Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΣ-ΧΡΙΣΤΟΣ-ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΣ-ΧΡΙΣΤΟΣ-ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

“Όποιος ανάμεσά σας είναι αναμάρτητος ας ρίξει πρώτος πέτρα πάνω της”.

 



«Τότε οι δάσκαλοι του Νόμου και οι Φαρισαίοι έφεραν μια γυναίκα που την είχαν συλλάβει για προσβολή της συζυγικής τιμής (μοιχεία)· την έβαλαν στη μέση και του είπαν: “Διδάσκαλε, αυτή τη γυναίκα την έπιασαν επ’ αυτοφώρω να διαπράττει μοιχεία.  Ο Μωυσής στον Νόμο μάς έχει δώσει εντολή να λιθοβολούμε τέτοιου είδους γυναίκες· εσύ τι γνώμη έχεις;”  Αυτό το έλεγαν για να του στήσουν παγίδα, ώστε να βρουν κάποια κατηγορία εναντίον του. Ο Ιησούς τότε έσκυψε κάτω και με το δάχτυλο έγραφε στο χώμα.  Καθώς όμως επέμεναν να τον ρωτούν, σηκώθηκε πάνω και τους είπε: “Όποιος ανάμεσά σας είναι αναμάρτητος ας ρίξει πρώτος πέτρα πάνω της”.  Κι έσκυψε πάλι κάτω κι έγραφε στο χώμα.  Αυτοί όμως, όταν άκουσαν την απάντηση, άρχισαν - με πρώτους τους γεροντότερους - να φεύγουν ένας ένας, μέχρι και τον τελευταίο, και έμεινε μόνος ο Ιησούς και η γυναίκα στη μέση.  Τότε σηκώθηκε όρθιος ο Ιησούς και τη ρώτησε: “Γυναίκα, πού είναι οι κατήγοροί σου; Κα νένας δεν σε καταδίκασε;”  Εκείνη απάντησε: “Κανένας, Κύριε”. “Ούτε εγώ σε καταδικάζω”, είπε ο Ιησούς· “πήγαινε, κι από δω και πέρα μην αμαρτάνεις πια”». Ιωάννη 8, 3-11.

Την παραπάνω φράση του Λυτρωτή Χριστού συναντάμε στην ευαγγελική διήγηση για τη γυναίκα που κατηγορήθηκε για μοιχεία. Ίσως πρόκειται για την πιο έξυπνη και γεμάτη ανθρωπιά ατάκα στην ανθρώπινη ιστορία. Αυτή ήταν η απάντηση του στους γραμματείς και τους Φαρισαίους που απαιτούσαν  να την κατακρίνει.  Εκείνο όμως που συχνά μας διαφεύγει όμως είναι ότι ο Ιησούς όση ώρα ήταν παρόντες οι κατήγοροι δεν απευθύνθηκε με ύφος κριτή-δικαστή στη γυναίκα. Δε σήκωσε καν το βλέμμα του να την κοιτάξει επιτιμητικά. Έσκυψε και με το δάκτυλό του κάτι έγραφε στη γη… Ένας Θεός με  διάκριση ,λεπτότητα ,ευσπλαχνία, καλοσύνη, κατανόηση. Μόλις αναχώρησαν οι υποκριτές ,εκπρόσωποι της «ηθικής», σήκωσε το βλέμμα του την κοίταξε στα μάτια και της είπε: «ούτε εγώ σε καταδικάζω, πήγαινε  και από εδώ και πέρα μην αμαρτάνεις πια». Έτσι φέρεται ένας Θεός που δεν ήρθε για να μας κρίνει ,αλλά για να μας σώσει…


Α.

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2017

ΕΝΑΣ ΑΡΡΩΣΤΟΣ ΓΙΑ ΘΕΟ


(Θεολογικοί αναπαλμοί στην ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη)




Αναστασία Γκίτση
(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Καθοδόν, τεύχος 6 του 2000)








ΕΝΑΣ ΑΡΡΩΣΤΟΣ ΓΙΑ ΘΕΟ

(Θεολογικοί αναπαλμοί στην ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη)

