Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ-ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ-ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2021

Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών:ΙΩΑΝΝΑ ΔΡΑΚΩΝΑΚΗ-ΚΡΗΤΣΩΤΑΚΗ

 Μόλις σήμερα το βρήκα στο διαδίκτυο αναρτημένο στη σελίδα του Ιερού Ναού Ευαγγελισμού της Θεοτόκου του Αγίου Νικολάου Κρήτης.Πρόκειται για μία προ ετών βιβλιοπαρουσίαση του μικρού μας πονήματος .Πολλές ευχαριστίες στην αγαπητή συνάδελφο.


   3 ierarxesΗ Ορθόδοξη Θεολογία μπορεί να αρθρώσει λόγο για την οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα μας; Μπορεί να έχει άποψη και, άρα, πρόταση για μια καλύτερη Παιδεία; Μπορεί να διατυπώσει γνώμη για τον ξένο, τον αλλοδαπό, τον μετανάστη; Σε κάποιους – ίσως στους περισσότερους – τα ερωτήματα αυτά μπορεί να μοιάζουν παράταιρα σε μια θεολογική και, άρα, πνευματική θεώρηση των πραγμάτων, ωστόσο, η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική. Η Ορθόδοξη Θεολογία, όχι μόνο έχει θέση και άποψη για τα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα (ανισότητα, εκμετάλλευση) και προτάσεις που θα έδιδαν λύσεις σε «καυτά» θέματα της επικαιρότητας (φτώχεια, πείνα), αλλά, θα μπορούσε να πει κανείς, ότι οι θέσεις αυτές είναι και επαναστατικές! Παραμονές της μεγάλης γιορτής των Προστατών της Παιδείας και των Γραμμάτων μας, Τριών Ιεραρχών, ο Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων της περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, αγαπητός φίλος και εκλεκτός συνάδελφος Ανδρέας Αργυρόπουλος, θεολογώντας πέρα από τα στερεότυπα περί των ελληνοχριστιανικών ιδεών που συνήθως αναπαράγονται αυτές τις μέρες εν είδει αφιερώματος στην μνήμη των Τριών Ιεραρχών, με λόγο μεστό που προσαρμόζει το δυναμικό λόγο της Θεολογίας στις υπαρξιακές ανάγκες του μετανεωτερικού ανθρώπου, έρχεται να επιβεβαιώσει ότι η ζωή και η πρόταση ζωής που εξάγεται από το έργο των Τριών Ιεραρχών περικλείει ένα μήνυμα άκρως επίκαιρο και τα μάλα επαναστατικό! Σ’ ένα καλαίσθητο βιβλιαράκι που κυκλοφόρησε προσφάτως με τίτλο «Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών», ο συγγραφέας, εκπρόσωπος μιας νέας γενιάς θεολόγων και διανοητών, αναδεικνύει με τρόπο γλαφυρό τον επαναστατικό, πράγματι, λόγο των τριών κορυφαίων διδασκάλων και αγίων της Εκκλησίας μας. Ένα λόγο o οποίος contra στη συμβατική θρησκευτικότητα της εποχής μπορεί, εκφράζοντας τη χριστιανική αυθεντικότητα, να προτείνει λύσεις και να δώσει κατευθύνσεις που θα γεμίσουν ελπίδα τον σύγχρονο άνθρωπο και θα τον απελευθερώσουν από τα δεσμά της σημερινής υποκρισίας η οποία είναι απότοκη ενός βολικού και, άρα, ακίνδυνου χριστιανισμού. Οι Τρείς Ιεράρχες δεν μπορούν να συμβιβασθούν με την υποκρισία των βολεμένων χριστιανών, υπογραμμίζει ο Ανδρέας Αργυρόπουλος, παραπέμποντάς μας στο Μεγάλο Βασίλειο: «Ξέρω πολλούς», λέει ο Μ. Βασίλειος, «που νηστεύουν και προσεύχονται και στενάζουν, επιδεικνύοντας κάθε λογής αδάπανη ευσέβεια. Ενώ ούτε έναν οβολό δεν δίνουν στους θλιβομένους. Τι κέρδος έχουν από την υπόλοιπη αρετή τους; Γι’ αυτούς η βασιλεία των ουρανών είναι κλειστή…». Ενώ μας παραπέμπει και στον επίσης καυστικό λόγο του Γρηγορίου του Θεολόγου, τον λέγοντα: «Μη τεντώνεις τα χέρια σου στον ουρανό αλλά στα χέρια των φτωχών. Αν εκτείνεις τα χέρια σου στα χέρια των φτωχών έπιασες την κορυφή του ουρανού…». Στο βιβλίο γίνεται αναφορά για τις ριζοσπαστικές θέσεις των Τριών Ιεραρχών σε κοινωνικά θέματα, όπως π.χ. για τη θέση των Μ. Βασιλείου και Ιωάννη Χρυσοστόμου οι οποίοι θεωρούν ότι η κοινοκτημοσύνη είναι η λύση του κοινωνικού προβλήματος και προτείνουν την πρωτοχριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων, όπου όλα ήταν κοινά, σαν πρότυπο για μια δίκαιη οργάνωση των χριστιανικών κοινωνιών. Παράλληλα, ο συγγραφέας μαζί με τις πολλές άλλες αναφορές σε έργα τους, επικαλείται την άποψη του μεγαλύτερου ρώσου διανοητή του 20ου αιώνα, του Νικόλα Μπερντιάεφ, ο οποίος αναφέρει ότι στον Μ. Βασίλειο, όπως και στον Ιωάννη τον Χρυσόστομο η κοινωνική αδικία, δημιούργημα της κακής διανομής του πλούτου, κριτικάρεται με μια δριμύτητα που θα έκανε τον Προυντόν και τον Κάρλ Μάρξ να χλομιάσουν… Για τις κοινωνικές ανισότητες μιλάει και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Δεν αποτελούν», λέει, «θέλημα Θεού» και εξηγεί: «O Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο ελεύθερο… Με την πτώση θρυμματίσθηκε η αρχική ενότητα και ισοτιμία μεταξύ των ανθρώπων, οι θρασύτεροι με τη βοήθεια του πολιτικού νόμου, τον οποίο κατέστησαν όργανο καταδυναστεύσεως, επιβλήθηκαν στους ασθενέστερους και έτσι οι άνθρωποι χωρίσθηκαν σε πλούσιους και φτωχούς, ελεύθερους και δούλους και σε πολλές άλλες κατηγορίες. Εμείς, όμως, σαν χριστιανοί οφείλουμε να αποβλέπουμε και να τείνουμε στην αρχική ενότητα και όχι στη κατοπινή διαίρεση, στο νόμο του Θεού και όχι στο νόμο του ισχυρού». Χωριστή ενότητα για την θετική στάση των Τριών Ιεραρχών απέναντι στη ανθρωπιστική διάσταση της Παιδείας, ακόμη και στην έγνοια τους για τον σωστό σχολικό επαγγελματικό προσανατολισμό των νέων, αφιερώνει ο συγγραφέας, προτείνοντας επιτακτικά αλλαγή πλεύσης από το σημερινό χρησιμοθηρικό εκπαιδευτικό σύστημα που καταδυναστεύει τους νέους. Η σειρά των άρθρων ολοκληρώνεται με ένα παλαιότερο δημοσίευμα του Ανδρέα Αργυρόπουλου αναφορικά με τις θέσεις των Τριών Ιεραρχών για την ειρήνη και τον πόλεμο, όπου τονίζεται ότι προϋπόθεση για την επικράτηση της ειρήνης στις σχέσεις των ανθρώπων είναι η αγάπη, όχι σαν θεωρητικολογία, αλλά ως στάση ζωής. Η ειρήνη, αν μένει μόνο στα λόγια, λέει ο Μ. Βασίλειος, καταντάει κοροϊδία. Το βιβλίο προλογίζει ο Δρ. Θεολογίας και αρχισυντάκτης του περιοδικού «Σύναξη», Θανάσης Παπαθανασίου, επισημαίνοντας κι’ αυτός από τη πλευρά του, ότι επειδή μια θεολογία άπραγη δεν έχει νόημα, αν δούμε τους Τρεις Ιεράρχες σαν είδωλα, ή σαν γκουρού, τότε τους χάσαμε…  
ΙΩΑΝΝΑ ΔΡΑΚΩΝΑΚΗ-ΚΡΗΤΣΩΤΑΚΗ


https://www.evaggelistria.gr/homepage/%CF%84%CE%BF-%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%BC%CE%AE%CE%BD%CF%85%CE%BC%CE%B1-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CF%84%CF%81%CE%B9%CF%8E%CE%BD-%CE%B9%CE%B5%CF%81%CE%B1/

