Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2010

Η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση

Σκοποί, περιεχόμενο, φυσιογνωμία και διαθεματική προσέγγιση


Σταύρου Γιαγκάζογλου
Συμβούλου του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου

  1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις για τη διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών στον απόδημο Ελληνισμό
Προκαταρτικές αφετηρίες και προϋποθέσεις
  • Πριν από οτιδήποτε άλλο, η εκπαιδευτική θεωρία και πράξη που απευθύνεται στον απόδημο Ελληνισμό χρειάζεται διαρκώς να διερευνά με ποιο παιδαγωγικό και γνωστικό τρόπο, κάτω από ποιες προϋποθέσεις, προσαρμογές, εμπλουτισμούς και υπερβάσεις, είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί η ελληνική εμπειρία στην πραγματικότητα του εξωτερικού.
  • Προς αυτή την κατεύθυνση είναι ανάγκη να ληφθούν σοβαρά υπόψη και να αξιοποιηθούν οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτιστικές συνθήκες της ζωής και της καθημερινότητας που επικρατούν σε κάθε συγκεκριμένη χώρα αλλά και οι ανάγκες της ελληνικής παροικίας.
  • Ζώντας στο επίκεντρο του Δυτικού πολιτισμό με διάχυτη την χρησιμοθηρική και ωφελιμιστική αντίληψη της ζωής και το πρότυπου του επιτυχημένου, αποτελεί ζωτική ανάγκη η παιδαγωγική προτεραιότητα για την καλλιέργεια της δημιουργικής και κριτικής σκέψης των μαθητών του ελληνικού σχολείου.
  • Δίχως να λαμβάνεται υπόψη η γλωσσική, κοινωνική και πολιτιστική ταυτότητα των συγκεκριμένων μαθητών της παροικίας, οποιαδήποτε καλοπροαίρετη εκπαιδευτική προσπάθεια κινδυνεύει να παραμείνει δίχως ουσιαστικό αποτέλεσμα.
  • Επιβάλλεται να αναρωτηθούμε κατά πόσο είναι δυνατό να σχετίζονται οι παιδαγωγικές προτάσεις (διαθεματική προσέγγιση, συνεργατική μάθηση, δημιουργική και κριτική σκέψη στα νέα βιβλία και τo υποστηρικτικό υλικό) του Π.Ι. με την εδώ σχολική και διδακτική πραγματικότητα.
  • Οπωσδήποτε, απαιτείται μια ευφάνταστη και ευέλικτη προσαρμογή, αφομοίωση και δημιουργική σύνθεση εκείνων των στοιχείων, τα οποία είναι δυνατό να προσληφθούν και να συνεισφέρουν γόνιμα στο εκπαιδευτικό έργο μας στον απόδημο Ελληνισμό.
  • Κεντρικός ο παιδαγωγικός ρόλος του εκπαιδευτικού στη διδακτική μεθοδολογία των νέων βιβλίων του παιδαγωγικού Ινστιτούτου. Η αντίληψη που θέλει τον δάσκαλο ως απλό animateur στη διαδικασία της γνώσης αλλά και η παλαιά θεώρηση του δάσκαλου ως αυθεντία και παντογνώστη δεν υφίστανται παρά ως αντιπαράδειγμα στην καίρια και αποφασιστική λειτουργία του εκπαιδευτικού στα νέα βιβλία και το υπόλοιπο υποστηρικτικό υλικό.
  • Καμία συνταγή και παιδαγωγική μεθοδολογία δεν συνιστά μια λύση μαγική στα προβλήματα της εκπαίδευσης. Χρειάζεται διαρκώς μια συνθετική και ολιστική θεώρηση της διδακτικής πράξης στις πραγματικές και συγκεκριμένες συνθήκες.
  • Πέρα από τις ευρύτερες αυτές επισημάνσεις, θα πρέπει να στοχασθούμε πάνω στο ζήτημα της διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών και συγκεκριμένα στο πλαίσιο της Διασποράς των Ελλήνων. Η Ορθοδοξία δεν είναι απλώς παράδοση και παρελθόν αλλά έχει ουσιαστικό λόγο και μπορεί να συμβάλλει με τον τρόπο της και στο παρόν και το μέλλον. Για να το πράξει αυτό δεν θα πρέπει να θριαμβολογεί για το παρελθόν της απλώς και να κλείνεται ξενοφοβικά στον εαυτό της αλλά να κινείται διαρκώς στην πρόσληψη, στη συνάντηση και στο διάλογο με την κάθε ετερότητα. Έτσι αναδεικνύεται η οικουμενική διάσταση και φιλάνθρωπη διακονία της Ορθοδοξίας.
  • Ακριβώς λόγω της οικουμενικής διάστασής της η Ορθοδοξία συνέβαλε καίρια και αποφασιστικά στη διαμόρφωση της ελληνικής ταυτότητας και ιδιοπροσωπίας. ελληνική ταυτότητα και ιδιοπροσωπία Η συνάντηση Ελληνισμού και Χριστιανισμού στα όρια της ελληνορωμαϊκής οικουμένης δεν σήμανε απλώς την αλληλεπίδραση δύο κόσμων και πολιτισμών αλλά σταδιακά μορφοποίησε ένα νέο πολιτισμό. Πρόκειται για τον πολιτισμό της Ορθοδοξίας και του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους, τον λεγόμενο Βυζαντινό πολιτισμό. Η ακτινοβολία του βυζαντινού κόσμου και πολιτισμού επιβίωσε και μετά την πάροδο των δέκα αιώνων του βίου του εξαιτίας της πολιτισμικής του ιδιαιτερότητας και της Ορθοδοξίας με την οποία επέδρασε ευεργετικά και σε άλλους λαούς. Η αίσθηση της μεγάλης αυτής πολιτιστικής κληρονομιάς δεν έσβησε ποτέ από τη συλλογική μνήμη του Ελληνισμού ακόμη και κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Η ανάμνηση αυτής της πολιτισμικής του αυτοσυνειδησίας οδήγησε τον Νέο Ελληνισμό στον αγώνα της ελευθερίας και της αναγέννησης του.
  • Συνάμα, η ορθόδοξη θεολογία οφείλει να πραγματοποιήσει ένα δημιουργικό άνοιγμα προς τον πολυπολιτισμικό κόσμο μας, προσλαμβάνοντας τα προβλήματα και τους προβληματισμούς του. Χρειάζεται μια νέα προσέγγιση των σημερινών κοινωνικών και πολιτιστικών πραγματικοτήτων, μέσα από μια θεολογία της ετερότητας, που δεν θα έχει ωστόσο τίποτε κοινό με το πνεύμα του συγκρητισμού. Είναι όντως ανάγκη στις μέρες μας η Ορθοδοξία να προχωρήσει πιο πέρα και από την νεωτερικότητα και να αποδεχθεί τον πλουραλισμό και την ετερότητα των άλλων κατά τέτοιο τρόπο ώστε ταυτόχρονα να μην υποτιμά, συμβιβάζει, πολύ δε περισσότερο εγκαταλείπει την ορθόδοξη αυτοσυνειδησία και ετερότητα. Στοιχεία μιας τέτοιας θεολογίας της πολυπολιτισμικότητας ως αλληλοσεβασμός, αποδοχή και ειρηνική συνύπαρξη με την θρησκευτική ή όποια άλλη ετερότητα, είναι διάσπαρτα μέσα στη Βίβλο και τα πατερικά κείμενα. Απαιτείται σαφώς μία άλλη νοοτροπία και ένας άλλος προσανατολισμός για την αναγνώρισή τους. Μια άλλη ερμηνευτική προσέγγιση μπορεί να αναδείξει και να φωτίσει καίριες πτυχές της θεολογίας της ετερότητας.
  • Η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη την παρουσία και τη συμβολή της Ορθοδοξίας σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία και ιδιαίτερα στις συνθήκες της Μεγάλης Βρετανίας. Η διακονία της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας, η δυναμική παρουσία και δράση του κυπριακού Ελληνισμού, η πνευματική ακτινοβολία της ορθόδοξης μονής του Essex αλλά και η παρουσία και διδασκαλία σημαντικών ορθόδοξων θεολόγων στα βρετανικά πανεπιστήμια, Ιωάννης Ζηζιούλας (Εδιμβούργο-Γλασκώβη-Λονδίνο), Κάλλιστος Ware (Οξφόρδη), Andrew Louth (Ντάραμ)κ.ά. αποτελούν σύγχρονες εκφράσεις της Ορθοδοξίας στην Μεγάλη Βρετανία.
  • Η Ορθοδοξία, πέρα από τα ελλαδικά στεγανά, αγκαλιάζει πολλούς και διαφορετικούς λαούς, ζύμωσε και εξέφρασε ποικίλους πολιτισμούς. Μέσα στο νέο περιβάλλον του θρησκευτικού πλουραλισμού, η χριστιανική θεολογία καλείται να διαλεχθεί δημιουργικά με την πολιτιστική και θρησκευτική ποικιλομορφία του σύγχρονου κόσμου. Οφείλει να επανεύρει την αληθινή οικουμενικότητά και ανεκτικότητά της, για να προσπεράσει τη μισαλλοδοξία και τον φανατισμό. Ο φανατικός είναι εκείνος που σφιχταγκαλιάζει την αλήθεια τόσο πολύ, ώστε τελικά την πνίγει. Η αλήθεια, λοιπόν, δεν είναι ανάγκη να εκλαμβάνεται ως δογματισμός και αποκλειστικότητα αλλά ως δυνατότητα να προσέλθει σε διάλογο και σχέση με τον άλλον. Ο κίνδυνος που απειλεί την γνήσια θρησκευτική ζωή σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης δεν είναι άλλος από τον φανατισμό και τη μισαλλοδοξία. Στην εποχή μας, όσο ποτέ ίσως άλλοτε, προβάλλει η ευθύνη της χριστιανικής θεολογίας να διαλεχθεί δημιουργικά, όπως είχε πράξει με δυναμικό τρόπο ο απόστολος των εθνών Παύλος, με τον πολύπτυχο και πολυθρησκευτικό κόσμο μας. Θα πρέπει, ασφαλώς, να συνειδητοποιήσουμε πως η πολυπολιτισμική κοινωνία θα αποτελεί τον τρόπο ζωής για τις χριστιανικές Εκκλησίες και θεολογικές παραδόσεις.
  • Ο ρόλος της Ορθοδοξίας είναι καίριος στις κοινότητες των Ελλήνων της Διασποράς. «Είτε με τις αρχαιότητες είτε με Ορθοδοξία», οι απανταχού της γης Έλληνες διαμορφώνουν τις κοινότητές τους γύρω από την Ορθόδοξη Εκκλησία.
  • Πέρα από τον εθιμικό παράγοντα (ήθη, έθιμα, παραδόσεις), είναι ανάγκη να αναδεικνύεται ο δυναμισμός της ελληνικής παράδοσης στα νέα περιβάλλοντα, στις νέες κοινωνικές και πολιτιστικές πραγματικότητες.

