Κυριακή 15 Απριλίου 2012

Νίκου Ντόντου:Η Ανάσταση της Γυμνής Ζωής. Σχόλιο στη θεολογία του Πάσχα του







Αν προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε τις θεολογικές συνδηλώσεις του πασχάλειου λειτουργικού χρόνου, στον οποίο αυτές τις ημέρες μυσταγωγούμαστε, δύο είναι οι πόλοι πάνω στους οποίους οφείλουμε να εστιάσουμε, εάν βεβαίως αφήσουμε στην άκρη τα φολκλορικώς και εθνικοθρησκευτικώς αυτονόητα: ο Σταυρός και η Ανάσταση. Αυτά όμως που η γλώσσα δεν μπορεί παρά να τα αναπαριστά απομονωμένα και εμείς συνήθως τα προσλαμβάνουμε ως αλληλοδιάδοχα στάδια θρησκευτικών απλώς τελετών, τα συνδέει η χαλκηδόνεια ενότητα (ασυγχύτωςατρέπτωςαχωρίστωςαδιαιρέτως) του προσώπου του Χριστού. Θεός και άνθρωπος, πάσχων και ανιστάμενος, ένας και ο αυτός. Ο δημιουργός της ζωής σαρκώθηκε, έζησε τη ζωή του ανθρώπου ως τα ακρώρεια του πόνου, ως τον ίδιο τον θάνατο, για να αναστήσει την ελπίδα με τη νίκη του κατεπάνω στο θάνατο.
Ο σκοπός της Ενσάρκωσης φθάνει με το Σταυρό και την Ανάσταση σε μια αξεπέραστη κορύφωση. Η ιστορία όμως δεν τελειώνει εδώ. Συνεχίζεται, αίφνης, ως πορεία του ανθρώπου προς την ενηλικίωση-τελείωση, εκεί που τον κατευθύνει ο Χριστός, ο πλήρης και τέλειος Θεός, ο πλήρης και τέλειος άνθρωπος. Εδώ, σ’ αυτή τη συνέχεια, εντοπίζεται η πραγματικότητα της Εκκλησίας, του Σώματος του Χριστού, που εν Αγίω Πνεύματι φανερώνει στην ιστορία τις συνέπειες του Σταυρού και της Ανάστασης.
Αξίζει να επιμείνουμε στην εικόνα του Θεού, η οποία μας φανερώνεται μέσω του προσώπου του Χριστού. Δεν πρόκειται για ένα Θεό απόμακρο, παντοδύναμο και κυρίαρχο, σύμφωνα με τη θεολογία των σχολαστικών δογματικών εγχειριδίων και της αφελούς κατήχησης.
Αντίθετα, είναι ένας «Θεός της Ιστορίας και του Διαλόγου». Ήδη από το πρώτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, τη Γένεση, τον βλέπουμε να δημιουργεί την κτίση και να διαλέγεται μαζί της μέσω της «κορωνίδας» της δημιουργίας, του ανθρώπου. Συμπλέκεται με την ιστορική συνθήκη του ανθρώπου και αποκαλύπτει, σε ιστορικά γεγονότα και φυσικά φαινόμενα θεοφανειακά, τον σκοπό, τον προορισμό και το νόημα της ανθρώπινης ζωής. Ο διάλογος αυτός φθάνει στο ανώτερο σημείο του στο ίδιο το γεγονός της πρόσληψης του Ανθρώπου στο πρόσωπο του Υιού και Λόγου του Θεού. Μακριά από τη μεταφυσική υπερβατικότητα του Θεού των φιλοσόφων, «γίνεται ιστορία» και αναδεικνύει απτό και εμπειρικά προσεγγίσιμο στο σώμα Του το όραμα της εσχατολογικής πληρότητας και καθολικότητας.
Είναι, στη συνέχεια, ένας «Θεός της Εξόδου και της Ελευθερίας». Από την κλήση του Αβραάμ: «Έξελθε εκ της γης και εκ της συγγενείας σου…», την έξοδο από τη φαραωνική δουλεία της Αιγύπτου και τη διάβαση-πέρασμα (Peshah-Πάσχα), ως την ύστατη κένωση του Σταυρού, της άρσης του θανάτου και της προσφοράς της αναστάσιμης ζωής, ο Θεός καλεί τον άνθρωπο σε μια έξοδο από τη μοιρολατρία και την τραγωδία της ιστορικής του ζωής. Με το στόμα των Προφητών του καλεί σε σχέσεις ειρηνικές, σχέσεις κοινωνικής δικαιοσύνης και ισότητας, πέραν των υποδουλώσεων στην ειδωλολατρία της κάθε εποχής.
Αντί για ένα Θεό που προκαλεί το φόβο και τον τρόμο, βλέπουμε και πιστεύουμε σε ένα «Θεό της διακονίας και της κένωσης»: «εγώ δέ ειμι εν μέσω υμών ως ο διακονών» (Λουκάς 22:27), σε έναν «Θεό της κοινωνίας», σε έναν Θεό τριαδικό, Θεό της σχέσης και της αλληλοπεριχώρησης, που από πλεόνασμα αγάπης προτείνει τη δική του αγαπητική κοινωνικότητα ως πρότυπο της ζωής του ανθρώπου, σύμφωνα με την αρχιερατική προσευχή του Ιησού: «ίνα ώσιν εν»
Ο Θεός, στο πρόσωπο του Χριστού, ταυτίζεται με τους πεινασμένους και τους διψασμένους, τους εν φυλακή, τους απογυμνωμένους από δύναμη και εξουσία, τους διωκόμενους από τις ποικιλόμορφες εξουσίες. Ταυτίζεται με τα θύματα κάθε μορφής και αντιστρατεύεται τους θύτες, όπως, εκτός από τον Σταυρό, μας το δείχνει με απαράμιλλη σαφήνεια και η παραβολή της τελικής κρίσης (Ματθαίος 25:31-46). Για να χρησιμοποιήσουμε μια έννοια των σύγχρονων φιλοσοφικών αναζητήσεων, ο Χριστός ταυτίζεται με τη «γυμνή ζωή» (Giorgio Agamben), τη ζωή χωρίς θρησκευτικά ή πολιτικά δικαιώματα, τη ζωή που γίνεται αντικείμενο εξουσιασμού και καταπίεσης μέσα στην ιστορία.
