Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2020

Γιώργος Κρανιδιώτης:Επιστροφή στον αυθεντικό, αρχέγονο χριστιανισμό της ελπίδας και της απελευθέρωσης





Για το βιβλίο του Ανδρέα Αργυρόπουλου «Ο Θεός, οι Νέοι και άλλες Rock ‘n Roll ιστορίες»*

Το βιβλίο του Ανδρέα Αργυρόπουλου «Ο Θεός, οι Νέοι και άλλες Rockn Roll ιστορίες»[i] αποσκοπεί να ανιχνεύσει τον δύσβατο δρόμο της σχέσης των σύγχρονων νέων με τον Θεό, την πίστη και την Εκκλησία. Βασίζεται δε στη μακρόχρονη πείρα του συγγραφέα από τη θητεία του ως θεολόγου καθηγητή στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.
Ο κ. Αργυρόπουλος ξεκινά με την αναζήτηση των προϋποθέσεων ενός γνήσιου διαλόγου με τους νέους. Ποιες είναι, λοιπόν, αυτές; Να τους γνωρίσεις· να έχεις διάθεση να ακούσεις, και όχι να επιβάλλεις θέσεις· να κατανοήσεις τις αγωνίες τους, και όχι να σκοπεύεις να τους μετατρέψεις σε οπαδούς. Δυστυχώς, τα παιδιά μεγαλώνουν με την εικόνα ενός Θεού ελεγκτή – τιμωρού. Αλλά, η αγάπη έξω βάλλει τον φόβο. Αυτόν που αγαπάς δεν μπορεί να τον φοβάσαι. Γράφει: «Ορισμένοι θεολόγοι δεν έχουν καταλάβει ακόμα ότι ο Θεός δεν έχει ανάγκη από «φουσκωτούς» που θα τον «υπερασπιστούν»… Έτσι, συνεχίζουν να τον «υπερασπίζονται» σκοτώνοντας τις ψυχές των δεκαεξάρηδων»[ii]. Εκείνο που όντως πρέπει να υπερασπιστούν οι θεολόγοι είναι η αυθεντική εικόνα του Θεού εναντίον των ψευδών και δουλοπρεπών ιδεών περί Θεού, και των γελοιογραφικών αλλοιώσεων και διαστρεβλώσεών της. Ο αθεϊσμός είναι δικαιολογημένος ως επανάσταση και απελευθέρωση από ανάξιες αντιλήψεις περί Θεού, οι οποίες προβάλλουν έναν Θεό που σκλαβώνει και εκμηδενίζει τον άνθρωπο.
Στο σημείο αυτό, ας μας επιτραπεί μια παρέκβαση σχετικά με τη θλιβερή μισαλλοδοξία και τον άγριο φανατισμό που ενίοτε κυριαρχούν στο χώρο των θρησκευόμενων ανθρώπων και απωθούν τους νέους από την Εκκλησία. Γράφει ο μεγάλος Γερμανός φιλόσοφος Καρλ Γιάσπερς: «Στον αγώνα κατά της ελευθερίας, σ’ αυτόν τον αγώνα εναντίον του διαφωτισμού, στην πράξη, αναπτύσσεται μία έγερση κατά του ίδιου του Θεού, προς όφελος των δογμάτων, των εντολών και των απαγορεύσεων (των υποτιθέμενων θείων, αλλά επινοημένων από τους ανθρώπους), των θεσμών και των κανόνων συμπεριφοράς (των κατασκευασμένων από τους ανθρώπους), όπου, όπως σε όλα τα ανθρώπινα πράγματα, ανακατεύεται αξεδιάλυτα η φρόνηση και η παραφροσύνη. […] Γιατί αυτές οι επιθέσεις κατά του διαφωτισμού; Προκύπτουν από την απιστία αυτών που, στην επιθυμία τους να πιστέψουν, πείθουν τους εαυτούς τους ότι έχουν πίστη. Και από τη θέληση για δύναμη, που πιστεύει πως οι άνθρωποι συμμορφώνονται καλύτερα όταν είναι τυφλοί υποτακτικοί σε μιαν εξουσία, που αποτελεί το όργανο αυτής της δύναμης»[iii]. Πρέπει, βεβαίως, να σημειωθεί πως, λέγοντας «διαφωτισμό», ο Γιάσπερς δεν εννοεί τον άθεο γαλλικό Διαφωτισμό, αλλά την πνευματική ροπή του ανθρώπου ως ελλόγου όντος να αποτινάξει τις αναχρονιστικές προκαταλήψεις και δεισιδαιμονίες, τουτέστιν την κριτική του συνείδηση.
Ο κ. Αργυρόπουλος παρατηρεί ότι πολλοί νέοι ταυτίζουν την Εκκλησία με ανάξιους ιεράρχες. Λένε: «Δεν έχω πρόβλημα με τον Θεό, αλλά με την Εκκλησία», λαμβάνοντας προφανώς σαν «Εκκλησία» τη διοικούσα θεσμική Εκκλησία. Κατά τον συγγραφέα, οι λανθασμένες επιλογές των εκπροσώπων του Χριστιανισμού, στις μέρες μας αλλά και μέσα στην ιστορία, δεν χρειάζεται να συγκαλύπτονται, να συσκοτίζονται ή να δικαιολογούνται. Αντιθέτως, πρέπει να προσεγγίσουμε με τόλμη την πραγματικότητα και την ιστορική αλήθεια, και να αναγνωρίσουμε ότι η αγανάκτηση των ειλικρινών αθέων είναι συχνά δικαιολογημένη· αγανάκτηση που στρέφεται, αφενός προς πρακτικές συμπεριφορές των χριστιανών, αφετέρου προς την παραμορφωτική ερμηνεία των δογμάτων. Ο χριστιανός πρέπει να θυμάται πως η θέση του, σύμφωνα με τις ευαγγελικές αρχές, είναι στο πλευρό των αδυνάμων, των ανυπεράσπιστων, των κατατρεγμένων, των θυμάτων της ιστορίας, και όχι με τους κυριάρχους. Η διαχρονική συμμαχία της διοικούσας Εκκλησίας με τους ισχυρούς της γης αποτελεί μέγα σκάνδαλο, και για τους νέους.
Σύγχυση προκαλούν στους νέους ανθρώπους η υποκρισία και η άνευ ουσίας τυπική θρησκευτικότητα. Έρευνες έχουν δείξει ότι η μεγάλη πλειονότητα των θρησκευομένων αγνοεί το περιεχόμενο της χριστιανικής διδασκαλίας, την ίδια στιγμή που συμμετέχει στα μυστήρια και τις τελετές. Η άρνηση από τους νέους του Θεού που τους προσφέρεται αρρωστημένα είναι δείγμα υγείας· αν δεν το έκαναν, «θα ήταν για λύπηση»! Ακόμη, οι νέοι δεν πρέπει να ενοχοποιούνται για τις αμφιβολίες τους. Η αμφιβολία βαθαίνει την πίστη, δεν είναι βλαβερή. Η εύρεση του Θεού είναι μια αδιάκοπη αναζήτηση, μια ασταμάτητη πορεία.
Το πρόβλημα του κακού, το πανάρχαιο ζήτημα της Θεοδικίας, βασανίζει αρκετά τους νέους που ερευνούν. Βεβαίως, το πρόβλημα αυτό δεν είναι δυνατό να επιλυθεί λογικά. Ωστόσο, πρέπει να τονιστούν τα εξής: Πρώτον, το κακό δεν είναι ούτε δημιούργημα, ούτε θέλημα του Θεού. Ομοίως, ο Θεός ούτε χρησιμοποιεί το κακό, ούτε το εκμεταλλεύεται. Δεύτερον, ο Χριστός είναι ένας Θεός πάσχων. Δηλαδή, στον Χριστιανισμό, ο Θεός παίρνει το μέρος των ανθρώπων, βιώνει την οδύνη και τα βάσανά τους μέχρις εσχάτων, εγκαταλείποντας την παντοδυναμία του και το ισχυρό «προφίλ» του.