  1. Οι ειδικοί σκοποί του μαθήματος των Θρησκευτικών στο δημοτικό
Το μάθημα των θρησκευτικών είναι ενταγμένο στην παρεχόμενη από την πολιτεία εκπαίδευση και υπηρετεί τους γενικούς σκοπούς της παιδείας, σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους Νόμους. Όπως όλα τα μαθήματα του ελληνικού σχολείου, έχει ως στόχο τη διαμόρφωση ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών, συμβάλλοντας με τις γνώσεις που παρέχει στην κριτική ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης, στο σεβασμό και τη συνύπαρξη με τη θρησκευτική ετερότητα, στην έμπρακτη αλληλεγγύη. Ακόμη, επιδιώκει να εμπνεύσει τον σεβασμό καθώς και δραστηριότητες για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και της πολιτισμικής κληρονομιάς του τόπου μας, αλλά και της ανθρωπότητας ολόκληρης.
Με τη διδασκαλία των Θρησκευτικών στο δημοτικό Σχολείο επιδιώκεται οι μαθητές:
  1. Να γνωρίσουν βασικές παραστάσεις, έννοιες και σύμβολα της ορθόδοξης πίστης και ζωής.
  2. Να αντιληφθούν την αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο και τον κόσμο.
  3. Να ανακαλύψουν τη σημασία και την επικαιρότητα του Ευαγγελίου για την προσωπική και κοινωνική ζωή και τον πολιτισμό.
  4. Να καλλιεργήσουν πνεύμα έμπρακτης αλληλεγγύης, ειρήνης και δικαιοσύνης, σεβασμού της θρησκευτικής ιδιαιτερότητας και συνύπαρξης με το «διαφορετικό».
  5. Να εκτιμήσουν την ανάγκη σεβασμού και προστασίας του περιβάλλοντος, καθώς και της πολιτισμικής κληρονομιάς του τόπου μας και γενικότερα της ανθρωπότητας.
  6. Να κατανοήσουν τι σημαίνει να είναι κάποιος ενεργό μέλος εκκλησιαστικής κοινότητας.

  1. Το περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών στο Δημοτικό Σχολείο
Ειδικότερα για την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, η θρησκευτική αγωγή στην Α΄ και Β΄ τάξη του Δημοτικού συμπεριλαμβάνεται στο μάθημα Μελέτη Περιβάλλοντος και αφορά κυρίως θρησκευτικές γιορτές και επετείους. Ως αυτοτελές μάθημα από την Γ΄ έως και την Στ΄ τάξη, οι μαθητές καλούνται να γνωρίσουν το Χριστιανισμό ως βιβλική ιστορία και βιβλικό λόγο, ως ορθόδοξη χριστιανική παράδοση, ως πολιτιστική έκφραση. Καλούνται επίσης να γνωρίσουν την πορεία του Χριστιανισμού στην ιστορία και την παρουσία του στον σύγχρονο πλουραλιστικό και ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο μας. Λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη το στάδιο της νοητικής, συναισθηματικής και κοινωνικής ωρίμανσης των μαθητών προσφέρονται, στις μεγαλύτερες τάξεις, στοιχεία και πληροφορίες για το θρησκευτικό φαινόμενο γενικότερα, για τις άλλες χριστιανικές ομολογίες και παραδόσεις, καθώς επίσης και στοιχεία για τον Ιουδαϊσμό και το Ισλάμ. Με τον τρόπο αυτό, υλοποιείται παιδαγωγικά και διαπολιτισμικά η ευρωπαϊκή και οικουμενική διάσταση του μαθήματος.

  1. Παιδαγωγικά κριτήρια και προϋποθέσεις
  • Παιδαγωγική αναπλαισίωση της θεολογικής γνώσης. Ο ρόλος του εκπαιδευτικού.
  • ΔΕΠΠΣ – ΑΠΣ: εννεαετής υποχρεωτική εκπαίδευση. Συνοχή και αλληλουχία από την Πρωτοβάθμια στη Δευτεροβάθμια.
  • Τα Θρησκευτικά δεν είναι μια ιδιότυπη αφήγηση. Ιστορικός και πολιτισμικός χαρακτήρας του μαθήματος.

  1. Τα νέα βιβλία των Θρησκευτικών στην Γ΄ και Δ΄ τάξη του Δημοτικού
Γνωσιακοί στόχοι, στόχοι δεξιοτήτων, αξιακοί στόχοι, ευρύ φάσμα μεθόδων αξιολόγησης.
  • Τα σύμβολα της Ορθόδοξης Παράδοσης. Ερμηνευτικές προσεγγίσεις μέσα από τις εμπειρίες των ίδιων των παιδιών. Ό,τι γνωρίζουν εθιμικά, τώρα προσεγγίζουν γνωστικά τη λειτουργία και σημασία του.
  • Εικονογράφηση προσαρμοσμένη στις συγκεκριμένες ηλικίες.
  • Μικρό δοκίμιο, τίτλοι, ανάλυση – επεξεργασία στην τάξη, λεξιλόγιο, μικρά λογοτεχνικά κείμενα.
  • Καλλιέργεια της δημιουργικής και κριτικής σκέψης. Πολλαπλοί τρόποι περιγραφής και εμπέδωσης της διδακτικής ενότητας, αυτενέργεια του μαθητή.
  • Μικρή περίληψη/Με μία φράση.
  • Υλοποίηση των νέων σκοπών των ΔΕΠΠΣ και ΑΠΣ: οικολογικές και περιβαλλοντικές διαστάσεις, αδελφοσύνη, ετερότητα, σεβασμός του άλλου (Μαθήματα 9+28+32), εθελοντισμός, συνεργασία, κοινωνικότητα, ευθύνη των ανθρώπων για ολόκληρο τον κόσμο, αξίες, ειρήνη, φιλία.
  • Κεντρική θεολογική διήκουσα: αντί ενός εύκολου και άκοπου ηθικοδιδακτισμού (τι, άλλωστε, είναι το μάθημα των θρησκευτικών;), προβάλλεται η σημασία της αγάπης ως ένα πλέγμα σχέσεων με τον συνάνθρωπο και τον άλλον, όποιος και αν είναι αυτός (τι, άλλωστε, δίδαξε ο ίδιος ο Χριστός;).

Βιβλίο του εκπαιδευτικού
  • Ενδεικτικό διάγραμμα διδασκαλίας
  • Εποπτικά μέσα διδασκαλίας
  • Προτεινόμενες διαθεματικές προσεγγίσεις
  • Γνωστικό περιεχόμενο, Στόχοι, Επεξεργασία
  • Πρόταση για αφόρμηση
  • Μεθοδολογικές υποδείξεις
  • Αξιολόγηση
  • Βιβλιογραφία
  • Διευθύνσεις στο Διαδίκτυο
  • Πηγές και εποπτικό υλικό

  1. Τα νέα βιβλία των Θρησκευτικών στην Ε΄και Στ΄τάξη του Δημοτικού
  • Δοκίμιο με ανάλογο θρησκειοπαιδαγωγικό περιεχόμενο για τις δύο αυτές τάξεις
  • Θέματα για συζήτηση
  • Εργασίες εμβάθυνσης, πολλαπλών τρόπων, διαλογική κατεύθυνση
  • Διαθεματικές εργασίες
  • Δικτυακοί τόποι
  • Παραθέματα κειμένων/λογοτεχνικά κείμενα
  • Ακροστιχίδες, σωστό λάθος, σταυρόλεξα
  • Εικονογράφηση: βυζαντινή, σύγχρονη, φωτογραφίες
  • Δημιουργώντας έναν όμορφο κόσμο: Διδακτικές ενότητες για τις τέχνες της Ορθόδοξης Παράδοσης: εικονογραφία, ψηφιδωτά, διακοσμητική, μικροτεχνία, γλυπτική, αρχιτεκτονική-ναοδομία, υμνολογία, μουσική. Αγία Σοφία, η αγιογραφία πρακτικά, διαβάζοντας τις βυζαντινές εικόνες. Δυνατότητες παιδαγωγικής αξιοποίησης των εικόνων. Ο βυζαντινός κόσμος και πολιτισμός μέσα από την τέχνη της εικόνας. Ρωμανός ο Μελωδός. Κασσιανή.
  • Υλοποίηση των νέων σκοπών των ΔΕΠΠΣ και ΑΠΣ: προστασία του περιβάλλοντος, μόλυνση και καταστροφή του, κοινωνικές ευαισθησίες-ΑΜΕΑ, κοινωνικοί αγώνες για δικαιοσύνη, ισότητα (Μάρτιν Λούθερ Κινγκ), τα προβλήματα του λεγόμενου τρίτου κόσμου, η πείνα, το αίτημα της ειρήνης.
  • Οι τρεις Ιεράρχες: ειδικό μάθημα για τους τρεις ιεράρχες στην Γ΄ τάξη. Ιωάννης ο Χρυσόστομος στη Δ΄ τάξη. Μέγας Βασίλειος, προβολή του κοινωνικού του έργου στην Ε΄ τάξη και Γρηγόριος ο Θεολόγος στην Στ΄ τάξη. Επίσης μάθημα για τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό. Στην Στ΄ τάξη.
  • Πίστη και πολιτισμός.
  • Έγνοια για τη διαίρεση των χριστιανών, αγώνας και συνειδητοποίηση της ανάγκης για την αποκατάσταση της ενότητας μεταξύ των χριστιανών.
  • Η Ορθοδοξία ανά τον κόσμο, ορθόδοξοι από άλλες χώρες και πολιτισμούς.
Η θρησκευτική ετερότητα και η ξενοφοβία: ιδιάζων τρόπος παρουσίασης: η γνωριμία πραγματοποιείται μέσα από το πρίσμα της παρουσίασης από την άλλη πλευρά, με διάλογο, κατανόηση και αλληλοσεβασμό. Στην περίπτωση της λατρείας των Εβραίων και της προσευχής των Μουσουλμάνων συμμαθητές είναι αυτοί που ξεναγούν του συμμαθητές τους στη δική τους θρησκευτική παράδοση (Συμεών και Δεββώρα- ραβίνος, Λεϊλά και Γιουσούφ-ιμάμης).
  • Γνωριμία με τους Ρωμαιοκαθολικούς
  • Γνωριμία με τους Προτεστάντες
  • Οι Εβραίοι
  • Οι Μουσουλμάνοι

  1. Η φυσιογνωμία του μαθήματος των Θρησκευτικών
Στη διδακτική πράξη το θρησκευτικό μάθημα οφείλει να υπερβαίνει το ψευδοδίλλημα μεταξύ γνώσης και βιώματος και να συνδέεται με τον χαρακτήρα της παιδείας και του πολιτισμού, αναδεικνύοντας την καθολική παιδευτική του αξία. Είναι άλλο πράγμα ο εμπειρικός, ποιητικός και γενικότερα λογοτεχνικός λόγος, προσαρμοσμένος μάλιστα παιδοκεντρικά στα ιδιαίτερα στάδια ωρίμανσης των μαθητών του Δημοτικού σχολείου, από την πεποίθηση πως το μάθημα των θρησκευτικών δεν είναι σπουδή και μετάδοση γνώσεων αλλά απλώς πνευματική μύηση, δίχως γνωσιολογικό χαρακτήρα, στο υπερβατικό και εξωλογικό βίωμα της Εκκλησίας. Η διδασκαλία του, επίσης, είναι ανάγκη να ξεφύγει από τα βαρίδια του παρελθόντος όπως ο ηθικισμός, ο πουριτανισμός, ο παιδαγωγικός διδακτισμός, ο μη διαλογικός χαρακτήρας, ο εθνοκεντρισμός του. Για το σκοπό αυτό απαιτείται να μην έχει ξύλινη γλώσσα, ηθικιστική και κανονιστική εμμονή αλλά, παραμερίζοντας τον οποιοδήποτε κατηχητικό και απολογητικό προσανατολισμό, επιβάλλεται να συνδέεται με τα σύγχρονα υπαρξιακά και κοινωνικά προβλήματα του ανθρώπου της εποχής μας, να συναντά με σεβασμό και κατανόηση τον άλλο στο πρόσωπο του ετερόδοξου, του ετερόθρησκου, του αδιάφορου.
Συνάμα, χρειάζεται να συνδέεται κατάλληλα με τη συνέχεια και την παράδοση του ελληνικού πολιτισμού, να είναι κριτικό για κάθε μορφή θρησκευτικής παθολογίας και να ανταποκρίνεται στις ανάγκες μιας ελεύθερης πλουραλιστικής δημοκρατικής κοινωνίας. Συνεπώς, δεν πρέπει να στενεύει μονόπλευρα τον ορίζοντά του σε μια εθνοκεντρική ορθοδοξία αλλά να αποτελεί γνώση της ελληνορθόδοξης πολιτιστικής παράδοσης και κληρονομιάς. Ταυτόχρονα, είναι ανάγκη να μην έχει απλώς πληροφοριακό και ενημερωτικό χαρακτήρα αλλά να συζητά διαλεκτικά τα καίρια προβλήματα του κόσμου, του ανθρώπου και της κοινωνίας του στα όρια της ελευθερίας και του αλληλοσεβασμού. Τούτο επιτυγχάνεται δίχως να έχει χειραγωγικό χαρακτήρα, αλλά σεβόμενο κάθε θρησκευτική και πολιτισμική πολυφωνία και ετερότητα. Άλλωστε, ο δογματικός διαποτισμός δεν σχετίζεται με την υπαρξιακή ερμηνεία και κατανόηση των δογμάτων, δηλαδή της πίστης, της ζωής και της λατρείας της Εκκλησίας.