Στο Σταυρό της Μεγάλης Παρασκευής απόκειται η μοίρα της «γυμνής ζωής», αλλά στον «κενό τάφο» καταλύεται η απελπισία και ανασταίνεται η ελπίδα του ανθρώπου. Η ιστορία γίνεται πλέον ο χωροχρόνος όπου η αγάπη σταυρώνεται, η βία ηττάται χωρίς αντι-βία, η δύναμη των ισχυρών αναιρείται στην πορεία προς την αναστάσιμη αγαθοτοπία του τριαδικού οίκου, της Βασιλείας του Θεού. Η Βασιλεία του Θεού −που διαστέλλεται ριζικά από κάθε μορφής κοσμική εξουσία, από το βασίλειο του Καίσαρα− είναι το παράθυρο που ανοίγει η Εκκλησία σε αυτό τον άλλο, τον διαφορετικό, τρόπο του βίου.
Είναι αυτονόητο όμως ότι εδώ έχουμε μια διάσταση δυναμική. Δεν πραγματοποιείται η υπέρβαση της ιστορικής τραγωδίας του ανθρώπου μαγικά και μηχανιστικά, δεν αναιρείται με τελετουργίες, αλλά με την πράξη του χριστοποιούμενου ανθρώπου, πράξη κοινωνική, πράξη ιστορική, με εσχατολογική προοπτική. Ο άνθρωπος αναλαμβάνει ένα ενεργητικό, καλύτερα συνεργητικό, ρόλο στην έλευση της Βασιλείας του Θεού, με τη σταυρική συμ-πάθεια και αλληλεγγύη, στο πλευρό των σταυρούμενων θυμάτων, των ελαχίστων αδελφών του Αναστάντος. Δεν αποτελεί η εν Χριστώ ζωή, η Εκκλησία, ένα ατομικό θρησκευτικό δέον, αλλά ζωντανή, ευχαριστιακή, καθολική συναδέλφωση, στην οποία, όταν και όσο πραγματώνεται, φανερώνονται όψεις και σημεία της εσχατολογικής ακεραίωσης.
Η καθολική Ανάσταση, λοιπόν, δεν είναι δεδομένη και στατική θρησκευτική, κατάσταση, αλλά δυναμικά ενεργούμενη έλευση, η οποία εμποδίζεται από την ιστορική κακοήθεια και απανθρωποποίηση. Χρέος του χριστιανού είναι η ανάληψη του Σταυρού εντός της ιστορίας και της κοινωνίας, και η ταύτιση με τα πρόσωπα των διωκόμενων και κακοποιούμενων εικόνων του Χριστού. Με όρους σύγχρονους, η ταύτιση με την απανθρωποποίηση και γκεττοποίηση των μεταναστών, των κοινωνικά και οικονομικά αποκλεισμένων, των εκμεταλλευόμενων γυναικών και παιδιών, των ανέργων και των αστέγων, των ψυχικώς ή σωματικώς πασχόντων, των θυμάτων του πολέμου. Εδώ ανακαλύπτουμε την κυρίαρχη σημασία της έννοιας του ευαγγελικού «πλησίον» και της χριστιανικής «αγάπης» με όρους ρεαλιστικούς, μακριά από ακίνδυνους ηθικισμούς και συναισθηματισμούς...
Αν ο Χριστός «διήλθεν ευεργετών και ιώμενος» (Πράξεις 10:38), συμπεραίνουμε ότι τώρα το έργο θεραπείας και ίασης εναπόκειται σε μας, στα μέλη του Σώματός Του, στην Εκκλησία, αν και εφόσον επακολουθούμε «τοις ίχνεσιν αυτού» (Α΄ Πέτρου 2:21). Γίνεται νομίζουμε κατανοητό ότι, για να μετάσχουμε στο Πάσχα και την Ανάσταση, είναι απαραίτητο να υπερβούμε τα είδωλα ενός «ακίνδυνου» για το κοινωνικό κατεστημένο Θεού, με τα οποία έχουμε αντικαταστήσει το ζωντανό Θεό, τον αναστημένο Θεό.
Η πίστη σ’ αυτόν τον αποειδωλοποιημένο Θεό πιστοποιείται εμπειρικά μόνο εφόσον ανακαινίζει την κοινωνικότητα των ανθρώπων στην προοπτική ελεύθερων και αγαπητικών προσωπικών σχέσεων, μακριά από την αγελαία συνύπαρξη των παραδοσιακών κοινωνιών, τον ανέραστο ατομικισμό των νεωτερικών κοινωνιών, αλλά και από την απαλλοτρίωση της αυτονομίας του ανθρώπινου προσώπου σε θεσμούς συγκεντροποίησης της εξουσίας και νομιμοποιημένης βίας ή αποκεντρωμένης βιοεξουσίας και αυτοκρατορικού ελέγχου (Negri-Hardt). Εδώ, στις παραπάνω προϋποθέσεις, βρίσκεται και η απάντηση του Χριστιανισμού στη σύγχρονη εποχή του κενού (Gilles Lipovetsky), η οποία εσχατολογικά υπερβαίνεται στην σταυρική εν Χριστώ κοινωνικότητα του αναστάσιμου σώματος του Χριστού.
Είναι γνωστός ο συμβολισμός της Εκκλησίας ως καραβιού και η θεώρηση του πιστού ως ταξιδιώτη (πάροικος, παρεπίδημος). Το σώμα του Χριστού βρίσκεται in statu viae (καθ’ οδόν, εν πορεία), το τέλμα και ο εφησυχασμός απειλούν την υγεία και την ορθοτόμηση της αλήθειας από το εκκλησιαστικό σώμα, οδηγούν στη θεσμοποίηση, τη θρησκειοποίηση και την αμαρτωλή αδράνεια. Η προφητική κριτική, η εσχατολογική εγρήγορση και συμμετοχή στα εκκλησιαστικά τεκταινόμενα με πνεύμα μετάνοιας και αυτοκριτική διάθεση εμφαίνουν υγεία και πιστότητα στο Χριστό.
Η ταύτιση της Εκκλησίας με τον κλήρο, η ιεροκρατική-θρησκειοποιημένη εκδοχή του Χριστιανισμού, η εξουσιαστική διαίρεση του Σώματος και η μετατροπή του «λαού του Θεού» σε υποταγμένο καταναλωτή θρησκευτικών τελετών και διοικητικών αποφάσεων της ιεραρχίας δεν ήταν η κενωτική βούληση του ιδρυτή της, του αναστημένου Χριστού. Η συνεχής διερώτηση και ο προβληματισμός για την εκκλησιαστική πορεία, εν τέλει η συμμετοχή στη ζωή της εκκλησίας, αλλά και η απόρριψη της ιστορικής κακοήθειας που έχει εισβάλει εντός του εκκλησιαστικού σώματος, αποτελεί χρέος και υπαρξιακή-ιστορική ευθύνη, Σταυρό και Ανάσταση, έξοδο από τη θανατοφορία και πέρασμα σε μια ζωή που αληθεύει αναστάσιμα.