Ο συγγραφέας αναφέρεται στα θαύματα και τις σχετικές καταχρήσεις και υπερβολές. Πολλοί χριστιανοί, αλλά και άθεοι, δεν αντέχουν την ελευθερία του Θεού. Επιζητούν την επιβολή του Θεού δια του «θαύματος». Όμως, ο Θεός μας δεν είναι ένας γυρολόγος θαυματοποιός, ένας “superman”. Όποιος πιστεύει βαθειά, και κανένα θαύμα να μη δει στη ζωή του, η πίστη του δεν κλονίζεται. Εξάλλου, η ζωή μας είναι γεμάτη από μικρά ή μεγάλα καθημερινά θαύματα και από τη βίωση του μεγίστου θαύματος της παρουσίας Του. Θαύματα ασφαλώς γίνονται, αλλά συνιστούν απλώς εκδηλώσεις της αγάπης του Θεού και της ευλογίας Του προς εμάς.
Οι νέοι διψούν για έναν Θεό που δεν είναι απόμακρος, που σαρκώθηκε για να βρεθεί κοντά μας. Θέλουν μια πίστη που να μην είναι δήλωση υποταγής σε μια ανώτερη εξουσία, αλλά σχέση ανεπιφύλακτης εμπιστοσύνης και άνευ ορίων αγάπης. Πρέπει να γίνει ξεκάθαρο: Ο Θεός του φόβου που προβάλλεται από συγκεκριμένους θεολογικούς κύκλους δεν είναι ο αληθινός Θεός της αγάπης, αλλά η άρνηση του Θεού. Ο κ. Αργυρόπουλος παραπέμπει στον Ελιάντε, σύμφωνα με τον οποίον, ο φόβος των ανθρώπων για το «ιερό» βρίσκεται στη βάση των αρχαίων θρησκειών. Εν προκειμένω, είναι καίριες, κατά τη γνώμη μας, και οι συναφείς επισημάνσεις του Ερνστ Μπλοχ, εν σχέσει προς τον κατ’ αρχήν «αντιθεοκρατικό» προσανατολισμό του χριστιανισμού. Κατά τον Μπλοχ, η χριστιανική ομολογία πίστεως στον «υιό του ανθρώπου» δεν είναι θρησκεία, υπό την έννοια της religio, όπου re-ligio σημαίνει «επανασύνδεση» - επανασύνδεση με τον μυθικό Θεό των απαρχών. Γι’ αυτό και οι χριστιανοί μάρτυρες στην αυλή του Νέρωνα ονομάστηκαν «άθεοι», επειδή ακριβώς απέρριπταν έναν Θεό – επουράνιο είδωλο – αυθέντη στην ύψιστη ουράνια σφαίρα[iv].
Η αγάπη, στον χριστιανισμό, δεν είναι απλώς ένα συναίσθημα ή μία πράξη – φυσικά, είναι και αυτά· είναι γνωσιολογική και οντολογική αρχή. Ας θυμηθούμε το περίφημο χωρίο από την Α’ Καθολική Επιστολή του Ιωάννου (4,8): «ὁ μὴ ἀγαπῶν οὐκ ἔγνω τὸν Θεόν, ὅτι ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν». Όπως τονίζει ο πατήρ Φιλόθεος Φάρος, η αγάπη είναι η κινητήρια δύναμη των πάντων προς πάντα, η ενεργός, δημιουργική και ιαματική δύναμη της ζωής[v]. Η αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον είναι, σύμφωνα με τη Βίβλο, η μεγίστη εντολή: «ἐν ταύταις ταῖς δυσὶν ἐντολαῖς ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται κρέμανται»[vi]. Συνεπώς, είναι απαράδεκτο, απογοητευτικό και εξοργιστικό επίσκοποι της Ορθόδοξης Εκκλησίας να μιλούν υποτιμητικά και επιτιμητικά για «αγαπούληδες» κ.λπ.
Ο συγγραφέας υπογραμμίζει ότι οι χριστιανοί νέοι δεν πρέπει να είναι τα «καλά παιδιά», αλλά οι ανατροπείς της καθεστηκυίας τάξεως: του πλουτισμού, του ατομικισμού, του χυδαίου υλισμού, της κοινωνικής ανέλιξης με κάθε τρόπο. Οφείλουν να είναι η «πνευματική αλητεία», οι «πνευματικές μολότοφ»: άνθρωποι θυσίας και προσφοράς σε μια κοινωνία όπου κυριαρχούν ο εγωισμός και ο ωφελιμισμός.
Συχνά, η πίστη στον Θεό εμφανίζεται σαν πίστη σε μια αφηρημένη ιδέα, σε μια «ανώτερη δύναμη», σε ένα θεωρητικό κατασκεύασμα. Αλλά, με έναν τέτοιο Θεό, δεν μπορείς να συναντηθείς, να διαλεχθείς, να σχετισθείς. Μία τέτοια πίστη δεν μπορεί να νοηματοδοτήσει τη ζωή σου.
Οι νέοι ενδιαφέρονται ιδιαιτέρως για την επιβεβαίωση της ατομικότητάς τους και την αναγνώριση της ανεπανάληπτης ιδιαιτερότητας της προσωπικότητάς τους. Πρέπει να τους γίνει σαφές ότι ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης, αλλά αγαπά όλους τους ανθρώπους ανεξαιρέτως. Αγαπά, ωστόσο, τον καθένα ως ξεχωριστό και αναντικατάστατο πρόσωπο. Η αυτογνωσία συνιστά οδό γνώσεως του Θεού. Προϋπόθεση της σχέσεως με τον Θεό είναι να γνωρίσεις καλά τον εαυτό σου και να πιστέψεις στον εαυτό σου. Η άφεση με εμπιστοσύνη στα χέρια του Θεού δεν σημαίνει άρνηση της προσωπικότητάς σου ούτε παραίτηση από τα «θέλω» σου. Απλώς, αφήνεσαι σε έναν φίλο που σε ξέρει καλύτερα.
Η κοινωνικοπολιτική παρουσία και δράση αποτελεί διάσταση του πνευματικού. Οι χριστιανοί αγωνίζονται εντός της κοινωνίας για τη μεταμόρφωσή της· δεν μπορεί να ζουν σε μία κακώς νοούμενη «μακαριότητα», απαθείς μέσα σ’ έναν κόσμο που χάνεται. Η επιστροφή στον αυθεντικό, αρχέγονο χριστιανισμό της ελπίδας και της απελευθέρωσης είναι κατεπείγουσα ανάγκη.
Διαβάζοντας το βιβλίο του φίλου Ανδρέα Αργυρόπουλου και γνωρίζοντάς τον προσωπικά, κάνω την εξής σκέψη: Η διδασκαλία, η εκπαίδευση, η θεολογία δεν είναι πράγματα άυλα και αφηρημένα· ενσαρκώνονται σε συγκεκριμένους ανθρώπους και πραγματώνονται σε δράσεις. Χρειαζόμαστε ανθρώπους που θα εμπνεύσουν τους νέους, και με τον λόγο τους οπωσδήποτε, αλλά, κυρίως, με το ζωντανό παράδειγμα, το ήθος και τη θέρμη τους. Και ένας τέτοιος άνθρωπος και δάσκαλος είναι ο Ανδρέας! 