  1. Η διαθεματική προσέγγιση στο μάθημα των Θρησκευτικών
Προβάλλοντας το οικουμενικό πνεύμα της Ορθοδοξίας, ο διάλογος θα πρέπει να δομεί όχι μόνο τη μέθοδο της διδασκαλίας αλλά και το ίδιο το εκπαιδευτικό υλικό του μαθήματος. Για το σκοπό αυτό, είναι ανάγκη να χρησιμοποιηθεί η μεθοδολογία της διαθεματικότητας, σε σχέση με τα άλλα μαθήματα του σχολείου, και της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης στο πλαίσιο της πολυπολιτισμικότητας.
Η διαθεματική προσέγγιση της γνώσης, που εισάγεται συστηματικά με το νέο Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγράμματος Σπουδών (ΔΕΠΠΣ) και τα Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών (ΑΠΣ) στα νέα βιβλία, και το λογισμικό του μαθήματος των θρησκευτικών στο Δημοτικό, συνιστά μια καινοτομία που τα διαφοροποιεί από τα προηγούμενα. Η εισαγωγή της στοχεύει ακριβώς στην αλλαγή φιλοσοφίας του εκπαιδευτικού συστήματος και στην προσαρμογή της μαθησιακής διαδικασίας στη διαρκώς μεταβαλλόμενη πολυδιάστατη πραγματικότητα της εποχής μας. Προς την κατεύθυνση αυτή, το ΔΕΠΠΣ και τα νέα ΑΠΣ του μαθήματος προβλέπουν μια σειρά από ενδεικτικές δραστηριότητες, τα οποία πολλαπλασιάζονται στα διδακτικά βιβλία και τα δύο λογισμικά (CD-Roms), που εισάγονται στα σχολεία από το 2006 και αναφέρονται π.χ. σε βασικές γιορτές άλλων ομολογιών και θρησκειών, στο έμπρακτο ενδιαφέρον προς τους αλλοεθνείς ή ετερόθρησκους που έχουν ανάγκη, στην πανανθρώπινη ενότητα, στην προστασία του περιβάλλοντος, στην κοινωνική αδικία, τον φανατισμό, τον πόλεμο, την πείνα και την απανθρωπία των ισχυρών.
Η διαθεματική προσέγγιση της σχολικής γνώσης μπορεί να προσφέρει στο θρησκευτικό μάθημα νέες δυνατότητες και νέους ορίζοντες στη διδασκαλία του. Το θρησκευτικό μάθημα με σαφή τον γνωσιολογικό του χαρακτήρα και απελευθερωμένο από την παλαιά αντίληψη που το ήθελε στενά ομολογιακό, κατηχητικό και ηθοπλαστικό, είναι ανάγκη να εγκεντρισθεί στα μορφωτικά αγαθά της ορθόδοξης παράδοσης και του βυζαντινού πολιτισμού. Κατά συνέπεια, ο θεολογικός και παιδαγωγικός του χαρακτήρας αναπλαισιώνεται σε διευρυμένες βάσεις και αρχές. Συνάμα, όμως, επιβάλλεται να έχει ανοικτούς ορίζοντες και να διαλέγεται με ζητήματα και προτεραιότητες που θέτει ο ραγδαία μεταβαλλόμενος σύγχρονος κόσμος και πολιτισμός. Η διαθεματικότητα μπορεί να συνεισφέρει γόνιμα και δημιουργικά στην ανάδειξη της σχέσης που έχει ο λόγος και ο τρόπος της Ορθοδοξίας με τον πολιτισμό που σαρκώθηκε στη θεολογία, τη λατρεία, την τέχνη, την παράδοση και τη ζωή της Εκκλησίας στην ιστορική της πορεία. Εξάλλου, η διαθεματική προσέγγιση της γνώσης που αποσκοπεί στην καλλιέργεια ενός γνήσιου ανθρωπισμού – με τη διαμόρφωση αξιών, στάσεων, την υπέρβαση των προκαταλήψεων, των στερεοτύπων και των διακρίσεων, την αποδοχή των διαφορών, την επίλυση των αντιπαλοτήτων, την ανάλυση και συζήτηση μεγάλων σύγχρονων προβλημάτων – είναι δυνατό να συνδέεται με τις αξίες και την υπαρξιακή στάση που προκύπτει από το φιλοκαλικό ήθος της ορθόδοξης παράδοσης. Όμως, η Ορθοδοξία δεν είναι μόνο παράδοση. Είναι και σύγχρονη ζωή. Το θρησκευτικό μάθημα επιβάλλεται να είναι διαρκώς ανοικτό στη σύγχρονη κοινωνία, στη ζωή, στον πολιτισμό, στον κόσμο ολόκληρο. Η διαθεματική προσέγγιση της γνώσης είναι δυνατό να προσφέρει μεθοδολογικά και παιδαγωγικά αυτόν τον προσανατολισμό και τη διασύνδεση των γνώσεων του θρησκευτικού μαθήματος με όλα τα άλλα μαθήματα, γνωστικά αντικείμενα ή καινοτόμα προγράμματα. Επιχειρώντας την πολυπρισματική προσέγγιση της γνώσης και την σύνδεσή της με τη ζωή και την σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα, η διαθεματικότητα παρέχει ευδιάκριτα και συνδυαστικά στο μαθητή τις δυνατότητες οικείωσης των μορφωτικών αγαθών του θρησκευτικού μαθήματος αλλά και στο ίδιο το μάθημα τους ανοικτούς ορίζοντές του καθώς και την μορφωτική, παιδαγωγική και πολιτισμική του ευελιξία.

6.(666) επισκέψεις

Λέτε να είμαστε άνθρωποι του Αντιχρίστου;;;;;;;;;;




Σας ευχαριστούμε πολύ όλες και όλους....

Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2010

Ο άλλος ως πλησίον

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ


Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η κοινωνικότητα είναι ουσιώδες γνώρισμα της ανθρώπινης κοινωνίας, η οποία για να είναι αληθινή, οφείλει να εκδηλώνεται με την υπέρβαση της ατομικότητάς του ανθρώπου. Κύριο γνώρισμα του κοινωνικού ιδεώδους για την Ορθοδοξία, είναι το ανθρώπινο πρόσωπο στο οποίο φανερώνεται η κοινωνία1. Γι’ αυτό και στην ορθόδοξη θεολογία συνειδητά ομιλούμε για θεολογία του προσώπου. Υπ’ αυτήν την έννοια, σήμερα, έχει πολλές φορές επισημανθεί το γεγονός, ότι στον «σύνθετο πλανήτη» που ζούμε, αυτόν των πολλών πολιτισμών, των πληροφοριών, των αντίρροπων δυνάμεων, για να «γίνουμε περισσότερο ο εαυτός μας», απαιτείται πάνω απ’ όλα να «διευρύνουμε την ύπαρξή μας», να ανοιχθούμε προς τον άλλο, όσο κι αυτός ο άλλος είναι διαφορετικός από εμάς. Η χριστιανική αγάπη για να έχει αληθινό περιεχόμενο δεν μπορεί να είναι μια αφηρημένη έννοια, αλλά να συνδέεται με τον πλησίον, τον οποιοδήποτε πλησίον, τον άλλο, είτε αυτός είναι αλλόφυλος, αλλόθρησκος, ετερόδοξος. Στην Ορθοδοξία, όταν αυτή δεν στρεβλώνεται από επίπλαστους εθνικισμούς, ο άλλος είναι φίλος. Γι’ αυτό και «η φιλοξενία ως συνώνυμη της Ορθοδοξίας είναι το αντίδοτο της μισαλλοδοξίας. Καμιά ξενοφοβία δεν έχει θέση στην Ορθοδοξία. Η Ορθοδοξία αναιρεί τη μισαλλοδοξία»2.
Είναι πια γνωστό σε όλους μας, ότι στη σημερινή πραγματικότητα οι ξένοι, οι μετανάστες, που σε μεγάλο ποσοστό έχουν κατακλύσει τη χώρα μας και ζουν σ’ αυτή, πέραν από τις συνήθεις κραυγές πολλών από εμάς που πυροδοτούν την έξαρση πολυειδών ρατσισμών, συνεχώς καταθέτουν ένα βασικό πρόταγμα: μας κάμουν να αναστοχασθούμε τι τελικά σημαίνει άλλος, και τι τελικά είναι η φιλοξενία. Η συνήθης κραυγή «δεν θα γίνεις ποτέ Έλληνας, Αλβανέ», κραυγή όλων αυτών που αυτάρεσκα οικειοποιούνται τον εθνικό μύθο της καθαρότητας της φυλής μας, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την πρωταρχική έγνοια των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας, οι οποίοι στην προσπάθειά τους να νοηματοδοτήσουν την έννοια του πλησίον, ρητά και απερίφραστα λέγουν, ότι κάθε άρνηση προσφοράς προς αυτόν, αποτελεί άρνηση προσφοράς προς τον ίδιο το Χριστό.
Όλα τούτα που συγκροτούν την εκκλησιαστική, αλλά και την πολιτισμική ταυτότητά μας, έρχονται άριστα και δένουν με το παρακάτω κείμενο του Γρηγορίου Νύσσης, αδελφού του Μεγάλου Βασιλείου. Κείμενο καταπέλτης για όσους προκαθορίζουν «γενετικώς τους αλλοδαπούς ως εγκληματίες»3: «ήρθαν έτσι τα πράγματα, ώστε γύρω μας να αφθονούν οι γυμνοί και οι άστεγοι. Είναι πάμπολλοι οι πρόσφυγες που χτυπούν τις πόρτες μας. Πάμπολλοι είναι οι ξένοι και οι μετανάστες. όπου κι αν κοιτάξεις, θα δεις χέρια απλωμένα σε ζητιανιά. Για σπίτι έχουν το ύπαιθρο. Κατάλυμα βρίσκουν στις στοές, τις παρόδους και τα ερημικότερα σημεία της αγοράς. Φωλιάζουν σε τρύπες όπως οι νυχτοκόρακες και οι κουκουβάγιες. Το ρούχο τους είναι διάτρητα κουρέλια. Για χωράφι έχουν τη διάθεση όσων δίνουν ελεημοσύνη. Για τροφή, ό,τι τύχει. Πίνουν νερό από τις κρήνες όπως τα ζώα, και για ποτήρια έχουν τις χούφτες τους. Για αποθήκη έχουν την κοιλιά τους, όσο μπορεί αυτή να συγκρατήσει ό,τι μπαίνει μέσα. Τραπέζι τους είναι τα γόνατά τους διπλωμένα. Κρεβάτι, το έδαφος. Μπάνιο, κάποιος ποταμός ή λίμνη, όπως τα έχει προσφέρει ακατέργαστα και κοινά σε όλους ο Θεός. Η ζωή τους είναι πλέον γεμάτη μετακινήσεις και αγριάδα, όμως δεν ήταν έτσι εξαρχής. Ας όψονται η συμφορά και η ανάγκη»4.
Συνεπώς, η «εμπορευματοποίηση της ανάγκης του άλλου», η κοινωνική εξαθλίωση και η κοινωνική ανισότητα, η οποία αιώνες συντηρείται στο κόσμο μας, δυστυχώς και σήμερα από χριστιανομαθημένους και δήθεν χριστιανούς5, βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την πατερική σκέψη. Απέναντι στην καπιταλιστική ευημερία του δυτικού κοσμοειδώλου και στην τριτοκοσμική εξαθλίωση που βιώνουν οι μετανάστες στο σημερινό πολιτισμό μας, οι Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, ως λύση προτείνουν την ισοκατανομή των αγαθών. Και προχωρούν ακόμη πιο βαθιά. Καυτηριάζουν όσους περιθωριοποιούν καθέναν που έχει ανάγκη. Στην περίπτωση αυτή άκρως κατατοπιστικά είναι τα όσα λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «υπάρχει άραγε χειρότερο πράγμα από το να συμπεριφέρεται κανείς με αχαλίνωτη απανθρωπιά, φορώντας μάλιστα το προσωπείο της φιλανθρωπίας, και να απλώνει το χέρι για να σπρώξει στον γκρεμό αυτόν που χρειάζεται βοήθεια;»6.
Είναι χαρακτηριστικές οι περιπτώσεις Επισκόπων αγίων, όπου η φιλανθρωπία τους θεμελιωμένη στην κένωση του Θεού, εκδηλωνόταν ως μίμηση της θείας φιλανθρωπίας και ανταπόκρισης σ’ αυτή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Μ. Βασίλειος: «ο Θεός θέλει να στηρίζεις τους αναγκεμένους, κι όχι να κάνεις διακρίσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, δε θέλει να δίνεις στον ομόφυλο και να αποδιώχνεις τον ξένο, όλοι είναι ομόφυλοι, όλοι είναι αδέλφια, όλοι είναι παιδιά ενός πατέρα»7.
Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό που σήμερα διακυβεύεται είναι πολύ απλό. Ο πολύς N. Berdiaeff, ο μεγάλος αυτός Ρώσος εμιγκρέ, στοχαστής σε δύσκολους καιρούς, που άφησε βαθιά το στίγμα του στην Ορθοδοξία, άγνωστος δυστυχώς σε πολλούς σήμερα, ακόμη σε θεολόγους και ιερείς έλεγε ότι: «ο άνθρωπος δεν ζει για το ψωμί, αλλά ζει με το ψωμί και πρέπει όλοι να ‘χουν ψωμί. Μόνο όταν η κοινωνία αναδομηθεί έτσι που ο καθένας θα ‘χει ψωμί, τότε πια θα τεθεί το πνευματικό πρόβλημα ενώπιον του ανθρώπου με τη μεγαλύτερη οξύτητά του»8.
1 Γ. ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗΣ, Κοινωνιολογία του Χριστιανισμού, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1985, σ. 192. Ο ΙΔΙΟΣ, Μαθήματα Χριστιανικής Ηθικής, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 143.
2 ΜΑΡΙΟΣ ΜΠΕΓΖΟΣ, Ορθοδοξία ή μισαλλοδοξία; Παρουσία, Αθήνα 1996, σσ. 14-15.
3 Ενδιαφέροντα άρθρα για τουq μετανάστες, την προσφυγιά, τη βία, τις θρησκείες και την πολυπολιτισμικότητα, είναι τα δύο αφιερώματα της Σύναξης, τχ. 96(Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2005), τχ. 98(Απρίλιος – Ιούνιος 2006).
4 ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ο Θεός μου ο αλλοδαπός. Κείμενα για μιαν αλήθεια που είναι του δρόμου, Ακρίτας, Αθήνα 2004, σσ. 43-44.
5 Για μια ακριβή εικόνα της χριστιανικής θέασης της δικαιοσύνης βλ. ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Κοινωνική Δικαιοσύνη και Θεολογία. Μια προκήρυξη, Ακρίτας, Αθήνα 2001.
6 ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ο Θεός μου ο αλλοδαπός, σ. 48.
7 Αυτόθι, σ. 50.
8 Les sources et le sens du communisme russe, Paris 1951, p. 367.