Από εκείνη την στιγμήου όλοι θα βρεθείτε κάποτε), κατάλαβα πως δεν υπάρχει άλλη λύση, γύριζα, λοιπόν, τις νύχτες και τράνταζα τα γραμματοκιβώτια των δρόμων - μου οφείλουν μιαν απάντηση, εξάλλου είναι ανέντιμο όταν δεν έχεις να φας εσύ ναγοράζεις περίστροφα για εξομολογήσεις ή πώς να μην κλάψεις γιαυτόν που πρέπει να περιμένει τον  άλλο Σεπτέμβριο - έτσι, παρόλες τις προφυλάξεις μου αυτοί το κατόρθωσαν, καθώς έστριβα τη γωνιά μάρπαξαν κι έβαλαν έναν άλλο στη θέση μου, “βοήθεια φώναξα, η φωνή μου ακούστηκε από πολύ μακριά,
τουλάχιστο, θα μαναγνωρίσουν οι νεκροί μου
σκέφτηκα κι έτρεξα στο σταθμό και νύχτωνε σιγά σιγά  κι η πόλη χανόταν πέρα σένα απίθανο βάθος -
κι εγώ ήμουν άρρωστος για Θεό.
Είναι ίσως το μοναδικό επίθετο που θα χρησιμοποιηθεί τόσο εύστοχα από έναν ποιητή κι εγώ ήμουν άρρωστος για Θεό. Το εν κατακλείδι επίθετο που θα κορυφώσει την αρρώστια του για Θεό, μια αρρώστια που ξεκίνησε για τον Τάσο Λειβαδίτη στα μέσα την ποιητικής του ζωής, γύρω στα 1972, μετά από μια συντριπτική βίωση της ποίησης της ήττας. Γεννημένος στην Αθήνα το 1922 θα σπουδάσει νομικά και θα ασχοληθεί με την δημοσιογραφία. Από το 1952 έως και το 1972 θα εντρυφήσει στην ουμανιστική ποίηση, μια ποίηση που διασώζει τον τρυφερό ηρωισμό των ταπεινών και καταφρονημένων.
Κοιμήσου ήσυχος - αν και στην εποχή μας
ούτε οι νεκροί πια δεν μπορούν να βρουν
μια ήρεμη γωνιά ένα μικρό, δύο μέτρα τόπο,
ναπαγγιάσουν μακριά από διαψεύσεις,
σφάλματα, αναθεωρήσεις, σίγουροι
πως αύριο δε θα ξαναπεθάνουν.
Από το 1972 κι εξής κατά την δεύτερη περίοδο της ποιητικής του πορείας η ποιητική του κραυγή θυμίζει μετάνοια, μια αβίαστη ομολογία για τη θητεία στην αυταπάτη, την ψευδαίσθηση και την πειθαρχία σ’ έναν σκοπό που αποδείχτηκε ανίκανος να στηρίξει τα όνειρα και να σώσει τις ελπίδες. Η ποίηση του Λειβαδίτη μετά το ’72 έως και τον θάνατό του δεκαέξι χρόνια αργότερα το 1988 είναι μια διαμαρτυρία, βουβή σχεδόν και μυστική, ένας απύθμενος θρήνος για την ματαιότητα των αγώνων και την αποτυχία της επαναστάσεως. Εγκλωβισμένος στις επιρροές της λεγόμενης “ποίησης της ήττας” 1, η δημιουργία της οποίας αποδίδεται στην ήττα της  Αριστεράς (μέλος της οποίας ήταν ο ποιητής) προβάλλει στα ποιήματά του την συντριβή του. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε σκορπίσει τον όλεθρο. Τα εκατομμύρια των νεκρών, η μνήμη των στρατοπέδων και τα ολοκαυτώματα δεν άφηναν στους νικητές το περιθώριο για επινίκιους ύμνους παρά μόνο την πικρή γεύση του θανάτου και της τρέλας
...κοιμήσου, δεν είναι τίποτα. Μονάχα εκείνος ο τρελός λοχίας
από τον πόλεμο που κάθε νύχτα κλαίει και φωνάζει
από το γειτονικό νοσοκομείο... 2
Η καταρράκωση των οραμάτων και η βίαιη εξάρθρωση του ονείρου αναγκάζει τον ποιητή  ν’ αποστρέψει τα μάτια του από το καθεαυτό γεγονός και να ψάξει βαθύτερα, αναζητώντας τις αιτίες που το δημιούργησαν. Δεν αρκείται στο να αντικρίζει την απόγνωση στα πρόσωπα του πλήθους, αλλά βυθίζει το βλέμμα στις μυχιαίτερες πτυχές της ύπαρξης, και μέσα από αυτή του την αναδίφηση θα συντρίψει τον συμβιβασμό με την ιδέα της ήττας.
...οι νικημένοι δεν μπορούν να πεθάνουν...
ή αλλού πάλι θα γράψει γεμάτος τρυφερότητα
Ναι υπερασπίζαμε τη λευτεριά πολεμώντας
μα ακόμα
υπερασπίζαμε το δρόμο που παίζαμε παιδιά
τον τάφο που κοιμόταν η μητέρα μας
και κείνο το μικρό δεντράκι που κάτω από τα κλαδιά του
δώσαμε το πρώτο φιλί.
μ’ έντονη την αίσθηση της προσωπικής ενοχής και με ανοιχτούς τους πόρους της ποιητικής συνείδησης, δέχεται και την παραμικρή σταγόνα της πύρινης βροχής και αυτοπυρπολείται. Από εδώ και πέρα η μνήμη θα έρχεται και θα επανέρχεται τυραννικά.
...κανένα αγέρι δε θα σβήσει τα πατήματα στο χιόνι... κι αυτό το αμείλικτο παράπονο από την όψη των νεκρών.
Ακόμα και οι αναμνήσεις της ολότελα δικής του ζωής επανέρχονται βυθισμένες σε μια ομίχλη ασάφειας
...όλα τόσο μακρινά, τόσο θαμπά τόσο ανεπίστρεπτα
σα νάζησε τη ζωή μου ένας άλλος,
και μένα δε μου δόθηκε
παρά μονάχα
να πεθάνω. 3
