Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010

Στον Άγιο Ευστράτιο...Μάης 2010(Αρχείο)



Αριστερά το Δημοτικό και Δεξιά το Γυμνάσιο με τις Λυκειακές Τάξεις

Στο Δημοτικό

Με τη Β' Λυκείου

Η συνάδελφος θεολόγος του Αγίου Ευστρατίου











Η διαδικασία της απελευθέρωσης είναι ουσιώδες στοιχείο της χριστιανικής ζωής



          
                                                                                                           
του Gustavo Gutierrez 



Στο παρελθόν,η θεολογική σκέψη στην ενασχόληση με το ζήτημα της κοινωνικής πράξης δεν λάμβανε επαρκώς υπόψη την πολιτική διάσταση.Στους χριστιανικούς κύκλους - υπήρχε και συνεχίζει να υπάρχει- δυσκολία στην αντίληψη και κατανόηση των συγκεκριμένων συνθηκών της πολιτικής σφαίρας.Η έμφαση δινόταν στην ιδιωτική ζωή και στην καλλιέργεια των ατομικών αξιών.Τα πολιτικά πράγματα υποβιβάζονταν σε ένα κατώτερο επίπεδο,στον αόριστο και παρεξηγημένο χώρο του" κοινού καλού"....Έτσι αναπτύχθηκε εκείνη η αδιαφορία ,μέσα σε μια γενικότερη και "φιλάνθρωπη" θεώρηση της πραγματικότητας σε βάρος της επιστημονικής και δομικής ανάλυσης και γνώσης των κοινωνικο-οικονομικών μηχανισμών και της δυναμικής της ιστορίας.Από εκεί προήλθε και η έμφαση στις προσωπικές και συμφιλιωτικές πλευρές του μηνύματος του Ευαγγελίου,παρά στην πολιτική και συγκρουσιακή του διάσταση.Σήμερα όμως πρέπει να σταθούμε κριτικά απέναντι σ' αυτή τη Χριστιανική παράδοση...Η κοινωνική πράξη αποτελεί όλο και περισσότερο το πεδίο όπου ο χριστιανός-μαζί με άλλους-διαμορφώνει τόσο το πεπρωμένο του σαν άνθρωπος όσο και τη ζωή της πίστης προς τον Κύριο της ιστορίας.Η συμμετοχή στη διαδικασία της απελευθέρωσης είναι πια ένα βασικό και ουσιώδες στοιχείο της χριστιανικής ζωής και σκέψης.Στη συμμετοχή αυτή θα ακουστούν έννοιες του λόγου του Θεού που δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές σε άλλες καταστάσεις, και χωρίς τις οποίες δεν μπορεί να υπάρξει αυθεντική και γόνιμη πίστη προς τον Κύριο.
 Αν κοιτάξουμε βαθύτερα το ζήτημα της αξίας της σωτηρίας,όπως εμφανίζεται μέσα στην κατανόηση της ιστορικής εξέλιξης -δηλαδή σαν μια απελευθερωτική πράξη-βλέπουμε ότι πρόκειται για ένα ζήτημα που αφορά την πεμπτουσία του χριστιανισμού. Το να είσαι χριστιανός σημαίνει το να αποδέχεσαι  και να ζεις το νόημα που δίνει ο λόγος του Θεού,καθώς και η συνάντησή μας με αυτό το λόγο,στο ιστορικό γίγνεσθαι προς τη πλήρωση της ανθρώπινης κοινότητας.Το να θεωρείς την απόλυτη και μοναδική σχέση με τον Θεό σαν τον ορίζοντα της κάθε ανθρώπινης πράξης,σημαίνει να θέτεις εξ αρχής,τον εαυτό σου σε ένα βαθύτερο και ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο.


(Από το βιβλίο  Αριστερά και θρησκεία,η Θεολογία της Απελευθέρωσης,μτφ Μίλτος Φραγκόπουλος,εκδ. Μηνιαία Επιθεώρηση,1984 σ.115-116)


"Τηνιακή Ενδοχώρα" για το βιβλίο "Χριστιανοί και πολιτική δράση κατά την περίοδο της δικτατορίας"




Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2010

ΕΠΙΜΟΡΦΩΤΙΚΗ ΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΘΕΟΛΟΓΩΝ ΣΤΟ ΜΑΝΤΑΜΑΔΟ . 16-1-2010 (Αρχείο)


ΜΕ ΕΠΙΤΥΧΙΑ Η ΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΘΕΟΛΟΓΩΝ ΣΤΟ ΜΑΝΤΑΜΑΔΟ





Το Σάββατο 16 Ιανουαρίου πραγματοποιήθηκε με επιτυχία η Ημερίδα θεολόγων στο Πολύκεντρο Μανταμάδου.
 Η Επιμορφωτική Ημερίδα διοργανώθηκε από το Σχολικό Σύμβουλο Θεολόγων της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου κ. Α. Αργυρόπουλο, σε συνεργασία με τη Διευθύντρια του Γυμνασίου Μανταμάδου κα. Γραβριέλλα Σουλουγάνη και το Διευθυντή του Γενικού Λυκείου Μανταμάδου κ. Προκόπιο Πλωμαρίτη.

