Ο Αλέξανδρος Καριώτογλου κατάγεται από τη Σάμο. Σπούδασε Θεολογία στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Munster της Γερμανίας και ειδικεύτηκε στην ιστορία των θρησκευμάτων. Είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και από το 1984 διδάσκει συνεχώς σε σχολές επιμόρφωσης των καθηγητών (ΣΕΛΜΕ - ΠΕΚ). Έχει γράψει διάφορα σχολικά εγχειρίδια και μια σειρά επιστημονικά έργα, θεολογικού και εκπαιδευτικού χαρακτήρα.
"Η Εκκλησία δεν είναι μια κλειστή εταιρεία σεσωσμένων, που απολαμβάνουν, αποκλειστικά αυτοί, τα δώρα του Θεού και διεκδικούν να εξασφαλίσουν ανέσεις, προνόμια και κοσμική εξουσία." Αναστάσιος Αλβανίας
Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010
Νέος Σχολικός Σύμβούλος στον Πειραιά
Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2010
Θανάσης Παπαθανασίου :Ο παπάς δίπλα στον Τσε
Φέτος συμπληρώνονται, ως γνωστό, σαράντα χρόνια από την εκτέλεση του Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία. Ο Τσε δεν πρόλαβε να μπει στη χορεία της "γενιάς των σαραντάρηδων" - εκείνων που έσκασαν μύτη στο κυβερνητικό προσκήνιο διαφόρων χωρών προβάλλοντας συχνά ως κύριο προσόν τους την ηλικία τους και υποθάλποντας την αίσθηση ότι η βιολογία πουλάει εκεί όπου οι ιδέες μένουν απούλητες. Ο Τσε έφυγε στα τριανταεννιά του, μένοντας σύμβολο μιας βασικής ιδεολογικής αξίωσης: ότι δεν είναι τα πάντα εμπόρευμα. Ρεαλισμός ή πολιτικός παλαιοημερολογητισμός; Εδώ ακριβώς έγκειται η αξία των συζητήσεων που μπορούν να γίνουν με αφορμή την επέτειό του: πως μπορεί σήμερα να αρθρωθεί μια αποτελεσματική πολιτική πράξη απέναντι σε έναν παγκόσμιο ευέλικτο καπιταλισμό, ο οποίος μπορεί και μετατρέπει σε εμπόρευμα ακόμη και τις εναντίον του αντιρρήσεις. Και τον Τσε σε μόδα!
Ακριβώς την εποχή του Τσε Γκεβάρα και στην ίδια γεωπολιτική συνάφεια έδρασε παρόμοια άλλη μια προσωπικότητα: ο κολομβιανός ρωμαιοκαθολικός ιερέας Καμίλο Τόρες. Ο Τόρες γεννήθηκε έναν χρόνο μετά τον Τσε (1929) και σκοτώθηκε έναν χρόνο πριν απ' αυτόν (1966). Έφυγε στα τριανταεπτά του - κι αυτός δίχως να περάσει στη γενιά των σαραντάρηδων. Η δική του σαραντάχρονη επέτειος συμπληρώθηκε πέρισυ· δεν τη θυμηθήκαμε, μα είναι ευκαιρία φέτος να συμπεριληφθεί η συμβολή του στις συζητήσεις που μπορεί να γίνουν. Ουσιαστικά πρόκειται για συμβολή στο κίνημα του αριστερού χριστιανισμού, το οποίο εμφανίζεται ποικιλότροπα κάθε τόσο μέσα στην ιστορία, και το οποίο στην καταλεηλατημένη Λατινική Αμερική έλαβε λίγο αργότερα την ονομασία "θεολογία της απελευθέρωσης".
Η διαδρομή του Καμίλο Τόρες έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ήδη χειροτονημένος ιερέας και με σπουδές στην Ευρώπη, δίδαξε κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο της κολομβιανής πρωτεύουσας για μερικά χρόνια, μέχρι δηλαδή να υποχρεωθεί σε παραίτηση για την αλληλεγγύη του προς την άδικη δίωξη κομμουνιστών φοιτητών. Συνέχισε το πνευματικό και ερευνητικό έργο του, ερχόμενος ολοένα και περισσότερο σε σύγκρουση με τους κυβερνητικούς κύκλους, τους εκπροσώπους μεγάλων οικονομικών συμφερόντων και την εκκλησιαστική ηγεσία, και αντιμετωπίζοντας τη δυσπιστία του κομμουνιστικού κόμματος. Το 1965 ήρθε στην ύπαρξη το πολιτικό κίνημα που ο ίδιος είχε εμπνευστεί: το Ενιαίο Μέτωπο του Λαού της Κολομβίας, στο οποίο συμμετείχαν οι προοδευτικές δυνάμεις της χώρας, από τους χριαστιανοσοσιαλιστές και τους κινεζόφιλους, μέχρι τα αγροτικά κινήματα και τους κομμουνιστές. Το Μέτωπο γνώρισε κάποιες επιτυχίες, μα κατόπιν κλονίστηκε από πλήθος διαφωνιών. Ο Τόρες μετακινήθηκε προς την άποψη ότι η συγκυρία απαιτούσε κάτι περισσότερο από την κλασική πολιτική παρουσία: δράση επαναστατική. Αυτό τον έφερε σε ρηξη με πολιτικούς συμμάχους του και με τον καρδινάλιο προϊστάμενό του. Ο Τόρες προχώρησε σε απέκδυση της επίσημης ιερατικής του ιδιότητας, χωρίς όμως να αποκηρύξει ούτε την πίστη ούτε την παπαδοσύνη του, που ένιωθε ότι συνέχιζε να φέρει. Αντιθέτως, δήλωνε ότι έκανε το βήμα αυτό ακριβώς για να παραμείνει ασυμβίβαστα πιστός στη χριστιανική πίστη του.
Στις 18 Οκτωβρίου 1965 "ανέβηκε στο βουνό", όπως θα λέγαμε στην ελληνική εαμική γλώσσα. Προσχώρησε στο ένοπλο αντάρτικο του Στρατού Εθνικής Απελευθέρωσης, το οποίο συμμεριζόταν την επαναστατική οπτική του Φιντέλ Κάστρο. Λίγους μήνες αργότερα σκοτώθηκε σε μια συμπλοκή με τον τακτικό στρατό.
Τα κείμενά του (μελετήματα, διακηρύξεις, ομιλίες) δείχνουν τις ευαισθησίες και τα κριτήριά του. Προσπάθησε, ανάμεσα σε πολλά άλλα, να δώσει τη δική του απάντηση σε δυο δυσκολότατα ερωτήματα: Αφενός, πώς μπορεί να υπάρξει μια μαχητική, ταξική δράση που να πηγάζει από την αγάπη κι όχι από το μίσος. Αφετέρου, υπό ποιους όρους μπορεί να ασκηθεί βία, η οποία καθεαυτήν είναι ασύμβατη προς τις ευαγγελικές αρχές. Οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες, και μάλιστα αν λάβει κανείς υπόψη ότι η χρήση βίας είναι μια στιγμή τραγική, συνυφασμένη με το τελεσίδικο σβήσιμο του αντιπάλου. Οι απαντήσεις του Τόρες φυσικά μπορούν να συζητηθούν και να κριθούν. Ο Όσκαρ Ρομέρο, λόγου χάριν, αρχιεπίσκοπος του Ελ Σαλβαδόρ ο οποίος δολοφονήθηκε το 1980 από ακροδεξιούς παραστρατιωτικούς μέσα στο ναό του, κήρυττε μια μη-βίαιη στράτευση και αντίσταση. Σε κάθε περίπτωση όμως, πρέπει να προσεχτεί ο μείζων προβληματισμός που έθεσε ο Καμίλο Τόρες, καθώς και οι άλλοι εκπρόσωποι της θεολογίας της απελευθέρωσης: Ο κόσμος της αδικίας και της εξαθλίωσης του ανθρώπου δεν μπορεί να είναι θέλημα Θεού. Η ίδια η χριστιανική ιδιότητα αξιώνει όχι αποδοχή κάποιων θεωρητικών αξιωμάτων, αλλά έμπρακτη αλληλεγύη στους αδυνάτους. Και η σύγκρουση δεν γίνεται χάριν της ισχύος και της επιβολής της Εκκλησίας επί των αντιπάλων της (δεν έχει, δηλαδή, χαρακτηριστικά σταυροφορίας), αλλά χάριν των οδυνωμένων συνανθρώπων. Καλείται, δηλαδή, να είναι μια πράξη θυσιαστική κι όχι κατακτητική.
Ο Καμίλο Τόρες ευτύχησε να μη γίνει μπλουζάκι. Και είχε την τύχη ακραίων ασκητών. Ο τάφος του δεν βρέθηκε ποτέ.
Ελευθεροτυπία Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2007, σ. 69
Δημήτριος Μόσχος:Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΣ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ
1. Το χρονικό της δημιουργίας.
Κατ’ αρχάς πρέπει να σημειώσουμε ότι η άσκηση ήταν από την αρχή μια στάση ζωής που διδασκόταν από το Ευαγγέλιο με πρότυπο τον ίδιο τον Ιησού Χριστό, τον Ιωάννη τον Πρόδρομο και κατόπιν τους Αποστόλους, οι οποίοι στους μεταγενέστερους αποστολικούς θρύλους που περιγράφουν τη ζωή τους, εμφανίζονται ως περιοδευτές άγαμοι χαρισματούχοι. Γι’ αυτό και αρχικά ο μοναχισμός λεγόταν και «αποστολικός βίος». Όμως οι τυπικοί μοναχοί εμφανίζονται στις αρχές του 4ου αιώνα. Σ’ αυτό, όπως είναι γνωστό συνέβαλαν οι αποφασιστικές πρωτοβουλίες γνωστών προσωπικοτήτων της χριστιανικής ιστορίας. Ο Μ. Αθανάσιος βιογραφώντας το Μέγα Αντώνιο (251-356) δίνει το πρώτο πορτρέτο του υποδειγματικού χριστιανού ασκητή, ενώ, στην Άνω (Νότια) Αίγυπτο ο Παχώμιος (287-347) οργανώνει την "Κοινωνία" στο Ταβέννησι (320-325), ένα "συνεταιρισμό" ασκητών που έφεραν στην καθημερινή ζωή τις βασικές αρχές της ευαγγελικής αγάπης, μέσα από ομαδική εργασία, διαβίωση και προσευχή με ανάγνωση της Βίβλου. Σημαντικώτατο βήμα επετέλεσε κι ο Μ. Βασίλειος (330-379) που, αφού ταξίδεψε στην Αίγυπτο (358-359), οργάνωσε στην επαρχία του την Καππαδοκία μοναστικές κοινότητες με σκοπό να εναρμονισθεί η μοναχική ζωή με την ιδανική ενοριακή συμβίωση όλων των Χριστιανών με ίδιους όρους και κανόνες.
Στην Αίγυπτο, και ειδικότερα στην Κάτω Αίγυπτο (ΝΔ πλευρά του Δέλτα), έχουμε τις περιοχές της Νιτρίας και της Σκήτεως και των Κελλίων, όπου βρίσκονται εγκαταστάσεις μοναστικών κελλιών. Εκεί αναπτύσσεται χαλαρός σύνδεσμος ασκητών που ζούσαν σε προσευχή και μόνωση και συναντώνταν κάθε Σάββατο βράδυ σε κοινό γεύμα και Θεία Λειτουργία. Στην Κεντρική Αίγυπτο επίσης δημιουργούνται μεγάλα ημι-κοινοβιακά κέντρα, δηλαδή χαλαρώτεροι σύνδεσμοι γύρω από μεγάλες ντόπιες ασκητικές προσωπικότητες (Απολλώ, αββάς Μπανέ) με κοινή Εκκλησία και γεύματα. Τέτοια υπάρχουν στο Νακλούν (κοντά στο Φαγιούμ με τα περίφημα πορτραίτα), το Μπαουίτ (όπου υπήρχαν και θαυμάσιες τοιχογραφίες), ή το Αμπού Φανέ (που ανασκάφηκε πριν μερικά χρόνια από την αυστριακή αρχαιολογική Σχολή).
Στη Συρία και την Παλαιστίνη έχουμε από νωρίς ένα μοναχισμό στον οποίο συνυπάρχουν τα κοινόβια με την αναχωρητική παράδοση της λαύρας (μικρής ομάδας από κελλιά με γέροντα πνευματικό πατέρα). Σημαντικές προσωπικότητες είναι εδώ ο άγιος Χαρίτων, ο Ιλαρίων, και κυρίως ο άγιος Ευθύμιος που έζησε στις αρχές του 5ου αι. Στη συνέχεια η Λαύρα του Ευθυμίου εξελίχθηκε σε μεγάλο κοινόβιο μετά το 473. Σημαντικές προσωπικότητες υπήρξαν κατόπιν ο Θεοδόσιος ο "Κοινοβιάρχης" (+529) και ο Σάββας ο Ηγιασμένος (+532).
Ο μοναχισμός πολύ γρήγορα διαδόθηκε και στη Δύση αφού μέχρι τις αρχές του 5ου αιώνα βασικά κείμενα (Βίος Αντωνίου, Κανόνες Παχωμίου κ.α.) είχαν μεταφρασθεί στα λατινικά. Έτσι εξηγείται ότι πολλές μοναστικές κοινότητες (ειδικά στη Συρία και την Παλαιστίνη) είχαν ένα ιδιαίτερο "διεθνή" χαρακτήρα, αφού συγκέντρωναν όχι μόνο Σύρους αλλά ποικίλης παιδείας και εθνικότητος μοναχούς, και ανάμεσά τους πολλούς Λατίνους. Στη Συρία όμως αναπτύχθηκε και ο Στυλιτισμός (ερημιτική άσκηση πάνω σε στύλους) με σημαντικότερο εκπρόσωπο το Συμεών Στυλίτη (+459), προς τιμήν του οποίου χτίστηκε ολόκληρο συγκρότημα από ναούς, ξενώνες κλπ. στο Telnesin της Συρίας.
