπουλος Παναγιώτης, καθηγητής θεολόγος
(Αθήνα)
4.
Αντωνόπουλος Βασίλειος, καθηγητής θεολόγος
(Χαλάνδρι)
5.
Αποστολίδης Απόστολος, μηχανικός (Μαρούσι)
6.
Αργυρόπουλος Ανδρέας, ,
σχολικός σύμβουλος θεολόγων(Κοζάνη)
7.
Αργυρόπουλος Χρήστος, ιδιωτικός υπάλληλος
(Αθήνα)
8.
Αρμενάκης
Ιωάννης, καθηγητής ηλεκτρολόγος μηχανικός (Σαλαμίνα)
9.
Βαβούρης
Δημήτριος, δημόσιος υπάλληλος (Περιστέρι)
10.
Βαρβατσούλιας Γεώργιος, διδάκτωρ θεολογίας,
ψυχολόγος, συνεργάτης Πανεπιστημίου Glyndwr (Λονδίνο)
11.
πρωτ. Βασιλάκος Σπυρίδων, θεολόγος (Θήβα)
12.
Βασιλόπουλος Κοσμάς, υπάλληλος υπουργείου
Οικονομικών (Μαρούσι)
13.
Βλαχάκος Ευάγγελος, ψυχολόγος (Γλυφάδα)
14.
Βλάχος Ιωάννης, συνταξιούχος (Ιωάννινα)
15.
Βουλγαράκη Ευαγγελία, διδάκτωρ θεολογίας (Ν.
Πεντέλη)
16.
Γαζέτας Ιωάννης, συνταξιούχος (Πεύκη)
17.
Γαζέτας Νικόλαος, ελεύθερος επαγγελματίας
(Αθήνα)
18.
Γαλάνης Βασίλειος, φυσικός (Πάτρα)
19.
Γεωργαλής Ηλίας, οδοντίατρος (Αστακός
Αιτωλοακαρνανίας)
20.
Γιαμαλής Δημήτριος, οδοντίατρος (Αίγινα)
21.
Γιαννόπουλος Ανδρέας, εκπαιδευτικός (Πάτρα)
22.
Γιουβάνογλου Δέσποινα, καθηγήτρια χημικός
(Σαλαμίνα)
23.
Γκαμαράζη Νερατζούλα, χημικός μηχανικός
(Χαλάνδρι)
24.
Γκούστης Μάνος, ιδιωτικός υπάλληλος (Βριλήσια)
25.
Γούλας Απόστολος, καθηγητής Πολυτεχνικής
Σχολής ΑΠΘ (Θεσσαλονίκη)
26.
Δασκαρόλη Αναστασία, επίκουρη καθηγήτρια γερμανικής
φιλολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών (Κηφισιά)
27.
Δεσύλλας Μάριος, γεωπόνος, συγγραφέας (Άλιμος)
28.
Δημητρακάκη Μαρία, ιδιωτικός υπάλληλος
(Ζωγράφου)
29.
Ερρίπης Κωνσταντίνος, θεολόγος, ιατρός
(Σταμάτα Αττικής)
30.
Ζαχαριάδης Θεόδωρος, φυσικός, επίκουρος
καθηγητής Πανεπιστημίου Κύπρου (Λευκωσία)
31.
Ζουμπουλάκης Σταύρος, φιλόλογος, πρόεδρος Δ.Σ.
Ιδρύματος ‘Αρτος Ζωής’ (Ζωγράφου)
32.
Ηλιόπουλος Χρήστος, φυσικομαθηματικός, υποψήφιος
διδάκτωρ πολιτικής φιλοσοφίας (Ν. Σμύρνη)
33.
Θεοτοκάτου Σοφία, φιλόλογος (Μαρούσι)
34.
πρωτ. Θεοφίλου Δημήτριος, υποψήφιος διδάκτωρ
θεολογίας (Ιτέα)
35.
πρωτ. Θερμός Βασίλειος, παιδοψυχίατρος,
διδάκτωρ θεολογίας (Παλλήνη)
36.
Θωμοπούλου Αγγελική, συνταξιούχος δημοσίου
(Ναύπακτος)
37.
Ισόπουλος Αναστάσιος, ιδιωτικός υπάλληλος
(Ηράκλειο Αττικής)
38.
Ιωαννίδου Ευρυδίκη, ιδιωτικός υπάλληλος
(Αθήνα)
39.
