Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

ΑΡΧΙΖΕΙ Η ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΤΩΝ ΘΕΟΛΟΓΩΝ


ΕΠΙΜΟΡΦΩΣΗ
 ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ-ΠΕ01
«Τα νέα Προγράμματα Σπουδών στο πλαίσιο του Νέου Σχολείου
και η πιλοτική εφαρμογή τους»
ΑΘΗΝΑ, 1-2/2/2012
Τόπος Διεξαγωγής του Προγράμματος Επιμόρφωσης:
ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
(Πειραιώς 211)
ΑΘΗΝΑ, 3/2/2012: ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Τόπος Διεξαγωγής: ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ
(Αίθουσα JACQUELINE DE ROMILLY)

Ντίνος Χριστιανόπουλος:Είμαι ένας ποιητής με χριστιανικές εμπειρίες και χριστιανικές ευαισθησίες











Η πίστη είναι κάτι πάρα πολύ βασικό,τουλάχιστον για το Χριστιανισμό.Καθένας που αρχίζει και χώνει αμφιβολίες τα σκατώνει.Η πίστη δε θέλει αμφιβολίες ή πιστεύεις ή δεν πιστεύεις.Τώρα, άπαξ και πιστεύεις έχεις τα ανεβοκατεβάσματά σου.Τα οποία είναι πολλά,είναι ολόκληρη ιστορία.Εγώ δεν είμαι κανένας βαθύς χριστιανός,ίσα ίσα,όπως έχω πει και κάποτε λίγο προκλητικά,είμαι ένας αλήτης στα περίχωρα του Χριστιανισμού.Αυτή είναι μια βαρύγδουπη δήλωση η οποία έκανε κάποτε εντύπωση.Είμαι ένας ποιητής με χριστιανικές εμπειρίες και χριστιανικές ευαισθησίες.






Έθνος της Κυριακής 27-ι-2008

Παιδαγωγικές αρχές και αντιλήψεις στο έργο των Τριών Ιεραρχών




Δευτέρα  30-1-2012                                                              ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΓΕΩΡΓ. ΚΑΡΑΤΖΑ
        Θεολόγου - Καθηγητή
                                                                                       του 4ου Γυμνασίου Χίου



Ομιλία που εκφωνήθηκε στην Αίθουσα Τελετών των 1ου και 3ου ΓΕΛ Χίου, στα πλαίσια της εκδήλωσης που οργάνωσε η  Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Χίου για την σχολική εορτή των Τριών Ιεραρχών.

         