[i]
                        [i] Ανδρέας Χ. Αργυρόπουλος, «Ο Θεός, οι Νέοι και άλλες Rock ‘n Roll ιστορίες», Αρμός, Αθήνα, 2019.
[ii]
                        [ii] Αυτόθι, σ. 22.
[iii]
                        [iii] Καρλ Γιάσπερς, «Εισαγωγή στη Φιλοσοφία», μετάφραση Χρήστου Μαλεβίτση, Δωδώνη, Αθήνα – Γιάννινα, 1983, σσ. 177-179.
[iv]
                        [iv] Ερνστ Μπλοχ, «Ο αθεϊσμός στον χριστιανισμό», μετάφραση Πέτρου Γιατζάκη, Άρτος Ζωής, Αθήνα, 2019.
[v]
                        [v] π. Φιλόθεος Φάρος, «Η διαχείριση της αγάπης», Αρμός, Αθήνα, 2010, σ. 99.
[vi]
                        [vi] Ματθ. 22,40.


*Εισήγηση στην παρουσίαση του βιβλίου  στα Βριλήσσια 21-12-2019 .
Ο Γιώργος Κρανιδιώτης είναι Γιατρός και Πτ. Φιλοσοφίας



Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2020

Δημοτικό Ραδιόφωνο Ιωαννίνων-Συνέντευξη:Οι Τρεις Ιεράρχες μιλούσαν για μια κοινωνία ισότητας…


Α.Αργυρόπουλος(Θεολόγος, συγγραφέας)-Οι Τρεις Ιεράρχες μιλούσαν για μια κοινωνία ισότητας…