Καλογεράκη Χρύσα, φυσίατρος (Χανιά)
40.
Καλουπτσή Αντωνία, ψυχολόγος (Βύρωνας)
41.
Καλουπτσή Ελένη, οικιακά (Βύρωνας)
42.
Καλουπτσή Ευαγγελία, τραπεζικός υπάλληλος
(Αθήνα)
43.
Καλουπτσής Πολυχρόνης, αξιωματικός ε.α.
(Βύρωνας)
44.
Κανελλόπουλος Μιχαήλ, υπεύθυνος αθλητισμού
(Ντόχα, Κατάρ)
45.
Κανελλοπούλου Πανωραία, καθηγήτρια θεολόγος,
σύμβουλος ψυχικής υγείας (Κόρινθος)
46.
Καπογιάννη Δέσποινα, φιλόλογος, διευθύντρια
Αρσακείου Γυμνασίου (Ντράφι)
47.
Καπογιάννης Δημήτριος, νομικός, καθηγητής ΤΕΙ
Μεσολογγίου (Πάτρα)
48.
Καραϊβάζογλου Ευστράτιος, δημόσιος υπάλληλος
(Υμηττός)
49.
Καραϊβάζογλου Κυριακή, οικιακά (Υμηττός)
50.
Καρακασίδης Ιωάννης, ιατρός (Λάρισα)
51.
Καραταράκης Εμμανουήλ, καθηγητής φυσικός
(Χανιά)
52.
Καρκανιάς Αθανάσιος, ψυχίατρος, διδάκτωρ
Πανεπιστημίου Αθηνών, διευθυντής νοσοκομείου ‘Σωτηρία’ (Καρέας)
53.
Καρπούζης Νικόλαος, λιθογράφος (Αθήνα)
54.
Κατούφα Ευγενία, δημοσιογράφος ΕΡΑ (Χαλάνδρι)
55.
Κεσμέτη Αναστασία, πεζογράφος (Υμηττός)
56.
Κίσσας Γεώργιος, θεολόγος, διδάκτωρ ψυχολογίας
(Χολαργός)
57.
Κόκκινος Δημήτριος, εκδότης (Ν. Ερυθραία)
58.
Κοκκότης Βασίλειος, φυσικός (Ν. Ψυχικό)
59.
Κόλλιας Σταύρος, καθηγητής μαθηματικός
(Κόρινθος)
60.
Κοντογεωργίου Ασημίνα, φυσικός, σχολική
σύμβουλος (Βόλος)
61.
Κοντονάσιος Ζαννής, φιλόλογος (Μαρούσι)
62.
Κοντονάσιου Παναγιώτα, καθηγήτρια γαλλικών
(Μαρούσι)
63.
Κοσματόπουλος Αλέξανδρος, συγγραφέας
(Θεσσαλονίκη)
64.
Κουμάρογλου Ευθυμία, συνταξιούχος τραπεζικός
(Αθήνα)
65.
Κουμπαρέλης Εμμανουήλ, διδάκτωρ βιολογίας
(Αθήνα)
66.
Κουτσόπουλος Ιωάννης, φοιτητής γεωπονίας
(Αθήνα)
67.
Κουτσούρη Μαρία, γεωπόνος (Χανιά)
68.
πρωτ. Κουτσούρης Δημήτριος, επίκουρος
καθηγητής Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθηνών (Ηλιούπολη)
69.
Κουφογιάννη Πανωραία, επίκουρη καθηγήτρια
Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών (Καρέας)
70.
Κρητικού Μαρία, φιλόλογος (Αίγινα)
71.
Κρουσταλάκης Σπυρίδων, μηχανικός πληροφορικής
(Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης)
72.
Κτιστάκη Μαριάνθη, αρχιτέκτων (Αθήνα)
73.
Κωτούλα Κωνσταντίνα, συνταξιούχος (Π. Φάληρο)
74.
Λαζάρου Σπυρίδων, πλαστικός χειρουργός
(Καπανδρίτι)
75.
Λέκκας Γεώργιος, εκπαιδευτικός, διδάκτωρ
Πανεπιστημίου Παρισίων (Θρακομακεδόνες)
76.
Λόλης Χαράλαμπος, γυμναστής (Πεύκη)
77.
Λουβουλίνα Λίντα, συνταξιούχος (Ν. Σμύρνη)
78.
