Ανδρέα Αργυρόπουλου, Τρεις Ιεράρχες. Η επανάσταση της Πίστης και της Δράσης
Η γνωριμία μου με τον
Ανδρέα ανάγεται στα φοιτητικά μας χρόνια, τη δεκαετία του ’80 στην Αθήνα. Μια
περίοδο της νεοελληνικής ιστορίας σφραγισμένη απότην αισιόδοξη ορμή της
μεταπολίτευσης, τη μεθυστική αίσθηση ή και ψευδαίσθηση της ελευθερίας μετά την
τσιμεντένια επταετία, την αναζήτηση του αυθεντικού, το αίτημα για κοινωνική
δικαιοσύνη αλλά και την καταπιεσμένη ή ανομολόγητη λαχτάρα για ευζωία, τα
όνειρα για έναν καλύτερο κόσμο και ταυτόχρονα τη στυφή γεύση της ματαίωσης.
Το τοπίο αυτό γινόταν
ακόμη πιο σύνθετο από την παντελή απουσία αυτοκριτικής εκ μέρους της Εκκλησίας,
η οποία είχε ταυτιστεί εν πολλοίς με την πιο συντηρητική, αυταρχική και
αντιλαϊκή πτέρυγα της νεοελληνικής πραγματικότητας, σε επίπεδο κοινωνικό,
οικονομικό και πολιτικό.
Παρήγορα ξέφωτα οι απόπειρες
ανάκαμψης της ορθόδοξης θεολογίας, οι πνευματικές αναζητήσεις για κάτι που
κρυβόταν πίσω από τη θεσμική ιεραρχική ακινησία. Θετική έκπληξη η ανακάλυψη από
την ρωσική διασπορά.
Ήταν η εποχή που το
λεγόμενο κίνημα των νεορθοδόξων πάσχιζε και εν πολλοίς κατάφερε μέσα από την
τέχνη να αποενοχοποιήσει την ντόπια λαϊκή παράδοση που είχε βάναυσα κακοποιηθεί
και συκοφαντηθεί από τη χούντα. Και ήταν επίσης η εποχή όπου ανακαλύφθηκε εκ
νέου η αξία της μακραίωνης ασκητικής πνευματικότητας και του μοναχισμού, κυρίως
στην αγιορειτική κοινοβιακή του εκδοχή.
Αν και οι δρόμοι μας
μετά τη Θεολογική Σχολή Αθηνών πήραν διαφορετικές ρότες, το ίδιο μεράκι και οι
ίδιες έγνοιες μας ένωσαν με τον Ανδρέα: μια θεσμική Εκκλησία που έμοιαζε
παραδομένη στον ύπνο της αυτοδικαίωσης, στην αδιαφορία για τον καθημερινό
άνθρωπο και τις δυσκολίες του, στην αυτάρκεια και στην αυταρέσκεια. Κι ακόμη,
σε μια πολεμική για οτιδήποτε δεν ταίριαζε ή δεν υποτασσόταν στις απλοϊκές
επιταγές της νομιμοφροσύνης, πνευματικής και κοινωνικής, της ευπρέπειας, της
συμβατικής θρησκευτικότητας, μιας ευσέβειας που δύσκολα ξεχώριζε από την
φαρισαϊκή υποκρισία ή την τυπολατρία.
Τα προβλήματα αυτά, μετά
από αρκετές δεκαετίες παραμένουν σχεδόν απαράλλαχτα αν όχι και διογκωμένα σε
ένα μεγάλο μέρος τους.
Εξ ου και ο λόγος της
έκδοσης ή μάλλον εμπλουτισμένης επανέκδοσης αυτού του βιβλίου, που σύμφωνα με τα
εισαγωγικά λόγια του ίδιου τον συγγραφέα αποτελούν «κείμενα ορθόδοξης
αντιπληροφόρησης κόντρα σε ένα μοιρολατρικό βολικό και ακίνδυνο χριστιανισμό».