2. Τα κίνητρα και το βίωμα.
Σ’ αυτή την πρώτη μορφή μοναχισμού ποιο ήταν το βασικό κίνητρο, που δονούσε τις καρδιές των απλών ανθρώπων, συχνά μη Χριστιανών ακόμη, που αποφάσιζαν να ζήσουν έτσι; Πολλές εξηγήσεις έχουν προταθεί για το φαινόμενο, όπως κοινωνικοοικονομικές (φυγή αγροτών μπροστά στο φόβο του φοροεισπράκτορα), ψυχολογικές-πολιτιστικές (άσκηση ως αποχή από τον αγχογόνο κοινωνικό περίγυρο), λόγοι διαμαρτυρίας για την θεωρούμενη εκκοσμίκευση της Εκκλησίας κλπ. Ορθότερο, όμως, είναι να αφήσει κανείς τις μαρτυρίες των ίδιων των μοναχών να μιλήσουν για τα κίνητρά τους. Τις μαρτυρίες τις ανιχνεύουμε σε κείμενα, όπως το Γεροντικόν (μια πρώτη μορφή βιωματικής ασκητικής γραμματείας αποτελούμενης από μικρές ιστορίες αιγυπτίων κυρίως μοναχών, της οποίας η πρώτη μορφή ανάγεται τον 6ο αι. στην Παλαιστίνη) ή τους μεγάλους Βίους ασκητών αγίων, τη Λαυσαϊκή Ιστορία του Παλλαδίου Ελενουπόλεως (364-πριν το 431), την Ιστορία των κατ' Αίγυπτον μοναχών κλπ. όταν τα συνδυάσουμε με πορίσματα από αρχαιολογικά ευρήματα μεταγενέστερων μοναστικών εγκαταστάσεων μετά τον 6ο αι. Εκεί, αυτό που χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει τη μοναχική ζωή δεν είναι κάποια τυπική αμφίεση ή μυστηριακή πράξη (δεν υπήρχε ακόμη τότε) αλλά η γλώσσα της εμπειρίας: η μοναχική ζωή είναι «απόταξις» που σημαίνει να παρατήσεις τον παλιό κόσμο του κακού, είναι συγκαταρίθμηση στο «λαό του Θεού», στον «Ισραήλ». Αυτά σημαίνουν ουσιαστικά μια έμφαση στις υποσχέσεις που κάθε Χριστιανός δίνει στο βάπτισμα (που σήμερα τα λέει ο νονός, όταν λέει «αποτάσσομαι» κλπ.!), και μια αίσθηση ότι η μοναστική κοινότητα είναι ο λαός που προϋπαντά τον ερχομό της Βασιλείας του Θεού στο εδώ και στο τώρα. Αυτό εξηγεί γιατί πολλά μοναστήρια τοποθετούνται στο «Όρος», ακόμα κι αν το «όρος» είναι ένας απλός λόφος – απλά επειδή είναι το «Όρος του Κυρίου». Πολλοί μοναχοί ζουν τα χαρίσματα της πρώτης Εκκλησίας που ζει τον ερχομό της Βασιλείας του Θεού, προφητεύουν ή κάνουν θαύματα. Σ’ αυτά παίζει ρόλο και η έρημος με το βαρύ συμβολικό της φορτίο, επειδή η έρημος είναι ο τόπος επιφανείας του Κυρίου και ταυτόχρονα το ορμητήριο των δαιμόνων, όπου ο μοναχός πηγαίνει και τους εκδιώκει. Λίγο αργότερα αυτή η έντονη, ενθουσιαστική βίωση της Βασιλείας του Θεού θα πάρει έναν πιο κλειστό, στοχαστικό και μυστικό χαρακτήρα μέσα στο κελλί, υπό την επίδραση των ασκητικών συστημάτων, της συστηματοποίησης της προσευχής, της διάκρισης των λογισμών κλπ. κυρίως με τον Ευάγριο τον Ποντικό, που έζησε στα Κελλία της Νιτρίας και πέθανε το 399. Στο κοινόβιο θα οργανωθεί με τον τονισμό της «υπακοής».
Στα επόμενα χρόνια ο μοναχισμός θα εξελίξει τις μορφές αυτές ανάλογα και με τις ανάγκες της εκκλησίας και της κοινωνίας. Αλλά αυτό πρέπει να το αναλύσουμε ξεχωριστά.
Δημήτριος Μόσχος
Λέκτωρ Γενικής Εκκλησιαστικής Ιστορίας Τμήματος Θεολογίας Παν/μίου Αθηνών
ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ
305 313 323 330 340 346 356/357 358-359 385 383-399 420 μέσα 5ου αι. | Ο Μ. Αντώνιος δέχεται τους πρώτους μαθητές Διάταγμα Μεδιολάνων Ίδρυση παχωμιακού κοινοβίου στο Ταβέννησι Πρώτα μοναστήρια στην Παλαιστίνη Ίδρυση της μοναστικής κοινότητας των Κελλίων Θάνατος Παχωμίου Θάνατος Μ. Αντωνίου / Βίος Μ. Αντωνίου από Μ. Αθανάσιο Μ. Βασίλειος στην Αίγυπτο Ίδρυση της Μονής Μπαουίτ (Κ. Αίγυπτος) Ευάγριος στα Κελλία (διδασκαλία περί λογισμών, προσευχής κλπ.) Συγγραφή Λαυσαϊκής Ιστορίας Παλλαδίου πρώτος πυρήνας Γεροντικού |
Ο ξένος που δέχομαι, ο ξένος που γίνομαι.
ΘΑΝΑΣΗΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
Δρ. Θεολογίας, αρχισυντάκτης του περιοδικού Σύναξη
paptam@windowslive.com
Θεολογική αναμέτρηση με τις έννοιες του "ξένου".
Δύο πράγματα θα ήθελα να τονίσω εξ αρχής: Πρώτον: Ο όρος "ξένος" είναι πολυσήμαντος. Μπορεί να προσδιορίζει τον μετανάστη, μπορεί γενικά τον διαφορετικό, μπορεί οποιονδήποτε κρατώ έξω από τη ζωή μου. Δεύτερον: Η προσέγγιση των εννοιών του "ξένου" είναι δύσκολη, διότι έχει να κάνει με αμφιθυμίες της εκκλησιαστικής συνείδησης, η οποία συχνά βιώνει μια πάλη μεταξύ του εκκλησιαστικού οράματος αφενός και της αξιοθρήνητης ολίσθησης των ίδιων των χριστιανών σε ό,τι ο Χριστός ήρθε για να καταργήσει. Eπιτρέψτε μου αυτό (τις αμφιθυμίες της εκκλησιαστικής συνείδησης) να το σκιαγραφήσω με μερικά παραδείγματα.
Σε μια ταβέρνα της Κωνσταντινούπολης, στις αρχές του 20ού αιώνα, έτρωγαν τρεις φίλοι: δυο έλληνες ορθόδοξοι κι ένας τούρκος μουσουλμάνος. Για τους χριστιανούς ήταν περίοδος νηστείας· μα κι ο μουσουλμάνος, ο Βασίφ-εφέντης, για χάρη της παρέας θέλησε να φάει μονάχα ό,τι και οι χριστιανοί φίλοι του. Ξαφνικά, όμως, πέθανε επί τόπου. Και οι χριστιανοί; Ειδικά ο ένας απ' αυτούς, ο καπετάν-Στέλιος, «από κείνη τη μέρα άλλαξε [...]. Αυτός που δεν έκλαψε ποτέ του, ολοένα δάκρυζε, κι όλοι απορούσαν [...]. Έλεγε [...] συλλογισμένος: "Φαίνεται πως δεν έκανε να νηστέψει, να κάνει σαρακοστή μαζί μας, γιατί ήτανε αλλόθρησκος. Ο Θεός οργίστηκε. Έτσι μου είπε ο παπα-Κουστουλίδης!". Αυτή η ιδέα τον έτρωγε σαν σαράκι […]. "Ήμαρτόν σοι, Κύριε", μουρμούριζε, "για έναν αλλόθρησκο να το πάρω τόσο βαριά, σα να ’τανε αίμα μου, σα να’τανε αδερφός μου! Μα άραγες ο Χριστός ήρθε σε τούτον τον κόσμο μόνο για μας τους βαφτισμένους, και δεν ήρθε για ούλον τον κόσμο, για κάθε άνθρωπο που έχει καλή ψυχή, τι Τούρκος, τι Ρωμιός; Ο Θεός των πνευμάτων και πάσης σαρκός, ανάπαψε και συγχώρεσε και τον Βασίφ-εφέντη, που είχε ψυχή πιο καλή από μας τους χριστιανούς!"»[1].
Την ιστορία αυτή μας την αφηγήθηκε, εξήντα χρόνια αργότερα, ένας φλογερός Ορθόδοξος· ο λογοτέχνης και αγιογράφος Φώτης Κόντογλου, πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία ο ίδιος. Το ενδιαφέρον στην αφήγησή του δεν είναι μόνο η τρυφερότητα, αλλά και μια μεγάλη αλήθεια: ότι στον χώρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν υπάρχει μία και μόνο θεολογία, αλλά διάφορα θεολογικά ρεύματα, τα οποία άλλοτε μπορεί να συγκλίνουν, και άλλοτε να αποκλίνουν ή και να συγκρούονται μεταξύ τους. Στο εν λόγω περιστατικό, λοιπόν, καταγράφονται δύο διαφορετικές θεολογίες. Aπό τη μια, η θεολογία του καπετάν-Στέλιου, η οποία δεξιώνεται τον ξένο, και μάλιστα τον δεξιώνεται όχι παραμερίζοντας την χριστιανική ταυτότητα, αλλά ακριβώς βιώνοντάς την – βιώνοντας την πίστη σε Θεό που έγινε άνθρωπος για χάρη των ανθρώπων. Απέναντι, όμως, σ' αυτή τη θεολογία βρίσκεται η θεολογία ενός ιερέα, του παπα-Κουστουλίδη, εδρασμένη στη διαίρεση και την απόσταση.
Η καρδιά μου είναι με τη θεολογία του καπετάνιου. Το ίδιο, φαντάζομαι, και η καρδιά του Κόντογλου, ο οποίος, άλλωστε, κατά τη διάρκεια της κατοχής του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου στην Αθήνα, είχε φίλο έναν εβραίο, τον Τζούλιο Καΐμη. Ως γνωστό, ο Κόντογλου ήταν άνθρωπος συντηρητικός, και ανατρίχιαζε ακόμα και στη σκέψη παράβασης όσων καθιερώθηκαν στην εκκλησιαστική ζωή. Και όμως, δεν ξέρω αν γνώριζε ότι, έχοντας φίλο έναν εβραίο, τυπικά παραβίαζε έναν εκκλησιαστικό κανόνα[2], ο οποίος έχει απαγορεύσει στους χριστιανούς κάθε κοινωνική αναστροφή με τους εβραίους!
Προφανώς, για να αποφασίσει κανείς αν η φιλία αυτή του Κόντογλου συνιστά αμάρτημα ή αν, όλως αντιθέτως, αποτελεί μίμηση Χριστού, θα πρέπει να ξεκαθαρίσει πώς νοεί την Ορθοδοξία και πώς ερμηνεύει τα στοιχεία που θα βρει στην ιστορική διαδρομή της: ποια απ' αυτά θα τα θεωρήσει βασικά και αδιαπραγμάτευτα, και ποια θα τα προσπεράσει ως περιστασιακά και δευτερεύοντα[3]. Το να διαμορφώνονται στο όνομα της ευσέβειας και με επίκληση στοιχείων της παράδοσης μισαλλόδοξες και φονταμενταλιστικές στάσεις, είναι φαινόμενο διαχρονικό και, βεβαιότατα, και σημερινό. Θυμηθείτε την οδύνη του (ρώσου στην καταγωγή) αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη, όταν συζητούσε με έναν ορθόδοξο μοναχό, ο οποίος υποστήριζε με βεβαιότητα και με χαρά την αιώνια καταδίκη των αθέων. Ο μοναχός εκείνος τυπικά δεν έκανε κάποιο δογματικό λάθος. Όμως δεν εξέθετε την πίστη του στον ανοιχτό αέρα της αγάπης. Και ο άγιος Σιλουανός θλιβόταν και κατέληγε: "Η αγάπη δεν μπορεί να υποφέρη [...]. Πρέπει να προσευχώμαστε για όλους [...]. Ο Θεός είναι Αγάπη αχόρταγη"[4].