Παρασκευή 15 Ιουλίου 2016

Η πολιτική δράση χριστιανών τη περίοδο της επιβολής της δικτατορίας στην Ελλάδα



Το βιβλίο του θεολόγου Ανδρέα Αργυρόπουλου αποδεικνύει κι αναδεικνύει περίτρανα, ότι την σκοτεινή περίοδο της δικτατορίας, υπήρχαν χριστιανοί, που αντιστάθηκαν σθεναρά, απολύθηκαν από την μόνιμη εργασία τους, διώχθηκαν, βασανίστηκαν, εξορίστηκαν στην Γυάρο.
Συγγραφέας του βιβλίου είναι ο θεολόγος καθηγητής Ανδρέας Αργυρόπουλος, που σημειώνει στον πρόλογό του: «Η χρεωκοπία των ιδεολογιών και η αποτυχία των κοινωνικών πολιτικών συστημάτων να δώσουν λύση στα κοινωνικά προβλήματα προκάλεσαν την στροφή των ανθρώπων στην μεταφυσική, παραμερίζοντας το ενδιαφέρον τους για την πολιτική και τις όποιες κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις.
Έτσι, μεγάλο κομμάτι του κόσμου στρέφεται στην παραθρησκεία, στις αιρέσεις, καθώς επίσης και στην Ορθοδοξία. Αρκετοί θριαμβολογούν μιλώντας για τη νίκη της πίστεως κατά της αθεΐας κάνοντας ταυτόχρονα μνεία στην κατάρρευση του ¨υπαρκτού¨ σοσιαλισμού. Δεν έχουν αντιληφθεί όμως ότι πολλοί από τους επανακάμψαντες στην Εκκλησία εκλαμβάνουν τον Χριστιανισμό σαν θρησκευτικό μέγεθος με πνευματικές ή ακόμη και μαγικές προεκτάσεις. Τα όρια της δεισιδαιμονίας, των προλήψεων και της αληθινής πίστης, στις μέρες μας είναι δυσδιάκριτα.
Ο χώρος της εκκλησίας για αρκετούς είναι χώρος περισσότερο ψυχολογικής ασφάλειας και λιγότερο αγαπητικών σχέσεων. Ηθελημένα αγνοείται από πολλούς ο ιστορικός και κοινωνικός χαρακτήρας της Εκκλησίας και η παρουσία και ο ρόλος των χριστιανών σε κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες από παλαιότερα μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Όποιος αναφέρεται σε τέτοια ζητήματα θεωρείται ¨εκτός εποχής¨, γίνεται αντικείμενο σαρκασμού και περιφρόνησης. Σ' αυτό, όπως προείπαμε, βοηθάει και η σημερινή συγκυρία. Όμως τέτοιες αντιλήψεις υπήρχαν δυστυχώς πάντοτε.
Το συγκεκριμένο θέμα δεν επιλέχθηκε τυχαία, αλλά στο πλαίσιο των παραπάνω διαπιστώσεων. Αποτελεί μια απόπειρα διερεύνησης του ερωτήματος για τη σχέση μεταξύ Ορθοδόξου τρόπου ζωής και Πολιτικής, για τη σχέση μεταξύ Χριστιανισμού και Πολιτικής. Η επιλογή του έγινε από μια πλειάδα θεμάτων, που αφορούν την δραστηριοποίηση των χριστιανών σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Τέτοια δραστηριοποίηση συναντάμε από τότε που η Εκκλησία εισέρχεται στο κεντρικό ιστορικό προσκήνιο.
Παράδειγμα αποτελεί η κοινωνικοπολιτική δραστηριότητα πολλών Πατέρων της Εκκλησίας. Στον αιώνα μας γνωστή είναι η κριτική που άσκησαν χριστιανοί διανοούμενοι τόσο στον Μαρξισμό όσο και στον Καπιταλισμό, προβάλλοντας παράλληλα τις προϋποθέσεις για τη θεμελίωση μιας χριστιανικής κοινωνίας. Επίσης, ενώ είναι γνωστή η συνοδοιπορία πολλών χριστιανικών δυνάμεων με την άνοδο του Φασισμού και του Ναζισμού, υπάρχει περιορισμένη πληροφόρηση, δυστυχώς, για τους Χριστιανούς εκείνους, λαϊκούς και κληρικούς, στα μέσα του αιώνα που αντιστάθηκαν σ' αυτά τα καθεστώτα με τίμημα ακόμη και την ίδια τη ζωή τους. Λίγο γνωστή είναι επίσης και η συμμετοχή Χριστιανών στις παγκόσμιες κινητοποιήσεις του Μάη του 1968.
Η περίπτωση όμως της πολιτικής Θεολογίας σ' όλες τις μορφές της, όπως η λεγόμενη Θεολογία της Απελευθέρωσης, η Μαύρη Θεολογία, η Θεολογία της Επανάστασης, κλπ. είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό θέμα κοινωνικοπολιτικής παρέμβασης Χριστιανών που απασχόλησε τον αιώνα μας. Οι συνθήκες που επικράτησαν την τελευταία τριακονταετία στη Βόρεια και Νότια Αμερική, στην Ανατολική Ασία και Νότια Αφρική (ρατσισμός, στρατιωτικές δικτατορίες, φτώχεια, εξαθλίωση, τρομοκρατία από ακροδεξιές παραστρατιωτικές οργανώσεις, κλπ.) δεν οδήγησαν απλά στη θεωρητική διαμόρφωση των ρευμάτων της Πολιτικής Θεολογίας, αλλά είχαν και ως συνέπεια στην πράξη το μαρτυρικό θάνατο πολλών αγωνιστών Χριστιανών από τις τάξεις λαού και κλήρου.
Σε ένα τελείως διαφορετικό πλαίσιο μπορούμε να διαπιστώσουμε απόπειρες ενός κριτικού πολιτικού λόγου και στοιχειώδους άρθρωσης ενός πολιτικού προτάγματος στις αγωνιστικές μορφές του Μακρυγιάννη, του Απόστολου Μακράκη για την ελληνική κοινωνία του 19ου αι. ή κατόπιν του Μαρίνου Αντύπα.
Όσο κι αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τις προθέσεις ή το τελικό αποτέλεσμα, τα πρόσωπα αυτά προσπάθησαν σε μια κριτική προοπτική να συγκεκριμενοποιήσουν μια χριστιανική κοινωνική πράξη. Περαιτέρω, πρέπει κανείς να αναφέρει τη συμμετοχή των μελών της Εκκλησίας στην Εθνική Αντίσταση, τους επίσκόπους Ηλείας Αντώνιο, Σάμου Ειρηναίο και Κοζάνης Ιωακείμ και τον ηγούμενο αντάρτη αρχιμανδρίτη Γερμανό Δημάκο - γνωστό και ως π. Ανυπόμονο - κατά την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης
Στη συνάφεια αυτή ανήκουν, όσον αφορά τον αντιδικτατορικό αγώνα, και οι πολιτικοποιημένοι χριστιανοί - μέλη κυρίως της ¨Χριστιανικής Δημοκρατίας¨ (Χ.Δ.) με πρόεδρο το Νίκο Ψαρουδάκη κατά τη διάρκεια της επταετίας (1967-1974) - τη στιγμή μάλιστα που το σύνολο σχεδόν της Διοίκησης της Εκκλησίας και των θρησκευτικών οργανώσεων είχαν ταυτιστεί ολοκληρωτικά με το δικτατορικό καθεστώς…»
Κεντρικό θέμα του βιβλίου είναι η έρευνα και παρουσίαση της δράσης των πολιτικοποιημένων χριστιανών ενάντια στο καθεστώς της επταετούς δικτατορίας. Το όλο ζήτημα συνιστά μια ειδικότερη πτυχή του ερωτήματος για τη σχέση Ορθοδοξίας και Πολιτικής, δηλαδή της σχέσης της Εκκλησίας μ' ένα δικτατορικό καθεστώς που παρουσιάστηκε περιβεβλημένο και με χριστιανικό ένδυμα.
Το βιβλίο έχει 154 σελίδες και χωρίζεται σε πέντε κεφάλαια. Στο πρώτο κεφάλαιο «Εκκλησία, οργανώσεις και έντυπα κατά τη δικτατορία», γίνεται μια παρουσίαση της στάσης της Διοίκησης της Εκκλησίας αλλά και των θρησκευτικών οργανώσεων κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Όπως σημειώνει ο συγγραφέας στην εισαγωγή, αυτό κρίθηκε απαραίτητο προκειμένου να βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση του εκκλησιαστικού κλίματος της εποχής, αλλά και του εκκλησιαστικού περιβάλλοντος, παρά την ύπαρξη του οποίου οι Χριστιανοσοσιαλιστές επέλεξαν να αντιταχθούν στη δικτατορία.
Στο δεύτερο κεφάλαιο « Η πρώτη φάση του αντιδικτατορικού αγώνα των πολιτικοποιημένων χριστιανών», παρουσιάζονται οι απέλπιδες προσπάθειες του Νίκου Ψαρουδάκη, αλλά και άλλων στελεχών του κινήματος, προκειμένου να ευαισθητοποιήσουν τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο αλλά και άλλους Ιεράρχες για όσα συμβαίνουν και να τους θέσουν προ των ευθυνών τους, απόπειρα που απέτυχε. Επίσης, αναφέρεται η αντίθεση του Ν. Ψαρουδάκη και της Χ.Δ. στο Σύνταγμα που πρότεινε η Δικτατορία. Στο τρίτο και τέταρτο κεφάλαιο, «Δεύτερη φάση της αντιδικτατορικής δράσης των χριστιανών: Ιανουάριος 1970 - Μάρτιος 1972» και «Τρίτη φάση του αντιδικτατορικού αγώνα - η τελική ρήξη και ο καταλυτικός ρόλος της ¨ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ¨», γίνεται η παρουσίαση των αγώνων και της δράσης των ελλήνων Χριστιανοκοινωνιστών καθώς και των διώξεων που υπέστησαν.
Την εποχή αυτή αρχίζει να εκδηλώνεται στο θεολογικό χώρο της πατρίδας μας μια πρώτη αποδοχή των θέσεων της Χ.Δ. Παράλληλα, υπάρχει έντονο ενδιαφέρον για τη θεολογικοπολιτική παρουσία του Κινήματος από ομάδες, κινήσεις και προσωπικότητες του εξωτερικού, που ανήκουν σε όλα τα χριστιανικά δόγματα. Το πέμπτο κεφάλαιο, «Τέταρτη φάση του αντιδικτατορικού αγώνα των πολιτικοποιημένων χριστιανών - ο Ψαρουδάκης στη Γυάρο - πτώσης της Δικτατορίας», αναφέρεται στην οριστική ρήξη της Χ.Δ. με το καθεστώς. Η εφημερίδα ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ κλείνει και ο ηγέτης του Κινήματος Νίκος Ψαρουδάκης φυλακίζεται και εξορίζεται στη Γυάρο.


Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

Η Εκκλησία δεν είναι κλειστό club πριμοδοτούμενης ευτυχίας

   απόσπασμα της εισήγησης του Ανδρέα Αργυρόπουλου στην παρουσίαση του βιβλίου του π.Χαραλάμπους Παπαδόπουλου ,"Όλα είναι δρόμος" στη Θεσσαλονίκη.(13 Ιούνη 2014)