Αυτή την σιωπηλή θλίψη θ’ αναβιώνει κάθε φορά στους ποιητικούς του ψιθύρους αναδεικνύοντας τον εαυτό του σαν έναν αισθαντικό, ευαίσθητο, τρυφερό, πονετικό και ανήσυχο ποιητή που πάλλεται σε ποικιλόχρωμους και άπειρους κόσμους. Είναι ο ποιητής που κατέγραψε με λέξεις τη σιωπή και τη θλίψη
η σιωπή κάνει τον κόσμο πιο μεγάλο, η θλίψη πιο δίκαιο.
Μια  θλίψη όμως που κυοφορεί την προσπάθεια για αγώνα, τον εσωτερικό, τον υπαρξιακό, την διάσωση της ελπίδας γιατί η ελπίδα υπάρχει όπου διογκώνεται η θλίψη
Έκανα να φύγω, αλλά στην πάροδο είδα το μουγκό παιδί,
είχε ακουμπήσει στον τοίχο κι έκλαιγε, και τώρα
πάνω στον τοίχο  ήταν ένα μικρό φωτισμένο παρεκκλήσιο.
Η ρωγμή στη βεβαιότητα της ιστορίας εμφανίστηκε απροσδόκητα κι ακαριαία, σαν να άνοιξε ο ποιητής το στερέωμα και να ανακάλυψε ξαφνικά πως η επανάσταση ήταν φενάκη.4 Από εδώ κι έπειτα ξεκινά η αναζήτηση του Θεού, διάχυτη είναι η ανάγκη, η δίψα και η πείνα για πλήρωση μεταφυσική. Ο Λειβαδίτης γίνεται άρρωστος για Θεό, νοσεί η ποίησή του από την επιδημία του απολύτου. Ζητά τον Θεό και γεύεται την δυσκολία της αναζήτησής του. Ξέρει όμως ότι το απόλυτο υπάρχει και θα συνεχίσει να το προσπαθεί.
Αιώνες τώρα χτυπάω τον τοίχο, μα κανείς δεν απαντάει.
Όμως εγώ ξέρω πώς πίσω από τον τοίχο είναι ο Θεός.
Γιατί μόνον Εκείνος δεν απαντάει.
Αυτός ο τοίχος τόσα χρόνια πριν υπήρξε το ερέθισμα της ποιητικής έκφρασης του Λειβαδίτη, ήταν ο κόσμος που έπρεπε ν’ αλλάξει και η αλλαγή απαιτούσε ριζικά μέτρα, μ’ απώτερο σκοπό το γκρέμισμα του τοίχου. Δεν είχε υποπτευθεί  τότε πως η Ιστορία ως τοίχος, ο κόσμος ως τοίχος, ήταν το προπέτασμα του Θεού, το προσωπείο του απολύτου, η εξακτίνωση της αγωνίας ως το τελευταίο μόριο της ύπαρξής μας. Δεν είχε αντιληφθεί τον αληθινό ρόλο που έπαιζε ο φύλακας της πύλης, ό,τι δηλαδή είχε αντιληφθεί ο Κάφκα ως οξυδερκέστερος και πλησιέστερος στην αγωνία.
Τι κάνεις εκεί;” του λέω. “Τι να κάνω μου λέει - “ανησυχώ
Και μου έδειξε ένα πλήθος πόρτες κλειστές.
Τώρα αντιλαμβάνεται ο ποιητής πως πίσω από τις πόρτες σιωπά η μεγάλη Απουσία, ως τυραννική Παρουσία. Τον καταδαμάζει το μυστήριο του σιωπώντος Θεού.5 Στις συνομιλίες του στο έργο του “Ο τυφλός με τον λύχνο” γράφει
Κύριε, μόνο με τη σιωπή σε νιώθουμε.
Κάθε ομιλία σε πληγώνει.
Κι οι λέξεις μας είναι τα τραύματά σου απόπου
μαζί με το αίμα σου , στάζει και λίγη απεραντοσύνη.
Η απεραντοσύνη του Θεού γίνεται αντιληπτή μόνο με τη σιωπή ο ίδιος γράφει στα “Χειρόγραφα του Φθινοπώρου”
Και κάθε φορά που μου μιλούσαν για τον Θεό
δεν τους πίστευα, αλλά ύστερα όταν έμενα μόνος
με τη σιωπή, καταλάβαινα και τον Θεό και το έργο του.
Ετσι εξάλλου αντιλαμβάνεται και ο Καζαντζάκης τον θεό σαν να είναι καλυμμένος με σιωπή. Τον ονομάζει Άβυσσο, Μυστήριο, Απόλυτο σκοτάδι, Ελπίδα, Τελευταία Απελπισία και Σιωπή με κεφαλαίο σίγμα. Αυτή η σιωπή του Θεού γίνεται νοητή μόνο ως θρήνος. Ο Θεός του Καζαντζάκη δεν είναι πάνσοφος, δεν είναι παντοδύναμος. Αγωνίζεται, κιντυνεύει κάθε στιγμή, τρέμει, παραπατάει σε κάθε ζωντανό, φωνάζει. Ακατάπαυστα νικιέται και πάλι ανασηκώνεται, γιομάτος αίμα και χώματα, και ξαναρχίζει τον αγώνα. Ο Θεός του Λειβαδίτη όμως δεν είναι αγωνιστής,
...στο βάθος ο Θεός φαινόταν πολύ μοναχός.
Ή σε κάποιο άλλο του ποίημα
Είχα φτάσει τόσο μακριά που ένιωθα στον ώμο μου
το στεναγμό του Θεού.
Ο Θεός του κλαίει συχνά και γοερά σαν τον Θεό του Μαλεβίτση για τον οποίο ο ίδιος γράφει στον  “έγκοπο λόγο”
Όταν θα έρθεις αυστηρός κριτής, μόλις κοιτάξεις μέσα στους νεφρούς και στις καρδιές μας, θα δακρύσεις.
Στην ποίηση του Λειβαδίτη το απόλυτο  κλαίει την καταδίκη του απολύτου,
Κύριε, άσε με να έρθω κοντά σου. Ίσως με την τόση
φτώχεια μου, τη μικρότητά μου,
τις τόσες τύψεις μου, να σε παρηγορήσω λίγο
τα βράδια που σε ακούω να κλαις.
Γιατί τόση τελειότητα είναι ήδη ένα μαρτύριο.
Το μαρτύριο συνεχίζεται για τον Αθηναίο ποιητή και κατακερματίζεται μόνο όταν πλημμυρίζεται η καρδιά του από την στιγμιαία αφθονία.
Κύριε, είσαι κρυμμένος πίσω από τόσα
αινίγματα, ίσκιους, σκοτεινές παραβολές - πώς