Όμως, μια αχόρταγη αγάπη δεν είναι ό,τι πιο λογικό για την τάξη του κόσμου. Προκειμένου, λοιπόν, να αναμετρηθούμε με τις έννοιες του "ξένου", οφείλουμε, πρώτα απ' όλα, να αναγνωρίσουμε ότι το ευαγγέλιο αποτελεί σκάνδαλο. Θυμίζω ότι κάποια στιγμή ο Χριστός έδωσε τον ορισμό του "πλησίον" και κάποια άλλη στιγμή έδωσε έναν ορισμό των "εχθρών". Όμως - τι παράδοξο! -, ως "πλησίον" κατέδειξε τον πιο απόμακρο (τον αλλόφυλο και τον αλλόθρησκο)[5], και ως εχθρούς κατέδειξε τα μέλη της οικογένειας![6] Πράγμα που σημαίνει ότι, για τον προσδιορισμό του "ημέτερου" και του "ξένου", το ευαγγέλιο δεν συμμερίζεται τα κριτήρια του παλαιού κόσμου, το όμαιμον, το ομόγλωσσον και το ομόθρησκον, για να θυμηθούμε τον Ηρόδοτο[7]. Αυτά τα χαρακτηριστικά βεβαίως και αποτελούν δομικά υλικά ενός έθνους ή μιας φυλής. Όχι όμως κριτήρια της Εκκλησίας. Και μάλιστα, αν προσέξουμε το κείμενο του ευαγγελίου, θα δούμε ότι ο Χριστός δεν λέει ποιος "είναι" ο πλησίον και ο εχθρός, αλλά ποιος "γίνεται" ο πλησίον και ο εχθρός. Αμφότεροι "γίνονται", όχι βάσει της γέννησής τους, αλλά μέσω της πράξης: μέσω της αλληλεγγύης ή, αντίστοιχα, μέσω της άρνησης της αγάπης.
Αυτή η αντινομία αποτυπώνεται και στην ομολογία των χριστιανών ότι πατέρας τους είναι ένας ξένος: ο Αβραάμ. Ο Αβραάμ βρίσκεται στο παρελθόν, στην αφετηρία της πίστης μας, βρίσκεται όμως και στο τέρμα της. Ο ίδιος ο Χριστός περιέγραψε τη μέλλουσα Βασιλεία ως συμπόσιο, στο οποίο ομοτράπεζοι του Αβραάμ θα είναι ξένοι από ανατολή και δύση, ενώ (προφανώς προς έκπληξη πολλών) θα αποξενώνονται απ' αυτό το συμπόσιο όσοι μέχρι τότε θεωρούνταν κληρονόμοι της Βασιλείας![8] Και δεν είναι τυχαίο ότι, για την Εκκλησία, το γνωστό περιστατικό της φιλοξενίας που πρόσφερε ο Αβραάμ σε τρεις ξένους, αποτυπώνει ταυτόχρονα και αξεχώριστα τη στάση απέναντι στον ξένο και τη φανέρωση του ίδιου του Τριαδικού Θεού.
Στο σκηνικό της φιλοξενίας του Αβραάμ, ο Θεός φανερώνεται ως ξένος που έρχεται[9]. Αλλά, σε ποιον έρχεται; Σε κάποιον που ο ίδιος είχε ήδη γίνει ξένος! Η πρόσκληση που είχε απευθύνει ο Γιαχβέ στον Αβραάμ ήταν πρόσκληση στην πίστη και ταυτόχρονα πρόσκληση σε μια αναχώρηση: σε διάρρηξη των δεσμών του με την πατρώα γη και το πατρώο αίμα. "Φύγε από τη χώρα σου, από τους συγγενείς σου κι από το σπίτι του πατέρα σου, και πήγαινε σε μια χώρα που εγώ θα σου δείξω"[10]. Κι εδώ είναι αξιοπρόσεκτο το εξής: Ο έλληνας Οδυσσέας ξενιτεύτηκε μεν, αλλά με στόχο την επιστροφή στον τόπο απ' όπου ξεκίνησε· και γι' αυτό η Πηνελόπη τον περίμενε εκεί - στην εστία τους. Ο Αβραάμ, όμως, περιπλανιέται έχοντας αφήσει για πάντα την εστία του, και γι' αυτό ταξιδεύει μαζί με τη Σάρα, προς έναν τόπο που τους είναι άγνωστος - που είναι απλώς μια υπόσχεση[11]. Αλλά και όταν ακόμα θα φτάσουν εκεί, δεν θα είναι ιδιοκτήτες του τόπου, αλλά φιλοξενούμενοι του Θεού. "Η γη... ανήκει σ' εμένα", είπε ο Γιαχβέ, "κι εσείς είστε σαν ξένοι που τους δόθηκε η άδεια να την κατοικούν"[12]. Οι χριστιανοί, κοντολογής, καλούνται να ζούν στην ιστορία (δεν υπάρχει ανιστορική Εκκλησία), να ζουν τον πολιτισμό (δεν υπάρχει Εκκλησία χωρίς πολιτισμική σάρκα), αλλά ταυτόχρονα να ζουν την αδιάκοπη ένταση μεταξύ ευαγγελίου και κόσμου, ευαγγελίου και κάθε πολιτισμού - ακόμα και του πατρογονικού πολιτισμού τους.
Ο Αβραάμ υποδέχεται, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι απλώς περιμένει. Παίρνει την πρωτοβουλία να κινηθεί προς τους ξένους, προς αυτούς, δηλαδή, που βρίσκονται σε ανάγκη. Η Παλαιά Διαθήκη λέει ότι ο Αβραάμ είδε τους ξένους να στέκουν και "αμέσως έτρεξε να τους προϋπαντήσει"[13]. Εδώ, ήδη μισοανοίγει ένα νέο κεφάλαιο, το οποίο στη συνέχεια το άνοιξε διάπλατα η σάρκωση του Χριστού: όχι απλώς η υποδοχή του ξένου ο οποίος έρχεται προς εμάς, αλλά και η μετάβασή μας στη ζωή του οδυνωμένου ξένου: η πρωτοβουλία της αλληλεγγύης. Όντως, στην περιγραφή της έσχατης κρίσης[14] συναντάμε ένα είδος μετάβασης στη θέση του άλλου: ο Χριστός δεν ίσταται απλώς δίπλα στον πάσχοντα ξένο, αλλά γίνεται ο ξένος ο ίδιος. Λέγοντας ότι, όποτε περιθάλψουμε τον άσημο ξένο, περιθάλπουμε τον ίδιο, ο Χριστός δίνει το δικό του όνομά του σε εκείνον που η κοινωνία τον αφήνει ανώνυμο.
Εδώ ανακύπτει ένα ερώτημα, ίσως βασανιστικό. Η σάρκωση δεν είναι τουριστική επίσκεψη - πολύ περισσότερο δεν είναι ιμπεριαλιστική επέμβαση στον χώρο του άλλου. Είναι πράξη κένωσης, περιορισμού - θα λέγαμε - του εαυτού μου, ώστε να χωρέσω τον άλλον. Και γι' αυτό, η σάρκωση του Χριστού ολοκληρώθηκε, κατά κάποιον τρόπο, όχι όταν ο Χριστός βγήκε από τη μήτρα της Θεοτόκου, αλλά όταν θυσιάστηκε στον σταυρό· όταν, δηλαδή, έκανε μέρος του εαυτού του και τα έσχατα σημεία της ανθρώπινης ύπαρξης: την οδύνη, την αδικία, την απόρριψη. Μπορεί, άραγε, η Εκκλησία να διατυπώνει αυτό τον λόγο σήμερα; Αντέχει ο σημερινός άνθρωπος το κήρυγμα της κένωσης και της σάρκωσης; Ο άνθρωπος πάντα τείνει να βλέπει τον ξένο ως απειλή, και τον φιλοξενούμενο ως κάτι που "διακόπτει" τον εαυτό τού οικοδεσπότη, όπως θα έλεγε ο Derrida[15]. Ήδη τον 4ον αιώνα, όταν ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ετοιμαζόταν να μιλήσει στους χριστιανούς της εποχής του υπέρ της αλληλεγγύης προς τους πρόσφυγες, ξεκινούσε με την εξής προειδοποίηση: "Θα σας πω κάτι ενοχλητικό και βαρύ. Ξέρω ότι θα οργισθείτε, αλλά θα το πω. Μα δεν θα το πω για να σας βλάψω, αλλά για να σας διορθώσω"[16].
Η θεολογία, βέβαια, δεν είναι αρχαιολογία· δεν είναι απλώς η τέχνη παράθεσης αρχαϊκών κειμένων. Oφείλει να διαλέγεται με το σήμερα, και να διατυπώνει τα κριτηριά της σε σύγχρονη γλώσσα. Στη σημερινή, λοιπόν, πραγματικότητα, νομίζω ότι η ωμή απόρριψη του ξένου είναι μόνο ο ένας πειρασμός. Υπάρχει κι ένας άλλος πειρασμός: η έννοια της ανοχής του ξένου. Ίσως αυτό ακούγεται παράδοξο, αφού η ανοχή θεωρείται το αντίθετο της απόρριψης. Και όμως, θεωρώ ότι για τον χριστιανό οφείλει να αποτελεί πρόβλημα η ανοχή που διαποτίζει σήμερα τις σύγχρονες κοινωνίες: μια ανοχή εδρασμένη σε μια φυσιοκρατική αντίληψη και - επιτρέψτε μου - σε έναν νέο παγανισμό και σε μια νέα πολυθεΐα. Η εν λόγω ανοχή αναγνωρίζει την ύπαρξη των διαφορετικών ανθρώπων και δεν ενοχλείται απ' αυτό. Είναι κάτι αντίστοιχο του να αποδέχεσαι τον φυσικό κόσμο ως έχει - δηλαδή ως αρμονία διαφορετικών εκφάνσεων. Ο ξένος δεν διώκεται μεν, αλλά και δεν αγαπιέται κι όλας. Αλλά ακριβώς εδώ βρίσκεται το πρόβλημα! Πόσο αρμονική είναι στην πραγματικότητα μια αρμονία, αν η αγάπη δεν αποτελεί την αποφασιστική προτεραιότητα; Καθόσον είναι ψεύδος ότι η φυσική τάξη του κόσμου εμπεριέχει μόνο την πολυδιαφημισμένη αρμονία! Εμπεριέχει και την επιβίωση του ισχυρότερου και τον θάνατο! Αντιθέτως, η αγάπη δεν φυτρώνει αυτόματα. Ο άνθρωπος έχει τη φυσική δυνατότητα να αγαπήσει, αλλά η δυνατότητα αυτή δεν προκόβει μηχανιστικά. Ο κάθε συγκεκριμένος άνθρωπος μπορεί να την αφήσει αδρανή, ή να την κάνει να καρποφορήσει ένα κατόρθωμα ελευθερίας. Για τους χριστιανούς, μάλιστα, η αγάπη αποτελεί μετοχή στο μυστήριο του κατ' εξοχήν άλλου, του Θεού, ο οποίος προσδιορίζεται καθ' εαυτόν ως αγάπη[17] και, άρα, ως ο λόγος για τον οποίον δύναται η αγάπη να είναι ο τρόπος ύπαρξης στην αιωνιότητα, κι όχι απλώς ένα αίσθημα που, φυσικώ τω λόγω, θα σβήσει όταν σβήσει ο φορέας του. Οι θιασώτες, λοιπόν, της δεσπόζουσας φυσιοκρατίας μπορεί σήμερα να αναγνωρίζουν μια φυσική ισότητα ανάμεσα σε όλους τους ανθρώπους, αλλά την αναγνωρίζουν στο πλαίσιο μιας κοινωνίας που βλέπει τα πάντα και τους πάντες ως εμπόρευμα, ως αναλώσιμα και ως χρηματιστηριακές αξίες. Αλλά αυτή είναι μια συνύπαρξη σαν το στίβαγμα των προϊόντων στα ράφια ενός σούπερ-μάρκετ, ή σαν τα μεταμοντέρνα κολλάζ, όπου τα διαφορετικά στοιχεία συγκολλώνται ακοινώνητα. Πόρρω απέχει από τη συνύπαρξη που εννοεί η Εκκλησία.
Για την Ορθόδοξη θεολογία δεν υπάρχει αυθεντικός εαυτός έξω από το γεγονός της αγάπης. Ο ίδιος μου ο εαυτός μπορεί να είναι ένας ξένος, που, όσο δεν τον ασκώ στην αγάπη, δεν τον αγαπώ· τον εγκαταλείπω στη δυστυχία τού να μην αγαπά. Τον αφήνω, δηλαδή, σε αιώνια φτώχεια: στο να αποτελείται μόνο από τα συστατικά του και να μην πλουτίζει από την παρουσία του ριζικά άλλου, του ξένου. Αν, λοιπόν, ο άλλος άνθρωπος δεν γίνει όρος της ύπαρξής μου, τότε μπορεί μεν να τον αναγνωρίζω, αλλά παρ' όλ' αυτά να αναπαράγω αποξένωση! Δείτε, για παράδειγμα, πού θεμελιώνουν τα ανθρώπινα δικαιώματα φιλόσοφοι του ατομικισμού, όπως ο Alan Gewirth. Ο κάθε άνθρωπος, λέει ο Gewirth, προκειμένου να ενεργήσει στη ζωή του, διαπιστώνει ότι κίνητρό του και δικαίωμά του είναι δύο πράγματα: η ελευθερία και η ευτυχία. Χρησιμοποιώντας, λοιπόν, τη λογική του ο άνθρωπος, συμπεραίνει ότι όλοι οι άλλοι άνθρωποι έχουν επίσης το ίδιο δικαίωμα[18].