Λουβουλίνας Δημήτριος, φαρμακοποιός (Ν.
Σμύρνη)
79.
Λουκοπούλου Σοφία, συνταξιούχος δημοσίου
(Ναύπακτος)
80.
Λυτροκάπη Μαρία, οικιακά (Λάρισα)
81.
Μάϊνας Χαράλαμπος, καθηγητής μαθηματικός
(Παπάγου)
82.
Μαλεβίτης Ηλίας, καθηγητής θεολόγος, υποψήφιος
διδάκτωρ ιστορίας, (Πάτρα)
83.
Μάλφας Γεώργιος, καθηγητής θεολόγος (Πάτρα)
84.
Μανωλάτου Στέλλα (Άλιμος)
85.
Μανωλόπουλος Ιωάννης, ιδιωτικός υπάλληλος (Ν.
Χαλκηδόνα)
86.
Μανωλόπουλος Μιχαήλ, καθηγητής φυσικός
(Βρυξέλλες)
87.
Μαργαρίτης Σταύρος, καθηγητής φυσικός, τ.
αναπληρωτής επόπτης Αρσακείων σχολείων (Ντράφι)
88.
Μασάλας Δημήτριος, μηχανολόγος μηχανικός
(Μαρούσι)
89.
πρωτ. Μαριάτος Πέτρος, ιατρός παθολόγος
(Κύθηρα)
90.
Μάρκος Νικόλαος, φυσικός-μετεωρολόγος
(Ναύπακτος)
91.
Μάρκου Παρασκευή, φιλόλογος (Ναύπακτος)
92.
Μαφρέδας Γεράσιμος, δικηγόρος (Αθήνα)
93.
Μελισουργού Ειρήνη, έμπορος (Χανιά)
94.
Μιχαλακόπουλος Σωτήριος, καθηγητής (Χανιά)
95.
Μόσχος Δημήτριος, επίκουρος καθηγητής
Θεολογικής Σχολής Αθηνών (Βύρωνας)
96.
Μουρούλης Δημήτριος, καθηγητής φυσικός (Ν.
Ψυχικό)
97.
Μουστάκης Δημήτριος, δημοτικός υπάλληλος
(Νάξος)
98.
Μπαζάντες Απόλλων, δικηγόρος (Μαρούσι)
99.
Μπακάλη Ελένη, φαρμακοποιός (Μαρούσι)
100.
Μπολέτη Χαραλαμπία, βιοχημικός, κυτταρικός
βιολόγος (Αθήνα)
101.
Μπούρδαλας Παναγιώτης, φυσικός, θεολόγος
(Πάτρα)
102.
Μπουρσινός Δημήτριος, ψυχολόγος (Μελίσσια)
103.
Μπύρου Αναστασία, προϊσταμένη τμήματος
Πανεπιστημίου Μακεδονίας, (Θεσσαλονίκη)
104.
Μωραϊτάκη Αναστασία, ψυχολόγος (Μαρκόπουλο)
105.
Νάκος Σπυρίδων, επιχειρηματίας (Αγρίνιο)
106.
Ναούμη Ελένη, φοιτήτρια φιλοσοφικής (Αθήνα)
107.
Ναούμης Βασίλειος, διοικητικός νοσοκομειακός
υπάλληλος, (Αθήνα)
108.
Ναούμης Ευθύμιος, δικηγόρος, (Αθήνα)
109.
Νάρη Άννα, οικιακά (Λάρισα)
110.
Ντάλτας Περικλής, ε.τ. μόνιμος πάρεδρος
Παιδαγωγικού Ινστιτούτου (Σκριπερό Κέρκυρας)
111.
Ξανθοπούλου Ασημίνα, καθηγήτρια γαλλικών
(Άμφισσα)
112.
Παγώνη Αικατερίνη, εκπαιδευτικός (Γλυφάδα)
113.
Παναγιώτου Θωμάς, καθηγητής μαθηματικός
(Χανιά)
114.
Παναγόπουλος Στυλιανός, δικαστικός επιμελητής
(Γλυφάδα)
115.
Παναγόπουλος Τριαντάφυλλος, οικονομολόγος
(Κηφισιά)
116.
Παναγοπούλου Άννα, εκπαιδευτικός (Κηφισιά)
117.
Παναγοπούλου Θεοδώρα, μουσικός (Κηφισιά)
118.
Παντούλας Θεόδωρος, εκδότης (Χαλκίδα)
119.