να σε βρω;
Όμως είναι στιγμές που σαναγνωρίζω: μια ξαφνική
αφθονία στην καρδιά μου σε προδίδει.
Η αναζήτηση του Θεού αναρριχάται αδηφάγα από την υπαρξιακή αγωνία του ποιητή και ανάγεται σε διακαή πόθο για την ανεύρεσή Του.
Κύριε , σε αναζήτησα παντού: στις δόξες της γης
και τουρανού, στο μεγαλείο των μητροπόλεων,
στων εποχών τα σταυροδρόμια -
κι εσύ περνούσες ταπεινά κι αθόρυβα στον πιο ακαθόριστο,
τη νύχτα, ρεμβασμό μου.
Η θλίψη του ποιητή εκχύνεται σ’ όλες τις εκφάνσεις του ποιητικού του αναπαλμού, υποθάλποντας έτσι όλο και περισσότερο την προσπάθειά του να προσεγγίσει τον Θεό που τον φέρνει κοντά στους ανθρώπινους ολολυγμούς.
Κύριε, όλα από σένα ξεκινούν. Κι όλα σε σένα θα
ρθουν να τελειώσουν.
Κι η άνοιξη δεν είναι παρά η νοσταλγία σου
για κείνες τις λίγες ώρες που έζησες στη γη.
Πρέπει να ομολογήσουμε πως τόσο σπαρακτική υπαρξιακή κένωση, τόση αναζήτηση Θεού, τόση δίψα αθανασίας, δεν ακούστηκε ποτέ από τους πλέον ένθεους Έλληνες ποιητές, τον Σικελιανό, τον Παπατσώνη, την Μελισσάνθη, τον Πεντζίκη, Τον Αναστάσιο Δρίβα, τον Πάσχο, τον Μουντέ και τον Χαραλαμπίδη. Όλοι αυτοί πίστευαν και πιστεύουν. Με τον Λειβαδίτη όμως είναι διαφορετικά.
-Κύριε, βοήθησέ με, του λέω, χάνομαι.
Μα αυτή είναι η βοήθειά μου - να χαθείς...
Για να σε ψάχνουν στους αιώνες!
Ίσως να τοβρα. Αλλά Δε θα σας το πω. Γιατί
τότε  εσείς τι θα ψάχνετε;
Ο ποιητής φόρεσε  κατάσαρκα τον μανδύα της άκρας ταπείνωσης, της μετάνοιας και της ήττας έσβησε το αλαζονικό του πρόσωπο μέσα στην απουσία και κρύφτηκε όπως ο Αδάμ το δείλι στον Παράδεισο μετά την ανυπακοή.
Γονάτισε και ακούμπησε το μέτωπό του κάτω στο πάτωμα, ήταν η δύσκολη ώρα. Κι όταν σηκώθηκε, το ντροπιασμένο πρόσωπό του, που όλοι ξέραμε, είχε μείνει εκεί, πάνω στις σανίδες, σαν ένα αναποδογυρισμένο άχρηστο κράνος.
Ο ίδιος γύρισε σπίτι δίχως πρόσωπο - σαν το Θεό.
Στις σελίδες του Λειβαδίτη βρίσκεται αποτυπωμένη η μαρτυρία της ψυχής του, μιμήθηκε ασυνειδήτως το βίο πολλών αγίων που σε κάποια στιγμή  της πορείας τους άλλαξαν προσανατολισμό και πορεύτηκαν με μοναδική πυξίδα την αγωνία  και όχι τον αγώνα. Ο Λειβαδίτης παραιτήθηκε από τον κόσμο και περπάτησε σε ατραπούς του μυστικού δάσους απορρίπτοντας συνεχώς τα φορτία της μέριμνας.
Τόσο φοβισμένος, που όταν μου έπαιρναν κάτι τους ευγνωμονούσα  που μου άφηναν τουλάχιστον την ανάμνησή του.
Αυτή η ανάμνηση της λεηλατημένης ζωής είναι η ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη.
Άνθρωποι που πολύ τους ταπείνωσαν κι ο Θεός
τους λυπήθηκε και τους έδωσε και μια προηγούμενη ζωή
-έτσι θυμούνται τώρα περισσότερα.
Ο προδομένος, ο ηττημένος, ο άρρωστος για Θεό ποιητής, ο τρυφερός, ο αναρχικός και ο ανέστιος, ο διψών την δικαιοσύνη, αυτός που αγρυπνεί, που τις “νύχτες δεν μπορεί να κοιμηθεί επειδή οι μεγάλες φτερούγες του δεν χωράνε μέσα στον ύπνο”, γνωρίζει πλέον τι είναι Θεός γιατί έχει γνωρίσει την αποτυχία της αναζήτησης, γι’ αυτό και περήφανος μέσα στην εξουθένωσή του φωνάζει την απάντηση.
Μα πώς περπατάς επί των κυμάτων...” ρώτησα
Έχασα το δρόμο μου λέει.6
Αυτός είναι ο Τάσος Λειβαδίτης, ο περιπατητής των κυμάτων, που χάνει τον δρόμο μα κάνει απεγνωσμένες προσπάθειες για να τον βρει. Μέσα στα ποιήματά του γίνεται κατάφωρη η ευέλικτη τοποθέτηση των θεολογικών του ανησυχιών. Αν και την ποιητική του πορεία θα μπορούσαμε να την χωρίσουμε σε δύο περιόδους και κατά την πρώτη και κατά την δεύτερη η αναφορά στον Θεό είναι έκδηλη στην μεν πρώτη περίοδο όπου το μαχητικό και πνευματικό πνεύμα συμβαδίζει απαράμιλλα με τις χριστιανικές αρχές, όπως λόγου χάρη βλέπουμε στο εξής του ποίημα,
Ακούω τώρα τις αρβύλες στο χιόνι
σε λίγο θα πας να κοιμηθείς
καληνύχτα, λυπημένε αδελφέ μου
αν τύχει να δεις ένα μεγάλο αστέρι είναι που θα σε
συλλογίζομαι
καθώς θακουμπήσεις τόπλο σου στη γωνιά
θα ξαναγίνεις ένα σπουργίτι.
Κι όταν θα σου πουν να με πυροβολήσεις
χτύπα με αλλού
μη σημαδέψεις την καρδιά μου
κάπου βαθιά της ζει το παιδικό σου πρόσωπο.
Δεν θα θελα να το λαβώσεις.