Η θέση αυτή είναι ένα θετικό βήμα, αφού εξασφαλίζει δικαιώματα, ωστόσο αναπαράγει μια ανθρωπολογία όπου δεν υπάρχει πραγματικά η κίνηση προς τον χώρο του άλλου. Είναι θέση εξόχως ατομοκεντρική. Αφορά μια λογική επεξεργασία που συμβαίνει στο εσωτερικό του αυτόνομου ατόμου. Και δεν μας εξηγεί, βέβαια, για ποιο λόγο ο αυτόνομος άνθρωπος δεν θα αποδεχτεί τον κοινωνικό δαρβινισμό (την επιβίωση, δηλαδή, του ισχυροτέρου), αφού μια στυγνή λογική διεργασία μπορεί κάλλιστα να καταδείξει ότι η ευτυχία του ενός απαιτεί να μετατραπούν οι άλλοι σε θύματα. Νομίζω ότι το ζήτημα σχετίζεται με την επισήμανση του Levinas. Από τα γεννοφάσκια της, λέει ο Levinas, η φιλοσοφία διακατέχεται από έναν τρόμο απένανι στον άλλον. Το ουσιαστικό ενδιαφέρον της είναι ο άνθρωπος καθ' εαυτόν. Έτσι, μοιραία απολήγει σε μια φιλοσοφία της ενθαδικότητας, της αυτονομίας και εν τέλει της αθεΐας. Aπό τον Αριστοτέλη μέχρι τον Λάιμπνιτζ, o θεός των φιλοσόφων αφορά την ατομική κατανόηση και δεν ταρακουνάει ριζικά την ατομική συνείδηση. Η ατομικότητα, όσο κι αν περιπλανηθεί, γυρίζει πάντα στον εαυτό της - σαν τον Οδυσσέα, κι όχι σαν τον Αβραάμ[19]. Θα τολμούσα εδώ να προσθέσω το εξής: Στη χριστιανική θεολογία το ταξίδι του Αβραάμ είναι μπορετό χάρη στο κορυφαίο ταξίδι του ίδιου του Θεού, δηλαδή τη σάρκωσή του. Αντίθετα με τους θεούς των φιλοσόφων, ο Θεός της Εκκλησίας το ξένο (το κτιστό) το κάνει εαυτό του (αυτό σημαίνει η σάρκωση), και ποτέ δεν επιστρέφει εκεί που ήταν πριν από το ταξίδι της σάρκωσης. Παραμένει για πάντα σαρκωμένος: είναι, δηλαδή, για πάντα αυτό που δεν ήταν εξαρχής.
Για τούτο το μεγάλο θέμα, της μετάβασης στη θέση του άλλου, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η θεμελίωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που επιχειρεί ο Richard Rorty. Στον Rorty δεν αρκεί μια ατομική ορθολογιστική διεργασία, ούτε καν η διακήρυξη ότι όλοι οι άνθρωποι δικαιούνται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτή τη διακήρυξη σήμερα την προσυπογράφουν οι πάντες. Το πρόβλημα όμως βρίσκεται αλλού: Ότι ορισμένοι, παρ’ όλο που διακηρύττουν την καθολικότητα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, προχωρούν ακόμα και σε γενοκτονίες, απλούστατα διότι στην πραγματικότητα κάποιους δεν τους νοούν ως ανθρώπους, αλλά ως κάτι άλλο: ως υπανθρώπους, ως λιγότερο ανθρώπους κλπ. Έτσι ο Rorty προκρίνει ως νομιμοποιητική βάση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τη «συναισθηματικότητα» (sentimentality), την οποία ορίζει ως τη δυνατότητα του ανθρώπου να βάζει τον εαυτό του στη θέση του άλλου και να νιώσει τη δυστυχία του και τα ανθρώπινα αισθήματά του (λ.χ. τον πόνο της ξένης μάνας για την απώλεια του παιδιού της). Ο Rorty πιστεύει ότι η ακρόαση της προσωπικής ιστορίας του άλλου μπορεί να ενεργοποιήσει αυτή τη δυνατότητα του ανθρώπου πολύ περισσότερο από όσο μπορεί οιαδήποτε φιλοσοφική πραγματεία. Μυθιστορήματα όπως "η Καλύβα του μπαρμπα-Θωμά", "Οι άθλιοι", "Ουδέν νεότερον από το δυτικόν μέτωπον" και αφηγήσεις όπως "Το αρχιπέλαγος Γκουλάγκ" δύνανται να εκπαιδεύσουν τον άνθρωπο στη «συναισθηματικότητα» κι έτσι να να δημιουργηθεί μια αντίστοιχη κουλτούρα[20].
Η θέση αυτή του Rorty μοιάζει να σχετίζεται με την πολύτιμη «ενσυναίσθηση» (empathy), δηλαδή με την ικανότητα όχι απλώς να λυπάσαι τον άλλον, αλλά να κάνεις στοιχείο της δικής σου ζωής τη δική του εμπειρία[21]. Κατά πόσο η θεολογία της σάρκωσης δύνανται να γονιμοποιήσει αυτές τις σύγχρονες οπτικές, είναι ένα ζήτημα ανοιχτό. Προσωπικά έχω έναν σκεπτικισμό όσον αφορά τις προϋποθέσεις που θέτει ο Rorty στην ενεργοποίηση της έγνοιας για τον άλλον. Για τον Rorty απαραίτητη προϋπόθεση είναι το αίσθημα ασφάλειας, ώστε να δύναται κανείς ήρεμα να στοχάζεται για τη ζωή και να διαμορφώνει τις προτεραιότητές του (παρόμοια, λέει, η ειρήνη αποτελεί προϋπόθεση της οικονομικής ανάπτυξης). Οι Ευρωπαίοι και οι Αμερικάνοι, συνεχίζει ο Rorty, έχουν απολαύσει την ασφάλεια περισσότερο από κάθε άλλο λαό, και ακριβώς γι' αυτό μπόρεσαν να αναπτύξουν τον προβήματισμό για τα ανθρώπινα δκαιώματα. Αν δεν υπάρχει η ασφάλεια, πρυτανεύει η αβεβαιότητα και εντείνεται ο φόβος για τον άλλον[22]. Υποθέτω ότι ο Rorty έχει δίκιο, υπό την έννοια ότι σε στιγμές συμφορών και αναστατώσεων η ψυχή του ανθρώπου αγριεύει και κυριαρχείται μάλλον από ένστικτα ατομικής επιβίωσης. Ωστόσο η ανθρώπινη εμπειρία (από τη Μικρασιατική καταστροφή μέχρι το Νταχάου, και από τις φυτείες του αμερικανικού νότου μέχρι τη σύρραξη της Ρουάντα) έχει, νομίζω, να μας δείξει πολλές περιπτώσεις όπου ο πόνος δίνει καρπούς αλληλεγγύης και αυτοθυσίας. Νομίζω πως θα άξιζαν να ερευνηθούν οι διαστάσεις και αυτής της πραγματικότητας.
Επιτρέψτε μου να κλείσω με μια διερώτηση. Η σχέση με τον ξένο αφορά μόνο τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ξένος δυστυχεί; Δεν αφορά, άραγε, κάθε περίπτωση - δηλαδή και τις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ξένος δεν πάσχει; Η απάντηση είναι προδήλως "ναι"[23]. Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει. Γιατί, ο Χριστός ανέδειξε ως έσχατα κριτήρια της σωτηρίας ειδικά την περίθαλψη κακουχουμένων και περιθωριακών; Έχω την εντύπωση ότι αυτό συμβαίνει επειδή η ετοιμότητα για αλληλεγγύη έχει ιδιαίτερη σημασία και διαστάσεις πολύ ευρύτερες - πολύ πιο "πολιτικές" - από όσες έχει η φιλανθρωπία σήμερα. Νομίζω ότι ο Χριστός καταπιάστηκε με την απόρριψη. Το βλέπουμε και στην περίπτωση της συνομιλίας του με τη Σαμαρείτισσα, η οποία δεν πεινούσε μεν, αλλά τύγχανε απόρριψης λόγω της θρησκείας της, της εθνικότητας, του φύλου και της ηθικής της. Και η απόρριψη λαμβάνει κυριαρχικές διαστάσεις όταν γίνεται χαρακτηριστικό της κοινωνίας. Θεσμοποιείται η μη-αγάπη και η πεποίθηση ότι κάποιοι δεν είναι πλήρεις άνθρωποι και ότι, συνεπώς, είναι θεμιτό να μην μετέχουν πλήρως της ζωής. Η στάση του Χριστού, δηλαδή, δεν ήταν μια φιλολογική φλυαρία περί ετερότητας, ούτε μια άνευρη, μεταμοντέρνα αποδοχή των πάντων, αλλά έμπρακτη αναμέτρηση με την απόρριψη. Αυτό σημαίνει ότι η στάση του Χριστού αποτελεί και την κρίση κάθε πρότασης (: γενική αντικειμενική) για το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης. Κάθε πολιτισμός, κάθε θρησκεία, κάθε ιδεολογία κρίνεται από το αν δεξιώνεται την αγάπη ή αν, αντιθέτως, παράγει μυαλά και δομές που δημιουργούν ξένους και αποξένωση.
Κατά την ταπεινή μου γνώμη, αυτό έχει ιλιγγιώδη σημασία σήμερα. Η Εκκλησία οφείλει να διασώσει την πρωτοκαθεδρία της αγάπης, ακόμα κι αν η ίδια (η Εκκλησία) βρίσκεται σε αμηχανία μπροστά στα παγκόσμια δύσκολα προβλήματα που ανακύπτουν από το σύγχρονο μεταναστευτικό ζήτημα[24]. Ο μεγάλος κίνδυνος τη στιγμή αυτή είναι να ξεθωριάσει το όραμα.
[1] Φώτης Κόντογλου, «Ο καπετάν-Στέλιος κι ο Βασίφ-εφέντης», Το Αϊβαλί η πατρίδα μου, εκδ. Αστήρ, Αθήναι 19957 (πρώτη έκδοση, 1962), σσ. 120, 124. Το περιστατικό το αναλύω, σε σχέση με την όλη οπτική του Κόντογλου (οπτική άλλοτε ανοιχτή και άλλοτε ζηλωτική) στο κείμενό μου: "'Παράδοση' και 'Λαμπαφούρες'. Ο θεολόγος Φώτης Κόντογλου", Νέα Εστία 1788 (2006), σσ. 701-718.
[2] Τον 11ου κανόνα της 6ης οικουμενικής συνόδου (έτος 681).
[3] Για τη διάκριση μεταξύ ουσιωδιών και επουσιωδών στην εκκλησιαστική παράδοση, βλ. ενδεικτικά το ημέτερο Κανόνες και ελευθερία, εκδ. Επέκταση, Κατερίνη 2005.
[4] Αρχιμ. Σωφρονίου, Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, εκδ. Ι. Μονής Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ Αγγλίας 1988, σσ. 48-49, 379.
[5] Βλ. την παραβολή του καλού σαμαρείτη, Λουκ. 10: 29-37.
[6] "Ο ερχομός μου έφερε το διχασμό του ανθώπου με τον πατέρα του, της θυγατέρας με τη μάνα της, της νύφης με την πεθερά της. Κι έτσι εχθροί του ανθρώπου είναι οι δικοί του" (Ματθ. 10: 35-36. Μετάφραση από την έκδοση: Η Καινή Διαθήκη. Το πρωτότυπο κείμενο με μετάφραση στη δημοτική, εκδ. Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας, Αθήνα 1989).
[7] Ηρόδοτος, Ιστορίαι, βιβλίον 8 (Ουρανία), 140.
[8] "Θα 'ρθούν πολλοί από ανατολή και δύση και θα καθίσουν μαζί με τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ στο τραπέζι της βασιλείας των ουρανών, ενώ οι κληρονόμοι της βασιλείας θα πεταχτούν έξω στο σκοτάδι" (Ματθ. 8: 11). Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής υπογραμμίζει ότι με την πράξη της φιλοξενίας ο Αβραάμ κατόρθωσε ταυτόχρονα να γίνει αυθεντικός άνθρωπος, να αντιληφθεί την ενότητα του ανθρωπίνου γένους και να δεχτεί την αποκάλυψη του Θεού. Βλ. Μάξιμος, Προς Ιωάννην κουβικουλάριον περί αγάπης, PG 91, 400C-401D.
[9] Στην εκκλησιαστική γραμματεία, όπως κι αν νοούνται οι τρεις επισκέπτες του Αβραάμ (είτε ως άνθρωποι, είτε ως άγγελοι, είτε ως ο Υιός μαζί με δύο αγγέλους), θεωρούνται σήμανση της Αγίας Τριάδας. Κατά τον απόστολο Παύλο και αρκετούς ερμηνευτές, ο Αβραάμ νόμιζε ότι φιλοξενούσε κοινούς ανθρώπους. Αυτό σημαίνει ότι η συμπεριφορά του δεν ήταν επιτηδευμένη, στη σκέψη ότι φιλοξενεί ουράνιους επισκέπτες. "Μην ξεχνάτε τη φιλοξενία, γιατί μ' αυτήν μερικοί, χωρίς να το ξέρουν, φιλοξένησαν αγγέλους" (Εβρ. 13: 2). Βλ. και Αγγελική Α. Τριβυζαδάκη, "Η σκηνή της φιλοξενίας του Αβραάμ στη βυζαντινή εικονογραφία", Θεοδρομία 4 (1999), σ. 111-113.
[10] Γεν. 12: 1.
[11] Miroslav Volf, Exclusion and Embrace. A Theological Exploration of Identity, Otherness, and Reconciliation, εκδ. Abington Press, Neshville 1996, σ. 42.
[12] Λευιτ. 25: 23 (μετάφραση από την έκδοση: Η Παλαιά Διαθήκη. Μετάφραση από τα πρωτότυπα κείμενα, εκδ. Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας, Αθήνα 1997).