Το μάθημα των Θρησκευτικών σε χώρες της Ευρώπης

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΟΜΕΑΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ & ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗΣ

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ
με θέμα

«Το μάθημα των Θρησκευτικών σε χώρες της Ευρώπης: Αυστρία, Γαλλία, Γερμανία, Ρουμανία, Φινλανδία»

με τη συμμετοχή καθηγητών στα πλαίσια του προγράμματος Erasmus κινητικότητας διδασκόντων:
Martin Jaggle, Κοσμήτορα Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Βιέννης Αυστρίας
Angela Kaupp, Πανεπιστήμιο Freiburg, Γερμανίας
Lucretia Vasilescu, Πανεπιστήμιο Βουκουρεστίου, Ρουμανίας
Risto Aikonen, Πανεπιστήμιο Ανατολικής ΄Φιλανδίας, Φιλανδία
Thiery Chevallier, Oratoire de Lyon, Γαλλίας



Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 2010
Ώρα 17:00 – 21.30
Β΄ Αμφιθέατρο Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Απάντηση της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών σε πρόσφατα δημοσιεύματα

«Στώμεν καλώς»...

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ


ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
 
 
Η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών εξ αφορμής του συνεχιζόμενου θορύβου, των
δημοσιευμάτων, ανακοινώσεων και καταγγελιών σχετικά με το πρόσφατο συνέδριό της
καθώς και με τη γενικότερη δράση της, θεωρεί υποχρέωσή της με το παρόν κείμενο να
απαντήσει στα ποικίλα σχόλια, άρθρα και απόψεις που εμφανίζονται, κυρίως στο
διαδίκτυο, με τελευταίες στη σειρά την Ανοιχτή Επιστολή των 15 «νέων» της
Μητροπόλεως Δημητριάδος στον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη κ. Ιγνάτιο, και το
«Υπόμνημα»-καταγγελία Μητροπολίτη της Εκκλησίας της Ελλάδος προς την Ιερά
Σύνοδο που ζητά τη λήψη μέτρων.
Ι.
Η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών από την ίδρυση της (2000) μέχρι σήμερα
λειτουργεί ως ένα ανοικτό εργαστήρι διαλόγου και σπουδής στην ορθόδοξη θεολογία,
διερευνώντας το ρόλο και την παρουσία της Ορθοδοξίας στη σύγχρονη πραγματικότητα.
Με σειρά διεθνών και διεπιστημονικών συνεδρίων, σεμιναρίων, ημερίδων και εκδόσεων
συμβάλλει στην ενημέρωση, επιμόρφωση και προβληματισμό των ελλήνων θεολόγων
και όλων όσοι τρέφουν ερευνητικό, επιστημονικό ή και προσωπικό ενδιαφέρον για το
χώρο της θεολογίας, ενώ παράλληλα επιζητεί το διάλογο της Ορθοδοξίας με τη
διανόηση και την κοινωνία. Οι καλεσμένοι ομιλητές που συμμετέχουν στις εκδηλώσεις
της Ακαδημίας είναι επιστήμονες διεθνούς κύρους, που έχουν πολλαπλώς συμβάλει
στην πρόοδο της θεολογικής επιστήμης, ενώ από το βήμα της Ακαδημίας έχουν μιλήσει
διαπρεπείς ιεράρχες και κληρικοί προερχόμενοι από όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες. Η
Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών αναγνωρίζεται σήμερα διεθνώς ως ένα σημαντικό στο
είδος του κέντρο διαλόγου και ορθόδοξου προβληματισμού, ενώ πολλές Θεολογικές
Σχολές και Σεμινάρια από όλο τον Ορθόδοξο κόσμο επιζητούν τη συνεργασία μαζί της,
όπως συνέβη πρόσφατα με την Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου του
Cluj-Napoca από τη Ρουμανία και με το Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου Παρισίων, και
όπως συνέβη παλιότερα με πλήθος άλλες συνδιοργανώσεις ή συμπράξεις.
Όπως πολλές φορές έχει τονιστεί, η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών δεν
διεκδίκησε ποτέ για τον εαυτό της κανενός είδους αλάθητο ούτε έχει την αξίωση ότι
εκπροσωπεί την επίσημη θεολογική γραμμή της τοπικής ή της κατά την οικουμένη
Ορθόδοξης Εκκλησίας, όπως μερικοί επίμονα ισχυρίζονται. Λειτουργεί μάλλον ως
ένα forum ελεύθερου, πρωτίστως θεολογικού, επιστημονικού διαλόγου και ως μια
άτυπη δεξαμενή σκέψης της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ενώ ταπεινά πιστεύει ότι με τις
μικρές της δυνάμεις προσφέρει σημαντική υπηρεσία στην Εκκλησία και την ορθόδοξη
θεολογία διακονώντας το διάλογο της Ορθοδοξίας με τις προκλήσεις του σύγχρονου
κόσμου, φέρνοντας σε επαφή και επικοινωνία ορθόδοξους θεολόγους από όλο τον
κόσμο με τη θύραθεν διανόηση, αλλά και με ανθρώπους από διαφορετικά πολιτισμικά
και κοινωνικά περιβάλλοντα, ή προσκαλώντας ακόμη το λαό του Θεού να ξανασκεφτεί
κριτικά και υπό το φως της Παράδοσης που σαρκώνεται κατεξοχήν στο πρόσωπο
Χριστός τις διάφορες εθνοπολιτισμικές παραδόσεις, έθιμα, συνήθειες, κλπ.
Υπό το φως των ανωτέρω διευκρινήσεων θεωρεί εντελώς κακόβουλο και
ανέντιμο να βάζουν κάποιοι στο στόμα του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου
Δημητριάδος κ. Ιγνατίου λόγια και φράσεις που ποτέ δεν είπε ούτε έγραψε, ενώ στην
πραγματικότητα πρόκειται για επιστημονικές/προσωπικές απόψεις επιμέρους εισηγητών
και συνέδρων. Προφανώς κάποιοι προτιμούν σκοπίμως να συγχέουν τις απόψεις που
κατατίθενται σε μια ελεύθερη και απροκατάληπτη συζήτηση, με την όντως πρωτόγνωρη
για τα ελληνικά δεδομένα ελευθερία λόγου που υπάρχει στην Ακαδημία του Βόλου,
χάρις στην ευρύτητα πνεύματος και στην διακονούσα αγάπη που διακρίνει τον κ.
Ιγνάτιο. Ο σκοπός και η στρατηγική σκόπευση αυτής της σκόπιμης σύγχυσης είναι
ορατοί δια γυμνού οφθαλμού: να πιεστεί ασφυκτικά ο Μητροπολίτης Δημητριάδος με
τα κακόβουλα, δυσφημιστικά και σχεδόν υβριστικά δημοσιεύματα (που πολλές φορές
καλύπτονται είτε από την ανωνυμία του internet είτε από την αίσθηση ατιμωρησίας και
ασυδοσίας που παρέχει η παραμονή και εγκαταβίωση κάποιων σχολιογράφων-
αρθρογράφων στην αλλοδαπή), ώστε αυτός με τη σειρά του, προκειμένου να γλιτώσει
από τις συνεχείς επιθέσεις και το διασυρμό, να μεταβάλλει το χαρακτήρα της
Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών. Παρατηρείται έτσι το φαινόμενο, όψιμοι, δήθεν
υπερασπιστές της ελευθερίας, προερχόμενοι από φονταμενταλιστικούς κύκλους, που
κατά συρροή ασχημονούν, συκοφαντούν και τρομοκρατούν είτε δια του τύπου είτε,
κυρίως, μέσα από το internet, να επιζητούν χωρίς σοβαρά και θεολογικά θεμελιωμένα
επιχειρήματα παντί τρόπω να πνίξουν και να φιμώσουν την ενοχλητική γι’ αυτούς φωνή
της Ακαδημίας του Βόλου.
ΙΙ.
Η πιο πρόσφατη, αλλά όχι η μόνη, ευκαιρία για την ενορχηστρωμένη επίθεση εναντίον
της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών στάθηκε το πρόσφατο συνέδριο της με θέμα:
«Νεο-πατερική Σύνθεση ή μετα-πατερική θεολογία; το αίτημα της θεολογίας της
συνάφειας στην Ορθοδοξία». Το συνέδριο αυτό που συνδιοργανώθηκε από κοινού με
την Έδρα Ορθοδόξου Θεολογίας του Πανεπιστημίου του Münster, το Πρόγραμμα
Ορθοδόξων Χριστιανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Fordham της Νέας Υόρκης
και το Ρουμανικό Ινστιτούτο Διορθοδόξων, Διαχριστιανικών και Διαθρησκειακών
Σπουδών (INTER), σημείωσε εξαιρετική επιτυχία και χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως
συνέδριο-σταθμός που άνοιξε νέους ορίζοντες για τη σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία.
Συμμετείχαν ως εισηγητές και προεδρεύοντες περισσότεροι από 40 ορθόδοξοι
κοσμήτορες, καθηγητές και ερευνητές Θεολογικών Σχολών και Ινστιτούτων, κληρικοί
και λαϊκοί, από όλο τον ορθόδοξο κόσμο. Εκτός από τους εγγεγραμμένους συνέδρους
που ξεπέρασαν τους 100 και προέρχονταν από διάφορα μέρη της Ελλάδος, αλλά και από
πολλές χώρες της Ανατολικής και Δυτικής Ευρώπης, το συνέδριο παρακολούθησαν
πολλοί ακόμη ακροατές χάρις στην αναμετάδοσή του μέσω του Ραδιοφωνικού Σταθμού
«Ορθόδοξη Μαρτυρία 104 FM», και πάνω από 12.000 τηλεθεατές από 33 χώρες από
όλο τον κόσμο, χάρις στην απευθείας αναμετάδοσή του που εξασφάλισε το ηλεκτρονικό
τηλεοπτικό δίκτυο in.tv. Το συνέδριο προσέφερε τη δυνατότητα για έναν ώριμο και