 Κατά τη διάρκεια της Ημερίδας έγιναν δύο εισηγήσεις. Η πρώτη από την κα. Γαβριέλλα Σουλουγάνη, Δρ. Κοινωνικής Θεολογίας – Διευθύντρια Γυμνασίου Μανταμάδου, με θέμα: «Διδακτικές προσεγγίσεις στο Μάθημα των Θρησκευτικών». Και η δεύτερη από την κα. Αναστασία Σκούρτσου - Αναγνώστου, Θεολόγο Καθηγήτρια, με θέμα: «Το “σχετίζεσθαι” του Θεολόγου».
Η κα. Σουλουγάνη έκανε αναφορά στο ρόλο του θρησκευτικού μαθήματος, στις σχέσεις θεολόγου και μαθητών στη σημερινή σχολική κοινότητα με σύντομη αναφορά στο παρελθόν και επικεντρώθηκε στις διδακτικές αρχές του μαθήματος των θρησκευτικών (απλότητα, προσαρμοστικότητα, εποπτικότητα, διαλεκτικότητα, παιδοκεντρικότητα) και στον τρόπο διδασκαλίας, που σκοπό έχει η μάθηση να γίνεται  ενεργητική. Συγκεκριμένα, η εισηγήτρια τόνισε ότι «για να ξεφύγουν οι μαθητές από την παθητική παρακολούθηση του μαθήματος, επινοούμε μεθόδους που οδηγούν στη συμμετοχή τους σε δραστηριότητες, για να μάθουν και να εμπεδώσουν τη διδακτέα ύλη. Η μάθηση γίνεται ενεργητική και πρέπει να χαρακτηρίζεται από θετική αλληλεξάρτηση των μελών της τάξης, από ατομική υπευθυνότητα, που σημαίνει ότι η ομάδα δεν ισοπεδώνει κανενός την προσωπικότητα, από χρήση των δεξιοτήτων των μαθητών, όπως ηγετικές ικανότητες, επικοινωνία και ομαδικό πνεύμα».
Η κα. Σκούρτσου – Αναγνώστου μεταξύ των άλλων ανέφερε: «κι αν το σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα δίνει βαρύτητα στην απομνημόνευση γνώσεων, εμείς οι θεολόγοι  χρειάζεται να επιμείνουμε με τη δική μας ευθύνη στη δημιουργία καλών και υγιών σχέσεων με τους μαθητές μας. Γιατί η ανάπτυξη δημιουργικότητας του παιδιού, η διαδικασία συγκρότησης της προσωπικότητάς του και οι υπαρξιακές του ανησυχίες δεν περνούν από τον υπολογιστή, αλλά από τη σχέση. Πόσο όμως προσπαθούμε στην κατεύθυνση αυτή; Εξάλλου όταν τα παιδιά ζητούν τη γνώμη μας, δεν έχουν ανάγκη μιας εγκυκλοπαιδικής αναζήτησης, αλλά ψάχνουν να βρουν τρόπο σχέσης μαζί μας. Στις μέρες μας είναι πάρα πολλά τα γνωστικά ερεθίσματα και άπειρες οι πηγές πληροφόρησης που έχουν οι νέοι. Παραμένει όμως ως βαθύτερη ανάγκη τους, η ανάγκη του “σχετίζεσθαι”. Η οποιαδήποτε πληροφορία γύρω απ' την Ορθοδοξία  μπορεί να αποκτήσει νόημα, όταν ο μαθητής γνωρίζει ότι ο δάσκαλός του νοιάζεται γι' αυτόν. Γιατί τι νόημα αποκτούν οι λέξεις που συχνά χρησιμοποιούμε (πρόσωπο, κοινωνικότητα, ταπείνωση, αγάπη), όταν είμαστε απρόσωποι, αγέλαστοι, επικριτικοί; Κι αυτή η ασυμφωνία είναι που κάνει το κακό όσον αφορά τις σχέσεις μας. Μπορούμε,  λοιπόν, να καταλάβουμε ότι μ’ αυτή τη στάση μας πόσο μπερδεύουμε τους μαθητές  μας; Κι έτσι όχι μόνο δεν τους επιτρέπουμε την αναζήτηση του Θεού, αλλά δημιουργούμε  το θυμό τους, την αγανάκτησή τους και την περιφρόνησή τους».
Στην Ημερίδα παραβρέθηκαν, μεταξύ των άλλων, η Περιφερειακή Διευθύντρια Εκπαίδευσης Βορείου Αιγαίου, κα. Αδαμαντία Κοντέλλη, η οποία στο χαιρετισμό της στους παρισταμένους εξήρε την προσφορά των Θεολόγων Καθηγητών στην εκπαίδευση, οι εκπρόσωποι των Ιερών Μητροπόλεων Μυτιλήνης και Μηθύμνης, π. Κύριλλος Συκής και π. Νικόδημος Κουτζαμπάσης, ο Δήμαρχος Μανταμάδου, κ. Στέφανος Αποστόλου, οι Σχολικοί Σύμβουλοι των Φιλολόγων, κ. Ευστράτιος Αναγνώστου, των Μαθηματικών, κ. Πρόδρομος Ελευθερίου, και της Μουσικής κα. Ευανθία Αναγνωσταρά, οι οποίοι έκαναν ουσιαστικές παρεμβάσεις σε εκπαιδευτικά ζητήματα, ο π. Χρήστος Τσιτμιδέλλης, καθώς και ο π. Ευστράτιος Δήσσος, Αρχιερατικός Επίτροπος Μανταμάδου, στον οποίο από τους διοργανωτές εκφράστηκαν οι ευχαριστίες τους για την όλη προσφορά του στη διοργάνωση της Ημερίδας. Πριν την έναρξη της Επιμορφωτικής Ημερίδας προηγήθηκε Θεία Λειτουργία στο Ιερό Προσκύνημα Παμμεγίστων Ταξιαρχών.







