[13] Γεν. 18: 2. Αυτό οπτικοποιείται, μάλιστα, σε κάποιον τύπο της βυζαντινής εικόνας: ο Αβραάμ σπεύδει, και γι' αυτό το ιμάτιό του να ανεμίζει.
[14] Ματθ. 25: 31-46.
[15] Jacques Derrida, Of Hospitality, Stanford University Press, Stanford 2000, σ. 125. Βλ. ανάλυση στο: Mark W. Westmoreland, "Interruptions: Derrida and Hospitality", Kritike (online Journal of Philosophy: www.kritike.org/journal/issue_3/westmoreland_june2008.pdf) 2.1 (2008), σσ. 1-10. Ο Derrida υποστηρίζει ότι η αληθινή φιλοξενία, δηλαδή η απροϋπόθετη, η οποία δεν συνδέεται με την ανταπόδοση, αποτελεί ένα είδος "διακοπής του εαυτού" (interruption of the self), υπό την έννοια ότι ο φιλοξενούμενος γίνεται οικοδεσπότης. Καλοσωρίζοντας τον επισκέπτη, ο οικοδεσπότης (host) πραγματώνει κάτι που τον μετατρέπει σε όμηρο (hostage).
[16] Iωάννης Χρυσόστομος, Περί ελεημοσύνης, PG 51, 296 (η μετάφραση, δική μας).
[17] Α΄ Ιω. 4:16: "Ο Θεός είναι αγάπη· κι όποιος ζει μέσα στη αγάπη ζει μέσα στο Θεό, κι ο Θεός μέσα σ' αυτόν".
[18] Alan Gewirth, The Community of Rights, εκδ. University of Chicago Press, Chicago 1996, σ. 17-20. Με το σκεπτικό αυτό ο Gewirth διατύπωσε το αξίωμα των ίσων και καθολικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων (Principle of Generic Consistency).
[19] Emmanuel Lévinas, "The Trace of the Other", Continental Philosophy. An Anthology (επιμ. William McNeill - Karen S. Feldman), εκδ. Blackwell, Oxford 1998, σσ. 177-179.
[20] Richard Rorty, Thruth and Progress. Philosophical Papers, Cambridge University Press, Cambridge 31999, σ. 323 (βλ. συνολικά τις θέσεις του στο μελέτημά του "Human rights, rationality, and sentimentality", ό.π., σσ. 167-185). Ο Rorty αρνείται μεν κάθε μεταφυσική ή φιλοσοφική οντολογία, αλλά στην πραγματικότητα αφήνει χώρο για κάτι τέτοιο, αφού εισηγείται, από τη σκοπιά του, μια ανθρωπολογία. Βλ. Kerri Woods, "Suffering, Sympathy, and (Environmental) Secrity: Reassessing Rorty's Contribution to Human Rights Theory", Res Publica 15 (2009), σ. 56. Βλ. και Haralambos Ventis, The Reductive Veil: Post-Kantian Non-Representationalism versus Apophatic Realism, εκδ. Epektasis, Katerini, Greece 2005, σ. 133. Από την άλλη, μου είναι ακατανόητη η συζήτηση αν στην οπτική του Rorty χωράει το ενδιαφέρον για τις κοινωνικές αιτίες της οδύνης (Woods, ό.π., σσ. 58-61, 64). Μου είναι αυτονόητο, ότι όλες οι αιτίες μας ενδιαφέρουν, είτε εκδηλώνονται σε προσωπικό, είτε σε κοινωνικό επίπεδο.
[21] Βλ. Daniel Goleman, H συναισθηματική νοημοσύνη. Γιατί το EQ είναι πιο σημαντικό αό το IQ; (μτφρ. Άννα Παπασταύρου), εκδ. Εληνικά Γράμματα, σ. 151. Ο Robert C. Solomon, In Defense of Sentimentality, εκδ. Oxford University Press, Oxford 2004, σσ. 69-70, διευκρινίζει ότι sympthy (το να λυπάσαι για κάποιον) είναι ένα συναίσθημα, ενώ empathy είναι το να μοιράζεσαι ένα συναίσθημα.
[22] Rorty, "Human rights", ό.π., σ. 180.
[23] Βλ. χαρακτηριστικά το σπουδαίο μελέτημα του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη, "Κοινωνία και ετερότητα" (μτφρ. Διονύσιος Γούτσος - Θανάσης Ν. Παπαθανασίου), Σύναξη 76 (2000), σσ. 5-15.
[24] Για τον κίνδυνο δημιουργίας αυτόνομων και περίκλειστων θρησκευτικο-πολιτικών γκέττο, βλ. το κείμενό μου "Διδάσκοντας γύπτους και τζελεπήδες περί περιτομής και αβατάρα", στο περιοδικό Σύναξη 98 (2006), σσ. 35-47.
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Πλανόδιον" 48 (Ιούνιος 2010)
Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010
Να τελειώνουμε με τους ιδιοκτήτες της Αλήθειας
Πάνε χρόνια τώρα, που σε καθημερινή βάση μέσα από συγκεκριμένα blogs,εφημερίδες, περιοδικά αλλά και από τους άμβωνες των ναών, γινόμαστε μάρτυρες μιάς ανήθικης (αλλά και χρηζούσης ψυχιατρικής έρευνας ενίοτε) επίθεσης, από συγκεκριμένα πρόσωπα εναντίον θεολόγων, πανεπιστημιακών, ιερέων, επισκόπων, συγγραφέων, πατριαρχών….Όλοι τους κατηγορούνται για Παπισμό, Προτεσταντισμό, Συγκρητισμό…είναι όργανα της Νέας Εποχής, προδότες της πίστης και της πατρίδας, (αυτά τα δύο σε συσκευασία του ενός, πάντα πουλούσαν πολύ) άνθρωποι του Αντιχρίστου, κακόδοξοι κ.λ.π. Η «καθαρότητά» τους δεν ανέχεται ούτε την παρουσία προσωπικοτήτων όπως ο Αναστάσιος Αλβανίας η ο Αλέξανδρος Σμέμαν.
Δυστυχώς, η ευγένεια και η ανεκτικότητα πολλές φορές εκλαμβάνονται ως αδυναμία από μερικούς. Όλα όμως έχουν τα όριά τους…Δεν σας αντέχουμε άλλο κύριοι, ούτε εσάς, ούτε την «καθαρότητά» σας.
Εδώ θα είμαστε…
Ανδρέας Αργυρόπουλος
Ελληνισμός - Χριστιανισμός: Η συνάντηση των δύο κόσμων
Ιωάννης Ζηζιούλας, Μητροπολίτης Περγάμου και τ.Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών
Α. Η ΓΕΝΕΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ
Αντίθεση και αλληλεπίδραση
Το πρόβλημα των ιστορικών καταβολών του Χριστιανισμού δεν μας ενδιαφέρει εδώ σαν ερώτημα απόλυτο, αλλά μόνο στη σχέση του Χριστιανισμού με τον Ελληνισμό στους τρεις πρώτους αιώνες. Έτσι το ερώτημα των ιστορικών καταβολών του Χριστιανισμού παίρνει για μας συγκεκριμένα την ακόλουθη σειρά: ποιος ήταν ο ρόλος που διαδραμάτισε ο Ελληνισμός στην πρώτη ιστορική εμφάνιση του Χριστιανισμού; Υπήρξε άραγε κάποια παρουσία του ελληνικού πνεύματος στο ιστορικό αυτό υπέδαφος, που έφερε στο φως της Ιστορίας τις πρώτες χριστιανικές κοινότητες μαζί με την πίστη τους στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού; Ποια είναι ή σχέση Ελληνισμού και Χριστιανισμού στις ιστορικές καταβολές του τελευταίου;
Μετά τη δύση της λεγόμενης "Θρησκειολογικής Σχολής", που είχε τονίσει με ιδιαίτερη έμφαση τη σχέση του αρχικού Χριστιανισμού με τις μυστηριακές θρησκείες της εποχής του και ιδιαίτερα με τον Ελληνισμό, η σύγχρονη έρευνα έχει πλέον πεισθή ότι οι ιστορικές ρίζες του Χριστιανισμού δεν πρέπει να αναζητηθούν πρωταρχικά στον Ελληνισμό καθαυτό ή γενικά στο εξωβιβλικό θρησκειακό περιβάλλον της εποχής εκείνης, αλλά στον Ιουδαϊσμό των χρόνων εκείνων. Η αναγνώριση των πρώτων καταβολών του Χριστιανισμού έγινε κυρίως με την ανακάλυψη του εσχατολογικού χαρακτήρος, που φέρει ο αρχικός Χριστιανισμός και ιδιαίτερα η μορφή του Ιησού Χριστού, όπως μας παρουσιάζεται στα Ευαγγέλια. Η πεποίθηση αυτή της σύγχρονης έρευνας, που ξεκινά με τα έργα κυρίως των J.Weiss και Α. Schweitzer, έχει πλέον τόσο βαθιά εδραιωθή, ώστε κάθε προσπάθεια κατανοήσεως του προσώπου, των λόγων και του έργου του Ιησού Χριστού να συναρτάται αυτομάτως με την έρευνα του Ιουδαϊσμού των χρόνων εκείνων. Η πεποίθηση ότι o Ιησούς Χριστός ήταν "Ιουδαίος", ότι "η σωτηρία εκ των Ιουδαίων εστί" και ότι ο Χριστιανισμός ξεπήδησε στην Ιστορία σαν μια μορφή εκπληρώσεως των προσδοκιών του Ιουδαϊσμού της εποχής εκείνης, έχει σχεδόν πλήρως εκτοπίσει κάθε παλαιότερη προσπάθεια συσχετισμού του αρχικού Χριστιανισμού με τον Ελληνισμό.
Το άμεσο, λοιπόν, υπέδαφος πού εξέθρεψε τον αρχικό Χριστιανισμό πρέπει να αναζητηθή στον Ιουδαϊσμό και όχι στον Ελληνισμό της εποχής εκείνης. Σημαίνει άραγε τούτο ότι πρέπει να αποκλεισθή κάθε παρουσία και σημασία του Ελληνισμού στις ιστορικές καταβολές του Χριστιανισμού;
Το άμεσο, λοιπόν, υπέδαφος πού εξέθρεψε τον αρχικό Χριστιανισμό πρέπει να αναζητηθή στον Ιουδαϊσμό και όχι στον Ελληνισμό της εποχής εκείνης. Σημαίνει άραγε τούτο ότι πρέπει να αποκλεισθή κάθε παρουσία και σημασία του Ελληνισμού στις ιστορικές καταβολές του Χριστιανισμού;
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι απλή· αποτελεί ένα από τα περιπλοκώτερα προβλήματα της Ιστορίας. Η αιτία της δυσκολίας συνίσταται σε τούτο: Από το ένα μέρος ο Ιουδαϊσμός και ο Ελληνισμός αντιπροσωπεύουν για την εποχή εκείνη δύο πνευματικά και πολιτιστικά μεγέθη τόσο ασυμβίβαστα μεταξύ τους, ώστε αρκεί να διαπιστωθή η παρουσία του ενός για να αποκλεισθή αυτόματα η παρουσία του άλλου. Η αντίθεση μεταξύ Ιουδαϊσμού και Ελληνισμού υπήρξε τόσο σφοδρή, ώστε να οδηγήση σε σκληρούς, μακροχρόνιους και πολλές φορές αιματηρούς αγώνες αλληλοεξοντώσεως. Από το άλλο όμως μέρος, μέσα σ' αυτή την εξοντωτική πάλη πραγματοποιόταν μια σταθερή και βαθιά διείσδυση του Ελληνισμού στον Ιουδαϊσμό και αντίστροφα. Ο Ελληνισμός που κυριαρχούσε πολιτιστικά στον ιστορικό χώρο του Ιουδαϊσμού της εποχής εκείνης προκαλούσε την αντίδραση του Ιουδαϊσμού, ακριβώς γιατί με την αναπόφευκτη διείσδυσή του γινόταν απειλητικός για την ίδια την υπόσταση του Ιουδαϊσμού. Έτσι αντίθεση και επίδραση ενεργούν ταυτόχρονα και κάνουν την ιστορική εικόνα πιο πολύπλοκη από όσο εμφανίζεται συνήθως στα μάτια επιπόλαιων ερευνητών.
Η ιστορική πραγματικότητα εμφανίζεται μάλιστα ακόμη πιο πολύπλοκη, αν σκεφθή κανείς ότι οι παράγοντες που συγκροτούν το θρησκευτικό περιβάλλον του αρχικού Χριστιανισμού δεν είναι μόνον ο Ιουδαϊσμός και ο Ελληνισμός, αλλά και οι διάφορες ανατολικές θρησκείες της Αιγύπτου κλπ., καθώς και η περσική θρησκεία, που διαδραματίζει αποφασιστικότατο ρόλο στη διαμόρφωση τόσο του Ιουδαϊσμού, όσο και του Ελληνισμού της εποχής εκείνης. Από την άποψη, λοιπόν, τουλάχιστον της θρησκευτικής καταστάσεως της εποχής εκείνης οι όροι "Ιουδαϊσμός" και "Ελληνισμός" αποτελούν γενικεύσεις, που μπορούν να αποδειχθούν παραπλανητικές, αν δεν προσέξη κανείς πολύ. Οπωσδήποτε όμως παραμένει γεγονός ότι, παρά τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των διαφόρων αυτών θρησκευτικών ρευμάτων, δεν παύει να ισχύη μια ουσιαστική διάκριση τόσο μεταξύ του Ιουδαϊσμού και του Ελληνισμού, όσο και των άλλων παραγόντων, που αναφέραμε προηγουμένως. Η διάκριση αυτή επιτρέπει να γίνη λόγος για ένα ιστορικό και θρησκευτικό περιβάλλον, που είναι βασικά "Ιουδαϊκό" και που σε αντιδιαστολή με τους άλλους παράγοντες, και ιδιαίτερα με τον Ελληνισμό, αποτελεί το περιβάλλον που οδηγεί στην εμφάνιση του αρχικού Χριστιανισμού.