σοβαρό επιστημονικό διορθόδοξο διάλογο για το ρόλο που καλείται να παίξει η
Ορθοδοξία στον 21ο αιώνα. Αναδύθηκαν τα ποικίλης φύσεως προβλήματα και
δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Ορθόδοξη Εκκλησία στην επαφή της με τη σύγχρονη
πραγματικότητα, όπως επίσης και οι συνέπειες των προβλημάτων και των προκλήσεων
αυτών στο ιεραποστολικό έργο της, στη διάδοση δηλαδή του λόγου του Θεού σε ένα
συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο, με τρόπους και μέσα που να αγγίζουν το σύγχρονο
άνθρωπο.
Ο όρος «μετα-πατερική» θεολογία, που τόσο πολύ σχολιάστηκε και έδωσε
αφορμή για ανοίκειες και συκοφαντικές επιθέσεις (όχι από θεολογικούς επιστημονικούς
κύκλους, οφείλουμε να ομολογήσουμε, αλλά κυρίως από εκκλησιαστικής και
κατηχητικής φύσεως fora) δε χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει την άρνηση ή απαξίωση
της πατερικής παράδοσης, αλλά την ανάγκη για διαρκή και ζωντανή κριτική πρόσληψή
της και εξάπαντος όχι μονολιθική αξιοποίησή της. Γιατί το πρόθεμα «μετά» δεν
σημαίνει κατ’ ανάγκην ακύρωση και απαξίωση αυτού που προηγήθηκε, αλλά μάλλον τη
δημιουργική επαναξιολόγησή του, και μάλιστα υπό το φως των προβλημάτων που έφερε
μαζί της η περίφημη «επιστροφή στους Πατέρες» (υποτίμηση βιβλικών σπουδών,
ανιστορική προσέγγιση της πατερικής θεολογίας, απουσία της ορθόδοξης θεολογίας από
τις μεγάλες θεολογικές ζυμώσεις του 20ου αιώνα, έξαρση του αντιθετικού άξονα
Ανατολή-Δύση και καλλιέργεια αντιοικουμενικού πνεύματος, συντήρηση της ιστορικής
εκκρεμότητας μεταξύ Ορθοδοξίας και νεωτερικότητας, κ. ά.). Προτάθηκε, με άλλα
λόγια, η αναγκαιότητα της κριτικής (με την έννοια της προφητικής διάκρισης, της
εξέτασης και της αποτίμησης) επιστημονικής ανάγνωσης των Πατέρων, και όχι η
συνήθης —και με πλείστους όσους κινδύνους και συνέπειες— αν-ιστορική προσέγγιση
τους, που μπορεί ως ένα βαθμό να αξιοποιηθεί ίσως για ποιμαντικούς και άλλους λόγους
(π. χ. κηρυκτικούς), αλλά όχι για ερευνητικούς κι επιστημονικούς σκοπούς. Πρέπει
επίσης να γίνει κατανοητό ότι ο επίμαχος όρος τέθηκε ως ένα ανοιχτό ερώτημα προς
συζήτηση και διερεύνηση, και δεν προβλήθηκε από καμία πλευρά ως πρόγραμμα ή
υπόδειγμα που όφειλαν όλοι να ασπαστούν και να ακολουθήσουν. Σε κάθε περίπτωση
καλό είναι να θυμούνται όλοι ότι στο υπό κρίση συνέδριο δεν θίχτηκε κάποιο
εκκλησιαστικό δόγμα ή Σύμβολο της Πίστεως, όπως ψευδώς διατείνονται οι καθ'
έξιν συκοφάντες που έχουν αναλάβει εργολαβικά τη σπίλωση και κατασυκοφάντηση
του έργου της Ακαδημίας, αλλά απλώς τέθηκε προς συζήτηση το ζήτημα των
προϋποθέσεων και κριτηρίων για έναν εκκλησιακό τρόπο του θεολογείν. Προφανώς οι
συντάκτες των επικριτικών προς το συνέδριο κειμένων αδυνατούν να κατανοήσουν ότι
σε ένα συνέδριο όπου διεξάγεται μια ελεύθερη και απροκατάληπτη συζήτηση
μπορούν να συνυπάρχουν και να αναδεικνύονται διαφορετικές τάσεις και απόψεις.
Επιπλέον, δεδομένου του στενότατου συνδέσμου μεταξύ πατερικής θεολογίας, αρχαίας
ελληνικής σκέψης και οντολογικά προσανατολισμένης φιλοσοφίας, η διερώτηση περί
την «μετα-πατερική» θεολογία ετέθη προς συζήτηση —από ορισμένους μόνον ομιλητές
— στη βάση της διαπίστωσης ότι ζούμε πλέον σε έναν μάλλον μετα-ελληνικό κόσμο,
όπου μπορεί επίσης να ανθίσει και να αναπτυχθεί η Ορθοδοξία και όπου η φιλοσοφία,
και μάλιστα η οντολογία, έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί τη μοναδική μορφή
διαμεσολάβησης μεταξύ Εκκλησίας και κόσμου, θεολογίας και θύραθεν σκέψης.
Όπως εξάλλου ρητώς τονίστηκε σε μία από τις επίμαχες εισηγήσεις «το
ζητούμενο δεν είναι ο αναδρομικός αφελληνισμός της θεολογίας ή η άρνηση των
κεκτημένων της πατερικής σκέψης που συνδέονται με την γένεση και διαμόρφωση του
ορθοδόξου δόγματος. Πράγματι, κανείς δεν είναι τόσο ανόητος για να αφελληνίσει
προγραμματικά τη θεία λατρεία ή να αφήσει πίσω του τις δογματικές κορυφώσεις του
“χριστιανικού Ελληνισμού” όπως το “Πιστεύω” και τα συνοδικά και πατερικά κείμενα
για το τριαδολογικό και χριστολογικό ζήτημα. Τα συγκεκριμένα κείμενα έχουν
ανεξίτηλα σημαδέψει την πορεία της Εκκλησίας και της θεολογίας και εκ των
πραγμάτων δεν τίθεται ζήτημα ακύρωσής τους. Τίθεται όμως σαφώς και επειγόντως
ζήτημα επανερμηνείας και συσχέτισής τους με την εκάστοτε συνάφεια, ένα νέο
“καινοτομείν τα ονόματα”, για να θυμηθούμε τον Θεολόγο Γρηγόριο».
Όπως είναι φανερό, όλα τα παραπάνω θέτουν προς συζήτηση το μεγάλο θέμα
της σημασίας και του περιεχομένου της παράδοσης, αλλά και των κριτηρίων με βάση τα
οποία την προσεγγίζουμε (λ. χ ο Χριστός και η αποστολική παράδοση αποτελούν το
κριτήριο μας ή οι κάθε λογής πολιτισμικές αποχρώσεις της παράδοσης;). Στη συζήτηση
αυτή αξιοποιήθηκαν τα λόγια του μεγάλου ρώσου θεολόγου της διασποράς π. Γεωργίου
Φλωρόφσκυ, για την «ερμηνευτική» θεολογία του οποίου έγινε εκτενής αναφορά στο
συνέδριο: «η παράδοση δεν είναι μόνο μια προστατευτική, συντηρητική αρχή, αλλά
πρωτίστως είναι η αρχή της αύξησης και της αναγέννησης. Η παράδοση δεν είναι η
αρχή η οποία αγωνίζεται να αναστηλώσει το παρελθόν, χρησιμοποιώντας το παρελθόν
ως κριτήριο για το παρόν. Μια τέτοια αντίληψη-ιδέα για την παράδοση απορρίπτεται
από την ίδια την ιστορία και τη συνείδηση της Εκκλησίας» (Γ. Φλωρόφσκυ «Η
καθολικότητα της Εκκλησίας», Αγία Γραφή, Εκκλησία Παράδοσις, Έργα 1, μτφρ. Δημ.
Τσάμη, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη, 1976, σσ. 64-65). Η ίδια, όμως, προοπτική
επιβεβαιώνεται και με τα όσα πολύ χαρακτηριστικά σημειώνει και ο έτερος μεγάλος
ορθόδοξος θεολόγος του 20ου αιώνα, ο κατά πολύ συντηρητικότερος Vladimir
Lossky: «εάν η Παράδοσις είναι εν χάρισμα του να κρίνη τις εν τω φωτί του Αγίου
Πνεύματος, υποχρεώνει τους θέλοντας να γνωρίσουν την Αλήθειαν εν τη
Παραδόσει να υποβάλλωνται εις ακαταπαύστους προσπαθείας: δεν παραμένει τις εν
τη Παραδόσει δια μιας ιστορικής αδρανείας φυλάττων ως “παράδοσιν ληφθείσαν
εκ των Πατέρων” παν ό,τι δια της δυνάμεως της συνηθείας κολακεύει θεοσεβή τινά
συναισθηματισμόν. Αντιθέτως, τότε είναι που τας πλείστας φοράς κινδυνεύει τις να
ευρεθή τελικώς εκτός του Σώματος του Χριστού, όταν υποκαταστήση την
Παράδοσιν του ζώντος εν τη Εκκλησία Αγίου Πνεύματος με το είδος αυτό των
“παραδόσεων”. Δεν πρέπει να πιστεύωμεν ότι μόνη η συντηρητική στάσις είναι
σωτηριώδης, ούτε ότι οι αιρετικοί υπήρξαν πάντοτε “νεωτερισταί”». Ο Lossky
μάλιστα δεν θα διστάσει να υποστηρίξει ότι «η Παράδοσις αντιπροσωπεύει το
κριτικόν πνεύμα της Εκκλησίας», διευκρινίζοντας ωστόσο ότι «αντιθέτως προς το
“κριτικόν πνεύμα” της ανθρωπίνης επιστήμης, η κριτική απόφανσις της Εκκλησίας
προκαλείται υπό του Αγίου Πνεύματος» (Βλ. Λόσκι, Κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν
Θεού, μτφρ. Μ. Γ. Μιχαηλίδη, Ρηγόπουλος, Θεσσαλονίκη, 1974, σ. 148). Η Παράδοση,
λοιπόν, από αυτή τη σκοπιά ειδωμένη, δεν είναι νεκρό γράμμα, νοσταλγική
επανάληψη ή άκριτη αποδοχή και συνέχιση του παρελθόντος, αλλά δημιουργική εν
Αγίω Πνεύματι συνέχεια και άνοιγμα στο μέλλον. Η μελέτη, μάλιστα, της παράδοσης,
των βιβλικών και λοιπών θεολογικών κειμένων είναι, κατά την παρατήρηση του Μ.
Βασιλείου, απαραίτητη και πρέπει: «το γαρ μη παρέργως ακούειν των θεολογικών
φωνών, αλλά πειράσθαι τον εν εκάστη λέξει και εν εκάστη συλλαβή κεκρυμμένον νουν
εξιχνεύειν, ουκ αργών εις ευσέβειαν, αλλά γνωριζόντων τον σκοπόν της κλήσεως ημών.
ότι πρόκειται ημίν ομοιωθήναι τω Θεώ, κατά το δυνατόν ανθρώπου φύσει. Ομοίωσις δε,
ουκ άνευ γνώσεως. η δε γνώσις, εκ διδαγμάτων. Λόγος δε, διδασκαλίας αρχή· Λόγου δε
μέρη, συλλαβαί και λέξεις. Ώστε ου έξω σκοπού γέγονε συλλαβών εξέτασις» (Βασιλείου