 ...Ο π. Χαράλαμπος εκπροσωπεί το κομμάτι εκείνο της Εκκλησίας και της θεολογίας που δε ζει στην κοσμάρα του ,στη γυάλα του, αλλά μέσα στη κοινωνία. Δεν του πάει η αυτοδικαίωση της καμαρίλας ,ο θαυμασμός των «ημετέρων». Πνίγεται. Αγωνιά για την πορεία του κόσμου, διαλέγεται χωρίς να εκκοσμικεύεται .
Με τα βιβλία του ο π. Χαράλαμπος μας θυμίζει ότι η Εκκλησία δεν είναι κλειστό club πριμοδοτούμενης ευτυχίας από ένα Θεό –μεταπράτη(όπως τον ονομάζει) που ασχολείται να ικανοποιεί τις επιθυμίες των βολεμένων πιστών –πελατών. Ένα Θεό –μιζαδόρο που του «χώνουμε» καμιά νηστεία ,κανένα εκκλησιασμό, κανένα τάμα και αυτός "καθαρίζει για πάρτη μας"όπως λένε οι νεότεροι. Ένα Θεό-ανταποδότη που εφ’όσον τηρούμε τις «εντολές» του θα δίνει λύσεις σε όλα μας τα προβλήματα χωρίς να απαιτείται εμείς να αναλάβουμε τις ευθύνες μας ,να προσπαθήσουμε, να ρισκάρουμε , να πονέσουμε, να αγωνιστούμε. Ανάσταση χωρίς Σταύρωση δεν υπάρχει .Ο Θεός μας νοιάζεται για όλες και όλους το ίδιο. Δεν έχει «δικούς» του, είναι Πατέρας όλων.
 Για το  συγγραφέα μας οι σταυρωμένοι του κόσμου ενδιαφέρουν το Χριστό. Οι  ήρωες  του πρώτου βιβλίου είναι χαρακτηριστικές  περιπτώσεις. Ο «τρελός» η  τραγουδιάρα , ο παπά- σύντροφος, οι αναρχικοί έξω από τις φυλακές, ο Κινέζος, ο Νίκος με το Βασίλη στο πορνείο,(εκπληκτική ιστορία αγάπης αληθινής, όχι αγαπολογίας της πλάκας) η μικροπαντρεμένη κοπελιά με το φιλί της Ανάστασης…
 Ο π. Χαράλαμπος γυρνάει την πλάτη στην κακομοιριά του ηθικιστικού καθωσπρεπισμού, και στη «δηθενίλα» των ατσαλάκωτων χριστιανών. Η πορεία προς το Θεό έχει νόημα όταν υπάρχουν αυθεντικές σχέσεις, όχι  βιτρίνα, μάσκες και προσωπεία. Η αληθινή ζωή απαιτεί να ξεφύγουμε όπως όμορφα γράφει « από τον απαίσιο ρόλο ,εκείνο του «ενάρετου» ανθρώπου». Το παιχνίδι με τις μάσκες στο οποίο καταφεύγουμε ενίοτε έχει να κάνει με το φόβο μας απέναντι στο μεγαλύτερο δώρο του Δημιουργού μας ,την ελευθερία. Όσες μάσκες και να αλλάξεις δε θα λυτρωθείς, θα συνεχίζεις να αγκαλιάζεις μια σκιά γιατί θα φοβάσαι να αγκαλιάσεις ένα πρόσωπο. Το τραγουδάκι από τις Τρύπες είναι σαφές: 
« Πριν λυτρωθείς απ' τα δάκρυα που πνίγεις
Πριν σε προδώσει η μυρωδιά της φωτιάς

Πριν τυλιχτείς στις αλυσίδες της θλίψης
Πριν αρνηθείς τις μαχαιριές της χαράς

Πριν σε τρομάξει το τραγούδι και φύγεις
Προτού χαθείς στην αγκαλιά μιας σκιάς

Φανέρωσέ μου τη μάσκα που κρύβεις
κάτω απ' τη μάσκα που φοράς»

Στην πορεία προς το Χριστό δεν υπάρχουν συνταγές, έτοιμες λύσεις ή πακέτα αρετών που θα οδηγήσουν σε ασφαλή κατάληξη. Είναι πορεία ελευθερίας, με την ομορφιά της και την τραγικότητά της. Για να πορευτείς πρέπει να έχεις ταπείνωση. Η ταπείνωση δεν είναι χριστιανική εκδοχή της κακομοιριάς ούτε η συντριβή της προσωπικότητας. 
Είναι στάση ζωής..απλότητα, καταδεκτικότητα,ομορφιά,κατανόηση,πληρότητα.   Χωρίς ταπείνωση δε φτάνεις στην πίστη που λυτρώνει. Στην πίστη που είναι σχέση και πρόταση ζωής  που σε γεμίζει χαρά. Ο π. Χαράλαμπος  μέσα στα άλλα μας θυμίζει το πλέον ξεχασμένο από τους σύγχρονους χριστιανούς πολλοί εκ των οποίων «αναπαύονται»σε έναν απάνθρωπο νομικισμό, σε μια all weather μιζερίλα που διανθίζεται με μπόλικη συνομωσιολογία,σε ένα   ηθικισμό -γάντι για τρομαγμένα ανθρωπάκια.Χριστιανισμός χωρίς χαρά δεν υπάρχει. Αν ξεφυλλίσουμε λίγο την Παλαιά αλλά κυρίως την Καινή Διαθήκη τις οποίες έχουμε ως Ορθόδοξοι ξεχάσει στα ράφια των βιβλιοθηκών μας θα ανακαλύψουμε ότι η εν Χριστώ χαρά υπάρχει παντού. Μόνο ο Απόστολος Παύλος αναφέρεται στη χαρά περισσότερες από πενήντα φορές. «Ένας άνθρωπος χαριτωμένος»,γράφει ένας εκ των αγαπημένων μας πανεπιστημιακών δασκάλων, ο Γιώργος Πατρώνος «δε μπορεί παρά να είναι ένας άνθρωπος χαρούμενος.Η προσωπική του ιστορία και ζωή θα είναι έκφραση της ιστορίας και της ζωής της Εκκλησίας.Η σωτηρία της Εκκλησίας γίνεται σωτηρία και χαρά του ανθρώπου.»Αυτή τη χαρά πρέπει να ξαναβρούμε, φίλες και φίλοι. 
Κατά το Σμέμαν: «Χωρίς τη διακήρυξη της χαράς ο Χριστιανισμός είναι ακατανόητος. Μονάχα ως χαρά η Εκκλησία θριάμβεψε στον κόσμο και έχασε τον κόσμο όταν έχασε τη χαρά,όταν έπαψε να μαρτυράει τη χαρά.»


Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Χάρη Ανδρεόπουλου:για "Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών"




Η Ορθόδοξη Θεολογία μπορεί να αρθρώσει λόγο για την οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα μας; Μπορεί να έχει άποψη και, άρα, πρόταση για μια καλύτερη Παιδεία; Μπορεί να διατυπώσει γνώμη για τον ξένο, τον αλλοδαπό, τον μετανάστη; Σε κάποιους – ίσως στους περισσότερους - τα ερωτήματα αυτά μπορεί να μοιάζουν παράταιρα σε μια θεολογική και, άρα, πνευματική θεώρηση των πραγμάτων, ωστόσο, η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική. Η Ορθόδοξη Θεολογία, όχι μόνο έχει θέση και άποψη για τα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα (ανισότητα, εκμετάλλευση) και προτάσεις που θα έδιδαν λύσεις σε «καυτά» θέματα της επικαιρότητας (φτώχεια, πείνα), αλλά, θα μπορούσε να πεί κανείς, ότι οι θέσεις αυτές είναι και επαναστατικές!

Παραμονές της μεγάλης γιορτής των Προστατών της Παιδείας και των Γραμμάτων μας, Τριών Ιεραρχών, ο Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων της περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, αγαπητός φίλος και εκλεκτός συνάδελφος Ανδρέας Αργυρόπουλος, θεολογώντας πέρα από τα στερεότυπα περί των ελληνοχριστιανικών ιδεών που συνήθως αναπαράγονται αυτές τις μέρες εν είδει αφιερώματος στην μνήμη των Τριών Ιεραρχών, με λόγο μεστό που προσαρμόζει το δυναμικό λόγο της Θεολογίας στις υπαρξιακές ανάγκες του μετανεωτερικού ανθρώπου, έρχεται να επιβεβαιώσει ότι η ζωή και η πρόταση ζωής που εξάγεται από το έργο των Τριών Ιεραρχών περικλείει ένα μήνυμα άκρως επίκαιρο και τα μάλα επανασταστικό! 

Σ’ ένα καλαίσθητο βιβλιαράκι που κυκλοφόρησε προσφάτως με τίτλο «Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών», ο συγγραφέας, εκπρόσωπος μιας νέας γενιάς θεολόγων και διανοητών, αναδεικνύει με τρόπο γλαφυρό τον επαναστατικό, πράγματι, λόγο των τριών κορυφαίων διδασκάλων και αγίων της Εκκλησίας μας. Ενα λόγο o οποίος contra στη συμβατική θρησκευτικότητα της εποχής μπορεί, εκφράζοντας τη χριστιανική αυθεντικότητα, να προτείνει λύσεις και να δώσει κατευθύνσεις που θα γεμίσουν ελπίδα τον σύγχρονο άνθρωπο και θα τον απελευθερώσουν από τα δεσμά της σημερινής υποκρισίας η οποία είναι απότοκη ενός βολικού και, άρα, ακίνδυνου χριστιανισμού. 

Οι Τρείς Ιεράρχες δεν μπορούν να συμβιβασθούν με την υποκρισία των βολεμένων χριστιανών, υπογραμμίζει ο Ανδρέας Αργυρόπουλος, παραπέμποντάς μας στο Μεγάλο Βασίλειο: «Ξέρω πολλούς», λέει ο Μ. Βασίλειος, «που νηστεύουν και προσεύχονται και στενάζουν, επιδεικνύοντας κάθε λογής αδάπανη ευσέβεια. Ενώ ούτε έναν οβολό δεν δίνουν στους θλιβομένους. Τι κέρδος έχουν από την υπόλοιπη αρετή τους; Γι’ αυτούς η βασιλεία των ουρανών είναι κλειστή…». Ενώ μας παραπέμπει και στον επίσης καυστικό λόγο του Γρηγορίου του Θεολόγου, τον λέγοντα: «Μη τεντώνεις τα χέρια σου στον ουρανό αλλά στα χέρια των φτωχών. Αν εκτείνεις τα χέρια σου στα χέρια των φτωχών έπιασες την κορυφή του ουρανού…». 

Στο βιβλίο γίνεται αναφορά για τις ριζοσπαστικές θέσεις των Τριών Ιεραρχών σε κοινωνικά θέματα, όπως π.χ. για τη θέση των Μ. Βασιλείου και Ιωάννη Χρυσοστόμου οι οποίοι θεωρούν ότι η κοινοκτημοσύνη είναι η λύση του κοινωνικού προβλήματος και προτείνουν την πρωτοχριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων, όπου όλα ήταν κοινά, σαν πρότυπο για μια δίκαιη οργάνωση των χριστιανικών κοινωνιών. Παράλληλα, ο συγγραφέας μαζί με τις πολλές άλλες αναφορές σε έργα τους, επικαλείται την άποψη του μεγαλύτερου ρώσου διανοητή του 20ου αιώνα, του Νικόλα Μπερντιάεφ, ο οποίος αναφέρει ότι στον Μ. Βασίλειο, όπως και στον Ιωάννη τον Χρυσόστομο η κοινωνική αδικία, δημιούργημα της κακής διανομής του πλούτου, κριτικάρεται με μια δριμύτητα που θα έκανε τον Προυντόν και τον Κάρλ Μάρξ να χλωμιάσουν… 

Για τις κοινωνικές ανισότητες μιλάει και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Δεν αποτελούν», λέει, «θέλημα Θεού» και εξηγεί: «O Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο ελεύθερο… Με την πτώση θρυμματίσθηκε η αρχική ενότητα και ισοτιμία μεταξύ των ανθρώπων, οι θρασύτεροι με τη βοήθεια του πολιτικού νόμου, τον οποίο κατέστησαν όργανο καταδυναστεύσεως, επιβλήθηκαν στους ασθενέστερους και έτσι οι άνθρωποι χωρίσθηκαν σε πλούσιους και φτωχούς, ελεύθερους και δούλους και σε πολλές άλλες κατηγορίες. Εμείς, όμως, σαν χριστιανοί οφείλουμε να αποβλέπουμε και να τείνουμε στην αρχική ενότητα και όχι στη κατοπινή διαίρεση, στο νόμο του Θεού και όχι στο νόμο του ισχυρού». 