Περισσότερα:

http://theologoi-school.blogspot.com/2010/12/blog-post_6245.html

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ


Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Το μεγαλύτερο πρόβλημα του Νεότερου Ελληνισμού κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων (18ος – 20ος αι.), υπήρξε η αδυναμία να αποτιμήσει ιστορικά την πολιτισμική συνέχειά του. Η περίοδος μετά την Επανάσταση του 1821 βρήκε το Νέο Ελληνισμό αδύνατο και απροετοίμαστο στην υπό διαμόρφωση νέα πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα. Η εμπόλεμη κατάσταση με τις σημαντικές πληθυσμιακές ανακατατάξεις, καθώς επίσης οι κοινωνικές, πολιτικές και εκκλησιαστικές αλλαγές (νόμοι, εθνοσυνελεύσεις, σχισματική αποκοπή της Ελλαδικής Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ανακήρυξη του Αυτοκεφάλου), δημιούργησαν νέες «νοοτροπικές διαφοροποιήσεις», οι οποίες κυρίως αφορούσαν το ζήτημα της εθνικής συνείδησης του Ελληνισμού1.
Η αδυναμία στην οποία βρέθηκε ο Νέος Ελληνισμός να μη μπορέσει να αισθανθεί και να δει ενιαία το ιστορικό του παρελθόν, έγινε ένα από τα βασικότερα προβλήματά του. Προκειμένου να κατανοήσουμε καλύτερα τις διαστάσεις του ζητήματος αυτού, οφείλουμε να τις εντάξουμε σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο, που μας πάει στην καρδιά του προβλήματος. Πρόκειται για τη χειραφέτηση μεγάλης μερίδας κοινωνικών στρωμάτων του Ελληνισμού κατά την 18ο αιώνα από το κίνημα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, όπως λόγου χάρη ήσαν οι λόγιοι και οι έμποροι της διασποράς. Η συνάντηση αυτή του Ελληνισμού με τον δυτικό κόσμο συντελέστηκε μέσα σε ένα κλίμα εντόνων ανακατατάξεων στον ευρύτερο ευρωπαϊκό και βαλκανικό κόσμο2. Μια απ’ αυτές αφορά στην έννοια της επαναστατικής νοοτροπίας που κυοφορήθηκε κατά την περίοδο του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού3, με αρχιτέκτονες τον Λοκ, τον Βολταίρο, τον Ρουσσώ, τον Μοντεσκιέ και τον Ντιντερό και διευρύνθηκε με την έκρηξη της Γαλλικής Επανάστασης το 1789. Τα ιδεολογικά σχήματα που συγκρότησαν τους δύο αυτούς πόλους, επηρέασαν καίρια τη σκέψη των Ελλήνων λογίων της διασποράς. Γι’ αυτό και η πολιτική σκέψη του κινήματος του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, παρά τις διάφορες ιδεολογικές αποχρώσεις της, δέχθηκε σχεδόν αβασάνιστα τη μετακένωση των νέων ιδεών. Κι όχι μόνο η πολιτική, αλλά και η επαναστατική σκέψη, με κέντρο την πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας την Κωνσταντινούπολη και ως περιφέρεια σημαντικές πόλεις της βαλκανικής χερσονήσου, με κύριο οδηγό τη ναπολεόντεια παρουσία σ’ αυτή, ώθησε σε αυτόνομες επαναστατικές ζυμώσεις, όπως λόγου χάριν αυτές της Πελοποννήσου και των νησιών του Αιγαίου.
Είναι άκρως σημαντικό να υποστηριχθεί εδώ, ότι το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εκδόθηκαν κείμενα του μαχητικού κολλυβά και αγίου Αθανασίου Παρίου, όπως λ.χ., η Πατρική Διδασκαλία και η Χριστιανική Διδασκαλία, συμπίπτει χρονικά με τα παραπάνω γεγονότα. Βρισκόμαστε ήδη δέκα χρόνια μετά την έκρηξη της Γαλλικής Επανάστασης με την ιδεολογία της να έχει κυριολεκτικά επισκιάσει ολόκληρο το βαλκανικό χώρο4. Ειδικότερα στον ελληνικό, το διαμορφωμένο ιδεολογικό πλαίσιο της αντιπαράθεσης νεωτεριστών και παραδοσιακών λογίων, λόγω της εισροής των ιδεών του Διαφωτισμού φέρνει την επίσημη πνευματική ηγεσία του Γένους, το Οικουμενικό Πατριαρχείο να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στη διελκυστίνδα αυτή. Δύο είναι οι πυλώνες στις οποίες αντιστέκεται. Η αντιμετώπιση των διαφωτιστικών ιδεών από τη μια και οι πιέσεις που συνεχώς δεχόταν από την Υψηλή Πύλη από την άλλη. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα η Μητέρα Εκκλησία από τα μέσα του 18ου αιώνα άρχισε να διοχετεύει προς κάθε κατεύθυνση την αντιευρωπαϊκή και κυρίως την αντιγαλλική προπαγάνδα της. Ευθύς εξ αρχής αναγκάστηκε να αναπτύξει μια διπλωματική πολιτική που την έφερε πολύ κοντά στην Υψηλή Πύλη και στις δυνάμεις που τότε στεκόταν στο πλευρό της, την Αγγλία και τη Ρωσία. Εδώ, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι η αναγκαιότητα αυτή εντασσόταν μέσα στο πλαίσιο των προνομιών που είχαν παραχωρηθεί από την εποχή της Άλωσης της Κωνσταντινουπόλεως, όπου ο Οικουμενικός Πατριάρχης εκτός από θρησκευτικός ηγέτης, οριζόταν και ως εθνάρχης. Γι’ αυτό και στα 1797 ο Σουλτάνος Σελίμ Γ΄, λίγες εβδομάδες μετά την εγκατάσταση των Γάλλων στα Επτάνησα, υπενθύμιζε στον Γρηγόριο Ε΄ την αποστολή του αυτή5. Συνεπώς, στα πλαίσια της επίσημης «νομιμοφροσύνης» έναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο πιεζόμενο από την Υψηλή Πύλη και