Συνέντευξη στον Γιώργος Γκόντζος(ggontzos@yahoo.gr)—-στο Δημοτικό Ραδιόφωνο Ιωαννίνων  (4-2-2020)
 “Μιλούσαν ξεκάθαρα οι Τρεις Ιεράρχες για μια κοινωνία ισότητας,για μια κοινωνία στην οποία δεν θα υπάρχει εκμετάλλευση ,για μια κοινωνία που ο καθένας θα αμείβεται σύμφωνα με τις ανάγκες του..”. Με αυτά τα λόγια ο Ανδρέας Αργυρόπουλος,συγγραφέας,θεολόγος, αναφέρθηκε αρχικά στους Τρεις Ιεράρχες, σε συνέντευξή του(Ηχητικό ΕΔΩ) στην εκπομπή “ό,τι πεις εσύ” (Γιώργος Γκόντζος),στο δημοτικό ραδιόφωνο Ιωαννίνων.Στην συνέχεια εστίασε την αναφορά του σε τρία στοιχεία που χαρακτηρίζουν την συνολική παρουσία τους: “Τις απόψεις για ένα σύστημα ισότητας στην κοινωνία,τις πρωτοβουλίες και τις θέσεις τους για την δημόσια υγεία,και την προσωπική στάση απέναντι σ’αυτούς που περνούσαν δύσκολα…”.
Σε άλλο σημείο τόνισε πως “σε γενικές γραμμές η στάση των Τριών Ιεραρχών απέναντι και στην Ελληνική Παιδεία και ευρύτερα στις επιστήμες,ήταν ανοικτή” ,και υπογράμμισε πως έθεσαν “σε σωστή βάση την σχέση επιστήμης και πίστης”.
Για το θέμα του εορτασμού της ημέρας των Τριών Ιεραρχών, σημείωσε: “Η μέση λύση ,η ουσία των πραγμάτων είναι: Την μέρα ούτε πρέπει να έχουμε αργία,η αργία πολλές φορές δεν δίνει αυτό που πρέπει να δώσει ,αλλά δεν πρέπει να είναι και μέρα εργασίας.Πρέπει να είναι μια γιορτή και η γιορτή αυτή που θα γίνει στα σχολεία να είναι γιορτή μελέτης και πληροφόρησης του έργου των Τριών Ιεραρχών,την οποία θα αναλαμβάνει ο σύλλογος διδασκόντων μαζί με τον θεολόγο βέβαια…Μπορεί βέβαια και ένας άλλος συνάδελφος ,ένας φιλόλογος, ένας μαθηματικός , να έχει περισσότερες γνώσεις, να είναι καλύτερος σε ένα τομέα για την ζωή και την δράση των Τριών Ιεραρχών, και να μιλήσει,αυτά μπορεί δημοκρατικά να τα αποφασίσει ο σύλλογος διδασκόντων .Δηλαδή να γίνεται μια γιορτή και μετά τα παιδιά να φεύγουν ,πως γίνεται με το Πολυτεχνείο, έτσι να γίνεται και με την γιορτή των Τριών Ιεραρχών.”
Ο Α.Αργυρόπουλος τέλος έθεσε και μια άλλη διάσταση που αφορά τους Τρεις Ιεράρχες: “Στενοχωριέμαι για μερικούς που ανήκουν σε κάποιους χώρους και έχουν μείνει 50 και 100 χρόνια πίσω.Όταν οι μεγάλοι κοινωνιολόγοι από τις αρχές του 20ου αιώνα , άνθρωποι που δεν ανήκουν ούτε στους χώρους της εκκλησίας , ούτε του Χριστιανισμού εξυμνούν τους Τρεις Ιεράρχες για τις κοινωνικές τους θέσεις, δεν μπορεί να έρχεται ο ‘Έλληνας “προοδευτικός”, γιατί ο αγράμματος δεν μπορεί να είναι προοδευτικός, και να θέτει θέμα συντηρητικότητας των Τριών Ιεραρχών ….Όταν η ίδια η Ρόζα Λούξεμπουργκ καθόταν και έγραφε για τους Τρεις Ιεράρχες,όταν ο Κάουτσκι έγραφε για τους Τρεις Ιεράρχες,δηλαδή σε όλον τον πλανήτη εξυμνούν τους Τρεις Ιεράρχες και στην χώρα που υποτίθεται τους γιορτάζουμε,έχουμε άγνοια του έργου τους.Ο Έριχ Φρομ, ας πούμε, γράφει για το κοινωνικό έργο των Τριών Ιεραρχών, το λέμε ποτέ στις ομιλίες; Δεν τα λέμε και ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματά του γιατί δεν τα λέμε…Γιατί κάποιους δεν βολεύει να τ’ ακούνε και κάποιοι άλλοι τους αρέσει να μένουν στα στερεότυπά τους”

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2020

Αντώνης Παναγάκης: ΜΙΑ «ΑΒΟΛΗ» ΓΙΟΡΤΗ