Σάββατο 14 Απριλίου 2012

Ο Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος «ΚΑΙΡΟΣ» σας εύχεται Καλή Ανάσταση!





heria

Μαγδαληνή
Τον ξεχώρισα μόλις τον είδα,
ήμουνα τακτική στα κηρύγματα του,
πούλησα κι ένα κτηματάκι της θείας μου
για να τον ακολουθήσω.
Όμως όταν πια όλα τα ξόδεψα,
αποφάσισα να πουλήσω και το κορμί μου,
στην αρχή στους ανθρώπους των καραβανιών,
κατόπι στους τελώνες •
κοιμήθηκα με σκληροτράχηλους Ρωμαίους
κι οι Φαρισαίοι δε μου είναι άγνωστοι.
Κι όμως μέσα σ' αυτά δεν ξεχνούσα τα μάτια του.
Μήνες για χάρη του έτρεχα απ' το Ναό στο λιμάνι
κι απ' την πόλη στο Όρος των Ελαιών.
Κύριε μυροπώλη, κάντε μου,
σας παρακαλώ, μια μικρή έκπτωση.
Για ένα βάζο αλάβαστρου
δε φτάνουν οι οικονομίες μου.
Κι όμως πρέπει να αποχτήσω
αυτό το μύρο με τα σαράντα αρώματα.
Μ' αυτό το μύρο θ' αλείψω τα πόδια του,
μ' αυτά τα μαλλιά θα σφουγγίσω τα πόδια του,
μ' αυτά τα χείλη, τα πόδια του
τα εξαίσια κι άχραντα θα φιλήσω.
Ξέρω, είναι πολύ αυτό το μύρο για τη μετάνοια,
ωστόσο για τον έρωτα είναι λίγο.
Κι αν μια μέρα ασπαστώ το χριστιανισμό,
θα είναι για την αγάπη του•
κι αν μαρτυρήσω γι' Αυτόν,
θα 'ναι η αγάπη του που θα μ' εμπνέει.
Γιατί, κύριε, ο έρωτας μου
ανάβει την πίστη κι η αγάπη τη μετάνοια
κι ίσως μείνει αιώνια τ' όνομά μου σα σύμβολο
εκείνων που σώθηκαν
και λυτρώθηκαν «ότι ήγάπησαν πολύ»
Από τη συλλογή «Εποχή των ισχνών αγελάδων» (1950) του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Μαρία Χατζηαποστόλου : Περιμένοντας την Ανάσταση…





Περιμένοντας την Ανάσταση…

-Τρεις ποιητικές απόπειρες υπό τη σκιά του Άδη-



«Κασσιανή…».

«Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις·
ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη…».

Ποιου ανεκπλήρωτου έρωτα η σκιά σε καταδιώκει;
Στην αστραπή των νεφελών Εκείνον ψηλαφίζεις...
Eκείνον ψηλαφείς... Τον μόνον Εραστήν...

Σ’ εσένα Κασσιανή, που στην απουσία των αιώνων, στέκεις...


«Ο Έρωτας στον Άδη».

«Ἡ ζωή ἐν ταφῷ…».

Αγέρι αναστάσιμο στον ήχο της καμπάνας,
της πένθιμης, της μοναχής...
Της πασχαλιάς στον άνεμο, στον ήλιο που ανθίζει…

Έρωτας και στο θάνατο, θάνατος δε λογιέται,
του ανθρώπου ο μέγας ο καημός, τώρα που ξεπερνιέται…

Εσταυρωμένος Έρωτας, που θα ‘ρθει με τ’ αγέρι,
μες το χειμώνα το βαρύ να φέρει καλοκαίρι…

Ακέραιος και κραταιός, ήλιος μες στο σκοτάδι,
για να διαλύσει ολάκερο, συθέμελα τον Άδη…

Κι’ όταν θα έρθεις, ανοιχτούς θ’ αφήσω όλους τους δρόμους,
για να διαβείς φωτίζοντας όλους τους παρανόμους…


«Άνοιξη».

«Ὤ γλυκύ μου ἔαρ…».

Τ’ αηδόνι πάλι σιώπησε
ν’ ακούσει τη σιωπή Σου…
Κόκκινη σαν το αίμα μας
γίνηκε η κραυγή Σου…
Άνοιξη αναστάσιμη
κι’ ολόχαρη προβάλει…
Και η ροδιά πολύχρωμη
περιγελεί τον Άδη…




Θεσσαλονίκη,Μ.Παρασκευή, Άνοιξη 2012.

Στρατής Ψάλτου: Ὦ γλυκύ μου ἔαρ»






Μεγάλη Εβδομάδα. Διάλεξα από τους ύμνους της να σταθώ σ’ εκείνον που βρίσκεται ανάμεσα στα Εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής: «Ὦ γλυκύ μου ἔαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον, ποῦ ἔδυ σου το κάλλος;» Διατηρώ τη στίξη του πολυτονικού, παραμένοντας έτσι πιστός στην αισθητική του πρωτοτύπου κειμένου. Ως προς τη μετάφρασή του, υιοθετώντας την αισθητική του Βάρναλη από τη “Μάνα του Χριστού”, θα μπορούσαμε να πούμε: «Άνοιξή μου γλυκιά, γλυκό μου παιδί, πού χάθηκε η ομορφιά σου;»
Διάλεξα αυτόν τον ύμνο γιατί θέλω να σταθώ στη λέξη «ἔαρ», δηλαδή στην «άνοιξη». Καθώς η φράση «Ὦ γλυκύ μου ἔαρ» πολλές απομονώνεται και καθώς η γιορτή τού Πάσχα είναι ταυτισμένη με την εποχή της άνοιξης, συχνά το άκουσμα της λέξης μεταφέρει το νου σε αυτήν τη σημασία. Για να θυμηθούμε ξανά το Βάρναλη από το ίδιο ποίημα: «Πώς οι δρόμοι ευωδάνε με βάγια στρωμένοι / ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρω μπαξέδες… Φεύγεις πάνου στην άνοιξη, γιέ μου καλέ μου / Άνοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις».
Ωστόσο, η «Άνοιξη» αυτή δεν έχει τη σημασία της εποχής. Για να αρχίσουμε να προσεγγίζουμε το διαφορετικό νόημά της, μπορούμε να φέρουμε στο νου τη φράση «η καρδιά μου ανοίγει όταν σε βλέπω». Η έκφραση «άνοιξή μου γλυκιά» είναι πιο κοντά σε αυτήν τη σημασία. Άνοιξή μου γλυκιά, δηλαδή άνοιξη της καρδιάς μου. Η καρδιά μας ανοίγει, γινόμαστε άνοιξη, καθώς βλέπουμε εκείνον που είναι άνοιξη της καρδιάς και γίνεται ο δρόμος της δικής μας καρδιακής άνοιξης και «διά - άνοιξης». Η «άνοιξη» της καρδιάς είναι η «διάνοιξη» του πνεύματος. Το έχουμε ξαναγράψει και επανερχόμαστε σε αυτό. Έναντι των ποικίλων παρερμηνειών του πνεύματος, ο Martin Heidegger διέκρινε το πνεύμα από την κενή οξυδέρκεια και το ανεύθυνο παιχνίδι της εξυπνάδας και το όρισε ως διάνοιξη (Erschlossenheit): πνεύμα είναι η διάνοιξη του ανθρώπου από τη μερικότητα του θελήματός του προς την κατεύθυνση της συλλογικής αρμονίας.