διαισθανόμενο τις συνέπειες που θα προέκυπταν αν το υπόδουλο Γένος συντασσόταν στο πλευρό των Γάλλων, στάθηκε εχθρικό σε κάθε προσπάθεια επιρροής του ποιμνίου του από τις νεωτερικές ιδέες. Θωρακισμένο και προετοιμασμένο καλά αντέδρασε με μια σειρά από πατριαρχικές και συνοδικές επιστολές προς κάθε κατεύθυνση, εφιστώντας την προσοχή των υποδούλων Ρωμηών στα δελεαστικά κηρύγματα της γαλλικής πολεμικής παρουσίας στην Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Ο εμπλουτισμός της ελληνικής πολιτικής ιδεολογίας με τα πολιτικά επιτεύγματα της Γαλλικής Επανάστασης, που σε συνδυασμό με τις νέες φιλοσοφικές αντιλήψεις, ισχυροποιούσαν όλο και περισσότερο τις αντιτουρκικές ενέργειες των υποδούλων Ελλήνων στην πράξη προβλήθηκε με έμφαση από τους ενθουσιώδης υποστηρικτές του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, το Ρήγα Φεραίο, τον Αδαμάντιο Κοραή και τον Κωνσταντίνο Σταμάτη. Και οι τρεις τους επιζητούσαν τη συστράτευση των Ελλήνων με τους «Φραντζέζους» και τη δημιουργία μιας νέας δημοκρατικής ανατολικής αυτοκρατορίας, η οποία θα έπαιρνε τη θέση της οθωμανικής και θα λειτουργούσε ως ανάχωμα στο ρωσικό επεκτατισμό προς τη βαλκανική.
Η αντίδραση βέβαια του ελληνικού στοιχείου σ’ αυτή την προτεινόμενη εκ των Γάλλων επίλυση του ελληνικού προβλήματος, εκδηλώθηκε μέσω των πνευματικών εκπροσώπων του και είχε δύο κατευθύνσεις. Η μια αφορούσε στην ίδια τη γαλλική παρέμβαση και η άλλη τους λογίους που υποδαύλιζαν το φιλογαλλισμό των Ελλήνων. Είναι χαρακτηριστική η εγκύκλιος με την οποία το Σεπτέμβριο του 1798 ο Γρηγόριος Ε΄ εφοδίασε τη ρωσοτουρκική δύναμη που πορευόταν κατά των Γάλλων στα Επτάνησα6. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά τεκμήρια της περιόδου αυτής, βάσει του οποίου το Οικουμενικό Πατριαρχείο, πέραν του ότι με άριστο διπλωματικό τρόπο καταδείκνυε την συνύπαρξή του με την αλλόπιστη οθωμανική πολιτική εξουσία, με έναν ιδιαίτερα πρωτότυπο τρόπο οι ιδεολογικοί του προσανατολισμοί, στην τότε διεθνή συγκυρία, του έδιναν τη δυνατότητα να κρατήσει αλώβητο το Γένος από κάθε αλλοτριωτική δύναμη. Όπως επίσης είναι γνωστή και η εγκύκλιος του ιδίου Πατριάρχη προς τον Μητροπολίτη Σμύρνης Άνθιμο την 1η Δεκεμβρίου 1798, όπου καταδίκαζε τη Νέα Πολιτική Διοίκηση του Ρήγα7.
Όσο κι αν αυτά τα γεγονότα φαίνονται παράδοξα, η Μητέρα Εκκλησία με τη στάση της αυτή, σε μια συνέχεια που μας πάει πίσω στην εποχή της Άλωσης και στον Γεννάδιο Β΄ Σχολάριο, κράτησε ζωντανό το «πατροπαράδοτον», επεκτείνοντας με τον τρόπο αυτό τη δράση της και σ’ άλλα πεδία, πέραν του θρησκευτικού, όπως η διαμόρφωση πολιτικής ιδεολογίας. Η στάση αυτή, στη βάση της άκρως διπλωματική, μπορεί να δικαιολογηθεί αν λάβουμε υπ’ όψη ένα γεγονός που συνήθως διαφεύγει της προσοχής όσων θεωρούν ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο υπογείως ευνοούσε την εθελοδουλία. Όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, οι σχέσεις του με την οθωμανική αυτοκρατορία προδιαγράφτηκαν επάνω στο πεδίο της αποδοχής της νέας πολιτικής εξουσίας, θεωρώντας με τον τρόπο αυτό, τούτη ως συνέχεια της βυζαντινής, αποφεύγοντας έτσι τον εναγκαλισμό με της Δυτική Εκκλησία, την οποία βέβαια θεωρούσε θανάσιμο εχθρό8. Εν προκειμένω, αν και η στάση αυτή μπορεί εκ πρώτη όψεως να φαίνεται ότι επιζητούσε την πολιτική αδράνεια, δεν ήσαν λίγες οι περιπτώσεις όπου το ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξωθούσε το ελληνορθόδοξο στοιχείο και σε αντιτουρκικές επαναστατικές ενέργειες. Αξίζει εδώ να υπενθυμίσουμε το εικονικό αφορισμό της Επανάστασης του 1821 από τον Γρηγόριο Ε΄ και την ταυτόχρονη άρση του, γεγονότος ερμηνευμένο όπως πολύ ορθά έχει υποστηριχθεί, ως διπλωματικός φαναριώτικος ελιγμός. Τούτο άριστα τεκμηριώνεται αν ληφθεί σοβαρά υπόψη η επακολουθήσασα σφαγή των Ελλήνων της Πόλης και ο απαγχονισμός του εθνομάρτυρα Πατριάρχη9. Στις ενέργειες αυτές διακρίνεται το σταθερό πολιτικοϊδεολογικό πλαίσιο, όπου η καταφυγή στη συνύπαρξη και το συμβιβασμό με το κυρίαρχο στοιχείο, αλλά και η εχθρότητα προς την ευρωπαϊκή πρόκληση, ταυτόχρονα μπορούσαν να αναιρεθούν από παράτολμες εκδηλώσεις απείθειας προς τις οθωμανικές αρχές. Σύνηθες στην περίπτωση αυτή ήταν το γεγονός, όπου τα ίδια πρόσωπα που τη μια φορά καταδείκνυαν τη νομιμοφροσύνη τους προς την πολιτική εξουσία, από την άλλη ενεργά αναμιγνύονταν σε σοβαρές αντιτουρκικές κινήσεις.