Σεβασμιότατε, σεβαστοί πατέρες, κύριοι βουλευτές, κύριε Αντιπεριφε- ρειάρχα, κύριε Δήμαρχε, κυρία Διευθύντρια της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Χίου, κύριοι Διευθυντές σχολείων της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, κύριοι συνάδελφοι εκπαιδευτικοί, αγαπητές μαθήτριες και μαθητές, κυρίες και κύριοι˙ η φετινή εορτή των τριών μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας μας και προστατών της Ελληνορθοδόξου παιδείας μας δυστυχώς συνέπεσε να εορτάζεται μέσα σ’ ένα κλίμα γενικής αναταραχής, που προκαλεί η συνε- χώς διογκούμενη τον τελευταίο καιρό παγκόσμια κρίση, μια κρίση όχι μόνο οικονομική, όπως πολλοί τη θεωρούν, αλλά κυρίως και πρωτίστως ηθική, κοι- νωνική και πολιτισμική, μια κρίση αξιών, η οποία φυσικά δεν άφησε ανέγγιχτη τόσο τη χώρα, όσο και την παιδεία μας.
Πολλοί άνθρωποι νιώθουν απογοητευμένοι από την δεινή κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η αγαπημένη μας πατρίδα. Δεν λείπουν, ωστόσο, κι εκείνοι που αισιοδοξούν ότι στο εγγύς μέλλον η χώρα μας θα καταφέρει να ξεπεράσει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει. Και πώς θα γίνει αυτό; Υπάρχουν πολλοί τρόποι. Ένας απ’ αυτούς δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από την στροφή στις ρίζες μας. Να προβληθούν, δηλαδή, ως πρότυπα προς μίμηση για τη νέα γενιά σημαντικές προσωπικότητες από το πλούσιο τρισχιλιετές και πλέον ιστορικό παρελθόν του Ελληνισμού. Οφείλουμε να αντλήσουμε και να αξιοποιήσουμε δημιουργικά στο παρόν σημαντικά και χρήσιμα στοιχεία τόσο από τη ζωή και τη δράση τους, όσο και από το χαρακτήρα και το έργο τους. Είναι λυπηρό το γεγονός ότι τέτοιες προσωπικότητες μεγάλου και παγκοσμίου βεληνεκούς έχει γίνει τα τελευταία χρόνια προσπάθεια να μπουν στο περιθώριο από διαλυτικούς του κοινωνικού ιστού και της εθνικής μας ταυτότητας παράγοντες.
Ορισμένες από τις σπουδαίες εκείνες προσωπικότητες είναι και οι τρεις μεγάλοι Ιεράρχες και οικουμενικοί Διδάσκαλοι, ο Βασίλειος ο Μεγάλος (ο γνωστός σ’ όλους μας Άγιος Βασίλης), ο Γρηγόριος ο Θεολόγος ή Ναζιανζηνός και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, οι οποίοι έζησαν τον 4ο μ. Χ. αιώνα, τον χρυσό, όπως ονομάστηκε, αιώνα των χριστιανικών γραμμάτων. Ο εορτασμός α- πό κοινού της μνήμης τους κάθε χρόνο στις 30 Ιανουαρίου, παρόλο που για τον καθένα υπάρχει χωριστή γιορτή, δεν είναι κάτι το καινούργιο. Δεν απέχου-με πολύ από την συμπλήρωση χιλίων ετών από την εποχή του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Αλεξίου Κομνηνού, οπότε και καθιερώθηκε να τιμάμε τη σημερι-νή ημέρα με εορταστικές εκδηλώσεις τον μέγα ιεροφάντορα Βασίλειον, τον θε-ορρήμονα Γρηγόριον και τον χρυσούν την γλώτταν Ιωάννην.
Η εορτή αυτή έχει ένα ξεχωριστό χαρακτήρα. Δεν συνδέεται με νικηφό- ρες πολεμικές αναμετρήσεις του Έθνους μας, αλλά με κατακτήσεις του στο χώρο του πνεύματος και της παιδείας. Μνημονεύει και τιμά το καλύτερο δείγ- μα του πνευματικού θησαυρού που διαθέτει ο Ορθόδοξος Ελληνισμός, όπως αυτό έχει κατοχυρωθεί στη συνείδηση της Εκκλησίας και της Πολιτείας.
Οι τρεις αυτοί άνδρες πέτυχαν να θεμελιώσουν και να πραγματώσουν τη σύνθεση του οικουμενικού ελληνικού πνεύματος με το επαναστατικό πανανθρώπινο κήρυγμα της χριστιανικής αγάπης, της αρχαιοελληνικής κλασικής παιδείας με τον χριστιανικό τρόπο σκέψης και ζωής. Η σύνθεση αυτή απετέλεσε τον μεγαλύτερο ίσως σταθμό στην ιστορία του ανθρωπίνου πνεύματος και του παγκοσμίου πολιτισμού. Χάρις στην παιδευτική εκείνη ευρύτητα των Τριών Ιεραρχών το αρχαίο ελληνικό πνεύμα δεν καταστράφηκε, η αρχαία ελ- ληνική γραμματεία σώθηκε μέχρι και σήμερα. Γι’ αυτόν λοιπόν τον λόγο, η μεν Ορθόδοξη Εκκλησία μας τους τιμά ως Αγίους άνδρες και μεγάλους θεολόγους, ο δε Ελληνισμός τους τιμά ως πρότυπα επιστημόνων και παιδαγωγών.
          Έτσι, λοιπόν, τα πνευματικά ιδρύματα της χώρας μας ύστερα από σχετική πρόταση της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης και με απόφαση της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου Αθηνών το ακαδημαϊκό έτος 1843/44 καθιέρωσαν την 30η Ιανουαρίου, εκτός από ημέρα τιμής και μνήμης των Τριών Ιεραρχών, και ως ημέρα των ελληνικών Γραμμάτων. Εκτός των άλλων τη σημερινή μέρα αποτίουμε φόρο τιμής και σε όλους όσους διετέλεσαν καθηγητές, δωρητές και ευεργέτες των σχολείων μας.
Για ποιο λόγο, όμως, οι συγκεκριμένοι Ιεράρχες να θεωρούνται ακόμα και σήμερα ως οι κατεξοχήν εκπρόσωποι και προστάτες των γραμμάτων και της παιδείας μας, ως οι ρηξικέλευθοι παιδαγωγοί και δάσκαλοι του Γένους μας; Στο ερώτημα αυτό θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σήμερα, απομονώνοντας από το πολύπλευρο έργο τους (κοινωνικό, ποιμαντικό, ιεραποστολικό, φιλανθρωπικό, αντιαιρετικό, συγγραφικό) την προσφορά τους στον συγκεκριμένο τομέα. Ειδικότερα, θα προσπαθήσουμε να ξεδιπλώσουμε μερικές μόνο πτυχές των όσων προσέφεραν ως διαχρονικοί παιδαγωγοί και δάσκαλοι.
Ιδιαίτερη, λοιπόν, σπουδαιότητα παρουσιάζουν οι παιδαγωγικές απόψεις των Τριών Ιεραρχών, έστω κι αν απειροελάχιστα κοχύλια απ’ τον ωκεανό της σοφίας τους είναι ικανά να μαρτυρήσουν τη σπουδαιότητα των παιδαγωγικών θέσεων και αντιλήψεών τους, καθώς και το εν γένει ενδιαφέρον τους για την αγωγή των παιδιών και των εφήβων.
Άξιος προσοχής είναι ο τρόπος με τον οποίο προσέγγισαν τα θέματα της αγωγής οι τρεις Πατέρες της Εκκλησίας μας. Είναι ρεαλιστικότατος. Διαβάζοντας κανείς τα κείμενα τους του δημιουργείται η αίσθηση ότι κάθε λέξη τους είναι ειπωμένη για να οικοδομήσει, να διαπαιδαγωγήσει. Η σε βάθος διερεύνηση των θεμάτων που ανέπτυξαν οι Άγιοι αυτοί άνδρες είναι ικανός να διαφωτίσει και πολλά σημερινά παιδαγωγικά προβλήματα. Άλλωστε, ο λόγος τους είναι διαχρονικός.
Σήμερα, μάλιστα, όπου τα προγράμματα για την παιδεία, όλα πιστές αντιγραφές των αντιστοίχων ευρωπαϊκών, είναι σε πρώτη γραμμή, κι η ψυχολογική βιβλιογραφία έχει κορεσθεί, ο λόγος των Τριών Ιεραρχών για την παιδεία, τους παιδαγωγούς και τους παιδαγωγούμενους είναι απίστευτα σύγχρονος, δημιουργικός κι επίκαιρος. Χρειάστηκαν 1700 χρόνια για να φτάσει η σύγχρονη παιδαγωγική επιστήμη τις απλές βιωματικές αρχές, πάνω στις οποίες στήριξαν οι Τρεις Ιεράρχες τα παιδαγωγικά τους αξιώματα, τα οποία είναι διάσπαρτα στα έργα τους. Εκείνα είναι που τους παρουσιάζουν ως αληθινούς ψυχολόγους και μεγάλους παιδαγωγούς, όπως ακριβώς θα τους ήθελε και η σύγχρονη επιστήμη.
Ας δούμε τώρα πιο συγκεκριμένα ορισμένες διαχρονικές παιδαγωγικές αρχές των Τριών Ιεραρχών, ξεκινώντας από εκείνες που αφορούν τα προσό- ντα, τα γνωρίσματα και την προσωπικότητα του δασκάλου. Η τελευταία, κατά τον Χρυσόστομο, διαδραματίζει σημαντικότατο ρόλο στην εκπαιδευτική διαδικασία.  
Μία βασική παιδαγωγική αρχή οφείλει να είναι η ανιδιοτελής αγάπη του δασκάλου προς τους μαθητές του. Ο γνήσιος παιδαγωγός πρέπει να αγαπά τον παιδαγωγούμενο, χωρίς όμως να στοχεύει να κερδίσει οπωσδήποτε ως α ντάλλαγμα την αγάπη του.
 Πάνω στο ζήτημα αυτό της αγάπης μεταξύ δασκάλου και μαθητή, ο Χρυσόστομος τονίζει με έμφαση: ουδέν γαρ ούτω προς διδασκαλίαν επαγωγόν, ως το φιλείν και φιλείσθαι. Το να αγαπάει δηλαδή ο δάσκαλος το μαθητή και να αγαπιέται απ’ αυτόν ανιδιοτελώς, είναι το ουσιαστικό εκείνο στοιχείο που βοηθά να γίνει αποδοτική η διδασκαλία.
Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του αληθινού δασκάλου είναι το να δείχνει στους μαθητές του πατρική αγάπη και στοργή που να ξεπερνά πολλές φορές κι αυτή των φυσικών του γονιών. Ενθουσιάζεται ο μαθητής, υποστηρίζει ο Γρηγόριος, όταν βλέπει ότι τον πλησιάζει με αγάπη ο δάσκαλός του και δεν τον παραγκωνίζει. Άλλωστε, οι Τρεις Ιεράρχες δεν υπήρξαν απλώς δάσκαλοι, παιδαγωγοί ή καθοδηγητές. Υπήρξαν πρώτα και κύρια άνθρωποι που πόνεσαν βαθιά τον άνθρωπο κι έζησαν έντονα τα ανθρώπινα πράγματα. Σε καμμία περίπτωση δηλαδή δεν θα πρέπει να τους φανταστούμε ως ανθρώπους αποκομμένους απ’ τη ζωή.  
Ο δάσκαλος, λέει ο Χρυσόστομος, πρέπει, επίσης, να διαθέτει απέρα- ντο σεβασμό για την προσωπικότητα του μαθητή. Οι παιδαγωγοί πρέπει να κάνουν το ίδιο ακριβώς πράγμα που κάνουν και οι δάσκαλοι της κιθάρας, οι οποίοι αφού πιάσουν τα δάκτυλα των μαθητών τους, τα πλησιάζουν με ηρεμία στις χορδές και τους διδάσκουν να χτυπούν με προσοχή, ώστε ν’ αποκτήσουν την κατάλληλη πείρα. Τους μαθαίνουν έτσι να παράγουν με τα άφωνα δάκτυλα και τις χορδές μουσική γλυκύτερη και πραότερη από κάθε άλλη φωνή.
Άλλη παιδαγωγική αρχή είναι το παράδειγμα του δασκάλου στην εφαρ- μογή όσων διδάσκει. Επειδή, κατά τον Χρυσόστομο, οι μαθητές αποβλέπουν στην αρετή του δασκάλου, γι’ αυτό πρέπει κι εκείνος να είναι πριν απ’ όλα δάσκαλος του εαυτού του. Ο Βασίλειος από την πλευρά του διευκρινίζει ότι ο δά-σκαλος οφείλει να είναι νόμος έμψυχος και κανών αρετής. Ή να μην διδάσκεις ή να διδάσκεις με το παράδειγμά σου, αναφωνεί ο Γρηγόριος˙ διαφορετικά ό,τι χτίζεις με το δεξί σου το χέρι το γκρεμίζεις με το αριστερό. Το να διδάσκει κάποιος μόνο με τα λόγια είναι χαρακτηριστικό του υποκριτή κι όχι του δασκάλου.
