Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

Θεολογική Ημερίδα στη Δράμα


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ
ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ KAI ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ
ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ – ΘΡΑΚΗΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΚΑΒΑΛΑΣ
ΣΧΟΛΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ
Πληροφορίες: Αντ. Χατζόπουλος
Τηλέφωνο: 2510291627
e-mail:anhatzopoulos@yahoo.gr
symboulostheologon.blogspot.com


ΘΕΜΑ: «ΣΥΝΆΝΤΗΣΗ ΘΕΟΛΌΓΩΝ (ΠΕ01) ΔΡΆΜΑΣ»



Αγαπητοί Συνάδελφοι,
Την Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012 και ώρα 11.15 στο μικρό αμφιθέατρο του 1ου ΕΠΑΛ Δράμας θα πραγματοποιηθεί θεολογική Ημερίδα με θέμα: «Το Νέο Πρόγραμμα Σπουδών Θρησκευτικών στη σχολική πράξη ».


Ο κ. Περιφερειακός Διευθυντής ΑΜΘ χορήγησε την σχετική έγκριση για τον χώρο και χρόνο διεξαγωγής (Φ.15/1629 16.3.2012). Παρακαλούνται οι Διευθύνσεις των Σχολείων να διευκολύνουν την προσέλευσή σας.


Πρόγραμμα


Αφροδίτη Πολυχρονιάδου, Τα υπέρ και τα κατά του Νέου Προγράμματος Σπουδών Θρησκευτικών
Αναστασία Τέγου, Θεματικοί άξονες ενδιαφερόντων των μαθητών ΕΠΑΛ στο μάθημα των Θρησκευτικών
Ξανθή Αλμπανάκη, Εναλλακτικές προσεγγίσεις της διδασκαλίας των Θρησκευτικών
Σπύρος Κιουλάνης, Η παιδαγωγική αξιοποίηση των ΤΠΕ στο μάθημα των Θρησκευτικών
Αντώνιος Χατζόπουλος, Διαπολιτισμική διάσταση του Νέου Προγράμματος Σπουδών Θρησκευτικών


Ο Σχολικός Σύμβουλος


δρ Αντώνιος Χατζόπουλος

Γιώργος Μπάρλας:Η απόρριψη της ενοχής ως αποδοχή της αμαρτίας



Η ενοχή στην πλέον ύποπτη εκδοχή της παραπέμπει σε ασθένεια ψυχική, αδυναμία να χαρείς τη ζωή, θρησκευτικού τύπου αγκυλώσεις που έχουν να κάνουν κυρίως με τον δυτικό χριστιανισμό που βλέπει τον Θεό ως κυρίαρχο σαδιστή και όχι ως στοργικό Πατέρα. Όντως η εμπειρία των αγίων πιστοποιεί για την αγάπη του Θεού που η πίστη μας τη βλέπει σε όλο της το μεγαλείο στη Σταυρική θυσία του Χριστού. Όπως και η ανθρώπινη εμπειρία φανερώνει την κόλαση που ζουν άνθρωποι ενοχικοί, μην ξέροντας πώς να υπερβούν -αν θέλουν να υπερβούν όντως- την ενοχή. Στον θρησκευτικό χώρο ιδιαίτερα, η ενοχή συνδέεται με την πουριτανική σκληρότητα, όπου ο τιμωρός Θεός εξοντώνει τον αμαρτωλό άνθρωπο (βλ. λ.χ. την ταινία του Bergman Φάννυ και Αλέξανδρος).
Είναι, όμως, εντελώς άχρηστη ή επικίνδυνη η ενοχή; Εξαρτάται από το πώς αντιμετωπίζει κανείς την ενοχή ή είναι προγραμματικά εξοβελιστέα; Εδώ θα σταθούμε σε ένα κυρίαρχο επιχείρημα σχετικό με το θέμα μας. Λέγεται συχνά ότι η αμαρτία πρέπει να συνειδητοποιηθεί ως έλλειμμα αγάπης εκ μέρους μας και όχι ως ενοχή. Η συνειδητοποίηση αυτή, προφανώς, θα μας οδηγήσει σε μια νηφαλιότερη ψυχολογική κατάσταση και σε μια πιο ορθή εκτίμηση του ίδιου του Θεού.
Αν, ας πούμε, η συκοφαντία έχει ως συνέπεια μια πολύ συγκεκριμένη βλάβη, τι πρέπει να αισθανθεί ο συκοφάντης; Ότι έχει έλλειμμα αγάπης; Ότι κάτι του λείπει; Μα σε αυτή την περίπτωση πρέπει να συμβαίνουν δύο πράγματα: Ή φταις ακριβώς επειδή σου λείπει η αγάπη και άρα αισθάνεσαι ενοχή, ή δεν φταις και απλά διαπιστώνεις ότι για κάποιους αδιευκρίνιστους λόγους -το περιβάλλον, η ανθρώπινη αδυναμία, η μεταπτωτική κατάσταση και πάει λέγοντας-  βρίσκεσαι σε αδυναμία να αγαπήσεις. Η έλλειψη αγάπης όμως δεν είναι μια απλή θεωρία, αλλά ένα πολύ οδυνηρό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης κατάστασης που συνεπάγεται αναρίθμητα κακά. Το να ομολογεί σήμερα o πιστός ότι του λείπει η αγάπη -και γι’  αυτό επομένως αμαρτάνει-, τείνει να γίνει μια απλή συγκατάβαση στη δυνατότητα-επιθυμία του ανθρώπου να αμαρτάνει. Ο άνθρωπος δεν παραδέχεται μόνο ότι είναι αμαρτωλός αλλά και το αποδέχεται. Αλλά η απλή παραδοχή ότι «είμαι αμαρτωλός» δεν σημαίνει τίποτα, αν δεν εγκαταλειφθεί η αμαρτία. Το πρώτο βήμα για τη μετάνοια, λέει ο άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος, είναι «η των αμαρτημάτων κατάγνωσις», δηλαδή αποδοκιμασία, καταδίκη των αμαρτημάτων, όχι η απλή επίγνωσή τους.  Και αυτή η αποδοκιμασία δεν  είναι απλή  συνέπεια μιας λογικής διαπίστωσης της έλλειψης αγάπης.
Καταγγέλλοντας την ενοχή, ίσως νομίζει κανείς ότι καταπολεμά τον ηθικισμό, ξεχνώντας ότι απλά μπορεί να καλλιεργεί μια θεωρητική σχέση με τον χριστιανισμό και μια ηθική αδιαφορία. Η ενοχή σε παραπέμπει στο νόμο, στις εντολές του Θεού, σε μια προσωπική αρχή που θέτει όρια, έτσι ώστε ο άνθρωπος να μη χαθεί εντός του εγωισμού του.  Το κουκούλωμα αυτής της ενοχής πιθανώς εντάσσεται μέσα στην προσπάθεια του νεοτερικού ανθρώπου να μην αναφέρεται ακριβώς σε κανέναν  πέραν του εαυτού του και στην αναζήτηση ενός κανονιστικού κόσμου νοήματος που προέρχεται, αντιθέτως, μέσα από τον εαυτό του.  Γι’ αυτό προσπαθεί να τακτοποιήσει το πώς αισθάνεται όχι από κανόνες που προέρχονται απ’  έξω -κοινωνικούς θεσμούς ή εντολές του Θεού-, αλλά αυτοκαθοριζόμενος. Αν ο παθολογικά ενοχικός βλέπει παντού κριτές και καταδίκες για τον ίδιο, ο «αποενοχοποιημένος» δεν θέλει να φανταστεί καν ότι ο Θεός είναι και Κριτής, ενώ η αλήθεια γι’ αυτόν έχει αποσυντεθεί σε μυριάδες ατομικές αλήθειες, όπου ο καθένας μπορεί να αναπαύει τους λογισμούς του. Σύμφωνα με αυτά, η ζωή δεν πρέπει να ταλαιπωρείται από ηθικές προσταγές και ενοχές που συνεπάγεται η παράβασή τους. Το να αισθανόμαστε την αμαρτία λοιπόν όχι ως ενοχή αλλά ως έλλειμμα αγάπης, ενδέχεται να μην είναι, συχνά, παρά μια σοφιστεία, όπου ούτε την ενοχή αποδεχόμαστε ούτε βέβαια καμιά έλλειψη αγάπης συναισθανόμαστε -αν και την ομολογούμε-, προφανώς ούτε την αμαρτία.
Εδώ θα προτρέξει κανείς λέγοντας ότι ο άνθρωπος διαπιστώνοντας αυτό το έλλειμμα της αγάπης απευθύνεται στον Θεό. Συνειδητοποιώντας ακριβώς την ανθρώπινη αδυναμία βρίσκει καταφύγιο στη θεϊκή δύναμη και παρηγοριά. Βιαζόμαστε όμως διότι σε αυτή την ιδανική περίπτωση η στροφή προς τον Θεό θα πρέπει, λογικά, να είναι αποτέλεσμα της ενοχής, συναισθημάτων δυσάρεστων που σε ειδοποιούν ακριβώς γι’  αυτό το έλλειμμα αγάπης, διότι από την έλλειψη της αγάπης έκανες κακό στον άλλον, κακό για το οποίο εσύ προσωπικά ευθύνεσαι και κανείς άλλος. Σε διαφορετική περίπτωση ο άνθρωπος ενδέχεται απλά να αναζητάει παρηγοριά και αποποίηση των ευθυνών του. Ενδέχεται να εκλαμβάνει τον εαυτό του ως θύμα, σαν άρρωστο, που αυτός χρειάζεται φροντίδα και κατανόηση από τον Θεό.
Με άλλα λόγια, η επισήμανση ότι μου λείπει η αγάπη -αν δεν γίνει βαθιά συνειδητοποίηση και άρα πόνος βαθύς και ενοχή- είναι κούφιες λέξεις. Η αμαρτία είναι συγκεκριμένο κακό απέναντι στον Θεό και -περισσότερο φανερό- απέναντι στον άλλον. Το να θεωρείται η ενοχή μόνο πρόξενος ή προπομπός ψυχοπαθολογικών καταστάσεων, είναι συνήθως μια προσπάθεια να μειώσουμε το βάρος της αμαρτίας και των προσωπικών μας ευθυνών. Είναι, λοιπόν, κανείς ένοχος όχι τόσο με την έννοια ότι υπόκειται σε μια κατηγορία και βρίσκεται απέναντι σε έναν ανελέητο δικαστή, αλλά ότι εμπλέκεται προσωπικά σε μια κατάσταση, της οποίας ο ίδιος είναι δέσμιος. Η συνειδητοποίηση της ενοχής ακριβώς θα τον οδηγήσει σε αναγνώριση της ευθύνης του και της υποχρέωσής του να απεμπλακεί στρεφόμενος στον Θεό και τον πλησίον. Ενοχή είναι η επισήμανση μέσα μας, όταν ξεχνάμε ότι είμαστε δέσμιοι των άλλων, ότι έχουμε ευθύνη απέναντί τους, ότι δεν πορευόμαστε μόνοι μας στη ζωή.  Και η επισήμανση αυτής της δέσμευσης μας κάνει και πιο συγχωρητικούς έναντι των άλλων. Η ενοχή εδώ όχι μόνο δεν απομονώνει αλλά στρέφει την προσοχή μας στον άλλον και όχι στον εαυτό μας. Ο συκοφάντης πρέπει να ζητήσει συγχώρεση όχι για να συγχωρέσει τον εαυτό του και να αισθανθεί καλύτερα αλλά γιατί είναι δεσμευμένος απέναντι στον άλλον και γιατί μόνο έτσι θα ξεπεράσει το εγώ του, θα μάθει να αγαπά και θα γνωρίσει τον Θεό. Και τότε μόνο θα απαλλαγεί από την ενοχή, και τότε μπορεί να νιώσει και αθώος. Αν δεν μπορείς να νιώσεις ένοχος, δεν μπορείς να νιώσεις και αθώος. Αντίθετα, οι προσπάθειες αποενοχοποίησης περισσότερο έχουν ως κέντρο τον εαυτό, και πώς αυτός θα νιώσει καλύτερα, παρά τον άλλον.
Το ότι η αντιμετώπιση της ενοχής μπορεί να γίνει με εντελώς λανθασμένο τρόπο, δεν χρειάζεται καν να ειπωθεί εδώ. Μπορεί η ενοχή να  προκύπτει επειδή φανταζόμαστε τον εαυτό μας τέλειο και να μην του συγχωρούμε το παραμικρό λάθος, έτσι ώστε στο τέλος να μη μπορεί κανείς να σταθεί στα πόδια του. Άλλοτε ο ναρκισσισμός μας εστιάζεται σε ιδεοληψίες τού τύπου πόσο αρκετά καλός είμαι, τι μου λείπει, τι λάθη έκανα, πόσο επαρκής είμαι κλπ, ιδεοληψίες που γενούν άγονες ενοχές. Ύστερα, οι νομικιστές, οι πουριτανοί, οι ηθικιστές και οι καθαροί -οι αλαζόνες της αρετής-, μάς θυμίζουν πως η προσπάθεια αντιμετώπισης-εξαφάνισης της ενοχής με μια αντικειμενοποιημένη ηθική, όπου τα πάντα μετρώνται ηθικά, καταλήγει σε μια ηθική καταδυνάστευση όπου εντέλει παραμερίζεται και ο ίδιος ο Θεός.  Αλλά αυτό είναι ένα άλλο χιλιοειπωμένο θέμα.