Οι παρατηρήσεις αυτές οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, για να κατανοήσουμε τη σχέση Ελληνισμού και Χριστιανισμού στις ιστορικές καταβολές του τελευταίου, είναι ανάγκη να αρχίσουμε από τη σχέση Ελληνισμού και Ιουδαϊσμού στα χρόνια που προηγούνται της εμφανίσεως του Χριστιανισμού. Με τον τρόπο αυτό θα φθάσουμε στη σχέση Ελληνισμού και αρχικού Χριστιανισμού όχι απευθείας, αλλά δια μέσου του Ιουδαϊσμού, που αναγνωρίζεται πια ως το άμεσο ιστορικό περιβάλλον που γέννησε τον Χριστιανισμό.
Οι ελληνικές επιδράσεις στον εβραϊκό χαρακτήρα του ιουδαϊσμού
Ο Ελληνισμός επιδρά στον Ιουδαϊσμό των ελληνιστικών χρόνων σε όλα σχεδόν τα επίπεδα (πολιτικό, οικονομικό, στρατιωτικό, πολιτιστικό, φιλοσοφικό και θρησκευτικό) τόσο σε περιόδους θρησκευτικής ανοχής κυρίως τότε, όσο και σε περιόδους συγκρούσεων και διωγμού. Η γνώμη ότι ο Ιουδαϊσμός της Παλαιστίνης (από τον οποίο γεννάται ιστορικά ο Χριστιανισμός) σε σύγκριση με αυτόν της Διασποράς παρέμεινε ουσιαστικά ανέπαφος από τον Ελληνισμό, αποδεικνύεται εσφαλμένη. Μέσα στην καρδιά του Ιουδαϊσμού κυοφορούνται στους χρόνους που εξετάσαμε αλλοιώσεις του παραδοσιακού εβραϊκού χαρακτήρος του Ιουδαϊσμού μεγάλης σημασίας για ό,τι θα συμβή αργότερα. Οι βασικότερες από αυτές τις αλλοιώσεις σχετίζονται με την εισαγωγή της συστηματικής και θεωρητικής σκέψεως στον Ιουδαϊσμό με τη συστηματική θεώρηση του κόσμου και της Ιστορίας, που συνεπάγεται μια διεύρυνση του πνευματικού ορίζοντος προς την κατεύθυνση της ενότητας και παγκοσμιότητας της Ιστορίας, μια κατεύθυνση που ήταν ήδη δυναμικά παρούσα στη βιβλική έννοια της δημιουργίας.
Παρ' όλα αυτά θα ήταν λάθος να νομισθή ότι η διείσδυση αυτή του Ελληνισμού εξαφάνισε εντελώς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του Ιουδαϊσμού. Η συσπείρωση γύρω από την torah και την προφητική παράδοση ήταν τόσο ισχυρή, ιδιαίτερα μετά την προσπάθεια του βίαιου εξελληνισμού των Ιουδαίων από τον Αντίοχο Δ΄, ώστε η επάνοδος στα αρχικά ουσιαστικά συστατικά της εβραϊκής θρησκείας να είναι δυνατή ακόμη και κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες. Έτσι νέες μορφές θεωρήσεως του κόσμου, όπως η Αποκαλυπτική, αντί να εξαλείψουν τελικά, διαιωνίζουν την αρχαία εβραϊκή νοοτροπία. Στις ημέρες της εμφανίσεως του Χριστιανισμού η εσχατολογική προσδοκία, που είχε καλλιεργήσει η Αποκαλυπτική, δίνει τη βάση για την ανάπτυξη της νέας πίστεως σε καθαρά εβραϊκάπροφητικά σχήματα σκέψεως. Η θεώρηση του κόσμου κάτω από το πρίσμα της Ιστορίας και όχι του αφηρημένου θρησκευτικού στοχασμού ή της κοσμολογίας παραμένει το σημείο συνδέσεως της νέας πίστεως, που θα αναπτυχθή γύρω από το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, με τον παραδοσιακά εβραϊκό Ιουδαϊσμό μάλλον παρά με τον Ελληνισμό.
Εν τούτοις ο Ελληνισμός διαδραμάτισε έναν καίριο διπλό ρόλο σε όλη την εξέλιξη αυτή από τον Ιουδαϊσμό στον Χριστιανισμό. Από το ένα μέρος με την απειλητική παρουσία του και τη διείσδυσή του στον Ιουδαϊσμό συνετέλεσε στο να στενέψη η καρδιά του Ιουδαϊσμού σε μια αποκλειστικότητα εθνικιστική, που ταύτιζε τον Νόμο με το γράμμα των διατάξεών του και την εσχατολογική προσδοκία με τα στενά πολιτικά και εθνικά συμφέροντα των Ιουδαίων, ήταν μια στάση αυτοάμυνας και αυτοπροστασίας, που αναπτύχθηκε φυσικά μετά τις διεισδυτικές επιτυχίες του Ελληνισμού, και οδήγησε στην κατάσταση, στην οποία βρίσκουμε τον Ιουδαϊσμό στα χρόνια του Ιησού Χριστού. Από την κατάσταση αυτή, σε συνδυασμό με τις απέραντες προσηλυτιστικές δυνατότητες που είχε ο Ιουδαϊσμός στον ελληνορωμαϊκό χώρο, ύστερα από το κύρος που του έδωσαν οι επιτυχίες του Μακκαβαϊκού πολέμου και η υπεροχή και έλξη της μονοθεϊστικής και ηθικής διδασκαλίας του, δημιουργήθηκε το δίλημμα της ιουδαϊκής θρησκείας μεταξύ ενός ανοίγματος προς τα "έθνη" και μιας συντηρητικής αυτοπροστασίας της εθνικής του ταυτότητος. Ο μεγάλος αριθμός των "προσηλύτων" στα χρόνια του Ιησού, που διστάζουν να κάμουν το τελικό βήμα της πλήρους εντάξεώς τους στον Ιουδαϊσμό, μαρτυρεί την τραγικότητα του διλήμματος αυτού, που δημιούργησε ο Ελληνισμός στον Ιουδαϊσμό της εποχής εκείνης. Από αυτή ακριβώς την αδυναμία του Ιουδαϊσμού ξεπήδησε η δυνατότητα του Χριστιανισμού. Παρεξηγημένος σαν μια απειλή κατά του Νόμου και της ιουδαϊκής αυτοσυνειδησίας, ο Χριστιανισμός, με το προφητικό του πνεύμα ανοίγεται πρώτα προς τους μισητούς Σαμαρείτες και έπειτα στους μη Ιουδαίους γενικά. Η ιστορική ευκαιρία του Χριστιανισμού προπαρασκευάζεται έτσι από τον διχασμό που δημιουργείται στην καρδιά του Ιουδαϊσμού ανάμεσα στις οικουμενικές δυνατότητες που έκρυβε η βιβλική πίστη του και στην ανάγκη της αυτοπροστασίας και επιβιώσεώς του ως εθνικής ομάδος. Αυτή είναι η μεγάλη συμβολή (αρνητικά) του Ελληνισμού στην εμφάνιση του Χριστιανισμού: η πρόκληση μιας γόνιμης "κρίσεως συνειδήσεως" στον Ιουδαϊσμό, μιας κρίσεως που θα προκαλέση αργότερα και στον Χριστιανισμό το ίδιο "προκλητικό" ελληνικό πνεύμα. Έτσι, όπως θα δούμε, οι πρώτοι που θα αναγνωρίσουν και θα εγκολπωθούν τις δυνατότητες του Χριστιανισμού θα είναι οι Ελληνιστές Ιουδαίοι, αυτοί δηλαδή που πιο πολύ από κάθε άλλον ζουν τον εσωτερικό αυτό διχασμό του Ιουδαϊσμού.
Αλλά η συμβολή αυτή του Ελληνισμού στην εμφάνιση του Χριστιανισμού συνοδεύεται, σαν την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, από κάτι πολύ πιο θετικό. Είδαμε πόσο σημαντική υπήρξε για τον Ιουδαϊσμό η τάση που απέκτησε κάτω από την επίδραση του ελληνικού πνεύματος να σκέπτεται "Οντολογικά", να συνδυάζη δηλαδή τα πρακτικά και ιστορικά διαφέροντα, που του κληροδότησε η εβραϊκή σκέψη, με το ερώτημα του όντος, του σταθερού σημείου αναφοράς της πραγματικότητος. Χάρη στο νέο αυτό στοιχείο που εισάγει ο Ελληνισμός, δύο τουλάχιστον θεμελιακές προϋποθέσεις δημιουργούνται για την εμφάνιση του Χριστιανισμού: α) η ενότητα και παγκοσμιότητα της Ιστορίας, που θα χρησιμεύση ως υπέρβαση της εθνικιστικής στενότητος, που είχε κυριεύσει τον Ιουδαϊσμό, και ως αξιοποίηση της βιβλικής εννοίας της δημιουργίας με απέραντες δυνατότητες ιεραποστολής για τον Χριστιανισμό, και β) η Χριστολογία, που χάρη στην ελληνική αυτή προεργασία θα αντικαταστήση την Οντολογία του Νόμου, του σταθερού αυτού σημείου αναφοράς της ιουδαϊκής συνειδήσεως, με την Οντολογία ενός προσώπου, του Ιησού Χριστού, που ταυτιζόμενος με τον ίδιο τον Θεό θα γίνη το σταθερό σημείο αναφοράς όλης της Ιστορίας. Έτσι η παρουσία της ελληνικής σκέψεως στις ιστορικές διεργασίες, που οδηγούν στην πρώτη Χριστολογία, αντιπροσωπεύει το βασικότερο θέμα που πρέπει να ελκύση την προσοχή μας.
Β. Η ΠΑΥΛΕΙΑ ΣΥΝΘΕΣΗ
Η θέση του Παύλου στο θέμα της σχέσεως Ελλήνων και Ιουδαίων
Όπως φαίνεται από την επιχειρηματολογία που αναπτύσσει στην "Προς Γαλάτας" επιστολή του, η διαμόρφωση της θέσεως του Παύλου στο θέμα της σχέσεως Ελλήνων και Ιουδαίων στον Χριστιανισμό αρχίζει από τη ριζική αναθεώρηση της ραββινικής θεολογίας των Φαρισαίων, την οποία είχε μελετήσει και στην οποία ανήκε και ο ίδιος πριν γίνη χριστιανός ("κατά νόμον Φαρισαίος"). Προσεκτική μελέτη της επιχειρηματολογίας του αυτής δείχνει ότι το καίριο σημείο διαφωνίας του με τη θεολογία των Φαρισαίων αφορούσε την ιδέα τους ότι ο άνθρωπος δικαιώνεται έναντι του θεού μόνον αν τηρήση τον Νόμο και μάλιστα αν τον τήρηση ολόκληρο. Η ιδέα αυτή έφερε αυτόματα σε σύγκρουση τον Χριστιανισμό με τον Ιουδαϊσμό των Φαρισαίων, γιατί οι Ιουδαίοι που έγιναν Χριστιανοί μετέθεσαν τη βάση της δικαιώσεώς τους από τον Νόμο στο πρόσωπο του Μεσσία, του Χριστού. Έτσι όλοι οι Χριστιανοί και όχι μόνον ο Παύλος ανοίγουν πια τον δρόμο για τη δικαίωση έναντι του θεού σε όλους όσοι δεν γνωρίζουν ή δεν τηρούν τον Νόμο, ολικά ή μερικά. Αυτό επιτρέπει στον Παύλο να θέση το καίριο ερώτημα (στον Πέτρο αλλά κατ' επέκταση και σε όλους τους εξ Ιουδαίων Χριστιανούς): "ει συ Ιουδαίος υπάρχων εθνικώς και ουχί ιουδαϊκώς ζης, πώς τα έθνη αναγκάζεις ιουδαΐζειν;" (Γαλ. 2, 14). Εδώ ακριβώς βρίσκεται το αποφασιστικό σημείο στη σχέση Χριστιανισμού και εθνικών. Εφόσον η σωτηρία του ανθρώπου στηρίζεται πια στην πίστη στο πρόσωπο του Χριστού και όχι στην τήρηση του Νόμου, η πόρτα ανοίγει αναπόφευκτα και σε όσους δεν τηρούν ή δεν γνωρίζουν καν τον Νόμο.