Επειδή, ιδιαίτερα σήμερα, είναι πολλές και μεγάλες οι απαιτήσεις για την ηθική ποιότητα του δασκάλου, όπως μεγάλες είναι και οι δυσκολίες που έ-χει να αντιμετωπίσει στο λεπτό του έργο ο εκπαιδευτικός, γι’ αυτό δεν πρέπει να επιτρέπεται σε άσχετους να πειραματίζονται πάνω στην ψυχή των παιδιών μας. Μόνο όσοι είναι κατάλληλα προετοιμασμένοι, θεωρούν τους εαυτούς τους λειτουργούς και έχουν τη διάθεση «να πεθαίνουν πάνω στην έδρα» για όλους ανεξαιρέτως τους μαθητές τους, αυτοί να συμμετέχουν στο έργο της αγωγής.
Μια τρίτη παιδαγωγική αρχή αφορά στην επιλογή και στην πρόοδο της ύλης. Όσον αφορά στην επιλογή της ύλης ο Βασίλειος λέει ότι, όπως ο κηπου-ρός παραμερίζει τα αγκάθια για να κόψει τα τριαντάφυλλα, έτσι κι ο σωστός δάσκαλος οφείλει να προσέχει την προσφορά του μορφωτικού αγαθού προς τους μαθητές του, ώστε κι εκείνοι με τη σειρά τους να τρέφονται και να ανα- πτύσσονται σωστά πνευματικά. Ο Χρυσόστομος επισημαίνει ότι ο δάσκαλος δεν πρέπει να διδάσκει όσα αυτός θέλει, αλλά όσα μπορούν, θέλουν και συμφέρει να μάθουν οι μαθητές του. Και φυσικά, κατά το Βασίλειο, να τα διδάσκει με ευχάριστο τρόπο, γιατί μόνο τότε η γνώση παραμένει μόνιμα. Λαμβάνοντας μάλιστα υπόψιν το γεγονός ότι ο κάθε μαθητής αποτελεί μια ξεχωριστή προσωπικότητα, ο δάσκαλος οφείλει να ρυθμίζει τη διδασκαλία του με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι εξίσου ωφέλιμη και αποτελεσματική για όλους ανεξαιρέτως τους μαθητές του.
Όσον αφορά την πρόοδο της ύλης, ο Χρυσόστομος υποστηρίζει ότι ο μαθητής πρέπει πρώτα ν’ αποκτήσει ασφαλή γνώση των όσων έχει διδαχθεί πριν παρακολουθήσει κατόπιν μια νέα ενότητα, διότι αυτό θα είναι ανιαρό κι ε-πιζήμιο για την πρόοδο του. Γι’ αυτό και ο δάσκαλος οφείλει να διδάσκει κατά ενότητες, αλλά και τα σχολικά βιβλία να είναι γραμμένα με τρόπο σαφή και επαγωγικό.
Η προσθήκη των νέων γνώσεων πρέπει να γίνεται σιγά σιγά και με μέτρο. Ο Γρηγόριος παρομοιάζει το πολύ μάθημα με την έντονη βροχή, που περισσότερο βλάπτει, παρά ωφελεί. Αντίθετα, η σιγανή βροχή εισχωρεί βαθιά στο έδαφος και το κάνει γόνιμο. Ο δάσκαλος, κατά το Βασίλειο, πρέπει να προχωρεί από τα απλούστερα προς τα δυσκολότερα, αφού είναι δύσκολο να διδαχθεί κανείς τα μεγάλα πριν από τα μικρά.
Σύμφωνα με τον Γρηγόριο, ο δάσκαλος πρέπει να έχει γνώσεις ψυχολογίας, έτσι ώστε να μπορεί να διαγνώσει και να καλλιεργήσει τις ψυχικές δυνάμεις του μαθητή. Αναγκαίο, επίσης, είναι το να έχει ακέραιο χαρακτήρα, να είναι αμνησίκακος και καθόλου κενόδοξος. Ο δάσκαλος, κατά τον Χρυσόστομο, δεν πρέπει να δίνει εντολές, όταν είναι ανάγκη να συμβουλεύει, ούτε να συμβουλεύει, όταν είναι ανάγκη να δίνει εντολές, για να μην γίνεται έτσι αντικείμενο χλευασμού από τους μαθητές του. Ωστόσο, όπως λέει κι ο Χρυσόστομος, αυτό θα είναι προκοπή, αν κάποτε οι μαθητές ξεπεράσουν τις εντολές και τις διαταγές, μιας κι όλα μπορούν να κατορθωθούν με τη δική τους ελεύθερη απόφαση κι όχι με τον εξαναγκασμό του δασκάλου.
Επιπλέον, σύμφωνα με τους Τρεις Ιεράρχες, ο δάσκαλος πρέπει να έ- χει το χάρισμα της διδασκαλίας, για να διασαφηνίζει τα δυσνόητα εκείνα σημεία του μαθήματος στους παιδαγωγούμενους. Ακόμα πρέπει να έχει μόρφωση, κύρος ή καλή φήμη, ώστε να γίνονται παραδεκτά τα όσα λέει. Κατά το Γρηγόριο, το να επιχειρεί κανείς να εκπαιδεύει άλλους, προτού ο ίδιος εκπαι- δευτεί ικανοποιητικά, είναι τολμηρό κι ανόητο.
Αλλά και η παιδαγωγική αρχή της εποπτείας δεν είναι ανακάλυψη των τελευταίων αιώνων. Ήδη από τον 4ο μ. Χ. αιώνα οι τρεις Πατέρες τονίζουν την ανάγκη ο δάσκαλος να μην μεταχειρίζεται κατά τη διδασκαλία γενικότητες, αλλά με παραδείγματα να διασαφηνίζει τα όσα διδάσκει. Αν μάλιστα εκείνος επιθυμεί οι μαθητές να τα εμπεδώσουν, πρέπει να διδάσκει εποπτικά, διότι τα πράγματα είναι ισχυρότερα από τα ονόματα. Εξάλλου από τα πράγματα επινοήθηκαν τα ονόματα. Άξιον αναφοράς είναι το γεγονός ότι τα διδάγματα αυτά τα έχει ενστερνιστεί και η νεώτερη παιδαγωγική. Θεωρείται μάλιστα, όχι σωστά όμως, ότι αυτή τα εισηγήθηκε.
Οι τρεις Δάσκαλοι έχουν μιλήσει και για τις υποχρεώσεις των μαθητών, οι οποίοι δεν πρέπει και δεν τους κάνει καλό να έχουν μόνο αξιώσεις κι απαι- τήσεις, όπως και να μην ξέρουν μέχρι που φτάνουν τα όριά τους. Πριν προχωρήσω παρακάτω δεν θα μπορούσα να μην καταθέσω δημόσια την προσωπική μου εμπειρία πάνω στο ζήτημα αυτό, εμπειρία την οποία έχω αποκομίσει στα 4 χρόνια που διδάσκω σε σχολεία της Χίου, και η οποία με θλίβει. Έχω συναντήσει ελάχιστους μαθητές, που να γνωρίζουν όλες τις υποχρεώσεις εκείνες που απορρέουν από την μαθητική τους ιδιότητα˙ πολλές φορές μάλιστα η πλειοψηφία των μαθητών αγνοεί, θελημένα και μη, ακόμη και τις πιο αυτονόητες και στοιχειώδεις απ’ αυτές. Όλοι, όμως, μα όλοι οι μαθητές ξέρουν με κάθε λεπτομέρεια τα δικαιώματά τους.
Στη διαδικασία, λοιπόν, της μάθησης μπορεί και πρέπει να συμβάλει α-ποφασιστικά και ο μαθητής. Η μάθηση οφείλει να είναι το αποτέλεσμα της συ-νεργασίας παιδαγωγού και παιδαγωγούμενου. Μόνο με τη συνεργασία και τον δύο αυτών παραγόντων επιτυγχάνεται το ιδανικό αποτέλεσμα. Ου των διδασκόντων εστί το παν, αλλ’ ει μη το πλέον, το γουν ήμισυ και των μαθητών, διακηρύσσει ο Χρυσόστομος.
Ο μαθητής οφείλει να είναι πρόθυμος να υποβληθεί σε κόπους και μόχ-θους, προτιμώντας όχι μόνο τα ευχάριστα και τα εύκολα μαθήματα, αλλά και τα πιο δύσκολα. Τα αγαθά κόποις κτώνται έλεγαν οι αρχαίοι ήμων πρόγονοι. Ο Γρηγόριος μας διδάσκει πολύ όμορφα ότι η παιδεία θέλει κόπο. Μας λέει ότι μέχρι τα βαθιά του γεράματα αγωνιζόταν να διδαχθεί από κάθε εμπειρία, αγωνιζόταν να χρησιμοποιήσει και τη θεωρητική γνώση που είχε αποκτήσει στα νεανικά του χρόνια. Τονίζει, επίσης, τη σημασία του αγώνα για τη ζωή του ανθρώπου, τη σημασία του αγώνα για να έρθει το βίωμα. Διότι η παιδεία για τον Άγιο Πατέρα πρώτα και πάνω απ’ όλα είναι βίωμα. Όσες γνώσεις κι αν κατακτήσουμε, αν δεν ζήσουμε όλα αυτά που δίνουν νόημα στη ζωή, την αγάπη, την πίστη, τα παραδείγματα της ζωής και την πείρα από τα λάθη μας, τότε όλες μας οι γνώσεις είναι μάταιες.
Οι Τρεις Ιεράρχες θίγουν και το πρόβλημα των ποινών στο σχολείο. Ό-χι μόνο δεν συνιστούν την αλόγιστη επιβολή τους, αλλά γνωρίζουν και το ψυ- χολογικό φαινόμενο της απώλειας του παιδαγωγικού νοήματός τους, όταν ο μαθητής τις περιφρονεί. Ο Χρυσόστομος παρατηρεί ότι δεν πρέπει πάντοτε ο δάσκαλος να δείχνει επιείκεια. Χρειάζεται και η αυστηρότητα από το δάσκαλο, όταν εκείνος κρίνει ότι είναι απαραίτητη, με γνώμονα το καλό του μαθητή φυ- σικά και χωρίς να φτάνει σε ακρότητες και υπερβολές.
Ο Βασίλειος αναφέρεται στον έλεγχο των μαθητών που είτε έχουν κάνει παραπτώματα είτε έχουν δοκιμάσει σχολικές αποτυχίες. Αυτός πρέπει να επι-χειρείται από το δάσκαλο την κατάλληλη χρονική στιγμή με κίνητρο την πατρι-κή αγάπη και με επιστημονικά επιχειρήματα˙ και πάντοτε να σκοπεύει στη δι- όρθωση του μαθητή. Το τελευταίο είναι αδύνατον να επιτευχθεί όταν ο δάσκα-λος βρίσκεται υπό το κράτος θυμού και οργής. Ο έλεγχος και η επίπληξη για να είναι πραγματικά παιδαγωγικά μέσα, που θα αποβλέπουν στην διόρθωση του παιδαγωγούμενου πρέπει να γίνονται χωρίς τραχύτητα, αλλά με γλυκύτητα, προσήνεια και πραότητα, με ευσπλαχνία, μακροθυμία και ταπεινοφροσύνη.
Συμπληρώνοντας ο Βασίλειος λέει ότι η λεπτότητα του έργου του ελέγ- χου και της παρατήρησης απαιτεί το χειρισμό του μόνο από τους αρμόδιους, δηλαδή τους εκπαιδευτικούς εκείνους που έχουν συναίσθηση των ευθυνών που έχουν αναλάβει για την αγωγή και την μάθηση των παιδιών. Μπορούν άραγε να σταθούν επάξια στο ύψος των απαιτήσεων του παιδαγωγικού τους ρόλου οι εκπαιδευτικοί εκείνοι που γίνονται φίλοι των μαθητών, μιλώντας μαζί τους στον ενικό ή παίζοντας μαζί τους σφαλιάρες;
Ο Χρυσόστομος, από την πλευρά του, υποστηρίζει ότι το πώς θα συμβουλεύουμε τα παιδιά παίζει σημαντικό ρόλο. Η συνήθεια να τα επιπλήττουμε μπροστά σε άλλους δημοσιοποιώντας ουσιαστικά τα σφάλματα και τα ελαττώματα τους, αποτελεί αντιπαιδαγωγική ενέργεια, η οποία προκαλεί τη βίαιη αντίδρασή τους. Είναι μεγάλη αρετή να συμβουλεύει κάποιος, χωρίς να εκθέτει αυτόν που συμβουλεύει, λέει ο Άγιος Πατέρας.
Κατά το Βασίλειο, η όποια επιτίμηση πρέπει να γίνεται εν συμμετρία δηλαδή να είναι ανάλογη όχι μόνο προς το μέγεθος του παραπτώματος και την ηλικία του μαθητή που το διέπραξε, αλλά και ανάλογη προς την ψυχική του κατάσταση.
Το ρηξικέλευθο χαρακτήρα της σκέψης των τριών Παιδαγωγών αποδει-κνύει και η ενασχόλησή τους με τον επαγγελματικό προσανατολισμό. Ο Γρηγόριος επισημαίνει ότι είναι βασικό χαρακτηριστικό του διορατικού δασκάλου το να διακρίνει έγκαιρα τις κλίσεις των μαθητών του και, όταν εκείνοι φτάσουν στην εφηβεία, να τους κάνει τις κατάλληλες υποδείξεις για το ποιους κλάδους και ποια επαγγέλματα πρέπει ν’ ακολουθήσουν. Άλλωστε, προσθέτει, ό, τι γίνεται σύμφωνα με τις υποδείξεις της φύσης του ατόμου το οδηγεί στην ευτυχία και στην επιτυχία, ενώ ό, τι είναι αντίθετο προς αυτή φέρνει την αποτυχία. Επαινεί μάλιστα τον νόμο εκείνον που είχαν ψηφίσει οι αρχαίοι Αθηναίοι, και ο οποίος όριζε να επιλέγουν οι ίδιοι οι νέοι το επάγγελμα που τους ταιριάζει.