Το όραμα ενυπάρχει στους στίχους του άλλα αρχίζει να μεταπλάθεται, αλλάζει, από επαναστατικό γίνεται θρησκευτικό και κατανυκτικό, η ένταση όμως παραμένει η ίδια.7 Και στην δεύτερη περίοδο κατά τη οποία η αναζήτηση του Θεού γίνεται πυρ καταναλίσκων που σιγοκαίει την ψυχή του ποιητή και παρεισφρήει στις υπαρξιακές του κραυγές, για να μπορέσει μετά από έναν άνισο αγώνα με την αγωνία και την αρρώστια του για Θεό να χαμηλώσει με κατάνυξη το κεφάλι και να νιώσει την ανθρώπινη αδυναμία μπροστά στο μεγαλείο του Απολύτου, του πιο ωραίου, του άφατου.
κι όπως κοίταξα τον ουρανό, Θεέ μου,
τι απεραντοσύνη,
πόσα άστρα,
μέπιασε πανικός.
Ο αναζητητής του Θεού γίνεται ο συγκάτοικος με τον οποίο μπορεί και συνομιλεί μέσα σε μια κάμαρα, είναι ο συνομιλητής του,  η απόλυτη Παρουσία
Κύριε, συγκατοικούμε αιώνες μες την ίδια κάμαρα,
αλλά δεν μπορώ να δω το πρόσωπό σου.
Όμως σακούω κάποτε να περπατάς βαρύς μέσα στις
λέξεις μου, άπληστος να ξεπεράσεις
τα όρια αυτού του κόσμου.
Αυτός ο κόσμος για τον οποίο αγωνίστηκε και για τον οποίο υπέφερε υπομονετικά την τετράχρονη εξορία του, αυτός ο κόσμος που προσπάθησε να αλλάξει με τους συντρόφους του μεταξύ των οποίων και ο φίλος του Γιάννης Ρίτσος, ο ίδιος κόσμος είναι για τον ποιητή ένας κόσμος ευτελής, ένας επικίνδυνος ακόμη και για τον Θεό του.
Θεέ μου, γιατί δεν μπορώ να σε καταλάβω;
Ίσως όμως αν σε καταλάβαινα να μην μπορούσα
ναντέξω το βάρος σου.
Θεέ μου, μαυτήν την ευτελή πραγματικότητα
γύρω μας κινδυνεύεις.
Πώς να σε σώσω...
Eίναι ίσως αυτό που ο Μαλεβίτσης είχε γράψει τονίζοντας την ανθρώπινη ένδεια,
Ένας ένας πεθαίνουν οι ποιητές μας. Και θα φτωχαίνουμε.
Με τί γλώσσα θα σου μιλήσουμε, την ώρα που θα σε υποδεχτούμε;
Το 1988 έγινε ακόμη πιο φτωχή αυτή η γλώσσα χάνοντας τον ποιητή που αναζήτησε απεγνωσμένα τον Θεό στον έρωτα, στις αναμνήσεις, στην ώριμη πια ηλικία του, όταν ύστερα από το υπαρξιακό κενό και την κονιορτοποίηση του κοινωνικού οράματος λέει
Ανοίγω τότε το παράθυρο Και άθελά μου χαμογελώ.
Ο Θεός για άλλη μια φορά, με κέρδιζε με
την καινούργια μέρα του.
Η πίστη του ριζωμένη στην ουσία και όχι στον τύπο προκαλεί με τον αυθορμητισμό της και παρουσιάζεται άρρηκτα δεμένη με το ωραίο που στον Λειβαδίτη ενυπάρχει στην τραγική φιγούρα της γυναίκας. Περισσότερο ερωτικός παρά ορθόδοξος θα καταφέρει να εναρμονίσει το ωραίο με το Θεό, όχι όμως το θεϊκά ωραίο αλλά το ανθρώπινα ωραίο,  το γυναικείο χοϊκό κορμί που το λαχταρά γυμνό, σαν το προπτωτικά ανθρώπινο σώμα
Μα ναι, σου λέω,
πιστεύω στον Θεό,
γιαυτό σε θέλω
ολόγυμνη
μέσα στην εκκλησιά.
Η σύγκραση του ωραίου και του αγνού, της πίστης και της ολόγυμνης ψυχής, της ψυχής του ανθρώπου που δύναται να υπάρξει ολόγυμνη μέσα στην εκκλησία χωρίς να προκαλέσει, παρά μόνο να μας θυμίσει την κατά φήσιν ωραιότητα του γυμνού σώματος των πρωτοπλάστων. Και αυτό το αδιαίρετο συνοθύλευμα του ωραίου και του αγίου έχει την αποκορύφωσή του στο ποίημα του Λειβαδίτη Η γέννηση
Ενάλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα.
Χτύπησα την πόρτα και μπήκα.
Μου δείξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό σταυρό.
Είδες, μου λέει - γεννήθηκε η ευσπλαχνία.
Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ,
γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε
θαχαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απαυτό.
Πραγματικά δεν πιστεύω πώς θα μπορούσαμε να πούμε τίποτα πιο ωραίο από αυτό που τόσο λακωνικά και ευέλικτα ψιθυρίζει ο ποιητής έχοντας κατανυκτικά χαμηλωμένο το κεφάλι του. Γιατί δεν ταιριάζει στον Θεό παρά μόνο η ταπεινότητα που διαπνέει την ψυχή μας  και προδίδει τις πράξεις μας,  πράξεις σιωπηλά ηθικές, πράξεις μεστές από αγάπη και σιωπή. Στο Απόλυτο δεν χρειάζονται πομπώδεις  εκφράσεις και κακέκτυπες ψυχικές διαχύσεις, παρά μόνο σιωπή σαν αυτή που αρμόζει στο Μέγα Μυστήριο
Ξέχειλη από σιωπή η απέραντη αίθουσα.
Και το πιάνο ήταν η μεγάλη, αγία Τράπεζα
όπου πάνω της, τα χέρια ενός άντρα, λιγνά κι ασυγκράτητα
κόβαν και μοίραζαν γύρω
τον άρτο της αιωνιότητας.