Βασίλης Χατζηνικολάου - Μπλουζ σε ήχο πλάγιο


Κυριακή 25 Μαρτίου 2012

π. Χρήστου Ζαχαράκη:Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης (Κλίμακος)-Πίστη και Αγάπη





Ὁ ὅσιος Ἰωάννης τοποθετεῖ στὴν κορυφὴ τῆς κλίμακος τὴν πίστη μαζὶ μὲ τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν ἀγάπη. Οἱ ἀρετὲς αὐτές, ὅπως καὶ στὸν ἀπόστολο Παῦλο, εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους. Κι αὐτὸ γιατὶ δὲν μπορεῖς νὰ ἐλπίζεις σὲ κάτι ποὺ δὲν πιστεύεις, οὔτε ἀφήνεις τὸν ἑαυτό σου ὁλόκληρο, οὔτε κι ἐμπιστεύεσαι τὴ ζωή σου ὁλόκληρη, χωρὶς ὅρια καὶ προϋποθέσεις, στὰ χέρια κάποιου ποὺ δὲν ἀγαπᾶς. «Τὴν πίστιν καὶ τὴν ἐλπίδα ἡμῶν εἶναι εἰς Θεόν», ἡ πίστη μας καὶ ἡ ἐλπίδα μας εἶναι στὸ Θεό. Ἡ ἐλπίδα μας δὲν εἶναι σὲ πράγματα τοῦ κόσμου, οὔτε ἀκόμα σὲ πρόσωπα ποὺ δὲν μποροῦν νὰ μᾶς δώσουν τίποτα παραπάνω ἀπ᾽ ὅ,τι ἔχει ὁ κόσμος. Ὁ Θεὸς στὴν αἰώνια ὕπαρξη τοῦ ὁποίου πιστεύομε καὶ τὸν ἀμετάθετο λόγο τοῦ ὁποίου ἔχουμε ἐμπιστοσύνη, ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης μᾶς βεβαιώνει γιὰ τὴν ἐλπίδα μας, καὶ ἐγγυᾶται τὴ σωτηρία μας. 


http://pchristoszacharakis.blogspot.com/ 

Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Θανάσης Ν. Παπαθανασίου:Δυο βιβλία για την οικονομική κρίση










Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Σύναξη τ. 121 (2012), σσ. 101-104.


ΓΙΑ ΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΠΡΟΣΩΠΟ
έκδ. Γραφείου & Ιδρύματος Νεότητος της Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών,
Αθήνα 2011, σσ. 112.

Κωνσταντίνος Μπλάθρας,
TA ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ,
εκδ. Manifesto, Αθήνα 2011, σσ. 207.


Και τα δὐο βιβλία εκδόθηκαν καθώς άρχισε η γιγάντωση της κρίσης στην οποία πλέον αγκομαχάμε. Κρίσης του οικονομικού συστήματος και του πολιτικού στάτους κβο, δοκιμασία για τον πολιτισμό και τα κοινωνιοκεντρικά οράματα, στοίχημα για τον προφητικό λόγο. Αμφότερα το βιβλία αυτά είναι συμμετοχή στο στοίχημα αυτό.

Το πρώτο βιβλίο απαρτίζεται από οκτώ εισηγήσεις που έγιναν για τον εορτασμό των Τριών Ιεραρχών το 2010, σε εκδήλωση που είχε διοργανώσει το υπό τη διεύθυνση του π. Αντωνίου Καλλιγέρη Γραφείο Νεότητος της Αρχιεπισκοπής Αθηνών (αυτό ωστόσο  δεν δηλώνεται εξ αρχής, και μόνο από κάποιες αποστροφές των εισηγητών καταλαβαίνει ο αναγνώστης για ποια εκδήλωση επρόκειτο). Στο βιβλίο δεν έχουν συμπεριληφθεί  οι συζητήσεις που ακολούθησαν τις εισηγήσεις, και οι οποίες συζητήσεις, πέραν της κενολογίας που αναπόφευκτα παρεισφρέει σε τέτοιες περιπτώσεις, είχαν πολύ ενδιαφέρουσες στιγμές, όπως η γνωστή ενδοχριστιανική διαφωνία αν ο πλούτος εξαγιάζεται με την επικάθηση λιβανιού στις δραστηριότητες των ευσεβών κεφαλαιοκρατών ή αν, αντιθέτως, καθε πλουτισμό τον κλωσσά η αδικία και ο εγωισμός. Εισηγητές ήταν άνθρωποι ποικίλων πεδίων και ιδεολογικών στιγμάτων.