Οι Τρεις Ιεράρχες, λοιπόν, έχοντας μεγάλη εμπιστοσύνη στην αναμορφωτική δύναμη της παιδείας σπούδασαν την παιδεία ως μια συνολική πρόταση ζωής. Γι’ αυτούς η παιδεία δεν ήταν μόνο φιλοσοφία ή ρητορική ή αστρονομία ή θεολογία ή ψυχολογία, αλλά ήταν όλα αυτά μαζί, δηλαδή μόρφωση σώματος και ψυχής.
Στην εποχή μας δυστυχώς παιδεία σημαίνει λίγες γενικές γνώσεις κι ε- ξειδίκευση, μαθαίνουμε δηλαδή κάτι καλά κι αυτό μας αρκεί. Φτιάχνουμε μάλιστα και τους τύπους που μας ενδιαφέρουν. Οι φιλόλογοι είναι οι φλύαροι, οι μαθηματικοί είναι οι ψυχροί και ανέραστοι άνθρωποι, οι θεολόγοι είναι οι προπαγανδιστές του Θεού.
Και για να το φέρω ακόμα περισσότερο στα σχολικά πλαίσια, και ειδικότερα στα λυκειακά, διαβάζουμε μόνο τα μαθήματα της κατεύθυνσης και για τα υπόλοιπα μαθήματα, τα της γενικής παιδείας λεγόμενα, αδιαφορούμε. Καλλιεργούμε μόνο το σώμα μας και πετάμε στον κάλαθο των αχρήστων την ψυχή μας. Δεν φτάνει, όμως, κάποιος να είναι μόνο άριστος επιστήμονας, αλλά πρέπει να είναι και άνθρωπος.
Κι όμως, η ζωή είναι σύνολο, είναι κοινωνία, δεν μπορείς να ζήσεις και να ξέρεις ότι ζεις όταν δεν έχεις ανοιχτό μυαλό και δεκτικότητα να εισπράξεις όλες τις γνώσεις, όταν δεν έχεις την ευαισθησία απ’ όλα να τρυγήσεις σαν τη μέλισσα, όπως μας λέει ο Βασίλειος, να μάθεις τα πάντα, να προχωρήσεις και να ζήσεις τη ζωή.
Σήμερα, που αντί για την αγάπη προβάλλεται το συμφέρον, που αντί για την προσευχή στο Θεό προβάλλεται η λατρεία των σύγχρονων ειδώλων, που αντί για την ταπείνωση προβάλλεται ως πρότυπο ο εγωισμός και ο ατομικισμός, γεγονός που δεν επιτρέπει τελικά στην παιδεία μας να ακολουθήσει έ- ναν πιο ουσιαστικό δρόμο, οι Τρεις Ιεράρχες μπορούν να αποτελέσουν τους αληθινούς φάρους, τα πρότυπα εκείνα που θα μας δείξουν τον δρόμο του α- γώνα και της αντίστασης. Και παρά την μεγάλη χρονική και πολιτιστική απόσταση που μας χωρίζει από εκείνους, είδαμε ότι η δομή της σκέψης τους είναι αυθεντικά σύγχρονη. Είναι οδοδείκτες έτοιμοι για διάλογο, αλληλοκατανόηση και αλληλοπεριχώρηση. Είναι ζωντανές πηγές προς άντληση. Ας αξιοποιήσουμε λοιπόν την αναλλοίωτη παρακαταθήκη που μας παρέδωσαν, ώστε να βρούμε λύσεις στο τεράστιο και πάντοτε φλέγον ζήτημα της παιδείας, αποφεύγοντας τους επικίνδυνους και επιπόλαιους αυτοσχεδιασμούς.

.

Η φωτογραφία είναι από τη γιορτή.Είναι παιδιά του Διονυσιείου Μουσικού Σχολείου Χίου.