          Πριν 150 χρόνια περίπου η κοινή εορτή των 3 Ιεραρχών της 30ης Ιανουαρίου ορίσθηκε και ως σχολική, με την ιδιαίτερη έμφαση ότι εκτός από την υπόλοιπη προσφορά τους στη θεολογική, κοινωνική ζωή οι Τρεις Ιεράρχες αποτελούν και τους προστάτες των Γραμμάτων και της Παιδείας. Από τότε μέχρι σήμερα έχουν αλλάξει πολλά πράγματα με αποτέλεσμα αυτή η γιορτή να είναι "άβολη" για το σημερινό σχολείο.
Μεγάλο μέρος εκπαιδευτικών ούτε πιστεύουν, άλλοι έχουν ιδεολογικά κωλύματα και κολλήματα με τους 3 ιεράρχες (οι ημιμαθείς...) όλοι όμως αυτοί δεν πρόβαλλαν ποτέ εναντίωση στον γιορτασμό (πέρα από κάποιες μικρές φωνές) γιατί τους βόλευε να κάθονται στο σπίτι τους κι ούτε να συμμετέχουν σε τίποτα σχετικά με τον εορτασμό στο σχολείο. Μέχρι πριν 15 περίπου χρόνια έστω και να μην πήγαιναν στην εκκλησία σχεδόν όλοι οι εκπαιδευτικοί μαζεύονταν στο σχολείο, μετά το πέρας του εκκλησιασμού μοίραζαν τους άρτους, έκοβαν πίτα μπορεί να έκαναν μια άτυπη συνεδρίαση να συζητήσουν θέματα του σχολείου ή ακόμα και μια μικρή συνεστίαση. Ακόμα την ημέρα αυτή τοπικοί συνδικαλιστικοί σύλλογοι εκπαιδευτικών διοργάνωναν τιμητικές συγκεντρώσεις για τους αποχωρούντες από την υπηρεσία συνταξιούχους συναδέλφους. Όλα αυτά έχουν πλέον εκλείψει και μόνο στην επαρχία γίνεται σχεδόν ομαδικός εκκλησιασμός και ομιλία εκπαιδευτικού για την ημέρα ιδιαίτερα στα μέρη που δεν έχουν δυνατότητα να φύγουν οι εκπ/κοί για μια μέρα. Τα τελευταία χρόνια επικρατούσε σύγχυση σχετικά με τον τρόπο που θα εορτασθεί η μέρα αυτή στα σχολεία και κάθε χρόνο είχαμε και μια διαφορετική εγκύκλιο από το υπουργείο μέχρι το σημείο πέρυσι τα σχολεία να μείνουν κλειστά την ημέρα αυτή με την οδηγία εκκλησιασμός ή εκδηλώσεις να γίνουν την προηγούμενη ημέρα.
Σιγά - σιγά λοιπόν απαξιώθηκε η γιορτή αυτή από το υπουργείο και τους εκπαιδευτικούς και η Κεραμέως μαζί με τον αρχιεπίσκοπο έβαλαν το κερασάκι στην τούρτα.Φέτος και εορτή και μάθημα κανονικά.
 Κι όμως θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά τα πράγματα. Να καταργηθεί μεν ως αργία με κλειστά σχολεία αλλά να γίνουν εκδηλώσεις για τα Γράμματα και την Παιδεία που θα έχουν διοργανώσει οι εκπαιδευτικοί μαζί με τους μαθητές τους πέραν του εκκλησιασμού.Όπως ακριβώς έχει ορισθεί η ημέρα σχολικού αθλητισμού στις αρχές του σχολικού έτους όπου ΔΕΝ γίνονται μαθήματα αλλά αθλήματα που έχουν διοργανώσει οι γυμναστές μαζί με τους δασκάλους και ολόκληρη η μέρα είναι αφιερωμένη σε αυτά. Αν αυτό γίνεται για το σχολικό αθλητισμό πόσο μάλλον θα πρέπει να γίνεται για την κατεξοχήν γιορτή του σχολείου. Αντί αυτού παρακολουθήσαμε τις παλινωδίες και το «άδειασμα» της μίας κυρίας από την άλλη του ΥΠΑΙΘ και με έκπληξη τη δήλωση του αρχιεπισκόπου. Θα πρέπει να γνωρίζει ο αρχιεπίσκοπος ότι με τέτοιες δηλώσεις ρίχνει νερό στονμύλο εκείνων που θέλουν να αρχίσουν να καταργούν μία προς μία τις εορτές αργίες που έχουν σαν βάση τον εκκλησιαστικό λειτουργικό βίο και μάλιστα με αντικατάστασή τους από εμπορικές αργίες. Για παράδειγμα κόβουμε μέρες από το 15ήμερο του Πάσχα και βάζουμε μια λευκή εβδομάδα μέσα στο χειμώνα. Ήδη η Κυριακή αργία έχει υποχωρήσει σε σημαντικό βαθμό παρ’ όλους τους αγώνες των εργαζομένων. Αυτή την εξέλιξη θέλουμε;
Ο Αντώνης Παναγάκης είναι Δάσκαλος στο 17οΔημ. Σχ. Καλλιθέας