Ένα χριστιανισμό, θα πρόσθετα,πολιτισμικό, εθιμοτυπικό, βιβλικά αδιάφορο,
συνθηματικό, ιδεολογικοποιημένο και πνευματικά αναποτελεσματικό ή και
επικίνδυνο.
Σκοπός του βιβλίου, που
διαβάζεται τόσο γρήγορα όσο επώδυνα γράφτηκε, είναι η ανάδειξη του έργου και
της προσφοράς των Τριών Ιεραρχών στη θεολογία, στην επιστήμη και στην κοινωνία,
τα τρία πεδία που απασχολούν όχι μόνο τη σκέψη του Ανδρέα αλλά και όλο το αξιακό
σύστημα που πάσχισε να υπηρετήσει σε όλη την εργασιακή του ζωή. Ο
Ανδρέαςσυμπλήρωσε πριν από λίγα χρόνια έναν πλήρη κύκλο μεταφορικά και
κυριολεκτικά μάχιμης εκπαιδευτικής πορείας, ως καθηγητής θρησκευτικών και ως
Σύμβουλος θεολόγων Μέσης Εκπαίδευσης. Μιλώ για πορεία γιατί ξέρω ότι ο όρος
σταδιοδρομία ή ακόμη χειρότερα για καριέρα, θα του προκαλούσε εξανθήματα. Τα
εκπαιδευτικά φύλλα πορείας λοιπόν οδήγησαν τα βήματα του Ανδρέα σε μεσοαστικές
και εργατικές γειτονιές του εθνικού κέντρου· σε σχολειά μιας όμορφης, αντιφατικής
ή και «ασυνάρτητης επαρχίας» για να θυμηθούμε τον Σαββόπουλο· σε σχολικές δομές
της Βόρειας Ελλάδας που μαραζώνει μετρώντας σχολεία να κλείνουν λόγω έλλειψης
παιδιών· σε ευρωπαϊκά σχολεία που πασχίζουν να διατηρήσουν τη σχέση των παιδιών
της δεύτερης και τρίτης μεταναστευτικής γενιάς με μια πατρίδα όλο και πιο αχνή
και φευγαλέα σαν όνειρο που εξατμίζεται στο πρωινό φως. Και τέλος, στα μικρά
νησιά του Αιγαίου, που η πραγματική ομορφιά και η αισθητική πνευματικότητά τους
τρέφεται και βιώνεται κυρίως με τα μελτέμια, με τα συχνά απαγορευτικά απόπλου, με
την εκούσια και επιβεβλημένη απομόνωση και με την ασκητική ολιγάρκεια και
μοναξιά του χειμώνα.
Όλους αυτούς τους
τόπους ο Ανδρέας τους αγάπησε με την αθωότητα και τη ζωντάνια ενός παιδιού, που
ανταγωνιζόταν τους μαθητές του σε πειράγματα και αταξίες. Γιατί, εκτός από τα
βιβλία, ο Ανδρέας στις ευρύχωρες διδακτικές και μεθοδολογικές του αποσκευές πάντα
είχε θέση για το μεράκι, το χιούμορ, τον διάλογο, την ειλικρίνεια, την ανυποχώρητη
πίστη στην καλοσύνη.
Μιλώντας για τον Ανδρέα
ως δάσκαλο τον περιγράφω σαν έναν άνθρωπο ολόκληρο, με την έννοια ότι κουβαλάει
στην τάξη και εκθέτει και αποθέτει στην εκπαιδευτική πράξη ολόκληρο τον εαυτό
του. Γνωρίζει τη σύμβαση των ρόλων όμως επιδιώκει την υπέρβασή τους για χάρη
της συνάντησης και της σχέσης με τους μαθητές. Γιατί, ως θεολόγος ξέρει πως η
αξία του μαθήματός του σταθμίζεται μόνο στο αμείλικτο ζύγι της συνάντησης.Δηλαδή,
στο κατά πόσον ο λόγος, το βλέμμα, το ύφος, η στάση του σώματος, κατορθώνουν να
κεντρίσουν το ενδιαφέρον, να φωτίσουν τη σκέψη και να αγγίξουν την καρδιά ζωντανών
υπάρξεων που χτίζουν και μοιράζονται από κοινού χρόνο, χώρο, εμπιστοσύνη και
όνειρα.