Καισαρείας, Περί Αγίου Πνεύματος, κεφ. 1, 2 PG 32, 69).
Άλλο πράγμα είναι, λοιπόν, η επεξεργασία των ιστορικών φιλολογικών
δεδομένων, η οποία γίνεται με το λόγο και άλλο η επικοινωνία της ύπαρξης με το
περιεχόμενο του δόγματος, η οποία συντελείται με όλες τις λειτουργίες: του νου, του
λόγου, της καρδιάς, της βούλησης κ.λπ. Δυστυχώς η δημοσιογραφικού επιπέδου και η
ζηλωτικού τύπου ερμηνεία και κατανόηση της πατερικής θεολογίας που σε μεγάλο
βαθμό (ευτυχώς όχι πάντα) επικράτησε στον τόπο μας, δαιμονοποίησε κάθε απόπειρα
κριτικής ανάγνωσης και γόνιμης προσέγγισης των Πατέρων, ενώ η πλατύτερη διάδοση,
εκλαΐκευση και «υποχρεωτικότητα» της επιταγής για «επιστροφή στους Πατέρες» όχι
μόνο κατέστησε τους Πατέρες αναπόσπαστο στοιχείο ενός ορθόδοξου «συρμού» και
ενός κυρίαρχου ορθόδοξου «κατεστημένου», αλλά έφτασε να χαρακτηρίζει και να
συνοδεύει κάθε είδους νεο-συντηρητική και φονταμενταλιστική εκδοχή ορθόδοξης
θεολογίας. Θρησκευτικά έντυπα που τον καιρό της παντοδυναμίας τους εκδήλωναν
μεγάλη δυσκολία ή και άρνηση στο να φιλοξενήσουν κείμενα του π. Γ. Φλωρόφσκυ ή
άλλων θεολόγων της ρωσικής διασποράς, βρήκαν την ευκαιρία, με αφορμή τον θόρυβο
που ξέσπασε για το πρόσφατο συνέδριο της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών, να
αποπλύνουν στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ την προηγούμενη στάση τους,
δημοσιεύοντας εγκώμια για τον Φλωρόφσκυ (το έργο του οποίου στο σύνολό του και σε
όλες τις εκφάνσεις του παραμένει κατά βάση άγνωστο σε όλους αυτούς τους κύκλους)
και κείμενο του μεγάλου αυτού θεολόγου για την επικαιρότητα της πατερικής
θεολογίας, υπερασπιζόμενοι έτσι τη διαχρονικότητα της πατερικής θεολογίας που
υποτίθεται πως κινδυνεύει από επικίνδυνους θεολογικούς νεωτερισμούς. Άλλοι, πάλι,
διαπρεπείς θεολόγοι και ιεράρχες, μοιάζει να αρνούνται ακόμη και τη δυνατότητα μιας
νεοπατερικής θεολογίας κατά το πρότυπο του Φλωρόφσκυ —τη δυνατότητα, δηλαδή,
επανερμηνείας των Πατέρων υπό το φως των σύγχρονων προκλήσεων— με το
επιχείρημα ότι οι θεολόγοι της νεο-πατερικής σύνθεσης, «όντας εμπαθείς άνθρωποι (sic)
προσπαθούν να μεταφέρουν το “πνεύμα” των Πατέρων στην εποχή τους, ενώ η
αυθεντική μεταφορά προϋποθέτει ανθρώπους που έχουν την ίδια εμπειρική γνώση ή
τουλάχιστον την προσεγγίζουν». Πιο πρόσφατα, επίσκοπος της Εκκλησίας της Ελλάδος,
επαληθεύοντας τις αυτοεκπληρούμενες προφητείες περί επέμβασης των
εκκλησιαστικών αρχών εναντίον της Ακαδημίας του Βόλου, έσπευσε να διαμαρτυρηθεί
«εντόνως δια τας τοποθετήσεις ομιλητών τινών περί Ορθοδόξου Θεολογίας, τας
ανακοινωθείσας εν τω πραγματοποιηθέντι Συνεδρίω του Ιουνίου τρ. έ., εν τη “Ακαδημία
Θεολογικών Σπουδών” της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος» και να αποστείλει στην
Ιερά Σύνοδο “ενημερωτικόν Υπόμνημα” (με αλιευμένα φρασίδια και απομονωμένα, ή
και αλλοιωμένα, ορισμένες φορές, από τη συνάφεια και το νόημά τους αποσπάσματα
από τις εισηγήσεις του εν λόγω συνεδρίου που κατέβασε (;) από το διαδίκτυο), ζητώντας
ουσιαστικά τη λήψη μέτρων. Ήταν τόση η βιασύνη και η σπουδή του εν λόγω
Μητροπολίτη να δει καταδικαζόμενο το εν λόγω συνέδριο, ώστε παρέβη μια θεμελιώδη
δικονομική και μεθοδολογική αρχή: προκειμένου για κρίση επί θεολογικών ζητημάτων,
στηριζόμαστε σε γραπτά κείμενα, κατά το δυνατόν τεκμηριωμένα και ολοκληρωμένα,
και όχι σε προφορικά ακούσματα που ο ιεροεξεταστικός ζήλος κάποιων κατέβασε από
το διαδίκτυο. Ο σεβάσμιος αυτός επίσκοπος μοιάζει να αγνοεί ότι η προφορική
ανακοίνωση αποτελεί πάντα την πρώτη μορφή μιας εισήγησης ή μιας θέσης, και ποτέ
την οριστική, γι’ αυτό και πολλές φορές στα έντυπα εισηγήσεων που διανέμονται σε
συνέδρια υπάρχει η ένδειξη draft (πρόχειρο), καθώς από αυτή τη μορφή του κειμένου
απουσιάζει η τεκμηρίωση σε κείμενα και πηγές, καθώς και οι σχετικές βιβλικές,
πατερικές και βιβλιογραφικές αναφορές. Ας κάνει λίγη υπομονή ο Σεβασμιώτατος να
εκδοθεί ο σχετικός τόμος των πρακτικών του υπό συζήτηση συνεδρίου και ας κρίνει
τότε αν θέλει τους διαπρεπείς ορθόδοξους εισηγητές του συνεδρίου επί τη βάσει των
γραπτών τους κειμένων και θέσεων. Η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών αρκούμενη,
προς το παρόν, σε αυτές τις μεθοδολογικού τύπου πρώτες παρατηρήσεις, επιφυλάσσεται
να απαντήσει θεολογικά και επί της ουσίας στον εν λόγω Μητροπολίτη (η καταγγελία
του οποίου περιήλθε σε γνώση της όταν ολοκληρωνόταν η παρούσα απάντηση).
III.
Το υπό συζήτηση συνέδριο ανέδειξε, επίσης, το θέμα της διαλεκτικής διαχρονικότητας
αλλά και ανοικτότητας της ορθόδοξης θεολογίας. Ο χριστιανισμός από τα πρώτα του
στάδια ήρθε αντιμέτωπος με το μεγάλο δίλημμα της απομόνωσης και της
περιθωριοποίησης ή του ανοίγματος στον κόσμο. Και επέλεξε το δεύτερο! Δεν
φοβήθηκε ούτε κρύφτηκε πίσω από μια υποτιθέμενη αυτάρκεια ορθόδοξης πίστης και
εμπειρίας, αλλά βγήκε προς τα έξω στο τότε εθνικό περιβάλλον για να κηρύξει «Ιησούν
Χριστόν και τούτον εσταυρωμένον». Έτσι επιτελεί μια δημιουργική συνάντηση με τους
πέριξ πολιτισμούς και κυρίως τον ελληνικό, ο οποίος χαρακτηρίζεται πρωτίστως από
την οικουμενικότητά του. Η συνάντηση αυτή ούτε τυχαία ούτε αυτονόητη, πολύ δε
περισσότερο, ούτε αναγκαστική υπήρξε. Ήταν μια συνάντηση μέσα στο ιστορικό
πλαίσιο. Η υιοθέτηση της κοινής ελληνικής σε πρώτο στάδιο από τον Παύλο και τους
ευαγγελιστές, η χρήση ποικίλων τρόπων παρουσίασης της χριστιανικής πίστης στο
ευρύτερο κοινωνικό της περιβάλλον από τους πρώτους εκκλησιαστικούς συγγραφείς,
χριστιανούς απολογητές και αποστολικούς Πατέρες και στη συνέχεια η αξιοποίηση και
τελειοποίηση, ιδιαίτερα από τους Καππαδόκες, των ελληνικών λογοτεχνικών και
φιλοσοφικών σχημάτων δηλώνουν και υπογραμμίζουν τη δυναμική συνάντηση του
χριστιανισμού με τον κόσμο, τα μέσα και τα σχήματα του. Η συνάντηση αυτή οφείλει
να λειτουργεί για την Εκκλησία και τη θεολογία ως το διαχρονικό παράδειγμα της
σχέσης Εκκλησίας-κόσμου, αλλά επ’ ουδενί δεν θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο
δουλικής μίμησης και επανάληψης. Ο σεβασμός στους τοπικούς πολιτισμούς και τις
γλώσσες, ουσιαστικό στοιχείο της ιεραποστολής στο Βυζάντιο, όπως για παράδειγμα
στους Σλάβους και του Ρώσους, αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα της συνάντησης με τη
συνάφεια. Παράλληλα θυμίζει ότι η βυζαντινή αυτοκρατορία θυσιάζει τις αξιώσεις
παγκοσμιότητας της ελληνικής γλώσσας για να διατηρήσει την οικουμενικότητα του
χριστιανικού μηνύματος. Θα μπορούσαν ν’ αναφερθούν πλείστα όσα παραδείγματα από
την εκκλησιαστική ιστορία που βεβαιώνουν το σεβασμό προς την ιστορική συγκυρία
και τις ανάγκες της, για την επιτυχή μεταφορά του μηνύματος του Ευαγγελίου. Η σχέση
Θεού και κόσμου για την ορθόδοξη παράδοση, ξεκινώντας από τις θεοφάνειες της Π.Δ.,
την ενσάρκωση του Θεού Λόγου και φθάνοντας μέχρι το σήμερα, δεν στηρίζεται σε
ηθική ή δικανική βάση, αλλά πρώτιστα στη συνάντηση, την κοινωνική δηλαδή διάσταση
για τη μεταμόρφωση της ζωής και του κόσμου. Όπως παρατηρεί, εξάλλου, και ο
αείμνηστος καθηγητής Νίκος Ματσούκας, η αποκάλυψη «δεν υπόσχεται ούτε παρέχει
έναν κόσμο στατικό, “ηθικό”, δικανικό, τυποποιημένο και απολιθωμένο αλλά μια
πορεία επώδυνα δημιουργική και μεταμορφωτική» (Δογματική και Συμβολική Θεολογία
Β, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη, 1985, σ.75).
Η Ορθοδοξία, όμως, σήμερα παρουσιάζει ορισμένα προβλήματα στη σχέση της
με τον κόσμο και την Ιστορία. Η ιστορική της συνείδηση είναι πολύ ζωντανή σε ό,τι
αφορά το παρελθόν και τη συντήρησή του, φαίνεται όμως λιγότερο ευαίσθητη σε ό,τι
αφορά το παρόν και το μέλλον. Η συντήρηση, ίσως, εμποδίσει την Εκκλησία να δει την