Τη διάνοιξη αυτή, και επομένως την άνοιξη, βλέπουμε στο πρόσωπο του Χριστού όταν λέει: ««Πάτερ μου, ει δυνατόν εστί, παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο· πλην ουχ ως εγώ θέλω αλλ’ ως συ» (Ματθ. 22). Με αυτόν τον τρόπο είναι η Άνοιξη και η Ομορφιά ή το Κάλλος. Το «συ» στην παραπάνω φράση δε σηματοδοτεί απλώς ένα άλλο «εγώ», αλλά τη διαλεκτική υπέρβαση του «εγώ» και της μερικότητας του θελήματος.
Το ζήτημα του θελήματος με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αποτελεί βασικό ζήτημα μεγάλων θρησκευτικών παραδόσεων και μεγάλων φιλοσοφικών έργων τόσο της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, όσο και της νεώτερης. Με τις εργασίες τους, Arthur Schopenhauer («Die Welt als Wille und Vorstellung») και ο Friedrich Nietzsche («Der Wille zur Macht») καθιστούν δικαίως το ζήτημα του θελήματος («Wille») κεντρικό ζήτημα της φιλοσοφικής ανάλυσης. Σκέψεις και συναισθήματα κρατούν το θέλημα του κάθε άνθρωπου εγκλωβισμένο και αιχμάλωτο μέσα στη μερικότητα, η οποία όσο υπάρχει, είναι καταδικασμένη πάντοτε να πληγώνεται και να πληγώνει. Η μερικότητα αυτή του θελήματος είναι ικανή να οδηγήσει ακόμη και μία ολόκληρη κοινωνία στη χρεωκοπία και την αποσύνθεση, καθώς οι επιδιώξεις των μελών της θα υπονομεύουν το συλλογικό συμφέρον. Αυτή άλλωστε είναι και η αγωνία που ζει στις ημέρες μας η ελληνική κοινωνία. Το θέλημα των μελών της, τόσο των πολιτικά και οικονομικά ισχυρών, όσο και των πολιτικά και οικονομικά αδύναμων, εγκλωβισμένο μέσα στη μερικότητα, υπονομεύει το συλλογικό της συμφέροντος. Όσο το θέλημα θα παραμένει εγκλωβισμένο και αιχμάλωτο μέσα στο πάθος της μερικότητας, κοινωνία και πρόσωπα θα είναι καταδικασμένα στην αγωνία. Με αφορμή τη Μεγάλη Εβδομάδα, βρισκόμαστε ενώπιον των συμβόλων και του νοήματος μιας διάνοιξης αυτής της μερικότητας και μιας άνοιξης της καρδιάς μας. Μιας άνοιξης που μπορεί να πάψει να είναι μια συνεχής χαμένη άνοιξη του ιστορικού μας παρόντος.

Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

Οι λυγμοί της πόρνης και του πατέρα τα δάκρυα




του Γιώργου Μάλφα



Το βράδυ της Μ. Τρίτης ως γνωστόν, στους ναούς των Ορθοδόξων όπου γης, ψάλλεται το περίφημο τροπάριο της Κασσιανής. Το απόλυτο αυτό αριστοτέχνημα λόγου και μέλους στο οποίο η χαρισματική βυζαντινή υμνογράφος εξέφρασε με τρόπο ακραία αληθινό και ποιητικά μοναδικό, τον καημό και το πάθος της «αλειψάσης τον Κύριον μύρω πόρνης γυναικός».

Κάθε Μ. Τρίτη βράδυ αναπολώ με συγκίνηση τον παπά πατέρα μου, αυτόν των παιδικών μου χρόνων στο γενέθλιο νησί μας. Σοβαρός και ιεροπρεπής εξέρχονταν του ιερού προκειμένου να πάρει θέση στο δεξιό χορό για να ψάλλει ο ίδιος το «Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή…» περιστοιχιζόμενος από μια ομάδα ζωηρών εφήβων. Καμάρωνα μέσα μου τότε για την πρωτοκαθεδρία του πατέρα και πατώντας στις μύτες των ποδιών μου προσπαθούσα να ανασηκωθώ ώστε να βλέπω κάτι από το μεγάλο ορθάνοιχτο βιβλίο. Θυμάμαι την απόλυτη σιγή που επικρατούσε τότε μονομιάς στην εκκλησία και την αυστηρή  προσήλωση του πατέρα στην απόδοση του ύμνου. Αισθάνομαι ακόμη το βαρύ χέρι του που ακουμπούσε στον ώμο μου. Και στ’ αυτιά μου ηχεί ακόμη το ισοκράτημα της χορωδίας. Εκεί στο αναλόγιο της ενορίας μας, τα πρώτα συλλαβίσματα, «ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι» που λέει ο Ελύτης. Παιδικά αλησμόνητα βιώματα…