Στο μικρό αυτό βιβλίο αποτυπώνεται μια απόπειρα παρέμβασης με νόημα. Παρεμβάσεις με νόημα ονομάζω εκείνες τις πρωτοβουλίες οι οποίες εισέρχονται στον δημόσιο χώρο θέλοντας και δυνάμενες να διαλεχθούν. Το "θέλοντας" σημαίνει ότι επιθυμούν τη συνάντηση, το "δυνάμενες" σημαίνει ότι έχουν την ικανότητα να βρουν κονό γλωσσάρι με τον άλλον. Αυτό είναι κάτι άλλο από το να μιλάμε νεφελωδώς για "παρουσία" στον δημόσιο χώρο. Παρουσία είναι κι όταν κάποιος εισέρχεται στον δημόσιο χώρο απλώς για να κάνει ηχηρό τον μονόλογό του ή (ακόμα χειρότερα) για να εκμεταλλευτεί τον δημόσιο χώρο κρυφοεπιθυμώντας την κατάργησή του και τον  σκασμό των άλλων που βρίσκονται εκεί. Αντιθέτως, οι παρεμβάσεις με νόημα πρώτα απ' όλα αναγνωρίζουν την πολυτιμότητα του δημοσίου χώρου για την ανθρώπινη ζωή, ως φόρουμ όπου ζυμώνεις και ζυμώνεσαι. Πολυτιμότητα την οποίαν αντιμάχεται ο ολοκληρωτισμός (παλαιάς ή εκσυγχρονιστικής κοπής) και ο μεταμοντερνισμός, καθένας από τη δική του σκοπιά. Οι παρεμβάσεις με νόημα προϋποθέτει ισχυρή ταυτότητα, θεωρούν θετικό την αναμέτρηση περί αυτής, και καθιστούν εταίρους όσους συνομολογούν την πολυτιμότητα του δημοσίου χώρου και  καταλαβαίνουν ότι με τον απέναντι υπάρχει ένα βασικό κοινό γλωσσάρι και συναντώμενες τροχιές ευαισθησίας. Είναι ένα μεγάλο ζήτημα, στο οποίο ευλεπιστώ ότι θα αναφερθούμε ενδελεχέστερα προσεχώς.

Aπό τα πολλά χαρακτηριστικά των εισηγήσεων θα ήθελα να υπογραμμίσω τρία, τα οποία αφορούν το εγχείρημα της παρέμβασης με νόημα και, γι' αυτό, και το πνεύμα του δεύτερου βιβίου:

Πρώτον: Ο χριστιανικός χώρος μαστίζεται από έλλειψη νομιμοποίησης πραγμάτων που οφείλουν να είναι αυτονόητα - δηλαδή της κοινωνικής ευαισθησίας και της αλληλεγγύης ως ουσιωδών της εκκλησιαστικής ταυτότητας. Τα κείμενα του αρχιεπισκόπου και του Ανδρέα Αργυρόπουλου, τα οποία τονίζουν τον σύμφυτο στην εκκλησιαστική παράδοση κοινωνισμό, είναι εντελώς χρειαζούμενα σήμερα, μα υπό νορμάλ συνθήκες θα έπρεπε να είναι τόσο αυτονόητα, ώστε, μετά από μια δισέλιδη το πολύ αναφορά, να προχωρούσαμε στην αναμέτρηση με το σήμερα. Αλλά ούτε νορμάλ είναι οι συνθήκες, ούτε τις βελτιώνουν οι διάφορες ελιτίστικες θεολογίες, οι οποίες απαξιώνουν την κοινωνική ευαισθησία και εγκλωβίζουν το εκκλησιαστικό γεγονός σε σακραμεμενταλισμό και εκπνευματισμό.

Δεύτερον (αν και συναφές με το προηγούμενο): Παρ' όλο που η εκδήλωση και το βιβλίο τελούν υπό επισημότατη αιγίδα, δεν αποτελούν γεγονός αντιπροσωπευτικό του εκκλησιαστικού οργανισμού. Κάποιων θεολογικών ρευμάτων, ναι. Ο εκκλησιαστικός οργανισμός όμως κυριαρχείται από έναν συστημικό λόγο, ο οποίος περιορίζει την κοινωνική ευαισθησία στην περιστασιακή φιλανθρωπία και δεν ευνοεί μια ουσιαστική κριτική στις οικονομικές και κοινωνικές δομές. Οι όποιες αναφορές του κυρίαρχου εκκλησιαστικού λόγου στις δομές γίνονται μάλλον ως παρελκόμενα μιας ομολογιακής διάθεσης, παρά ως αναμέτρηση με τον Μαμωνά καθαυτόν. Είναι χαρακτηριστικό πώς αρκετοί εκκλησιαστικοί άνδρες ασκούν στον καπιταλισμό όση κριτική τους επιτρέπει η χαρά που ένιωσαν ανακαλύπτοντας στον Βέμπερ και στον συσχετισμό Καλβινισμού και καπιταλισμού μια συνηγορία κατά των αιρετικών. Πέραν αυτού του αυτοδοξασμού, όμως, ο εντοπισμός ενός ενδορθόδοξου καλβινισμού παραμένει ένα ζητούμενο. Παρόμοια, στις φαιότερες εκφράσεις του κυρίαρχου εκκλησιαστικού λόγου δεν κοστίζει κάτι να αγριέψουν το βλέμμα κατά του καπιταλισμού, εφ' όσον όμως πρώτα τον συνδέσουν με τον διεθνή σιωνισμό (αν, βέβαια, στα ευαγγέλια τίθεται θέμα εθνικότητας του Μαμωνά, είναι ψιλά γράμματα για τους φαιότερους!). Ο εκκλησιαστικός οργανισμός, για να σταθεί ευπρόσωπα απέναντι στην αναστάτωση που προκαλεί η κρίση, επικαλείται διάφορα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας, που μιλούν για την φιλανθρωπία, αποσιωπούν όμως όσα προχωρούν βαθύτερα και κρίνουν τις ίδιες τις δομές (και, για παράδειγμα, αποτρέπουν από συναλλαγές με τους ισχυρούς, αποδοκιμάζουν το πιστωτικό σύστημα, καταδικάζουν την αποστέρηση του εργατικού μισθού  κλπ). 

Μέσα σ' αυτή την αντιφατικότητα, λοιπόν, θα είναι κρίμα αν το βιβλιαράκι νοηθεί ως κολυμπήθρα του Σιλωάμ για τον εκκλησιαστικό νεοφιλελευθερισμό και για όσους από τη μια μιλούν για κοινωνισμό και από την άλλη οργανώνουν ιερές μπίζνες. Οι προθέσεις του βιβλίου τεκμαίρονται αριστερές (βλ.χαρακτηριστικά την Εισαγωγή). Και ο τίτλος του μπορεί σήμερα να φαίνεται απλώς νόστιμος ή ανώδυνα περσοναλιστικός, στην πραγματικότητα όμως προϋποθέτει το προ μερικών δεκαετιών αίτημα "Σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο". Από τα τέλη της δεκαετίας του '60 το αίτημα αυτό υπονοεί μια σαφή κατεύθυνση, κοινωνιοκεντρική και όχι ατομοκεντρική, και ταυτόχρονα μια αποστασιοποίηση από αυταρχικές και γραφειοκρατικές στρεβλώσεις του κοινωνιοκεντρισμού. Η ματιά του βιβλίου δεν είναι στραμμένη σε αποσπασματικές χειρονομίες φιλανθρωπίας, αλλά σε καθαυτό το σύστημα. Αυτό έχει εξαιρετική σπουδαιότητα, διότι προτάσσει την έννοια του προσανατολισμού, του οράματος, της ουτοπίας η οποία αφορά το όχι-εδώ, όχι-ακόμη.  Και μόνο αυτή η επιλογή του, αποτελεί σύνταξη με όσους δεν συναινούν στην εννόηση της οικονομίας ως λογιστικής η οποία εκ φύσεως, τάχα, διέπεται από μία και μοναδική λογική και χρειάζεται απλώς διαχείριση κι όχι μια εξ αρχής άλλη λογική. Το πρόσφατο έργο του Ντέιβιντ Χάρβεϊ, Το αίνιγμα του κεφαλαίου και οι κρίσεις του καπιταλισμού, ξεκινά ακριβώς με την επισήμανση αυτού του θηριώδουςς προβλήματος των ημερών μας: "Στα πρώιμα στάδια του καπιταλισμού, πολιτικοί και οικονομολόγοι κάθε λογής και απόχρωσης πάλευαν να κατανοήσουν [τη ροή του κεφαλαίου] και μια κριτική αποτίμηση του πώς λειτουργεί ο καπιταλισμός άρχισε να αναδύεται. Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε αποκλίνει από το κυνήγι μιας τέτοιας κριτικής κατανόησης. Αντ' αυτής, οικοδομούμε επιτηδευμένα μαθηματικά μοντέλα, αναλύουμε δεδομένα ακατάπαυστα, 'ψειρίζουμε' λογιστικά φύλλα, ανατέμνουμε τις λεπτομέρειες και θάβουμε κάθε αντίληψη του συστηματικού χαρακτήρα της ροής του κεφαλαίου κάτω από βουνά εργασιών, αναφορών και προβλέψεων" (μτφρ. Πέτρος Χατζοπουλος, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2011, σ. 9). Την ίδια επισήμανση βρίσκουμε, με διάφορα λόγια, σε διάφορα σημεία του βιβλίου μας (Καλλιγέρης, σ. 8· Αργυρόπουλος σ. 35· Μητρόπουλος, σ. 46· Κοτζιάς, σ. 96 κ.α.).