Σημειώσεις
Ο χαρακτηρισμός ανήκει στον Β, Λεοντάρη, “ η ποίηση της ήττας ”, Επιθεώρηση της Τέχνης , 106 (1963), σ. 520-524
Περιοδ. “ η λέξη”, τεύχος 130, Νοέμβρης- Δεκέμβρης 1995. σ. 801
Περιοδ. “ η λέξη”, τεύχος 130, Νοέμβρης- Δεκέμβρης 1995. σ. 803
Για το έναυσμα της θεολογικής αναζήτησης  του ποιητή βλ. Κώστας Γεωργουσόπουλος, “ένας άρρωστος για Θεό” Περιοδ. “ η λέξη”, τεύχος 130, Νοέμβρης- Δεκέμβρης 1995. σ. 737 - 739
Οπ. παρ. σ. 738
Οπ. παρ. σ. 738 – 739
Βλ. Μανόλης Πρατικάκης, “ προσέγγιση  στη δεύτερη περίοδο της ποίησης του Τ. Λειβαδίτη” Περιοδ. “ η λέξη”, τεύχος 130, Νοέμβρης- Δεκέμβρης 1995. σ. 792-799

βιβλιογραφία:

Περιοδ. “Η λέξη”, ειδικό τεύχος 130, Νοέμβριος- Δεκέμβριος  1995.
Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική. εκδ. Καζαντζάκη, Αθήνα, 1985.
Τάσος Λειβαδίτης, Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου. εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1994
Τάσος Λειβαδίτης, Ποιήματα 1958-1964. εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1984.
Τάσος Λειβαδίτης, Βιολέτες για μια εποχή. εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1985.
Τάσος Λειβαδίτης, Ο τυφλός με το λύχνο. . εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1991.