Μα κάτι ιδιαίτερο, μου προξενούσε ξεχωριστή εντύπωση κάθε Μ. Τρίτη…
 «Πόρνη προσήλθέ σοι», «Η πόρνη εν κλαυθμώ ανεβόα», «Το πολυτίμητον μύρον η πόρνη έμιξε μετά δακρύων», «Πόρνη επιγνούσα Θεόν» «Ήπλωσεν η πόρνη τας τρίχας σοι τω Δεσπότη»… Αυτά και άλλα πολλά, διόλου εύηχα, εκστομίζονταν κατ’ εξακολούθησιν μελωδικά στη διάρκεια όλης της βραδιάς. Παρά την αφελή μου τότε άγνοια υποψιαζόμουν πάντως ότι κάτι εξόχως τολμηρό λέγεται με μιαν επιμονή εντελώς ακατανόητη. Η περιέργεια με έτρωγε. Για να ρωτήσω τον πατέρα ζητώντας διευκρινίσεις ούτε λόγος. Κάτι μου έλεγε να μην το αποτολμήσω, να μην τον φέρω σε δύσκολη θέση. Και πάντως η διάχυτη και αόριστη εξήγηση περί «κακών γυναικών» που τυχαία έπιασε τ’ αυτί μου δεν με ικανοποιούσε καθόλου. Ύποπτα πληθωρικός ο λόγος σε μια ακολουθία, για τόσες πολλές και τόσο πολύ «κακές γυναίκες»! Αναζήτησα λοιπόν με τη δέουσα κρυψίνοια  τη σημασία της λέξης «πόρνη» στο παλιό λεξικό της πατρικής βιβλιοθήκης. Η επίμαχη όμως και υπερβολικά κομψευμένη λεξικολογική διατύπωση επέτεινε τη σύγχυση και την απορία μου. Τι σχέση αλήθεια, αναρωτιόμουν, θα μπορούσε να έχει μια  «γυνή εκδιδομένη επί χρήμασι» με το βούρκωμα στα μάτια και τη φωνή του πατέρα, που μας καθήλωνε όλους εκστατικά, μικρούς και μεγάλους, όση ώρα έψελνε το τροπάριο της Κασσιανής;

Κάπου τότε είναι που γεννήθηκε μέσα μου, πρώιμα και μυστικά, ένα δέος απόκρυφο για τις πόρνες. Όλες τις πόρνες. Τις πόρνες γενικώς! Τα χρόνια πέρασαν, η απορία μου λύθηκε και το δέος έγινε συμπάθεια. Τρυφερή και απέραντη συμπάθεια για την κατηγορία αυτή των γυναικών, των τόσο ανυπόληπτων στον θρησκευτικό και κοινωνικό μου περίγυρο.

Φοιτητής μάλιστα στην Αθήνα είχα την ευλογία να «γνωρίσω» πολλές από αυτές! Συνήθιζα  να περπατώ αμέριμνος  αργά τα βράδια στους δρόμους του κέντρου της πρωτεύουσας, δίχως υποψία φόβου και κυρίως ενοχών μη με δει κανένα μάτι. Άλλοτε γιατί έχανα το τελευταίο δρομολόγιο της γραμμής 732 Αθήνα-Άγιος Φανούριος που με πήγαινε στο σπίτι μου, άλλοτε για να αγοράσω φρεσκότατες τις κυριακάτικες εφημερίδες, από το βράδυ του Σαββάτου, στους πάγκους της Ομόνοιας. Κάποιες φορές πάλι απλώς για να … αλλάξω παραστάσεις.

Πλατεία Ομονοίας, Αγ. Κωνσταντίνου, Σωκράτους, πλατεία Βάθη, Λιοσίων, πλατεία Αττικής. Δρόμοι και πλατείες, τόποι απρόσιτοι, σχεδόν απροσπέλαστοι και σιωπηρά απαγορευμένοι τις νυχτερινές ώρες για τη συμβατική κοινωνική ευπρέπεια. Ένα τεράστιος μικρόκοσμος μυστηρίου και μαρτυρίου: λαθραίο  περιθώριο, υγρό καταγώγιο, σκοτεινός υπόκοσμος. Μικρό, περί, κατά, υπό. Μα γιατί τόσες μικρόψυχες  προθέσεις προσχηματικά τοποθετημένες μπροστά σε τόσο άθλιες διαθέσεις; Πόσες απαιτούνται επιτέλους, για να  περιχαρακώσουν τα σώματα και τις ψυχές τόσων ανθρώπων; Πόρνες, αλκοολικοί, τραβεστί, εξαρτημένοι, άστεγοι, σαλοί και τρελαμένοι. Υπολογίστε, σας παρακαλώ, ανάμεσα σ’ αυτούς και κάμποσους αγίους! Τι νομίζατε! «Ου δε επλεόνασεν η αμαρτία, υπερεπερίσσευσεν η χάρις» δεν λέει στη Γραφή; Πνευματικός νόμος! Πάει και τελείωσε. Ας σκούζουν οι ηθικιστές κάθε κοπής. Κάτι παραπάνω ήξερε ο Άγιος της Πολυκλινικής στην Ομόνοια, ο γέροντας Πορφύριος, που δεν απέφευγε τις κακοτοπιές και άγιαζε τα «κακά» κορίτσια την παραμονή των Φώτων μέσα στα ίδια τους τα σπίτια!

Αυτά τα κορίτσια του δρόμου, της φθηνής επιτήδευσης και των περίτεχνων ακκισμών, με το τσιγάρο στο χέρι, που καθώς περνούσες δίπλα τους, εκλιπαρούσαν προκλητικά την παρέα σου, πουλώντας σε ευτελιστική τιμή την τιμή και το μεγαλείο του προσώπου τους. Ανακαλούσα αίφνης τότε το τροπάριο της Κασσιανής με τον τρόπο του πατέρα και η συμπάθειά μου γι’ αυτές μεγάλωνε, αύξανε μέσα μου! Δεν έβλεπα τότε την ασχήμια του ρημαγμένου τους κορμιού, δεν διέκρινα πια πάνω τους τα στίγματα του πάθους, της ταλαιπωρίας, της αγοραίας εκμετάλλευσης. Δεν ήταν οίκτος, δεν ήταν από λύπηση, ήταν κάτι άλλο. Δεν ξέρω. Γι αυτό και θύμωνα πολύ μέσα μου κάθε φορά που περίεργοι περαστικοί, μέσα από την ασφάλεια του αυτοκινήτου τους, ασχημονούσαν με χυδαίες εκφράσεις και προσβλητικές χειρονομίες σε τούτα τα πλάσματα. Κάνε μας επίδειξη ανδρισμού τώρα κύριε κρετίνε!   

Τούτες τις εικόνες και τις αναμνήσεις ανασύρω έκτοτε κάθε χρόνο το βράδυ της Μ. Τρίτης. Και κάποιος καλός φίλος, ο οποίος δηλώνει αγνωστικιστής (και τι μ’ αυτό, εγώ τολμώ να δηλώνω χριστιανός!) μου εκμυστηρεύτηκε πρόσφατα το εκπληκτικό, ότι εκκλησιάζεται παραδόξως μια φορά το χρόνο. Όχι τα Χριστούγεννα, ούτε και το Πάσχα. Τη Μ. Τρίτη το βράδυ μου είπε, ανελλιπώς!