Παπά Αγγελική, δικηγόρος (Βριλήσια)
120.
Παπαγεωργίου Αριστοτέλης, διδάκτωρ χημείας
(Καπανδρίτι)
121.
Παπαγεωργίου Γεώργιος, ιατρός χειρουργός
(Κηφισιά)
122.
Παπαγεωργίου Σοφία, πολιτικός μηχανικός
(Κηφισιά)
123.
Παπαδόπουλος Κ. Ιωάννης, θεολόγος (Μαρούσι)
124.
Παπαδοπούλου Ειρήνη, ψυχολόγος (Μαρούσι)
125.
Παπαθανασίου Ν. Αθανάσιος, διδάκτωρ θεολογίας
(Βύρωνας)
126.
Παπακωνσταντίνου
Ελένη, εκπαιδευτικός (Ν. Σμύρνη)
127.
Παπαμιχαλόπουλος Αντώνιος, ιατρός
πνευμονολόγος, (Παλλήνη)
128.
Παπανικολάου Μιχαήλ, φοιτητής Πολυτεχνείου
(Αθήνα)
129.
Παπανικολάου Νικόλαος, φυσικός, αναπληρωτής
καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (Ιωάννινα)
130.
αρχιμ. Παραβάντσος Αθανάσιος, ιεροκήρυξ Ιεράς
Μητροπόλεως Δημητριάδος, ψυχοθεραπευτής (Θεσσαλονίκη)
131.
Πατσαντζοπούλου
Αθηνά, συνταξιούχος δημοσίου (Ναύπακτος)
132.
Παυλάκη Μαρία, ιατρός παθολογοανατόμος (Ν.
Σμύρνη)
133.
Παυλάκης Μάρκος, μαθηματικός, τραπεζικός (Ν.
Σμύρνη)
134.
Παυλόπουλος Νικόλαος, διδάκτωρ γεωφυσικής
(Υμηττός)
135.
Πιτσιλή Ελένη, συνταξιούχος (Αθήνα)
136.
Πιτσιλή Μαρία, δασκάλα (Αθήνα)
137.
Πιτσιλής Γεώργιος, συνταξιούχος (Αθήνα)
138.
Πολυκρέτη Μαρία, θεολόγος, καθηγήτρια μουσικής
(Αθήνα)
139.
Πούλιου Ελένη, ιατρός πνευμονολόγος (Παλλήνη)
140.
Πούλος
Γεώργιος, στρατηγός ε.α. (Π. Φάληρο)
141.
Πούλου
Ειρήνη, δικηγόρος (Βριλήσια)
142.
Πούλου
Κυριακή, δικηγόρος (Αθήνα)
143.
Πραντάλου
Ελένη, δικηγόρος (Αθήνα)
144.
Πρινέα
Μαρία, καθηγήτρια μουσικής (Ηράκλειο Αττικής)
145.
Προδρόμου
Μαρία, έμπορος (Λυκόβρυση)
146.
Πυρουνάκης
Κλήμης, καθηγητής θεολόγος (Καπαρέλι Θήβας)
147.
Ράπτης
Αθανάσιος, συνταξιούχος θεολόγος (Ιωάννινα)
148.
Ρουμελιώτης
Χρήστος, καθηγητής θεολόγος (Κόρινθος)
149.
Σακκάς
Μιχαήλ, χημικός μηχανικός (Λυκόβρυση)
150.
Σαμοθράκη Κωνσταντίνα, φιλόλογος (Αθήνα)
151.
Σαχάς Δανιήλ, θεολόγος, ομότιμος καθηγητής
Πανεπιστημίου Waterloo Καναδά (Μαρούσι)
152.
Σεφεριάδης Δημήτριος, υπεύθυνος εκδόσεων
‘Γρηγόρη’ (Αγία Παρασκευή)
153.
Σιακωτού
Αναστασία-Αγάπη, επίτιμη σχολική σύμβουλος γαλλικών (Μελίσσια)
154.
Σκιαδά
Αμαλία, καθηγήτρια γαλλικών (Βρυξέλλες)
155.
Σούκερα
Μαριλένα, δικηγόρος (Κέρκυρα)
156.
Σούκερας
Ανδρέας, τραπεζικός (Κέρκυρα)
157.
Σούκερας
Κωνσταντίνος, συνταξιούχος τραπεζικός (Κέρκυρα)
158.