Αυτό φαίνεται να δημιουργή μια πλήρη εξίσωση Ιουδαίων και Ελλήνων έναντι του θεού. Έτσι μπορεί να διακήρυξη ο Παύλος ότι "ουκ έστι διαστολή Ιουδαίου τε και Έλληνος" και ότι στην κοινωνία της Εκκλησίας "ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην... πάντες γαρ υμείς είς έστε εν Χριστώ Ιησού". Ωστόσο υπάρχει πάντοτε, για τον Παύλο τουλάχιστον, μια διάκριση. Η διάκριση αυτή βρίσκεται στο γεγονός ότι, ενώ όλοι Ιουδαίοι και Έλληνες είναι πια δικαιωμένοι και ίσοι έναντι του Θεού, οι επαγγελίες και ο ίδιος ο Μεσσίας προήλθαν από τους Ιουδαίους και όχι από τους Έλληνες. Με αλλά λόγια οι Ιουδαίοι προηγούνται στον Χριστιανισμό από τους Έλληνες, όχι μόνο χρονικά αλλά και ουσιαστικά, αφού με το να γίνουν χριστιανοί οι Έλληνες γίνονται ουσιαστικά "σπέρμα του Αβραάμ", όπως βιάζεται να προσθέση ο Παύλος αμέσως μετά τη διακήρυξη ότι είναι πια ίσοι εν Χριστώ. Γι' αυτό ακριβώς το κήρυγμα του Χριστού πρέπει να αρχίση πρώτα από τους Ιουδαίους ("Ιουδαίω τε πρώτον και Έλληνι"). Γι' αυτό θα ευχόταν ο ίδιος να γίνη ανάθεμα, αρκεί να σωθούν οι Ιουδαίοι (Ρωμ. 9, 3). Γι' αυτό, για τον Παύλο τουλάχιστον, η Εκκλησία δεν είναι ολοκληρωμένη ωσότου εισέλθη και ο Ισραήλ σ' αυτήν. Τις ιδέες αυτές τις αναπτύσσει ο Παύλος διεξοδικά, στα κεφάλαια 911 της "Προς Ρωμαίους" επιστολής του. Απευθυνόμενος εκεί στους εθνικούς που έγιναν χριστιανοί βλέπει μπροστά του ένα συγκλονιστικό "μυστήριο" του ελέους του Θεού: η απείθεια των Ιουδαίων στο κήρυγμα περί Χριστού ανοίγει τον δρόμο στους μη Ιουδαίους να γίνουν δεκτοί στις επαγγελίες του Θεού που δόθηκαν στους Ιουδαίους. Τώρα όμως εδώ είναι ένα βαρυσήμαντο σημείο ο Ισραήλ θα σωθή πια μόνο περνώντας από τους εθνικούς ("τω υμετέρω ελέει ίνα και αυτοί Ιουδαίοι ελεηθώσι", Ρωμ. 11, 31). Για κάποιον που πίστευε, όπως ο Παύλος, σε όλη του τη ζωή ότι ή σωτηρία του κόσμου βρίσκεται μόνο στον Ιουδαϊσμό, είναι συγκλονιστικό να σκεφθή ότι ο Ισραήλ τελικά θα σωθή περνώντας από μια κοινωνία, την Εκκλησία, που βασικά πια την αποτελούν οι Έλληνες εθνικοί: "Ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού! ως ανεξερεύνητα τα κρίματα αυτού και ανεξιχνίαστοι αι οδοί αυτού", αναφωνεί στο τέλος του 11ου κεφαλαίου. Το γεγονός της παρουσίας των Ελλήνων και μάλιστα κατά πλειονότητα στην Εκκλησία είναι για τον Παύλο η ανατροπή κάθε λογικής και κάθε σοφίας, όπως την είχε μάθει στη θρησκευτική του διαπαιδαγώγηση. Γι' αυτό, όταν γράφεται η "Προς Εφεσίους" επιστολή, σε μια εποχή (αρχές ίσως του 60 μ.Χ.), που πιθανόν να είχε γίνει ήδη σαφές ότι βασικά η Εκκλησία συνδέεται πια ιστορικά με τον Ελληνισμό, το όλο θέμα της θέσεως των Ελλήνων μέσα στην Εκκλησία, δηλαδή της ενότητος Ιουδαίου και Έλληνος σε ένα σώμα, χαρακτηρίζεται ως ανεξερεύνητο μυστήριο, ως η κατ' εξοχήν απόδειξη της επεμβάσεως του Θεού στην Ιστορία.
Ο Παύλος και οι ελληνικές κατηγορίες σκέψεως
Αν επιχειρήσουμε τολμηρότατο μέσα σε λίγες γραμμές να δώσουμε μια εικόνα του τρόπου με τον οποίο αφομοιώνονται και αλλοιώνονται στη σκέψη του Παύλου τόσο οι εβραϊκές, όσο και οι ελληνικές κατηγορίες σκέψεως, για να βγη από αυτές το νέο, το καθαρά χριστιανικό ή Παύλειο, θα πρέπει να θυμηθούμε τα γενικά πλαίσια της θεολογικής σκέψεως του Παύλου και να τοποθετήσουμε μέσα σ' αυτά τις ειδικές περιπτώσεις των όρων ή νοημάτων πού υφίστανται την αλλοίωση. Βασικά ο Παύλος βλέπει τον άνθρωπο και γενικά το θέμα της αλήθειας μέσα στα βιβλικά πλαίσια της δημιουργίας και της ιστορίας της σωτηρίας, όπως αυτά πραγματοποιούνται στο πρόσωπο του Χριστού και στην κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, στην Εκκλησία. Κάθε έννοια, είτε εβραϊκή είτε ελληνική είναι η προέλευσή της, περνά μέσα από το διυλιστήριο αυτό, όπου αποκτά τη νέα σημασία της. Αυτό συμβαίνει π.χ. με τη χρήση του όρου "συνείδησις" (και του ρηματικού τύπου "σύνοιδα"), που τον συναντούμε πολύ συχνά στις επιστολές του Παύλου. Η ελληνική σκέψη αρχίζει, χρονολογικά και ουσιαστικά, από την αντίληψη του ανθρώπου ως σκεπτομένου όντος που αποκτά με αυτό τον τρόπο "συνείδηση" του κόσμου αλλά και του εαυτού του, μαζί με όλες τις πολώσεις που περιλαμβάνονται στον τελευταίο και που οδηγούν στα ηθικά διλήμματα και στους "ελέγχους". Από εκεί οδηγείται η ελληνική σκέψη στην ηθική έννοια της συνειδήσεως, που επικρατεί ιδιαίτερα στους χρόνους λίγο πριν από την Καινή Διαθήκη. Στην εβραϊκή νοοτροπία, αντίθετα, η βάση της γνώσεως γενικά βρίσκεται στον θεό και στον λόγο του, ο οποίος δημιουργεί τη συνείδηση όχι πια στον ανθρώπινο νου, αλλά στην "καρδίαν" του ανθρώπου, στον χώρο της υπακοής και της αγάπης. Ο Παύλος με έναν τρόπο δημιουργικό συνθέτει τις δύο αυτές έννοιες και τις αλλοιώνει τοποθετώντας τες σε νέο φως: η συνείδηση είναι βέβαια και γι' αυτόν γνώση και αυτογνωσία, που περιλαμβάνει "έλεγχον", δεν πηγάζει όμως από τον άνθρωπο και τις νοητικές του ικανότητες, αλλά από την κρίση του Θεού. Ο άνθρωπος γνωρίζει μόνο γιατί γνωρίζεται από τον Θεό. Κάτοπτρο αυτής της συνειδήσεως είναι ο Χριστός και οι σχέσεις του ανθρώπου μέσα στο σώμα του Χριστού, στην Εκκλησία. Έτσι φθάνει να πη ο Παύλος το πρωτότυπο αυτό, ότι η συνείδηση του ανθρώπου αξιολογείται ουσιαστικά, πραγματώνεται όχι από τον ίδιο ούτε απλώς από τον θεό, αλλά από τους άλλους, μέσα στην κοινότητα της Εκκλησίας (βλ. π.χ. Α΄ Κορ. 8, 7-13· Β΄ Κορ. 5, 11, και ιδιαίτερα Α΄ Κορ. 10, 29). Έτσι η όλη γνωσιολογία μεταφέρεται στον χώρο της αγάπης (Α΄ Κορ. 8,2-3) και η αγάπη από "πρακτική" και "συναισθηματική" κατηγορία γίνεται γνωσιολογική έννοια. Με τον τρόπο αυτό η ελληνική σκέψη δεν απορρίπτεται: πρόκειται και πάλι για μια "συνείδηση" με γνωσιολογικό και κριτικό περιεχόμενο, που επιτρέπει τη χρήση του όρου και για τους εθνικούς (με την έννοια πού βρίσκουμε στην επιστολή προς Ρωμαίους 2, 15). Υφίσταται όμως μια βασική αλλοίωση που της αφαιρεί την ανθρωποκεντρικότητα και κάθε δυνατότητα αυτονομίας, που θα μπορούσε να της προσδώση πραγματικά και της προσέδωσε η ελληνική σκέψη. Της αφαιρεί επίσης κάθε αδιέξοδο και αρνητικότητα, που θα μπορούσε να της προσδώση η εβραϊκή αντίληψη περί θείας κρίσεως. Διαμορφωμένη στο πρόσωπο του Χριστού και στην κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, δηλαδή της χριστιανικής κοινότητος, η "συνείδηση" αποκτά κάτι το λυτρωτικό που βρίσκεται στην αγάπη.
Γενικά όλοι οι ανθρωπολογικοί όροι, όπως οι συναφείς μεταξύ τους σώμα-σαρξ-νους-πνεύμα κλπ., υφίστανται παρόμοιες αλλοιώσεις στη σκέψη του Αποστόλου. Ο άνθρωπος δεν ορίζεται πια από αυτό που είναι καθαυτός, από την ουσία του (την υλική ή την πνευματική), αλλά από τη σχέση του με τον Θεό και με τους άλλους. Πρόκειται για μια αλλοίωση της όλης Οντολογίας που, όπως θα δούμε αργότερα, διαδραματίζει βασικό ρόλο στη φιλοσοφία των Πατέρων της Εκκλησίας. Μια τέτοια αλλοίωση επιτρέπει στον Παύλο να χρησιμοποιή ελληνικά ανθρωπολογικά σχήματα, όπως οι αντιθέσεις "σαρξ πνεύμα" κλπ., χωρίς να δέχεται ή να δημιουργή με αυτό τον τρόπο οντικές κατηγορίες και δυαλιστικά σχήματα (νεο)πλατωνικής ή άλλης φύσεως. Έτσι μια έννοια, όπως το "σώμα", γίνεται γι' αυτόν το "σκήνος" από το οποίο "ευδοκούμεν μάλλον εκδημήσαι... και ενδημήσαι προς Κύριον" κάτι πού τόσο εύκολα μπορεί να παρεξηγηθή νεοπλατωνικά αλλά συγχρόνως και η πιο ιερή και θετική οντολογική κατηγορία, το νήμα του Χριστού, της Εκκλησίας, της Ευχαριστίας, του κάθε πιστού, δηλαδή ο όρος που εκφράζει όχι μόνο την αδιαίρετη ακεραιότητα του ανθρώπου, αλλά και την αιώνια ζωή και σωτηρία του.
Η διεργασία αυτή που υφίσταται η ελληνική "σοφία" στη σκέψη του Παύλου επεκτείνεται ουσιαστικά σε όλη τη θεολογία του και είναι ανάλογη προς εκείνη που πραγματοποιείται γενικά στις πρώτες χριστιανικές κοινότητες.
Γ. Η ΑΛΛΗΛΟΠΕΡΙΧΩΡΗΣΗ
Εκχριστιανισμός του ελληνισμού και εξελληνισμός του χριστιανισμού
Ο 2ος αι. ήταν κρίσιμος για τις σχέσεις Ελληνισμού και Χριστιανισμού. Είχε γίνει πια σαφές ότι η ιστορική πορεία του Χριστιανισμού ήταν δεμένη οριστικά με τον Ελληνισμό. Ο δεσμός όμως αυτός δεν ήταν χωρίς κινδύνους για τον Χριστιανισμό. Ο πιο μεγάλος κίνδυνος ήταν να εξελληνισθή τόσο πολύ ο Χριστιανισμός, ώστε να αποτελέση ουσιαστικά ένα παρακλάδι, μιαν "αίρεση" του Ελληνισμού. Στις αιρέσεις ο κίνδυνος αυτός δεν αποφεύχθηκε. Κοσμοθεωριακά στοιχεία του Ελληνισμού αντικατέστησαν βασικές θέσεις του Χριστιανισμού με αποτέλεσμα να αλλάξη ριζικά ο χαρακτήρας του τελευταίου. Στην περίπτωση των Απολογητών η αντικατάσταση αυτή ήταν μόνο μερική. Χάρη στην εκλεκτικότητα των χριστιανών αυτών στοχαστών, πολλές από τις βασικές κοσμοθεωριακές θέσεις του Ελληνισμού δεν βρήκαν τον δρόμο τους στον Χριστιανισμό. Οι Απολογητές επέμεναν στη διατήρηση βασικών άρθρων της πίστεως της Εκκλησίας και απέρριπταν κάθε ελληνική διδασκαλία πού ήταν αντίθετη σ' αυτά. Αλλά η ελληνική σκέψη δεν ήταν κάτι που μπορούσε να περιορισθή σε συγκεκριμένα "θέματα" ή άρθρα πίστεως. Διαπερνούσε τα πάντα και αποτελούσε σε τελευταία ανάλυση υπόθεση μεθοδολογίας, αφορούσε δηλαδή στη στάση που παίρνει ο άνθρωπος γενικά απέναντι στον κόσμο και στους θεούς. Και στο σημείο αυτό, όπως είδαμε, οι Απολογητές, στην προσπάθεια τους να εναρμονίσουν τον Χριστιανισμό με την ελληνική φιλοσοφία, άφησαν τον Ελληνισμό να διαπεράση τη χριστιανική στάση απέναντι στον κόσμο κατά ένα τρόπο επικίνδυνο. Το φαινόμενο αυτό το ονομάσαμε ήπιο εξελληνισμό του Χριστιανισμού. Οι Απολογητές δεν ήταν οι ίδιοι αιρετικοί - και αυτό χάρη στην εκλεκτικότητα τους. Έριξαν όμως τα σπέρματα τρομερών αιρέσεων που ταλαιπώρησαν την Εκκλησία στον 3ο και τον 4ο αι.