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012

Πάτσης Χρήστος:ΤΟ ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΑΓΑΘΟ ΣΤΟΥΣ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ



ΛΗΜΝΟΣ  -  ΓΕΝΑΡΗΣ  2012

Μια δημόσια γιορτή είναι γιορτή μνήμης. Μια δημόσια ομιλία για τις τρεις μεγάλες μορφές της εκκλησιαστικής διακονίας και των ελληνικών γραμμάτων Βασίλειο το Μέγα, Γρηγόριο το Θεολόγο και Ιωάννη το Χρυσόστομο πάντα φέρνει σε δυσχερή θέση τον ομιλητή. Κάθε φορά που μιλάει κανείς για τους Τρεις ιεράρχες μια σκέψη έρχεται αυθόρμητα·
η ομιλία να είναι επίκαιρη , να «πιάνει»  τον παλμό της εποχής, το θέμα της ημέρας, αυτή την ίδια την επικαιρότητα. Μια δεύτερη σκέψη σε οδηγεί όχι στην εντύπωση, ούτε στην εκρηκτικότητα των γεγονότων, αλλά σε πιο νηφάλια κα ειρηνικότερη ερμηνεία του λόγου των Πατέρων.
Άλλωστε τον τελευταίο καιρό όλοι μας γινόμαστε αποδέκτες τέτοιου είδους κριτικής επί παντός επιστητού, αρνητικής κριτικής επί πάντων, η οποία αγγίζει και τα όρια της αυτομαστίγωσης της συλλογικής μας συνείδησης. Έτσι , λοιπόν, προτίμησα  να μιλήσω  με την οπτική ενός δασκάλου και με κύριο θέμα το μορφωτικό αγαθό και την κοινωνική του διάσταση στο λόγο των Τριών Ιεραρχών. Σπεύδω, όμως, να σημειώσω ότι το εκπαιδευτικό αγαθό, αλλά και η όλη εκπαιδευτική διαδικασία ποτέ δεν αποκόπτονται από το κοινωνικό γίγνεσθαι, συνεπώς  η έμμεση αναφορά εμφανίζεται και απαραίτητη και επιβεβλημένη. Επιπρόσθετα οι ίδιοι Πατέρες δίδαξαν με παρρησία πως  ο λόγος περί Θεού αποτελεί τη βάση του νοήματος της πραγματικής και καθολικής ζωής  και όχι ενός μέρους της συλλογικής μας ύπαρξης.

Μία  βασική διευκρίνιση, η οποία  αφορά το όρο  Παιδεία σήμερα, καθώς αυτός έχει νοθευτεί από μία ανταγωνιστική αντίληψη για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Το αποτέλεσμα της σύγχυσης αυτής είναι η ταύτιση των εννοιών «Παιδεία» και «Εκπαίδευση» με συνέπεια την έκπτωσή τους από το περιεχόμενο που τις ορίζει1. Είναι γεγονός ότι ποτέ δεν αναφέρθηκαν, οι τρεις Μεγάλοι Άγιοι στον όρο εκπαίδευση τουλάχιστον όπως κατανοείται σήμερα δηλαδή ως μια  προσπάθεια ταχύρυθμης μόρφωσης με στόχο τη βελτίωση του οικονομικού και κοινωνικού επιπέδου.

Αν κανείς ερευνήσει τη σκέψη των Τριών Ιεραρχών θα διαπιστώσει ότι με το έργο τους προτείνουν έναν δρόμο διαφορετικό για την Παιδεία. Μία πρόταση παιδείας τολμηρή στην εποχή τους, αλλά και ιδιαίτερα πρωτοποριακή για τη σημερινή εποχή. Σύμφωνα με αυτή η μορφωτική διαδικασία δεν πρέπει να προσανατολίζεται μονοσήμαντα προς τις απαιτήσεις της αγοράς. Αντίθετα, πρέπει να στοχεύει στη βασική της επιδίωξη, τη συμβολή στη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης προσωπικότητας, που θα είναι σε θέση να συμμετέχει ενεργά σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής δραστηριότητας.

Πρωταρχικός σκοπός της αγωγής και μάθησης, λοιπόν, για τους προστάτες των γραμμάτων και της παιδείας είναι ο άνθρωπος, ο οποίος εξοπλισμένος με ελεύθερη και κριτική σκέψη και μυημένος σε μεθόδους προσέγγισης της φυσικής, ιστορικής και κοινωνικής πραγματικότητας, είναι ικανός να προσανατολιστεί με ασφάλεια και να δράσει δημιουργικά και υπεύθυνα μέσα στο κοινωνικό σύνολο2.

Τι μαθαίνει, αλήθεια, ο μαθητής πέρα απ΄ αυτό που έχει οριστεί στο πρόγραμμα μάθησης, στο αναλυτικό πρόγραμμα  και πώς;
Είναι γνωστό ότι μάθηση δεν είναι μόνο η διδακτέα ύλη, χωρίς κανείς να παραβλέπει την αξία της, αλλά  μάθηση είναι και  η ίδια η σχολική ζωή με τα προβλήματά της , ο σχολικός καθημερινός πολιτισμός,, οι σχολικές πρακτικές , η συμμετοχή των μαθητών και όλα όσα διαμορφώνουν την περίφημη σχολική  ταυτότητα.

Αυτή  η «δεύτερη» μάθηση3, η κοινωνική ή παράλληλη όπως λέγεται  συμβαδίζει με το αναλυτικό πρόγραμμα και έχει τη δική της λογική. Στην πραγματικότητα είναι μια διάρθρωση σχέχεων μέσα από την οποία παράγονται συμπεριφορές, στάσεις ζωής και διαμορφώνεται το ήθος του εκπαιδευόμενου. Αυτό ,λοιπόν, που συμβαίνει στην τάξη είναι πάρα πολύ ευρύτερο από αυτό που εμείς οι καθηγητές αλλά και οι μαθητές μπορούν να σας πληροφορήσουν.

Αυτή η σπουδαία παιδαγωγική αλληλεπίδραση είναι οργανωμένη σε μη φανερούς κανόνες και  τύπους  και ,όμως, είναι τόσο παρούσα και έντονη. Η τάξη μάς δείχνει τους κοινωνικούς και ηθικούς κανόνες πάνω στους οποίους οργανώνεται η εκπαιδευτική διαδικασία. Γι΄αυτούς τους κανόνες  γι΄αυτά τα προβλήματα δεν έχουμε τη διάθεση να κάνουμε διάλογο σήμερα. Τα απωθούμε , τα παραβλέπουμε ως αν να μην υπάρχουν. Εκεί  μέσα αναζητούμε εμείς οι δάσκαλοι το όποιο γόητρο ,το όποιο κύρος του εκπαιδευτικού, εκεί και οι μαθητές μας αγωνιούν να δώσουν το δικό τους στίγμα στη πολυδιάστατη σχολική ταυτότητα.
Η ουσιαστική αλλαγή στο μορφωτικό αγαθό ξεκινά από τον πυρήνα  της ανθρώπινης ύπαρξης . Αγωνιζόμενοι και οι Τρεις για την καλή «αλλοίωση»4 έστρεψαν την  προσοχή τους  στο βάθος, στην ουσία και όχι την επιφάνεια του προσώπου, όπου συνήθως επικρατούν οι ηθικολογίες και οι καθωσπρεπισμποί. Δεν αρκούν άψυχα σχέδια και κατασκευές του νου, ο οποίος συχνά αποσυντονίζεται από τα πάθη και τους εγωϊσμούς. Επιμένουν στην εσωτερική καθαρότητα και διάθεση για την παραγωγή κάθε αγαθού: εκκλησιαστικού, εκπαιδευτικού, κοινωνικού κ.ο.κ Δεν μπορεί κανείς να αποδώσει δικαιοσύνη λ.χ ο εκπαιδευτικός, να γίνει εργάτης της δικαιοσύνης , όταν δεν διαθέτει προσωπική εντιμότητα, αλλά είναι «ή χρήμασι διεφθαρμένος ή φιλία χαριζόμενος ή έχθρα αμυνόμενος, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μέγας Βασίλειος.

Οι γίγαντες Αυτοί της θεολογίας μάχονται για να αφυπνίσουν τη συνείδηση στον άνθρωπο ώστε να στραφεί προς τον εαυτό του να δυναμώσει το θεϊκό σπινθήρα που βρίσκεται μέσα του. Μια δυναμική ανάταση όλων των ψυχικών λειτουργιών: της λογικής, του συναισθήματος, της θέλησης των πάντων. Δεν υπάρχει μάθηση ούτε γνώση, αν δεν συντονιστούν όλες οι ψυχικές δυνάμεις , αν δεν ενοποιηθούν κάτω από τη χάρη  του Αγίου Πνεύματος.  Διατυπώνει με σαφήνεια ο Γρηγόριος: « εάν μικρόν τι του λόγου παρεκτραπής, προς εαυτόν επανάγου, πριν παντελώς έξω πεσείν και κατενεχθήναι προς θάνατον, και γενού καινός αντί παλαιού και ψυχής εόρταζε τα εγκαίνια..»

Ως πραγματικοί γνώστες και ανατόμοι της ανθρώπινης ψυχής οι Άγιοι γνωρίζουν –κι αυτό επιβεβαιώθηκε αργότερα από την ψυχολογία του βάθους- ότι πολλές φορές παραμένουν , έτσι, ανενεργές  οι πνευματικές δυνάμεις των μαθητών , που η ενοποίησή τους θα έθετε τα θεμέλια μιας ουσιαστικής μαθησιακής διαδιακασίας. Συνήθως, ως τέτοιου είδους δυνάμεις εμφανίζονται η φιλομάθεια του παιδιού, η συστηματικότητα,  το ενδιαφέρον , η αφοσίωση κά. Επιβάλλεται, όμως, μια βαθύτερη εξέταση των δυνάμεων αυτών και η ανακάλυψη ακόμη περισσοτέρων γιατί δεν αρκεί η αναζήτησή τους με σκοπό μόνο λ.χ τη συγκομιδή βαθμών από ανάγκη ή φόβο. Η αίσθηση, από τη μεριά του μαθητή, της προσπάθειας  ότι δοκιμάζει τις δυνάμεις του και ταυτόχρονα ότι η δοκιμασία αυτή βρίσκει ανταπόκριση , δημιουργεί προϋποθέσεις για καλύτερη μαθητική εμπειρία. Όταν, μάλιστα, ο μαθητής αντιληφθεί ότι η μάθηση δεν είναι μόνο  μια διαδικασία απόκτησης γνώσης , αλλά και μεταβολής και εξύψωσης του εαυτού του, τότε οι προτεραιότητές του έχουν σοβαρή πιθανότητα να ιεραρχηθούν, να μπουν σε μια τάξη.

Το γεγονός ότι όλοι μας, ως μαθητές, αναπτύξαμε αρνητικά ελατήρια στη διαδικασία της μάθησης και ταυτόχρονα πολλούς αμυντικούς μηχανισμούς , ανήκει, φυσικά, στο χώρο της ψυχολογίας  και σε μια άλλης τάξεως ανάλυση.