Χρήστος Μαλεβίτσης, Έγκοπος λόγος. Εκδ. Φίλων, Αθήνα.

Κυριακή 17 Απριλίου 2016

Έσωσε την πόρνη... "Έδωσε " το Ιερατείο...

του π.Χαράλαμπου Κοπανάκη
(το αλίευσα από τη σελίδα του στο fb)



Έστησε το σώμα Του ασπίδα
και έσωσε την πόρνη
από τις πέτρες,
που κρατούσαν στα χέρια τους
οι νυκτερινοί κρυφοί εραστές της.
Έκανε το στόμα Του μαστίγιο 
και ξεμπρόστιασε την υποκρισία του ιερατείου.
Έκτοτε, 
θαρρείς και καταράστηκε 
τους κάθε είδους
και μορφής ιερείς, 
να διώκουν πόρνες και αμαρτωλούς 
και ταυτόχρονα τα φοβερά "ουαί "
πάντα σαν να λέγονται γι' αυτούς...
Υ.Γ. Μη θαρρείς....και γω περιλαμβάνομαι σε αυτούς....

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2015

Π.Νέλλας:Ο Xριστός δυναμιτίζει ριζικά την καλοστεκούμενη κοινωνία μας.



Στην μνήμη του Παναγιώτη Νέλλα ,ενός από τους μεγαλύτερους έλληνες σύγχρονους θεολόγους, αναδημοσιεύουμε μια επιστολή του που μας έστειλε ο φίλος Αντώνης Παναγάκης, δημοσιευμένη στο περιοδικό «Aναρχοχριστιανισμός», τονAύγουστο του 1986. H επιστολή έχει ημερομηνία 19 Φεβρουαρίου 1986 και είναι από τα τελευταία -αν όχι το τελευταίο- κείμενό του. 


Xαλάνδρι 19-2-1986

«Aγαπητοί φίλοι,

Έλαβα το φάκελο με τα κείμενά σας για τη “σχέση του Aναρχισμού με τον Nικόλαο Kαβάσιλα” και με τη “βυζαντινή τέχνη”, καθώς και το μικρό απόσπασμα του Kλαρκ και το γράμμα σας.
Λυπάμαι που δεν μπορώ να ανταποκριθώ στην πρόσκλησή σας να σχολιάσω το κείμενο του Kλαρκ. Δεν είναι μόνο η έλλειψη του απαιτούμενου χρόνου, αλλά και η μεγάλη απόσταση που με χωρίζει από τον Kλαρκ και γενικότερα από τον χώρο του Aναρχισμού, που δεν μου το επιτρέπουν.
Ωστόσο το γράμμα σας και τα δύο κείμενά σας πρέπει να ομολογήσω ότι με συνεκίνησαν. Bλέπω πίσω από την προσπάθειά σας τον πόνο χιλιάδων ευαίσθητων σημερινών νέων, που σφαδάζουν μέσα στα ασφυκτικά πλαίσια της κοινωνίας μας, που νοιώθουν να χάνεται όχι απλά η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αλλά η ίδια η ανθρώπινη υπόστασή τους μέσα στην τόσο ριζική και ανελέητη σημερινή στέρηση της ελευθερίας. Kι είναι σωστή αυτή η αίσθηση, αφού σύμφωνα με τον Kαβάσιλα, που φαίνεται να αγαπάτε ιδιαίτερα, “ταυτόν εστίν επεOν απολέσαι τό αυτεξούσιον καί απολέσαι τόν άνθρωπον”.
Kατανοώ αυτό τον πόνο και, στο μικρό μέτρο που διαθέτω “ωτα ακούειν”, ακούω την κραυγή που βγάζουν τόσοι νέοι στις μέρες μας, αλλά και την κραυγή που βγαίνει μέσα από τον ονομαζόμενο “χώρο του αναρχισμού”. Bέβαια, πρέπει να ομολογήσω ότι ελάχιστα γνωρίζω για το χώρο αυτό και ότι συχνά, όπως στο μεγάλο κοινό, η φωνή του φθάνει και σε μένα μέσα από ενέργειες βίαιες, πράγμα που μου δημιουργεί την αίσθηση μιας θεμελιακής αντίφασης: πώς είναι δυνατόν η ελευθερία (όχι απλώς η εθνική ή κοινωνική αλλά η ριζική, η ελευθερία εκείνη που συνιστά τον άνθρωπο) να ενεργεί με βία; H ελευθερία δεν πραγματώνεται παρά μέσα στην αγάπη, είναι η αγάπη.
Σκεφθείτε: όταν αγαπήσω κάτι, αυτό, ο,τιδήποτε και νάναι, γίνεται δικό μου, δηλαδή χώρος, στον οποίο μ’ αρέσει, θέλω, επιθυμώ να είμαι, χώρος ελεύθερος, ελευθερία. Oι μαθητές του Σωκράτη τον έβλεπαν στο κελλί και ήθελαν να τον απελευθερώσουν. Aυτός όμως ήταν ελεύθερος. Tο ίδιο και ο Παύλος.
Δεν κερδίζεται η ελευθερία με την απελευθέρωση.
 Eίναι διαφορετικής τάξεως πράγμα από την απελευθέρωση, όπως και από την ανεξαρτησία. Oι τελευταίες αυτές πραγματικότητες ανήκουν στο επίπεδο του Kράτους, της εξουσίας, των δομών οργάνωσης της κοινωνίας. Aλλά η ελευθερία δεν ανήκει σ’ αυτό το επίπεδο. H αφετηριακή θέση σας νομίζω ότι είναι πολύ ορθή. Έχετε καταφέρει να διατυπώσετε μια πολύ μεγάλη αλήθεια: στο επίπεδο του Kράτους, της εξουσίας, των οποιωνδήποτε δομών οργάνωσης της κοινωνίας όντως και πολύ απλά δεν υπάρχει ελευθερία. Kαμιά δόμηση της κοινωνίας δεν μπορεί να παρέξει ελευθερία. Kι αν καταλυθεί το Kράτος και υπάρξει οποιαδήποτε άλλη δόμηση της κοινωνίας, και αυτή από την ίδια της τη φύση θα στερεί την ελευθερία. Kι εσείς οι ίδιοι αν πετύχετε αυτό που θέλετε, μόλις το πετύχετε, με το που θα το πετύχετε φανερά, κοινωνικά, θα το καταστρέψετε. Γιατί από τη στιγμή που επιχειρήσει κάποιος να κάνει την ελευθερία κατάσταση, η ελευθερία αίρεται. H μόνη διάρκεια της ελευθερίας είναι η αγάπη. Γι’ αυτό μίλησα για αντίφαση.
Όμως, τόσο στο γράμμα σας, όσο και στα δύο κείμενά σας βρίσκω στοιχεία που δείχνουν ότι ζητάτε να κινηθείτε προς μια τέτοια κατεύθυνση. Γι’ αυτό θα προσθέσω κάτι που δεν έχει κανείς δικαίωμα να το λέει με ευκολία. Στηρίζομαι όμως για να το διατυπώσω όχι σε μένα -πράγματικά δεν έχω αυτό το δικαίωμα- αλλά σε σας: στον πόνο που κλείνει μέσα της η προσπάθειά σας και στη ριζικότητα που χαρακτηρίζει την αναζήτησή σας. Aυτή η ρωμαλέα, η απαιτητική ριζικότητά σας με υποχρεώνει να μιλήσω ριζικά.
Στον κόσμο αυτό στον οποίο ζούμε δεν υπάρχει ελευθερία, επειδή ο κόσμος έχει αρχή. Kαι κάθε τι που έχει αρχή φέρνει εξ ορισμού μέσα στην ύπαρξή του δεσμεύσεις. H ελευθερία, πράγματι, δεν μπορεί να υπάρξει παρά στην αναρχία, είναι άναρχη. Kαι πώς είναι ποτέ δυνατό ο κόσμος ή ο άνθρωπος να ξεπεράσει το γεγονός ότι έχει αρχή;
Όμως αυτό το κατά φύση αδύνατο γίνεται δυνατό επειδή μέσα στον κόσμο μας ήρθε ο μοναδικός Άναρχος. Kαι ήρθε πραγματικά, έκανε το κόσμο, την υποκείμενη οντολογικά σε δεσμεύσεις φύση μας σάρκα Tου, χωρίς να λάβει από τη φύση μας την αρχή Tου. Kι έτσι έδωσε τη δυνατότητα στον άνθρωπο να ζήσει, ακόμη περισσότερο να γίνει και αυτός άναρχος. Aν δεν μας έδινε τέτοιας φύσεως πράγματα ο Xριστός δεν θα Tον χρειαζόμασταν. Θα ήταν ένας απλός κοινωικός αναμορφωτής. Aλλά ο Xριστός δυναμιτίζει ριζικά την καλοστεκούμενη κοινωνία μας.
Kαλεί και οδηγεί τον άνθρωπο να γίνει αληθινά και πραγματικά άναρχος, πράγμα που, απ’ ό,τι διαισθάνομαι, πρέπει μάλλον να αποτελεί και την πιο μύχια αναζήτηση κάθε γνήσιου αναρχικού.
Θα σταματήσω εδώ, αγαπητοί φίλοι. Σας στέλνω αυτό το γράμμα σαν ένα πραγματικό, γνήσιο, ειλικρινά εγκάρδιο χαιρετισμό.
Aν κάποτε βρεθείτε στην Aθήνα κι έχετε διαθέσιμο χρόνο, θα χαρώ να βρεθούμε να κουβεντιάσουμε. Δεν ξέρω εσείς, αλλά εγώ σίγουρα έχω να κερδίσω από μια τέτοια συνάντηση. H ρωμαλέα ριζική αναζήτηση, που σας χαρακτηρίζει, μου χρειάζεται και μένα. Γιατί χωρίς αυτή δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν αυτά για τα οποία τόλμησα να μιλήσω πιο πάνω.
Σας χαιρετώ
Φιλικώτατα"

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...