Τρίτον: Καθαυτή η ανταπόκριση όσων εισηγητών δεν κινούνται, με συμβατικά κριτήρια, στον εκκλησιαστικό - θεολογικό χώρο (καθηγητές Αλέξης Μητρόπουλος, Σάββας Ρομπόλης, Νίκος Κοτζιάς και βουλευτές Κωστής Χατζηδάκης, Φώτης Κουβέλης), μπορεί να συγκαταλεγεί στα κατά καιρούς φερέλπιδα ραγίσματα του πολιτικού παλαιοημερολογητισμού που θέλει τη θρησκεία άφωνη και ιδιωτική. Πέραν τούτου, ανάμεσα στους συνδαιτυμόνες του βιβλίου ξεχωρίζουν όσοι φαίνεται να έχουν σε επάρκεια τα δύο χαρακτηριστικά, του θέλειν και του δύνασθαι να διαλεχθούν. Και φυσικά μιλώ για τη συγκεκριμένη συμμετοχή τους και όχι για τις όποιες ευρύτερες κομματικές τους επιλογές. Δείτε, για παράδειγμα, τα κείμενα του Μητρόπουλου (που ονοματίζει σημεία σύγκλισης και απόκλισης με τις εκκλησιαστικές οπτικές και κάνει χειροπιαστές προτάσεις σε επίπεδο πράξης), του Κοτζιά (ο οποίος ξεκινά με την νηφαλιότατη κρίση ότι ο διαχωρισμός δεν πρέπει να είναι μεταξύ κοσμικών [προφανώς εννοεί τους μη-θρησκευόμενους] και Εκκλησίας[1], αλλά μεταξύ εκείνων που σκέφτονται κοινωνικά κι εκείνων που προτάσσουν τον εγωκεντρισμό) και του Δημήτρη Μόσχου (ο οποίος κατορθώνει να δείξει ότι η άρθρωση λόγου κοινωνικά υπεύθυνου και σύγχρονου είναι μπορετή δίχως να απεμπολείται το μεταφυσικό περιεχόμενο της πίστης[2]). Λιγότερο χυμώδη, από την άποψη αυτή, είναι κείμενα όπως αυτό του Φώτη Κουβέλη (στο οποίο δεν βρίσκεται ούτε λεκτική αναφορά στην Εκκλησία) και του Κωστή Χατζηδάκη (στην υπέρ της ελεύθερης οικονομίας απολογία του οποίου η αλληλεγγύη μοιάζει μονάχα  παρεπόμενο της ανάπτυξης, κι όχι όρος της. Δεν φαίνεται να 'ναι τυχαίο ότι η παρέμβασή του κλείνει του με το λόγιο "ο καλός Σαμαρείτης δεν θα εμενε στην ιστορία αν δεν είχε χρήματα να δώσει". Αγνοώ ποιος εντόπισε το νεύρο της παραβολής σ' αυτή την παράμετρο, αλλά μου θυμίζει τους παλιούς [μόνο;] ισχυρισμούς ότι ο Χριστός ήταν υπέρ του τοκισμού και του πιστωτικού συστήματος, επειδἠ στις παραβολές του χρησιμοποίησε την εικόνα εντόκων συναλλαγών[3]). Εν τέλει, βασικός άξονας του βιβλίου (τον οποίον κάθε εισήγηση τον προσεγγίζει με τον τρόπο της) είναι το ερώτημα αν ο ηθικός προβληματισμός εμπεριέχεται στην άσκηση της οικονομικής δραστηριότητας ή αν, αντιθέτως, αποτελεί δευτερεύον ζήτημα - αν όχι βαρίδι.

Το δεύτερο βιβλίο, αυτό του Κωνσταντίνου Μπλάθρα. είναι άλλης λογής από το πρώτο, μα όχι άλλου λογισμού. Εννοώ ότι εστιάζει στην επικαιρότητα, μπαίνει δηλαδή σε ναρκοπέδιο, με τα κριτήρια πάντως για τα οποία αγωνιά το πρώτο. Ο Μπλάθρας είναι άνθρωπος που γράφει ανδρεία. Στο βιβλίο έχει συγκεντρώσει σαραντατρία κείμενα, τα περισσότερα εκ των οποίων δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα "Χριστιανική"[4] από το 2004 (χρονιά των Ολυμπιακών καμωμάτων στη χώρα μας) μέχρι πρόσφατα, και τα οποία ανατέμνουν πτυχές της αναδυόμενης τότε και θεριεύουσας τώρα κρίσης. Ως βασικό χαρακτηριστικό τους (και σε αντιδιαστολή προς πλήθος άλλων κειμένων που βροχηδόν παράγονται για το ίδιο θέμα) θα όριζα μια ριζοσπαστική κοινωνική ματιά, προσηλωμένη όμως στη δημοκρατία. Και μιλώ για προσήλωση στη δημοκρατία (πάλι με την ελπίδα για ενδελεχέστερη προσέγγιση μιαν άλλη στιγμή) διότι θεωρώ εξαιρετικό κίνδυνο στις μέρες μας κάποιες παρουσίες με λαϊκές ριζοσπαστικές θέσεις μεν, αλλά θέσεις ταυτόχρονα αντιδημοκρατικές, μσαλλόδοξες και ανελεύθερες (πρβλ. το Προλογικό μου στη Σύναξη τ. 120). Ο Μπλάθρας αγαπά την πατρίδα και γι' αυτό δεν την εκπορνεύει στον σωβινισμό. Έχει πρόβλημα και με τη δήωσή της, και με την ταξικότητα της κοινωνίας της και με τον εκφασισμό της πολιτικής ζωής (σσ. 20, 63, 129 κ.α.).

Στα "Πρωτοσέλιδα της Κρίσης" αποτυπώνεται μια σοβαρή πολιτική σκέψη, που παρακολουθεί τα πράγματα και βάζει την πίστη να προβληματιστεί επί του συγκεκριμένου και σημερινού. Και γι' αυτό δίνει πλήθος αφορμών για να κοντοσταθεί κανείς, να πληροφορηθεί, να συγκατανεύσει, να διαφωνήσει και -επί τέλους- να διψάσει για κουβέντα επί των ουσιωδών που συγκαλύπτονται από τα κυρίαρχα ΜΜΕ. Ενδεικτικά της σοβαρότητάς της είναι ο εντοπισμός λαϊκιστικών χαρακτηριστικών της μεταπολίτευσης ήδη στην περίοδο της προηγηθείσας δικτατορίας (σσ. 7-8), η αναφορά στις νέες, δουλοκτητικές εργασιακές σχέσεις (σ. 13), η ενόχληση από τον διασυρμό του σοσιαλισμού (σ. 100), η αυτοκριτική του Ορθοδόξου χώρου (σ. 30). Το βιβλίο έχει βαρειά ανάσα, την ανάσα της ευθύνης. Και γι' αυτό δεν ανήκει στις διαμαρτυρίες που εγείρονται ευκαιριακά και ιδιωτελώς, απλώς για να κολακέψουν τον άνθρωπο-καταναλωτή, ο οποίος λάτρεψε την κομματοκρατία, μα στο φινάλε έχει ενοχληθεί επειδή δυσλειτούργησε ο αγαπημένος του καπιταλισμός και έφτασε σε αδιέξοδο ο βολικός κατά τα άλλα παρασιτισμός του! Το βιβλίο θέτει ξανά το θέμα του οράματος και, μοιραία, της περιστασιακής φιλανθρωπίας. Η φιλανθρωπία (και δη των ζωντανών ενοριών, ως κοινοτήτων) είναι σπουδαίο πράγμα, διότι αφορά τη πράξη, και η πράξη αλλάζει τον κόσμο με τον τρόπο της ζύμης, τον υπομονετικό μα και δραστικό. Αλλά αυτό αληθεύει εάν πρόκειται για πράξη που κομίζει ένα όραμα και διεμβολίζει με αυτό την θανατίλα της καθημερινότητας. Αν, αντιθέτως, πρόκειται για χειρονομίες που προσφέρουν νομιμοποίηση στο συστημικό κακό και αποτρέπουν από μια οραματική κριτική του, απολήγει σε οξύμωρο· γίνεται όχημα της θανατίλας. 

Οι χριστιανικές παρεμβάσεις με νόημα, όπως αυτά τα δύο βιβλία, κατορθώνουν να διαλεχθούν με την εποχή τους, δηλαδή πετυχαίνουν να μιλήσουν ένα κοινό γλωσσάρι. Ταυτόχρονα, όμως, κουβαλούν (και οφείλουν να κουβαλούν) ένα χαρακτηριστικό που πάντα θα τις κάνει να είναι ουκ εκ του κόσμου τούτο. Είναι η επιμονή στην αγάπη και στο ότι καταδικασμένες δεν είναι μόνο οι απερίφραστες στάσεις μισανθρωπίας, αλλά και εκείνη η κοινωνική πρόνοια η οποία δεν εδράζεται στην αγάπη, αλλά βλέπει τους ανθρώπους απρόσωπα - ως κατηγορίες και σύνολα και αριθμούς. Η Ορθόδοξη ανθρωπολογία εδώ θα μπορούσε να έχει σπουδαία συμβολή. Δείγματος χάριν μνημονεύω εδώ τον τρέχοντα διάλογο μεταξύ των ρωλσιανών (θιασωτών του Τζων Ρωλς και της θεωρίας του περί δίκαιης κοινωνίας) και του μαρξιστή Tζέραλντ Κοέν, πάνω στο ερώτημα αν ο εγωισμός λειτουργεί συχνά θετικά (ιδίως στην περίπτωση των εγωιστών ταλαντούχων, εκ των οποίων πολλοί θεωρούν επιβεβλημένη την προνομιακή αμοιβή) και στο αν για τη διαμόρφωση μιας δίκαιης κοινωνίας είναι απαραίτητο ένα ήθος δικαιοσύνης εκ μέρους όλων των μελών της[5]. Τέτοια θέματα, όπου η ανθρωπολογία, η πράξη, η πολιτική, η ηθική και η οικονομία διασταυρώνονται, βρίσκονται στην καρδιά ενός προβληματισμού, ο οποίος εύχομαι να καρπίσει στη χώρα μας με τη φροντίδα όσων συχαίνονται κάθε λογής φονταμενταλισμούς, θρησκευτικούς και άθεους εξίσου.

ΘΑΝΑΣΗΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ


[1]    Αυτό αποτελεί πλέον βασική θέση του. Βλ. λ.χ. τον πρόλογό του "Θρησκεία - Πολυπολιτισμός", στο: Ορθόδοξες Εκκλησίες σε έναν πλουραλιστικό κόσμο (επιμ. Εμμ. Κλάψης, μτφρ. Αριάδνη Αλαβάνου), εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 2006, σσ. 9-26.

[2]    Μια παρονυχώδη διόρθωση εδώ: Το ευαγγελικό χωρίο για την ανεστιότητα του Χριστού (Ματθ. 8: 20, Λουκ. 9: 58)  γράφει "κλίνῃ" - όχι "κλίναι", όπως συχνά εκ λάθους γράφεται (ό.π., σ. 105) .

[3]    Βλ. τον αντίλογο του Γεωργίου Δημ. Ροδίτη, Χριστιανισμός και πλούτος, εκδ. Σταμούλη, Αθήνα 32009, σσ. 255-253.

[4]    Κάποια (σσ. 155-165) προέρχοντα από τη συμμετοχή του στο προφητικό βιβλίο Μνημόνιο, η υποθήκευση της Ελλάδας (η "Σύμβαση Δανειακής Διυκόλυνσης" και το "Μνημόνιο Συνεργασίας", με εισαγωγή και σχόλια Γεώργιου Κασιμάτη, Κώστα Βεργόπουλου, Κωνσταντίνου Μπλάθρα), εκδ. Χριστιανική, Αθήνα 2010, σσ. 15-30.
[5]    Τζέραλντ Άλαν Κοέν, Γιατί όχι σοσιαλισμός; (εισαγ. - μτφρ. Νικόλας Βρούσαλης), εκδ. Εκκρεμές, Αθήνα 2010. 

Σίσσυ Κόσσυβα: Υπάρχει ένας άνθρωπος..






Υπάρχει ένας άνθρωπος, Αγγλικής καταγωγής ,που δούλευε με την ιδιότητα του φαρμακοποιού για χρόνια στο Λονδίνο. Κάποια μέρα , άλλαξε όλη του τη ζωή. Πούλησε το φαρμακείο, άφησε αγαπημένους, φίλους, υπάρχοντα και ανέσεις. Περιφρόνησε χρήματα, περιουσίες και προοπτικές καριέρας.
Ένιωσε την σημασία της αγάπης, την πληρότητα που προσφέρει στη ψυχή και θέλησε να ζυμωθεί μαζί της! Να φθάσει στο υπέρτατο σημείο της ουσίας της,  που είναι η  προσφορά χωρίς κανένα προσωπικό συμφέρον και η αποδοχή του «πλησίον».
Συνειδητοποίησε την ματαιότητα των χρημάτων, την κενότητα να χτίζεις περιουσίες, να γεμίζεις αγαθά, να αποθηκεύεις.
Ξεπέρασε τον εαυτό του! Αρνήθηκε  την πολυτέλεια της καλοπέρασης, της βολεμένης-εξασφαλισμένης ζωής. Θυσίασε ακόμα και όσα θεωρούμε φυσικά και δεδομένα: το ζεστό σπιτικό του, το καλό φαγητό του, τις ανέσεις του, την διασκέδασή του. Το ανατομικό κρεβάτι του, την ατομική του καθαριότητα, τα όμορφα καλοσιδερωμένα  ρούχα του.
Έκανε την προσωπική του υπέρβαση και γνώρισε τον εαυτό του σε άλλα δεδομένα, μ' άλλα μέτρα και σταθμά. Έφυγε από το Λονδίνο και πήγε στην Τανζανία. Δέκα χρόνια τώρα, διακονεί ιατρικώς αλλά και με κάθε τρόπο τους αναγκεμένους και πονεμένους ανθρώπους της μαύρης Γης.
Δουλεύει ακούραστα με αυτοθυσία και αυταπάρνηση για την ανακούφιση της αρρώστιας, της πείνας, της φτώχειας τούτων των ανθρώπων. Δεν προσφέρει απλώς, γνωρίζοντας πως σε λίγο καιρό θα γυρίσει στην άνετη και εξασφαλισμένη ζωή του. Έχει γίνει ένας από αυτούς τους ανθρώπους. Ζει μόνιμα εκεί, κινδυνεύει από τους ίδιους κινδύνους, τρώει το ίδιο ελάχιστο φαγητό, δεν έχει τίποτα, όπως όλοι εκεί! Μα κατέχει τα πάντα, αφού ξέρει ν αγαπά! Όλη του η ζωή ολοκαύτωμα-προσφορά στην ασκητική της αγάπης. Το όνομά του και η προσφορά του δεν έχει φτάσει στην Ευρώπη! Τί σημασία έχει; Αρκεί που υπάρχει!
Δεν πήγε εκεί σαν ιεραπόστολος, ούτε σαν μέλος κάποιας εθελοντικής οργάνωσης. Κανείς δεν ξέρει σε τί, σε ποιόν κι αν πιστεύει η βαθιά ψυχή του! Λένε, πως δεν μιλά ποτέ για αιωνιότητα, για ανταπόδοση των καλών πράξεων μετά τον θάνατο. Μα η ψυχή του και η ζωή του αποτελούν απόδειξη αιωνιότητας!!! 


Υπάρχει ένας άνθρωπος..


Που διδάσκει θεολογία σε παιδιά της εφηβείας, στην ηλικία της αμφισβήτησης, της άρνησης, της ανησυχίας, της αναζήτησης. Διδάσκει απλά, με το να τα αγαπά. Αφιερώνει χρόνο για να τα ακούσει, να τους πει δυο λόγια τρυφερότητας κι αναγνώρισης, ενάντια στην απορριπτική στάση που έχουν για τον εαυτό τους. Αφιερώνει χρόνο, να τα ψυχαγωγήσει και να τους μιλήσει για το Θεό, μέσα από τη χαρά και την απόλαυση.
Είναι από κείνους τους ανθρώπους, που αν τον συναντήσεις, το φως της ψυχής του σε διαπερνά κι αλλάζεις για πάντα. Είναι από τους λίγους παιδαγωγούς, που πλάθουν χαρακτήρες και διδάσκουν με την προσωπικότητά τους. Αναρωτιέσαι και σου γεννιέται η επιθυμία να μάθεις για το Θεό της αγάπης και της χαράς που εκείνος βιώνει και τον μεταμορφώνει σε πλάσμα ουράνιο!
Μου μίλησε ένας μαθητής του για κείνον:
«Εγώ πριν τον γνωρίσω, δεν πίστευα πως υπάρχει Θεός. Φέτος, άρχισα να ενδιαφέρομαι, να μάθω για την πίστη μας κι άκου τί μας είπε ο άνθρωπος προχτές. Πήγαμε γεμάτοι ενθουσιασμό μετά την πενθήμερη εκδρομή του σχολείου, να του πούμε τα νέα μας. Δέκα παιδιά, του μιλούσαμε ταυτόχρονα και του λέγαμε, του λέγαμε. Μας ρωτούσε κι εκείνος με αληθινό ενδιαφέρον, αν ευχαριστηθήκαμε, αν χαρήκαμε, αν ερωτευτήκαμε. Του τα πάμε όλα, με κάθε λεπτομέρεια. Πού πήγαμε, τι είδαμε, πώς νιώσαμε, τα χαζά που κάναμε, τις πλάκες αλλά και τις σχέσεις που προέκυψαν. Όταν πια δεν είχαμε τι άλλο να του πούμε, μας είπε με μια βεβαιότητα:
-Μπράβο βρε παιδιά,  πάντα να χαίρεστε! Εμ, κι εγώ τι νομίζετε; Όταν σας μιλώ για αιωνιότητα, αυτή τη χαρά εννοώ! Σαν τούτη τη χαρά σας είναι η αιωνιότητα!!!» 


Από το βιβλίο  που μόλις κυκλοφόρησε 

"Αγάπης επαίτης στη ζωή μου ξένος"

Νέλλη Πανάγου:για τη γιορτή στο Εσπερινό σχολείο της Λάρισας





Ένας Έλληνας μαθητής διάβασε το Χρονικό, ένας Αλβανός-μουσουλμάνος το...άκρα του τάφου σιωπή...μια Ρουμάνα τον Θούριο, μια Βουλγάρα ήταν σουλιώτισα και ένας ομογενής από Τασκένδη στεκόταν χωρίς ανάσα στον εθνικό ύμνο....φορούσαν όλοι τα καλά τους για να τιμήσουν τη γιορτή..και οι καθηγητές βλάχοι, Σαρακατσάνοι,Κύπριοι, πόντιοι και ποιος ξέρει τι άλλο...συγκινήθηκαν ακούγοντας αυτή την περίεργη χορωδία να ψάλλει ...Τω Υπερμάχω.....
Όλοι άνθρωποι που ζούνε στην ίδια χώρα......
Δεν είναι απόσπασμα από διήγημα, είναι η περιγραφή μου, για τη γιορτή που έγινε πριν λίγο στο Εσπερινό σχολείο, το σχολείο μου......
Και εγώ που έχω ζήσει εκατοντάδες σχολικές γιορτές πρώτη φορά ένιωσα ποιο είναι το νόημα της γιορτής ή ποιο θα πρεπε να είναι....
Ευχαριστώ..


Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012

Κωνσταντίνου Ν. Γιοκαρίνη :Τό ἒμφυλο ἢ ἂφυλο τοῦ σαρκωθέντος Χριστοῦ.-Θεολογικές επισημάνσεις



Ἒκδ. ΑΡΜΟΣ, 2012

Θεολογικές ἐπισημάνσεις ἀπό τήν ἀνωτέρω ἒρευνα.

1. Ἀπό τήν βιβλική ἀνθρωπολογία
Ἡ ἰωάννεια διακήρυξη: «Καί ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» παράγει ἔντονο προβληματισμό σέ ὅσους ἀνα-  ζητοῦν ἀπάντηση στήν ἀνωτέρω διπολική ἐρώτηση, ὁ ὁποῖος ἐπι- τείνεται, ὅταν μάλιστα παραλείπεται ὁ προσδιορισμός τοῦ φύλου τῆς προσληφθείσας σάρκας-ἀνθρώπινης φύσης. Ἐάν καί ἐφ’ ὅσον τό ἄρρεν φῦλο τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ Λόγου ἀποτελεῖ συστατικό στοιχεῖο ἀνυπέρβλητο καί ταυτόχρονα ἀναγνωριστικό τῆς θεανθρώπινης ταυτοπροσωπίας πῶς παραθεωρεῖται;
Ὁ προβληματισμός αὐτός καθίσταται ἀδιέξοδος στό δόγμα τῆς Χαλκηδόνος, ὅταν οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου κατά τόν προσδι- ορισμό τῆς ἀνθρώπινης φύσης τοῦ Θεοῦ Λόγου τήν χαρακτηρίζουν ὡς τελεία, μή μεριζόμενη καί δή «χωρίς ἁμαρτίας». Ἀποτέλεσμα ὅμως τῆς ἁμαρτίας εἶναι ὁ μερισμός, ὡς ἀναγνωριστικό καί προσδιοριστικό στοιχεῖο τῆς παθητῆς φύσης τοῦ ἀνθρώπου, ἀποτυπούμενο στήν ἔμφυλη ὑπόστασή του.

Σύμφωνα δέ μέ ὅσα καταγράφονται στίς πηγές τῆς Ὀρθόδοξης Παράδοσης, συνάγονται τά κάτωθι συμπεράσματα.

                Ἀναφορικά μέ τό φῦλο οἱ Πατέρες τό ἐντάσσουν στήν κατηγορία τῶν ἐξωτερικῶν[1] βιολογικῶν γνωρισμάτων τῆς ἀνθρώ- πινης φύσης. Ἡ θέση αὐτή τῶν Πατέρων δέν ἔχει τύχει τῆς ἰδιαίτερης προσοχῆς τῆς θεολογικῆς ἔρευνας. Ὃμως προσφέρεται ὡς θαυμάσια προοπτική προσέγγισης σύγχρονων θεολογικῶν θεμάτων[2] καί μάλιστα στό πλαίσιο τοῦ ἐπαναπροσδιορισμοῦ τῶν σχέσεων τῶν δύο φύλων.
                Εἰδικότερα, ὁ συμπλεκτικός σύνδεσμος καί σέ μία κατά  παράταξη δύο κυριῶν προτάσεων: «ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκό- να ἡμετέραν καί καθ’ὁμοίωσιν καί ἐποίησεν αὐτούς ἄρσεν καί θῆλυ», δηλοποιεῖ μία πρόσθετη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία κατανοεῖται ἀπό μέρους τῶν Πατέρων ὡς συγκεκριμένου χαρακτήρα καί προοπτικῆς στή μεταπτωτική κατάσταση. Μία ἀντίθετη ἑρμηνευτική προσέγγιση ἀνατρέπει καί καταλύει ὁλόκληρη τή χριστιανική ἀνθρωπολογία, καθιστᾶ ἀκατανόητο τό σκοπό τῆς θείας ἐνανθρώπησης, σέ ὅλες τίς θεολογικές παραμέτρους τοῦ θέματος, ἐφ’ ὅσον τό φῦλο δέν εἶναι συστατικό τῆς ἀνθρώπινης φύσης γιά ὅσους λόγους συνοπτικά ἀναφέρονται ἐφεξῆς.
                α) Ἡ ἀνθρώπινη φύση ὡς ἐνιαία καί ἀδιαίρετη εἶναι ἄφυλη[3], μέ βάση τήν ἀρχή τῆς ἑνοείδειας, σύμφωνα μέ τήν ἁγιογραφική μαρτυρία[4]. Θεολογικά ἐλέγχεται ὡς ἄνευ ἐρείσματος ἡ θέση περί ἀνδρικῆς καί γυναικείας φύσης, γιατί ὑπάρχει μία καί μόνον ἀνθρώπινη φύση.
                β)Τό φῦλο εἶναι ἐπιτέχνασμα[5] πρόνοιας τοῦ Δημιουργοῦ, πρός ἀντιμετώπιση τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς πτώσης[6].
                γ) Τό φῦλο, ὡς μορφή διαίρεσης[7], χαρακτηριστικό τῆς πτώσης, εἶναι ἐκφαντορικό τῆς ἁμαρτίας γι’ αὐτό καί τό φῦλο θεολογικά δέν μπορεῖ νά εἶναι σημεῖο ἀναφορᾶς τῆς ἀνθρώπινης φύσης τοῦ ἐνσαρκωθέντος Θεοῦ Λόγου, γιατί δέν προσέλαβε τήν πεπτωκυῖα, ἀλλά τήν τέλεια, τήν χωρίς ἁμαρτία ἀνθρώπινη φύση.
                δ) Τό φῦλο εἶναι γνώρισμα τῆς ἄλογης φύσης[8].
                γ) Τό φῦλο, ἄρρεν καί θῆλυ, δέν ἀνήκει στίς κατηγορίες τοῦ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ δημιουργηθέντος ἀνθρώπου, ἀλλά στά ἐξωτερικά χαρακτηριστικά του, τόν δερμάτινο χιτώνα, τό σχῆμα[9] τῆς κτιστότητάς του