Έχω την αίσθηση ότι ο
τρόπος με τον οποίο ο Ανδρέας ιδεάστηκε και κυρίως βίωσε τη θεολογική και
εκπαιδευτική του ταυτότητα σχετίζεται άμεσα με το πώς οι Τρεις Ιεράρχες άσκησαν
την ποιμαντική τους διακονία. Τι εννοώ; Ο ίδιος ο συγγραφέας σημειώνει πως οι
Τρεις Ιεράρχες «υπήρξαν ολοκληρωμένες προσωπικότητες, που δεν διακρίθηκαν μόνο
σ’ έναν τομέα αλλά σε πλειάδα πεδίων». Δηλαδή, δεν κουμπώθηκαν ούτε κρύφτηκαν
πίσω από τον θεσμικό τους ρόλο. Δεν τον εκμεταλλεύθηκαν εξουσιαστικά για να
μετατρέψουν τα μέλη του ποιμνίου σε υπηρέτες τους. Αντιθέτως, οι ίδιοι έγιναν
υπηρέτες του ποιμνίου για να το ανακουφίσουν πνευματικά, για να του
συμπαρασταθούν στην ανέχεια, στην ώρα της ασθένειας, του πένθους, της ολιγοψυχίας
και ολιγοπιστίας, της συμφοράς.
Οι ποικίλες πτυχές της
προσωπικότητας των τριών Ιεραρχών αντιστοιχούν αδρομερώς στις ενότητες του βιβλίου
που ο Ανδρέας αφιερώνει στη μνήμη τους, συστήνοντάς τους εκ νέου στο σημερινό
αναγνωστικό κοινό, ιδιαίτερα δε στους εκπαιδευτικούς θεολόγουςκαι στους
ποιμένες, εφόσον αφορμή για τη σύνταξη αυτών των κειμένων ήταν η κοινή ημέρα
μνήμης των τριών Πατέρων και προστατών των Γραμμάτων και της Παιδείας.
Ποια είναι τα
βασικότερα πεδία ενδιαφέροντος και προσφοράς των τριών Ιεραρχών, που
σχετίζονται τόσο με την ποιμαντική τους διακονία όσο και με τον σκοπό μιας
παιδείας, ικανής να καλλιεργήσει, να καταρτίσει, να προστατέψει και να
απελευθερώσει, εντέλει να εξανθρωπίσει και να θεώσει τον άνθρωπο;
Η απάντηση που δίνει ο
Ανδρέας στο ερώτημα είναι περίπου η ακόλουθη: Το πρώτο είναι η θεωρητική και επιστημονική
κατάρτιση των τριών Πατέρων. Θεολογία, φιλοσοφία, φιλολογία, ιατρική,
φυσιολογία, κοσμολογία, ρητορική, είναι γνωστικοί χώροι στους οποίους
εντρύφησαν και διακρίθηκαν οι τρεις ιεράρχες, ξεπερνώντας μάλιστα σε επιδόσεις ακόμη και πολλές από τις
κορυφές της προχριστιανικής αρχαιότητας. Θα πει κανείς, η πανεπιστημοσύνη ήταν
τότεεφικτή αν όχι εύκολη,συγκρίνοντας με τη νεωτερική και σύγχρονη
πραγματικότητα της εξειδίκευσης και του κατακερματισμού των γνώσεων. Σύμφωνοι,
μα το παράδειγμα των τριών ιεραρχών παραμένει ζωντανό και αξιομίμητο. Αν σήμερα
είναι δύσκολο να εμβαθύνει κανείς σε πολλά γνωστικά πεδία, τουλάχιστον θα
πρέπει να καλλιεργεί τον διάλογο, να ακούει με ταπείνωση τον ειδήμονα, να
βρίσκει κοινούς τόπους μαζί του, να προσφέρει τη δική του γνώση και να δέχεται
τη γνώση του άλλου. Και ο διάλογος είναι ένας καρπός που όπως γνωρίζουμε δεν
ευδοκιμεί πάντα ή έστω όσο θα έπρεπε ούτε στην σχολική αίθουσα ούτε στον
άμβωνα.