Σουλιμιωτης
Γεώργιος, ελεύθερος επαγγελματίας (Άγιος Δημήτριος)
159.
Σπαθαράκης Μιχαήλ, καθηγητής φυσικός (Ν.
Πεντέλη)
160.
οικον.
Σπηλιόπουλος Αθανάσιος, γεωπόνος (Γλυφάδα)
161.
Στάθης
Γεώργιος, θεολόγος, επίτιμος πάρεδρος παιδαγωγικού Ινστιτούτου (Μελίσσια)
162.
Στεφανίδου
Αθανασία, δικηγόρος (Βούλα)
163.
Τζόλα
Θεοδώρα, φιλόλογος (Αθήνα)
164.
Τριανταφυλλόπουλος Νικόλαος, φιλόλογος
(Χαλκίδα)
165.
Τσέκερη
Αφεντούλα, συνταξιούχος φιλόλογος (Ιωάννινα)
166.
Τσέκερης
Περικλής, φυσικός, συνταξιούχος αναπληρωτής καθηγητής Πανεπιστημίου (Ιωάννινα)
167.
Τσώχου Αθηνά, καθηγήτρια θεολόγος (Ηλιούπολη)
168.
Φαμέλη Παναγιώτα, δασκάλα (Άνω Λιόσια)
169.
Φαμέλης Γεώργιος, ηλεκτρολόγος μηχανικός (Άνω
Λιόσια)
170.
Φαμέλης Παναγιώτης, φοιτητής Πολυτεχνείου (Άνω
Λιόσια)
171.
Φαράντου
Πανωραία, ιδιωτικός υπάλληλος (Αγία Παρασκευή)
172.
Φύσκιλη
Μαγδαληνή, καθηγήτρια αγγλικών (Πάτρα)
173.
Χατζηαναστασίου
Σταύρος, συνταξιούχος (Χανιά)
174.
Χιωτέλλη
Αικατερίνη, φιλόλογος (Αθήνα)
175.
Ψαράκη Γεωργία, κοινωνική λειτουργός,
ψυχοθεραπεύτρια (Ηράκλειο Κρήτης)
176.
Ψύλλης Βασίλειος, θεολόγος, μηχανικός
(Ναύπακτος)
Εκ Πειραιώς
177.
Αγγουρά
Ευαγγελία, συνταξιούχος εκπαιδευτικός
178.
Αγγουρά
Ευθυμία, εκπαιδευτικός
179.
Αγγουρά
Ευθυμία, ιδιωτική υπάλληλος
180.
Αγγουρά
Κωνσταντίνα, οικιακά
181.
Αγγουράς Ιωάννης,
συνταξιούχος ναυτικός
182.
Αγγουράς
Νικόλαος, συνταξιούχος πλοίαρχος Ε.Ν.
183.
Αθανασόπουλος
Σωτήριος, συνταξιούχος
184.
Αθανασοπούλου
Βασιλική, καθηγήτρια φυσικός
185.
Αλεξανδράκη
Κωνσταντίνα, νηπιαγωγός
186.
Αντωνάκου
Σταυρούλα, δασκάλα
187.
Αποστόλου
Γεωργία, ιδιωτικός υπάλληλος
188.
Αποστόλου Ιλιάδα, ιδιωτικός υπάλληλος
189.
Αποστόλου Χρήστος, ιδιωτικός υπάλληλος
190.
Αρβανίτη Σταυρούλα, ιδιωτικός υπάλληλος
191.
Ατζουλάτου
Γιασεμή, οικιακά
192.
Βάλβη
Ευαγγελία, οικιακά
193.
Βάλβης
Ιωάννης, ιδιωτικός υπάλληλος
194.
Βαμβακίδης Στέφανος, ιδιωτικός υπάλληλος
195.
Βαρουδάκη
Καλλιόπη, συνταξιούχος οικονομολόγος
196.
Βαρουδάκης Αλέξανδρος, συνταξιούχος
οικονομολόγος
197.
Βελισαρίου
Καλλιόπη, ιδιωτικός υπάλληλος (Πειραιάς)
198.
Βενετσανάκη Α. Ερμιόνη, συνταξιούχος
199.
Βενετσανάκη Ι. Ερμιόνη, δικηγόρος
200.
Βενετσανάκη
Ευαγγελία, νοσηλεύτρια
201.