Ηχεί ίσως παράξενα το γεγονός, ότι ο Διαφωτισμός και η Γαλλική Επανάσταση μολονότι προσέφεραν νέες αξίες και ιδέες, ευνόησαν εις το έπακρο εθνικιστικές ιδεολογίες10, επάνω στις οποίες εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στο βαλκανικό χώρο του 19ου αιώνα στήριξαν την ανεξαρτησία τους. Τούτη η εθνικιστική και εθνοφυλετική ιδεολογία, κυρίαρχη σε ευρεία στρώματα του ορθοδόξων και ομόδοξων λαών της βαλκανικής χερσονήσου11, ερχόταν αντιμέτωπη με την υπερεθνική ιδεολογία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Μοιάζει ιστορικά παράδοξο το γεγονός ότι η εθνικιστική ιδεολογία, που τίποτε άλλο δεν ήταν παρά ένα παράγωγο της διαφωτισμένης Ευρώπης, έκαμε δυναμικά την εμφάνισή της σ’ ένα γεωπολιτικό χώρο που παραδοσιακά ήταν ενταγμένο να υπηρετεί πολυεθνικές και πολυφυλετικές κοινωνίες, με κύριο χαρακτηριστικό ενοποίησής τους την αβίαστη αποδοχή του ελληνορθόδοξου πολιτισμού και της ελληνικής γλώσσας.
Πάνω στη βάση αυτή είναι που το Οικουμενικό Πατριαρχείο και όσοι βέβαια τάχθηκαν στο πλευρό του, επικέντρωσε την αντίστασή του σ’ ότι ερχόταν από την Ευρώπη. Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός πέραν του ότι ανοικτά εξέφρασε την αφύπνιση της εθνικής συνειδήσεως των λαών και παρότι καλλιέργησε μια πράγματι ρωμαλέα φιλοσοφική παραγωγή, η οποία βέβαια, από ουκ ολίγους Έλληνες λόγιους μετακενώθηκε στην καθ΄ ημάς Ανατολή, πυροδοτώντας έτσι το έδαφος για γόνιμες αντιπαραθέσεις μεταξύ των12, στο επίπεδο που αφορούσε στη θρησκευτική ταυτότητα και τη θρησκευτική συνείδηση του υπόδουλου Ελληνισμού, επέφερε την ιδεολογικοποίηση και τη θρησκειοποίηση της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας, γεγονός που φάνηκε στη μετέπειτα ιστορική της πορεία στη διάρκεια του 19ου αιώνα, με αποτέλεσμα εκ μέρους της Ελλαδικής Εκκλησίας, την έμπρακτη αμφισβήτηση της κεντρικής εκκλησιαστικής αρχής, του Οικουμενικού Πατριαρχείου και τη σχισματική της αποκοπή απ’ αυτό13. Και εδώ οι αντίστροφες οπτικές θεώρησης του εθνικισμού είναι φανερές. Έκδηλα κάμουν την εμφάνισή τους στη μετεπαναστατική περίοδο. Η πρώτη, εκφραζόμενη από τη βαυαροκρατούμενη Ελλαδική Εκκλησία, με κύριο εκπρόσωπό της τον Θεόκλητο Φαρμακίδη, βρέθηκε πλησιέστερα στη δυτικοευρωπαϊκή αντίληψη για το έθνος. Η δεύτερη, εκφραζόμενη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με κύριο εκπρόσωπό της τον Κωνσταντίνο Οικονόμο των εξ Οικονόμων, παρέπεμπε στην υπό οθωμανική ακόμη κυριαρχία οικουμενική διάσταση του Ελληνισμού14.
Υπ’ αυτό το πρίσμα η οθωμανική κυριαρχία μέσω κειμένων όπως αυτά της Πατρικής Διδασκαλίας και της Χριστιανικής Απολογίας προβλήθηκε ως αναγακία. Η αντιρρητική και πολεμική φρασεολογίας τους εξέφραζε τους ενδεχόμενους κινδύνους ολοκληρωτικής διάβρωσης του Γένους από τη «δολιότητα των δυσσεβών Φράγκων», αλλά και την αλλοτρίωση της ορθόδοξης πίστης των υποδούλων Ελλήνων από την «παντελή αθεΐα και ασέβειαν» των οπαδών της Γαλλικής Επανάστασης. Συνεπώς, όσοι ενστερνιζόταν τη συμμόρφωση του ορθόδοξου πληθυσμού και τη συνύπαρξη αυτού με την οθωμανική εξουσία, δεν ήσαν εθελόδουλοι, αλλά σταθεροί εκφραστές των παραδοσιακών αξιών του Γένους.
1 Θα ήταν παράδοξο να θεωρήσουμε αυτές τις διαφοροποιήσεις ως αυτοτελή γεγονότα τα οποία συνέβησαν κατά την περίοδο του 18ου και 19ου αιώνα. Θεωρώ σημαντικό εδώ να τονίσω το άκρως σημαντικό γεγονός, ότι το ιδεολόγημα περί εθνικής συνείδησης δεν εμφανίστηκε με την έναρξη της Επανάστασης και την παράλληλη αφύπνιση των λαών της Ευρώπης και των Βαλκανίων. Η γένεση και η εξάπλωση της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων τίθεται για πρώτη φορά κατά την παλαιολόγεια περίοδο (1261-1453). Παράλληλα με την άνθιση των κλασικών γραμμάτων, γεννιέται ο «νεοελληνικός εθνικισμός». Τότε το όνομα Έλλην από παγανιστικό χαρακτήρα που είχε απέκτησε εθνική δυναμική. Βλ. Απ. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού. Αρχές και διαμόρφωσή του, τ. Α΄, Θεσσαλονίκη 1974, σσ. 75-88. Πρβλ. Π. Χρήστου, Οι περιπέτειες των εθνικών ονομάτων των Ελλήνων, Θεσσαλονίκη 1989, σσ. 130-138. F. Sherrard, Δοκίμια για το Νέο Ελληνισμό, Αθήνα 1971, σσ. 13-27. Για την παγίωση της εθνικής συνείδησης στα μετεπαναστατικά χρόνια βλ. Α. Πολίτη, Ρομαντικά χρόνια. Ιδεολογίες και νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830-1880, εκδ. Μνήμων, Αθήνα 1993, σσ. 31-35. Στέφανου Π. Παπαγεωργίου, Από το γένος στο έθνος. Η θεμελίωση του ελληνικού κράτους 1821-1862, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2004. Επίσης για το ζήτημα του νεοελληνικού εθνικισμού, ενδιαφέρον παρουσιάζει η μελέτη του Ν. Σβορώνου, Το ελληνικό έθνος. Γένεση και διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2004. Εδώ, ο Σβορώνος διαφοροποιείται από την «εθνικιστική βεβαιότητα της αδιάσπαστης ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού», ωστόσο ανιχνεύει την ύπαρξη λανθάνουσας «πολιτιστικής και ως ένα σημείο εθνολογικής