Χωριστή ενότητα για την θετική στάση των Τριών Ιεραρχών απέναντι στη ανθρωπιστική διάσταση της Παιδείας, ακόμη και στην έγνοια τους για τον σωστό σχολικό επαγγελματικό προσανατολισμό των νέων, αφιερώνει ο συγγραφέας, προτείνοντας επιτακτικά αλλαγή πλεύσης από το σημερινό χρησιμοθηρικό εκπαιδευτικό σύστημα που καταδυναστεύει τους νέους. 

Η σειρά των άρθρων ολοκληρώνεται με ένα παλαιότερο δημοσίευμα του Ανδρέα Αργυρόπουλου αναφορικά με τις θέσεις των Τριών Ιεραρχών για την ειρήνη και τον πόλεμο, όπου τονίζεται ότι προϋπόθεση για την επικράτηση της ειρήνης στις σχέσεις των ανθρώπων είναι η αγάπη, όχι σαν θεωρητικολογία, αλλά ως στάση ζωής. Η ειρήνη, αν μένει μόνο στα λόγια, λέει ο Μ. Βασίλειος, καταντάει κοροϊδία. 

Το βιβλίο προλογίζει ο Δρ. Θεολογίας και αρχισυντάκτης του περιοδικού «Σύναξη», Θανάσης Παπαθανασίου, επισημαίνοντας κι’ αυτός από τη πλευρά του, ότι επειδή μια θεολογία άπραγη δεν έχει νόημα, αν δούμε τους Τρεις Ιεράρχες σαν είδωλα, ή σαν γκουρού, τότε τους χάσαμε… 
28 Ιανουαρίου 2010

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012

πρωτοπρ. Αντώνιος Καλλιγέρης: για το βιβλίο «Χριστιανοί και πολιτική δράση κατά την περίοδο της δικτατορίας (1967-1974) »



Πρώτη δημοσίευση,περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ  τ.99



 

 

Aνδρέας Αργυρόπουλος: «Χριστιανοί και πολιτική δράση κατά την περίοδο της δικτατορίας (1967-1974) »

Εκδ. Ψηφίδα, Αθήνα 2004, σελ 154



  Η πολιτική είναι ένας χώρος σχεδόν ανεξερεύνητος από τη θεολογική έρευνα και σπουδή παρά τις πολύ σημαντικές εργασίες[1] που δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς από σπουδαίους θεολόγους. Η διαπίστωση αυτή ισχύει ακόμα περισσότερο και για την έρευνα της πολιτικής δράσης των Χριστιανών.
  Η πραγματικότητα αυτή δεν είναι δυσεξήγητη. Ο στίβος της πολιτικής και της πολιτικής δράσης δεν ήταν ιδιαίτερα προσφιλής στους χριστιανούς παρά την προσωρινή δραστηριοποίηση νέων Ορθοδόξων στις δεκαετίες του ’60,του ’70 και των αρχών του ’80.
  Ο φόβος της εκκοσμίκευσης, η δυτικότροπη διάκριση της πνευματικότητας από τα κοινωνικά προβλήματα, ο φόβος της αλλοτρίωσης από τα πολιτικά πάθη είναι μερικές από τις αιτίες.
   Γνωρίζοντας τις ( σε πολύ γενικές γραμμές) δυσκολίες αυτές δεν πρέπει να θεωρηθεί υπερβολή ότι το βιβλίο του Αν.Αργυρόπουλου έρχεται να καλύψει ένα μεγάλο κενό σπουδής στους χώρους που προαναφέραμε. Το ενδιαφέρον του γίνεται ακόμα μεγαλύτερο εάν αναλογιστούμε ότι ο συγγραφέας αναμετριέται με ένα από τα ακανθωδέστερα προβλήματα του νεοελληνικού εκκλησιαστικού βίου .
   Η πρωτοτυπία της έρευνας βρίσκεται και στην καταγραφή της αντιστασιακής δράσης νέων ορθοδόξων χριστιανών η οποία αποτελεί μια άγνωστη και παραμελημένη ( από πολλές πλευρές) πτυχή του γενικότερου αντιστασιακού κινήματος κατά της δικτατορίας.
  Το υλικό πάνω στο οποίο δομεί την εργασία του, πέρα από τη βιβλιογραφία είναι αρχειακό ( εφημερίδες της εποχής, φυλλάδια που κυκλοφόρησαν παράνομα το ίδιο χρονικό διάστημα, εγκύκλιοι Μητροπολιτών, εφημερίδες των Μητροπόλεων κ.ά). Κύρια πηγή είναι τα φύλλα της εφημερίδας «Χριστιανική» που κυκλοφορούσε την εποχή εκείνη στην οποία δημοσιεύτηκε ο κύριος όγκος των άρθρων των χριστιανών που αντιστάθηκαν στο ανελεύθερο καθεστώς.
  Το βιβλίο χωρίζεται σε πέντε κεφάλαια:
 Στο πρώτο περιγράφει ( με βάση τα έντυπα των Μητροπόλεων και τις εφημερίδες της εποχής) τη σχέση Διοικούσας Εκκλησίας με το δικτατορικό καθεστώς. Στο δεύτερο καταγράφεται η προσπάθεια του εκδότη της «Χριστιανικής» Νικ.Ψαρουδάκη και άλλων στελεχών των αντιστασιακών χριστιανών οι οποίοι προσπαθούσαν να πείσουν κληρικούς και λαϊκούς σε ενεργή αντιστασιακή δράση. Στο τρίτο και στο τέταρτο κεφάλαιο παρουσιάζεται η δράση αλλά και τα θεολογικά επιχειρήματα του αντιδικτατορικού αγώνα ο οποίος κορυφώνεται με το κλείσιμο της εφημερίδας και τις διώξεις των πολλών αντιστασιακών νέων ( γεγονότα που περιγράφονται στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου).
  Ιδιαίτερη αξία κατά την άποψή μας έχει το παράρτημα με το οποίο ολοκληρώνεται το βιβλίο μια και μας δίνει μια πραγματική γεύση  από τον αγώνα των νέων χριστιανών.
    Η έρευνα ( η οποία έχει κριθεί επιστημονικά από τη Θεολογική Σχολή του Αριστ.Πανεπιστημίου  Θεσσαλονίκης) δεν έχει απολογητικό χαρακτήρα. Θα πρόσθετα ότι είναι καρπός μια μακροχρόνιας συζήτησης που ξεκινά στα τέλη της δεκαετίας του ΄70 όταν με αφορμή την αντίδραση κληρικών και λαϊκών θεολόγων στις δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής, το Χριστιανομαρξιστικό διάλογο που ξεκίνησε στη Γαλλία (για να φθάσει στην πατρίδα μας δεκαπέντε χρόνια αργότερα) τέθηκαν πολλά ερωτήματα μεταξύ αυτών και ο τρόπος αντίδρασης των Ελλήνων χριστιανών στην πρόσφατη (τότε) δικτατορία.
 Το πρόβλημα δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται. Αγγίζει πολλές πλευρές του καθημερινού μας βίου οι οποίες κάτω από το βάρος του σύγχρονου ατομικισμού χάνονται. Μερικές από τις πλευρές αυτές είναι η στάση των Ορθοδόξων χριστιανών απέναντι στις επιλογές του κράτους οι οποίες απαξιώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια ( όπως η φτώχεια, ο ρατσισμός και η περιθωριοποίηση των αδυνάτων), η στάση μας απέναντι στις αλλαγές των πολιτικών συστημάτων και των συνεπειών πάνω στον καθημερινό άνθρωπο          ( όπως η αλλαγή νοήματος της εργασίας), ο τρόπος αντίστασης στα σενάρια πολέμου των ισχυρών κα. Παράλληλα τίθεται και ένα πολύ μεγάλο θέμα: πως αισθάνεται τον σύγχρονο ιερέα το ποίμνιο μας; Νοιώθουν ότι είμαστε κοντά τους; Αν όχι γιατί; Και κυρίως γιατί φαίνεται να αντλούμε πολλές φορές το κύρος της παρουσίας της Εκκλησίας στην κοινωνία από το παρελθόν και όχι από το παρόν;
   Πολλές πλευρές αυτών των ερωτημάτων θα τις δούμε σε αυτό το βιβλίο. Ο συγγραφέας τα αντιμετωπίζει με τόλμη, ψυχραιμία και αλήθεια.
   Δεν εκτρέπεται σε λαϊκισμούς υιοθετώντας άκριτα μια από τις κυρίαρχες ιδεολογικές τάσεις ανάλυσης. Αντίθετα μελετά το θέμα λαμβάνοντας υπόψη το ιδεολογικό πολιτικό και θρησκευτικό πλαίσιο που διαμορφώνει την εποχή και παράλληλα αναδεικνύει εκείνες τις μορφές που πραγματικά αντιστάθηκαν με το λόγο και το έργο τους παρουσιάζοντας ίσως για πρώτη φορά συστηματοποιημένα τα θεολογικά θεμέλια των επιχειρημάτων τους όπως αυτά καταγράφηκαν στην αρθρογραφία της εφημερίδας « Χριστιανική», στα φυλλάδια που έγραφαν οι νεολαιϊστικες χριστιανικές αντιστασιακές ομάδες καθώς και στα βιβλία των πρωταγωνιστών του χώρου αυτού όπως ο Ν.Ψαρουδάκης .
   Πρέπει εδώ να σημειώσουμε (κάτι που και ο συγγραφέας επισημαίνει) ότι η μελέτη της σχέσης Εκκλησίας και Πολιτικής εξουσίας δεν τελειώνει εδώ. Ανοίγει ένα ενδιάμεσο, κατά την άποψή μας, κεφάλαιο μιας μελέτης που πρέπει να ξεκινήσει από τον 18ο αιώνα να σταθεί αντίστοιχα και στη δικτατορία του Μεταξά και να φθάσει μέχρι τις ημέρες μας. Μια τέτοια προσπάθεια θα ολοκλήρωνε με τον καλύτερο τρόπο την μέχρι τώρα έρευνά του.




πρωτοπρ. Αντώνιος Καλλιγέρης




[1] Ενδεικτικά και μόνο αναφέρουμε τον τόμο Η Ορθοδοξία ως Πολιτική Διακονία, που κυκλοφόρησε η Ι.Μ Αγ.Νεοφύτου στην Κύπρο, το βιβλίο του πρωτοπρ. Γεωργίου Μεταλληνού Ορθοδοξία και Πολιτική ,το βιβλίο του Ι.Πέτρου Εκκλησία και Πολιτική, το βιβλίο του Μ.Μπέγζου Θεοκρατία ή Δημοκρατία και το αφιέρωμα στην Πολιτική από στο τεύχος 55  του περιοδικού «ΣΥΝΑΞΗ»




Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Θανάσης Ν. Παπαθανασίου:Δυο βιβλία για την οικονομική κρίση










Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Σύναξη τ. 121 (2012), σσ. 101-104.