Στο πλαίσιο της
«ορθόδοξης αντιπληροφόρησης», που επιδιώκει ο Ανδρέας με το υπό παρουσίαση
βιβλίο, θυμίζω ότι συχνά όχι μόνο οι θεολόγοι στα σχολεία αλλά και οι κληρικοί
και ιεράρχες θεωρούμε εαυτούς απόλυτους και αποκλειστικούς κατόχους της
αλήθειας -και όχι μόνο της αποκεκαλυμμένης. Με ευκολία αρνούμαστε, αμφισβητούμε,
κατακεραυνώνουμε ή και απαξιώνουμε ανοιχτά επιστημονικές θέσεις που αφορούν όχι
μόνο εξειδικευμένες πτυχές της φυσικής επιστήμης αλλά και την καθημερινότητα
του ανθρώπου και την κοινωνική του συμβίωση. Παραπάνω από δεκαπέντε αιώνες μετά
την ιστορική παρουσία των τριών ιεραρχών η πρόσφατηπανδημία αποκάλυψε τη
γνωσιομαχία που φωλιάζει σε χριστιανικά περιβάλλοντα αγκαλιασμένη με την πιο
ακατέργαστη θρησκευτικότητα, που ακυρώνει τον λόγο, τη λογική και την ελευθερία
του ανθρώπου, δηλαδή τα βασικά συστατικά της συγγένειάς του με τον Δημιουργό.
Ένα άλλο πεδίο είναι η
κοινωνική έγνοια. Ο Ανδρέας μας θυμίζει τη Βασιλειάδα του επισκόπου Καισαρείας,
που αποτέλεσε ένα μακρινό πρόδρομο της κρατικής πρόνοιας για την ανακούφιση των
ασθενών, των ορφανών, των πτωχών και κάθε λογής αποκλεισμένων. Μας θυμίζει τον
ακαταπόνητο Χρυσόστομο που κατήγγειλε με προφητική παρρησία τη δαιμονική
προέλευση της ιδιοκτησίας και του πλούτου, την πλεονεξία και την έλλειψη αγάπης που
εδραιώνουν την κοινωνική αδικία με τη συνδρομή της κρατικής αδιαφορίας, τον
αμοραλισμό των ισχυρών και αυτής ακόμη της νομοθεσίας. Μας θυμίζει τη
ριζοσπαστική και πρωτοποριακή για την εποχή κριτική στάση του Γρηγορίου του
Θεολόγου απέναντι σε ένα νομικό καθεστώς που εργαλειοποιούσε και καταπίεζε τη
γυναίκα, εξαιτίας του φύλου της.
Εδώ, δεν μπορούμε να μη
φέρουμε στο νου μας τη σύγχυση ή τη σκόπιμη παραπλάνηση που χαρακτηρίζει τη
ποιμαντική θεωρία και πράξη. Η οποία στο όνομα τάχα της άσκησης, της προσευχής
και της εσωτερικής κάθαρσης αγνοεί εντελώς αν δεν λοιδωρεί ως τάχα «ξενόφερτη»
και «άχρηστη» την έμπρακτη διακονία για τον αναγκεμένο διπλανό. Ωσάν η φροντίδα
στον ασθενή, η επίσκεψη στον φυλακισμένο, η μοιρασιά του ψωμιού με τον φτωχό να
μην είναι ζωντανή προσευχή, χειρονομία αγάπης και ασπασμός του ματωμένου σώματος
του Εσταυρωμένου.