Ο τρόπος, με τον όποιο αντιμετώπισε ή Εκκλησία τόσο τις πρώτες αιρέσεις που εξετάσαμε όσο και αυτές που προέκυψαν αργότερα από τον "ήπιο εξελληνισμό" του Χριστιανισμού από τους Απολογητές, συνδέεται ουσιαστικά με το όλο πρόβλημα της σχέσεως Ελληνισμού και Χριστιανισμού τον 2ο αι. Παράλληλα με την κίνηση τόσο του ακραίου όσο και του ήπιου εξελληνισμού του Χριστιανισμού, για τους οποίους αναφέραμε παραπάνω, αναπτυσσόταν τον 2ο αι. και μια αντίστροφη πορεία στη σχέση Ελληνισμού και Χριστιανισμού. Ήταν η προσπάθεια του Χριστιανισμού να κατακτήση αυτός ουσιαστικά τον Ελληνισμό, να γίνη δηλαδή ένας εκχριστιανισμός του Ελληνισμού όχι στην επιφάνεια αλλά στην ουσία.
Το ενδιαφέρον στην ιστορία της εποχής που εξετάζουμε είναι ότι εκείνοι που έκαναν την πρώτη αυτή προσπάθεια εκχριστιανισμού του Ελληνισμού ήταν οι ίδιοι Έλληνες. Αυτό σημαίνει ότι ο εκχριστιανισμός αυτός δεν ήταν μια άρνηση του Ελληνισμού. Ήταν μια μεταμόρφωση, στην οποία τα βασικά ερωτήματα και ενδιαφέροντα του ελληνικού πνεύματος ικανοποιήθηκαν με απαντήσεις που δεν ήταν πια "ελληνικές". Έτσι η μεγάλη αυτή μεταμόρφωση απέδειξε ότι ο Χριστιανισμός μπόρεσε να κάνη μια βαθιά διάκριση ανάμεσα στα ερωτήματα και στις απαντήσεις του ελληνικού πολιτισμού. Γιατί υπήρχαν πραγματικά ερωτήματα όχι μόνο βέβαια διανοητικά, αλλά κυρίως υπαρξιακά που μόνον οι Έλληνες με τον τρόπο της σκέψεώς τους ήταν σε θέση να προβάλουν. Μερικά από αυτά, όπως το κοσμολογικό, το Οντολογικό κλπ. Αλλά ακριβώς το ότι τέτοια ερωτήματα και αγωνίες τυπικά, και αποκλειστικά, ελληνικές, βρήκαν ικανοποίηση σε μια κοσμοθεωρία που στη βάση της την ιουδαϊκή δεν έθετε ποτέ τέτοιου είδους ερωτήματα, αυτό ακριβώς είναι το θαύμα που επιτέλεσαν οι Έλληνες Πατέρες. Το θαύμα αυτό, που απαιτούσε δημιουργική σκέψη σπάνια, ολοκληρώθηκε βέβαια και έδειξε το μεγαλείο του τον 4ο αι., στη "χρυσή" αυτή περίοδο των Πατέρων της Εκκλησίας. Αλλά η αρχή του, χωρίς την οποία ποτέ δεν θα υπήρχε η "χρυσή" εκείνη περίοδος, βρίσκεται στον 2ο αι.
Συμπεράσματα
Ο Χριστιανισμός έκανε πλήρη χρήση του ελληνικού πολιτισμού στα μέσα της εκφράσεώς του. Πήρε από τον Ελληνισμό τη γλώσσα και τις μορφές εκφράσεως, όπως όλοι οι κάτοικοι της ελληνορωμαϊκής οικουμένης στα χρόνια αυτά, χωρίς όμως να επιδοθή στην καλλιέργεια των ελληνικών γραμμάτων. Η Ομιλητική και το κήρυγμα μόνο προς το τέλος του 2ου αι., και αυτό πολύ δειλά, αρχίζουν να καλλιεργούνται με βάση τα ελληνικά πρότυπα. Η υμνογραφία δεν παρουσιάζει και αυτή ανάπτυξη σε σημείο που να θεωρηθή συμβολή στην εξέλιξη της ελληνικής φιλολογίας. Μόνον η ελληνική πολιτική ζωή φαίνεται να έχη κάποια σχέση με την οργάνωση της Εκκλησίας. Εκείνο όμως που έχει καίρια σημασία στη σχέση Ελληνισμού και Χριστιανισμού στα χρόνια αυτά είναι η συνάντηση δύο κοσμοθεωριών και η γέννηση από τη συνάντηση αυτή ενός νέου κόσμου. Από το πρίσμα αυτό προπαντός είδαμε την ιστορική εξέλιξη του Χριστιανισμού στον χώρο του Ελληνισμού, γιατί αυτό κυρίως έκρινε και κρίνει και σήμερα ακόμη την ιστορική πορεία του Ελληνισμού.
Η συνάντηση Ελληνισμού και Χριστιανισμού στο επίπεδο της κοσμοθεωρίας δημιούργησε συγκρούσεις, αλληλοεπιδράσεις, αλλά και ιστορικής σημασίας μεταμορφώσεις τόσο στον Ελληνισμό όσο και στον Χριστιανισμό. Ο Χριστιανισμός, έχοντας τις ιστορικές καταβολές του στον Ιουδαϊσμό, έφερε μαζί του μια θεώρηση του κόσμου που επικράτησε να την λέμε βιβλική. Σύμφωνα με τη θεώρηση, αυτή ο κόσμος δεν είναι αυθυπόστατος, ούτε αυτεξήγητος. Για να τον κατανοήσης και να ζήσης σωστά σ' αυτόν, πρέπει να πας πίσω από αυτόν, να προϋποθέτης ένα ον εντελώς ελεύθερο από τον κόσμο, τον Θεό, ο οποίος δεν ερμηνεύεται από τον κόσμο, αλλά ερμηνεύει αυτός ως προϋπόθεση τον κόσμο. Τόσο ελεύθερος είναι ο Θεός αυτός από τον κόσμο, ώστε η ελευθερία Του, η θέληση και η ενέργειά Του να δημιουργούν όντα. Οτιδήποτε δηλαδή μπορεί να λεχθή ότι υπάρχει είναι αποτέλεσμα της ελευθερίας και των επεμβάσεων του ελευθέρου αυτού Όντος στον χώρο και στον χρόνο. Έτσι η βιβλική σκέψη έφθασε στο σημείο να βλέπη τα πάντα από τη σκοπιά της Ιστορίας. Το ρήμα "είναι" στη βιβλική (την εβραϊκή) γλώσσα δεν αντιστοιχεί παρά στο "δραν", "συμβαίνειν" κλπ.
Μια τέτοια νοοτροπία ήταν φυσικό να συναντήση δυσκολίες στον ελληνικό χώρο. Όχι γιατί η ελληνική σκέψη ήταν «άθεη», κάθε άλλο. Από την κλασική ακόμη εποχή οι Έλληνες καλούσαν τη φιλοσοφία τους "θεολογία", ενώ στα χρόνια που εξετάσαμε εδώ είχαν καλλιεργήσει ακόμη περισσότερο τις θεολογικές πλευρές της σκέψεώς τους. Αλλά ο θεός των Ελλήνων ήταν πάντοτε δεμένος με τον κόσμο. Ουσιαστικά δεν ήταν αυτός η προϋπόθεση που ερμηνεύει τον κόσμο, αλλά το συμπέρασμα, στο οποίο φθάνουμε εξετάζοντας τον κόσμο (Πλάτων). Και όταν ακόμη ο Θεός δημιουργή τον κόσμο από τη θέλησή του, όπως στον "Τίμαιο" του Πλάτωνος, τον δημιουργεί από ύλη πού προϋπάρχει. Είναι ήδη γνωστό πως δημιουργός σημαίνει στην ουσία διακοσμητής. Είναι αδιανόητο για τον αρχαίο Έλληνα να προϋποθέσης ένα Θεό που δεν δεσμεύεται από το Είναι. Το Είναι είναι η προϋπόθεση της δράσεως και της ελευθερίας - όχι το αντίστροφο που υποδηλώνει η βιβλική νοοτροπία. Πρώτα υπάρχεις και ύστερα δρας ελεύθερα. Η ελευθερία που αυθαιρετεί απέναντι του κόσμου και της αρμονίας του είναι ύβρις που τιμωρείται ακριβά. Αυτό διδάσκει με συνέπεια η αρχαία τραγωδία.
Το πρόβλημα λοιπόν που δημιούργησε η είσοδος του Χριστιανισμού στον χώρο του Ελληνισμού ήταν βαθύτατο. Ήταν πρόβλημα ερμηνείας. Για να καταλάβη ένας Έλληνας, σύμφωνα με όσα είπαμε παραπάνω, το κήρυγμα περί Χριστού, έπρεπε πρώτα να θέση το ερώτημα: τι είναι ο Χριστός. Για τον Ιουδαίο που γινόταν Χριστιανός τέτοιο ερώτημα ή δεν υπήρχε ή έπαιρνε την απάντησή του από την Ιστορία: ο Χριστός αντιπροσωπεύει μια ορισμένη επέμβαση και πράξη του Θεού στον Κόσμο αυτό είναι το Είναι του, δηλαδή μια θεία πράξη και συνεπώς ο Θεός ο ίδιος. Έτσι το πρόβλημα της ερμηνείας μεταβαλλόταν σε θέμα αλλαγής νοοτροπίας. Ο Έλληνας έπρεπε να μάθη να σκέπτεται ιστορικά και να ανάγη το Είναι στην ελευθερία, να αναστρέψη δηλαδή την κοσμοθεωρία του. Αλλά το πρόβλημα είχε και την αντίθετη πλευρά. Με το να θέτη το ερώτημα περί Χριστού περί κόσμου οντολογικά και όχι ιστορικά (με το να ερωτά δηλαδή τι είναι ο Χριστός ή κάποιο ον) ο Έλληνας υποχρέωνε τους κήρυκες του Χριστιανισμού να βρουν τρόπους να εκφράσουν την πίστη τους με οντολογικές κατηγορίες, χωρίς όμως να δεχθούν την ελληνική νοοτροπία, όπως την περιγράψαμε παραπάνω (χωρίς δηλαδή να δεσμεύσουν τον Θεό και την ελευθερία στην οντολογία). Εδώ ακριβώς αρχίζει η μεγάλη δυσκολία, αλλά και η μεγάλη δυνατότητα. Εδώ γεννιέται ο εκχριστιανισμένος Ελληνισμός.
Στην ιστορική αναδρομή πού κάμαμε, είδαμε τις αποτυχίες και τις επιτυχίες του Χριστιανισμού στο μεγάλο αυτό θέμα. Πολλοί χριστιανοί στοχαστές, στη συνάντηση αυτή των δύο κοσμοθεωριών, έκλιναν ολοκληρωτικά ή μερικά προς την πλευρά της ελληνικής κοσμοθεωρίας. Άλλοι όμως μετέτρεψαν τον κίνδυνο σε δυνατότητα. Παρέμειναν Έλληνες επιμένοντες να ρωτούν για το Είναι του κόσμου, του Χριστού και του Θεού· αλλά και βιβλικοί με το να ανάγουν το Είναι του κόσμου στην ελευθερία και να κρίνουν την ύπαρξη του κόσμου με το κριτήριο της Ιστορίας, και των εσχάτων. Και έτσι έγινε το θαύμα. Για πρώτη φορά στην Ιστορία ο Ελληνισμός έμαθε να ταυτίζη το Είναι με την ελευθερία και με την πράξη και να κάνη την προσωπική σχέση και την αγάπη όχι αποτέλεσμα του Είναι αλλά ταυτόσημη με αυτό. Συγχρόνως έμαθε και ο κόσμος όλος ότι οι δύο πολιτισμοί που επί αιώνες αντιμάχονταν αλλήλους, ο ΑνατολικόςΣυριακός και ο Ελληνικός, και που υποχρεώθηκαν να ζήσουν κάτω από την ίδια στέγη στις ελληνιστικές και ρωμαϊκές πραγματικότητες της Ιστορίας, μπορούσαν πια ελεύθερα και σαν αποτέλεσμα μιας βαθιάς εσωτερικής συνθετικής διεργασίας να ζουν ως ένας άνθρωπος. Το "ουκ ένι Έλλην και Ιουδαίος" που διεκήρυξε ο Παύλος δεν ήταν εύκολο να γίνη ιστορική πραγματικότητα. Σήμαινε μια βαθύτατη αλλαγή στην Ιστορία, της οποίας δημιουργοί ήταν οι Έλληνες Πατέρες. Η δημιουργική συνάντηση Ελληνισμού και Χριστιανισμού στα πρόσωπα των πρώτων Πατέρων της Εκκλησίας έκρινε έτσι οριστικά και ευεργετικά την πορεία όχι μόνο της ελληνικής αλλά και της Παγκόσμιας Ιστορίας.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται πλήρες στον Στ΄ τόμο της Ιστορίας του Ελληνικού έθνους
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)