συνέχειας», η οποία από τον 6ο ως τον 11ο αιώνα συντηρεί «υποσυνειδησιακά την ελληνικότητα, για να ανακτήσει ο Ελληνισμός σταδιακά τη συνειδητότητά του από το τέλος του 11ου και τις αρχές του 12ου αιώνα, σε μια νέα ιστορική πορεία που θα διαρκέσει ως τις αρχές του 19ου αιώνα και θα διαμορφώσει “σε συντελεσμένο έθνος” το Νέο Ελληνισμό». Για το Σβορώνο ο «ορατότερος και αποφασιστικότερος συντηρητής της πολιτισμικής συνέχειας ήταν η εξελισσόμενη ανά τους αιώνες χωρίς διακοπή ελληνική γλώσσα, η οποία με τη “συνδετική και αφομοιωτική λειτουργία της” επέτρεψε την ανάκτηση αυτής της συνειδητότητας», βλ. N. Βαγενά, «Ο Νίκος Σβορώνος για τη διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού. Οι περιπέτειες της ελληνικής συνείδησης», εφ. Το Βήμα 23-01-2005.
2 Π. Κιτρομηλίδη, Γαλλική Επανάσταση και η Νοτιοανατολική Ευρώπη, εκδ. Διάττων, Αθήνα 1989, [δεύτερη έκδοση, εκδ. Πορεία, Αθήνα 2000].
3 Δεδομένου ότι η βιβλιογραφία για τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό είναι μεγάλη, ενδεικτικά σημειώνω τις μελέτες του Α. Μπαγιόνα, Η ιστορικότητα της συνείδησης στη φιλοσοφία του Γαλλικού Διαφωτισμού, Θεσσαλονίκη 1974, του Π. Κονδύλη, Ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, τ. Ι - ΙΙ, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1987, του Π. Κιτρομηλίδη, Πολιτικοί Στοχαστές των Νεότερων Χρόνων, εκδ. Πορεία, Αθήνα 1999. Γ. Μολυβά, Φιλοσοφία στην Ευρώπη. Η εποχή του Διαφωτισμού 17ος – 18ος αι., Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα 2000.
4 Μια σειρά από πολεμικά γεγονότα, όπως η βραχύβια εγκατάσταση των Γάλλων στις ακτές της Αδριατικής και η εκστρατεία του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο, αναπτέρωσαν τις προσδοκίες των Ελλήνων για ελευθερία. Ο ενθουσιασμός όμως αυτός δεν διήρκεσε πολύ. Το Οκτώβριο του 1798 οι συνασπισμένες δυνάμεις της Τουρκίας, της Ρωσίας και της Αγγλίας έθεσαν τέλος στη γαλλική κατοχή των εδαφών αυτών. Βλ. Απ. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. Δ΄, Θεσσαλονίκη 1980, σσ. 604-613.
5 Λ. Βρανούση, «Άγνωστα πατριωτικά φυλλάδια και ανέκδοτα κείμενα της εποχής του Ρήγα και του Κοραή», Επετηρίς Μεσαιωνικού Αρχείου 15/16(1965-1966)186-187.
6 Αυτόθι, σσ. 242-247. Για μια σειρά από αντίστοιχες εγκυκλίους με αντιρρητικό περιεχόμενο κατά των ανατρεπτικών ιδεών του Γαλλικού Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης γίνεται μνεία στις σσ. 134-138, 185-205.
7 Γ. Παπαδόπουλου – Γ. Αγγελόπουλου, Τα κατά τον αοίδιμον πρωταθλητήν του ιερού των Ελλήνων αγώνος τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριον Ε΄, τ. Β΄, Εν Αθήναις 1866, σ. 498.
8 Για το θέμα βλ. Δ. Αποστολόπουλου, Οι ιδεολογικοί προσανατολισμοί του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως μετά την Άλωση, εκδ. Ίδρυμα Γουλανδρή – Χορν, Αθήνα 1995.
9 πρωτ. Θ. Ζήση, Ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ στη συνείδηση του Γένους, εκδ. Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη 1996.
10 Η ιδέα του έθνους είναι ευρωπαϊκή. Βρήκε την έκφρασή της στους Γάλους φιλόσοφους, αναπτύχθηκε ιδιαίτερα με τη Γαλλική Επανάσταση και διαδόθηκε σ’ ολόκληρο τον ευρωπαϊκό κόσμο κατά τον 18ο και 19ο αιώνα. Γενική επισκόπηση του θέματος βλ. Fr. Chabot, L’ idea di nazionale, Bari 1961.
11 Για την αφύπνιση της εθνικής συνειδήσεως στους βαλκανικούς λαούς βλ. Μ. Νυσταζοπούλου – Πελεκίδου, Οι βαλκανικοί λαοί. Από την τουρκική κατάκτηση στην εθνική αποκατάσταση (14ος – 19ος αι.), εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1991, σσ. 60-272.
12 Ν. Ψημμένου, «Το στοιχείο της αντιπαράθεσης ως κύριο γνώρισμα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού», Πρακτικά Πανελληνίου Συνεδρίου: Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Απόπειρα μιας νέας ερευνητικής συγκομιδής, (Κοζάνη 8-10 Νοεμβρίου 1996), Κοζάνη 1999, σσ. 425-437.
13 πρωτ. Γ. Μ. Μεταλληνού, «Το ελλαδικό αυτοκέφαλο. Προϋποθέσεις και συνέπειες», στον τόμο Παράδοση και αλλοτρίωση. Τομές στην πνευματική πορεία του Νεώτερου Ελληνισμού κατά της μεταβυζαντινή περίοδο, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1986, σσ. 227-257.
14 Τα ζητήματα αυτά καίρια αναλύονται από τον Χρήστο Γιανναρά, Ορθοδοξία και Δύση στη Νεότερη Ελλάδα, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1996. Πρβλ. πρωτ. Γ. Μ. Μεταλληνού, «Ιδεολογικοί προσανατολισμοί κα δομικές διαφοροποιήσεις στη νεοελληνική κοινωνία», στον τόμο Παράδοση και αλλοτρίωση, σσ. 191-226. Έλλη Σκοπετέα, Το «Πρότυπο Βασίλειο» και η Μεγάλη Ιδέα. Όψεις του εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880), εκδ. Πολύτυπο, Αθήνα 1988, σσ. 119-134.