ανάγκη που όντως έχει για εσωτερική αναγέννηση, για διαρκή σάρκωσή της στο
εκάστοτε ιστορικό παρόν καθώς και τις μεγάλες αλλαγές που συντελούνται όχι μόνο
γύρω της αλλά και στη ζωή των ίδιων των μελών της. Η παρατηρούμενη στις μέρες
μας, εκτός συνάφειας και εκτός ιστορικού πλαισίου, θα λέγαμε «ταλμουδική»
προσέγγιση της πατερικής θεολογίας, συνιστά στην πραγματικότητα «προδοσία» του
πνεύματος των Πατέρων στο μέτρο που αγνοεί ή και προδίδει ένα ουσιώδες
χαρακτηριστικό και συστατικό της σκέψης τους, το συνεχή διάλογο δηλαδή με τον
κόσμο, τη συνάντηση και πρόσληψη του ιστορικού, κοινωνικού, πολιτισμικού και
επιστημονικού συμφραζόμενου της εποχής τους, όπως τούτο χαρακτηριστικά
εικονογραφείται από το παράδειγμα της υποδοχής και χρήσης των, παντελώς ξένων
προς τον αρχέγονο χριστιανισμό, ελληνικών φιλοσοφικών και οντολογικών
κατηγοριών στη θεολογία των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας και ιδιαίτερα των
Καππαδοκών (φύσις, ουσία, ομοούσιον, υπόστασις, πρόσωπον, λόγος, διάνοια, νους,
νόησις, αιτία, δύναμις, συμβεβηκός, ενέργεια, καθόλου, κόσμος, κ. ά.).
IV.
Η συμμετοχή της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών σε θεολογικές εταιρείες και
οικουμενικούς οργανισμούς σκοπό και στόχο έχει: α) την ενημέρωση των φίλων
θεολόγων και όσων συμμετέχουν στις δράσεις της για τα όσα λαμβάνουν χώρα στο
ευρύτερο διεθνές επιστημονικό θεολογικό στερέωμα, αφού έτσι οφείλει να κάνει κάθε
επιστημονικός φορέας ή οργανισμός που σέβεται τον εαυτό του και το ρόλο του και β)
να συμβάλει, με τα ελάχιστα μέσα και το δυναμικό που διαθέτει, στην πρόοδο του
διαλόγου και στο όραμα της των «πάντων ενώσεως», που άραγε δεν αποτελεί και το
κατεξοχήν «αίτημα» της λειτουργικής και ευχαριστιακής ζωής της Εκκλησίας μας; Η
δράση αυτή όχι μόνο δεν αντιτάσσεται, αλλά είναι σύμφωνη και συνεπής με την
ιστορική διαδρομή της Ορθοδοξίας. Είναι γνωστός ο ρόλος και οι πρωτοβουλίες του
Οικουμενικού Πατριαρχείου στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, ώστε οι χριστιανοί να
προσεγγίσουν ο ένας τον άλλον, να συζητήσουν σοβαρά τις θεολογικές τους διαφορές
αλλά και τα κοινά σημεία συνάντησης. Το ίδιο είναι γνωστός και ο πρωταγωνιστικός
ρόλος του θεμελιωτή της κίνησης για την «επιστροφή στους Πατέρες», του π. Γ.
Φλωρόφσκυ, στην ίδρυση και διαμόρφωση της φυσιογνωμίας του Παγκοσμίου
Συμβουλίου των Εκκλησιών (ΠΣΕ), το οποίο οι ακραίες ζηλωτικές υπερορθόδοξες
ομάδες επιχειρούν να περιγράψουν με τα μελανότερα χρώματα, χαρακτηρίζοντάς το
«συγκρητιστικό» και άντρο της «παναίρεσης του Οικουμενισμού». Ο ίδιος ο π.
Φλωρόφσκυ, ενάντια στο διαχρονικά κυρίαρχο πνεύμα της «ορθόδοξης» αυτάρκειας και
εσωστρέφειας, και παράλληλα με το κήρυγμά του για την επιστροφή στους Πατέρες, δεν
θα διστάσει να κάνει λόγο για την Εκκλησία που αναπνέει με δύο πνεύμονες, τον
ανατολικό και τον δυτικό, για την καθολικότητα της Εκκλησίας που προϋποθέτει
αξεχώριστα τόσο τη Δυτική όσο και την Ανατολική Εκκλησία, και που σύμφωνα με την
ορολογία του ίδιου του Φλωρόφσκυ θεωρούνται ως «δύο σιαμαίες αδελφές» που είναι
αδύνατο να τις ξεχωρίσουμε χωρίς να τις καταστρέψουμε (βλ. G. Florovsky, “The
Legacy and the Task of Orthodox Theology”, Anglican Theological Review, 31/1949, σ.
65-71). Σήμερα οι πιο νηφάλιοι και αντικειμενικοί παρατηρητές αναγνωρίζουν ότι η
Ορθοδοξία όχι μόνο δεν έχασε, αλλά κέρδισε από τον οικουμενικό διάλογο. Εκτός από
το πλήθος των δυτικών προσηλύτων που πύκνωσαν τις τάξεις της (και μερικοί από τους
οποίους αποτελούν σήμερα τους πιο επιφανείς εκπροσώπους της στο δυτικό κόσμο),
αρκεί να σκεφτούμε, μόνο, τι ήταν η ορθόδοξη θεολογία πριν τη συμμετοχή της στην
οικουμενική κίνηση και το διάλογο της ορθόδοξης διασποράς με τη Δύση: μια
επαρχιακού τύπου απομίμηση του δυτικού σχολαστικισμού και πιετισμού, που
δανειζόταν κατά περίπτωση την επιχειρηματολογία και τα θεολογικά σχήματα είτε του
Ρωμαιοκαθολικισμού είτε του Προτεσταντισμού.
Διάλογος, πάντως, δε σημαίνει διάβρωση της ταυτότητας των ανθρώπων που
συμμετέχουν ούτε προδοσία της οικείας πίστης. Αυτή είναι μια προσέγγιση που προδίδει
ανασφαλή ταυτότητα και έλλειψη σιγουριάς για την πίστη. Διάλογος σημαίνει άνοιγμα
και συνάντηση, σημαίνει κατάρριψη των στερεοτύπων, ώστε ο άλλος από εχθρός και
ξένος, σύμφωνα με την παραβολή του Καλού Σαμαρείτη, να γίνει αδελφός. Στο διάλογο
με τους ετεροδόξους οι ορθόδοξοι δεν μετέχουν ανεξάρτητα ή εκτός των Εκκλησιών
τους. Αντιθέτως! Λαμβάνουν μέρος και διαλέγονται με την ευλογία τους και στη βάση
ομόφωνων Πανορθόδοξων αποφάσεων. Στους διαλόγους αυτούς, που κατά καιρούς
έχουν λάβει μέρος και συντηρητικοί ορθόδοξοι θεολόγοι, όπως ο Π. Τρεμπέλας ή ο π.
Ιωάννης Ρωμανίδης, μαρτυρούν περί της Ορθοδοξίας, της θεολογίας, της παράδοσης και
του βιώματος της. Η δε επαφή με ανθρώπους που προέρχονται από άλλες χριστιανικές
παραδόσεις και θρησκείες δημιουργεί ταυτόχρονα προϋποθέσεις για αυτοκριτική και
αυτογνωσία. Ο «άλλος» λειτουργεί ως ο καθρέφτης της δικής μας πνευματικής
ωριμότητας και της προόδου μας στην πνευματική ζωή, και υπ’ αυτήν την έννοια ο
διάλογος δεν αποτελεί απειλή αλλά ευκαιρία και πρόκληση. Είναι, λοιπόν, απαραίτητο
να παραμείνουμε ανοιχτοί απέναντι στο διάλογο «αληθεύοντες εν αγάπη» (Εφεσ. 4:15).
Ολόκληρη η ορθόδοξη λειτουργική και λατρευτική ζωή κινείται προς αυτήν την
κατεύθυνση, το άνοιγμα δηλαδή προς την οικουμένη. Λέμε και επαναλαμβάνουμε στην
Κυριακή προσευχή: «ελθέτω η Βασιλεία σου, ως εν ουρανώ και επί της γης», αλλά
μάλλον αγνοούμε τα όσα χαρακτηριστικά σχολιάζει ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος
(Υπόμνημα εις τον Άγιον Ματθαίον τον Ευαγγελιστήν, Ομιλία 19,5, PG 57, στ. 280):
«ουδέ γαρ είπε, γενηθήτω το θέλημά σου εν εμοί ή εν ημίν, αλλά πανταχού της γης»· ή
τα όσα αναφέρονται στην ευχή της αναφοράς της θείας Λειτουργίας του Αποστόλου
Μάρκου, όταν ο λειτουργός δεόμενος λέει: «Μνήσθητι, Κύριε, της αγίας και μόνης
καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας της από γης περάτων μέχρι των περάτων αυτής,
πάντων των λαών και πάντων των ποιμνίων σου» (Ι. Φουντούλη, Θεία Λειτουργία του
Αποστόλου Μάρκου, Θεσσαλονίκη, 21977, σ. 45-46. Πρβλ. του ιδίου, Θεία Λειτουργία
των «Αποστολικών Διαταγών», Θεσσαλονίκη, 1978, σ. 34: «υπέρ της αγίας καθολικής
και αποστολικής Εκκλησίας της από περάτων έως περάτων δεηθώμεν»). Γιατί σε
τελευταία ανάλυση το μυστήριο της Εκκλησίας είναι συνυφασμένο με το μυστήριο της
εν Χριστώ ενότητος και την υπέρβαση των κάθε λογής χωρισμών και διαιρέσεων:
«Εκκλησία δε καλείται φερωνύμως, δια το πάντας εκκαλείσθαι και ομού συνάγειν»
(Κυρίλλου Ιεροσολύμων, Κατηχήσεις 18, 24, PG 33, 1044Β), ενώ καθώς σημειώνει και
πάλι ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος: «το γαρ της Εκκλησίας όνομα ου χωρισμού, αλλ’
ενώσεως εστί και συμφωνίας όνομα» (Ομιλία Α΄, PG 61, 13).
Ίσως γι’ αυτό και ο γνωστός για την ανθενωτική του δράση Γεννάδιος
Σχολάριος, μαθητής του αγίου Μάρκου Ευγενικού και μετά ταύτα πρώτος Πατριάρχης
του υπόδουλου Γένους, στο φλέγον θέμα της συμπροσευχής με τους ετεροδόξους και της
εν γένει επικοινωνίας μαζί τους —που τόσο σκανδαλίζει και ενοχλεί τους καθ’ ημάς
υπερορθόδοξους, σε σημείο να καθυβρίζουν και να διασύρουν ορθόδοξους Πατριάρχες
και επισκόπους που αγίασαν στην άσκηση και στην σταυρική αγάπη, όπως ο πρόσφατα
αποβιώσας μακαριστός Πατριάρχης Σερβίας Παύλος— δεν θα διστάσει στην Επιστολή
του προς τον Μάξιμο Σοφιανό, ηγούμενο της Μονής Σινά, να υποστηρίξει τα εξής άκρως
σημαντικά (και για πολλούς μη αναμενόμενα): «Έτι ηρώτησαν οι μοναχοί ει ένι