Κάπως έτσι κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η Μ. Τρίτη, αν όχι ολόκληρο το Μεγαλοβδόμαδο, ανήκει δικαιωματικά στις Πόρνες! «Ότι οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την βασιλείαν του Θεού». Στις πόρνες που ξέρουν να αγαπούν προκαλώντας με τις τρελές τους ακρότητες. Να κατασπαταλούν απερίσκεπτα μύρο πολύτιμο στα πόδια του Μανικού Εραστή τους, του Χριστού. Απόλυτη προτεραιότητα. Να τους αφήσουμε χώρο στους ναούς αυτές τις μέρες. Να σεβαστούμε το δικό τους σφοδρό παραλήρημα, το δικό τους παροξυσμό μετάνοιας. Να ψάλλουν οι ίδιες με λαχτάρα τα τροπάρια που γράφτηκαν γι’ αυτές. Άξιον εστί!  Κι ας σταματήσουν επιτέλους τα κηρύγματα αυτή την Εβδομάδα, μήπως και ξεθάψουμε κάποτε τα διαμάντια των ύμνων που καταπλάκωσαν τόνοι φλύαρου και επιπόλαιου ηθικισμού μας.

Κι αν συμβεί και αναγνωρίσουμε κάποια από αυτές, τις όμορφες από την πολλή τους ταπείνωση γυναίκες, καλό να μεριάσουμε διακριτικά, να τους δώσουμε τη θέση μας και να χαμηλώσουμε εμείς το δικό μας βλέμμα. Είπαμε, ολάκερα δική τους η Εβδομάδα των Παθών, δική τους κι η Ανάσταση!

Υστερόγραφο: Στον πατέρα, με…μεγάλη όντως καθυστέρηση. Δεν μου εξήγησες ποτέ γιατί βούρκωνες κάθε Μ. Τρίτη. Δεν πειράζει, το κατάλαβα μόνος μου. Δεν με βομβάρδισες ποτέ με συμβουλές αποφυγής «κακόφημων» τόπων και αποστροφής «ανήθικων» ανθρώπων. Θα το δοκιμάσω στα εγγόνια σου. Μου αποκάλυψες όμως τον τρόπο να σέβομαι το ήθος των τροπαρίων και των ανθρώπων το ήθος. Ευγνώμων!









Αναστάσιος Αλβανίας :Πάσχα:Έξοδος από τις ποικίλες μορφές καταπιέσεων που απαξιώνουν την ανθρώπινη ύπαρξη







Το μήνυμα του Προκαθημένου της Εκκλησίας της Αλβανίας :

“Πάσχα ιερόν ημίν σήμερον αναδέδεικται…”
Πανηγυρίζουμε κάθε χρόνο με ιερό ενθουσιασμό το Πάσχα, την “εορτήν των εορτών”, “Πάσχα ιερόν ημίν σήμερον αναδέδεικται· Πάσχα καινόν, άγιον· Πάσχα μυστικόν”, ψάλλουμε ευφρόσυνα. Η αρχική σημασία της λέξεως πάσχα δεν είναι βεβαία· με την πάροδο, πάντως, του χρόνου, κατέληξε να σημαίνει τη διέλευση, το πέρασμα, τη διάβαση, την έξοδο. Η εορτή αυτή έχει την αφετηρία της σε μια ιστορική έξοδο των Ισραηλιτών από τη μακροχρόνια δουλεία στην Αίγυπτο προς την ελευθερία. Έδωσε έμπνευση, αντοχή κι ελπίδα και σε άλλους λαούς σε δύσκολες φάσεις αιχμαλωσίας, για την αποτίναξη ξένου ζυγού και τη διάβαση προς μια νέα κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα.
Αυτή η γιορτή μεταμορφώθηκε και πήρε νέο νόημα στην παγκόσμια ιστορία με τη ζωή, τη Σταύρωση και την Ανάσταση του Χριστού. Ο ίδιος ο Ιησούς δήλωσε ότι πραγμάτωσε ένα νέο Πάσχα, πανανθρώπινης σημασίας, με την εξιλαστήριο προσφορά Του. Ως “άμωμος Αμνός” θυσιάσθηκε χάριν της ανθρωπότητος και εγκαινίασε το “καινόν” Πάσχα, το “άγιον” και “μυστικόν”, με το διηνεκές μήνυμα της θυσίας Του, με τη νικηφόρο ανάστασή Του, την κατανίκηση του θανάτου, την πρόγευση της μελλοντικής εν δυνάμει Παρουσίας Του.
Έτσι, οι Χριστιανοί, στη διάρκεια των 20 αιώνων που πέρασαν, κάθε Πάσχα γιορτάζουμε την καθοριστική διάβαση του ανθρωπίνου γένους “από τον θάνατο στη ζωή”, την απελευθέρωση από την αμαρτία και τη φθορά. Τονώνουμε τη σχέση μας, κοινωνούμε με τον σταυρωθέντα και αναστάντα Χριστό, που μας χαρίζει την αιώνια ζωή· και εντείνουμε την προσδοκία μας για την ένδοξη μελλοντική παρουσία Του.
“Αναστάσεως ημέρα, λαμπρυνθώμεν λαοί· Πάσχα, Κυρίου Πάσχα· εκ γαρ θανάτου προς ζωήν και εκ γης προς ουρανόν, Χριστός ο Θεός ημάς διεβίβασεν, επινίκιον άδοντας”. Με την ανάστασή Του, ο Χριστός συνήγειρε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση, για να γίνει ο αιώνιος Λυτρωτής, η δύναμη και η παρηγορία των πιστών.
“Την αγίαν του Πάσχα ημέραν”, γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, “των εκείθεν αγαθών οίδα μυσταγωγίαν, εορτήν ούσαν διαβατήριον” (“την θεωρώ μυσταγωγία στα ουράνια αγαθά, διότι είναι εορτή διαβάσεως”). Διακηρύσσει τη διάβαση από τον θάνατο στη ζωή, από το παροδικό στην αιωνιότητα.
Με την εορτή του Πάσχα η Εκκλησία μας δεν μας καλεί απλώς σε μια επιφανειακή συγκίνηση, που θωπεύει το θρησκευτικό συναίσθημα, αλλά σε μια βιωματική έξοδο: από την ψυχική ραθυμία στην πνευματική εγρήγορση.
Γιορτάζοντας το Πάσχα, καλούμεθα σε μια προσωπική κίνηση εξόδου από την πολύμορφη και συχνά δυσδιάκριτη αμαρτία. Προσδιορίζοντάς την με σύγχρονη ορολογία, θα λέγαμε: Έξοδο από τη διαφθορά, το ψέμμα, την ανομία, την απάτη, που μολύνουν με ποικίλες μορφές κάθε κοινωνική τάξη υπονομεύοντας τη συνοχή του λαού· αποφασιστική επιλογή της αλήθειας και της τιμιότητος. Έξοδο από την αδιαφορία για τη δικαιοσύνη·συστράτευση για την επικράτηση του δικαίου στο περιβάλλον μας και ευρύτερα στην κοινωνία μας.
Το Πάσχα, μας καλεί επίσης να διαβούμε από τον εγωκεντρισμό στη συναδέλφωση. Η κόπωση, η δυσπιστία, η πικρή γεύση της καθημερινότητος μας σπρώχνουν συχνά σε απομονωτισμό.
Στριφογυρίζουμε γύρω από τον εαυτό μας, τα προβλήματα και τα ενδιαφέροντά μας. Επείγει η έξοδος από το φρούριο του “εγώ”·, για να συναντήσουμε τους άλλους με κατανόηση και σεβασμό. “Πάσχα, εν χαρά αλλήλους περιπτυξόμεθα”. Να προσφέρουμε συγγνώμη, συμπόνια αλληλεγγύη και ανεπιτήδευτη αγάπη. “Συγχωρήσωμεν πάντα τη αναστάσει”.
Συγχρόνως, το Πάσχα μας καλεί σε έξοδο από τον χώρο του άγχους, της αποκαρδιώσεως, στην περιοχή της ελπίδος. Έξοδο από τον φόβο, που γεμίζει την ψυχή μας με κατάθλιψη. “Ω, Πάσχα, λύτρον λύπης!”. Το φως της Αναστάσεως πλημμυρίζει με ελπίδα τον νού και η διαβεβαίωση του παθόντος και αναστάντος Χριστού στηρίζει την ψυχή: “Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε· αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον” (Ιω. 16:33).
Γιά να μη μείνουν όμως αυτά απλές ευχές, χρειάζεται μια άλλη κρίσιμη διάβαση: Από την απιστία ή την ολιγοπιστία, στη ζωντανή πίστη στον Θεό, τη βεβαιότητα για τις συνέπειες του λυτρωτικού έργου του Χριστού και το νόημα της Αναστάσεώς Του. Παρόλο ότι πολλοί είναι βαπτισμένοι και δηλώνουν χριστιανοί, η πίστη τους συχνά φυτοζωεί ή βρίσκεται σε μαρασμό· από πολλές αιτίες: από τη μολυσμένη ατμόσφαιρα στην οποία κινούμεθα, αλλά και από την προσωπική ψυχική ραθυμία.
Βεβαίως, μόνο με τις δικές μας δυνάμεις οι διαβάσεις για τις οποίες μιλούμε είναι ανέφικτες. Μέσα όμως στην Εκκλησία, το μυστικό Σώμα του Χριστού, με τη δύναμη της προσευχής και της χάριτος των μυστηρίων οικειοποιούμεθα τη μεταμορφωτική δύναμη της αναστάσεως του Κυρίου. Καί αποκτούμε νέες δυνάμεις για τις λυτρωτικές αυτές εξόδους,
Η εορτή του Πάσχα, αδελφοί μου, μας καλεί και συγχρόνως μας προσφέρει την έμπνευση, για να προχωρήσουμε κι᾽ εμείς σε μια προσωπική, διάβαση, μια έξοδο από τις ποικίλες μορφές καταπιέσεων που απαξιώνουν την ανθρώπινη ύπαρξη και να εργασθούμε δυναμικά για την ανύψωση της ζωής όλης της κοινωνίας.
Στον χαιρετισμό “Καλό Πάσχα!”, που δεσπόζει στις σχέσεις μας αυτές τις ημέρες, συμπυκνώνεται η πρόσκληση λυτρωτικής εξόδου: Από την υποκρισία και την ανομία, στην αλήθεια και τη δικαιοσύνη. Από την απομόνωση του εγωκεντρισμού, στην ενεργό αλληλεγγύη. Από την αποκαρδίωση και τον φόβο, στην ελπίδα και την ειρηνική χαρά. Από την ολιγοπιστία, στη συνειδητή πίστη.
Το λαμπροφόρο Πάσχα μας καλεί σε μια αποφασιστική έξοδο από αυτό το οποίο είμαστε σ᾽ αυτό που ο αναστάς Κύριος θέλει να γίνουμε: άνθρωποι που θα χαιρόμαστε την αγάπη Του και θα την ακτινοβολούμε.
Καλό Πάσχα! λοιπόν, αδελφοί μου. Χριστός ανέστη!

Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

J.S Bach "St. Matthew Passion", BWV 244 (Matthäuspassion)

Manolis Mitsias - Simeron kremate epi xylou (1977)

Θανάσης Ν. Παπαθανασίου:Της δικής μου προσφυγιάς









Όϊ, μαρός μαρός...

Μέρα ζεστή, σχεδόν καλοκαίρι, 24 Σεπτεμβρίου του 2008. Άνοιξα την πόρτα και βγήκα για πάντα, στην οδό Χρυσαλλίδος, μέσα σε μια μυστήρια παγωνιά, μέρα ζεστή, σχεδόν καλοκαίρι, σε μια παγωνιά ειδικά για μένα. Πέρασα την έξοδο σέρνοντας τις ρίζες μου. Βίωσα το κρακ-κρακ τους, καθώς τις τραβήξαν βίαια απ'το χώμα, και πονούσαν πολύ· πάρα πολύ! Πιο πολύ απ' ο,τιδήποτε άλλο στην απέλασή μου από το σπιτικό μου. Να σου πω εγώ, τι σημαίνει ξερριζωμός εν Αθήναις... Στη ζωή του παλιού μου καθηγητή στη Νομική, Γεώργιου-Αλέξανδρου Μαγκάκη είχε υπάρξει ένα περιστατικό, το οποίο από τα νιάτα μου το θεωρούσα ύψιστη ευλογία. Όταν η δικτατορία τον έδιωξε από τη Σχολή, ο Μαγκάκης μπόρεσε να κάνει το τελευταίο του μάθημα και έτσι, ως δάσκαλος, αποχαιρέτισε τους φοιτητές του - το σπιτικό του. Είναι ακριβώς αυτό που στερήθηκα εγώ. Κρακ κρακ οι ρίζες... Την απόφαση της απέλασης την εξύφαναν ιεροκρυφίως επί τρίμηνο σχεδόν και, μόλις ήρθε η ώρα της κοινοποίησής της, κανόνισαν να σταλεί η απόφαση με φαξ - για να τραβήξει τις ρίζες με μιας! Οι ιεροκρύφιοι υπολόγιζαν ότι δεν θα κλαυθμήριζα στις ποδιές τους και ότι, άρα, η έξοδός μου ήταν μονόδρομος. Υπολόγιζαν σωστά. Μάζεψα αυθωρεί τα μπογαλάκια μου από το γραφείο και άφησα μόνο το απόσπασμα από τη Σοφία Σειράχ, που είχα αναρτήσει λίγο καιρό πριν: "Ποτέ να μην έχεις για κάτι να ντραπείς... Σε άνθρωπο ανόητο μην υποταχτείς και το δυνάστη μην τον λογαριάσεις... Να μη λιχνίζεις σ’ όποιον λάχει άνεμο, μην παίρνεις όποιο να ’ναι μονοπάτι". Το μονοπάτι μου δεν ήταν όποιο να 'ναι, και είχε πολύ κρύο... 