 εφ. ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ φ. 1049 23.1.2020

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2020

Ομιλία:Οι σχέσεις των νέων με την Εκκλησία σήμερα


Στην αίθουσα του θρησκευτικού Συλλόγου
 «Η ΕΛΠΙΔΑ» (Κλεοβούλης 21 Ζωγράφου),
Έναντι Ι.Ν.Αγίου Θωμά Αμπελοκήπων (ΓΟΥΔΗ)
Την Κυριακή 09/02/2020 και ώρα 18:00
Θα πραγματοποιηθεί ομιλία από
τον κ. Ανδρέα Αργυρόπουλο Θεολόγο καθηγητή με θέμα:

Οι σχέσεις των νέων με την Εκκλησία σήμερα

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2020

Τρεις Ιεράρχες: Θεολογική και επιστημονική συγκρότηση, ανοικτό πνεύμα, ριζοσπαστική κοινωνική παρουσία

του Ανδρέα Αργυρόπουλου*
ΓΓια πολλές δεκαετίες η γιορτή των Τριών Ιεραρχών στα σχολεία και όχι μόνο, προσφερόταν για την αναπαραγωγή θεολογιών στερεοτύπων και παράθεση ηθικοπλαστικών προτροπών προς τους νέους. Αποτελεί ευτύχημα ότι τα τελευταία χρόνια μεγάλος αριθμός θεολόγων αλλά και κληρικών όλων των βαθμίδων προβάλλει το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Πατέρων της Εκκλησίας, μήνυμα που έρχεται να μας θυμίσει τη χριστιανική αυθεντικότητα, και να δώσει κατευθύνσεις, που γεμίζουν ελπίδα και απελευθερώνουν.
Οι Τρεις Ιεράρχες χαρακτηρίζονταν για τη θεολογική αλλά και την ευρύτερη επιστημονική τους συγκρότηση, τη ριζοσπαστική κοινωνική τους παρουσία, την ανοικτότητα του πνεύματος και την κριτική στάση τους απέναντι στο θρησκευτικό και πολιτικό κατεστημένο της εποχής τους, θύματα του οποίου υπήρξαν.
Οι Τρεις Πατέρες της Εκκλησίας μας τάραξαν τα νερά της εποχής τους και άφησαν παρακαταθήκες με αιώνια αξία. Παγκοσμίως δεν είναι λίγοι οι ερευνητές από το χώρο της Ιατρικής, της Κοινωνιολογίας, των Πολιτικών Επιστημών, της Παιδαγωγικής, της Φιλοσοφίας, της Θεολογίας και της Ψυχολογίας που μελέτησαν το έργο των Πατέρων της Εκκλησίας τονίζοντας την αξία του. Στη Γερμανία για παράδειγμα μεγάλοι κοινωνιολόγοι του προηγούμενου αιώνα αλλά και σύγχρονοι στοχαστές όπως ο Έριχ Φρόμ, αναφέρονται με θαυμασμό στις κοινωνικές απόψεις των Πατέρων της Εκκλησίας μας. 
ΛΙΓΑ ΜΟΛΙΣ ΧΡΟΝΙΑ μετά το θάνατό των Τριών Ιεραρχών τα κείμενά τους μεταφράζονται στα Λατινικά, στα Κοπτικά ,στα Αραβικά, Αρμενικά, στα Συριακά και με την πάροδο του χρόνου σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι τα έργα του Μεγάλου Βασιλείου άρχισαν να διδάσκονται στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων το 16ο αιώνα, το δε πόνημά του: «Προς τους νέους…» απέκτησε τόσους θαυμαστές στη Δύση, που εντός 50 ετών (1449-1500) γνώρισε 20 εκδόσεις.
Τα Άπαντά του έχουν εκδοθεί στην Αγγλία το 1610 και στη Γερμανία το 1776. Δεν πρέπει να παραλείψουμε και τις εκατοντάδες εκδόσεις μεμονωμένων έργων τους σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Μεταξύ αυτών η έκδοση της ποιητικής συλλογής του Αγίου Γρηγορίου στη Βενετία το 1054. Είναι ευτύχημα ότι τα τελευταία χρόνια και στην πατρίδα μας έχει αρχίσει μια προσπάθεια ανακάλυψης του έργου των Τριών Ιεραρχών και στο θεολογικό χώρο, αλλά και πέρα απ’ αυτόν, πράγμα πολύ ελπιδοφόρο.
Ο Βασίλειος, γιατρός ο ίδιος, ιδρύει τη γνωστή σε όλους μας Βασιλειάδα, μια «πόλη φιλανθρωπίας». Μας γίνεται γνωστό από τα κείμενα ότι ο ίδιος παρότι καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια «έδινε το χέρι στους λεπρούς, τους φιλούσε αδελφικά και τους φρόντιζε ο ίδιος προσωπικά». Δε μιλάμε για ακίνδυνη και διαφημιζόμενη φιλανθρωπία που πολλές φορές συναντάμε στην εποχή μας αλλά για προσωπική καθημερινή θυσία.
Ο Χρυσόστομος που σπούδασε κι αυτός γιατρός χτίζει πολλά νοσοκομεία στην Κωνσταντινούπολη, στα οποία όπως και ο Βασίλειος περιποιείται ο ίδιος τους ασθενείς. Η επιστημονική έρευνα έχει καταδείξει ότι ο Βασίλειος και ο Χρυσόστομος είναι ουσιαστικά οι εμπνευστές ενός δημόσιου συστήματος υγείας που με την πάροδο του χρόνου απλώνεται σε ολόκληρη την Βυζαντινή Αυτοκρατορία.
Οι Τρεις Ιεράρχες στηρίζουν με κάθε τρόπο τους φτωχούς, τους κυνηγημένους και τους απροστάτευτους της εποχής τους. Θεωρούν αυτονόητο να θυσιαστούν για τον κάθε έναν από αυτούς.
Ο Χρυσόστομος έγραφε: «Αυτός που ζει μόνο για τον εαυτό του και περιφρονεί όλους τους άλλους ανθρώπους είναι άχρηστος και όχι άνθρωπος»
Οι Τρεις Ιεράρχες δεν έχουν ανάγκη να τους γιορτάσουμε με «λαμπρότητα». Δεν τους τιμάμε εκφωνώντας «πανηγυρικούς»(για τα πανηγύρια πολλές φορές) όπου κάνει πάρτι ο βερμπαλισμός. Απαιτείται μελέτη του έργου τους, της προσφοράς τους, αλλά κυρίως η μίμηση της στάσης ζωής τους