Συνάντηση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου με την Π.Ε.Θ. και τον Πανελλήνιο Θεολογικό Σύνδεσμο ΚΑΙΡΟΣ

Στο πλαίσιο της εκπόνησης των Προγραμμάτων Σπουδών για το Νέο Σχολείο, το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο καλεί  την Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων & τον Πανελλήνιο Θεολογικό Σύνδεσμο ΚΑΙΡΟΣ  σε συνάντηση εργασίας τη Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010 στις 10.00’ στο γραφείο του προέδρου του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου κ. Ναυρίδη (Αιγαίου Πελάγους 1-3 & Μεσογείων 400, Αγ. Παρασκευή). 

Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2010

Να σταθούμε απέναντι στους νέους με ειλικρίνεια, χωρίς υποκρισίες και υπεκφυγές.

Λίγο μετά το μεσημέρι της Τετάρτης 1ης Δεκέμβρη 2010 συναντήθηκα τυχαία με το συνάδελφο Θανάση, που μόλις επέστρεφε απ’ το σχολείο, γεμάτος από συζητήσεις κι αναζητήσεις μαθητών του στην αυλή του σχολείου.
Ήταν βαθιά συγκινημένος κι ενθουσιασμένος μαζί , ύστερα από ένα καταπληκτικό μάθημα σ’ ένα τμήμα της Α τάξης του Πειραματικού Λυκείου της πόλης μας.
Όλη η έκφρασή του θύμιζε ένα δάσκαλο που μαγεύτηκε μέσα απ’ αυτήν την εμπειρία και συνάμα επιβεβαίωνε την πεποίθησή του ότι οι σημερινοί νέοι έχουν ανάγκη να αναζητήσουν το Θεό, ποθούν να γευτούν την υγιή σχέση μαζί του. Γιατί μόνον έτσι βρίσκουν μια αχτίνα φωτός στο τούνελ της ζωής τους.
«Με ρωτούσαν για την ύπαρξη και την ουσία του Θεού, το νόημα της ζωής και τόσα άλλα….. Ένιωθαν την ανάγκη να τους προσεγγίσει κάποιος με λόγο θεολογικό, μεστό νοήματος και απέρριπταν χωρίς άλλη συζήτηση την ξύλινη κι απρόσωπη γλώσσα, με την οποία επιχειρούμε να τους πλησιάσουμε εμείς οι ενήλικες», ήταν τα λόγια του αγαπητού Θανάση. Για ελάχιστα λεπτά ένιωσα ότι συμπορεύτηκα σ’ αυτόν το δρόμο της εφηβικής αναζήτησης.
Γιατί όλοι εμείς όσο και αν θεωρούμε ότι κατακτήσαμε τη θεολογική γνώση, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι το θεολογικό βίωμα βρίσκεται πάντα σε ένα διαρκές γίγνεσθαι, αφού ο άνθρωπος συνεχώς εξελίσσεται, έχοντας σαν στόχο της ζωής του το «καθ’ ομοίωσιν».
Το συμπέρασμα που προκύπτει από τη ολιγόλεπτη συζήτηση αυτή με το συνάδελφο είναι ένα: Το μήνυμα που όλοι μας χρειάζεται ν αποκομίσουμε είναι ένα μήνυμα αισιοδοξίας για τους νέους μας, αρκεί να σταθούμε απέναντί τους με ειλικρίνεια, χωρίς υποκρισίες και υπεκφυγές.
Να έχουμε το θάρρος να αποδεχτούμε τη δική μας υπαρξιακή αγωνία, την όποια δική μας μεταφυσική αναζήτηση. Να σταθούμε επιτέλους απέναντι στα παιδιά μας χωρίς σοβαροφάνειες και ψεύτικες ηθικολογίες, που αναιρούν πολλές φορές ακόμα και τα ίδια μας τα πιστεύω.
Οι θεολόγοι σήμερα έχουμε ένα μεγάλο προνόμιο αντίθετα με τους εκπαιδευτικούς των άλλων ειδικοτήτων, να αφουγκραζόμαστε τις ανάγκες των μαθητών μας, να αναδεικνύουμε την αξία τους και να τους δίνουμε μια ελπίδα ζωής μέσα απ’ την πίστη και τη μυστηριακή συμμετοχή.
Αγαπητέ συνάδελφε Θανάση, χαίρομαι ειλικρινά που μπορείς να μεταδώσεις στους μαθητές σου τόσο απλά και ουσιαστικά τη βαθιά θεολογική σου γνώση, ν’ αγγίξεις τις ψυχές σου και να τους δώσεις τη δυνατότητα να εκφράσουν το θεολογικό τους προβληματισμό.