2. Ἀπό τή Χριστολογία
                Ἑπομένως, τό φῦλο δέν προσφέρεται ὡς θεολογικό ἔρει- σμα γιά τή θεμελίωση καί τήν κατοχύρωση θεολογικῶν θέσεων, πού σχετίζονται μέ τή θεία ἐνανθρώπηση καί εἰδικότερα μέ τό μυστήριο τῆς ἱερωσύνης γιά τούς ἑξῆς λόγους :
                α) Τόν Σαρκωθέντα Θεό Λόγο, Ἰησοῦ Χριστό ὁμολογοῦμε ὡς «τέλειον τόν αὐτόν ἐν θεότητι καί τέλειον αὐτόν ἐν ἀνθρωπότητι, Θεόν ἀληθινόν καί ἄνθρωπον ἀληθῶς τόν αὐτόν ἐκ ψυχῆς λογικῆς καί σώματος, ὁμούσιον τῷ Πατρί κατά τήν θεότητα καί ὁμοούσιον ἡμῖν τόν αὐτόν κατά τήν ἀνθρωπότητα καί κατά πάντα ὅμοιον ἡμῖν χωρίς ἁμαρτίας»[10].
                Οἱ Πατέρες ὁμοφώνως ἀποδέχονται, ὅτι ἡ ἀπό μέρους τοῦ Θεοῦ Λόγου προσληφθεῖσα ἀνθρώπινη φύση εἶναι τό κοινό εἶδος τῶν πλείστων καί διαφόρων ὑποστάσεων, δηλαδή «ὅσα ὁ Ἀδάμ (χοϊκός)[11] ὁ πρῶτος, δίχα μόνης ἁμαρτίας, ἃτινα ἐστι σῶμα καί ψυχή λογική τε καί νοερά»[12]. Γι’αὐτό οἰ Πατέρες, ὅταν ἀναφέρονται στήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Κυρίου χρησιμοποιοῦν κυρίως τούς ὅρους: «σάρξ», «σῶμα»[13], «ἄνθρωπος»[14], «ἀνθρωπότητα».
                β) Ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Θεοῦ Λόγου εἶναι «ἡ ἀπαρχή τοῦ νέου φυράματος», «καινή φύση» γιά τούς ἑξῆς λόγους: 1) ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ προσλαμβάνει τή φύση τοῦ πρώτου Ἀδάμ, τήν ὁποία ἀπό «κατ’εἰκόνα» τήν καθιστᾶ «εἰκόνα» στό πλαίσιο τῆς ὑποστατικῆς ἕνωσης, ὑφίσταται δηλαδή ἡ ἀνθρώπινη φύση «λόγωσιν»-ἀνακεφαλαίωση, 2) λαμβάνει τήν ἀνθρώπινη φύση ἀπό παρθένο γυναίκα, γιά νά κάνει νέο ἄνθρωπο, γιατί ἄν ἡ ἐνανθρώ- πησή του λάμβανε χώρα μέ τήν ἀνθρώπινη διαδικασία θά ἐντασ- σόταν στήν πεπτωκυῖα φύση τοῦ ἀνθρώπου καί δέ θά ἦταν δυνατόν νά ἦταν ὁ ἀρχηγός καί χορηγός τῆς νέας καί μή παλαιούμενης ζωῆς[15].
                γ) Ἡ θεία ἐνανθρώπηση καταργεῖ οὐσιαστικά τό φῦλο[16] κατά τό λόγο ὕπαρξης καί λειτουργίας του στό πλαίσιο τῆς σύλλη- ψης τοῦ Θεανθρώπου ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου.
                δ) Ἡ διάκριση καί ἡ διαφορά τοῦ ἀνθρώπου σέ ἄρρεν καί θῆλυ ἀφαιρεῖται μυστικῶς[17] κατά τή θεία ἐνανθρώπηση στή θεω- μένη ἀνθρώπινη φύση[18] τοῦ Χριστοῦ καί ἀποκαθίσταται ἡ ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου.
                ε) Χωρίς τήν ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητας τῆς διηρημένης δημιουργίας στό πρόσωπο τοῦ θεανθρώπου, ἡ γυναίκα θά ἔμενε ἐκτός σωτηρίας, γιατί τό «ἀπρόσληπτον καί ἀθεράπευτον». ὁ Σαρκωμένος Θεός Λόγος ἑνώνει στό Πρόσωπό Του τή δίμορφη ἀνθρώ πινη φύση, τό ἄρσεν καί θῆλυ, γιατί τό θεῖο ἀρχέτυπο τοῦ ἀνθρώπου προσφέρεται ὡς ἀπαθής προσωπική ἑνότητα, τήν ὁποία καλεῖται νά κατακτήσει ὁ ἄνθρωπος στά ὅρια τῆς δικῆς του φύσης, ὑπερβαίνοντας τή διαίρεση σέ ἄρρεν καί θῆλυ, ἀλλά ἀπέτυχε. Γι’αὐτό καί ἡ διαίρεση εἶναι δηλωτική τῆς ἁμαρτίας.
Τήν ἀνωτέρω ἐπιχειρηματολογία διατυπώνει σέ μία πρόταση συμπυκνωμένης θεολογικῆς ἔκφρασης ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος : «εἷς ποιητής ἀνδρός καί γυναικός, εἷς χοῦς, ἀμφότεροι εἰκών μία, νόμος εἷς, ἀνάστασις μία»[19].
Ἡ ἀναφορά τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου στόν Ἓνα θεό, τήν ἀρχή καί τό τέλος τῆς Δημιουργίας, ἀποτελεῖ καί τήν τελική ἀπάντηση στούς ἐπιχειροῦντες νά δημιουργήσουν μία «ὀντολογία τοῦ φύλου» στήν Ὀρθόδοξη θεολογία, μέ τήν ἀνάδειξη τῆς ἀνδρώας μορφῆς–φύλου τοῦ ἐνσαρκωθέντος Θεοῦ Λόγου ὡς κριτηρίου πρόσληψης τῆς θείας Χάρης ὑπό τοῦ φορέα τῆς ἱερω- σύνης, καταλύοντες τή θεμελιώδη ἀρχή περί τῆς ἀνακεφαλαιώ- σεως τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου στό θεανδρικό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ ἀρχή τῆς ἑνότητας[20] ἀποτελεῖ τόν ἀκρογωνιαῖο λίθο τοῦ θεολογικοῦ οἰκοδομήματος τῆς Ὀρθόδοξης Παράδοσης. Ἡ ἐμμονή στή θέση τοῦ ἄρρενος φύλου τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ ἐπανεισάγει τό μερισμό τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ἀκυρώνει τά ἀπο- τελέσματα τῆς θείας ἐνανθρώπησης, ἀπορρίπτει τήν περί μιᾶς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ πίστη τῆς Ἐκκλησίας, καταλύει τήν περί προσώ- που διδασκαλία αὐτῆς καί ἀρνεῖται τή δυνατότητα τῆς ἐσχατολο-γικῆς πορείας τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας πρός τό καθ’ ὁμοίωσιν, τό ὁποῖο εἶναι δυνατό μόνον ἐντός τῆς Ἱστορίας
Συμπερασματικά, λοιπόν, ἡ ἀνδρώα μορφή τοῦ σαρκω- θέντος Θεοῦ Λόγου δέν προσφέρεται γιά τή θεμελίωση θεολογικῆς ἐπιχειρηματολογίας, προκειμένου νά προσδιοριστεῖ ἡ θέση καί ὁ ρόλος τῆς γυναίκας στήν Ἐκκλησία καί εἰδικότερα ν’ἀποκλειστεῖ ἀπό τή μυστηριακή ἱερωσύνη.
Οἱ μόνοι λόγοι πού μποροῦν νά δικαιολογήσουν τήν ἄρνηση τῆς εἰσόδου τῆς γυναίκας στήν ἱερωσύνη τόσον ἀπό μέρους τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν ὅσον καί τῶν Ὀρθοδόξων κατά τήν ἱστορική πορεία τῆς Ἐκκλησίας εἷναι:
 α) ἡ ἀνάγκη ἀντιμετώπισης αἱρετικῶν, ὅπως τῶν Μοντανιστῶν, πού δέχονταν τή χειροτονία τῶν γυναικῶν καί παρέπεμπαν σέ εἰδωλολατρικές παραδόσεις,
β) ἡ δισχιλιετής πράξη τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὑπαγορεύθηκε ἀπό λόγους καθαρά κοινωνικοπολιτικούς, προσέλαβε θεσμικό χαρακτήρα καί κατοχυρώθηκε νομοκανονικά.
γ) Ἡ ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου νά δεῖ τόν ἐνανθρωπήσαντα Θεό ὡς Θεό Λόγο καί ὄχι ὡς σάρκα, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, καί,
 δ) ἡ συντηρούμενη μέχρι σήμερα, ἀρχές τῆς τρίτης χιλιετίας, ἀνδροκρατική δομή τῶν κοινωνιῶν, παρά τά ὅποια βήματα γιά τήν ἀπάλειψη μορφῶν ἀνισότητας τῶν δύο φύλων καί ἐπαναπροσδιορισμό τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεών τους.
Τό γεγονός τοῦ ἐγκλωβισμοῦ μας στά ἀδιέξοδα τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας ἐπισημαίνει ὁ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, μέ ἕναν πολύ πειστικό τρόπο, ὡς ἑξῆς:
«Γιά ὅποιους ἐρευνοῦν κατά σάρκα τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριος δέν ἀνεβαίνει πρός τόν Πατέρα Του. Ἀνεβαίνει πρός τόν Πατέρα Του ὅμως γιά ὅποιους τόν ἀναζητοῦν πνευματικά μέ ὑψηλά θεωρήματα. Ἂς μή κρατοῦμε, λοιπόν, γιά πάντα κάτω Αὐτόν πού ἦρθε κάτω γιά χάρη μας ἀπό φιλανθρωπία. Ἀλλά ἄς πᾶμε ἐπάνω μαζί Του στόν Πατέρα, ἀφήνοντας τή γῆ καί τά γήϊνα, γιά νά μήν πεῖ σέ μᾶς τόν λόγο πού εἶπε στούς ἀδιόρθωτους Ἰουδαίους, πηγαίνω ὅπου ἐσεῖς δέν μπορεῖτε νά ‘ρθεῖτε»[21].