ΓΙΑ ΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΠΡΟΣΩΠΟ
έκδ. Γραφείου & Ιδρύματος Νεότητος της Ι. Αρχιεπισκοπής Αθηνών,
Αθήνα 2011, σσ. 112.

Κωνσταντίνος Μπλάθρας,
TA ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ,
εκδ. Manifesto, Αθήνα 2011, σσ. 207.


Και τα δὐο βιβλία εκδόθηκαν καθώς άρχισε η γιγάντωση της κρίσης στην οποία πλέον αγκομαχάμε. Κρίσης του οικονομικού συστήματος και του πολιτικού στάτους κβο, δοκιμασία για τον πολιτισμό και τα κοινωνιοκεντρικά οράματα, στοίχημα για τον προφητικό λόγο. Αμφότερα το βιβλία αυτά είναι συμμετοχή στο στοίχημα αυτό.

Το πρώτο βιβλίο απαρτίζεται από οκτώ εισηγήσεις που έγιναν για τον εορτασμό των Τριών Ιεραρχών το 2010, σε εκδήλωση που είχε διοργανώσει το υπό τη διεύθυνση του π. Αντωνίου Καλλιγέρη Γραφείο Νεότητος της Αρχιεπισκοπής Αθηνών (αυτό ωστόσο  δεν δηλώνεται εξ αρχής, και μόνο από κάποιες αποστροφές των εισηγητών καταλαβαίνει ο αναγνώστης για ποια εκδήλωση επρόκειτο). Στο βιβλίο δεν έχουν συμπεριληφθεί  οι συζητήσεις που ακολούθησαν τις εισηγήσεις, και οι οποίες συζητήσεις, πέραν της κενολογίας που αναπόφευκτα παρεισφρέει σε τέτοιες περιπτώσεις, είχαν πολύ ενδιαφέρουσες στιγμές, όπως η γνωστή ενδοχριστιανική διαφωνία αν ο πλούτος εξαγιάζεται με την επικάθηση λιβανιού στις δραστηριότητες των ευσεβών κεφαλαιοκρατών ή αν, αντιθέτως, καθε πλουτισμό τον κλωσσά η αδικία και ο εγωισμός. Εισηγητές ήταν άνθρωποι ποικίλων πεδίων και ιδεολογικών στιγμάτων.

Στο μικρό αυτό βιβλίο αποτυπώνεται μια απόπειρα παρέμβασης με νόημα. Παρεμβάσεις με νόημα ονομάζω εκείνες τις πρωτοβουλίες οι οποίες εισέρχονται στον δημόσιο χώρο θέλοντας και δυνάμενες να διαλεχθούν. Το "θέλοντας" σημαίνει ότι επιθυμούν τη συνάντηση, το "δυνάμενες" σημαίνει ότι έχουν την ικανότητα να βρουν κονό γλωσσάρι με τον άλλον. Αυτό είναι κάτι άλλο από το να μιλάμε νεφελωδώς για "παρουσία" στον δημόσιο χώρο. Παρουσία είναι κι όταν κάποιος εισέρχεται στον δημόσιο χώρο απλώς για να κάνει ηχηρό τον μονόλογό του ή (ακόμα χειρότερα) για να εκμεταλλευτεί τον δημόσιο χώρο κρυφοεπιθυμώντας την κατάργησή του και τον  σκασμό των άλλων που βρίσκονται εκεί. Αντιθέτως, οι παρεμβάσεις με νόημα πρώτα απ' όλα αναγνωρίζουν την πολυτιμότητα του δημοσίου χώρου για την ανθρώπινη ζωή, ως φόρουμ όπου ζυμώνεις και ζυμώνεσαι. Πολυτιμότητα την οποίαν αντιμάχεται ο ολοκληρωτισμός (παλαιάς ή εκσυγχρονιστικής κοπής) και ο μεταμοντερνισμός, καθένας από τη δική του σκοπιά. Οι παρεμβάσεις με νόημα προϋποθέτει ισχυρή ταυτότητα, θεωρούν θετικό την αναμέτρηση περί αυτής, και καθιστούν εταίρους όσους συνομολογούν την πολυτιμότητα του δημοσίου χώρου και  καταλαβαίνουν ότι με τον απέναντι υπάρχει ένα βασικό κοινό γλωσσάρι και συναντώμενες τροχιές ευαισθησίας. Είναι ένα μεγάλο ζήτημα, στο οποίο ευλεπιστώ ότι θα αναφερθούμε ενδελεχέστερα προσεχώς.

Aπό τα πολλά χαρακτηριστικά των εισηγήσεων θα ήθελα να υπογραμμίσω τρία, τα οποία αφορούν το εγχείρημα της παρέμβασης με νόημα και, γι' αυτό, και το πνεύμα του δεύτερου βιβίου:

Πρώτον: Ο χριστιανικός χώρος μαστίζεται από έλλειψη νομιμοποίησης πραγμάτων που οφείλουν να είναι αυτονόητα - δηλαδή της κοινωνικής ευαισθησίας και της αλληλεγγύης ως ουσιωδών της εκκλησιαστικής ταυτότητας. Τα κείμενα του αρχιεπισκόπου και του Ανδρέα Αργυρόπουλου, τα οποία τονίζουν τον σύμφυτο στην εκκλησιαστική παράδοση κοινωνισμό, είναι εντελώς χρειαζούμενα σήμερα, μα υπό νορμάλ συνθήκες θα έπρεπε να είναι τόσο αυτονόητα, ώστε, μετά από μια δισέλιδη το πολύ αναφορά, να προχωρούσαμε στην αναμέτρηση με το σήμερα. Αλλά ούτε νορμάλ είναι οι συνθήκες, ούτε τις βελτιώνουν οι διάφορες ελιτίστικες θεολογίες, οι οποίες απαξιώνουν την κοινωνική ευαισθησία και εγκλωβίζουν το εκκλησιαστικό γεγονός σε σακραμεμενταλισμό και εκπνευματισμό.

Δεύτερον (αν και συναφές με το προηγούμενο): Παρ' όλο που η εκδήλωση και το βιβλίο τελούν υπό επισημότατη αιγίδα, δεν αποτελούν γεγονός αντιπροσωπευτικό του εκκλησιαστικού οργανισμού. Κάποιων θεολογικών ρευμάτων, ναι. Ο εκκλησιαστικός οργανισμός όμως κυριαρχείται από έναν συστημικό λόγο, ο οποίος περιορίζει την κοινωνική ευαισθησία στην περιστασιακή φιλανθρωπία και δεν ευνοεί μια ουσιαστική κριτική στις οικονομικές και κοινωνικές δομές. Οι όποιες αναφορές του κυρίαρχου εκκλησιαστικού λόγου στις δομές γίνονται μάλλον ως παρελκόμενα μιας ομολογιακής διάθεσης, παρά ως αναμέτρηση με τον Μαμωνά καθαυτόν. Είναι χαρακτηριστικό πώς αρκετοί εκκλησιαστικοί άνδρες ασκούν στον καπιταλισμό όση κριτική τους επιτρέπει η χαρά που ένιωσαν ανακαλύπτοντας στον Βέμπερ και στον συσχετισμό Καλβινισμού και καπιταλισμού μια συνηγορία κατά των αιρετικών. Πέραν αυτού του αυτοδοξασμού, όμως, ο εντοπισμός ενός ενδορθόδοξου καλβινισμού παραμένει ένα ζητούμενο. Παρόμοια, στις φαιότερες εκφράσεις του κυρίαρχου εκκλησιαστικού λόγου δεν κοστίζει κάτι να αγριέψουν το βλέμμα κατά του καπιταλισμού, εφ' όσον όμως πρώτα τον συνδέσουν με τον διεθνή σιωνισμό (αν, βέβαια, στα ευαγγέλια τίθεται θέμα εθνικότητας του Μαμωνά, είναι ψιλά γράμματα για τους φαιότερους!). Ο εκκλησιαστικός οργανισμός, για να σταθεί ευπρόσωπα απέναντι στην αναστάτωση που προκαλεί η κρίση, επικαλείται διάφορα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας, που μιλούν για την φιλανθρωπία, αποσιωπούν όμως όσα προχωρούν βαθύτερα και κρίνουν τις ίδιες τις δομές (και, για παράδειγμα, αποτρέπουν από συναλλαγές με τους ισχυρούς, αποδοκιμάζουν το πιστωτικό σύστημα, καταδικάζουν την αποστέρηση του εργατικού μισθού  κλπ). 

Μέσα σ' αυτή την αντιφατικότητα, λοιπόν, θα είναι κρίμα αν το βιβλιαράκι νοηθεί ως κολυμπήθρα του Σιλωάμ για τον εκκλησιαστικό νεοφιλελευθερισμό και για όσους από τη μια μιλούν για κοινωνισμό και από την άλλη οργανώνουν ιερές μπίζνες. Οι προθέσεις του βιβλίου τεκμαίρονται αριστερές (βλ.χαρακτηριστικά την Εισαγωγή). Και ο τίτλος του μπορεί σήμερα να φαίνεται απλώς νόστιμος ή ανώδυνα περσοναλιστικός, στην πραγματικότητα όμως προϋποθέτει το προ μερικών δεκαετιών αίτημα "Σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο". Από τα τέλη της δεκαετίας του '60 το αίτημα αυτό υπονοεί μια σαφή κατεύθυνση, κοινωνιοκεντρική και όχι ατομοκεντρική, και ταυτόχρονα μια αποστασιοποίηση από αυταρχικές και γραφειοκρατικές στρεβλώσεις του κοινωνιοκεντρισμού. Η ματιά του βιβλίου δεν είναι στραμμένη σε αποσπασματικές χειρονομίες φιλανθρωπίας, αλλά σε καθαυτό το σύστημα. Αυτό έχει εξαιρετική σπουδαιότητα, διότι προτάσσει την έννοια του προσανατολισμού, του οράματος, της ουτοπίας η οποία αφορά το όχι-εδώ, όχι-ακόμη.  Και μόνο αυτή η επιλογή του, αποτελεί σύνταξη με όσους δεν συναινούν στην εννόηση της οικονομίας ως λογιστικής η οποία εκ φύσεως, τάχα, διέπεται από μία και μοναδική λογική και χρειάζεται απλώς διαχείριση κι όχι μια εξ αρχής άλλη λογική. Το πρόσφατο έργο του Ντέιβιντ Χάρβεϊ, Το αίνιγμα του κεφαλαίου και οι κρίσεις του καπιταλισμού, ξεκινά ακριβώς με την επισήμανση αυτού του θηριώδουςς προβλήματος των ημερών μας: "Στα πρώιμα στάδια του καπιταλισμού, πολιτικοί και οικονομολόγοι κάθε λογής και απόχρωσης πάλευαν να κατανοήσουν [τη ροή του κεφαλαίου] και μια κριτική αποτίμηση του πώς λειτουργεί ο καπιταλισμός άρχισε να αναδύεται. Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε αποκλίνει από το κυνήγι μιας τέτοιας κριτικής κατανόησης. Αντ' αυτής, οικοδομούμε επιτηδευμένα μαθηματικά μοντέλα, αναλύουμε δεδομένα ακατάπαυστα, 'ψειρίζουμε' λογιστικά φύλλα, ανατέμνουμε τις λεπτομέρειες και θάβουμε κάθε αντίληψη του συστηματικού χαρακτήρα της ροής του κεφαλαίου κάτω από βουνά εργασιών, αναφορών και προβλέψεων" (μτφρ. Πέτρος Χατζοπουλος, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2011, σ. 9). Την ίδια επισήμανση βρίσκουμε, με διάφορα λόγια, σε διάφορα σημεία του βιβλίου μας (Καλλιγέρης, σ. 8· Αργυρόπουλος σ. 35· Μητρόπουλος, σ. 46· Κοτζιάς, σ. 96 κ.α.).