Βενετσανάκη
Μαρία, οικιακά
202.
Βενετσανάκης
Αναστάσιος, πτυχιούχος ΤΕΦΑΑ
203.
Βενετσανάκης
Αντώνιος, συνταξιούχος
204.
Βενετσανάκης Ιάκωβος, εφέτης διοικητικών δικαστηρίων
205.
Βενιέρη
Ευαγγελία, βιβλιοπώλης
206.
Βεντούρη
Αθηνά, οικονομολόγος
207.
Βεντούρης
Ευάγγελος, εκπαιδευτικός
208.
Βλαβιανού Καλλιόπη, ιδιωτικός υπάλληλος
209.
Βλαχάκης Νικόλαος, εκπαιδευτικός
210.
Βλάχου
Ευτυχία, οικιακά
211.
Γαρεφαλάκη
Ευαγγελία, συνταξιούχος
212.
Γκαλιμανά
Φοίβη, θεολόγος
213.
Γρίβα
Ζωγραφιά, εκπαιδευτικός
214.
Γρίβας Αντώνιος, Α΄ μηχανικός Ε.Ν.
215.
Γρίβας Πέτρος, μηχανολόγος-ηλεκτρολόγος
216.
Δέδε
Χαρίκλεια, οικιακά
217.
Δέδες
Δημήτριος, μηχανικός αυτοματισμών
218.
Διαμαντή
Ιωάννα, ελεύθερος επαγγελματίας
219.
Διαμαντής Κωνσταντίνος, ελεύθερος
επαγγελματίας
220.
Εγγλέζος Εμμανουήλ, δικηγόρος
221.
Ευγενίου
Ευαγγελία, οικιακά
222.
Ευθυμιόπουλος
Νικόλαος, ιδιωτικός υπάλληλος
223.
Ζουβελέκη
Τερψιχόρη, γυμνάστρια
224.
Hλιάκης Γεώργιος, ελεγκτής
εναέριας κυκλοφορίας
225.
Θεοφίλου
Σταύρος, φοιτητής Κοινωνικής Εργασίας
226.
Θεοφίλου Φανή, φοιτήτρια Νομικής
227.
Θεοχάρη
Σταυρούλα, φοιτήτρια
228.
Θεοχάρης
Γεώργιος, φοιτητής
229.
Θεοχάρης
Ιωάννης, εκπαιδευτικός
230.
Ιωαννίδη
Αγγελική, διαιτολόγος
231.
Ιωαννίδη Χρυσούλα,
καθηγήτρια
232.
Ιωαννίδης Δημήτριος, συνταξιούχος Α'
μηχανικός Ε.Ν.
233.
Ιωαννίδης Κωνσταντίνος, υποψήφιος διδάκτωρ μοριακής βιολογίας
234.
Καλκανδή
Αριάνθη, συνταξιούχος
235.
Καλκανδή Άννα, δασκάλα
236.
Καναλέ
Ελευθερία, ιδιωτικός υπάλληλος
237.
Καναλέ
Μαρία, οικιακά
238.
Καναλές
Νικόλαος, ιδιωτικός υπάλληλος
239.
Καναλές
Παντελής, επιχειρηματίας
240.
Καναλές
Φανούριος, ιδιωτικός υπάλληλος
241.
Καπά Μαρίκα,
συνταξιούχος
242.
Καπάτσου
Ζωή, συνταξιούχος
243.
Καπετανάκη
Ζωή, οικιακά
244.
Καπετανάκης
Επαμεινώνδας, συνταξιούχος Π.Α.
245.
Καπίρη
Αναστασία, συνταξιούχος
246.
Καραμολέγκος
Γεώργιος, φοιτητής Πανεπιστημίου Πειραιά
247.
Καραμολέγκος
Ευάγγελος, έμπορος
248.
Καραμολέγκος
Στυλιανός, ιδιωτικός υπάλληλος
249.
Καραμολέγκου
Σοφία, οικιακά
250.
Καραφίλη
Μαρουλία, οικιακά
251.
Καραφίλη
Σταυρούλα, οικιακά
252.
Κατσαρά
Ειρήνη, δασκάλα
253.
Κατσαρά Ελευθερία,
δημοτική υπάλληλος
254.
Καφούρου
Μαρούσα, καταστηματάρχης
255.
Κιουρκτσόγλου
Αριστέα, εκπαιδευτικός, μουσικός
256.