Στο μεγάλο λιμό που έπληξε την περιοχή του ο Βασίλειος στηλιτεύει τη δράση των μαυραγοριτών, που θέλουν να πλουτίσουν σε βάρος των λιμοκτονούντων συμπατριωτών τους, οργανώνει συσσίτια για όλο το λαό προσφέροντας βοήθεια χωρίς καμιά διάκριση σε χριστιανούς, ειδωλολάτρες, Ιουδαίους σώζοντας χιλιάδες από βέβαιο θάνατο. Ζητάει από τους άρχοντες την απαλλαγή των φτωχών από τη φορολογία, ενώ δεν παραλείπει να παρέμβει για τα συμφέροντα των εργαζομένων στα ορυχεία του Ταύρου.
Ο Χρυσόστομος μόλις ανέρχεται στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης, πουλάει τα πολυτελή σκεύη και έπιπλα της Αρχιεπισκοπής χάρη των παλαιών και νέων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Διακόπτει άμεσα τη διοργάνωση επίσημων και πλούσιων δείπνων στο χώρο της Αρχιεπισκοπής και με τα χρήματα που εξοικονομεί οργανώνει συσσίτια για 7.000 φτωχούς καθημερινά, χωρίς υπολογίζονται σε αυτό το νούμερο οι ξένοι και αυτοί που για κάποιο διάστημα βρισκόντουσαν στην πόλη.
Υποστηρίζει κάθε έναν που αδικείται από την πολιτική εξουσία φτάνοντας στο σημείο να συγκρουστεί με την αυτοκράτειρα, όταν εκείνη καταπατά το κτήμα μιας φτωχής χήρας.
Ο ίδιος ζει λιτά και ασκητικά, όπως αρμόζει σ’ έναν ιεράρχη, προκαλώντας το θαυμασμό του απλού λαού, αλλά και την περιφρόνηση των πλούσιων και κοινωνικά ισχυρών αντιπάλων του. Ανυποχώρητος στα πιστεύω του δεν αρέσκεται στον να συγκαλύπτει νοσηρές καταστάσεις μέσα στον εκκλησιαστικό χώρο.
ΆΝΘΡΩΠΟΙ ΜΕ ΑΝΟΙΧΤΟΥΣ πνευματικούς ορίζοντες, οι Πατέρες της Εκκλησίας τονίζουν κατ’ επανάληψιν στα κείμενά τους την αξία της αρχαίας ελληνικής παιδείας. Ο Γρηγόριος αντιδρώντας στις απόψεις κάποιων ακραίων και φοβικών χριστιανών, που αρνούνταν τη μελέτη της κλασικής παιδείας, υποστηρίζει πως είναι «αγροίκοι και αγράμματοι», όσοι δε δέχονται την αξία της. Αποκαλεί την πόλη των Αθηνών που ήταν κέντρο σπουδής του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, «Χρυσή Αθήνα των Γραμμάτων».
Υπεραμύνονται της αξίας των επιστημών θέτοντας σε σωστές βάσεις τις σχέσεις πίστης και επιστήμης. Στο ερώτημα μάλιστα που τέθηκε κάποτε στον Μέγα Βασίλειο για το αν πρέπει οι μοναχοί να μεταχειρίζονται την Ιατρική, ο μεγάλος αυτός άγιος της Εκκλησίας μας όχι απλά υπεραμύνθηκε της αναγκαιότητας της ιατρικής επιστήμης, αλλά τόνισε και την προέλευσή της από τον ίδιο το Θεό.
Οι Τρεις Ιεράρχες δεν μπορούν να συμβιβαστούν με την υποκρισία των βολεμένων χριστιανών: Γράφει ο Γρηγόριος: «Μη τεντώνεις τα χέρια σου στον ουρανό αλλά στα χέρια των φτωχών. Αν εκτείνεις τα χέρια σου στα χέρια των φτωχών έπιασες την κορυφή του ουρανού».
Οι κοινωνικές θέσεις τους είναι τόσο σύγχρονες και ριζοσπαστικές που νομίζει κανείς πως έχουν γραφεί τους τελευταίους αιώνες και μάλιστα κατά τα διαστήματα των μεγάλων κοινωνικών επαναστάσεων και συγκρούσεων.
Ο Μακ. Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας κ. Αναστάσιος αναφέρει για τους Τρεις Ιεράρχες: «η γλώσσα τους αποκτά μια μοναδική οξύτητα όταν κηρύσσουν την ισότητα και την αδελφοσύνη όλων των ανθρώπων. “Αφύσικα βλέπει” φωνάζει ο Μέγας Βασίλειος όποιος κάνει διακρίσεις μεταξύ των ανθρώπων.
Είναι “άθεοι” ή “παράλογοι” και οπωσδήποτε “λωποδύτες” αυτοί που θησαυρίζουν σε βάρος των άλλων και κρατούν τα πλούτη τους για αποκλειστική τους χρήση». Ο Χρυσόστομος ακολουθώντας τον Απόστολο Παύλο χαρακτηρίζει την πλεονεξία των πλουσίων ως ειδωλολατρία.
Σε μια εποχή που η γυναίκα βρισκόταν στο κοινωνικό περιθώριο οι Πατέρες αναλαμβάνουν την υπεράσπισή της και αγωνίζονται σθεναρά να της δώσουν τη θέση που της αρμόζει στην κοινωνία
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερχόμενος σε ρήξη με τις ανδροκρατικές αντιλήψεις της εποχής του, επιλέγει ως πρώτη μεταξύ των συνεργατών του μια γυναίκα, τη μετέπειτα Αγία Ολυμπιάδα η οποία αναδεικνύεται σε ηγέτιδα του χριστιανικού κοινωνικού έργου.
Τα βασικά στοιχεία της αληθινής παιδείας για τους Τρείς Ιεράρχες είναι: η αγάπη, η ελευθερία και ο σεβασμός του ανθρώπινου προσώπου. Ο διάλογος είναι το καλύτερο μέσο για να επιτευχθεί ο σκοπός της αγωγής. Η εξουσιαστικότητα και ο δογματισμός όχι μόνο δείχνουν έλλειψη αγάπης, αλλά και δε φέρνουν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Υποστηρίζουν πως η Παιδεία πρέπει να είναι στην υπηρεσία του ανθρώπου και όχι του συστήματος, όπως δυστυχώς έχει καταντήσει στις μέρες μας.
Οι Τρεις Ιεράρχες δεν έχουν ανάγκη να τους γιορτάσουμε με «λαμπρότητα». Δεν τους τιμάμε εκφωνώντας «πανηγυρικούς»(για τα πανηγύρια πολλές φορές) όπου κάνει πάρτι ο βερμπαλισμός. Απαιτείται μελέτη του έργου τους, της προσφοράς τους, αλλά κυρίως η μίμηση της στάσης ζωής τους.
* Ο Ανδρέας Αργυρόπουλος είναι θεολόγος και συγγραφέας



Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2020

Βλάσης Αγτζίδης:Συζητώντας για τον ιστορική, κοινωνική και ιδεολογική σημασία του έργου των Τριών Ιεραρχών;



Η ανάδειξη της σημασίας των Τριών Ιεραρχών και των πατερικών κειμένων στη σχολική αίθουσα συνιστά μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόκληση
Μεγάλη συζήτηση έχει ανοίξει με αφορμή την κατάργηση της σχολικής αργίας την ημέρα των Τριών Ιεραρχών (30 Ιανουαρίου) και τη μετατροπή της σε μέρα εκδηλώσεων μέσα στο σχολείο. Είναι αυτό τόσο αρνητικό όπως προβάλλεται;
Βεβαίως και όχι! Γιατί η κοινωνική σημασία του έργου των 3 αυτών θεολογων (Ιωάννης Χρυσόστομος, Βασίλειος ο Μέγας και Γρηγόριος Ναζιανζηνός) υπήρξε αντιπλουτοκρατική - και με βάση τη σύγχρονη ορολογία αντικαπιταλιστικη- και αντιεξουσιαστική. Στα πατερικά κείμενα ενυπάρχει η ριζοσπαστική κριτική του πλούτου και της ιδιοκτησίας, η αντίθεση στην κοινωνική αδικία και εκμετάλλευση, και συνυπάρχει με το πνεύμα της φιλανθρωπίας και της ελεημοσύνης και της έμπρακτης αλληλεγγύης προς τους αδυνάτους μέσα από την κοινωνική στράτευση. 
Ουσιαστικά οι Πατέρες υποστήριξαν το πρωτοχριστιανικό εξισωτικό πνεύμα και αγωνίστηκαν για  ένα από τα χριστιανικά αξιώματα, που ήταν  η άρνηση των κοινωνικών και φυλετικών διακρίσεων μεταξύ των ανθρώπων. Επανέφεραν τον ορισμό της ελευθερίας ως κανόνα των ανθρώπινων σχέσεων, έτσι όπως διατυπώθηκε στην Επί του Όρους Ομιλία: «καθς θέλετε να ποισιν μν ο νθρωποι, κα μες ποιετε ατος μοίως».  Αυτά τα πρωταρχικά αξιώματα ελευθερίας και ισότητας αποτυπώθηκαν εξαιρετικά στην εξής πρόταση: «Οκ νι ουδαος οδ λλην, οκ νι δολος οδ λεθερος, οκ νι ρσεν κα θλυ· πντες γρ μες ες στε ν Χριστ ησο.» (Προς Γαλάτας επιστολή γ΄23–δ΄5) Το πνεύμα αυτό περιθωριοποιήθηκε από τη στιγμή που η κοσμική εξουσία -μετά την καταστολή του επαναστατικού χριστιανικού = κινήματος όπως υποστηρίζει ο Κάουτσκι- ενσωμάτωσε τον χριστιανισμό και τον μετέτρεψε σε κρατική ιδεολογία. 
Από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ στον Κάουτσκι
Ακριβώς αυτή τη κοινωνική σημασία του έργου των Πατέρων της Εκκλησίας περιγράφει η Ρόζα Λούξεμπουργκ στο κείμενό της «Socialism and The Churches» (Ο Σοσιαλισμός και οι Εκκλησίες-1905). Γράφει: “The Fathers of the Church struggled for a long time, yet, with burning words, against this penetration of social inequality into the Christian community, scourging the rich and exhorting them to return to the communism of the early Apostles. Saint Basil, in the fourth century after Christ, preached thus against the rich: “Wretches, how will you justify yourselves before the Heavenly Judge? You say to me, ‘What is our fault, when we keep what belongs to us?’ I ask you, ‘How did you get that which you called your property? How do the possessors become rich, if not by taking possession of things belong to all? If everyone took only what he strictly needed leaving the rest to others, there would be neither rich nor poor’.”
It was St. John Chrysostom, patriarch of Constantinople, (born at Antioch in 347, died in exile in Armenia in 407), who preached most ardently to the Christians the return to the first communism of the Apostles….”
Δηλαδή: 
«Οι Πατέρες της Εκκλησίας όμως, πάλεψαν επί μακρόν, με πύρινους λόγους, εναντίον αυτής της διείσδυσης της κοινωνικής ανισότητας μέσα στη χριστιανική κοινότητα, επιπλήττοντας τους πλουσίους και προτρέποντάς τους να επιστρέψουν στον κοινοκτημονισμό (κομμουνισμό) των πρώτων Αποστόλων. Ο Άγιος Βασίλειος, τον τέταρτο αιώνα μετά τον Χριστό, κήρυξε έτσι εναντίον των πλουσίων: "Κακοί, πώς θα δικαιολογήσετε τον εαυτό σου ενώπιον του Ουράνιου Δικαστή; Μου λέτε: «Ποιο είναι το λάθος μας, όταν κρατάμε αυτό που μας ανήκει;» Σας ρωτώ: «Πώς πήρατε αυτό που κάνατε ως ιδιοκτησία σας; Πώς οι πλούσιοι γίνονται πλούσιοι, αν όχι με την κατοχή των πραγμάτων ανήκουν σε όλους; Αν όλοι πήραν μόνο αυτό που μόνο είχαν ανάγκη, αφήνοντας τα υπόλοιπα στους άλλους, δεν θα υπήρχαν ούτε πλούσιοι ούτε φτωχοί».
Ήταν ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος … που κήρυξε με τον περισσότερο ζήλο στους χριστιανούς την επιστροφή στον πρώτο κομμουνισμό των Αποστόλων».
Αυτό τον κοινωνικό χαρακτήρα του πρώιμου χριστιανισμού είχαν περιγράψει οι σημαντικότεροι των σοσιαλιστών διανοουμένων. Ο Καρλ Κάουτσκι -μια θρυλική μορφή της Β’ Κομμουνιστικής Διεθνούς και ηγέτης της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας- έγραψε το  1908 το βιβλίο του «Η καταγωγή του χριστιανισμού», όπου προσπαθεί να ανασυστήσει την πραγματική κοινωνική ιστορία της εμφάνισης του χριστιανισμού. Ο Κάουτσκι θεωρεί ότι εμφανίστηκε ως ένα εργατικό κοινωνικοκτημονικό επαναστατικό κίνημα της εποχής εκείνης και γι αυτό συνάντησε τη σφοδρή αντίδραση της Ρώμης. 
Στην υποστήριξη της θεώρησης του Κάουτσκι περί επαναστατικού κινήματος για την κοινωνική ισότητα, συνηγορεί και η εξής αναφορά στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, (Λκ 12,51-53. 14,26-27): «Μ νομσητε τι λθον βαλεν ερνην π τν γν· οκ λθον βαλεν ερνην, λλ μχαιραν. λθον γρ διχσαι νθρωπον κατ το πατρς ατο κα θυγατρα κατ τς μητρς ατς κα νμφην κατ τς πενθερς ατς· κα χθρο το νθρπου ο οκιακο ατο».
Επιβιώσεις του κοινωνικού χριστιανικού πνεύματος:
Από τον μητροπολίτη Κοζάνης Ιωακείμ στη Θεολογία της Απελευθέρωσης
Σύγχρονη πολιτική έκφραση των απόψεών τους θα θεωρούσα τη Θεολογία της Απελευθέρωσης, όπως εκφράστηκε στην Λατινική Αμερική με τους ενόπλους ιερείς να αγωνίζονται με τους ιθαγενείς και τα αριστερά κινήματα ενάντια στην κοινωνική αδικία και την αποικιοκρατία. Αυτή ακριβώς η υπόρρητη σχέση της Θεολογίας της Απελευθέρωσης με τα πατερικά κείμενα, παρουσιάζεται σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συλλογική έκδοση υπό τον τίτλο: "Βιβλική θεολογία της απελευθέρωσης, πατερική θεολογία και αμφισημίες της νεωτερικότητας".
Σ' αυτή την παράδοση πρέπει να εντάξουμε και τους Έλληνες ιερείς που την περίοδο της γερμανικής Κατοχής έλαβαν μέρος στην Εθνική Αντίσταση με κορυφαίο τον μητροπολίτη Κοζάνης Ιωακείμ - από το μαρτυρικό Ορτάκιοϊ της Μικράς Ασίας, που διετέλεσε αντιπρόεδρος της ΠΕΕΑ, της κυβέρνησης των ελεύθερων ελληνικών βουνών. Εκτός από το απελευθερωτικό πνεύμα της Αντίστασης, η χορεία αυτή των αντιστασιακών ιερωμένων είχε ιδιαίτερη ευαισθησία στην κοινωνική αντίληψη του απελευθερωτικού κινήματος που κήρυσσε ως μεταπελευθερωτικό στόχο μια Ελλάδα απαλλαγμένη από την κοινωνική αδικία με κατοχυρωμένη την ελευθερία και την ισότητα των πολιτών της...
Εν κατακλείδι 
Η ανάδειξη της σημασίας των Τριών Ιεραρχών και των πατερικών κειμένων στη σχολική αίθουσα συνιστά μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόκληση.
Εδώ θα φανεί η σοβαρότητα των δημοκρατικών εκπαιδευτικών. Εάν δηλαδή μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη φαντασία τους, αναδεικνύοντας την προοδευτική και αντιπλουτοκρατική πλευρά ενός ιστορικού φαινομένου, που οι σύγχρονοι κυρίαρχοι το οικειοποιουνται από ημιμάθεια και - ίσως- από ξεπερασμένη θρησκοληψία...
(*) Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας-μαθηματικός,