Τρίτον: Καθαυτή η ανταπόκριση όσων εισηγητών δεν κινούνται, με συμβατικά κριτήρια, στον εκκλησιαστικό - θεολογικό χώρο (καθηγητές Αλέξης Μητρόπουλος, Σάββας Ρομπόλης, Νίκος Κοτζιάς και βουλευτές Κωστής Χατζηδάκης, Φώτης Κουβέλης), μπορεί να συγκαταλεγεί στα κατά καιρούς φερέλπιδα ραγίσματα του πολιτικού παλαιοημερολογητισμού που θέλει τη θρησκεία άφωνη και ιδιωτική. Πέραν τούτου, ανάμεσα στους συνδαιτυμόνες του βιβλίου ξεχωρίζουν όσοι φαίνεται να έχουν σε επάρκεια τα δύο χαρακτηριστικά, του θέλειν και του δύνασθαι να διαλεχθούν. Και φυσικά μιλώ για τη συγκεκριμένη συμμετοχή τους και όχι για τις όποιες ευρύτερες κομματικές τους επιλογές. Δείτε, για παράδειγμα, τα κείμενα του Μητρόπουλου (που ονοματίζει σημεία σύγκλισης και απόκλισης με τις εκκλησιαστικές οπτικές και κάνει χειροπιαστές προτάσεις σε επίπεδο πράξης), του Κοτζιά (ο οποίος ξεκινά με την νηφαλιότατη κρίση ότι ο διαχωρισμός δεν πρέπει να είναι μεταξύ κοσμικών [προφανώς εννοεί τους μη-θρησκευόμενους] και Εκκλησίας[1], αλλά μεταξύ εκείνων που σκέφτονται κοινωνικά κι εκείνων που προτάσσουν τον εγωκεντρισμό) και του Δημήτρη Μόσχου (ο οποίος κατορθώνει να δείξει ότι η άρθρωση λόγου κοινωνικά υπεύθυνου και σύγχρονου είναι μπορετή δίχως να απεμπολείται το μεταφυσικό περιεχόμενο της πίστης[2]). Λιγότερο χυμώδη, από την άποψη αυτή, είναι κείμενα όπως αυτό του Φώτη Κουβέλη (στο οποίο δεν βρίσκεται ούτε λεκτική αναφορά στην Εκκλησία) και του Κωστή Χατζηδάκη (στην υπέρ της ελεύθερης οικονομίας απολογία του οποίου η αλληλεγγύη μοιάζει μονάχα  παρεπόμενο της ανάπτυξης, κι όχι όρος της. Δεν φαίνεται να 'ναι τυχαίο ότι η παρέμβασή του κλείνει του με το λόγιο "ο καλός Σαμαρείτης δεν θα εμενε στην ιστορία αν δεν είχε χρήματα να δώσει". Αγνοώ ποιος εντόπισε το νεύρο της παραβολής σ' αυτή την παράμετρο, αλλά μου θυμίζει τους παλιούς [μόνο;] ισχυρισμούς ότι ο Χριστός ήταν υπέρ του τοκισμού και του πιστωτικού συστήματος, επειδἠ στις παραβολές του χρησιμοποίησε την εικόνα εντόκων συναλλαγών[3]). Εν τέλει, βασικός άξονας του βιβλίου (τον οποίον κάθε εισήγηση τον προσεγγίζει με τον τρόπο της) είναι το ερώτημα αν ο ηθικός προβληματισμός εμπεριέχεται στην άσκηση της οικονομικής δραστηριότητας ή αν, αντιθέτως, αποτελεί δευτερεύον ζήτημα - αν όχι βαρίδι.

Το δεύτερο βιβλίο, αυτό του Κωνσταντίνου Μπλάθρα. είναι άλλης λογής από το πρώτο, μα όχι άλλου λογισμού. Εννοώ ότι εστιάζει στην επικαιρότητα, μπαίνει δηλαδή σε ναρκοπέδιο, με τα κριτήρια πάντως για τα οποία αγωνιά το πρώτο. Ο Μπλάθρας είναι άνθρωπος που γράφει ανδρεία. Στο βιβλίο έχει συγκεντρώσει σαραντατρία κείμενα, τα περισσότερα εκ των οποίων δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα "Χριστιανική"[4] από το 2004 (χρονιά των Ολυμπιακών καμωμάτων στη χώρα μας) μέχρι πρόσφατα, και τα οποία ανατέμνουν πτυχές της αναδυόμενης τότε και θεριεύουσας τώρα κρίσης. Ως βασικό χαρακτηριστικό τους (και σε αντιδιαστολή προς πλήθος άλλων κειμένων που βροχηδόν παράγονται για το ίδιο θέμα) θα όριζα μια ριζοσπαστική κοινωνική ματιά, προσηλωμένη όμως στη δημοκρατία. Και μιλώ για προσήλωση στη δημοκρατία (πάλι με την ελπίδα για ενδελεχέστερη προσέγγιση μιαν άλλη στιγμή) διότι θεωρώ εξαιρετικό κίνδυνο στις μέρες μας κάποιες παρουσίες με λαϊκές ριζοσπαστικές θέσεις μεν, αλλά θέσεις ταυτόχρονα αντιδημοκρατικές, μσαλλόδοξες και ανελεύθερες (πρβλ. το Προλογικό μου στη Σύναξη τ. 120). Ο Μπλάθρας αγαπά την πατρίδα και γι' αυτό δεν την εκπορνεύει στον σωβινισμό. Έχει πρόβλημα και με τη δήωσή της, και με την ταξικότητα της κοινωνίας της και με τον εκφασισμό της πολιτικής ζωής (σσ. 20, 63, 129 κ.α.).

Στα "Πρωτοσέλιδα της Κρίσης" αποτυπώνεται μια σοβαρή πολιτική σκέψη, που παρακολουθεί τα πράγματα και βάζει την πίστη να προβληματιστεί επί του συγκεκριμένου και σημερινού. Και γι' αυτό δίνει πλήθος αφορμών για να κοντοσταθεί κανείς, να πληροφορηθεί, να συγκατανεύσει, να διαφωνήσει και -επί τέλους- να διψάσει για κουβέντα επί των ουσιωδών που συγκαλύπτονται από τα κυρίαρχα ΜΜΕ. Ενδεικτικά της σοβαρότητάς της είναι ο εντοπισμός λαϊκιστικών χαρακτηριστικών της μεταπολίτευσης ήδη στην περίοδο της προηγηθείσας δικτατορίας (σσ. 7-8), η αναφορά στις νέες, δουλοκτητικές εργασιακές σχέσεις (σ. 13), η ενόχληση από τον διασυρμό του σοσιαλισμού (σ. 100), η αυτοκριτική του Ορθοδόξου χώρου (σ. 30). Το βιβλίο έχει βαρειά ανάσα, την ανάσα της ευθύνης. Και γι' αυτό δεν ανήκει στις διαμαρτυρίες που εγείρονται ευκαιριακά και ιδιωτελώς, απλώς για να κολακέψουν τον άνθρωπο-καταναλωτή, ο οποίος λάτρεψε την κομματοκρατία, μα στο φινάλε έχει ενοχληθεί επειδή δυσλειτούργησε ο αγαπημένος του καπιταλισμός και έφτασε σε αδιέξοδο ο βολικός κατά τα άλλα παρασιτισμός του! Το βιβλίο θέτει ξανά το θέμα του οράματος και, μοιραία, της περιστασιακής φιλανθρωπίας. Η φιλανθρωπία (και δη των ζωντανών ενοριών, ως κοινοτήτων) είναι σπουδαίο πράγμα, διότι αφορά τη πράξη, και η πράξη αλλάζει τον κόσμο με τον τρόπο της ζύμης, τον υπομονετικό μα και δραστικό. Αλλά αυτό αληθεύει εάν πρόκειται για πράξη που κομίζει ένα όραμα και διεμβολίζει με αυτό την θανατίλα της καθημερινότητας. Αν, αντιθέτως, πρόκειται για χειρονομίες που προσφέρουν νομιμοποίηση στο συστημικό κακό και αποτρέπουν από μια οραματική κριτική του, απολήγει σε οξύμωρο· γίνεται όχημα της θανατίλας. 

Οι χριστιανικές παρεμβάσεις με νόημα, όπως αυτά τα δύο βιβλία, κατορθώνουν να διαλεχθούν με την εποχή τους, δηλαδή πετυχαίνουν να μιλήσουν ένα κοινό γλωσσάρι. Ταυτόχρονα, όμως, κουβαλούν (και οφείλουν να κουβαλούν) ένα χαρακτηριστικό που πάντα θα τις κάνει να είναι ουκ εκ του κόσμου τούτο. Είναι η επιμονή στην αγάπη και στο ότι καταδικασμένες δεν είναι μόνο οι απερίφραστες στάσεις μισανθρωπίας, αλλά και εκείνη η κοινωνική πρόνοια η οποία δεν εδράζεται στην αγάπη, αλλά βλέπει τους ανθρώπους απρόσωπα - ως κατηγορίες και σύνολα και αριθμούς. Η Ορθόδοξη ανθρωπολογία εδώ θα μπορούσε να έχει σπουδαία συμβολή. Δείγματος χάριν μνημονεύω εδώ τον τρέχοντα διάλογο μεταξύ των ρωλσιανών (θιασωτών του Τζων Ρωλς και της θεωρίας του περί δίκαιης κοινωνίας) και του μαρξιστή Tζέραλντ Κοέν, πάνω στο ερώτημα αν ο εγωισμός λειτουργεί συχνά θετικά (ιδίως στην περίπτωση των εγωιστών ταλαντούχων, εκ των οποίων πολλοί θεωρούν επιβεβλημένη την προνομιακή αμοιβή) και στο αν για τη διαμόρφωση μιας δίκαιης κοινωνίας είναι απαραίτητο ένα ήθος δικαιοσύνης εκ μέρους όλων των μελών της[5]. Τέτοια θέματα, όπου η ανθρωπολογία, η πράξη, η πολιτική, η ηθική και η οικονομία διασταυρώνονται, βρίσκονται στην καρδιά ενός προβληματισμού, ο οποίος εύχομαι να καρπίσει στη χώρα μας με τη φροντίδα όσων συχαίνονται κάθε λογής φονταμενταλισμούς, θρησκευτικούς και άθεους εξίσου.

ΘΑΝΑΣΗΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ


[1]    Αυτό αποτελεί πλέον βασική θέση του. Βλ. λ.χ. τον πρόλογό του "Θρησκεία - Πολυπολιτισμός", στο: Ορθόδοξες Εκκλησίες σε έναν πλουραλιστικό κόσμο (επιμ. Εμμ. Κλάψης, μτφρ. Αριάδνη Αλαβάνου), εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 2006, σσ. 9-26.

[2]    Μια παρονυχώδη διόρθωση εδώ: Το ευαγγελικό χωρίο για την ανεστιότητα του Χριστού (Ματθ. 8: 20, Λουκ. 9: 58)  γράφει "κλίνῃ" - όχι "κλίναι", όπως συχνά εκ λάθους γράφεται (ό.π., σ. 105) .

[3]    Βλ. τον αντίλογο του Γεωργίου Δημ. Ροδίτη, Χριστιανισμός και πλούτος, εκδ. Σταμούλη, Αθήνα 32009, σσ. 255-253.

[4]    Κάποια (σσ. 155-165) προέρχοντα από τη συμμετοχή του στο προφητικό βιβλίο Μνημόνιο, η υποθήκευση της Ελλάδας (η "Σύμβαση Δανειακής Διυκόλυνσης" και το "Μνημόνιο Συνεργασίας", με εισαγωγή και σχόλια Γεώργιου Κασιμάτη, Κώστα Βεργόπουλου, Κωνσταντίνου Μπλάθρα), εκδ. Χριστιανική, Αθήνα 2010, σσ. 15-30.
[5]    Τζέραλντ Άλαν Κοέν, Γιατί όχι σοσιαλισμός; (εισαγ. - μτφρ. Νικόλας Βρούσαλης), εκδ. Εκκρεμές, Αθήνα 2010. 

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

Αλέξανδρος Σταθακιός :Σκέψεις με αφορμή «Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών »,


 Τρίτη, 25 Iανουαρίου 2011


Δημοκρατική Εφημερίδα Σάμου-Ικαρίας-Φούρνων

 

 




