Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2020

ΕΚΔΗΛΩΣΗ-Εκκλησία και νέοι: Μια σχέση ροκ;


Ενορία Αγίου Νικολάου Ραγκαβά
Τριπόδων & Πρυτανείου 1,Πλάκα





Κυριακή 2 Φεβρουαρίου: 12.00-13.30:


Ανδρέας Αργυρόπουλος: Εκκλησία και νέοι: Μια σχέση που μπορεί να είναι και ροκ!


Ο Ανδρέας Αργυρόπουλος, με τον δικό του μοναδικό τρόπο σκιαγραφεί την "πληγωμένη" σχέση των νέων ανθρώπων με την Εκκλησία και περιγράφει τους λόγους και τις αιτίες αυτής της απομάκρυνσης.

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2020

Φωτεινή Οικονόμου:Για τη ροκ σχέση των νέων με το Θεό!


       Εισήγηση στην παρουσίαση του βιβλίου στη Λάρισα (17-05-2019)


Ευχαριστούμε θερμά τον φίλο, εξαιρετικό συνάδελφο και  συγγραφέα, Ανδρέα Αργυρόπουλο για το τόσο ενδιαφέρον βιβλίο του,  με τον τίτλο:  «Ο Θεός , οι νέοι και άλλες rock 'n roll ιστορίες».
       Ας ξεκινήσουμε από τον τίτλο:  τι είναι ροκ εν ρολ;
       Το ροκ εν ρολ  γεννήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Καθιερώθηκε πανηγυρικά το 1955 με το σάουντρακ "Rock around the clock " της ταινίας « Η ζούγκλα του μαυροπίνακα». (Όσοι εδώ είμαστε εκπαιδευτικοί ξέρουμε και από «θηρία» και από μαυροπίνακα…)
        Η ροκ υπήρξε η εξέλιξη του ροκ εν ρολ. Εκτός από είδος μουσικής, η ροκ έγινε κίνημα και κομμάτι της Ιστορίας (μάλιστα από τα πιο παρεξηγημένα): στην Ελλάδα η ροκ δέχτηκε από παντού επιθέσεις. Η δικτατορία το χαρακτήρισε αναρχία και αλητεία, το λογόκρινε και το χτύπησε με τους σκληρότερους αστυνομικούς τρόπους. Η αριστερά –από την άλλη μεριά – το αποκήρυξε ως «αντιδραστικό προϊόν του καπιταλιστικού συστήματος « και μίμηση του αμερικανικού τρόπου ζωής.
       Αλλά αυτό είναι το ροκ: δε «χωρά πουθενά», δε δέχεται ταμπέλες,  γιατί δεν είναι ιδεολογία . Είναι στάση ζωής, ελευθερία, πειραματισμός, αντικονφορμισμός, άρνηση συμβιβασμού.
        Υπό αυτή την έννοια, οι νέοι ΕΙΝΑΙ ροκ, όπως και κάθε αυθεντικός άνθρωπος που σχετίζεται με τους άλλους, με τον κόσμο, με τον Θεό. Λέμε στα παιδιά – και υπενθυμίζουμε με κάθε ευκαιρία - ότι ο Χριστιανισμός ΔΕΝ είναι θρησκεία, αλλά κάτι βαθύτερο και ουσιαστικότερο. Δηλαδή δεν είναι συμμόρφωση σε τύπους, κανόνες η εντολές, αλλά είναι ΣΧΕΣΗ ΠΡΟΣΩΠΩΝ, (τόσο οριζόντια , ως σχέση με τους άλλους, όσο και κάθετα, ως σχέση με τον Θεό). Όλες οι σχέσεις αυτές είναι εύθραυστες, βρίσκονται σε διαρκή διακινδύνευση :  μπορούν ν’ανθίζουν κι ακόμα καλύτερα να καρπίζουν, αλλά μπορούν και να ατονούν ή  να διαρραγούν. Πορεύονται σε τεντωμένο σχοινί, χωρίς δίχτυ ασφαλείας, μοιάζουν με ταξίδι σε άγνωστα νερά.
        Γι’ αυτή την πορεία, γι’ αυτή την άσκηση ισορροπίας, για την συνάντηση με τον άλλον, με τον νέο, με τον Θεό, ο συγγραφέας καταθέτει μια εξομολόγηση ψυχής, παρουσιάζοντας τις προσωπικές εμπειρίες του στο δρόμο της δικής του συνάντησης  με τον Θεό, τον κόσμο και τους νέους. Είναι σαν να ‘χεις τον συγγραφέα απέναντί σου, να σου μιλά για τα βιώματά του και να σου καταθέτει την αγωνία του να συναντήσει επί της ουσίας και να σχετιστεί με τα παιδιά, να διδάξει, αλλά και να διδαχθεί απ’ αυτά.
       Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:  « από την πρώτη στιγμή που μπήκα να διδάξω και να διδαχθώ, βομβαρδίσθηκα από ερωτήματα για τον Θεό, την πίστη, την αθεΐα, την εκκλησία…  Με την πάροδο του χρόνου αντιλαμβανόμουν ότι όσο περισσότερο χώρο από την καρδιά σου κι απ’ τον χρόνο σου δίνεις στα παιδιά, τόσο πιο ελεύθερα νιώθουν και τόσο πιο άνετα εκφράζονται.»
        Τα λόγια αυτά μόνο από έναν ΑΛΗΘΙΝΟ ΔΑΣΚΑΛΟ μπορούν να ειπωθούν. Αν διδάσκεσαι από τα παιδιά, σημαίνει  ότι δεν θεωρείς εαυτόν αυθεντία, δεν επιβάλεις απόψεις, έτοιμες απαντήσεις και τσιτάτα, αλλά ακούς αληθινά και προσεκτικά τους νέους ανθρώπους, εμπνέεις σεβασμό, γιατί ΠΡΩΤΑ ΕΣΥ, ο δάσκαλος, τους σέβεσαι.  «Με μούχλα στο μυαλό και κακομοιριά στην ψυχή δεν μπορείς να διαλεχθείς, πόσο μάλιστα να ελκύσεις. Η αυτάρκεια δεν είναι καλός οδηγός» , γράφει ο συγγραφέας και τούτο έχει εφαρμογή σε κάθε εκπαιδευτικό κι όχι βέβαια μόνο στο θεολόγο. Αν δεν πλησιάσεις τα παιδιά με ανοιχτότητα, με ταπείνωση, με αγάπη (δηλ. με τα χαρακτηριστικά του Θεού), διάλογος δεν γίνεται! Και τούτη η στάση ΕΙΝΑΙ ΡΟΚ : « Να είσαι έτοιμος για κάθε ανατροπή…  απαιτείται να είμαστε έτοιμοι να τους ακούσουμε και να την ‘’ακούσουμε’’!», συμβουλεύει απ’ την εμπειρία του. Πράγματι, οι εποχές αλλάζουν, οι γενιές αλλάζουν. Αν δεν είμαστε μέσα σ’ αυτή την αλλαγή παραμένουμε στον ‘’κόσμο’’ μας, εγκλωβισμένοι στα δεδομένα της δικής μας εποχής, της δικής μας νιότης, η οποία διαφέρει ριζικά απ’ την σημερινή πραγματικότητα. Αν λοιπόν θέλουμε γνήσιο κι ελεύθερο διάλογο –γράφει ωραία ο συγγραφέας-  «να είμαστε στην τσίτα, να αγαπάμε τα ζόρικα, να φτιαχνόμαστε από κάθε πρόκληση, έτοιμοι να διδαχτούμε κάτι καινούριο.»  Το ερώτημα που θέτει είναι:  «θέλουμε να μιλήσουμε ΜΕ τους νέους ή να μιλήσουμε ΣΤΟΥΣ νέους; Υπάρχει και το χειρότερο σενάριο : να μιλήσουμε εξ’ ονόματός τους!»
                Δυστυχώς στην εκπαίδευση, στη θεολογία, στην Εκκλησία, συμβαίνει ότι ακριβώς γίνεται στο δημόσιο χώρο της πολιτικής, της κοινωνίας, της τέχνης : πάσχουμε – τι ειρωνεία! Σ’ ένα κόσμο πολυφωνικό και πλουραλιστικό – από έλλειμμα διαλόγου.  Αναρωτιέται ο συγγραφέας :  «πόσοι από τους εκπαιδευτικούς θα αντέχαμε την κριτική, την αμφισβήτηση ή και την απόρριψη από τους μαθητές μας; Πόσοι γονείς θα δέχονταν αδιαμαρτύρητα παρατηρήσεις για την συμπεριφορά των παιδιών τους;  Πόσοι άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών θα δεχόταν κριτική για το έργο τους;»  Πράγματι, αν δεν αντέχουμε την κριτική, αν αδυνατούμε ν’ ακούσουμε, αν φοβόμαστε τον αντίλογο, αν βλέπουμε τον άλλο ως απειλή, τότε ας ετοιμασθούμε για την απομόνωση και την μοναξιά.
                Αν λοιπόν θέλουμε να διαλεχτούμε και όχι να επιβάλλουμε απόψεις, ας μιλήσουμε την γλώσσα των νέων, ας συντονιστούμε με τον τρόπο σκέψης τους, ας αφουγκραστούμε τις αγωνίες της εφηβείας τους, τις αμφισβητήσεις ακόμα και την –υποτιθέμενη ή δηλωμένη- αθεΐα τους. Ας δεχτούμε την κριτική τους, την –ενίοτε- ανατρεπτικότητά τους, χωρίς αγκυλώσεις, ελεύθερα, κριτικά και απροϋπόθετα. Ας δεχτούμε τα παιδιά όπως είναι.