Επειδή οι Μεγάλοι  αυτοί Ιεράρχες  υπήρξαν και ασκητές της πίστης διέγνωσαν  γρήγορα την αξία της άσκησης σε όλο το φάσμα της ανθρώπινης ζωής. Θα αναφερθούμε σύντομα , για την οικονομία του χρόνου,  στην «ασκητική» του παιδαγωγού όχι με την έννοια της «παραίτησής του» από την πραγματική παρουσία  στην τάξη, αλλά με την έκκλησή του  η τάξη να μετέχει της ουσιαστικής άσκησης-άθλησης με τις ακόλουθες δυνατές προϋποθέσεις: α. εσωτερική παρατήρηση του εαυτού. Επειδή η φυσική εξωστρέφεια του παιδιού του προσφέρει τόσα πλεονεκτήματα, ειδικά στην κοινωνικοποίηση, θα ήταν ωφέλιμο να συνδυαζόταν με  μια στροφή του νου προς τα μέσα για τη δημιουργία ενός «χώρου» στη συνείδηση που να επιτρέπει το δυσκολότατο, για την ηλικία, έργο του αυτοελέγχου  και της αυτοκριτκής.  β. παρά το μέγα θέμα της ηθικής ανωριμότητας του παιδιού δεν υπάρχει περίπτωση να μη αισθάνεται   ενοχή στις περιπτώσεις εκείνες της μαθησιακής δυσκολίας. Η άρση της ενοχής μόνο σε ένα καθεστώς ελευθερίας παρά εξαναγκασμού μπορεί να επιτευχθεί. Όσο ελεύθερη  είναι η επιλογή κάθε ανθρώπου να «ζήσει» το μεγαλείο των δραματικών επιλογών του τόσο ελεύθερη μπορεί να υπάρξει η δυνατότητα για επιστροφή - λύτρωση. Αν στην τελευταία προσπάθεια έρθει αρωγός και κάποιος σοφός μεσίτης,  ενδεχομένως, να έχουμε θεαματικά αποτελέσματα γ. πολλοί σοφοί δάσκαλοι ισχυρίζονται, χωρίς να έχουν άδικο, ότι η μάθηση και η  παιδαγωγική αλληλεπίδραση είναι μια λειτουργία  μύησης με όλα τα τελετουργικά στοιχεία  που διακρίνουν μια τέτοια κατάσταση: ιεροποίηση του χώρου, προσδοκία για κάτι καλύτερο, «εξάρτηση» προς το λατρευόμενο πρόσωπο, συνέπεια στο χρόνο 5 κ.ο.κ

Πράγματι ακούγονται ευχάριστα και εξιδανικευμένα όλα τα προαναφερθέντα, και πώς θα μπορούσαν να ισχύσουν θα ρώταγε ένας καλοπροαίρετος άνθρωπος, όταν η κοινωνία αιμορραγεί, το ίδιο κι η εκπαίδευση; Κάποια πράγματα στη ζωή δεν έχουν ως κριτήριο την καταναλωτική μας ευχέρεια και τη δύναμη του πλούτου. Η συλλογική συνείδηση δεν χρειάζεται απαραίτητα τα  χρήματα για να ανακαινιστεί. Αυτό θα ήταν εύκολο, αν θα μπορούσε να επιτευχθεί.

Υπάρχει μια γνωστή φράση ενός Γερμανού διανοητή του F. Heinemann  που διαπιστώνει ότι ο άνθρωπος της αρχαιότητας συνομιλεί μετά του κόσμου, ο άνθρωπος του Μεσαίωνα μετά του Θεού και ο των νεωτέρων χρόνων μετά του ανθρώπου6. Ναι σήμερα συνομιλούμε περισσότερο με τον εαυτό μας , αλλά ως άτομα μέσα σε τραγικούς μονολόγους. Το λυπηρό είναι ότι ο διάλογος μετά του Θεού κατά τον  Μεσαίωνα , όπως καταγράφηκε στη Δύση υπήρξε η βασική αιτία να εξυψωθεί το σύνολο, η κοινότητα ακόμη και η Εκκλησία σαν ένα σύστημα  μαζικό, δυναμικό, ολοκληρωτικό, απρόσωπο, χρησιμοποιώντας τα ατομικά διακιώματα ως άσκηση εξουσίας. Είναι αυτός ο μονόλογος του υποκειμενισμού και του ανθρωπισμού να μιλάς για διακαιώματα μόνον κάτω από το πρίσμα του εγώ και του συμφέροντος. Βέβαια δεν πρέπει να αγνοούμε ότο αυτός ο τρόπος σκέψης αποτελεί την κινητήρια δύναμη του σύγχρονου πολιτισμού τα αγαθά του οποίου  όλοι απολαμβάνουμε. Διαθέτουμε δηλαδή μια συλλογική συνείδηση σε απόλυτη ανεξαρτησία από το Θεό βασιζόμενη στην αυτονομία της και στην αυτάρκειά της. Όμως αυτό το πνεύμα όλο θέλει, όλο κάτι χρειάζεται. Ένα αδηφάγο και άπληστο εγώ διψά για κυριαρχία. Δεν του αρέσει η συμβίωση και ενώ φαίνεται να προοδεύει, προετοιμάζει, κατά πως φαίνεται , και την παρακμή του. Αυτή  είναι η «ασθένεια προς θάνατον» που λέει ο Ιερός Χρυσόστομος. Το δράμα της πτώσης της οικοδομής –της κυριολεκτικής, αλλά και της συμβολικής- καλούμαστε να ζήσουμε σήμερα. Υψώσαμε προς το Θεό το δικό μας Πύργο της Ευρώπης , τα δικά μας ιδανικά, τη δική μας αυτόνομη ηθική πιστεύοντες ότι με την ανάπτυξη και την τεχνολογική πρόοδο θα λύναμε όλα τα προβλήματα της ζωής. Έτσι δημιουργήσαμε ο καθένας  χωριστά  τον ίδιο άχρηστο θεό, το θεό της φαντασίας μας, της λογικής μας, τον νεκρό θεό που θα έλεγε και ο Nitzsche. Μείναμε μόνοι να αντιπαλεύουμε τα έργα μας και τα ένστικτά μας. Ας είμαστε , όμως, και λίγο προσεκτικοί μη δικαιωθεί μια προφητική φράση του Benjamin Constant η οποία ανακεφαλαιώνει μια παλαιότερη φράση του Ιερού Αυγουστίνου ότι ο άνθρωπος από τη θεότητα δια της ανθρωπότητας καταλήξει στην κτηνωδία7.
H παρακμή λοιπόν αυτού του πνευματικού οικοδομήματος δεν πρέπει να προκαλεί μόνον την απαισιοδοξία, από χριστιανικής άποψης, αλλά και την ελπίδα για μια καλύτερη κατανόηση και δυναμικότερη βίωση της χριστιανικής πίστης. Ο άνθρωπος συνομιλεί εντονώτερα , ορθότερα και ειλικρινέστερα μετά του Κυρίου και επανέρχεται ως μια πιο συνειδητοποιημένη και δυναμική προσωπικότητα στην εκκλησιαστική κοινωνία σε εποχές όπως η σημερινή, η οποία διαλύει τα όνειρα για μια δυνατότητα εγκαθίδρυσης  επίγειων παραδείσων. Είναι η στιγμή που η λογική αποστατεί από τη φαντασιακή πορεία προς τη θέωση του εγώ και το πρόσωπο διψά για σωτηρία στους κόλπους του Δημιουργού. Τότε διαβλέπει και ο  «πιστός της Κυριακής» , ο χριστιανός της ρουτίνας  ο οποιοσδήποτε θεολογών νους, εμείς  δηλαδή  όλοι πόσο δύσκολη είναι η πίστη, πόσο άπειρο βάθος έχει και πόσο μικροί είμαστε απέναντι των Αγίων Πατέρων και οπωσδήποτε απέναντι του Τριαδικού Θεού.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος του πιστού, του μαθητή, θα πρόσθετα, είναι η απόγνωση και η αποθάρρυνση, η οποία κυριαρχεί στο πνεύμα του, όταν διαπιστώνει ότι ενίοτε ή συχνότατα υποκύπτει στα λάθη, ζει σφάλλοντας και  αδυνατεί ν' αντισταθεί στο κακό. Ο ιερός Χρυσόστομος γνώριζε ότι η απόγνωση σημαίνει πλήρη νίκη του δαιμονικού πνεύματος, διότι οδηγεί τον πιστό σε παραίτηση από τον πνευματικό αγώνα και τελικά σε απομάκρυνση από την Εκκλησία.
Συνεπώς ας αποκτήσουμε καλύτερες δεξιότητες, ορθότερη κρίση, ιδανικότερη μόρφωση,  ας φτιάξουμε τη δική μας βιογραφία. Τότε θ΄ αντιληφθούμε καλύτερα τι σημαίνει ανακαίνιση του κόσμου τούτου.
Κλείνοντας , βέβαια, οφείλουμε να μην παραγνωρίζουμε πως υπάρχουν αρκετοί συνάνθρωποί μας, οι οποίοι δεν συμμερίζονται τη μαρτυρία που κομίζουν οι Πατέρες της Εκκλησίας , αλλά και τον ίδιο τον λόγο του Ευαγγελίου. Άλλα «πιστεύω» διαφορετικές αντιλήψεις –φιλοσοφικές, ιδεολογικές, πολιτικές-  στο πλαίσιο ελευθερίας του λόγου και της δημοκρατίας καθίστανται και θεμιτές και ανθρώπινες.
Αυτό δεν μπορεί να σκιάσει το γεγονός ότι η διδασκαλία και αλήθεια των τριών Ιεραρχών αποτελούν την καρδιά της χριστιανικής, πολιτιστικής, φιλοσοφικής και ηθικής μας κληρονομιάς, από την οποία η συνείδηση του ορθόδοξου λαού μας έχει αντλήσει έμπνευση και δύναμη σε δυσκολότερες και χαλεπότερες καμπές της ιστορίας μας.
Οι Άγιοι της Εκκλησίας μας είναι πεπεισμένοι για τις δυνατότητες του ανθρώπου προς υπέρβαση της τραγικότητάς του. Ο καθένας μπορεί να ελπίζει για τον εαυτό του, σε οποιοδήποτε επίπεδο κι αν βρίσκεται. Και το σημαντικότερο. Να ελπίζει και για τον άλλο. Ο άλλος δεν είναι η κόλαση. Ο καθένας έχει τη δυνατότητα μετανοίας, μεταστροφής, επανόδου στο αρχαίο κάλλος. Από τη μεγαλύτερη πτώση υπάρχει δρόμος προς την ανάβαση. Το κακό δεν έχει υπόσταση. Στερείται  ουσίας, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει η ορθόδοξη πνευματικότητα. Μπορεί να αποτιναχθεί με τη χάρη του Θεού σε μια διαρκή και αδιάκοπη πορεία ανακαίνισης.
Αν αστοχείς στην πορεία , γράφει ο Άγιος  Γρηγόριος,  (σε ελεύθερη μετάφραση) προσπάθησε να βρεις τον ορθό δρόμο, αν βαδίζεις τον ορθό δρόμο δώσε ακόμη περισσότερες δυνάμεις. Μπορείς να τα καταφέρεις.  
Με αυτόν τον τρόπο αγωνίστηκαν οι μεγάλοι Πατέρες, έτσι πορεύεται και η Εκκλησία μας,  ορθοτομούντες και ορθοτομούσα τον Λόγο της Σής Αληθείας.


Σας ευχαριστώ.


Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
1.        Γ. Δ. Μπαμπινιώτης : Η παιδεία στους Τρεις Ιεράρχες (από το βιβλίο του «Χριστιανική και Ελληνική Πνευματικότητα», Εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ)
2.        Του ιδίου
3.        Α.Ε.Γκότοβος: Παιδαγωγική αλληλεπίδραση (Εκδόσεις Σύγχρονη εκπαίδευση –Αθήνα 1985)
4.        Αρχιεπισκόπου Αλβανίας  κ. Αναστασίου Γιαννουλάτου: Η μαρτυρία των Τριών Ιεραρχών για την «καλήν αλλοίωσιν» Περιοδικό Κοινωνία 1982
5.         Πάτση Χρήστου: Συντήρηση ή Διεύθυνση της σχολικής τάξης (www.afavita.gr  Εκπαιδευτικά άρθρα 10.3.11)
6.        Ν. Νησιώτης: Ψυχολογία της Θρησκείας, Εκδόσεις Μαϊστρος, 2006
7.        Ν.Νησιώτης: Υπαρξισμός και Χριστιανική Πίστη, Εκδόσεις  Μήνυμα, 1986

Φώτιος Σ. Ιωαννίδης: Χριστιανοί Λατίνοι Ι


Στον παρόντα τόμο παρουσιάζονται σχολιασμένες μεταφράσεις επιφανών λατινόφωνων Χριστιανών και μελέτες που αναδεικνύουν τη σκέψη και τη συμβολή τους στο θεολογικό προβληματισμό. Πρόκειται για συγγραφές απολογητικού χαρακτήρα αλλά και βαθύτερου θεολογικού περιεχομένου, οι οποίες συνέβαλαν είτε στο διάλογο των Χριστιανών με τον εθνικό κόσμο είτε στη διαμόρφωση της πίστης της Εκκλησίας.