Η θεολόγος Αναστασία από τη Λέσβο

Επιστολή Αρχιεπισκόπου στην Υπ. Παιδείας για το Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας

Επιστολή προς την Υπουργό Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων κ. Άννα Διαμαντοπούλου σχετικά με τα τεκταινόμενα στη Θεολογική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών απέστειλε ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος.
Η επιστολή, η οποία κοινοποιείται και στον Υφυπουργό Παιδείας κ. Ι. Πανάρετο, έχει ως εξής:
 
"Παρακολουθούμε με ευαισθησία και προβληματισμό τα τεκταινόμενα στην Θεολογική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και ειδικότερα την πρόταση καταργήσεως του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και γινόμεθα αποδέκτες της αγωνίας των εκεί διδασκομένων και διδασκόντων.
Επιτρέψατέ μας, με απόλυτο σεβασμό και επίγνωση των ορίων των θεσμικών αρμοδιοτήτων, να παρακαλέσουμε το όλο ζήτημα να αντιμετωπισθεί με την προσήκουσα προσοχή όσον αφορά μερικές πλευρές ζωτικής σημασίας.
Πρώτιστα μας ενδιαφέρει πατρικώς η αντιμετώπιση του όλου ζητήματος να μην καθοιονδήποτε τρόπο βλάψει ή ζημιώσει τους προπτυχιακούς, μεταπτυχιακούς και διδακτορικούς φοιτητές του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας.
Φρονούμε ταπεινώς ότι ο σεβασμός των κόπων των οικογενειών τους, οι αγωνίες και ο μόχθος των ιδίων και η ευθύνη μας για το μέλλον τους δεσμεύει στην προσπάθεια ευρέσεως της καλύτερης δυνατής λύσεως με απόλυτο κριτήριο την επ΄ ωφελεία και πάντως όχι προς ζημίαν τους διαχείριση του θέματος.
Ως προς τούτο θεωρούμε εύλογο το αίτημα να μην ληφθούν βιαστικές αποφάσεις. Ιδιαίτερα καθώς από πολλές πλευρές υπευθύνων ακαδημαϊκών και άλλων φορέων ακούγονται φωνές αντίθετες προς την απόφαση της καταργήσεως του εν λόγω τμήματος, τις οποίες και εμείς λαμβάνουμε υπόψη.
Πέραν των καλώς νοουμένων συμφερόντων των φοιτητών παρακαλούμε να μεριμνήσετε με την δέουσα ευαισθησία και για το επιστημονικό δυναμικό του Τμήματος. Προφανώς σε περιπτώσεις, όπου τεκμηριωμένα υπάρχουν παρανομίες και υπερβάσεις της δεοντολογίας, είναι εύλογο ότι έχετε το καθήκον και την υποχρέωση να λάβετε τα αναγκαία μέτρα.
Όμως αυτό πιστεύουμε ότι δεν θα πρέπει να μετατραπεί σε συλλήβδην απαξίωση των μελών Δ.Ε.Π. και της Θεολογικής Σχολής γενικότερα.
Ελπίζουμε και πιστεύουμε ότι είναι πάντοτε εφικτό να βρεθούν λύσεις που δεν τραυματίζουν συλλογικά το κύρος και την αξιοπιστία καταξιωμένων και απολύτως αναγκαίων θεσμών, οι οποίες εστιάζουν την προσοχή στην διόρθωση και βελτίωση των επιμέρους προβλημάτων ενός οργανισμού και όχι στη συλλογική κατάργησή του.
Σήμερα που το έλλειμμα ανθρωπιστικής παιδείας υποβαθμίζει την ποιότητα του κοινωνικού μας βίου η κατάργηση ενός Πανεπιστημιακού Τμήματος, όπως της Κοινωνικής Θεολογίας, προφανώς αποδυναμώνει ακόμη περαιτέρω το πολιτισμικό μας γίγνεσθαι.
Με την βεβαιότητα ότι θα χειριστείτε το όλο ζήτημα με την δέουσα σύνεση και με την εγνωσμένη εμπειρία σας στα ακαδημαϊκά θέματα παρακαλούμε να μην επιμείνετε στην κατάργηση του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας αλλά να βοηθήσετε ώστε οι Θεολογικές σπουδές στον τόπο μας να βελτιωθούν και να αναβαθμισθούν".

Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2010

Στα Ψαρά...Σεπτέμβρης 2010.Επίσκεψη ουσίας και ελπίδας

Πηγαίνοντας στα Ψαρά.. Σεπτέμβρης 2010....Δεν ήμασταν και πολλοί στο πλοίο...


Επιτέλους φθάσαμε.... 


Στο βάθος η "ολόμαυρη" ράχη των Ψαρών

Με το νεοδιόριστο συνάδελφο Δημήτρη Παπαδημητράκη

Παναγία η Βατούσενα

Με τον ιερέα του νησιού π.Ιωακείμ Αρχοντό,ένα πραγματικά ξεχωριστό άνθρωπο,και τους εξαιρετικούς συναδέλφους Δήμήτρη,Κώστα και Νίκο μετά το τέλος της λειτουργίας στην Παναγία τη Βατούσενα


Στο βάθος τα Αντίψαρα


Την επίσκεψη στα Ψαρά δεν θα την ξεχάσω...η αγάπη, η ανοικτότητα,η συντροφικότητα δεν ξεχνιούνται εύκολα.Πολλά ευχαριστώ σε όλες και όλους που συνάντησα.

ταπεινότητα

Simone Weil (1909-1943),Γαλλίδα φιλόσοφος
        

Η ταπεινότητα είναι η άρνηση να υπάρξουμε έξω        από  το Θεό.Βασίλισσα των αρετών        
   Simone Weil, Εκλογή από το έργο της,εκδ.Μήνυμα,Αθήνα 1982,σελ. 67.               
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...