συγκεχωρημένον, ίνα διδώτε τοις Αρμενίοις ή Λατίνοις την παναγίαν τοις προσκυνηταίς.
Ημείς δε λέγομεν ίνα διδώτε αυτοίς και το αντίδωρον· χριστιανοί γαρ είσί και δια τούτο
έρχονται εκ τοσούτων διαστημάτων εις προσκύνησιν του δεσποτικού τάφου. Ει γουν και
εσχισμένοι εισίν αφ’ ημών δια τίνα ζητήματα της πίστεως και εισίν ετερόδοξοι, αλλά ως
χριστιανοί μετά πίστεως και ευλαβείας ζητούσι τον αγιασμόν ημών, και ημείς οφείλομεν
διδόναι· [...] Το μέγα μυστήριον της κοινωνίας μόνον μη δίδοτε αυτοίς, ου μόνον δια την του
μυστηρίου υπεροχήν, αλλά δια το μυστήριον τούτο παριστάν μεν όλην την θείαν
οικονομίαν, προηγουμένης δε της ομολογίας του συμβόλου της αληθούς πίστεως
τελειούσθαι, και δια τούτο τοις εις την θείαν οικονομίαν ή εις την θεολογίαν
ψευδοδοξούσι και τη καθολική αντιλέγουσιν εκκλησία ου δει αυτό δίδοσθαι. Eι δε τις απ’
αυτών βουληθείς προσμείναι αυτόθι ή νοσήσας αρνήσεται μεν την πάτριον δόξαν,
ομολογήσει δε την δόξαν της καθολικής εκκλησίας, αξιούτε αυτόν και της τοιαύτης
κοινωνίας. Τούτό εστιν η συνήθεια της καθολικής των χριστιανών εκκλησίας. Διό και oι
αγιώτατοι πατριάρχαι, ότε ελειτούργουν εορτασίμως, ερχόμενους και Αρμενίους και
Λατίνους και ισταμένους μετά πάσης ευλαβείας εις την λειτουργίαν, ουκ εδίωκον, αλλά και
απερχομένους μετά των ορθοδόξων και προσκυνούντας και ασπαζομένους την
πατριαρχικήν χείρα και ευλόγουν και εδίδουν αυτοίς το αντίδωρον· ως γαρ μαθηταίς του
Χριστού ουκ εξέβαλον έξω τους εις αυτούς ερχομένους. Αρκετόν ούν εστιν ότι υμείς ου
ζητείτε ουδέ λαμβάνετε αγιασμόν παρ’ αυτών, διότι εισίν ετερόδοξοι και κεχωρισμένοι
αλλά εάν ζητώσιν αυτοί τον αγιασμόν αφ’ υμών, οφείλετε μη αποπέμπειν αυτούς, ως
προείπομεν» (βλ. L. Petit-X. Siderides-M. Jugie, Oeuvres complètes de Georges-
Gennade Scholarios, t. IV, Paris, 1935, σ. 201-202). Την ίδια ακριβώς τάξη αποδέχεται
αργότερα και ο Δοσίθεος Ιεροσολύμων, ο γνωστός για τους μεγάλους αγώνες του υπέρ
της Ορθοδοξίας, σε επιστολή του προς τον Μιχαήλ Βελιγραδίου (1706), μια τάξη που
υιοθετούσε και ακολουθούσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο και οι Αρχιερείς του, ενώ
ακόμη και ο άγιος Μάρκος Εφέσου ο Ευγενικός, ο υπερασπιστής της Ορθοδοξίας κατά τη
σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439) παρευρίσκετο στις κοινές προσευχές των
διαλεγομένων πλευρών (Ορθοδόξων καί Λατίνων). Εάν λοιπόν οι σπουδαίοι αυτοί άγιοι
και θεολόγοι της Ορθοδοξίας χειρίζονταν με αυτόν τον τρόπο δύσκολα ζητήματα όπως
αυτά της συμπροσευχής και της εν γένει εκκλησιαστικής κοινωνίας με τους ετεροδόξους
(τους οποίους πουθενά στο κείμενό του ο Γεννάδιος Σχολάριος δεν χαρακτηρίζει ως
«αιρετικούς», αλλά ρητώς τους κατονομάζει ως «εσχισμένους» [αποσχισθέντες],
«χριστιανούς», και τους οποίους δέχεται στην εκκλησιαστική κοινωνία και την θεία
Ευχαριστία με απλή ομολογία πίστεως, χωρίς αναβαπτισμό, ούτε καν χρίσμα, λέγοντας
μάλιστα ρητά ότι αυτή είναι «η συνήθεια της καθολικής των χριστιανών εκκλησίας [της
Ορθόδοξης]), μπορούμε τότε εύλογα να συμπεράνουμε ποια θα ήταν η στάση τους σε
θέματα οικουμενικού ή θεολογικού διαλόγου!
Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να αρνηθεί το διαλογικό και φιλάνθρωπο
ήθος της, υποκύπτοντας στις αθεολόγητες κορώνες και τις φωνασκούσες και
θορυβώδεις ζηλωτικές μειοψηφίες που εναρμονιζόμενες άριστα και ταχύτατα με το
πνεύμα της εποχής μας (την οποία κατά τα άλλα καταγγέλλουν και ελεεινολογούν!)
άφησαν τα πεζοδρόμια και προσπαθούν με κάθε μέσο να κυριαρχήσουν στο διαδίκτυο,
απειλώντας και τρομοκρατώντας τόσο τις μεμονωμένες θεολογικές φωνές που δεν
ελέγχουν, όσο και διακεκριμένους ιεράρχες και ανύστακτους ποιμένες της Εκκλησίας
μας. Η Ορθοδοξία οφείλει να παραμείνει πιστή στο διαλογικό της ήθος που απορρέει
τόσο από τη θεολογική της αυτοσυνειδησία όσο και από τη φύση της Τριαδικής
Θεότητας, αφού ως γνωστόν η πίστη μας στον Τριαδικό Θεό είναι η πίστη όχι σε μία
μονάδα κλεισμένη στον εαυτό της, αλλά σε μία κοινωνία αιώνιας αγάπης, ελευθερίας
και αλληλοπεριχώρησης. Σε μία κοινωνία, δηλαδή, αγαπώμενων και διαλεγόμενων
θείων προσώπων, καθώς τo ίδιο το θείο Είναι, ο Τριαδικός τρόπος υπάρξεως,
κατανοείται από την πατερική θεολογία αλλά και από τη σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία,
και μάλιστα την ελληνόφωνη, ως «Είναι εν κοινωνία», ως «Είναι εν διαλόγω».
Προσπαθούμε με «παροξυσμόν αγάπης» (Εβρ. 10:24) να κατανοήσουμε τις
βαθύτερες αιτίες για τις φωνασκίες, τις κραυγές και τις αγωνίες όσων αδελφών μας «εν
τη πίστει» βλέπουν παντού και πάντα προδότες και προδοσίες της Ορθοδοξίας. Το
πρόβλημα, όμως, αυτό χρήζει ποιμαντικής μέριμνας εκ μέρους της ποιμένουσας
Εκκλησίας, και δεν είναι δυνατόν ούτε να μετατραπεί σε υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα της
Εκκλησίας μας ούτε να καθορίσει την επίσημη θέση και στάση της σε παρόμοια
ζητήματα. Αυτό, όμως, που θα πρέπει οπωσδήποτε να αποκρουσθεί και να καταγγελθεί,
είναι η εκμετάλλευση, για ίδιον όφελος, αυτών των φόβων από τους παντοδαπούς
επιδέξιους σωτήρες και αμύντορες της «Ορθοδοξίας» που ψαρεύουν στα θολά νερά του
διαδικτύου. Αυτούς που αντί για την ακαδημαϊκή έδρα και τη σοβαρή σπουδή ή τον
κανόνα της νήψης, της ησυχίας και της προσευχής, γινόμενοι πιο κοσμικοί και από τους
κοσμικούς, παραδόθηκαν στην τύρβη και τις μέριμνες του αιώνος τούτου,
«υπερασπιζόμενοι, υποτίθεται, την Ορθοδοξία», ή που υπέκυψαν στο δέλεαρ της
δημοσιογραφικής και πολεμικής γραφής.
V.
Στην παρούσα φάση της ιστορικής πορείας της ανθρωπότητας δημιουργούνται νέας
μορφής προβλήματα και αιτήματα και αναμοχλεύονται παλαιά. Χρέος των ορθοδόξων
είναι, αντλώντας από τον πλούτο της παράδοσης και του βιώματος τους, να
συμμετέχουν στην οικουμενική προσπάθεια προτείνοντας «πράξεις και δράσεις ζωής»,
που θα προκύψουν μέσα από δημιουργικό ζωντανό θεολογικό στοχασμό. Ο καρπός του
πνεύματος είναι εξάλλου: «αγάπη, χαρά, αγαθοσύνη, πίστις, πραότης και εγκράτεια»
(Γαλ. 5:22). Αυτοί οι καρποί είναι αντίθετοι σε οποιαδήποτε μονομέρεια και φανατισμό:
«Ου μαίνομαι, αλλ’ αληθείας και σωφροσύνης ρήματα αποφθέγγομαι» (Πραξ. 25:24)
λέει ο Απόστολος Παύλος, ενώ ο σύγχρονος άγιος της Ορθοδοξίας γέρων Πορφύριος
Καυσοκαλυβίτης δεν θα διστάσει να διακηρύξει: «Ο φανατισμός δεν έχει σχέση με το
Χριστό. Να είσαι χριστιανός αληθινός. Τότε κανένα δεν θα παρεξηγείς, αλλά “η αγάπη
σου πάντα θα στέγει”. Και στον αλλόθρησκο, χριστιανός. Δηλαδή να τον τιμάεις άσχετα
με τη θρησκεία του με έναν ευγενικό τρόπο» (Γέροντος Πορφυρίου, Βίος και Λόγοι, έκδ.
Ι. Μονής Χρυσοπηγής, Χανιά, 2003, σ. 394). Η θέση της Ορθοδοξίας δεν είναι στο
περιθώριο της ζωής και της Ιστορίας, αλλά στο κέντρο των ζυμώσεων, της
πρωτοπορίας, της προόδου, της αλλαγής και τελικώς της μεταμόρφωσης του ανθρώπου
και του κόσμου ολόκληρου σε εικόνα της βασιλείας του Θεού. Αυτό το κεφαλαιώδους
σημασίας έργο σκοπεύει να συνεχίσει να διακονεί με τις μικρές της δυνάμεις και με τη
χάρη του Θεού η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών, χωρίς να πτοείται από τις
ιεροεξεταστικού τύπου επιθέσεις και συκοφαντίες ή από τις φοβικές αντιδράσεις και την
συντηρητική αναδίπλωση που προδίδει ημιμάθεια και ανασφάλεια, και που αν τυχόν
επιτρέψουμε να επικρατήσουν στον δημόσιο χώρο της Εκκλησίας μας, θα οδηγήσουν με
μαθηματική ακρίβεια τόσο στην ιστορική περιθωριοποίηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας
στον απαιτητικό 21ο αιώνα, όσο και στην περαιτέρω πνευματική και πολιτισμική
συρρίκνωση του Ελληνισμού.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...