Η ίδια ποιμαντική
θεωρία και πράξη συχνά λησμονεί τη βιβλική ταύτιση του πλούτου με τον άρχοντα
του σκότους. Και για ευνόητους λόγους, λόγους βαθύτατα ιδιοτελείς, αμνηστεύει
τη συσσώρευση πλούτου και επιδιώκει τη συναναστροφή με τους ισχυρούς του κόσμου
τούτου, τους οποίους μάλιστατιμά και αναγορεύει σε ευεργέτες, ακόμη κι όταν ο
πλούτος τους είναι προϊόν ανομίας και αδικίας.Μεγαλύτερη απορία προκαλεί και ο
θαυμασμός και η έλξη που νιώθει ο μοναχισμός απέναντι στην πολιτική, οικονομική
και κοινωνική ισχύ και τους εκπροσώπους της. Είναι ένα φαινόμενο εξαιρετικά
αντιφατικό αν όχι εντελώς ακατανόητο για ανθρώπους που έχουν αποτάξει με τη
θέλησή τους τα επίγεια για χάρη των εσχάτων, που δεσμεύθηκαν να ζουν σαν
πεθαμένοι όντας ακόμη ζωντανοί.
Μια τελευταία αναφορά,
αξίζει, κατά τη γνώμη μου, στην ιδιαίτερη σχέση των τριών Ιεραρχών με την
ελληνική παιδεία. Εξάλλου, η συνάντηση μεταξύ Χριστιανισμού και ελληνισμού, οφείλεται
εν πολλοίς στη δική τους συμβολή.
Είναι γνωστό πως ο όρος
Έλληνας και όλα τα παράγωγά του, στην εποχή των Πατέρων και κατά τη διάρκεια
ολόκληρης της βυζαντινής αυτοκρατορίας είχε ένα εντελώς αρνητικό περιεχόμενο
που διατηρήθηκε σε ορισμένα περιβάλλοντα και αργότερα, στους μεταβυζαντινούς
χρόνους, ως αντίπαλος του όρου ρωμηός. «Έλληνας»στα χρόνια των Πατέρων ήταν ο «εθνικός»,
ο «ειδωλολάτρης», και καθετίτο «ελληνικό» ήταν στιγματισμένο με αυτή την
αρνητική σημασία. Πρώτα οι ομολογητές και έπειτα και κυρίως οι Πατέρες ήταν
αυτοί που με τον τρόπο και τη σοφία τους προσπάθησαν να συμφιλιώσουν τους χριστιανούς
με τα σύμβολα, τις έννοιες, την τέχνη της αρχαιότητας, βαπτίζοντάς τα όλα στο
φως του Χριστού.
Σήμερα, η ελλαδική και
ελληνόφωνη ορθοδοξία αποτελείένα σκανδαλώδες φαινόμενο. Είμαστε ίσως η μόνη εκκλησία και χριστιανική
κοινότητα στον πλανήτη που δεν χρησιμοποιεί στη λατρεία της αλλά και στην
ποιμαντική της πράξη την καθομιλουμένη. Ακόμη και η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία,
που είχε μάλιστα υποστηρίξει κάποτε το δόγμα των τριών ιερών γλωσσών (εβραϊκά,
ελληνικά και λατινικά), από τη Β΄ Βατικανή Σύνοδο, δηλαδή από τη μακρινή πια
δεκαετία του ’60 αναγνώρισε το δικαίωμα σε όλες τις επισκοπές και ενορίες της ανά τον
κόσμο, να χρησιμοποιούν τη γλώσσα του κάθε λαού.
Κι εμείς, αγκυλωμένοι
σε ένα είδος πολιτισμικής και γλωσσικής ειδωλολατρίας στερούμε από τον μη
μορφωμένο ποίμνιο και κυρίως τις νέες γενιές τη δυνατότητα να ακούσουν τον λόγο
του Θεού στη γλώσσα που κεντρίζει τη νόηση και δονεί το αίσθημά τους.
Ήδη μακρηγόρησα και σας
ζητώ συγγνώμη.Κλείνω, ευχαριστώντας τον Ανδρέα για τη φιλία του και με την ευχή
να μας χαρίσει και άλλους αναγνώσιμους καρπούς της αγωνίας και της έγνοιας του
για την Εκκλησία και την παιδεία.
Παναγιώτης Αρ. Υφαντής
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου