"Η Εκκλησία δεν είναι μια κλειστή εταιρεία σεσωσμένων, που απολαμβάνουν, αποκλειστικά αυτοί, τα δώρα του Θεού και διεκδικούν να εξασφαλίσουν ανέσεις, προνόμια και κοσμική εξουσία." Αναστάσιος Αλβανίας
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΑΝΑΤΙΣΜΟΣ -ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΑΝΑΤΙΣΜΟΣ -ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014
Τετάρτη 17 Απριλίου 2013
π. Βασίλειος Καλλιακμάνης:Μήπως γράφουμε με εμπάθεια;
α) Πολλοί θεολόγοι και κληρικοί αλλά και λευκασμένοι επίσκοποι συντάσσουν και δημοσιεύουν στις μέρες μας διάφορα κείμενα. Ωστόσο ορισμένοι μη έχοντας επίγνωση του βάρους των λεγομένων τους ακολουθούν την κοσμική αντίληψη της ανταγωνιστικής δημοσιογραφίας.
Μετρούν με αυταρέσκεια και καύχηση την επισκεψιμότητα των προσωπικών τους ιστολογίων, μετατρέπουν το θεολογικό λόγο σε εμπορική είδηση και όχι σπάνια καπηλεύονται το θείο λόγο.
β) Οξύτητα, εμπάθεια, υπονοούμενα, μνησικακία, εξουθένωση των διαφωνούντων, αναπόδεικτες κατηγορίες και αδιακρισία χρησιμοποιούνται χωρίς συστολή και συχνά «αλλήλους δάκνομεν και κατεσθίομεν» (βλ. Γαλ. 5,15). Και δεν φοβόμαστε μήπως τρώγοντας τις σάρκες μας και δαπανώντας τις θεολογικές δυνάμεις βρισκόμαστε εκτός της πατερικής παραδόσεως, την οποία επικαλούμαστε και εν ονόματι της οποίας δήθεν γράφουμε.
γ) Στην πατερική εκκλησιαστική παράδοση τίθεται συχνά το ζήτημα των προϋποθέσεων της σύνταξης θεολογικών κειμένων. Ο Άγιος Γρηγόριος Σιναΐτης (1255-1347) συνοψίζοντας παράδοση πολλών αιώνων αναφέρει ότι υπάρχουν τρεις τρόποι εκπόνησης ενός θεολογικού συγγράμματος, που είναι αδιάβλητοι και ακατάκριτοι. «Πρώτος ο δι’ υπόμνησιν εαυτού· δεύτερος ο προς ωφέλειαν των άλλων· τρίτος ο δι’ υπακοήν συγγραφόμενος· ενώ και τα πλείστα των γραφών συνετέθησαν τοις ταπεινώς εκζητήσασι τον λόγον».
δ) Δηλαδή πρώτος αδιάβλητος τρόπος συγγραφής είναι η καλλιέργεια της μνήμης του ίδιου του συγγραφέα. Δεύτερος είναι η κοινοποίηση της γνώσης και η πνευματική ωφέλεια των άλλων. Και τρίτος αδιάβλητος τρόπος συγγραφής είναι εκείνος που γίνεται από υπακοή σε αυτούς που με ταπείνωση και διάκριση ζήτησαν να γνωρίσουν την αλήθεια των πραγμάτων. Υπάρχουν όμως κι άλλοι λόγοι συγγραφής, οι οποίοι σύμφωνα με τον όσιο Γρηγόριο απορρίπτονται. Εκείνος που γράφει θεολογικά κείμενα, με στόχο να αρέσει, να δοξαστεί και να επιδειχθεί, πήρε κιόλας το μισθό του και δεν έχει καμία ωφέλεια ούτε εδώ αλλά ούτε στη μέλλουσα ζωή. Αυτός θα καταδικαστεί ως ανθρωπάρεσκος και δόλιος, αφού καπηλεύεται το λόγο του Θεού.
ε) Στους ιερούς νηπτικούς τίθεται ακόμη το θέμα της εμπαθούς προσέγγισης των ιερών κειμένων. Ο Νικήτας Στηθάτος υποστηρίζει ότι είναι επισφαλές να ερευνά κάποιος με κοσμικό και υλιστικό πνεύμα τις θείες αλήθειες ακολουθώντας τους λογισμούς του, διότι κυριευμένος από φθόνο, ζηλοτυπία, φιλονικία και διχοστασία περιγελά και θεωρεί ανόητους όσους προσεγγίζουν πνευματικά και με «νουν Χριστού» τα θεία και ανθρώπινα πράγματα. Κάτι ανάλογο συμβαίνει, όταν βιάζονται, στρατεύονται ή αυτονομούνται από το νοηματικό τους πλαίσιο αγιογραφικά και πατερικά χωρία, προκειμένου να στηρίξουν τις απόψεις κάποιου συγγραφέα.
στ) Όλα τα παραπάνω συνδέονται και με τη συγγραφή της Κλίμακας του Αγίου Ιωάννη του Σιναΐτη, που η Εκκλησία τιμά σήμερα. Διαβάζοντας ο αναγνώστης την επιστολή του Ηγουμένου της Ραϊθώ προς τον Όσιο Ιωάννη κατανοεί ότι η Κλίμαξ αποτελεί «τέκνο υπακοής». «Σε παρακαλούμε», γράφει ο Ηγούμενος στο Όσιο Ιωάννη, «μην αρνηθείς να μας αναπτύξεις πρόθυμα και με ευκρίνεια, σαν πραγματικός μέγας καθηγητής, τα πρέποντα στη μοναχική ζωή προς σωτηρία αυτών που διάλεξαν την αγγελική πολιτεία».
ζ) Ο Ιωάννης απαντά στον Ηγούμενο με ταπείνωση: «Τολμώ να γράψω το βιβλίο αυτό, διότι διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος να απορρίψω από πάνω μου το ζυγό της ευλογημένης υπακοής… όχι για δική σου καθοδήγηση. Εξάλλου εσύ μας στερεώνεις στα θεία ήθη και διδάγματα. Το στέλνω για τη συνοδεία των αδελφών… κι αν συναντήσει κάποιος κάτι ωφέλιμο, να το λογαριάσει στον καλό μας ηγούμενο… Και ας μη σταθεί στα λεγόμενα, διότι είναι πράγματι μηδαμινά και γεμάτα από κάθε άγνοια και απειρία, αλλά ας αποδεχθεί την πρόθεση του προσφέροντος, καθώς το δίλεπτο της χήρας». Οι λόγοι του συγγραφέα της Κλίμακος αλλά και των άλλων νηπτικών πατέρων αποτελούν καθρέπτη για όσους συντάσσουν θεολογικά κείμενα σε κάθε εποχή.
http://www.makthes.gr/news/opinions/102900/
Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012
Πρωτ. Βασιλείου Θερμού:Η αντιμετώπιση της «εκκλησιαστικής» βίας
Πριν από λίγες εβδομάδες κάποιος επετέθη με μαχαίρι κατά του Μητροπολίτη Δημητριάδος και ευτυχώς δεν τον τραυμάτισε. Η είδηση εξαφανίστηκε
γρήγορα με την συμπλήρωση ότι επρόκειτο περί ατόμου ψυχιατρικώς νοσούντος του οποίου διετάχθη η υποχρεωτική θεραπεία, κάτι που δεν είχε συμβή κατά την προηγούμενη φραστική επίθεση του ιδίου κατά του ιδίου Μητροπολίτη εντός ναού. (Επειδή ζούμε σε εποχές καχυποψίας να δηλώσω προκαταβολικά ότι γράφω αφ’ εαυτού, χωρίς συνεννόηση με τον μητροπολίτη Δημητριάδος).
Η (αληθής) αναφορά στην ψυχιατρική διαταραχή δεν θα πρέπει να επικαλύψει το γενικώτερο κλίμα εντός του οποίου έλαβαν χώρα τα δύο αυτά γεγονότα, κλίμα το οποίο ενθάρρυνε την αχαλίνωτη επιθετικότητα. Ο βιαιοπραγήσας κατηγόρησε τον συγκεκριμένο μητροπολίτη για οικουμενισμό, νεωτερισμούς και άλλα.
Λίγα χρόνια πριν, λοιπόν, είχε προηγηθή μια οργανωμένη διακοπή της ακολουθίας του Εσπερινού σε πανηγυρίζοντα ναό του Βόλου, από χριστιανούς οι οποίοι είχαν προσέλθει επί τούτου προκειμένου να διαμαρτυρηθούν για την απαγγελία των αναγνωσμάτων στη νέα ελληνική, προετοιμασμένοι μάλιστα με βιντεοκάμερες. Οι αδελφοί μας αυτοί ουδέποτε αντιμετώπισαν εκκλησιαστικές συνέπειες για την βέβηλη πράξη οχλαγωγικής διακοπής της Λατρείας.
Με όσα γράφω εδώ δεν υποστηρίζω φυσικά την ποινικοποίηση των φρονημάτων, αλλοίμονο! Η ειρηνική διαφωνία μέσα στην εκκλησιαστική μας ζωή αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα (που άλλωστε το εξασκώ και εγώ, όπως όλοι γνωρίζουν). Δικαίωμα που κανένας, ούτε και οι επίσκοποί μας, δεν νομιμοποιούνται να αφαιρέσουν. Αντίθετα, θα έλεγα ότι μάλλον χρειάζεται να ακούν περισσότερο τη φωνή του πληρώματος, κυρίως όταν αυτό διαφωνεί.
Αλλά η βία δεν αποτελεί διάλογο. Έτσι υποχρεούμαι να επισημάνω πως το γεγονός της διακοπής εκείνου του Εσπερινού είχε απασχολήσει την επικαιρότητα, εντελώς αποπροσανατολιστικά, μόνο ως ζήτημα υπέρ ή κατά των μεταφράσεων και καθόλου ως πρόβλημα στοιχειώδους λατρευτικής ευταξίας. Δεν φάνηκε να ανησύχησαν, ούτε το εκκλησιαστικό σώμα ούτε η Ιερά Σύνοδος, για την αντιχριστιανική πράξη της οργανωμένης και προετοιμασμένης ταραχώδους διακοπής εκκλησιαστικής ακολουθίας, από πιστούς που καυχώνται πως είναι ευσεβέστεροι όλων, ως δήθεν παραδοσιακοί!
Παρόμοια γεγονότα ‘εκκλησιαστικής’ αυθάδειας και βίας είχαν λάβει χώρα κατά το παρελθόν στη Λάρισα. Και εκεί ουδέποτε είχαν κληθή οι πρωταίτιοι των αήθων διαμαρτυριών (θυμίζω: κραυγές εντός του ναού, ρίψη αυγών σε λιτανεία κ.ά.) σε προσωπική ποιμαντική συζήτηση ώστε αν αυτή απέβαινε άκαρπη να αντιμετωπισθούν με εκκλησιαστικές κυρώσεις. (Αν και νομίζω ότι όταν ο αρμόδιος επίσκοπος ή εκπρόσωποι της Συνόδου συμφάγουν αγαπητικά με τους διαφωνούντες και συζητήσουν διεξοδικά, δεν θα απαιτηθούν κυρώσεις...)
Καταθέτω λοιπόν εδώ την πρόταση πως η σιγή ενώπιον εκείνου του παραπτώματος στον Βόλο ενθάρρυνε την κλιμάκωση των ανατρεπτικών εκδηλώσεων, κορύφωση των οποίων υπήρξε η πρόσφατη βιαιοπραγία. Η θεωρηθείσα ως ελευθερία του πράττειν κατά το δοκούν και χωρίς συνέπειες είχε ως αποτέλεσμα κάποιος εξ αυτών που, λόγω της ψυχοπαθολογίας του στερείτο της ικανότητας για αυτοσυγκράτηση, να προβή στο αδιανόητο για Χριστιανό διάβημα σωματικής βίας, και μάλιστα κατά επισκόπου.
Της σωματικής βίας δηλαδή είχε προηγηθή η οχλαγωγική λεκτική βία, η οποία φαίνεται ότι τον ‘εκπαίδευσε’ και τον ενθάρρυνε στην κλιμάκωση. Αβίαστα έρχεται λοιπόν στο νου όλων μας η ανησυχία για το τι πρόκειται να δουν τα μάτια μας αν στο μέλλον κάποιοι άλλοι τους μιμηθούν αλλού και επιχειρήσουν την δια βοής διακοπή της ακολουθίας επειδή διαφωνούν π.χ. με το κήρυγμα του επισκόπου ή με το τυπικό που ακολουθεί ή με τα ακριβά άμφια που φορά ή με τη συνοδική εγκύκλιο που αναγινώσκει ή με τον τρόπο ζωής του κ.π.ά. Πού θα οδηγηθούμε;
Ενισχυτικές της άποψης ότι πρόκειται για κλιμάκωση λόγω απουσίας συνεπειών είναι, φρονώ, και οι πρόσφατες απειλές κατά του μητροπολίτη Σιατίστης που διαφώνησε με τους χρυσαυγίτες, καθώς και τα υβρεολόγια που συχνά φιλοξενούνται σε ‘χριστιανικά’ ιστολόγια. (Παρεμπιπτόντως, απειλητικό ανώνυμο τηλεφώνημα είχα δεχθή και εγώ το 2001 για κάποιες απόψεις μου). Η γενικώτερη ανομία της νεοελληνικής κοινωνίας και οι βίαιες διαμαρτυρίες των τελευταίων ετών φαίνεται ότι έχουν διεισδύσει ως νοοτροπία και σε κάποιους εκκλησιαστικούς κύκλους οι οποίοι ανέκαθεν διακρίνονταν για τη επιθετικότητά τους, και μάλιστα την θεωρούν τίτλο τιμής.
Αλλά το τέρας της βίας δεν κατευνάζεται με την ανοχή, όπως έχει δείξει πικρή ιστορική πείρα. Εξ άλλου ίσως δεν κάνουμε καλό στους οργισμένους με το να αφήνουμε την επιθετικότητά τους χωρίς συνέπειες. Μοιάζουν με το παιδί που παραφέρεται στην οικογένεια και οι γονείς κάνουν πως δεν βλέπουν. Έτσι παραλείπουν να του βάλουν όρια και αυτό μένει έρμαιο των παρορμήσεών του.
Περί του πρακτέου τώρα. Και κατ’ αρχήν προληπτικά: ταπεινά φρονώ πως οι επίσκοποί μας και οι (κληρικοί και λαϊκοί) συνεργάτες τους χρειάζεται να εφεύρουν περισσότερους και αποτελεσματικώτερους τρόπους επικοινωνίας με το πλήρωμα της Εκκλησίας, προκειμένου να μη δημιουργείται σε αυτό η αίσθηση ότι έχει αποκλεισθή από τις αποφάσεις και ότι εν γένει δεν εισακούεται.
Δεύτερον, μετά από τέτοιας φύσεως παραπτώματα ενδείκνυται η διαβούλευση στα πλαίσια της τοπικής Εκκλησίας προκειμένου να προσεγγισθούν οι ταραξίες και να υπάρξει κάποιος κατευνασμός και συναίνεση, όχι ως ‘στρατηγική’ καταπράϋνσης αλλά ως γνήσια ποιμαντική αγαπητική πράξη.
Και τρίτον, αν αυτά δεν επαρκέσουν, πρίν από οποιαδήποτε κύρωση, ίσως απαιτείται να αναπτύξουμε σε κεντρικό συνοδικό επίπεδο στο οποίο ο οικείος επίσκοπος θα παραπέμπει, μεθόδους ακρόασης και πειθούς προκειμένου να μεταστρέφονται οι καλοπροαίρετοι εκ των υπαιτίων.
Οπωσδήποτε αυτές δεν θα είναι πάντοτε αποτελεσματικές. Στην περίπτωση αυτή τον λόγο πρέπει να έχει η εκκλησιαστική δικαιοσύνη. Είναι προφανές ότι αδικήματα (φραστικής ή σωματικής) βίας κατά του επισκόπου υπερβαίνουν την δικαιοδοσία του επισκοπικού δικαστηρίου, αφού δεν ενδείκνυται να αποδώσει δικαιοσύνη ο ίδιος ο θιγείς επίσκοπος.
Γι’ αυτό θεωρώ ότι συμβάντα όπως αυτά που μάς απασχόλησαν στο παρόν κείμενο, πρέπει να εγκαλώνται αυτεπαγγέλτως από την Ιερά Σύνοδο και, αν η προσπάθεια διαλόγου και νουθεσίας προς τους υπαίτιους αποβή άκαρπη, να ακολουθείται η προβλεπόμενη από τους ιερούς κανόνες και σχετικούς νόμους εκκλησιαστική δικονομική διαδικασία.
Πριν η κατάσταση γίνει ανεξέλεγκτη.
γρήγορα με την συμπλήρωση ότι επρόκειτο περί ατόμου ψυχιατρικώς νοσούντος του οποίου διετάχθη η υποχρεωτική θεραπεία, κάτι που δεν είχε συμβή κατά την προηγούμενη φραστική επίθεση του ιδίου κατά του ιδίου Μητροπολίτη εντός ναού. (Επειδή ζούμε σε εποχές καχυποψίας να δηλώσω προκαταβολικά ότι γράφω αφ’ εαυτού, χωρίς συνεννόηση με τον μητροπολίτη Δημητριάδος).
Η (αληθής) αναφορά στην ψυχιατρική διαταραχή δεν θα πρέπει να επικαλύψει το γενικώτερο κλίμα εντός του οποίου έλαβαν χώρα τα δύο αυτά γεγονότα, κλίμα το οποίο ενθάρρυνε την αχαλίνωτη επιθετικότητα. Ο βιαιοπραγήσας κατηγόρησε τον συγκεκριμένο μητροπολίτη για οικουμενισμό, νεωτερισμούς και άλλα.
Λίγα χρόνια πριν, λοιπόν, είχε προηγηθή μια οργανωμένη διακοπή της ακολουθίας του Εσπερινού σε πανηγυρίζοντα ναό του Βόλου, από χριστιανούς οι οποίοι είχαν προσέλθει επί τούτου προκειμένου να διαμαρτυρηθούν για την απαγγελία των αναγνωσμάτων στη νέα ελληνική, προετοιμασμένοι μάλιστα με βιντεοκάμερες. Οι αδελφοί μας αυτοί ουδέποτε αντιμετώπισαν εκκλησιαστικές συνέπειες για την βέβηλη πράξη οχλαγωγικής διακοπής της Λατρείας.
Με όσα γράφω εδώ δεν υποστηρίζω φυσικά την ποινικοποίηση των φρονημάτων, αλλοίμονο! Η ειρηνική διαφωνία μέσα στην εκκλησιαστική μας ζωή αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα (που άλλωστε το εξασκώ και εγώ, όπως όλοι γνωρίζουν). Δικαίωμα που κανένας, ούτε και οι επίσκοποί μας, δεν νομιμοποιούνται να αφαιρέσουν. Αντίθετα, θα έλεγα ότι μάλλον χρειάζεται να ακούν περισσότερο τη φωνή του πληρώματος, κυρίως όταν αυτό διαφωνεί.
Αλλά η βία δεν αποτελεί διάλογο. Έτσι υποχρεούμαι να επισημάνω πως το γεγονός της διακοπής εκείνου του Εσπερινού είχε απασχολήσει την επικαιρότητα, εντελώς αποπροσανατολιστικά, μόνο ως ζήτημα υπέρ ή κατά των μεταφράσεων και καθόλου ως πρόβλημα στοιχειώδους λατρευτικής ευταξίας. Δεν φάνηκε να ανησύχησαν, ούτε το εκκλησιαστικό σώμα ούτε η Ιερά Σύνοδος, για την αντιχριστιανική πράξη της οργανωμένης και προετοιμασμένης ταραχώδους διακοπής εκκλησιαστικής ακολουθίας, από πιστούς που καυχώνται πως είναι ευσεβέστεροι όλων, ως δήθεν παραδοσιακοί!
Παρόμοια γεγονότα ‘εκκλησιαστικής’ αυθάδειας και βίας είχαν λάβει χώρα κατά το παρελθόν στη Λάρισα. Και εκεί ουδέποτε είχαν κληθή οι πρωταίτιοι των αήθων διαμαρτυριών (θυμίζω: κραυγές εντός του ναού, ρίψη αυγών σε λιτανεία κ.ά.) σε προσωπική ποιμαντική συζήτηση ώστε αν αυτή απέβαινε άκαρπη να αντιμετωπισθούν με εκκλησιαστικές κυρώσεις. (Αν και νομίζω ότι όταν ο αρμόδιος επίσκοπος ή εκπρόσωποι της Συνόδου συμφάγουν αγαπητικά με τους διαφωνούντες και συζητήσουν διεξοδικά, δεν θα απαιτηθούν κυρώσεις...)
Καταθέτω λοιπόν εδώ την πρόταση πως η σιγή ενώπιον εκείνου του παραπτώματος στον Βόλο ενθάρρυνε την κλιμάκωση των ανατρεπτικών εκδηλώσεων, κορύφωση των οποίων υπήρξε η πρόσφατη βιαιοπραγία. Η θεωρηθείσα ως ελευθερία του πράττειν κατά το δοκούν και χωρίς συνέπειες είχε ως αποτέλεσμα κάποιος εξ αυτών που, λόγω της ψυχοπαθολογίας του στερείτο της ικανότητας για αυτοσυγκράτηση, να προβή στο αδιανόητο για Χριστιανό διάβημα σωματικής βίας, και μάλιστα κατά επισκόπου.
Της σωματικής βίας δηλαδή είχε προηγηθή η οχλαγωγική λεκτική βία, η οποία φαίνεται ότι τον ‘εκπαίδευσε’ και τον ενθάρρυνε στην κλιμάκωση. Αβίαστα έρχεται λοιπόν στο νου όλων μας η ανησυχία για το τι πρόκειται να δουν τα μάτια μας αν στο μέλλον κάποιοι άλλοι τους μιμηθούν αλλού και επιχειρήσουν την δια βοής διακοπή της ακολουθίας επειδή διαφωνούν π.χ. με το κήρυγμα του επισκόπου ή με το τυπικό που ακολουθεί ή με τα ακριβά άμφια που φορά ή με τη συνοδική εγκύκλιο που αναγινώσκει ή με τον τρόπο ζωής του κ.π.ά. Πού θα οδηγηθούμε;
Ενισχυτικές της άποψης ότι πρόκειται για κλιμάκωση λόγω απουσίας συνεπειών είναι, φρονώ, και οι πρόσφατες απειλές κατά του μητροπολίτη Σιατίστης που διαφώνησε με τους χρυσαυγίτες, καθώς και τα υβρεολόγια που συχνά φιλοξενούνται σε ‘χριστιανικά’ ιστολόγια. (Παρεμπιπτόντως, απειλητικό ανώνυμο τηλεφώνημα είχα δεχθή και εγώ το 2001 για κάποιες απόψεις μου). Η γενικώτερη ανομία της νεοελληνικής κοινωνίας και οι βίαιες διαμαρτυρίες των τελευταίων ετών φαίνεται ότι έχουν διεισδύσει ως νοοτροπία και σε κάποιους εκκλησιαστικούς κύκλους οι οποίοι ανέκαθεν διακρίνονταν για τη επιθετικότητά τους, και μάλιστα την θεωρούν τίτλο τιμής.
Αλλά το τέρας της βίας δεν κατευνάζεται με την ανοχή, όπως έχει δείξει πικρή ιστορική πείρα. Εξ άλλου ίσως δεν κάνουμε καλό στους οργισμένους με το να αφήνουμε την επιθετικότητά τους χωρίς συνέπειες. Μοιάζουν με το παιδί που παραφέρεται στην οικογένεια και οι γονείς κάνουν πως δεν βλέπουν. Έτσι παραλείπουν να του βάλουν όρια και αυτό μένει έρμαιο των παρορμήσεών του.
Περί του πρακτέου τώρα. Και κατ’ αρχήν προληπτικά: ταπεινά φρονώ πως οι επίσκοποί μας και οι (κληρικοί και λαϊκοί) συνεργάτες τους χρειάζεται να εφεύρουν περισσότερους και αποτελεσματικώτερους τρόπους επικοινωνίας με το πλήρωμα της Εκκλησίας, προκειμένου να μη δημιουργείται σε αυτό η αίσθηση ότι έχει αποκλεισθή από τις αποφάσεις και ότι εν γένει δεν εισακούεται.
Δεύτερον, μετά από τέτοιας φύσεως παραπτώματα ενδείκνυται η διαβούλευση στα πλαίσια της τοπικής Εκκλησίας προκειμένου να προσεγγισθούν οι ταραξίες και να υπάρξει κάποιος κατευνασμός και συναίνεση, όχι ως ‘στρατηγική’ καταπράϋνσης αλλά ως γνήσια ποιμαντική αγαπητική πράξη.
Και τρίτον, αν αυτά δεν επαρκέσουν, πρίν από οποιαδήποτε κύρωση, ίσως απαιτείται να αναπτύξουμε σε κεντρικό συνοδικό επίπεδο στο οποίο ο οικείος επίσκοπος θα παραπέμπει, μεθόδους ακρόασης και πειθούς προκειμένου να μεταστρέφονται οι καλοπροαίρετοι εκ των υπαιτίων.
Οπωσδήποτε αυτές δεν θα είναι πάντοτε αποτελεσματικές. Στην περίπτωση αυτή τον λόγο πρέπει να έχει η εκκλησιαστική δικαιοσύνη. Είναι προφανές ότι αδικήματα (φραστικής ή σωματικής) βίας κατά του επισκόπου υπερβαίνουν την δικαιοδοσία του επισκοπικού δικαστηρίου, αφού δεν ενδείκνυται να αποδώσει δικαιοσύνη ο ίδιος ο θιγείς επίσκοπος.
Γι’ αυτό θεωρώ ότι συμβάντα όπως αυτά που μάς απασχόλησαν στο παρόν κείμενο, πρέπει να εγκαλώνται αυτεπαγγέλτως από την Ιερά Σύνοδο και, αν η προσπάθεια διαλόγου και νουθεσίας προς τους υπαίτιους αποβή άκαρπη, να ακολουθείται η προβλεπόμενη από τους ιερούς κανόνες και σχετικούς νόμους εκκλησιαστική δικονομική διαδικασία.
Πριν η κατάσταση γίνει ανεξέλεγκτη.
Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012
π.Χαράλαμπος Παπαδόπουλος:Οι ζηλωτές και φανατικοί "χριστιανοί"....
Οι ζηλωτές και φανατικοί "χριστιανοί" είναι άνθρωποι με απίστευτη ανέκφραστη επιθετικότητα που απλώς την έντυσαν με τον μανδύα της θρησκείας. Και μόνο η ταραχή του προσώπου τους, η απουσία αρμονίας στο βλέμμα τους είναι δηλωτικό της εσωτερικής διαμάχης, που απλώς προβάλλεται εξωτερικά σε πρόσωπα. Ο ευατός τους απλώς καθρεπτίζεται και φανερώνει το εσώτερο χάος.
(το αλίευσα σήμερα από το facebook)
Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012
Ολιβιέ Κλεμάν :Ο φανατικός έχει συχνά την ψύχωση της συνωμοσίας
Ο φανατισμός ως διαστροφικό ψυχικό φαινόμενο,απειλεί την ψυχή του καθενός...Ριζώνει στο άγχος και στην αλαζονεία.Ο φανατικός έχει συχνά την ψύχωση της συνωμοσίας!Μάλιστα ,μια μορφή απελπισμένης αλαζονείας μπορεί να οδηγήσει τον καθένα να πεισθεί ότι είναι ο μόνος που μένει στην αλήθεια,μιαν αλήθεια την οποία απολυτοποιεί,και την οποία κατέχει.Οποιοσδήποτε δεν συμφωνεί μαζί του είναι όργανο δαιμονικών δυνάμεων.Ο φανατικός είναι συχνά ένα ον αβέβαιο, ανήσυχο,αποδιοργανωμένο που ισορροπεί χάρη σε μια αιμομικτική προσκόλληση στη αλήθεια του....Ορισμένες λέξεις που αγνοεί την πραγματική τους αξία τον κάνουν μανιακό
Olivier Clement, H αλήθεια ελευθερώσει υμάς,εκδ. Ακρίτας,σελ.248
Olivier Clement, H αλήθεια ελευθερώσει υμάς,εκδ. Ακρίτας,σελ.248
Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2011
Μάριος Μπέγζος:Ο φονταμενταλισμός του ατομικισμού
Ο φονταμενταλισμός του ατομικισμού
Ο φονταμενταλισμός είναι γνήσιο παιδί του ολοκληρωτισμού και νόθο τέκνο του ατομικισμού. Κάθε μορφή βίας στο όνομα της αλήθειας (θρησκευτικής, εθνικής, ιδεολογικής) επονομάζεται φονταμενταλισμός και αποτελεί συνώνυμο του φανατισμού είτε εκδηλώνεται ως μαζική δολοφονία όπως στο πρόσφατο αποτρόπαιο συμβάν της Νορβηγίας είτε ως «ιερός πόλεμος» της ισλαμικής τρομοκρατίας, των χριστιανικών σταυροφοριών και του επονείδιστου αντισημιτισμού.
Συνηθίζεται να ανάγεται ο φονταμενταλισμός στον ολοκληρωτισμό είτε τον θρησκευτικό (ισλαμισμός, χριστιανική νεοδεξιά, σιωνισμός) είτε τον εθνικιστικό (σωβινισμός, ναζισμός, φασισμός) που αποκορυφώνεται στον ρατσισμό (από τον «περιούσιο λαό» μέχρι την «επάρατη φυλή») και στον σεξισμό (αστυνόμευση της ερωτικής συμπεριφοράς, δαιμονοποίηση του θήλεος, απαγόρευση της αντισύλληψης). Το σύνθημα «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» και τα ιδεολογήματα του «εκλεκτού έθνους» ή της «ανώτερης φυλής» κωδικοποιούν εμφαντικά τη γενετική σχέση ολοκληρωτισμού και φανατισμού. Η αλήθεια των πραγμάτων όμως παραμονεύει στη γωνία της καθημερινότητας και αποκαλύπτεται στη σκιά των φαινομένων. Ο ατομικισμός που είναι στον αντίποδα του ολοκληρωτισμού παράγει τον φονταμενταλισμό εξίσου αν και με αισθητά διαφορετικό τρόπο. Μιλώντας για ατομικισμό εννοούμε την απόλυτη προτεραιότητα και μονομερή αποκλειστικότητα του ατομικού Εγώ απέναντι σε κάθε Αλλο (ατομικό ή συλλογικό) και υπεράνω κάθε Ολου (πίστης, ιδεολογίας, κράτους, κόμματος, θρησκείας, έθνους). Με τον ατομικισμό υποσκάπτεται ο ολοκληρωτισμός των θρησκειών και των ιδεολογιών προσφέροντας στον άνθρωπο της νεωτερικότητας τη χειραφέτηση από δεσμά και την απελευθέρωση από φραγμούς, θεσμικούς ή/και συνειδησιακούς. Ομως ο ελλείπων κρίκος του ατομικισμού ως αντίδοτου στον ολοκληρωτισμό, η αναπόφευκτη σκιά και η αθέμιτη παρενέργεια του ατομικισμού, είναι ότι το Εγώ υπερδιογκώνεται σε βάρος του Αλλου και του Ολου, έτσι ώστε μαζί με τα δεσμά να αποκόπτονται και οι δεσμοί του Εγώ προς το Αλλο και η αναφορά του προς το Ολο. Το αθέμιτο αποτέλεσμα της εξατομικευμένης ζωής στην ύστερη νεωτερικότητα σε προηγμένες επικράτειες της Δύσης, όπως είναι παραδειγματικά η συγκαιρινή Νορβηγία, είναι ότι αναπαράγεται πάλι ο φονταμενταλισμός στο όνομα της αρχαϊκής προχριστιανικής και εξωμονοθεϊστικής θρησκείας (κελτικός πολυθεϊσμός, άρια μυθολογία) με αιχμές κατά του Αλλου είτε του παλαιότερου ιδεολογικού (μαρξισμός) είτε του συγκαιρινού θρησκευτικού (ισλαμισμός), όπως καταφαίνεται περιπτωσιακά στη νορβηγική περίπτωση που απασχολεί σήμερα την παγκόσμια κοινή γνώμη. Εάν αναζητείται μια κάποια θετική πρόταση και όχι «συνταγή» θεραπείας ή πολιτική «γραμμή», αυτή θα ήταν ο κοινωνικός ανθρωπισμός. Ο ατομικισμός σπαργανώθηκε στον ανθρωπισμό της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού, αλλά αργότερα εκφυλίσθηκε στον άκρατο ατομικισμό του φιλελευθερισμού της αγοράς και με αυτόν τον τρόπο τα καθ΄ όλα θεμιτά και απαραίτητα ανθρώπινα δικαιώματα παραποιήθηκαν σε αυτόνομα ατομικά δικαιώματα λησμονώντας τα απολύτως απαραίτητα κοινωνικά δικαιώματα στην εργασία, στην παιδεία και στην υγεία. Με τον ατομικισμό κερδήθηκε η μάχη κατά του θρησκευτικού και του εθνικιστικού ολοκληρωτισμού, αλλά χάθηκε ο πόλεμος για τον αυθεντικό ανθρωπισμό που σημαίνει ότι η ανθρωπιά του ανθρώπου ταυτίζεται με την ελευθερία του και τη συμμετοχή του στα κοινά, την υπεύθυνη ελευθερία και την ελεύθερη ευθύνη. Ο ατομικισμός χρειάζεται, αλλά δεν αρκεί μόνος του, χρειάζεται επειγόντως να κοινωνικοποιηθεί, δηλαδή να θυμηθεί και να θυμίζει ότι το «Ιδιον» αναφέρεται στο «Κοινόν» και εκπηγάζει από αυτό σύμφωνα με τη ρήση του Ηρακλείτου: «καθότι αν ιδιάζωμεν, ψευδόμεθα». Ο προσωκρατικός «κοινός λόγος» («ξυνός λόγος») προεικάζει τον «κοινό νου» (common sense, sens commun) της διαφωτισμένης νεωτερικότητας που μένει να ολοκληρωθεί και μέλλει να καρποφορήσει για τις επερχόμενες γενιές. Το κύριο και καίριο πρόβλημα της εποχής μας είναι ο συνδυασμός ατομικότητας και συλλογικότητας, εκεί όπου κόβονται τα δεσμά χωρίς να χάνονται οι δεσμοί, έτσι ώστε ο άνθρωπος να είναι ελεύθερος δίχως να αυτοκαταδικάζεται να είναι μόνος, για να συνεχίσει να ανασαίνει σε έναν κύκλο ζωής που δεν καταντά κλοιός ασφυξίας φέρνοντας τη «δυσφορία μέσα στον πολιτισμό» κατά την προσφυή φροϋδική ανάλυση.
Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011
Αναστάσιος Αλβανίας : Ο θρησκευτικός φανατισμός δεν εκφράζεται μόνο με καλάσνικοφ
Καθημερινή ,31 Δεκέμβριου 2010 , συνέντευξη στο Νίκο Ξυδάκη
Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2010
Εκκοσμίκευση και φονταμενταλισμός: δύο εχθροί που μοιάζουν
Η εκκοσμίκευση αποτελεί πνευματικό παιδί της νεωτερικότητας- αυτό είναι ήδη γνωστό. Συνιστά συνεπή εκδήλωση της δίψας του νεωτερικού υποκειμένου για αυτονομία απέναντι σε οποιαδήποτε θρησκευτική αναφορά. Υπό την προϋπόθεση αυτή αγαπήθηκε και πιστεύθηκε, έγινε κίνημα, σύμβολο, ιδεολογία.
Αυτό που δεν έτυχε ίσως ευρύτερης προσοχής είναι ότι και ο φονταμενταλισμός αποτελεί γνήσιο γέννημα της νεωτερικότητας. Σίγουρα παιδί ανεπιθύμητο, αλλά πάντως παραφυάδα που γεννήθηκε και μεγάλωσε στον ίσκιο του μεγάλου κορμού των μοντέρνων καιρών, και που τράφηκε από τους ίδιους χυμούς του. Η διατύπωση αυτή σε κάποιους θα φανεί παραδοξολόγημα, αφού είναι προφανές ότι ο φονταμενταλισμός λειτουργεί σαν ορκισμένος εχθρός της νεωτερικότητας.
Η εν λόγω διαπίστωση λύνει και την απορία. Κάτι που γεννιέται σαν αντίλογος και σαν αντίδοτο σε κάτι άλλο, αναγκαστικά σε αυτό οφείλει την ύπαρξη του. Η ζωή του στη συνέχεια θα ορίζεται αποκλειστικά από τον γεννήτορα του και θα καταδικάζεται στην έλλειψη πρωτότυπης πρότασης. Μία τέτοια προγραμματική αντίθεση βεβαιώνει και για τις συγγένειες, με τον ίδιο τρόπο που ένα επαναστατημένο παιδί ενός αυταρχικού γονέα χάνει τον αληθινό εαυτό του αν μείνει για πάντα έτσι.
Ως κίνηση στον χώρο των ιδεών ο φονταμενταλισμός αισθάνεται ότι ο κόσμος που ανέτειλε με τη νεωτερικότητα είναι εχθρικός, γι’ αυτό και προτείνει επιστροφή στα θεμέλια (fondation), στις ρίζες, στις πηγές. Προέρχεται από το άγχος που γεννά η διαπίστωση ενός μη αντιστρεπτού γεγονότος, της χειραφέτησης της κοινωνίας και της επιστήμης από τα παραδοσιακά θεολογικά τους στηρίγματα.
Χωρίς να το γνωρίζει, ο φονταμενταλισμός αποτελεί ψυχολογισμό. Κρίνει όχι με την αλήθεια αλλά με τη συνήθεια. Έχοντας τρομάξει από την πολυπλοκότητα του νεωτερικού κόσμου (που ήδη εξελίχθηκε στο χάος του μετανεωτερικού) καταφεύγει τρέχοντας σε υπεραπλουστευμένες λύσεις, διότι δεν αντέχει την αμφιβολία, το πολυσύνθετο, τη συνύπαρξη. Όπως επισημαίνει και ο καθηγητής Μαντζαρίδης, ενώ μάχεται υπέρ του ιερού και εναντίον του κοσμικού, στην ουσία απολυτοποιεί το κτιστό.1 Παγώνει συγκεκριμένες (κτιστές) μορφές που είχε προσλάβει η αλήθεια του Θεού και ακινητοποιεί την ιστορία, μη κατανοώντας ότι με αυτό τον τρόπο διαπράττει το αμάρτημα το οποίο υποτίθεται ότι πολεμά με πάθος.
Αν βία σημαίνει ανασφάλεια, η υπόθεση αυτή δικαιώνεται κατ’ εξοχήν στο φονταμενταλιστικό φαινόμενο. Ο φονταμενταλισμός είναι αβέβαιος για την πίστη του, ίσως και διχασμένος στην επιθυμία του. Η ύπαρξη αυτονόμων υποκειμένων γύρω του του προκαλεί φθόνο, ο οποίος με τη σειρά του κορυφώνει το άγχος και γεννά μίσος. Εξ άλλου ο θρησκεύων φονταμενταλισμός κατά κανόνα έχει θεμελιώσει την θρησκευτικότητα του πάνω στον φόβο και όχι στην αγάπη. Έτσι τα ευγενέστερα στοιχεία της πίστης του δεν έχουν εσωτερικευθεί επαρκώς και δεν έχουν επηρεάσει τη βαθειά ακατέργαστη επιθετικότητα του ψυχισμού. Αυτή θα νομιμοποιηθεί και θα βρεί ισχυρό άλλοθι στην προάσπιση της «παράδοσης», η οποία δεν πηγάζει από αυτοπεποίθηση, αλλά από αληθινό φόβο για την επιβίωση. Ένα φόβο που μπορεί να φθάσει μέχρι αληθινή παράνοια, μια νοσηρή καχυποψία απέναντι σε ανύπαρκτους εχθρούς. Με άλλα λόγια, τα κίνητρα είναι πολύ περισσότερο «κοσμικά» από όσο φαντάζεται.
Εννοείται ότι αυτά ισχύουν εξ ίσου και για τη νεωτερική εκκοσμίκευση, αφού κάποιοι εκπρόσωποι της έδρασαν με φονταμενταλιστικό φανατισμό. Η χρήση του όρου «φονταμενταλισμός» εδώ είναι βέβαια καταχρηστική και δεν αναφέρεται στο περιεχόμενο των ιδεών αλλά στην απολυτοποιημένη επένδυση πάνω στις ιδέες, στο άγχος και στο μίσος. Η ανθρωπότητα γνώρισε τη φρίκη και του φονταμενταλισμού της εκκοσμίκευσης με τη μορφή της (κυριολεκτικά φονικής) στρατευμένης αθεῒας. Σε ηπιότερες μορφές αυτό το υβρίδιο επιβιώνει σήμερα με τη μορφή ιδεολογικών προκαταλήψεων και επιστημονικών φανατισμών.
Τόσο η εκκοσμίκευση όσο και ο φονταμενταλισμός αποτελούν φαινόμενα αντιδιαμετρικά και αξεχώριστα. Η πρώτη παραδίδεται άνευ όρων στη γοητεία του κοσμικού. Ο δεύτερος αντιμάχεται το κοσμικό με πανικό και μίσος. Και τα δύο έχουν καταστήσει το κοσμικό έμμονη ιδέα, είτε από την ευθεία είτε από την ανάποδη πλευρά. Με τον τρόπο αυτό δεν λειτουργούν ελεύθερα. Μοιάζουν, γι’ αυτό είναι εχθροί.
Αν προέκυψε κάποιο καλό από τη μετανεωτερικότητα είναι ότι κατέδειξε τον αλλοτριωτικό χαρακτήρα της ιδεολογίας. Αλλά η εκκοσμίκευση άσκησε την επίδραση της στην ανθρωπότητα κυρίως μέσα από την ιδεολογία. Αυτό συχνά την απομάκρυνε από την αλήθεια, αφού πολλές φορές η ιδεολογία αποτελεί τον πιο αποτελεσματικό τρόπο απόκλισης από την αλήθεια.
Εδώ τα πράγματα γίνονται ενδιαφέροντα για την Ορθόδοξη Θεολογία. Επειδή στο παρελθόν μίλησε αρκετές φορές τη γλώσσα της ιδεολογίας (όχι τόσο συχνά όσο ο Δυτικός Χριστιανισμός, ευτυχώς), γίνεται τώρα ευάλωτη στην (ομόλογη με την ιδεολογία) φονταμενταλιστική άμυνα. Οι κατακλυσμικές εξελίξεις της εποχής μας στις ιδέες και στην τεχνολογία αποτελούν ισχυρότατη πρόκληση, ακόμη περισσότερο από την ανάγκη για απαντήσεις σε νέα προβλήματα, κυρίως στον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε την πίστη μας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία χρειάζεται να κατανοήσει πληρέστερα ποιός είναι ο δικός της πολιτισμός και να γευθεί μέχρι τα κατάβαθα της την ειρήνη και τη βεβαιότητα που αυτός χαρίζει, έτσι ώστε να μην εγκαθιστά στη θέση του ανθρώπινα σχήματα (εκκοσμικευμένα ή φονταμενταλιστικά), κουλτούρες που ο καθένας συνήθισε, ξεγελασμένη από τη σαγήνη τους ή από την ευσεβοφάνεια τους.
Δεν μπορώ να βρω καλύτερα κριτήρια από εκείνα που απέδωσε με θαυμάσιο τρόπο σε ένα πραγματικά ιστορικό κείμενο του ο αείμνηστος Παναγιώτης Νέλλας: «Γιατί η Ορθοδοξία, που δεν αντιμάχεται ούτε ανταγωνίζεται κανένα πολιτισμό, θέλει να ζήσει και μέσα στον δικό μας (τον δυτικό) πολιτισμό, ακόμη περισσότερο θέλει να σαρκωθεί μέσα του, ακριβώς για να τον βοηθήσει να ξεπεράσει τα εγγενή του αδιέξοδα. Και μπορεί να το κάνει αυτό επειδή στηρίζεται στη θεμελιώδη αρχή της σάρκωσης και μεταμόρφωσης του προβλήματος, στην οποία ακριβώς στηρίχθηκαν και οι Πατέρες της Εκκλησίας για να αντιμετωπίσουν τον ελληνικό πολιτισμό. Η αρχή αυτή εκφράζει, στο επίπεδο των σχέσεων Εκκλησίας-κόσμου, το κεντρικό χριστολογικό δόγμα της Χαλκηδόνας...
Πρόκειται για ένα ολοκληρωτικό αγαπητικό δόσιμο, για μια έκχυση ή κένωση της Εκκλησίας μέσα στον πολιτισμό, πράγμα που φέρνει όχι απλά την ανοχή των μεταμορφώσιμων στοιχείων του πολιτισμού, αλλά την πλήρη καταξίωση τους, αφού οδηγεί στη μεταλλαγή τους σε σάρκα της Εκκλησίας. Τα συγκεκριμένα στοιχεία του πολιτισμού πρέπει να εκχριστιανισθούν. Εδώ παρεμβαίνει η μεγάλη πραγματικότητα της άσκησης... Η Εκκλησία είναι σώμα του Χριστού, και σώμα της Εκκλησίας είναι το κοινωνικό σώμα. Χριστιανική είναι η άσκηση όταν δεν αρνείται αλλά δέχεται το σώμα, το αγαπά και αγωνίζεται να το σώσει».2
Με άλλα λόγια, η έξοδος από το ψευδοδίλημμα «εκκοσμίκευση ή φονταμενταλισμός» απαιτεί αγάπη. Διότι «η αγάπη έξω βάλλει τον φόβον».3
1 Η υπέρβαση του φονταμενταλισμού, «Πρόσωπο και θεσμοί», εκδόσεις Πουρναρά, 1997, σελ. 79-98.
2 Η παιδεία και οι Έλληνες, «Σύναξη», 1987, τ. 21, σ. 9-21.
3 Α΄ επιστολή Ιωάννου, κεφ. 4, στίχος 18.
πρωτοπρεσβύτερος Βασίλειος Θερμός
διδάκτωρ θεολογίας
ψυχίατρος παιδιών και εφήβων
Από το βιβλίο "Κοινωνία πολιτών"= Οι δικοί μου οι ξένοι, εκδ. Εν πλω
Παρασκευή 29 Οκτωβρίου 2010
Αναστάσιος: Ο φανατισμός δεν μπορεί να επικαλείται Θεό
Εκτός όμως από τον φανατισμό, που εκδηλώνεται με βίαιο τρόπο, με όπλα, οι διάφοροι φανατικοί χρησιμοποιούν και άλλα μέσα: συκοφαντικά δημοσιεύματα, παραχάραξη κειμένων, περιφρονητικούς χαρακτηρισμούς και διάφορες υποτιμητικές ετικέτες, για να πλήξουν τους αντιφρονούντες και να παραπλανήσουν τους απλοϊκούς. Ο θρησκευτικός φανατισμός αυτού του είδους δυστυχώς εμφανίζεται και σε ορισμένους 'ορθόδοξους' κύκλους. Η επίσημη θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, πάντως, έχει διατυπωθεί με σαφήνεια στο μήνυμα των ορθόδοξων προκαθημένων στα Ιεροσόλυμα το 2000: 'Η Ορθόδοξος Εκκλησία', διακήρυξαν, 'απορρίπτει την μισαλλοδοξίαν και καταδικάζει τον θρησκευτικόν φανατισμόν, οποθενδήποτε ήθελον εκδηλωθή τοιάυτα φαινόμενα'.
Γενικά πιστεύω ότι ο φανατισμός αποτελεί επικίνδυνη αλλοίωση του θρησκευτικού συναισθήματος με οδυνηρές επιπτώσεις. Η υγιής θρησκευτική συνείδηση καλείται να αντισταθεί, ώστε να μείνει το θρησκευτικό βίωμα στον ιερό ρόλο του, την ειρήνευση, την καταλλαγή, τη συγγνώμη, την αυθόρμητη αλληλεγγύη."
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΔΙΑΜΑΝΤΕΝΙΑ ΡΙΜΠΑ-ΜτΚ- 06/05/2007
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