Κλάδος Ζαχαρίας,
ηλεκτρονικός μηχανικός
257.
Κλάδου
Αδαμαντία, οικονομολόγος, τραπεζικό στέλεχος
258.
Κομνηνού
Πολυξένη, οικιακά
259.
Κομνηνού
Σουλτάνα, πολιτικός μηχανικός
260.
Κοτσολάκου
Παρασκευή, οικιακά
261.
Κουρκουλή
Πηνελόπη, οικιακά
262.
Κουτσιρίμπα
Αγγελική, συνταξιούχος
263.
Κουτσόπουλος
Αθανάσιος, μηχανικός υπολογιστών
264.
Κουτσόπουλος
Γεώργιος, συνταξιούχος
265.
Κουτσούρη Αργυρώ, συνταξιούχος λογίστρια
266.
Κουτσούρη Ειρήνη, δασκάλα
267.
Κουτσούρης Γεώργιος, συνταξιούχος βιοτέχνης
268.
Κυπραίου
Ευθυμία, οικιακά
269.
Κωνστανταράκη
Ευαγγελία, συνταξιούχος τραπεζικός
270.
Λέκκα
Βασιλική, οικιακά
271.
Λέκκα Πηνελόπη, φοιτήτρια
272.
Λιβάνης Γεράσιμος, επιχειρηματίας
273.
Λιβάνης Ιωάννης, ιδιωτικός υπάλληλος
274.
Λιβάνης Σπυρίδων, επιχειρηματίας
275.
Λιβανός
Αντώνιος, καθηγητής φυσικός
276.
Λιβανού
Ανδριάνα, μαθητρια
277.
Λιβανού Ζωή,
φιλόλογος
278.
Λιβανού
Μαρία, πολιτικός μηχανικός
279.
Λιόλιου
Αγγελική, ιδιωτικός υπάλληλος
280.
Λιόλιου
Αικατερίνη, εκπαιδευτικός
281.
Λιόλιου
Σοφία, συνταξιούχος
282.
Λυκοπάντη
Ταξιαρχούλα, οδοντοτεχνίτης
283.
Μαδιάς
Κωνσταντίνος, καθηγητής ισπανικής
284.
Μέξη
Διαμάντω, βοηθός λογιστή
285.
Μεϊμάρη
Ευαγγελία, συνταξιούχος
286.
Μεϊμάρη
Ιφιγένεια, αρχιτέκτων
287.
Μεϊμάρης
Δημητριος, άνεργος
288.
Μιχαλακάκου
Μαρία, οικιακά
289.
Μιχόπουλος
Χρήστος, ελεύθερος επαγγελματίας
290.
Μπαϊράμογλου
Αθηνά, έμπορος
291.
Μπαϊράμογλου
Ελισάβετ, έμπορος
292.
Μπαϊράμογλου
Σοφία, επιχειρηματίας
293.
Μπακοδήμα
Ευγενία, συνταξιούχος
294.
Μπινίκος Ιωάννης, μηχανολόγος μηχανικός
295.
Μπούη
Αικατερίνη, οικιακά
296.
Μπουχλιέρη
Χαρίκλεια, ιδιωτικός υπάλληλος
297.
Μυλωνάς
Αλέξανδρος, συνταξιούχος
298.
Μυλωνάς
Μενέλαος, πτυχιούχος ΤΕΙ
299.
Μωραϊτης Ευάγγελος, συνταξιούχος μηχανικός
300.
Νάννος
Ιωάννης, Α΄ μηχανικός Ε.Ν.
301.
Νάννου
Ορσία, νομικός
302.
Νάννου
Παρασκευή, συνταξιούχος
303.
Νικητοπούλου
Ειρήνη, ιατρός
304.
Νικολαϊδου
Αγγελική, συνταξιούχος
305.
Νικολαϊδου
Σταματίνα, συνταξιούχος
306.
Ντε Σιμόνε
Μαρία, φοιτήτρια
307.
Παϊβανάς
Σπυρίδων, τραπεζικός υπάλληλος
308.
Πάλλη Μαρία,
φοιτήτρια ισπανικής
309.
Παπαδάκη
Αρτεμισία, συνταξιούχος
310.
Παπαδημητρίου
Γεώργιος, φοιτητής ΤΕΙ Πειραιά
311.
Παπαδημητρίου
Νικόλαος, επιχειρηματίας
312.