Νιέ μαρός μινιά!

Είναι παγίδα η παγωνιά! Με στιβαρή λογική σε προκαλεί να απελπιστείς, σε προκαλεί να ξημεροβραδυάζεσαι με οργή, σε προκαλεί με τις εικόνες που έχασες με μιας, σε προκαλεί να αφήσεις την ψυχή σου δαγκωμένη στη μιζέρια. Η παγωνιά σε μαρμαρώνει στην κατάψυξη του δίκιου σου. Σου ψιθυρίζει να πεις: "Ιεροκρύφιοι, σας εγκαλώ ενώπιον του κριτή. Δεν θα σας συγχωρέσω ποτέ, μέχρι να μου φέρετε πίσω ένα μόνο· αυτό που δεν στερήθηκε ο Μαγκάκης"! Θέλει καλπασμό γερό, για να μη σε ξεράνει η παγωνιά! Θέλει κάτι σαν Αβραάμ, κάτι σαν Λωτ, σε μετανάστευση χωρίς επαναπατρισμό, με έναν ξερριζωμό που δεν ξεγίνεται και δεν παύει στιγμή να πονάει, αλλά που παρ' όλ' αυτά κυοφορεί νεόφαντες και εκπλήσσουσες χαρές. Άντρες φοιτητές άναψαν φωτιές στα ξέφωτα και στα περάσματα, στον ανοιχτό αέρα. Κι ο άνεμος που κατεβάζει στο Ζεφύρι η Πάρνηθα είναι ζεστασιά. Και η Σάρρα εκεί, μαζί στον καλπασμό για να μην σε νυστάξει η παγωνιά. Δεν μαγειρεύω την ανάγκη σε φιλότιμο! Όλ' αυτά είναι αληθινά η αποκάλυψη ευτυχίας ανείπωτης, στα νέα τοπία του ταξιδιού μέσα σου κι έξω σου, στο φτάσιμο εκεί που πριν δεν φαινόταν.

Μάγιεβο κανιά!

Απ' τους αναβολείς ανεμίζουν γυμνές οι ρίζες, χτυπούν στα πλευρά του αλόγου, και τ' άλογο τραβά. Μη σταματάς - θα μαρμαρώσουμε στο δίκιο μας! Κρυφοκυττάς στα πίσω και βλέπεις δρόμο πολύν, ακόμα πριν κι από την οδό Χρυσσαλίδος. Το 1989 πέρασε ο Αρέθας απ' τα αντίσκηνά μας στην Υεμένη για δευτερόλεπτα. Ίσα που κοντοστάθηκε στην είσοδο, κι έφυγε. Ίσα που μας είπε "σηκωθείτε και τραβάτε". Για τον αστραπιαίο Αρέθα τίποτα δεν ψελλίσαμε σε κανέναν, πάρεξ της υπόκρυφης αφιέρωσης στον "Θεό μου τον αλλοδαπό". Και τ' άλογο τράβηξε βορειότερα, πάντα με την αγωνία μην κουραστεί. Μακρύ ταξίδι κι ανομολόγητοι σταθμοί, και πάντα η παγωνιά να απειλεί... Άλλη φορά τα λέμε... 

Κι άλλο βορειότερα, δίχως χάρτη. Ο άγγελός μας ο αλλοδαπός ήρθε τραγουδώντας μας το τραγούδι μας: ένα τραγούδι που το πρωτοακούσαμε απ' αυτόν ως ξένοι, σε ξένη γλώσσα, σε ξένη χώρα. Μα ήταν το τραγούδι της δικής μας ζωής! Άραγε το τραγουδούσε κι ο Αλέξανδρος Νιέφσκι των πάγων;Το τραγουδούσαν οι κοζάκοι της ξένης χώρας; Στα τέλη Οκτώβρη του 2011 το τραγούδι ήρθε σαν κάλαντα που φανερώνουν αφανέρωτα, σαν πρόσωπο που ανατέλλει έξω από την πόρτα. Όχι ένα πρόσωπο που σου χτυπά την πόρτα, αλλά το πρόσωπο που συναντάς όταν χτυπήσεις τη δική σου πόρτα για να βγεις.

Όϊ, μαρός μαρός / Ω, παγωνιά, παγωνιά
Νιέ μαρός μινιά! / Μη με παγώσεις εμένα,
Μάγιεβο κανιά / μήτε τ' άλογό μου!

Είναι το τραγούδι των δρόμων που βρίσκονται μπροστά. Είναι προσευχή. Αχ, να μπορούσα να το πω στην ξένη μου τη γλώσσα, και να βεβαιώσω την αλήθεια του στον άγγελό μας! Να του πω για την ευλογία των γυμνών ριζών, που ανεμίζουν στους αναβολείς μας και χτυπούν τα πλευρά του αλόγου, κι αυτό τραβά! Προσώρας μιλά τα πλούσια άρρητά της η καρδιά, μιλούν τα μέλη, μιλά η ξαγρύπνια, μιλά το τραγούδι το σοφό. Κι αν η ψυχή σου, άγγελέ μας αλλοδαπέ, ρωτά σαν τον Οστάπ, "Πατέρα! Πού είσαι; Ακούς;", η απάντησή μας είναι με μια φωνή, ιλιγγιωδώς μονολεκτική, σαν του Ταράς:

"Ακώ!".   
___________________

*  Π α π α θ α ν α σ ί ο υ,  Θ α ν ά σ η ς  Ν.  (1959). Γεννήθηκε στην Αθήνα. Διδάκτωρ Θεολογίας, πτυχ. Νομικής και Θεολογίας. Είναι καθηγητής στο Λύκειο Ζεφυρίου Δυτ. Αττικής και αρχισυντάκτης του περιοδικού Σύναξη. Έργα του: "Η Εκκλησία γίνεται όταν ανοίγεται", "Ο Θεός μου ο αλλοδαπός", "Κανόνες και ελευθερία" κ.ά.






περιοδικό  Νέα Ευθύνη 9 (2012), σσ. 36-37.

Η ζωή εν τάφω - Γλυκερία / H zoi en tafo - Glikeria

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...