                Πριν λίγα χρόνια, είχε θεωρηθεί ριζοσπαστική η δήλωση του τότε Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου στους νέους:  «Ελάτε στην Εκκλησία, όπως είστε, και σεις,  κορίτσια με το μίνι, και σεις, αγόρια με τα μακριά μαλλιά και τα σκουλαρίκια!»  Γιατί αυτό να είναι ριζοσπαστικό και όχι το αυτονόητο; Μα εννοείται  ότι θα ‘ρθουν – αν  τα αφήσουμε να ‘ρθουν- όπως είναι!
                Έχει δίκιο ο συγγραφέας όταν ισχυρίζεται : « οι νέοι με το Θεό δεν έχουν κανένα πρόβλημα. Με αυτό όμως που λέμε Εκκλησία, τραβάνε πολύ ζόρι!» Γιατί όμως συμβαίνει αυτό;
             Οι γονείς των σημερινών παιδιών είναι ή θρησκευτικά αδιάφοροι ή διακατέχονται από έναν έντονο αρνητισμό. Και τούτο συμβαίνει γιατί όταν οι ίδιοι ήταν παιδιά, η Εκκλησία είχε ήδη - προ πολλού – χάσει την γνησιότητά της : η ξύλινη γλώσσα των κηρυγμάτων, η σύμπραξη της επίσημης Εκκλησίας με τους κρατούντες, ιδιαίτερα στα μαύρα χρόνια της χούντας, ο ευσεβισμός και η σεμνοτυφία της, η καλλιέργεια φόβου για την υποτιθέμενη μελλοντική κρίση και τιμωρία όσων δεν συμμορφώνονται με τις  «εντολές»  της, δημιούργησε αντανακλαστικά απόρριψης και φυγής. Τα κατηχητικά – προτεσταντικού τύπου – και οι παραθρησκευτικές οργανώσεις σημάδεψαν τις τελευταίες γενιές, είτε κάνοντας μια μερίδα νέων να γίνουν φοβικοί και ενοχικοί, είτε δίνοντας σε κάποιους άλλους ένα εισιτήριο –συχνά χωρίς επιστροφή- για την αθεΐα.
              Ο Αναστάσιος Αλβανίας είχε πει χαρακτηριστικά : «Πήγα στην Αφρική, με ρώτησαν τι είναι τα υποστατικά ιδιώματα της Αγίας Τριάδας. Πήγα μετά στην Ασία και με ρώτησαν αν μπορούμε να μετέχουμε στις άκτιστες ενέργειες του Θεού. Επέστρεψα στην Ελλάδα και με ρωτούσαν αν κάνει η γυναίκα να φορά παντελόνι…»
                Τέτοιες αγκυλώσεις προσβάλουν το Θεό της αγάπης και της αποδοχής, το Χριστό της Ιστορίας. Ας προσέξουμε όμως και τον σημερινό κίνδυνο, αυτόν της προσπάθειας δημιουργίας μιας νέας φοβικής και κλειστής πραγματικότητας:  ο γεροντισμός ως αυθεντία, η εκ νέου άνθιση των κατηχητικών – και δεν τα εννοούμε ως αγαθή ενοριακή δράση – ο εθνικισμός που τρυπώνει σε ορισμένους κύκλους και χώρους και που απειλεί να ξαναζωντανέψει το χουντικό σύνθημα :  «Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια».
                Σήμερα δεν βρισκόμαστε απλώς στο μεταίχμιο δυο εποχών. Βρισκόμαστε σε μια διαρκή κούρσα ταχύτητας, σε έναν κόσμο που αλλάζει με ρυθμούς απρόβλεπτους. Δεν μπορεί να έχουμε απόσταση από τα δρώμενα και τα μελλούμενα. Μεγάλος και μικρός, δάσκαλος και μαθητής, έδρα και θρανίο δεν είναι απέναντι αλλά ΜΑΖΙ, σε σχέση έγνοιας και ελεύθερου διαλόγου.
                Ο Χριστός συναναστράφηκε με ελευθερία και ανοιχτότητα με τον καθένα. Όσοι μιλούμε γι’ Αυτόν, ας πράττουμε το ίδιο. Διαφορετικά, κάνουμε πραγματικότητα τη ρήση του Φράι Μπέττο : « Αν απουσιάζει ο Χριστός από την ιστορία, είναι επειδή οι Χριστιανοί δεν Τον συνάντησαν!».