Ομιλία :Οι Τρεις Ιεράρχες για τους νέους της εποχής μας


Τρίτη 31-1-2012

στο 3ο   Γυμνάσιο ΠΕΡΑΜΑΤΟΣ 

ώρα :12.15μ.μ.

ομιλητής:Ανδρέας Αργυρόπουλος,Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων

θέμα:Οι Τρεις Ιεράρχες για τους νέους της εποχής μας






Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2012

Ιερώνυμος:Οι Τρείς Ιεράρχες με τα μέτρα της εποχή μας «απέτυχαν» διότι άφησαν τη δόξα, την εξουσία και τις τιμές για να μοιραστούν τη χαρά, τον κόπο και τον πόνο των συνανθρώπων του




Μήνυμα Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου για την Εορτή των Τριών Ιεραρχών










Αγαπητοί μου Εκπαιδευτικοί, Αγαπητά μου παιδιά,

Η Εκκλησία μας εορτάζει τους «αναφθέντας άνθρακας, εκ του αστέκτου πυρός». Αυτούς που μας φώτισαν με το φως του Αγ.Πνεύματος και ο λόγος τους για την Παιδεία δεν είναι κενός αλλά ουσιαστικός γιατί αφορά κάθε άνθρωπο...
Εορτάζουμε τρεις αγίους των οποίων ο βίος και το παράδειγμα παραμένει ακατανόητο. Αν και πλούσιοι έγιναν φτωχοί για χάρη μιας ιδέας θα λέγαμε σήμερα, για χάρη του Χριστού, όπως κηρύττει η Εκκλησία μας.

Ποιος είναι ο βίος των Τριών Ιεραρχών; Συνοπτικά ήταν τρείς νέοι, παιδιά ευκατάστατων οικογενειών. Σπούδασαν στις καλύτερες σχολές της εποχής, έχοντας τους καλύτερους δασκάλους, όλες σχεδόν τις επιστήμες του καιρού τους. Στην κορύφωση της νιότης και των σπουδών τους εκεί που οι δρόμοι για την εξουσία, τη δόξα, τον πλούτο και την καταξίωση ήταν ανοικτοί, αποσύρονται στην έρημο, πωλούν την περιουσία τους γιατί αγάπησαν βαθιά το Θεό και τον άνθρωπο. Με τα μέτρα της εποχή μας «απέτυχαν» διότι άφησαν τη δόξα, την εξουσία και τις τιμές για να μοιραστούν τη χαρά, τον κόπο και τον πόνο των συνανθρώπων τους διακονώντας τους ολόκληρη τη ζωή τους στο όνομα του Κυρίου μας.
Ήταν «εκτός πραγματικότητας», «αιθεροβάμονες» για τους σύγχρονους Έλληνες γιατί ήταν πατέρες που ποίμαναν την αγωνία των ανθρώπων για να τους θρέψουν με τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος.
Ποιος πραγματικά εορτάζει σήμερα; Εκείνοι που μπορούν να αγαπούν. Οι δάσκαλοι που τολμούν να υπηρετούν την αγωγή που σήμερα είναι παραγκωνισμένη, τη σπουδή που βαθαίνει τα ερωτήματα και δεν διαμελίζει τη γνώση. Οι γονείς που αγαπούν τόσο τα παιδιά τους ώστε να μην εγκλωβίσουν το μέλλον τους σε μερικών ωρών εξετάσεις για μια προοπτική που αποδεικνύεται αβέβαιη. Οι μαθητές που επαναστατούν στην ανία και στην κόπωση της επιλεκτικής μάθησης και τολμούν να θέτουν ερωτήματα και να ψάχνουν βιβλιοθήκες. Οι ιερείς που είναι «εκτός ύλης» επειδή επιμένουν με τη διακονία τους να φροντίζουν τους ανθρώπους μαθαίνοντας τους στο όνομα του Χριστού, να πιστεύουν, να αγαπούν, να ελπίζουν να επιμένουν ακόμα και όταν είναι μόνοι.
Εορτάζουν όλοι εκείνοι που δεν σταματούν σε επιδόματα την προσπάθεια τους αλλά αντιλαμβάνονται το ψωμί του αδελφού ως ζήτημα βαθύτατα πνευματικό και αγωνίζονται να αλλάξουν οι άνισες και άδικες δομές των κοινωνιών μας.
Όσοι δεν κάμπτονται από απειλές και βασανιστήρια και μπορούν όπως ο Μ. Βασίλειος να απαντούν στους εκάστοτε άρχοντες: « αρπαγή περιουσίας δεν φοβάμαι, γιατί δεν έχω τίποτε άλλο εκτός από λίγα τριμμένα ράσα και λίγα βιβλία. Εξορία δεν γνωρίζω γιατί οι τόποι δεν με εμποδίζουν να προσεύχομαι».
Όλοι όσοι παραμένουν «των Αποστόλων ομότροποι» μπορούν και πορεύονται σε ένα αμήχανο κόσμο επόμενοι των Τριών Δασκάλων της οικουμένης.
Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
 ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ο Β'

Κάσδαγλης Νίκος :Μην προσπεράσετε σήμερα τους Τρεις Ιεράρχες..








 Αγαπητοί συνάδελφοι, αγαπητά μας παιδιά των σχολείων της Άγρας Λέσβου...

Λέμε ότι σήμερα ήρθαμε να γιορτάσουμε τους 3 Ιεράρχες και στο τέλος του εκκλησιασμού να υπάρξει η σχετική ομιλία. Έτσι είναι; ΟΧΙ!.Τ’ ότι ήρθαμε εδώ έγινε γιατί μας το επιβάλλει ο κανονισμός. Μπορεί να φαίνεται και είναι ως μια ευκαιρία να χάσουμε μάθημα. Και μάλιστα αν χανόταν όλη η μέρα θα φαινόταν καλύτερα η αργία.
Γι’ αυτό θα σας μιλήσω ξεκάθαρα και θα εκφράσω μερικές σκέψεις.
Ξέρω (και σε συζητήσεις μαζί σας επιβεβαιώνομαι) πως ο σημερινός εκκλησιασμός αλλά και κάθε άλλη αργία δεν είναι για εσάς τίποτε άλλο παρά μια ευκαιρία για καφέ, παραπάνω ύπνο ή κάθε τι άσχετο με τη γιορτή. ΚΑΙ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ!!
Ποια Εκκλησία λέτε; Ποιοι 3 ιεράρχες; Τι μας ενδιαφέρουν άνθρωποι οι οποίοι έζησαν πριν από 1700 χρόνια περίπου;; ήρθαμε εδώ και άντε να τελειώνουμε …τι έχουν να μας που σήμερα οι παπάδες (όπως λέτε),οι θεολόγοι κ.ο.κ;;
Η απάντηση είναι απλή και ξεκάθαρη: Τίποτα. Το ημερολόγιο αύριο γράφει για τη γιορτή και αναφέρει 3 ονόματα: Βασίλειος-Χρυσόστομος-Γρηγόριος.(ίσως κάποιοι γνωρίζετε πως έδωσαν ό,τι λεφτά είχαν –ίσως γνωρίζετε ότι ήταν προστάτες των γραμμάτων …..) πολλοί όπως είπατε δεν ξέρετε ποιοι είναι και δεν σας ενδιαφέρει.
Από αυτά τα 3 ονόματα μόνο το ένα– Βασίλειος – ίσως σας λέει κάτι και αυτό γιατί σας έρχεται στο μυαλό ο χοντρούλης, ασπρογένης γεράκος…. «SantaClaus»,όπως συνηθίζετε να λέτε!
Τα υπόλοιπα; Χρυσόστομος; Γρηγόριος; Δεν ξέρω αν ας λένε κάτι και δεν φταίτε εσείς γι’ αυτό. δεν είναι δική σας ευθύνη.
Βαριέστε την παραμονή στο σχολείο και χάνεται η ευκαιρία να μάθετε πράγματα τα οποία στην πραγματικότητα αναζητάτε.
Και αναζητάτε την αλήθεια! Και να το παράδειγμα των 3 αγίων, των 3 αναρχικών!
Σας κάνει εντύπωση η λέξη; Άγιοι ονομάζονται. Και όποιος έχει μέσα του τον άγιο έχει και αντίσταση!
Και οι 3 αυτοί Άγιοι είχαν τσαγανό, μπέσα,ήτανε αληθινοί,δεν είχαν υποκρισία, δεν «έπαιζαν» κανένα ρόλο σαν τους ηθοποιούς όπως λέτε για τους ανθρώπους της εκκλησίας.
«σπάσανε» με την ίδια τους τη ζωή κάθε ψεύτικο θεσμό και «γκρεμίσανε» τις καταπιεστικές αρχές της εποχής τους και όλα αυτά: διότι μέσα τους είχανε μία και μοναδική αρχή: το Χριστό.
Αναζητάτε την ειλικρίνεια,λέτε και βαρεθήκατε τα λόγια: σκεφτείτε αυτούς τους 3: κουράστηκαν ώστε να μορφωθούν (και ήταν από τους καλύτερα μορφωμένους της εποχής τους) αλλά με τη βοήθεια της μόρφωσης όταν οι εξουσίες της εποχής τους απείλησαν να σωπάσουν και ο ταλαιπωρημένος (όπως σήμερα) ψυχικά & οικονομικά κόσμος κρεμάστηκε πάνω τους,ε,τότε:αντιστάθηκαν!
Θρύλος και θαρραλέα η στάση του μεγάλου βασιλείου μπροστά στον τότε αυτοκράτορα διότι του ζήτησε ν’ αφήσει την ορθοδοξία και να αποδεχτεί την αίρεση του αρειανισμού (η οποία έλεγε-όπως σήμερα οι ιεχωβάδες- πως ο Χριστός δεν ήταν θεός αλλά ένας καλός άνθρωπος) αλλιώς σ’ αντίθετη περίπτωση θα του έπαιρνε την όποια περιουσία είχε, θα τον εξόριζε και θα τον οδηγούσε στο θάνατο με βασανιστήρια
«αρπαγή περιουσίας δε φοβάμαι, γιατί δεν έχω τίποτα άλλο εκτός από λίγα τριμμένα ράσα και λίγα βιβλία. εξορία δε γνωρίζω γιατί οι τόποι δε με εμποδίζουν να προσεύχομαι…» απάντησε στον αυτοκράτορα, ο οποίος απόρησε:
«ποτέ κάνεις δε μίλησε με τέτοιο θάρρος μπροστά μου» και ο Άγιος δε διστάζει να πει (γιατί το απαιτεί και η στιγμή) «διότι δε συνάντησες ποτέ σου αληθινό επίσκοπο, αλλιώς θα σου μιλούσε με τον ίδιο τρόπο (αφού θα αγωνιζόταν για τόσο υψηλά πράγματα)(ήταν και αυτός ο άγιος ό οποίος έδωσε όλη του την περιουσία στους φτωχούς)
Θέλετε να σας ακούν και να σέβονται τη γνώμη σας και μιλάτε προκλητικά και πολλές φορές αληθινά
για σκεφτείτε το παράδειγμα των αγίων. Νοέμβριος μήνας του 378 και φθάνει στην Κων.πολη ο Γρηγόριος ο θεολόγος. πάλι η αίρεση του αρειανισμού κυριαρχούσε. Τρέχουν όλοι να δουν ποιος είναι αυτός ο ονομαστός θεολόγος της εποχής. Και όταν βλέπουν ένα ανθρωπάκι,οι αιρετικοί,άρχισαν να τον πετροβολούν και οι ορθόδοξοι έχασαν το κουράγιο τους .. «μα καλά αυτός είναι που έστειλαν να βοηθήσει την ορθοδοξία;» αφού έφαγε μερικές πέτρες τον γλυτώνουν…. αλλά μόλις άνοιξε το στόμα του και άρχισε να μιλάει…τότε όλα άλλαξαν….2 ναοί ήταν ορθόδοξοι όταν ο Άγιος έφθασε στην Κων.πολη και όταν έφυγε 2 ναοί ήταν στα χέρια των αιρετικών.
Ακολουθώντας το παράδειγμα του Χριστού προσπαθούσε συνεχώς να «σπάσει» τις λάθος αντιλήψεις,για τους φτωχούς,για τους δούλους,για την απαξίωση των γυναικών και των παιδιών.
Όταν κάποτε υπήρξε νόμος ο οποίος αδικούσε τις γυναίκες αντέδρασε (ήταν πατριάρχη Κων.πολης, σκεφτείτε το αξίωμα ) και βγήκε και είπε: γιατί αδικείται συνεχώς η γυναίκα και «πέφτει» στα μαλακά ο άντρας;; γιατί άνδρες είναι αυτοί που φτιάχνουν τους νόμους γι’αυτό και είναι η νομοθεσία κατά των γυναικών.
Αναζητάτε να βγείτε πρώτοι, θέλετε να πετύχετε…. σωστά
Οι άγιοι δεν άνθρωποι που δεν ήξεραν τι θα πει εξουσία – τιμή - επιτυχία.
Ήταν στην πρώτη γραμμή διότι και οι 3 ήταν επίσκοποι,αυτό που λέμε δεσποτάδες (και πολύ και καλά μορφωμένοι)..δεν κόλλησαν όμως στην εξουσία….
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος,έγινε ύστερα από πιέσεις πατριάρχης στη πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας την Κων/πολη. Όμως συγκάλεσε σύνοδο η οποία καθαίρεσε (έδιωξε) μέσα σε μια ημέρα 49 επισκόπους με την κατηγορία του χρηματισμού, διότι είχαν δώσει χρήματα για να χειροτονηθούν.
Ήρθε σε σύγκρουση με την βασίλισσα και τους πλούσιους της Κων/πολης. «αν ο θεός σου έδωσε σκήπτρο,στο έδωσε για να απονείμεις δικαιοσύνη,της είπε»
αποτέλεσμα; Πεθαίνει στην εξορία.
Τους απείλησαν λοιπόν τους 3 ιεράρχες πως για να μείνουν στις θέσεις τους έπρεπε να σωπάσουν. Και εκείνοι πιο πολύ μιλούσαν γιατί πάνω από όλα αγαπούσαν το χριστό και τους ανθρώπους,γνώριζαν πως αυτούς υπηρετούν. Ο Βασίλειος με τη Βασιλειάδα του,την πόλη με τα ιδρύματα και τις επαγγελματικές σχολές για όλους όσους είχαν ανάγκη. Ο Γρηγόριος και ο Χρυσόστομος μοιράζοντας χρήματα, τρέφοντας καθημερινά φτωχούς, υπερασπιζόμενος τους αδικημένους….
Οι άγιοι δεν κοιτούσαν την εξωτερική εμφάνιση,τη θρησκεία ή τη χώρα καταγωγής όσο βοηθούσαν. Πόνεσαν βαθιά το συνάνθρωπο γιατί πίστευαν πραγματικά στο Θεό.
Αγαπητοί μαθητές: εκκλησία δεν είναι μόνο οι ιερείς- οι επίσκοποι-οι ψάλτες-οι θεολόγοι και μερικοί άλλοι…..ΕΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ. Δε σας λέω ότι είναι εύκολη η ηλικία σας και οι καταστάσεις γύρω σας. Όμως είστε ικανοί για τα δύσκολα,(είστε ικανοί να μας διδάξετε….οι σημερινές σκέψεις δε θα υπήρχαν χωρίς εσάς…)
Και όπως δε θέλετε ν’ αποφασίζουν «χωρίς εσάς για εσάς», να σας βάζουν ταμπέλες, να σας απορρίπτουν χωρίς να σας γνωρίσουν πρώτα…. έτσι και εγώ δε σας λέω να πιστέψτε στους αγίους. Απλά γνωρίστε τους….
Μην τους προσπεράσετε σήμερα τους αγίους,όπου και αν πάτε…..
Και (όπως λέμε και στο ίντερνετ..) «προσθέστε τους» στις «επαφές» σας και να ξέρετε πως θα παραμείνουν εκεί για πάντα εκεί…..

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012

ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ:Ενάντια στο νεφέλωμα του ελληνοχριστιανικού ιδεολογήματος







ΑΝΔΡΕΑΣ Χ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
Το επαναστατικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών
ΣΕΙΡΑ: Έξοδος στην κοινωνία και τη ζωή
ΑΘΗΝΑ 2009



Είναι πολλοί σήμερα οι χριστιανομαθημένοι θεολογούντες, που στην προσπάθειά τους να στηρίξουν τις όποιες θεολογικές απόψεις τους, επικαλούνται συχνά την πατερική παράδοση. Βέβαια, αυτό που ξαφνιάζει όσους ακούνε και διαβάζουν τις απόψεις αυτών των θεολογούντων, είναι το γεγονός ότι η αναφορά τους στην παράδοση των Πατέρων της Εκκλησίας, καταντά μια νεκρολογία, λες και είναι απλά ένα λείψανο του παρελθόντος, απ’ το οποίο οφείλουμε πάντα να πιανόμαστε. Στην προκειμένη περίπτωση εκείνο που θα ήθελα να τονίσω, για να ταράξω ολίγον τα λιμνάζοντα και θολά νερά στα οποία κολυμπούν, είναι ότι η σπουδή της ελληνορθόδοξης, γενικότερα, παράδοσης είναι μια συνέχεια, που ως λαός την κουβαλάμε στην πλάτη μας, δίχως πολλές φορές καν να το υποψιαζόμαστε. Συνέχεια, που ο αξέχαστος Ζήσιμος Λορεντζάτος στις Ρωμιές του μας φέρνει πρόσωπο με πρόσωπο, νοηματοδοτώντας την με τα εξής ξεκάθαρα και σταράτα λόγια: «στα γράμματα (αλλά και σε άλλες εκδηλώσεις κάθε πολιτισμού ανθρωπινού) δεν υπάρχει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε πεθαμένους και ζωντανούς: και αυτό είναι παράδοση. Έχομε πεθαμένους που κατευθύνουν τη ζωή μας, τη ζωή του σήμερα ή κάθε νιόκοπης γενιάς, όπως έχομε ζωντανούς που όσο περισσότερο φωνάζουν, τόσο περισσότερο βλέπομε πως είναι πρωθύστερα πεθαμένοι: και αυτό είναι παράδοση – να ζουν μονάχα οι ζωντανοί (και ας έχουν, καμιά φορά, μερικοί από αυτούς πεθάνει χρόνους πρωτύτερα). Και κάθε νιόκοπη πάλι γενιά, κατευθύνει εκείνη τη ζωή της παράδοσης: και αυτό είναι παράδοση. Από την άποψη αυτή, εκείνο που λέμε ή ονομάζουμε πρωτοποριακό δεν υπάρχει. Είναι μια άπλερη φαντασία μας. Μονάχα η παράδοση υπάρχει πλέρια. Γιατί η παράδοση είναι η ζωή, και μάλιστα η ανώτερη φάση της ζωής που δεν ξεχωρίζει πεθαμένους από ζωντανούς: και αυτό είναι παράδοση. Κάθε φορά που έχομε αληθινή ζωή έχομε παράδοση. Έχομε προσθήκη, περπάτημα, πλουτισμό της παράδοσης. Οι έσχατοι γίνονται πρώτοι, οι πρώτοι έσχατοι. Όσοι αποτελούν την παράδοση μπορεί να πει κανένας πως έχουν όλοι την ίδια πάντα χρονολογία, τη σημερινή. Η παράδοση δεν είναι τα περασμένα ή τα μελλούμενα, αν και είναι περισσότερο τα μελλούμενα παρά τα περασμένα, αφού η παράδοση ζει στο αιώνιο τώρα: και αυτό είναι παράδοση. Μια δύναμη που συμβαδίζει με τη ζωή και που η ζωή (στην ανώτερη φάση της) συμβαδίζει μαζί της: ζωή και παράδοση ταυτόσημες», [Οι Ρωμιές, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1990, σσ. 30-31].
Σε παλαιότερο άρθρο μου, δημοσιευμένο στον τοπικό και τον αθηναϊκό Τύπο, είχα υποστηρίξει ότι η γιορτή των Τριών Ιεραρχών που κάθε χρόνο με «λαμπρότητα» γιορτάζει η εκπαιδευτική κοινότητα - κυρίως η πρωτοβάθμια και η δευτεροβάθμια εκπαίδευση – αναπαράγει συνήθως τα συνήθη στερεότυπα περί ελληνοχριστιανικών ιδεών, όπως αυτά αυτούσια μας έχουν κληροδοτηθεί από τα μέσα του 19ου αιώνα, ή στη χειρότερη περίπτωση τον εντελώς ξένο προς το ήθος της πατερικής παράδοσης «ξύλινο» θεολογικό λόγο, ότι δηλαδή οι Τρεις Ιεράρχες δίδαξαν μια μακαριότητα του υπερπέραν. «Εορτή των γραμμάτων» όπως έχει χαρακτηριστεί, εδώ και δεκαετίες όπως ακριβώς γιορτάζεται, δυστυχώς δείχνει να μην έχει καταφέρει ακόμη να αναψηλαφήσει αυτό που καίρια η μακρόσυρτη παράδοση της Εκκλησίας με τη βιβλική και πατερική σκέψη προτάσσει: το ξεπέρασμα που θέλει την εκκλησιαστική ζωή να μην είναι στατική και παγιωμένη σε μια θρησκευτικότητα πολλές φορές υποκριτική, θρησκευτικότητα που συνήθως αναπαράγεται με τους πανηγυρικούς λόγους που κάθε χρόνο την 30η Ιανουαρίου ακούγονται σε σχολεία και σ’ άλλες αίθουσες εκδηλώσεων. Από αυτούς, είναι φανερό αυτό, και θλιβερό συνάμα, απουσιάζει παντελώς το ελληνορθόδοξο αισθητήριο. Λέγονται κι ακούγονται σχεδόν τα ίδια πράγματα. Η λανθάνουσα αυτή λειτουργία, είναι τόσο έκδηλη, όχι μόνο στους πανηγυρικούς λόγους, αλλά και σ’ ολόκληρο το πρόγραμμα του εορτασμού. Στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι λίγες οι φορές, που θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί: μα καλά τόσο δύσκολο είναι οι συμμετέχοντες να γευτούν το εξής απλό, αλλά άκρως σημαντικό γεγονός, ότι δηλαδή η πατερική κληρονομιά, την οποία τόσο πολύ ουκ ολίγοι χριστιανομαθημένοι θεολογούντες εκθειάζουν και για την οποία τόσο κόπτονται, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια ζωντανή μαρτυρία και ανάπτυξη των αρχεγόνων ριζών, οι οποίες μέσα στο περιρρέον πνευματικό και πολιτισμικό κλίμα όπου γεννήθηκαν και ανδρώθηκαν, μπορούν να μπολιάσουν και το σημερινό κοσμοείδωλο της οικουμένης;
Προς επίρρωσιν των παραπάνω απόψεών μου θα επικαλεστώ το βιβλίο της Έφης Γαζή, Καθηγήτρια του Τμήματος Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, με τίτλο: Ο δεύτερος βίος των Τριών Ιεραρχών. Μια γενεαλογία του «ελληνοχριστιανικού πολιτισμού», που εκδόθηκε το 2004 απ’ τις εκδόσεις Νεφέλη. Άκρως πρωτότυπος και προς κάθε κατεύθυνση ελεγκτικός ο τίτλος του βιβλίου, νομίζω ότι προσδιορίζει στο έπακρο αυτό που παραπάνω υποστηρίζω: η παλίρροια του ελληνοχριστιανικού ιδεολογήματος φαίνεται ότι καλά κρατεί. Και το χειρότερο, τα συνθήματά της, δυστυχώς, εμφανίζονται ακόμη και σήμερα, ως εγκύστωμα ενός εθνικού παρελθόντος με δεκανίκια προς κάθε κατεύθυνση, πολιτική, ιδεολογική, κοινωνική, θεολογική, ιστορική. Όσοι μελετήσουν το βιβλίο της Έφης Γαζή, πέραν του ότι θα παρακολουθήσουν μια άκρως ενδιαφέρουσα ερμηνεία για το πώς καθιερώθηκε το σχήμα των γνωστών Τριών Ιεραρχών, θα έχουν το ακριβό προνόμιο, μέσα από το στιβαρό αφηγηματικό λόγο της ιστορικού συγγραφέως, με όσα αυτός, χάρη στις ενδιαφέρουσες επιστημολογικές μεθόδους της Ιστορίας ερωτήματα θέτει, να αναψηλαφήσουν το εξής γεγονός: γιατί η μετακίνηση της χριστιανικής τριανδρίας από το εκκλησιαστικό στο εθνικό και εκπαιδευτικό πλαίσιο κατά τους δύο τελευταίους αιώνες, ανέδειξε ένα από τα ισχυρότερα και πλέον διάσημα σύμβολα του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού. Σύμβολα που ουκ ολίγοι παρ’ ημίν θεολόγοι, κληρικοί και άλλοι γραφικοί «θεολογούντες», σθεναρά προτάσσουν, μεταλλάσσοντας τη ζώα εν Αγίω Πνεύματι παράδοση της Εκκλησίας, σε «μάθημα πατριδολογίας», όπως έλεγε ο αείμνηστος Μητροπολίτης Σερβίων και Κοζάνης Διονύσιος (Ψαριανός).
Τη βαθύτατη τούτη, εκκλησιολογική θα ‘λεγα, παρέκκλιση καυτηριάζει σ’ ένα άρθρο του ο Παντελής Καλαϊτζίδης, γνωστός συνάδελφος θεολόγος, από το πρωτοποριακό έργο που κάνει στη Θεολογική Ακαδημία της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος. Γράφει σ’ ένα άρθρο του: «Δεν υπάρχει δεσποτική η θεομητορική εορτή, εορτή αγίου ή μάρτυρα που να μην σχετίζεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με κάποιο σημαντικό εθνικό γεγονός ή με κάποιον εθνικοπατριωτικό συμβολισμό». Στο μακρύ κατάλογο των εορτών αυτών, που «μοιάζει ατελείωτος», «η Εκκλησία όχι μόνο δεν κάνει τίποτα για να ανακόψει αυτήν την τάση (πολλές από τις “διπλές γιορτές” καθιερώθηκαν πρόσφατα), αλλά μοιάζει να ευνοεί αυτήν την εξέλιξη πιστεύοντας ίσως πως έτσι βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας ζωής και πως ασκεί αποτελεσματικότερη ποιμαντική», [βλ. «Ο πειρασμός του Ιούδα… Από την Ιστορία της Θείας Οικονομίας στην Ιστορία της Εθνικής Παλιγγενεσίας», Σύναξη τχ.79 (Ιούλιος Σεπτέμβριος 2001) 61-62].
Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηριχθεί ότι παρόμοιο είναι και το σκηνικό της γιορτής των Τριών Ιεραρχών. Όμως το «δράμα» της «εορτής των γραμμάτων» των Τριών Ιεραρχών, όπως αυτή συνεχώς εορτάζεται, με τη συνήθη αναπαραγωγή θεολογικών και ιστορικών στερεοτύπων, γυρεύει εναγώνια κάθαρση και λύση.
Ωστόσο, μέσα σ’ αυτόν τον κυκεώνα των βερμπαλιστικών κηρυγμάτων, είναι ευτύχημα που μια νέα γενιά θεολόγων, ιστορικών, κληρικών, μοναχών, διανοητών, καταφέρνει και προτάσσει ένα θεολογικό λόγο που βιώνει την υπαρξιακή αγωνία του μετανεωτερικού ανθρώπου και αναζητά απάντηση στα καίρια ερωτήματα ζωής, πέραν βέβαια από τα αυτονόητα του παρελθόντος.
Ο περσυνός πανηγυρικός λόγος που εκφωνήθηκε από το Σχολικό Σύμβουλο Θεολόγων της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, Ανδρέα Αργυρόπουλο, φρονώ ότι επαληθεύει την άποψη που θέλει την Εκκλησία και τη Θεολογία της να παραμένει πιστή στο «πνεύμα της οικουμενικότητας». Η έκδοση του πανηγυρικού σ’ ένα καλαίσθητο βιβλιαράκι με τίτλο: Το επαναστατσικό μήνυμα των Τριών Ιεραρχών, στη σειρά: Έξοδος στην κοινωνία και τη ζωή, νομίζω ότι έρχεται να συμπληρώσει ένα κενό. Κενό που δεν είναι άλλο, από το επίκαιρο και επαναστατικό μήνυμα που κομίζει η διδασκαλία των τριών κορυφαίων διδασκάλων και αγίων της Εκκλησίας μας, ότι με βάση τη χριστιανική αυθεντικότητα, μπορεί ο σημερινός κόσμος να γεμίσει ελπίδα και να απελευθερωθεί από τα δεσμά μιας επιφανειακής πνευματικότητας, ενός ακίνδυνου χριστιανισμού και μιας χλιαρής πίστης. Διαρθρωμένο σε τέσσερες ενότητες το βιβλίο παρουσιάζει άρτια την αυθεντική χριστιανική πίστη, το ανοικτό πνεύμα, την κοινωνική ριζοσπαστικότατα και την επιστημονική συγκρότηση που είχαν οι Τρεις Ιεράρχες. Ταυτόχρονα στο βιβλίο γίνεται λόγος για τις θέσεις των τριών Πατέρων της Εκκλησίας έναντι των κοινωνικών προβλημάτων, κυρίως της κοινωνικής αδικίας. Από τον συγγραφέα τονίζεται ιδιαίτερα το γεγονός ότι έχει πια περάσει η εποχή της επικριτικής απόρριψης της κοινωνικής πραγματικότητας. Στα πολλαπλά κοινωνικά προβλήματα του σημερινού κόσμου, όπως είναι η φτώχεια, η πείνα, η κοινωνική ανισότητα, η εκμετάλλευση, (και τόσα άλλα), ο σύγχρονος κόσμος έχει ανάγκη από θετικές προτάσεις και πρωτοβουλίες, των οποίων η χρηστικότητα μπορεί και πρέπει να δοκιμάζεται στην πράξη.
Ζητήματα όπως η παιδεία και η αγωγή των νέων ανθρώπων, με γνώμονα τις θέσεις των Τριών Ιεραρχών γι’ αυτά, θίγονται από το συγγραφέα με ιδιαίτερα καυστικό τρόπο. Γράφει συγκεκριμένα: «τα βασικά στοιχεία της αληθινής παιδείας για τους Τρεις Ιεράρχες είναι η αγάπη, ελευθερία και ο σεβασμός του ανθρώπινου προσώπου. Και οι τρεις τονίζουν πως η σχέση παιδαγωγού - μαθητή είναι σχέση ελευθερίας και δημιουργίας. Ο διάλογος είναι το καλύτερο μέσο για να επιτευχθεί ο σκοπός της αγωγής».
Το βιβλίο κλείνει μια παλαιότερη δημοσίευση του συγγραφέα με τίτλο: Οι Τρεις Ιεράρχες για τον πόλεμο και την ειρήνη. Είναι ενδεικτικά τα όσα υποστηρίζει: «Οι Τρεις Ιεράρχες δεν κάνουν “ειρηνολογία”, δεν ζητούν από τους πιστούς απλά να επιδιώξουν μια ειρήνευση εξωτερική, τυπική, ο στόχος τους δεν είναι η “ειρηνική συνύπαρξη” χωρίς περιεχόμενο. Η ειρήνη αν μείνει στα λόγια λέει ο Μ. Βασίλειος, καταντάει κοροϊδία».
Θα ήταν λειψή η παρουσίαση του βιβλίου, δίχως αναφορά στο προλογικό κείμενο, πράγματι κοφτερό στη γλώσσα και το ύφος, που έχει γράψει ο Θανάσης Παπαθανασίου, Δρ. Θεολογίας και Αρχισυντάκτης του γνωστού και μαχητικού περιοδικού Σύναξη. Μια παρατήρηση μόνο στα ερωτήματα που θέτει ο συγγραφέας: «Τι νόημα έχει μια θεολογία που δεν γίνεται πράξη; Μα, και τι νόημα έχει μια θεολογία που κραδαίνεται σαν όπλο κατά των απίστων και δεν ζυμώνει αυτούς που τη διατυπώνουν;». Νομίζω ότι είναι πια καιρός η γόνιμη αναμέτρησή μας με τη θεολογία των Πατέρων της Εκκλησίας, να εδραστεί επάνω στο πεδίο αποφυγής της παγίδας, όπου καίριες αλήθειες της ορθόδοξης θεολογίας, της θεολογίας των Τριών Ιεραρχών, όπως αποκάλυψη, θεοφάνειες, τρόπος ζωής και πολιτισμός ταυτίζονται με την ατομιστική και εγωκεντρική υπόθεση της θρησκείας. Όχι τίποτε άλλο, όποιος θέλει να επιβάλλει το ιδανικό αυτό της θρησκείας, να το πει καθαρά και ξάστερα, σίγουρα κανείς δεν μπορεί να του το αρνηθεί. Όμως θα ήταν απαράδεκτη σύγχυση και παραμόρφωση να θεωρηθεί, ότι αυτή η ιδεολογία εκφράστηκε στην παράδοση και ότι αυτόν τον στόχο έχει η επιστημονική έρευνα και η οργάνωση οποιασδήποτε αγωγής και παιδείας, αλλά και η προοπτική της θεολογίας. Με μια τέτοια θεολογία ένα είναι σίγουρο. Όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Θανάσης Παπαθανασίου είναι «θεολογία άπραγη και διακοσμητική, που κάνει τον άνθρωπο μαχαιροβγάλτη». 




Εφημερίδα "Αιολικά Νέα"