Πριν λίγες μέρες η Εκκλησία και η Εκπαίδευση γιόρτασαν για μία ακόμα φορά την γιορτή των «Τριών Ιεραρχών» (Βασίλειος Καισαρείας, Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, Ιωάννης ο Χρυσόστομος).
Είναι μια γιορτή που σημαίνει διαφορετικά πράγματα για ορισμένες ομάδες ανθρώπων: Για τους μαθητές σημαίνει χάσιμο μαθημάτων. Για πολλούς καθηγητές θρησκευτικών, αν δεν είναι μπελάς, είναι η μια και μοναδική μέρα που είναι δική τους στο σημερινό σχολείο...Και αν δεν έχουν χρόνο για μελέτη συνήθως οδηγούνται στην αντιγραφή «πανηγυρικών» από το παρελθόν. Οι περισσότεροι βέβαια απ' αυτούς γράφτηκαν σε μετεμφυλιακές εποχές, όταν η εκκλησία και πολύ περισσότερο η «χριστιανική» ιδεολογία των παρεκκλησιαστικών οργανώσεων χρησιμοποιήθηκαν ως αντίβαρο στην αυξημένη πίεση του λαού και ιδιαίτερα της νέας γενιάς (βλέπε 114) για βαθιές πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές . Είναι μια σχολική γιορτή επίσης, που «ακουμπά» παραπάνω επίπεδα από τους δυο ταλαίπωρους της Δημόσιας Εκπαίδευσης: Για πολλούς υπέρμαχους του χωρισμού Εκκλησίας και Κράτους σημαίνει ευκαιρία πολεμικής «απέναντι σε ένα σχολείο που είναι κολλημένο στο παρελθόν», ενώ για τους απέναντι σε αυτή την άχαρη διελκυστίνδα είναι σημείο υπεροχής του γηγενούς πολιτισμού που για αυτούς «έχει μπει στο στόχαστρο σκοτεινών κέντρων του εξωτερικού».Οι καταστάσεις αυτές είναι σίγουρο ότι θα απογοήτευαν τους ίδιους τους τρεις Πατέρες της Εκκλησίας. (Ας το σημειώσουμε: και μόνο η μετατόπιση από τον γεμάτο συναισθηματική αξία και σχεσιακή δυναμική τίτλο του «Πατέρα» στον εξωτερικό τίτλο του «Ιεράρχη», ενδεχομένως κατά το «Στρατάρχης», έχει το νόημά της....).Έτσι, στον Βασίλειο θα έδιναν ευκαιρία για λεπτή ειρωνεία και στοχαστική παρατήρηση των κοινωνικών ηθών. Στον ευαίσθητο ποιητή Γρηγόριο τον Θεολόγο, θα έδιναν την ευκαιρία να θεολογήσει «αποφατικώς»: Να επισημάνει δηλαδή το πόσο απέχει η περιγραφή της σχέσης από την ίδια τη σχέση.. ( Και πολύ περισσότερο όταν αφορά τη σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Θεό.) Στο δε Χρυσόστομο, θα έδιναν την ευκαιρία για «πύρινους» λόγους ενάντια στην υποκρισία πολιτικών και εκκλησιαστικών ηγεσιών.
Είναι αλήθεια, ότι η εορτή η ίδια επιβλήθηκε από τα πάνω στο εκκλησιαστικό σώμα ως αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών στο ύστερο Βυζάντιο (βλέπε: Τσαούσης Δ. , «Πολιτικές διαστάσεις της εορτής των Τριών Ιεραρχών», περ. ΕΠΟΠΤΕΙΑ 67/1982).Την ίδια επιλογή έκαναν και νεοέλληνες πολιτικοί ηγέτες κατά την ανάδυση του νεοπαγούς Ελληνικού Βασιλείου, αν και αυτοί βρήκαν καθιερωμένη τη γιορτή εντός του εκκλησιαστικού σώματος. Την είδαν πάλι σαν μια ευκαιρία, ξεκινώντας από τη νέα γενιά, για να προβάλλουν τον λεγόμενο «Ελληνοχριστιανισμό» και έτσι καθιερώθηκε σαν σχολική εορτή.
Όλοι σχεδόν οι πανηγυρικοί που έχω ακούσει ως μαθητής εστιάζουν μονόπλευρα στο ότι η παρουσία αυτών των τριών προσωπικοτήτων διευκόλυνε τον διάλογο ανάμεσα στον Έλληνα Λόγο και το Χριστιανικό Ευαγγέλιο. Μα αυτό δεν το έκαναν γιατί ήθελαν να δημιουργήσουν ένα νέο έθνος ή κάποια κρατική ιδεολογία (όπως ήταν ο «Ελληνοχριστιανισμός), αλλά γιατί ήθελαν να βοηθήσουν τους συγχρόνους τους να ζήσουν δημιουργικά στην εποχή τους. Επιπλέον, αυτή η ανιαρή μονομανία τους αδικεί ως προσωπικότητες.
Πόσοι, ας πούμε, αναφέρονται σε έναν λόγο που εκφωνείται ενώπιον μαθητών και δασκάλων στο πως ο Βασίλειος προσεγγίζει την δημιουργία Κόσμου και Ανθρώπου στην «Ομιλίαν» του «εις την Εξαήμερον» και αλλού; Πόσοι λένε ότι αν είχαν κατανοηθεί ουσιαστικά οι απόψεις του, δεν θα είχε γραφτεί από Χριστιανικής πλευράς ούτε ένα "ιώτα" εναντίον του Δαρβίνου και της θεωρίας "της Εξέλιξης των Ειδών", αφού όλο το Σύμπαν για τον Βασίλειο προέρχεται από έναν "σπόρο". Τα άστρα, τα φυτά, τα ζώα, οι άνθρωποι, είμαστε βλαστοί που φύτρωσαν από τον ίδιο Αρχικό Σπόρο. Ο άνθρωπος δηλαδή προήλθε ως δυνατότητα της ίδιας της φύσης, την οποία, όσοι πιστεύουν, μπορούν να δεχτούν ότι την προίκισε ο Θεός με αυτή την δυνατότητα.
Οι τρεις κληρικοί βέβαια ζούσαν έντονα την εποχή τους, άρα και τους περιορισμούς της. Επίσης δεν έγραφαν συνήθως επιστημονικά συγγράμματα, αλλά ομιλίες, οι οποίες τις περισσότερες φορές είχαν ως αφορμή ένα γεγονός, το οποίο έπρεπε να αντιμετωπίσουν άμεσα και πρακτικά ως υπεύθυνοι μιας κοινότητας, της Εκκλησιαστικής. Έτσι ουδόλως δεν χάνουν ως προσωπικότητες, αν παραδεχτούμε ότι σε κάποιες διατυπωμένες απόψεις τους, κοινωνικές, παιδαγωγικές, ψυχολογικές κάνουν λάθος, ή και δεν φαίνονται να μας βοηθούν σήμερα. Για παράδειγμα, ορισμένες προτάσεις του Ιωάννη του Χρυσόστομου για την ερωτική σχέση ανδρών και γυναικών, ενδέχεται να δημιουργήσουν μεγαλύτερο πρόβλημα στους σημερινούς νέους, από αυτό που θα προσπαθούσαμε να επιλύσουμε με την χρήση τους. Άσε, που ο Ιωάννης σε άλλους λόγους μιλώντας με άλλη αφορμή και άλλο στόχο, μπορεί να μην τα έλεγε έτσι ακριβώς. Και αυτή μας η συμπεριφορά δεν θα είναι μακριά από όσα και οι ίδιοι ουσιαστικά πίστευαν. Ο Βασίλειος, για παράδειγμα, τελειώνοντας τους Κανόνες του γράφει περίπου ότι όλους αυτούς τους έθεσε για την «σωτηρία των ανθρώπων», δηλαδή, αποκωδικοποιώντας την εκκλησιαστική γλώσσα, για την ειρήνευση των ανθρώπων με τον εαυτό τους, τους άλλους και τον Θεό. Και προτρέπει τους εκκλησιαστικούς λειτουργούς, αν διαπιστώσουν ότι ακόμα και οι δικοί του κανόνες σε κάποια περίπτωση δεν μπορούν να λειτουργήσουν σε αυτή την κατεύθυνση, τότε να μην τους εφαρμόσουν!
Μετά από όλες αυτές τις εξηγήσεις, νομίζω ότι μπορεί να αναδειχθεί η σημασία του βιβλίου που θέλω να σας παρουσιάσω: «Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών και η εποχή μας», του Ανδρέα Αργυρόπουλου Σχολικού Συμβούλου θεολόγων Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου.
Ο κ. Αργυρόπουλος, εν προκειμένω, μας εισάγει στον Κοινωνικό Ριζοσπαστισμό και των τριών που είναι μάλλον το κύριο συνδετικό στοιχείο τους, εκτός βέβαια από την ιδιότητά τους ως εκκλησιαστικών ηγετών.
Το βιβλίο ξεκινά με ένα κεφάλαιο όπου γίνεται αναφορά στην προσωπικότητα και των 3 και επισημαίνεται ότι πρόκειται για ολοκληρωμένες προσωπικότητες που δεν διακρίθηκαν μόνο στον εκκλησιαστικό τομέα, αλλά σε πολλούς. Γίνεται ιδιαίτερη επίσης αναφορά στις μεταφράσεις των έργων τους και στην σημασία που δόθηκε σε αυτά ανά τους αιώνες σε όλο τον κόσμο.
Για τον αγώνα και των τριών για Κοινωνική Δικαιοσύνη έχουν μιλήσει και γράψει πολλοί, αλλά λίγες φορές σε ένα μεστό και εκλαϊκευτικό κείμενο, παρουσιάζεται αυτός τόσο καθαρά σε σχέση με προβλήματα που υπάρχουν και σήμερα και τα ζούμε δίπλα μας.
Αναφερόμενος στον Χρυσόστομο σημειώνει: «Η επιμονή του μάλιστα να κτίσει το λεπροκομείο, όχι σε κάποια υποβαθμισμένη περιοχή της Κωνσταντινούπολης, αλλά στην πλουσιότερη συνοικία έξω απ' την πόλη, εκεί που ζούσαν μεγάλοι γαιοκτήμονες και οι οποίοι έβλεπαν την οικονομική αξία των πολυτελών οικημάτων να μειώνεται λόγω της γειτνίασης με το κτήριο αυτό, αποτέλεσε και την αφορμή για την οριστική δίωξή του, που θα τον οδηγούσε στην εξορία και στο βασανιστικό θάνατο.» Αυτή σημείωση έχει μεγάλη σημασία για τους μαθητές του -κατοίκους των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου- και τους γονείς τους. Είναι νησιά που δέχονται τους κοινωνικούς λεπρούς, τους λεγόμενους «λαθρομετανάστες», την ζωή των οποίων και σήμερα οι περισσότεροι συνεχίζουμε να μετράμε με βάση το αν κάνει ζημιά στο τουριστικό μας προϊόν. Και συνεχίζει «Οργανώνει συσσίτια για όλο το λαό προσφέροντας βοήθεια χωρίς καμιά διάκριση σε χριστιανούς, ειδωλολάτρες, Ιουδαίους και αιρετικούς σώζοντας χιλιάδες από βέβαιο θάνατο.» Αλήθεια εμείς δεν είμαστε που αντιδράμε στην επέκταση των Κέντρων Φιλοξενίας Προσφύγων, εμείς δεν είμαστε, ακόμα και κληρικοί, που αισθανόμαστε άσχημα από την παρουσία των μελαψών στο κέντρο των πόλεων;
Η διοικούσα Εκκλησία, συχνά πιστεύει ότι έχει λόγο για θέματα παιδείας, οικογενειακού δικαίου κ.λ.π. και παρεμβαίνει, αλλά για την υπεράσπιση εργασιακών δικαιωμάτων σπάνια έχει παρέμβει δημόσια. Ο Βασίλειος ωστόσο, όπως επισημαίνει ο κ. Αργυρόπουλος , « με δυναμικό τρόπο ζητάει από τους άρχοντες την απαλλαγή των φτωχών από τη φορολογία, ενώ δεν παραλείπει να παρέμβει για τα συμφέροντα των εργαζομένων στα ορυχεία του Ταύρου.»Στην συνέχεια καταδεικνύει ότι η δράση του Βασιλείου και του Χρυσόστομου, δεν ήταν περιφερειακό γεγονός, δεν ήταν «φιλανθρωπία», του στυλ που έχουμε γνωρίσει από σημερινούς κεφαλαιούχους, αλλά οργανωμένη κοινωνική παρέμβαση: «Η επιστημονική έρευνα έχει καταδείξει ότι ο Βασίλειος και ο Χρυσόστομος είναι ουσιαστικά οι εμπνευστές ενός δημόσιου συστήματος υγείας που με την πάροδο του χρόνου απλώνεται σε ολόκληρη την Βυζαντινή Αυτοκρατορία.»Και δεν θα μπορούσε να κάτι άλλο από κοινωνική παρέμβαση, γιατί όλη η πρακτική τους έχει θεωρητικό υπόβαθρο. Το καταδεικνύει ο συγγραφέας: «Οι κοινωνικές ανισότητες δεν είναι θέλημα Θεού», λέει ο Γρηγόριος «ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο ελεύθερο (...) Με την πτώση θρυμματίστηκε η αρχική ενότητα και ισοτιμία μεταξύ των ανθρώπων, οι θρασύτεροι με τη βοήθεια του πολιτικού νόμου, τον οποίο κατέστησαν όργανο καταδυναστεύσεως, επιβλήθηκαν στους ασθενέστερους και έτσι οι άνθρωποι χωρίστηκαν σε πλούσιους και φτωχούς, ελεύθερους και δούλους και σε πολλές άλλες κατηγορίες. Εμείς όμως, σαν Χριστιανοί οφείλουμε να αποβλέπουμε και να τείνουμε στην αρχική ενότητα και όχι στην κατοπινή διαίρεση, στο νόμο του Θεού και όχι στο νόμο του ισχυρού».
Το επόμενο κεφάλαιο αναφέρεται και στην εκπαιδευτική οπτική και των τριών, η οποία σύμφωνα με τον συγγραφέα στοχεύει στην απελευθέρωση του ανθρώπου από όλα τα δεσμά και στην ανάπτυξη του κριτικού πνεύματος, ακόμα και αν αυτό αμφισβητήσει την ίδια την Εκκλησία. Αντίθετα βέβαια με ότι πιστεύουν πολλοί: Ότι η λεγόμενη «χριστιανική παιδεία» στοχεύει στην δημιουργία ακολούθων της Εκκλησίας, που την ακολουθούν γιατί δεν μπορούν να την αμφισβητήσουν.
Η θέση αυτή δεν είναι αυθαίρετη, είναι θέση και άλλων «Πατέρων» της εποχής: Η θρησκευτική πίστη , λένε, έχει τρεις μορφές: Αυτή «του δούλου» που πιστεύει επειδή φοβάται, «του μισθωτού», που πιστεύει επειδή περιμένει προσωπικά ανταλλάγματα και «του ελεύθερου» που πιστεύει επειδή αγαπά, όχι μόνο τον Θεό, αλλά και την Οικουμένη ολόκληρη και η πίστη του δίνει νόημα στη σχέση που κάνει μαζί της. Η ένταξη του ανθρώπου στην εκκλησιαστική κοινότητα και η παιδεία εντός της, κύριο στόχο έχει να βοηθήσει το μέλος της να περάσει από τις 2 πρώτες μορφές στην τελευταία.
Το βιβλίο κλείνει με την θέμα «Οι Τρεις Ιεράρχες για τον πόλεμο και την ειρήνη» «Οι Τρεις Ιεράρχες δεν κάνουν “ειρηνολογία”, δεν ζητούν από τους πιστούς απλά να επιδιώξουν μια ειρήνευση εξωτερική, τυπική, ο στόχος τους δεν είναι η “ειρηνική συνύπαρξη” χωρίς περιεχόμενο O κ. Αργυρόπουλος καταδεικνύει ότι σύμφωνα και με τους τρεις πατέρες αιτία των πολέμων και όλων των συγκρούσεων είναι η επιδίωξη συσσώρευσης πλούτου και δύναμης από άτομα ή έθνη σε βάρος των άλλων ανθρώπων. Σημειώνει δε το ρητορικό ερώτημα του Βασιλείου: «Μέχρι πότε θα υπάρχει πλούτος, που είναι η αφορμή του πολέμου;». Γι’ αυτό και η επιδίωξη της Ειρήνης δεν είναι δυνατό να γίνει σε βάρος της Δικαιοσύνης και την Ελευθερίας. «Ο Χριστιανός οφείλει να συγκρούεται με τους τυράννους» επισημαίνει ο Γρηγόριος. Και ο Χρυσόστομος προσθέτει «Προσέξτε λοιπόν ότι όλοι οι άνθρωποι δεν μαλώνουν για τα κοινά πράγματα, αλλά αντίθετα ζουν ειρηνικά. Όταν όμως κάποιος επιχειρήσει ν’ αρπάξει κάτι και να το κάνει δικό του, αρχίζει ο τσακωμός, σαν και η ίδια η φύση ν’ αγανακτεί..»
Οι αγώνας βέβαια για την Ειρήνη του Κόσμου, προϋποθέτει την εσωτερική ειρήνη του ειρηνοποιού, σημειώνει ο συγγραφέας, συμπυκνώνοντας την σκέψη των τριών πατέρων.
Συνεπώς, μετά από όλα αυτά, θεωρώ ότι αν μπορούσε να δοθεί ένας υπότιτλος σε αυτό το βιβλίο θα ήταν το ρητό του Γρηγόριου του Ναζιανζηνού που περιέχεται μέσα σε αυτό: «Μη τεντώνεις τα χέρια σου στον ουρανό αλλά στα χέρια των φτωχών. Αν εκτείνεις τα χέρια σου στα χέρια των φτωχών έπιασες την κορυφή του ουρανού».
Και μετά από όλα αυτά τι γίνεται με τη γιορτή; Να καταργηθεί; Μα στην πραγματικότητα έχει ήδη καταργηθεί ως εορτή που να επιβάλλει από τα πάνω την Ελληνικότητα και τον Χριστιανισμό! Ωστόσο, η ύπαρξη κάποιων τριών «παλαβών» από αγάπη για τον άνθρωπο, ακόμα και με τα μέτρα τα σημερινά, μας κάνει θυμόμαστε πόσο μακρινή είναι η ιστορία του ανθρωπισμού. Αν το καταλάβουν αυτό οι καθηγητές θρησκευτικών και οι υπεύθυνοι της Παιδείας, ίσως οι τρεις και άλλοι Χριστιανοί βρουν τη θέση τους ανάμεσα στους αγωνιστές υπέρ της απελευθέρωσης του ανθρώπου.







Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...