Τελικῶς, ὁ συγγραφέας, σημειώνει, ὃτι ἐπειδή πιστεύει ὅτι τίποτε δέν εἶναι ἰσχυρότερο  ἀπό τή μακραίωνη παράδοση καί πράξη τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία ὡς σῶμα καί πλήρωμα ἀληθείας, ἐάν καί ἐφ’ ὅσον εἶναι πεπεισμένη, ὅτι πρέπει ἡ παράδοση περί «ἀνδρικῆς ἱερωσύνης» νά μείνει ἀναλλοίωτη, ἔχει ὁλη τήν ἄνεση νά τήν κρατήσει. Τό θέμα ἐπαφίεται στή διακριτική της εὐχέρεια, ἐφ’ ὅσον  διαθέτει τό ecclesiae consensus, τό ἐπικυρούμενο ἀπό Οἰκουμενική Σύνοδο.
Ἡ προσφυγή ὅμως σέ παραθεολογικά ἐπιχειρήματα μειώνουν τή γυναῖκα ὡς μέλος τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας καί λυμαίνονται τήν ἴδια τή χαρισματική ζωή καί κοινωνία αὐτοῦ. Τά μέλη τοῦ Σώματος Χριστοῦ διαφέρουν μόνον κατά τήν ὀντολογική ἰδιαιτερότητα καί τή δεκτικότητα τῆς θείας Χάρης, ὅμως ἐπ’ οὐδενί καί κατ’ οὐδένα τρόπο οὐδαμῶς κατά τήν ἰσοτιμία καί τήν ἰσότητα. «Ἂλλωστε ἡ ἐξαίρεση τῆς γυναίκας ἀπό τήν ἱερωσύνη οὐδόλως μείωσε, ἀλλ’ οὔτε καί μειώνει τή χαρισματική ζωή τῆς Ἐκκλησίας»[22]. Τό ὅλο θέμα τίθεται στή βάση τῆς ὑπέρβασης τῆς κτιστότητας τοῦ ἀνθρώπου καί τῆς πρόκλησης τῆς ἐσχατολογικῆς θεοείδειας του, ἐφ’ὅσον τό παρόν τῆς Ἐκκλησίας φωτίζεται ἀπό τό μέλλον αυτῆς.
Κατακλείοντας τίς συμπερασματικές θέσεις τῆς παρούσας ἔρευνας καί ἀναφορικά μέ τό θέμα τῆς ἰσχύος τῆς Παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας, θά ἤθελα νά ὑπενθυμίσω, ὅτι ἡ Παράδοση τῆς χειροτονίας τῶν Διακονισσῶν, ἡ ὁποία ἔχει τίς ρίζες της στήν Ἀποστολική ἐποχή[23] καί διατηρήθηκε μέχρι τόν ἐνδέκατο αἰῶνα[24] καταργήθηκε (ἀτόνισε). Σήμερα, ὅμως στό πλαίσιο τοῦ σύγχρονου αἰτήματος γιά τή συμμετοχή τῆς γυναίκας στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας θά ἦταν δυνατόν τουλάχιστον ἡ παράδοση τῆς «ἀνδρικῆς ἱερωσύνης» νά ἀναζητήσει τήν ἐπανασύνδεσή της, μέ τήν Παράδοση τῶν Διακονισσῶν.



[1] ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ Ὁμιλία Α’31, Περί γενέσεως τοῦ ἀνθρώπου, PG 44, 128 «Ὁμότιμαι αἱ φύσεις, ἴσαι αἱ ἀρεταί, ἆθλα ἴσα, ἡ καταδίκη ὁμοία. Μή πρόσεχε τῷ ἔξω ἀνθρώπῳ, περίπλασμα ἐστί τοῦτο. Ἡ ψυχή καθέζεται ἔνδον ὑπό παραπετάσματι καί ἁπαλῷ τῷ σώματι. Ψυχή μέντοι καί ψυχή ὁμότιμος, ἐν τοῖς παραπετάσμασιν ἡ διαφορά”.
[2] ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Ν. ΓΙΟΚΑΡΙΝΗ, Ἡ ἱερωσύνη τῶν γυναικῶν στό πλαίσιο τῆς Οἰκουμενικῆς Κίνησης, Κατερίνη, 1995.
[3] ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Περί κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου, 16 PG 44, 188. «Ὁ πρῶτος Ἀδάμ οὐράνιος, ἁγνός καί ἄφυλος, ἔλαβε σῶμα διά τῆς ἁμαρτίας…».
[4] Γεν.1:27. 2:23.
[5] ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΥ, Λόγος 37, PG 36, 289Β. «Διά τοῦτο ὁ εἰδώς τά πάντα...προκατανοήσας τῇ προγνωστικῇ του δυνάμει ὅτι ρέπει κατά τό αὐτοκρατές του καί αὐτεξούσιον τῆς ἀνθρωπίνης προαιρέσεως ἡ κίνησις, ἐπειδή τό ἑσόμενον εἶδεν ἐπιτεχνᾶται τῇ εἰκόνι τήν περί τό ἄρρεν καί θῆλυ διαφοράν, ἣτις οὐκέτι πρός τό θεῖον ἀρχέτυπον βλέπει, ἀλλά καθώς εἴρηται, τῆ ἀλογωτέρῳ προσωκείωται φύσει».
[6] ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, Περί παρθενίας, 4,24, PG 94, 1208Α. «Ὣστε διά τό μή ἐκτριβῆναι καί ἀναλωθῆναι τό γένος ὑπό τοῦ θανάτου ὁ γάμος ἐπινενόηται, ὡς διά τῆς παιδοποιῒας τό γένος τῶν ἀνθρώπων διασώζεται».
[7] ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, 84, PG 48, 595. «Τότε γάρ ἡ ἀνθρωπίνη καθ’ ἑαυτῆς ἔσχιστο φύσις καί πόλεμος ἦν ἄσπονδος».
[8] Ὃπου  ἀνωτ.
[9] ΔΙΑΤΑΓΑΙ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ,ΣΤ, ΧΙ, PG 1,937Α. «ἐπ’αὐξήσει γάρ τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων διαφοράν σχημάτων διεπλάσθη ἐν τῷ Ἀδάμ καί τῇ Εὔᾳ». Πρβλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Ὁμιλία Α’, 31, Περί γενέσεως τοῦ ἀνθρώπου, PG 4, 128.
[10] MANSI VIII, ACO II, 1, 2, 129 (325) κ. ἑξ.
[11] ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ Ἔκδοσις ἀκριβής ὀρθοδόξου πίστεως, 3, 12, PG 94, 1029Α.
[12] ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ,Ἔκδοσις ἀκριβής ὀρθοδόξου πίστεως , Περί ἰδιωμάτων τῶν δύο φύσεων, 3,13 PG 94, 10,33Α.
[13] Μ.ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Περί ἐνανθρωπήσεως, Λόγος Β«( Θεός Λόγος) λαμβάνει ἑαυτῷ σῶμα καί τοῦτο οὐκ ἀλλότριον τοῦ ἡμετέρου…» .
[14] ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ, Ἔλεγχος ψευδωνύμου γνώσεως , Βιβλίον Γ’ΧΙΙΧ,  ΒΕΠΕΣ 5,150. «Εἰς τοῦτο γάρ ὁ Λόγος ἄνθρωπος … ἵνα ὁ ἄνθρωπος τόν Λόγον χωρήσας καί τήν υἱοθεσίαν λαβών, υἱός γένηται Θεοῦ…».
MANSI XII, 344. (7η Οἰκουμενική Σύνοδος, 6η Συνεδρία) «ἐκ δύο γάρ φύσεων ἴσμεν τόν Χριστόν, καί ἐκ δύο φύσεων ἀδιαιρέτως, ἤγουν θείᾳ τε καί ἀνθρω- πίνῃ».
[15]ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ, Ὁμιλία ιστ’, ΕΠΕ 9,430. «περιβαλλόμενος ἀφράστως καί συναφθείς ἀδιαιρέτως τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει καί τεχθείς Θεός ὁμοῦ καί ἄνθρωπος, ἐκ γυναικός μέν, ἵνα τήν παρ’αὐτοῦ ἀναλάβηται φύσιν, ἐκ παρθένου δέ ταύτης, ἵνα καινόν ποιήσῃ ἄνθρωπον».
[16] Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Περί ἐνανθρωπήσεως, Λόγος Β’, 8 PG 25, 109C. «Λαμβάνει ὁ Θεός (Λόγος) τό ἡμέτερον (σῶμα) καί τοῦτο οὐχ ἁπλῶς, ἀλλ’ ἐξ ἀχράντου καί ἀμιάντου ἀνδρός ἀπείρου παρθένου, καθαρόν καί ἀμιγές τῆς ἀνδρῶν συνουσίας…».
[17] ΜΑΞΙΜΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Περί διαφόρων ἀποριῶν, PG 90, 1304D.
[18] ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ, Ἔλεγχος ψευδωνύμου γνώσεως, Βιβλίον Γ’ ΒΕΠΕΣ 5, 149. «Καί εἰ μή συνηνώθη ἄνθρωπος τῷ Θεῷ, οὐκ ἄν ἠδυνήθη μετασχεῖν τῆς ἀφθαρσίας».
[19] ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΥ, Λόγος 37, 6, PG 36, 289Β.

[20] ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Ομιλία 37,6. «Εἷς ποιητης ἀνδρός καί γυναικός, εἷς χοῦς, ἀμφότεροι εἰκών μία, νόμος εἷς, θάνατος εἷς, ἀνάστασις μία».  


[21] ΜΑΞΙΜΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Κεφάλαια περί θεολογίας, Ἑκατοντάς Β’ ΒΕΠΕΣ 14, 529.              
[22] ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΜΑΤΣΟΥΚΑ, Ὀρθοδοξία καί Οἰκουμενικός διάλογος, ἐκδ. Ἀποστολική Διακονία, Ἀθήνα, 2005, σελ.122-127.
[23] Ρωμ. 16:1-2. Α’ Τιμ. 3:11.
ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Ὑπόμνημα εἰς τήν 1 Τιμ.3:11. PG 62,53. «τινές ἁπλῶς περί γυναικῶν εἰρῆσθαι τοῦτό φασιν, οὐκ ἔστι δέ τί γάρ ἐβούλετο μεταξύ τῶν εἰρημένων παρεμβαλεῖν τι περί γυναικῶν; Ἀλλά περί τῶν τό ἀξίωμα τῆς διακονίας ἐχουσῶν λέγει».
ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΩΣ, Στρωματεῖς 3,6, PG 8,1157.
[24] Στήν Ἁγία Σοφία ὑπηρετοῦσαν 40 Διακόνισσες.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΧΑΛΚΙΔΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰσήγησις ἐνώπιον τῆς σεπτῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τήν 8ην Ὀκτωβρίου 2004.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...