Παπαδημητρίου
Κλημεντίνη, φοιτήτρια ΤΕΙ Λάρισας
313.
Παπαδόπουλος
Αλέξανδρος, τραπεζικός υπάλληλος
314.
Παπαδοπούλου
Μαρία, τραπεζικός υπάλληλος
315.
Παπαστάθης
Χρήστος, συνταξιούχος Π.Ν.
316.
Παπαγιάννη
Παναγιώτα, οικιακά
317.
Παπαδόπουλος
Αλέξανδρος,
318.
Παππά
Κωνσταντίνα, οικιακά
319.
Παππάς
Παύλος, συνταξιούχος
320.
Παχούλη
Αγνή, καθηγήτρια
321.
Παχούλης
Νικόλαος, συνταξιούχος
322.
Πετράκας
Θεοφάνης, στρατιωτικός
323.
Πλαφαδέλλης
Δημήτριος, οδηγός
324.
Πλαφαδέλλης
Σάββας, μαθητής λυκείου
325.
Πριμικύρη
Σταματίνα, δασκάλα
326.
Ραδόπουλος
Δημήτριος, ιδιωτικός υπάλληλος
327.
Ραδόπουλος
Πασχάλης, ιδιωτικός υπάλληλος
328.
Ραδοπούλου
Ευαγγελία, νηπιαγωγός
329.
Ραϊση
Δήμητρα, συνταξιούχος
330.
Ρηγόπουλος
Βασίλειος, εργολάβος
331.
Ρηγόπουλος
Μιχαήλ, σπουδαστής
332.
Ρηγοπούλου
Ευαγγελία, παρασκευάστρια φαρμακείου
333.
Ριζοπούλου
Άννα, συνταξιούχος
334.
Σγούρα
Ελένη, οικιακά
335.
Σγούρας
Κωνσταντίνος, εκπαιδευτικός
336.
Σκλάβαινα
Δήμητρα, ιδιωτικός υπάλληλος
337.
Σκουρτσίδης Γεώργιος, μαθητής Λυκείου
338.
Σκουρτσίδης Νικόλαος, καθηγητής καλλιτεχνικών
339.
Σκουρτσίδης
Παναγιώτης, φοιτητής Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών
340.
Σκριβάνου Κυριακή, συνταξιούχος
341.
Σούκερα
Αγάθη, οικιακά
342.
Σούσος
Γεώργιος, ελεύθερος επαγγελματίας
343.
Σούσος
Ιωσήφ, ελεύθερος επαγγελματίας
344.
Σούσου
Βασιλική, οικιακά
345.
Σούσου Ρένα,
οικιακά
346.
Στάμου
Εριθέλγη, οικιακά
347.
Στάμου
Ευαγγελία, συνταξιούχος
348.
Σταυρακοπούλου
Γεωργία, οικιακά
349.
Στρατάκος
Παναγιώτης, Απόφοιτος
Ακαδημίας Εμπορικού Ναυτικού
350.
Στυλιάρη Παναγιώτα, συνταξιούχος καθηγήτρια
351.
Τζέκος
Δημήτριος, επιχειρηματίας
352.
Τζέκου
Μαρία, ιδιωτικός υπάλληλος
353.
Τζιράκη
Φωτεινή, εκπαιδευτικός
354.
Τζιράκης
Εμμανουήλ, Α΄ μηχανικός Ε.Ν.
355.
Τσάκωνα
Ξένη, φοιτήτρια
356.
Τσάκωνα
Στυλιανή, δικηγόρος
357.
Τσάμπουρα
Ευγενία, οικιακά
358.
Τσιλπιρίδου
Δέσποινα, εκπαιδευτικός
359.
Τσιπιρίδου
Ευαγγελία, συνταξιούχος
360.
Τσουβαλάς
Εμμανουήλ, ιδιωτικός υπάλληλος
361.
Τσώλος Γεώργιος,
ασφαλιστής
362.
Φάρου Φωτεινή,
συνταξιούχος λογίστρια
363.
Φράγκος Αναστάσιος, λογιστής
364.
Φουστέρη
Φωτεινή, οικιακά
365.
Χαρισιάδου Θεοδώρα, συνταξιούχος
366.
Χριστοδουλάκη
Βασιλική, ιδιωτικός υπάλληλος
367.
Χριστοδουλάκης
Χρήστος, ταξιδιωτικός πράκτορας
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

